Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ


Εξέγερση είναι η αιωνόβια επιθυμία
                                                                   να μην υποφέρουμε
                                                                                            Αλμπέρ Καμύ

Το καλοκαίρι του 2006, όταν για τελευταία φορά άλλαξα πουκάμισο, άρχισα να γράφω κάποιες μικρές ιστορίες, θέλοντας ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο να περισώσω ότι θεωρούσα άξιο λόγου από τα γεγονότα της προηγούμενης ζωής μου. Από τότε πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια. Μάζεψα αυτές τις ιστορίες  –υπάρχουν όλες διάσπαρτες στο ιστολόγιο- τις έβαλα σε μια σειρά και τις έκανα βιβλίο. Όπως σημειώνεται και στο οπισθόφυλλο «Τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου δεν έχουν ονόματα, πατρίδες και ηλικία, δεν πιστεύουν σε κανέναν και σε τίποτα, ούτε στο θεό ούτε στο διάολο, ούτε περιμένουν κάποιον Μεσσία να τους σώσει. Είναι   αταίριαστοι, μη κανονικοί, οριστικά λυπημένοι και γαμημένοι εξαρχής, με αβέβαια συναισθήματα και σκέψεις θολές. Δεν κάνουν σχέδια για το μέλλον, ούτε έχουν σοβαρές υποχρεώσεις. Ζουν την κάθε μέρα πιο πολύ από συνήθεια, σαν να ‘ναι η τελευταία, και λίγο από περιέργεια, μα πάντα για την ηδονή. Και όταν τους συμβεί το αναπάντεχο – για όλους κάποτε φτάνει η κακιά στιγμή-  δεν θα χάσουν το κέφι τους. Θα συνεχίσουν να τρέχουν και να  παιζογελούν, να ερωτεύονται και να αγαπούν, και να ελπίζουν πάντα σε έναν ευτυχισμένο θάνατο». Το βιβλίο έχει τίτλο «Η ΚΑΚΙΑ ΣΤΙΓΜΗ» και   περιέχει δεκαεπτά σύντομες ιστορίες.  Είναι αφιερωμένο στα αδέρφια μου Παρασκευά και Αγγελική και είναι, αυστηρά, μόνο για φίλους.

*Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή από το www.24grammata.com.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ


   Η καφετέρια ήταν γεμάτη από κόσμο, δεν έπεφτε καρφίτσα. Όλοι  κοίταζαν στην οθόνη τον αγώνα, ήταν κρίσιμος λέγανε. Η παρέα, στριμωγμένη πλάι στην τζαμαρία, δεν πολυνοιαζόταν για το ματς. Κάπνιζαν χαλαροί,  έπιναν τους καφέδες και χαμογελούσαν, σήμερα που γιόρταζε ο φίλος τους. Η φιλία τους κρατούσε από παιδιά, απ’ το σχολείο και την γειτονιά, τελευταία όμως είχανε χαθεί. Γυναίκες και παιδιά, υποχρεώσεις, τρεχάματα, δουλειές με φούντες, σπάνια βρισκόντουσαν πλέον,  μόνο κανά τηλέφωνο έπεφτε κι αυτό αραιά και που. Όμως τούτη τη μέρα κατάφερναν να συναντηθούν, να θυμηθούνε τα παλιά και να γλεντήσουνε τον φίλο τους που γιόρταζε μέχρι αργά το βράδυ.
   Εκείνος δεν μιλούσε πολύ, την περισσότερη ώρα κοιτούσε έξω στο δρόμο αφηρημένος. Όσο το σκεφτόταν, έβρισκε ότι δεν είχε πλέον πολλά να πει με τους φίλους του. Από καιρό είχε τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του. Από την άλλη, είχε βαρεθεί και να ακούει κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια. Για τα παιδικά τους χρόνια, πόσο όμορφα ήταν, για τις τρέλες και τις αλητείες τους, δήθεν, για το σχολείο, τη γειτονιά, όλα αυτά τα γλυκερά και ανούσια που του φαίνονταν πολύ γεροντίστικα. Έτσι κι αλλιώς, γι’ αυτόν δεν ήταν και τόσο αμέριμνα και ευτυχισμένα, που τα περιγράφαν οι φίλοι του, προτιμούσε να μην τα θυμάται. Μα ότι και να ‘ταν, πάει, πέρασαν πια, τώρα τι γίνεται. Τώρα, δεν είχε τίποτα να πει μ’ αυτούς τους καλοζωισμένους πενηντάρηδες, με τις κοιλιές και τα προγούλια, τους φτασμένους, τους ασφαλείς, με τις γυναικούλες τους, τα παιδάκια τους, τη δουλίτσα τους, ποιος, αυτός, ένας ακαμάτης, του σκοινιού και του παλουκιού, χωρίς δουλειά, χωρίς φαμίλια, χωρίς σκοπό. Μπορεί και να τους ζήλευε λιγάκι. Μα τι να τους έλεγε και ποιος θα καταλάβαινε.
   Αυτή τη φορά, την κουβέντα μονοπώλησε το ταξίδι στο εξωτερικό του φίλου που γιόρταζε. Σε δέκα μέρες θα έφευγε, με όλη την οικογένεια, για κάποια από τις χώρες του βορά. Φαινόταν πολύ χαρούμενος, το περίμενε πως και πως αυτό το ταξίδι, επιτέλους, θα ξεκουραζόταν κι αυτός λιγάκι. Η πολύ  δουλειά τρώει τον αφέντη, τους έλεγε και όλοι συμφωνούσανε μαζί του. Μόνο αυτός παρέμενε ανέκφραστος. Έτσι κι αλλιώς, ούτε δούλευε πλέον, ούτε ταξίδευε. Πως να σιγοντάρει την χαρά του φίλου, δεν του έβγαινε. Ακόμη και η προσποίηση, με τα χρόνια, κουράζει. Όλα κουράζουν.
   Ταξίδι λοιπόν, και μάλιστα στα βόρεια. Εκεί που έχει μόνο ομίχλη, κρύο και νύχτα. Καθόλου ήλιο και χλωμά αρρωστιάρικα φεγγάρια.  Εκεί που μοιράζουν ωφέλιμα και υγιεινά μεταπτυχιακά,  που σου βρίσκουν και καλοπληρωμένες δουλειές από πάνω με σίγουρη καριέρα. Εκεί ψηλά, στις χώρες των βαρβάρων, που το ταξίδι δεν έχει επιστροφή. Εκεί που βρισκόταν και ο μικρός του φίλος απ’ το προηγούμενο καλοκαίρι.
   Την τελευταία φορά που τον είδε, λίγες μέρες πριν φύγει, έδειχνε  προβληματισμένος. Φοβόταν πως δεν θα τα καταφέρει, πως θα γυρίσει με την ουρά στα σκέλια. Λίγο η ξένη γλώσσα που τον δυσκόλευε, λίγο που θα έφευγε για πρώτη φορά από το σπίτι του, λίγο η μοναξιά που θα ένοιωθε  εκεί πάνω, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, φοβόταν πολύ. Αυτός προσπαθούσε να τον εμψυχώσει. Να μην ανησυχεί, του έλεγε, να μην φοβάται, όλα θα πήγαιναν καλά. Και τις σπουδές του θα τέλειωνε κανονικά, και καλή δουλειά θα έβρισκε, και τη ζωή σου θα έφτιαχνε όπως την ονειρευόταν. Τέτοια του έλεγε και ο μικρός έπαιρνε κουράγιο και  του χαμογελούσε. Υποσχέθηκαν να κρατήσουν επικοινωνία, έστω κι απ’ το τηλέφωνο, να μη  χαθούν εντελώς.  Με την πρώτη ευκαιρία, θα μπορούσε και να τον φιλοξενήσει, του είπε, να έκανε κι αυτός ένα ταξίδι στα βόρεια, για όσες μέρες ήθελε.  Θα δούμε, του είχε απαντήσει, πιο πολύ  για να μην τον αποκαρδιώσει, αφού ήξερε καλά από τότε πως δεν θα πήγαινε. Βαριόταν πλέον τα ταξίδια και τα πηγαινέλα, τα έβρισκε κουραστικά και εντελώς άσκοπα. Απ’ την πόλη του δεν θα έφευγε ξανά. Για κανέναν λόγο.
   Από τότε δεν ξαναμίλησαν. Το παιδί προσπάθησε να τον βρει, πήρε κάποια τηλέφωνα, του έστειλε και κάτι μηνύματα, μα αυτός άφαντος. Ίσως και να ξανάρθε από τότε, έστω και για λίγο, μα δεν νοιάστηκε να μάθει. Για κείνον ήταν τελειωμένη η ιστορία, έπρεπε να τον ξεχάσει. Αγκάθι που ματώνει πρέπει να βγαίνει. Και δεν υπήρχε πλέον λόγος να συνεχίζει να κοροϊδεύει τον εαυτό του. Ούτε κανονικοί φίλοι υπήρξαν ποτέ, ούτε τίποτα. Όλα θολά και μπερδεμένα, κρυμμένα και ανομολόγητα, δειλίες και κομπιάσματα της τελευταίας στιγμής, πιο πολύ παραισθήσεις του μυαλού  ήτανε, δέκα χρόνια τώρα -μια ολόκληρη ζωή- ξεφτίλες κι αναξιοπρέπειες δηλαδή, κι αυτός τα βράδια να τσουρουφλίζεται μονάχος, να γδέρνει το κορμί του στα σκοτάδια, να σκίζει το πετσί του στα δύο, να ματώνει. Κι ούτε ένα φιλί, ούτε ένα χάδι, ούτε μια φωτογραφία, τίποτα, όλα μισά και ψέματα. Μια κακοπαιγμένη πρόβα θανάτου ήταν, τίποτα παραπάνω, Και παρόλο που το ‘ξερε καλά, πως έτσι θα ‘ναι πάντα, χωρίς ελπίδα, δίχως λυτρωμό, δεν θα σταμάταγε να τραβιέται και να παιδεύεται,  να καίγεται και να ξεζουμίζεται μέχρι τέλους. Έτσι είχε αποφασίσει. Μέχρι τέλους. Τι να τους έλεγε και ποιος θα καταλάβαινε.
   Έξω είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και έριχνε νερό με το τουλούμι. Το τζάμι ε θολό, το καθάρισε όπως όπως και κόλλησε τη μούρη του επάνω. Τρομαγμένοι περαστικοί από την ξαφνική μπόρα έψαχναν υπόστεγα για να κρυφτούν, κάποιοι πιο προνοητικοί, άνοιγαν τις ομπρέλες τους βιαστικά. Ο δρόμος είχε γίνει μια απέραντη λίμνη, τα αυτοκίνητα με δυσκολία περνούσαν. Αυτός στεκόταν χαμογελαστός στη μέση του δρόμου και του κουνούσε το χέρι πέρα δώθε, νόημα του έκανε να βγει έξω μαζί του στη βροχή. Ήταν χαρούμενος, δεν τον ένοιαζε που βρεχόταν, ούτε φοβόταν τα αυτοκίνητα που περνούσαν πλάι του ξυστά.  Δεν κρατούσε ομπρέλα, δεν φορούσε ρούχα, δεν ένοιωθε κακία. Κολυμπούσε ολόγυμνος στα βρόχινα νερά, αμέριμνος κι αθώος, το πιο καλό παιδί, στην ερημιά του  άπλυτου κόσμου, ένας ξανθός άγγελος, με ανοιγμένα τα φτερά, έτοιμος πάντα να πετάξει  προς τα βόρεια. Του κούνησε κι αυτός αργά το χέρι και του χαμογέλασε πικρά. Τα χείλη του άφησαν ένα υγρό σημάδι πάνω στη τζαμαρία, που όσο και να τη καθάριζε, αυτή συνέχιζε να θολώνει.
   Όταν μπήκε το γκολ, οι βάρβαροι σηκώθηκαν όρθιοι και πανηγύρισαν με κραυγές και ουρλιαχτά, σωστός πανζουρλισμός. Χόρευαν, τραγουδούσαν και  σφύριζαν απ’ τη χαρά τους. Σήμερα η ομάδα τους έκανε τόσο υπερήφανους, τους έδωσε μεγάλη χαρά. Μόνο οι φίλοι του ήταν ακόμα στην κοσμάρα τους, εκεί ψηλά, στα βόρεια, γελούσαν σαν μικρά παιδιά και άκουγαν τις λεπτομέρειες  του ταξιδιού.  Αυτόν τον είχανε τελείως ξεχάσει, ούτε ματιά δεν ρίχναν προς το μέρος του, σαν να μην υπήρχε.
    Απ’ το διπλανό τραπέζι, ένα ποτήρι  έπεσε στο πάτωμα και έγινε χίλια κομμάτια, χύθηκαν μαζί και κάτι μπύρες. Οι βάρβαροι συνέχιζαν να ουρλιάζουν μέσα σ’ αυτιά του χωρίς σταματημό. «Πάω για τσιγάρα» ψέλλισε φοβισμένος και βγήκε τρέχοντας έξω.

   Κανείς δεν έδωσε σημασία.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΛΙΑΣ


   Αν τα πράγματα ερχόντουσαν αλλιώς δεν θα πήγαινε. Κάποια δικαιολογία θα έβρισκε, ότι τον έχει πιάσει η μέση του θα έλεγε  ή πως είναι κρυωμένος, πάντως θα γλύτωνε την ταλαιπωρία, κι ας μην τον πίστευαν, καρφί δεν θα του καιγόταν. Όμως τώρα, αυτό το σαββατιάτικο απόγευμα του  κρότου και της λάμψης, τελευταίες απόκριες, έπρεπε να περάσει μέσα απ’ τους χιλιάδες στολισμένους μασκαράδες, να τον σπρώξουν, να τον τσαλαπατήσουν, να σφυρίξουν μέσα στα αυτιά του, να του ρίξουν σπρέι στα μούτρα, να φάει και μερικές  ροπαλιές στο κεφάλι, για να φτάσει στο πάρτι των γενεθλίων χαρούμενος και χαμογελαστός. Στις επτά θα κόβανε την τούρτα, θα τραβούσαν φωτογραφίες και βίντεο, του είπε χτες η αδερφή του στο τηλέφωνο, δεν έπρεπε να αργήσει. Τουλάχιστον, λόγω του πρόσφατου πένθους, δεν θα ήτανε μασκέ. Κάτι ήταν κι αυτό, αλλιώς δεν ήξερε τι να ντυθεί, ζορό ή καουμπόυς, μα δεν είχε κρατήσει τις παιδικές του στολές, μόνο το ξίφος και τη θήκη για τα πιστόλια, μα δεν ήταν αρκετά. Ευτυχώς λοιπόν που το πάρτυ δεν ήτανε μασκέ.
   Είχε να τους δει κοντά ένα χρόνο, από τη μέρα της κηδείας. Η  μικρή στεκόταν παράμερα με τον πατέρα της και κρατούσε στα χεράκια της μια κούκλα. Τους έβλεπε όλους σοβαρούς και λυπημένους, μα δεν καταλάβαινε το λόγο. Οι γονείς της είχαν φροντίσει να μείνει μακριά από τα φέρετρα, τις άψυχες σάρκες και τους λάκκους των σκουληκιών, από όσα τέλος πάντων θα μπορούσαν να τραυματίσουν ανεπανόρθωτα μια αθώα ψυχή. Όταν τον είδε μπροστά της έβαλε τα κλάματα. Δεν είχε κι άδικο. Φορούσε το μακρύ μαύρο παλτό του, είχαν μεγαλώσει και τα γένια του, σαν τον χάρο έμοιαζε. Δεν τον είχε ξαναδεί κιόλας, δεν τον ήξερε, ούτε και κανένας θα της είχε μιλήσει γι’ αυτόν. Μα και κείνος μόνο από φωτογραφίες τους ήξερε.
   Πρέπει να γινόταν τεσσάρων ή πέντε χρονών, δεν θυμόταν καλά. Έτσι κι αλλιώς, ένας χρόνος πάνω, ένας χρόνος κάτω, δεν έχει και πολύ σημασία. Όταν η μικρούλα ήρθε στον μάταιο τούτο κόσμο αυτός έλειπε μακριά, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, σε άλλο πλανήτη. Απ’ το τηλέφωνο το έμαθε. Είχε κάνει όρκο και σταυρό, όσο ζουν αυτές, να μην πατήσει το πόδι του στο βρωμόσπιτο, ούτε να ξανακούσει τις ύπουλες φωνές τους, να μην  ξαναδεί τις χοντρές ψευτοπένθιμες σιλουέτες τους. Για κανένα λόγο, ούτε για χαρά ούτε για λύπη. Ούτε και για τον γάμο της αδερφής του, ούτε και για να γνωρίσει τον άνθρωπο που η μοίρα αποφάσισε να διαιωνίσει κάποια απ’ τα μισακά του γονίδια, αφού ο ίδιος δεν είχε τέτοιες προθέσεις. Είκοσι χρόνια μακριά απ’ το τρικέφαλο τέρας, γύρισε μόνο για την τρίτη κηδεία την φαρμακερή και έμεινε. Απομόνωσε την ύπαρξή του σε μια μικρή υπόγεια γκαρσονιέρα και άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια του παζλ. Εδώ και ένα χρόνο δεν είχε καμιά επικοινωνία ούτε με συγγενείς, ούτε με φίλους παλιούς, ποιος θα τον θυμόταν άλλωστε.  Μόνο με την αδερφή του συνέχισε να μιλάει  απ’ το τηλέφωνο, όπως όλα τα χρόνια της εξορίας. Σήμερα θα τους ξανάβλεπε όλους μαζί, παρόλο που το παζλ του τρόμου δεν είχε ακόμα συμπληρωθεί. Η ανιψιά του, με τόσο κόσμο, μάλλον δεν θα τον αγνοούσε παντελώς. Γι’ αυτήν δεν θα ήταν παρά ένας ακόμα ξένος, φίλος των γονιών ή κάποιος μακρινός συγγενής.  Αν τουλάχιστον της έφερνε κανά δώρο ίσως  τα πράγματα να γίνονταν πιο εύκολα. Μα κείνος δεν ήξερε από τέτοια. Με άδεια χέρια θα πήγαινε.  
   Το τριώροφο βρισκόταν στο δρόμο κάποιου γάλλου φιλέλληνα της επανάστασης, από καιρό ξεχασμένος κι αυτός. Το φως της εξώπορτας ήταν αναμμένο και απ’ το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ακούγονταν γέλια και φωνές, ξεχώρισε και κάποιες σκιές. Τα βεγγαλικά φώτιζαν  τον ουρανό και κάθε τόσο η νύχτα γινότανε μέρα. Πλησίαζε εννέα και είχε αργήσει. Τα κεράκια της τούρτας πρέπει από ώρα να είχανε σβήσει. Τέσσερα ή πέντε.
   Του άνοιξε η οικοδέσποινα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα αμηχανίας αγκαλιαστήκανε σφιχτά. Το σαλόνι ήταν γεμάτο χαρούμενες φάτσες που έπιναν, κουβέντιαζαν και γελούσαν. Στο βάθος του διαδρόμου κάποια παιδιά κυνηγιόντουσαν και έπαιζαν. Προσπάθησε να ξεχωρίσει τη μικρή μα δεν τα κατάφερε. Ύστερα το βλέμμα του καρφώθηκε στο φωτιστικό του σαλονιού. Δεν ήταν το ίδιο και η τεθλασμένη ρωγμή του ταβανιού είχε εξαφανιστεί. Η αδερφή του έκανε κάποιες γενικόλογες συστάσεις στους καλεσμένους μα κανείς δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για τον περίεργο επισκέπτη που δεν γελούσε ποτέ. Ίσως κάποιοι να έσπαγαν το κεφάλι τους να θυμηθούν που τον ξέρουν, μα και αυτός δεν τους θυμόταν καλά, είχαν όλοι τους διαγραφεί από τη μνήμη του. Εκτός ίσως απ’ τον καλό ξάδελφο. Είχε να τον δει από τότε, μα δεν είχε αλλάξει πολύ, μόνο λίγο είχε ασπρίσει. Καθόταν στην άκρη του καναπέ, έπινε το ποτό του  και κουβέντιαζε με τους άλλους για τα πολιτικά, σε λίγο θα είχανε πάλι εκλογές. Για μια στιγμή το βλέμμα τους διασταυρώθηκε, μα δεν έδωσαν συνέχεια, φάνηκε πάντως πως τον θυμήθηκε. Τον πλησίασε και ο γαμπρός του χαμογελαστός και τον χαιρέτησε. Η οικοδέσποινα τους ζήτησε συγνώμη και επέστρεψε στην κουζίνα. Σε λίγο θα στρώνανε τραπέζι. Αυτός βγήκε μόνος στο μπαλκόνι, άναψε τσιγάρο και κοίταξε τον ουρανό. Ήταν ακόμα γεμάτος πυροτεχνήματα και βεγγαλικά. Κάθε τόσο η νύχτα γινότανε μέρα.
   Η γιαγιά, η μητέρα και η θεία πέθαναν και οι τρεις τους σε ένα χρόνο μέσα. Δεν θυμόταν με ποια σειρά, μα δεν είχε και μεγάλη σημασία. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν τις ξεχώρισε, γι’ αυτόν ήταν το ίδιο πρόσωπο σε παραλλαγές. Ήταν πλήρεις ημερών, σίγουρα πάνω από ογδόντα, η γιαγιά ίσως να περνούσε και τα εκατό. Είχαν καλό θάνατο, στον ύπνο τους, ήρεμες και χαμογελαστές, του είχε πει η αδερφή του. Μόνο ο μπαμπάς δεν  είχε καλό θάνατο. Ήταν συνήθως χαμογελαστός και ευδιάθετος απέναντί του. Μα κείνο το μεσημέρι, κρεμασμένος απ’ τον πολυέλαιο του σαλονιού, τον κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα. Ήταν αδύνατος και πρέπει να βασανίστηκε μέχρι να τελειώσει. Μα είχε πολύ χρόνο, αφού όλο το πρωί οι γυναίκες λείπαν απ’ το σπίτι. Ήξερε πως ο γιος του θα γυρνούσε πρώτος απ’ το σχολείο, αυτός ήθελε να τον  βρει. Το σημείωμα άρχιζε με τη φράση «Αγόρι μου….» και δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των γυναικών, μόνο αυτόν αφορούσε, του έγραφε. Του ζητούσε συγνώμη μα δεν άντεχε άλλο, του εξηγούσε και κάποια πράγματα που θα καταλάβαινε αργότερα, όταν θα μεγάλωνε, και να προσέχει την μπουμπού, όπως φώναζε χαϊδευτικά την αδερφή του. Έγραφε και άλλα. Όταν το διάβασε, το δίπλωσε στα τέσσερα και το έκρυψε στην τσέπη του. Κατόπιν βγήκε έξω να περπατήσει. Στο σπίτι γύρισε αργά το απόγευμα.
    Την επόμενη μέρα έγινε η κηδεία. Τα παιδιά καθόντουσαν πλάι στο φέρετρο μαζί με τις γυναίκες. Λίγο πριν τον χώσουν στο λάκκο τα πρόσταξαν να φιλήσουν το κρύο κούτελο και αυτά υπάκουσαν. Δεν μίλησε σε κανέναν για το γράμμα, ούτε στην μικρή του αδερφή. Τα υπόλοιπα χρόνια κύλισαν αργά μέσα στη σιωπή. Οι γυναίκες ξεπέρασαν γρήγορα το πρώτο σοκ της αναίτιας, όπως λέγανε,  αυτοκτονίας και συνέχισαν να ζουν. Στο σπίτι άρχισαν να μπαινοβγαίνουν διάφοροι περίεργοι τύποι γένους αρσενικού. Πιο πολύ θυμόταν έναν χοντρό παπά και έναν καραφλό εισαγγελέα, δικαστικό ή κάτι τέτοιο, με γυαλιά που όποτε έβρισκαν την ευκαιρία τσιμπολογούσαν τα αφράτα κωλομέρια των γυναικών του σπιτιού και αυτές χαχάνιζαν ξεδιάντροπα. Αυτός κλεινόταν στο δωμάτιό του και δεν μιλούσε. Μέχρι που έγινε ο μεγάλος καβγάς, τα μάζεψε και έφυγε απ’ το σπίτι. 
   Όταν ξαναμπήκε μέσα το τραπέζι ήταν σχεδόν έτοιμο και κάποιοι είχαν ήδη πάρει θέσεις μάχης. Οι γυναίκες φώναζαν τα παιδιά, μα  αυτά συνέχιζαν το παιχνίδι τους. Τράβηξε  προς το μπάνιο. Όταν ήταν μικρός, πριν από το συμβάν, του άρεσε να τρέχει στον μακρόστενο διάδρομο με την αδερφή του μέχρι την εξώπορτα ποιος θα φτάσει πρώτος. Πέρασε και απ’ το παιδικό του δωμάτιό, πλέον βαμμένο ροζ και στολισμένο με σχέδια και παιχνίδια. Το  θυμότανε κάτασπρο σαν νοσοκομείο, όπως και όλο τους το σπίτι. Δίπλα στο μπάνιο ήταν η μεγάλη κρεβατοκάμαρα της γιαγιάς και της θείας, απέναντι της μαμάς και του μπαμπά. Όταν παντρεύτηκε η μπουμπού, οι γριές μείνανε μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Ο άντρας της, καλός άνθρωπος που μπήκε σώγαμπρος στο σπίτι, τις φρόντισε και τις ανέχτηκε.
   Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα μα ήταν κλειδωμένη. «Μην μπεις, είναι μέσα ο μαμούτος!» άκουσε ξαφνικά πίσω του μια ψιλή φωνούλα. «Μην φοβάσαι κοριτσάκι, δεν υπάρχει πια μαμούτος» την είπε χαμογελώντας και της χάιδεψε τα μαλλάκια της. Αυτή τον κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα μα, σαν να τον πίστεψε, γρήγορα του έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο. Κοιτούσε τα πανέμορφα μάτια της και μάταια προσπαθούσε να μαντέψει το μέλλον που θα είχε αυτό το φοβισμένο και αδύναμο πλασματάκι που προσπαθούσε να τον προφυλάξει απ’ τους μαμούτους, τους δρακουμέλ και όλους τους κακούς αυτής της επικίνδυνης ζωής. Αυτόν που είχε αντικρίσει από πολύ νωρίς κατάματα το θηρίο με τα σιδερένια δόντια και πλέον δεν φοβόταν τίποτα και κανέναν. Μα η εποχή των δεινοσαύρων ήταν πλέον παρελθόν, είχε μπει πλέον στην εποχή των παγετώνων, μόνος και έρημος, χωρίς αγάπη, ελπίζοντας όμως ακόμα στην άνοιξη που θα ‘ρθει και θα λιώσουν τα χιόνια. Έπιασε τη μικρή απ’ το χεράκι της και τράβηξαν προς το σαλόνι. Οι άλλοι στο τραπέζι ήδη τρώγανε και πίνανε χτυπώντας δυνατά τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα.
   Δεν θα καθότανε στο τραπέζι, είχε και κάπου αλλού να πάει, τους είπε. Πήρε την ανιψιά του αγκαλιά,  της ευχήθηκε τα χρόνια πολλά και την φίλησε στο μάγουλο. Της υποσχέθηκε ότι θα ξανάρθει, θα πάνε και βόλτα και θα της αγοράσει ότι δώρο θέλει. Φίλησε και την αδερφή του. «Να την χαιρόμαστε» της είπε και της έδωσε ένα φάκελο. Μέσα είχε κάποια χρήματα, να πάρει στο παιδί ότι χρειάζεται.
   Και το κιτρινισμένο γράμμα του πατέρα διπλωμένο στα τέσσερα.