Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 3


Να είσαι επιεικής με τους ανθρώπους γιατί δεν
ξέρεις αν στην νιότη τους υπήρξαν ευτυχισμένοι
                                                            Φ. Σ. Φιτζέραλντ


Οι ήρωες αυτού του βιβλίου  δραπέτευσαν απ’ τις σελίδες ενός παράταιρου ιστολογίου, θνησιγενούς εξαρχής –ούτε δυο χρόνια δεν κράτησε η λειτουργία του- με μηδενική αναγνωσιμότητα, που παρ’ όλα αυτά κατάφερε να εκπληρώσει ικανοποιητικά σχεδόν την αποστολή του. Τριάντα τέσσερα σκόρπια κείμενα, λοιπόν, ξέφτια και ρετάλια μιας λίγο πολύ προσωπικής μυθολογίας, ασήμαντα βέβαια, υπό αυστηρούς όρους ποιητικής  -όπως και όλα τ’ άλλα-  που απλά δεν βρήκα το κουράγιο να τα πετάξω στο καλάθι των αχρήστων. Το βιβλίο έχει τίτλο «ΚΟΤΣΙΛΙΕΣ» και αφιερώνεται στους λυπημένους που δεν θα το διαβάσουν. Είναι κι αυτό αποκλειστικά μόνο για φίλους και επισήμως θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο 2018 με τον τρόπο των προηγουμένων.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΚΟΥΚΑΚΙ-ΕΞΑΡΧΕΙΑ


Βόλτα μακρινή περπατητή με πονεμένο πόδι. Όπως κάθε απόγευμα. Το σκοτάδι σιγά σιγά βαραίνει, τα μαγαζιά ακόμα ανοιχτά. Περνάει μέσα απ’ την αρχαία αγορά, ο βράχος ψηλά  φωτισμένος. Το κρύο δριμύ, οι διαβάτες λιγοστοί. Οι τουρίστες μετρημένοι στα δάχτυλα, ένα ζευγάρι χαμογελά, μια παρέα νεαρών, έντονες χειρονομίες και φωνές βαρβαρικές. Σύντομη επίσκεψη σε δυο κεντρικά βιβλιοπωλεία, άδεια κι αυτά. Νέες κυκλοφορίες στη βιτρίνα, ασήμαντες, χωρίς ενδιαφέρον. Κάτω απ’ το υπόστεγο,  ο άστεγος διαβάζει ένα βιβλίο. Δεν ζητιανεύει, δεν παραπονιέται. Πλησιάζει στην πλατεία. Μια γωνία πιο πριν πάνω σε παλιό γνωστό. Χαιρετιούνται βιαστικά χωρίς να σταματήσουν. Σπάει το κεφάλι του που τον ξέρει, μα δεν μπορεί να τον θυμηθεί. Η πλατεία έχει κόσμο μα είναι νεκρή. Όλα σε αργή κίνηση και σε δυο μεριές αναμμένες φωτιές. Βρωμάει κάτουρο μπύρας και χαλασμένο χασίσι. Θάνατο. Οι κόγχες των ματιών άδειες, τα σώματα καμπουριαστά. Προσπερνάει γρήγορα με σφιγμένο στομάχι. Δεν θα ξαναπεράσει απ’ την πλατεία,  ορκίζεται ξανά.  Στο δρόμο της επιστροφής, χωρίς να το καταλάβει, φτάνει στους τσολιάδες, έχει αλλαγή φρουράς. Μια κλούβα της αστυνομίας έξω απ’ το προεδρικό μέγαρο, οι μπάτσοι κρυώνουν και παίζουν με τα κινητά τους. Δεν του δίνουν σημασία, λες και είναι αόρατος, ακίνδυνος καλύτερα. Παρακάτω, μέσα στα δέντρα, υποχρεωτική στάση για κατούρημα. Η τσίχλα και ο καφές είναι διουρητικές. Το πάρκο σχεδόν άδειο, δυο σκιές μόνο, κανένας γνωστός. Κουρεμένο και ξεριζωμένο, είκοσι χρόνια τώρα δεν το έχει ξαναδεί έτσι. Περνάει βιαστικά από μέσα και ξαναβγαίνει στο φως. Η λεωφόρος γεμάτη αμάξια, τα μαγαζιά από ώρα κλειστά, ουρά οι ταξιτζήδες στην πιάτσα. Οι κοπέλες του δρόμου χαμογελούν, γι’ αυτόν είκοσι ευρώ μόνο. Δυο ώρες περπάτημα, το πόδι αρχίζει να τον ενοχλεί, κουτσαίνει ελαφρά. Θα κάνει ένα καυτό μπάνιο, θα χαζέψει στο ίντερνετ και θα πέσει ψόφιος για ύπνο.  

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΣ


Η βιβλιοθήκη είχε μόλις ανοίξει. Ανέβηκε τρέχοντας τα εξήντα δύο σκαλοπάτια της, τόσα ήταν, τα είχε τσεκάρει αρκετές φορές, μα για σιγουριά, κάθε φορά τα ξαναμετρούσε. Κι αυτή τη φορά, ανέβηκε τρέχοντας και λαχάνιασε. Ήταν πρωί ακόμα, έβρεχε, ο ήλιος δεν είχε βγει. Δεν ίδρωσε πολύ, μόνο που του κόπηκαν τα πόδια απ’ την τρεχάλα. Η εξώπορτα του κτηρίου ήταν μισάνοιχτη, μέσα δεν υπήρχε ψυχή, μόνο την καθαρίστρια πρόσεξε, που κείνη την ώρα έφευγε. Του κούνησε το χέρι και του χαμογέλασε, σήμερα ήταν ευδιάθετη. Κοίταξε άλλη μια φορά τριγύρω και μπήκε μέσα διστακτικά. Πίσω απ’ τον γκισέ του δανεισμού, είδε την υπεύθυνη καθισμένη, ίσα που φαινόταν το κεφάλι της. Ευτυχώς, δεν τον πρόσεξε. Την άλλη φορά τον είχε διώξει κακήν κακώς, με κλοτσιές και φωνές η θεόμουρλη, δεν ήταν βλέπεις  ούτε καν εξωτερικός χρήστης, κατά λάθος είχε μπει. Είχε χάσει το δρόμο του πάλι, αυτή του μίλησε κάπως άσχημα, απότομα, «ουστ, βρωμιάρη, στο διάολο, έξω από δω!» τον κυνήγησε μέχρι τα σκαλιά κάτω, και οι φοιτητές τριγύρω γελούσαν με το χάλι του. Είχε φύγει κατατρομαγμένος τότε, με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Ευτυχώς, αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανείς να γελάσει μαζί του, είχε βέβαια πάλι χάσει το δρόμο του, μα κείνη η υστερικιά κυρία πίσω από τον πάγκο σήμερα δεν τον πήρε χαμπάρι. Μπήκε μέσα ανενόχλητος και ανέβηκε τις σκάλες για τον δεύτερο όροφο, με κάποια προφύλαξη βέβαια. Πάντα, όταν έμπαινε σε κλειστούς χώρους φοβόταν, έτρεμαν τα πόδια του απ’ την αγωνία, μα δεν έκανε πίσω. Ήταν λίγο περίεργος δηλαδή. Και του το ‘λεγε κι η μάνα του, «μια μέρα, θα το φας το κεφάλι σου». Αυτός ξεροκέφαλος, δεν άκουγε τίποτα, απομακρυνόταν απ’ τους δικούς του και αλήτευε. Κι όπου τον βγάλει ο δρόμος.   
Κι ο δεύτερος όροφος ήταν ολότελα άδειος. Σιγή νεκρική, όπως ταιριάζει σε τέτοιους χώρους. Πλησίασε τα ράφια με τα βιβλία και προσπάθησε να διαβάσει στη ράχη τους  τον τίτλο, να δει σε τι αναφέρονται.  Δεν τα κατάφερε. Ήταν γραμμένα σε άγνωστη γλώσσα, ακαταλαβίστικη, δεν έβγαζε άκρη. Όχι ότι ενδιαφερόταν για κάτι συγκεκριμένο, έτσι, μέχρι να περάσει η μπόρα. Και από περιέργεια βέβαια. Στη μέση του διαδρόμου ήταν πεσμένο ένα, μόνο του και ανοιγμένο στη μέση. Το μύρισε, το έγλυψε και το δάγκωσε. Δεν είχε πολλές σελίδες, χωρούσε στα δόντια του και άρχισε να το μασουλάει. Του άρεσε η γεύση του χαρτιού. «Ουστ, κοπρόσκυλο, πάλι εδώ είσαι;» άκουσε ξαφνικά  τη γνώριμη γυναικεία φωνή και άρχισε να τρέμει απ’ το φόβο του. Γύρισε το κεφάλι του πίσω και την είδε να τρέχει κατά πάνω του κρατώντας ένα σκουπόξυλο. Με το βιβλίο ανάμεσα στα δόντια, το έβαλε στα πόδια. Έτρεχε μέσα στους διαδρόμους όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χανόταν στον ατέλειωτο λαβύρινθο, γλιστρούσε, σκόνταφτε σε καρέκλες και τραπέζια, έπεφτε, δεν μπορούσε να βρει την έξοδο, να ξεφύγει. Αυτή φώναζε βοήθεια, από κάποια γραφεία βγήκαν τρεις άντρες. Άρχισαν όλοι να τον κυνηγούν, προσπαθούσαν να τον περικυκλώσουν, να τον απομονώσουν, να τον ακινητοποιήσουν σε κάποια γωνιά. Και πάλι ο μπόγιας θα ήταν το πεπρωμένο του, είχε ξαναδεί αυτό το κακό όνειρο, ευτυχώς πάντα δραπέτευε, του άρεσε η ελευθερία, την πρώτη φορά όμως που τον είχανε στειρώσει τη θυμότανε καλά.

Κάποια στιγμή όπως έτρεχε, είδε ανοιχτή μια λευκή πόρτα και μπήκε μέσα. Βρέθηκε στην τουαλέτα . Ήταν λάθος του, εγκλωβίστηκε. Τώρα τους έβλεπε στην πόρτα λαχανιασμένους να κρατάνε το στομάχι τους και να τον κοιτάνε με άγριες διαθέσεις. Και τότε του ήρθε η ιδέα. Έτρεξε προς τη λεκάνη, κράτησε καλά την αναπνοή του και βούτηξε μέσα. Ήξερε καλό κολύμπι, μόνο που ο σωλήνας της αποχέτευσης ήταν πολύ στενός, ίσα που χωρούσε, φοβόταν μήπως σε κάποιο σημείο της διαδρομής σφηνώσει. Και το βιβλίο του θα βρεχόταν, θα έλιωνε, έπρεπε να θυσιάσει τον χάρτινο μεζέ του, δεν είχε άλλη επιλογή. Όμως δεν ήξερε και που θα τον οδηγήσει αυτή η σκουλικότρυπα. Ίσως σε κάποιο άλλο, παράλληλο σύμπαν, εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από δω, ποιος ξέρει, μα σε λίγα δευτερόλεπτα θα μάθαινε. Οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης κοιτούσαν απορημένοι μέσα στη λεκάνη. Στο τέλος, χαμογέλασαν, τράβηξαν το καζανάκι και γύρισαν στα γραφεία τους.      

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Ο ΑΛΗΤΗΣ


Πάντα μ’ αρέσει να περπατώ στη βροχή,
εκεί κανείς δεν μπορεί να με δει να κλαίω
                                                                                         Τσάρλι Τσάπλιν

Όλη τη μέρα γύριζε στους δρόμους σαν αλήτης, με τα βρώμικα παλιόρουχα,  τα παπούτσια δίχως σόλες, χωρίς φράγκο στις τρύπιες του τσέπες, χωρίς σχέδια για το μέλλον, χωρίς σκοτούρες στο κεφάλι, μα πάντα με το καπέλο και το μπαστούνι του, και ευγένεια, και περπατησιά με χάρη και κομψότητα, δείγμα καλής ανατροφής και κάποιας ξεπεσμένης αρχοντικής καταγωγής. Δεν είχε οικογένεια, συγγενείς και φίλους, μόνος κι έρμος ήταν, μα αγαπούσε τα παιδιά και τους ανήμπορους, ήταν ευαίσθητος, η αδικία τον πλήγωνε, όλους όσο μπορούσε τους βοηθούσε, ας μην είχε ποτέ φράγκο μες στη τσέπη. Και ερωτευόταν σφόδρα τις καλές και όμορφες κοπέλες –το φιλί τους μόνο ζητιάνευε, τίποτα παραπάνω-  πάντα χωρίς ανταπόκριση, χωρίς ανταπόδοση. Μα δεν τον πείραζε, τουλάχιστον ένα χαμόγελο να του έδιναν, του έφτανε.
Δεν εκτελούσε εργασία μήτε είχε αφεντικά. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε ανάγκες. Μόνο όταν τον έκοβε καμιά φορά η λόρδα έκλεβε, για να φάει μόνο, τίποτα παραπάνω. Και τους φοβότανε τους μπάτσους -ίσως και να τους μισούσε- όταν τους έβλεπε να πλησιάζουν το ‘βαζε στα πόδια. Κι αν τον στριμώχναν στη γωνία και δεν γινότανε αλλιώς, τους κατάφερνε –αυτός ο  αδύναμος μα τόσο σβέλτος- καμιά κλωτσιά στα παχουλά τους κωλομέρια, καμιά ροπαλιά στο ξερό τους το κεφάλι, και ξέφευγε.
Και μόλις νύχτωνε, ο Σαρλώ έπεφτε κατάκοπος για ύπνο, κάτω από κάνα παλιό γεφύρι κι έβλεπε όμορφα όνειρα. Αύριο θα ξημέρωνε πάλι μια καινούργια μέρα.   

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 2

                                      
                                                Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
                                                χαρτοπαίζοντας με τον θάνατο στα ψέματα
                                                                            Νίκος Καρούζος     

Τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου κάποτε έτρεχαν πέρα δώθε χωρίς λόγο, παίζανε και γελούσαν, ερωτεύονταν και αγαπούσαν. Τώρα μεγάλωσαν και κουράστηκαν. Και κατάλαβαν –κάπως αργά, βέβαια- πως η ηδονή δεν χορταίνεται. Και η αγάπη αργεί, ίσως και να μην υπάρχει. Πλέον δεν ελπίζουν σε τίποτα, ούτε καν σ’ έναν ευτυχισμένο θάνατο. Έγιναν μονόχνοτοι και υστερικοί, απαισιόδοξοι, αδιάφοροι για όλα. Τελευταίο τους καταφύγιο  η φλεγόμενη ενδοχώρα, εκεί όπου συνήθως –όχι πάντα- έχουν αυτοί τον πρώτο λόγο. Και η τρέλα, ως μοναδική έξοδος κινδύνου. Άλλες δεκαεπτά ιστορίες πένθους και καύλας, ασθμαίνουσες εξεγέρσεις ενός περίκλειστου μέσα απέναντι στη χυδαία και βάρβαρη πραγματικότητα, προσπάθειες μάταιες και αυτοκτονικές, καταδικασμένες εξαρχής σε αποτυχία. Και πάλι, ούτε το κακό ούτε ο θάνατος πρόκειται να νικηθούν.Το βιβλίο έχει τίτλο «ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙ-ΖΩΗΣ» και είναι  αφιερωμένο στους πεθαμένους μου γονείς Θόδωρο και Μαρία. Είναι, αυστηρά, μόνο για φίλους. Καλή και δημιουργική χρονιά, με υγεία και αγάπη!

*Διατίθεται δωρεάν σε μορφή e-book από το www.24grammata.com.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Η ΓΙΟΡΤΗ

Ο μικρός στεκόταν στην φωτισμένη είσοδο και έδινε το χέρι στους καλεσμένους. Κάποιοι έσκυβαν και  τον φιλούσαν στο μάγουλο. Κοκκίνιζε. Ήταν κλειστό παιδί, συνεσταλμένο. Φέτος πέρασε και η νουνά του, για λίγο, του έφερε δώρο ένα ποδοσφαιράκι. Οι καλεσμένοι ήταν συγγενείς και φίλοι του πατέρα. Γιόρταζε κάθε χρόνο   την ονομαστική εορτή του γιου του. Την δική του τη γιόρταζε , μετά από ένα μήνα, με φίλους στην ταβέρνα. Οι πιο πολλοί δίνανε λεφτά,  κάποιος του έφερε έναν όμορφο στυλό, τον έχει ακόμα .Τα χρήματα που μάζευε –κάμποσα καφετιά χιλιάρικα- τα έδινε  στον πατέρα. Την άλλη μέρα πήγαιναν μαζί να του αγοράσει κάτι. Φέτος ήθελε στρατιωτάκια, του είπε, ας είχε πολλά, του άρεσε να παίζει πόλεμο, μικρότερος θυμάται  έπαιζε με τανκ. 
Πέρασα τελευταίος μέσα απ’ την κλειστή πόρτα. Δεν περίμενα ότι θα με καταλάβει. Με κοίταξε τρομαγμένος. Του χάιδεψα το κεφαλάκι και του ‘πα να μη φοβάται, είμαι φίλος, ο φύλακας άγγελός του, η φωνή που ακούει καμιά φορά μέσα του όταν χρειάζεται βοήθεια. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, προχώρησε στο βάθος σαν υπνωτισμένος. Ήταν όλοι μαζεμένοι στο σαλόνι. Ο πατέρας έπινε χαμογελαστός το κρασάκι του –πρέπει να είχε πιει αρκετά γιατί η καράφλα του είχε γίνει κατακόκκινη- και κουβέντιαζε με τον καλό του φίλο τον νεκροθάφτη. Αυτός δεν έπινε, είχε όμως γεμίσει το στόμα του με τα κεφτεδάκια της μαμάς κι άλλους μεζέδες. Παραδίπλα, ο ξάδελφος κουβέντιαζε με τη θεία τη κουτσάβλω, αυτή έπινε το ουισκάκι της –θα πήγαινε αργότερα στη δουλειά- και γελούσε δυνατά. Δεν άκουγα τι έλεγαν, μόνο μέτρησα τα έντεκα δόντια που της είχαν απομείνει.  Ο αδερφός της μαμάς δεν μιλούσε, ήταν κακοδιάθετος. Μόλις χτες ξεμπαρκάρισε, θα καθόταν τρεις μέρες και θα ξανάφευγε. Ο μικρός μιλούσε με τα αδέρφια του και παραμέσα στη κουζίνα η μαμά με την άλλη τη θεία ετοίμαζαν το φαγητό. Είδα να βγαίνει απ’ την τουαλέτα και η νοσοκόμα. Φορούσε τη λευκή της στολή με το καπέλο. Ήταν όμορφη. Μόλις φάνηκε στο  σαλόνι, ο  θείος της έριξε σουβλερή ματιά, σηκώθηκε απ’ τη θέση του και τράβηξε στο βάθος προς τα υπνοδωμάτια. Κανείς δεν με πήρε χαμπάρι, μόνο ο μικρός που γιόρταζε μου έριχνε καμιά τρομαγμένη ματιά, μα δεν έβγαζε άχνα παραπέρα. Σε λίγο στρώθηκε το τραπέζι, ευχήθηκαν όλοι στον μικρό τα χρόνια πολλά και ρίχτηκαν στη μάσα. Και συνέχισαν να πίνουν ακατάπαυστα. Εγώ προχώρησα στα πίσω δωμάτια, στα σκοτεινά, και είδα τον θείο μου τον ναυτικό να πηδάει στα όρθια τη νοσοκόμα, τη φίλη της μαμάς. Ο θείος είναι νέος και νταβραντισμένος, άντρας με τα όλα του. Μετά από λίγο επέστρεψαν μαζί ξαλαφρωμένοι στο γιορτινό τραπέζι και άρχισαν κι αυτοί με όρεξη να τρώνε και να πίνουν. Κάποια στιγμή  ο μπαμπάς του έκλεισε με νόημα το μάτι κι αυτός του χαμογέλασε. Η μαμά κάθισε τελευταία στο τραπέζι, όπως το συνήθιζε, δίπλα στο γιο της που γιόρταζε. Αμίλητη έβαλε κι αυτή μια μπουκιά μέσα της. Το κασετόφωνο έπαιζε λαϊκά, κάποιοι σιγοτραγουδούσαν. Κανείς όμως δεν  σηκώθηκε όρθιος να χορέψει…

Στις τρεις έφυγαν αγκαλιασμένοι οι τελευταίοι καλεσμένοι, ο νεκροθάφτης με τη κουτσή μπαρόβια. Κάπου αλλού θα συνέχισαν την νύχτα τους, είπαν. Η μαμά έστρωσε στο θείο τον ναυτικό να κοιμηθεί μαζί με τον μεγαλύτερο γιο που γιόρταζε. Ο μπαμπάς είχε πιει πολύ και τον πήρε αμέσως ο ύπνος. Η μαμά για λίγο ξάπλωσε ανάμεσα στο γιο και στον αδερφό της και  μιλούσαν σιγανά. Εγώ πήγα στο άλλο δωμάτιο και είδα τη νοσοκόμα την ώρα που γδυνόταν. Φορούσε άσπρη δαντελωτή κυλότα, είχε όμορφη πλάτη και ωραίο κώλο. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα και μακριά. Ερεθίστηκα  μα δεν μπορούσα να την αγγίξω. Ήθελα πολύ να κολλήσω πάνω της, μα δεν μπορούσα. Σε λίγο όλα τα φώτα του σπιτιού έσβησαν. Έριξα μια τελευταία ματιά στο παιδί που σήμερα γιόρταζε, είχε αποκοιμηθεί και ήδη έβλεπε τον εφιάλτη του. Δυστυχώς, δεν μπορούσα να τον βοηθήσω.Προχώρησα στο θεοσκότεινο διάδρομο, πέρασα μέσα απ’ την κλειδωμένη εξώπορτα και βγήκα στο δρόμο. 

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ

Πήγαινε μόνη της, την πρώτη Κυριακή του μήνα, του το είχε υποσχεθεί. Βράδυ πάντα, να μην τη δει κανείς, έδινε κάτι στον φύλακα –τρία χρόνια τώρα είχαν γνωριστεί καλά-  άνοιγε την πόρτα και τη συνόδευε μέχρι κάτω. Ήταν παγερά στο υπόγειο,  η καρδιά της σφιγγόταν, ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει. Μετά το μεγάλο σκοτεινό διάδρομο, το φως του θαλάμου της φαινόταν σκληρό, κουραστικό. Υπήρχαν καμιά εικοσαριά φοριαμοί, αριθμημένοι, δεν ήταν όλοι γεμάτοι, οι περισσότεροι στα αζήτητα – κάποιοι  μετανάστες και άλλοι αγνώστου ταυτότητος-  χωρίς κανείς για μήνες να ενδιαφερθεί, στο εξάμηνο δυο ευχές, μια φτηνή κάσα όλοι μαζί στο λάκκο. Οι δωρεές ήταν μόνο τρεις. Οι μόνιμοι. Ο φύλακας ξεκλείδωνε το δεκαεπτά, τραβούσε έξω τη λαμαρίνα, τραβούσε από πάνω του και το λευκό σεντόνι. Ύστερα τους άφηνε μόνους, για μισή ώρα, τρία τέταρτα, ανάλογα,  όχι όμως παραπάνω. 
Οι μύες ήταν ακόμα μαλακοί, όπως και το δέρμα, και οι αρθρώσεις εύκαμπτες. Ντυμένος με μια πορτοκαλί ρόμπα από μετάξι, χαμογελαστός, τα μάτια ανοιχτά, να την κοιτάζει, λες και ήταν ζωντανός. Τα όμορφα γαλάζια του μάτια, αγέραστα και αθάνατα, τα ηδονικά του χείλη ροδοκόκκινα. Τον κοιτούσε, τον χάιδευε, τον φιλούσε και χαμογελούσε. Δεν είχε πια κάτι καινούργιο να του πει, έτσι σώπαινε. Ήτανε επιθυμία του να βαλσαμωθεί, δεν ήθελε να τον φάνε τα σκουλήκια, ούτε να τον ψάλουν οι χοντροπαπάδες, το ερωτικό του σώμα διαθέσιμο στην επιστήμη, τιμητική δωρεά στους νεκρόφιλους φοιτητές της ιατρικής, αγόρια και κορίτσια, να του κάνουν ότι γουστάρουν, εκεί κάτω, στα μπουντρούμια, κρυφά, μετά τα μαθήματα, στις πιο τρελές παρτούζες, της έλεγε και ξεραινότανε στα γέλια, τότε που ζούσε ακόμα. Δεν ήταν  καλαμπούρια για να ξορκίζει το κακό, σοβαρολογούσε. Από τότε είχε σχεδιάσει τα πάντα, πήγε στο νοσοκομείο, ρώτησε, του είπανε τη διαδικασία, όλα γίνανε σύμφωνα με το γράμμα του νόμου. «Θα ‘ρχεσαι να με βλέπεις καμιά φορά;» την είχε ρωτήσει μια φορά χωρίς γέλια, σοβαρός και κάπως λυπημένος. 
Ακόμα και τον θάνατό του ο ίδιος τον σκηνοθέτησε. Η νεκροψία έδειξε ότι είχε καταπιεί αρκετά διεγερτικά χαπάκια. Η πράξη έγινε με δυο κοπέλες κι έναν νεαρό  και κράτησε ολόκληρο το βράδυ. Η καρδιά δεν άντεξε. Ανακοπή από υπερβολική δόση καύλας σε άκρως προχωρημένη ηλικία, έγραφε η γνωμάτευση του ιατροδικαστή. Μαζί με λελογισμένη  κατανάλωση αλκοόλ και χασίς. Ο πιο ένδοξος θάνατος. Εκείνη τη στιγμή ξαναμπήκε στο νεκροτομείο ο φύλακας. Του χαμογέλασε.