Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Η ΓΙΟΡΤΗ

Ο μικρός στεκόταν στην φωτισμένη είσοδο και έδινε το χέρι στους καλεσμένους. Κάποιοι έσκυβαν και  τον φιλούσαν στο μάγουλο. Κοκκίνιζε. Ήταν κλειστό παιδί, συνεσταλμένο. Φέτος πέρασε και η νουνά του, για λίγο, του έφερε δώρο ένα ποδοσφαιράκι. Οι καλεσμένοι ήταν συγγενείς και φίλοι του πατέρα. Γιόρταζε κάθε χρόνο   την ονομαστική εορτή του γιου του. Την δική του τη γιόρταζε , μετά από ένα μήνα, με φίλους στην ταβέρνα. Οι πιο πολλοί δίνανε λεφτά,  κάποιος του έφερε έναν όμορφο στυλό, τον έχει ακόμα .Τα χρήματα που μάζευε –κάμποσα καφετιά χιλιάρικα- τα έδινε  στον πατέρα. Την άλλη μέρα πήγαιναν μαζί να του αγοράσει κάτι. Φέτος ήθελε στρατιωτάκια, του είπε, ας είχε πολλά, του άρεσε να παίζει πόλεμο, μικρότερος θυμάται  έπαιζε με τανκ. 
Πέρασα τελευταίος μέσα απ’ την κλειστή πόρτα. Δεν περίμενα ότι θα με καταλάβει. Με κοίταξε τρομαγμένος. Του χάιδεψα το κεφαλάκι και του ‘πα να μη φοβάται, είμαι φίλος, ο φύλακας άγγελός του, η φωνή που ακούει καμιά φορά μέσα του όταν χρειάζεται βοήθεια. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, προχώρησε στο βάθος σαν υπνωτισμένος. Ήταν όλοι μαζεμένοι στο σαλόνι. Ο πατέρας έπινε χαμογελαστός το κρασάκι του –πρέπει να είχε πιει αρκετά γιατί η καράφλα του είχε γίνει κατακόκκινη- και κουβέντιαζε με τον καλό του φίλο τον νεκροθάφτη. Αυτός δεν έπινε, είχε όμως γεμίσει το στόμα του με τα κεφτεδάκια της μαμάς κι άλλους μεζέδες. Παραδίπλα, ο ξάδελφος κουβέντιαζε με τη θεία τη κουτσάβλω, αυτή έπινε το ουισκάκι της –θα πήγαινε αργότερα στη δουλειά- και γελούσε δυνατά. Δεν άκουγα τι έλεγαν, μόνο μέτρησα τα έντεκα δόντια που της είχαν απομείνει.  Ο αδερφός της μαμάς δεν μιλούσε, ήταν κακοδιάθετος. Μόλις χτες ξεμπαρκάρισε, θα καθόταν τρεις μέρες και θα ξανάφευγε. Ο μικρός μιλούσε με τα αδέρφια του και παραμέσα στη κουζίνα η μαμά με την άλλη τη θεία ετοίμαζαν το φαγητό. Είδα να βγαίνει απ’ την τουαλέτα και η νοσοκόμα. Φορούσε τη λευκή της στολή με το καπέλο. Ήταν όμορφη. Μόλις φάνηκε στο  σαλόνι, ο  θείος της έριξε σουβλερή ματιά, σηκώθηκε απ’ τη θέση του και τράβηξε στο βάθος προς τα υπνοδωμάτια. Κανείς δεν με πήρε χαμπάρι, μόνο ο μικρός που γιόρταζε μου έριχνε καμιά τρομαγμένη ματιά, μα δεν έβγαζε άχνα παραπέρα. Σε λίγο στρώθηκε το τραπέζι, ευχήθηκαν όλοι στον μικρό τα χρόνια πολλά και ρίχτηκαν στη μάσα. Και συνέχισαν να πίνουν ακατάπαυστα. Εγώ προχώρησα στα πίσω δωμάτια, στα σκοτεινά, και είδα τον θείο μου τον ναυτικό να πηδάει στα όρθια τη νοσοκόμα, τη φίλη της μαμάς. Ο θείος είναι νέος και νταβραντισμένος, άντρας με τα όλα του. Μετά από λίγο επέστρεψαν μαζί ξαλαφρωμένοι στο γιορτινό τραπέζι και άρχισαν κι αυτοί με όρεξη να τρώνε και να πίνουν. Κάποια στιγμή  ο μπαμπάς του έκλεισε με νόημα το μάτι κι αυτός του χαμογέλασε. Η μαμά κάθισε τελευταία στο τραπέζι, όπως το συνήθιζε, δίπλα στο γιο της που γιόρταζε. Αμίλητη έβαλε κι αυτή μια μπουκιά μέσα της. Το κασετόφωνο έπαιζε λαϊκά, κάποιοι σιγοτραγουδούσαν. Κανείς όμως δεν  σηκώθηκε όρθιος να χορέψει…

Στις τρεις έφυγαν αγκαλιασμένοι οι τελευταίοι καλεσμένοι, ο νεκροθάφτης με τη κουτσή μπαρόβια. Κάπου αλλού θα συνέχισαν την νύχτα τους, είπαν. Η μαμά έστρωσε στο θείο τον ναυτικό να κοιμηθεί μαζί με τον μεγαλύτερο γιο που γιόρταζε. Ο μπαμπάς είχε πιει πολύ και τον πήρε αμέσως ο ύπνος. Η μαμά για λίγο ξάπλωσε ανάμεσα στο γιο και στον αδερφό της και  μιλούσαν σιγανά. Εγώ πήγα στο άλλο δωμάτιο και είδα τη νοσοκόμα την ώρα που γδυνόταν. Φορούσε άσπρη δαντελωτή κυλότα, είχε όμορφη πλάτη και ωραίο κώλο. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα και μακριά. Ερεθίστηκα  μα δεν μπορούσα να την αγγίξω. Ήθελα πολύ να κολλήσω πάνω της, μα δεν μπορούσα. Σε λίγο όλα τα φώτα του σπιτιού έσβησαν. Έριξα μια τελευταία ματιά στο παιδί που σήμερα γιόρταζε, είχε αποκοιμηθεί και ήδη έβλεπε τον εφιάλτη του. Δυστυχώς, δεν μπορούσα να τον βοηθήσω.Προχώρησα στο θεοσκότεινο διάδρομο, πέρασα μέσα απ’ την κλειδωμένη εξώπορτα και βγήκα στο δρόμο. 

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ

Πήγαινε μόνη της, την πρώτη Κυριακή του μήνα, του το είχε υποσχεθεί. Βράδυ πάντα, να μην τη δει κανείς, έδινε κάτι στον φύλακα –τρία χρόνια τώρα είχαν γνωριστεί καλά-  άνοιγε την πόρτα και τη συνόδευε μέχρι κάτω. Ήταν παγερά στο υπόγειο,  η καρδιά της σφιγγόταν, ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει. Μετά το μεγάλο σκοτεινό διάδρομο, το φως του θαλάμου της φαινόταν σκληρό, κουραστικό. Υπήρχαν καμιά εικοσαριά φοριαμοί, αριθμημένοι, δεν ήταν όλοι γεμάτοι, οι περισσότεροι στα αζήτητα – κάποιοι  μετανάστες και άλλοι αγνώστου ταυτότητος-  χωρίς κανείς για μήνες να ενδιαφερθεί, στο εξάμηνο δυο ευχές, μια φτηνή κάσα όλοι μαζί στο λάκκο. Οι δωρεές ήταν μόνο τρεις. Οι μόνιμοι. Ο φύλακας ξεκλείδωνε το δεκαεπτά, τραβούσε έξω τη λαμαρίνα, τραβούσε από πάνω του και το λευκό σεντόνι. Ύστερα τους άφηνε μόνους, για μισή ώρα, τρία τέταρτα, ανάλογα,  όχι όμως παραπάνω. 
Οι μύες ήταν ακόμα μαλακοί, όπως και το δέρμα, και οι αρθρώσεις εύκαμπτες. Ντυμένος με μια πορτοκαλί ρόμπα από μετάξι, χαμογελαστός, τα μάτια ανοιχτά, να την κοιτάζει, λες και ήταν ζωντανός. Τα όμορφα γαλάζια του μάτια, αγέραστα και αθάνατα, τα ηδονικά του χείλη ροδοκόκκινα. Τον κοιτούσε, τον χάιδευε, τον φιλούσε και χαμογελούσε. Δεν είχε πια κάτι καινούργιο να του πει, έτσι σώπαινε. Ήτανε επιθυμία του να βαλσαμωθεί, δεν ήθελε να τον φάνε τα σκουλήκια, ούτε να τον ψάλουν οι χοντροπαπάδες, το ερωτικό του σώμα διαθέσιμο στην επιστήμη, τιμητική δωρεά στους νεκρόφιλους φοιτητές της ιατρικής, αγόρια και κορίτσια, να του κάνουν ότι γουστάρουν, εκεί κάτω, στα μπουντρούμια, κρυφά, μετά τα μαθήματα, στις πιο τρελές παρτούζες, της έλεγε και ξεραινότανε στα γέλια, τότε που ζούσε ακόμα. Δεν ήταν  καλαμπούρια για να ξορκίζει το κακό, σοβαρολογούσε. Από τότε είχε σχεδιάσει τα πάντα, πήγε στο νοσοκομείο, ρώτησε, του είπανε τη διαδικασία, όλα γίνανε σύμφωνα με το γράμμα του νόμου. «Θα ‘ρχεσαι να με βλέπεις καμιά φορά;» την είχε ρωτήσει μια φορά χωρίς γέλια, σοβαρός και κάπως λυπημένος. 
Ακόμα και τον θάνατό του ο ίδιος τον σκηνοθέτησε. Η νεκροψία έδειξε ότι είχε καταπιεί αρκετά διεγερτικά χαπάκια. Η πράξη έγινε με δυο κοπέλες κι έναν νεαρό  και κράτησε ολόκληρο το βράδυ. Η καρδιά δεν άντεξε. Ανακοπή από υπερβολική δόση καύλας σε άκρως προχωρημένη ηλικία, έγραφε η γνωμάτευση του ιατροδικαστή. Μαζί με λελογισμένη  κατανάλωση αλκοόλ και χασίς. Ο πιο ένδοξος θάνατος. Εκείνη τη στιγμή ξαναμπήκε στο νεκροτομείο ο φύλακας. Του χαμογέλασε. 





Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Περπατούσε μεσημεριάτικα στη γιορτινή πόλη. Κάθε λίγο σταματούσε μπροστά από τις στολισμένες βιτρίνες και χάζευε τα αγιοβασιλιάτικα παιχνίδια. Δεν είχε ακόμα αποφασίσει για το δώρο του ανιψιού του, δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του, το βράδυ ήταν καλεσμένος σπίτι τους για το ρεβεγιόν. Δεν ήξερε να διαλέγει δώρα, μάλλον λεφτά θα του έδινε και φέτος, κι ας ξίνιζε τα μούτρα του ο μπόμπιρας. Τις γιορτές, από παιδί,  έπεφτε η διάθεσή του, ξεβολευόταν, έβγαινε απ’ την ρουτίνα του, τις συνήθειές του, την καθημερινότητά του. Την μοναξιά του. Τις γιορτινές μέρες έπρεπε να είναι χαρούμενος –πάση θυσία- να χαμογελά σαν βλαμμένο, να δίνει και να παίρνει ευχές, ακόμα και σε αγνώστους, χρόνια πολλά, και του χρόνου, υγεία και χαρά, να βλέπει συγγενείς και παλιούς γνωστούς, μαζί τους να αναπολεί νοσταλγικά τις παλιές καλές  εποχές, να τον ρωτάνε τι κάνει, πως περνάει, με τι ασχολείται τώρα, αν παντρεύτηκε, που δουλεύει, κι αυτός να χαμογελά σαν ηλίθιος. Πάντα τον καλούσε τέτοιες μέρες ο μεγάλος του αδερφός να φάνε μαζί, να χαρούνε, σαν μια οικογένεια, γιόρταζε κι ο μικρός, είχε το όνομα του πατέρα τους. Το είχε πάρει απόφαση. Θα τους έτρωγε και φέτος όλους στη μάπα. Και δεν είχε καμία όρεξη. Κάθε χρόνο έλεγε να μην πάει –έψαχνε μια καλή δικαιολογία- και πάντα πήγαινε, ας ένιωθε παρείσακτος ανάμεσά τους, ξένος, χρόνια τώρα. Προτιμούσε μια βόλτα στην πόλη, μόνος, μα λιγότερο ξένος, ανάμεσα σε αγνώστους. Κι αν έπεφτε πάνω σε κάνα γνωστό, σίγουρα θα άλλαζε πεζοδρόμιο. Δρόμοι με πολύ κόσμο, πολλά παιδιά, χαρούμενα πρόσωπα, τσάντες στα χέρια, τα μαγαζιά σήμερα ήταν ανοιχτά όλη τη μέρα. Και στη μεγάλη πλατεία, δίπλα στη φάτνη,  πέντε έξι άγιοι στη σειρά με μακριές γενειάδες, ντυμένοι στα κόκκινα, να βγαίνουν γελαστές φωτογραφίες  με τα παιδάκια και τις μαμάδες, και πιο πέρα αυτοί που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι κουρελήδες, οι πρεζάκηδες και οι ανάπηροι στα καροτσάκια τους, μαζί με πεινασμένους μετανάστες και εξαθλιωμένα τσιγγανόπουλα, χωρίς ντροπή,  στους δρόμους, στις πλατείες και απέξω από τις εκκλησίες, να ζητιανεύουν λίγα κέρματα. Και όλο και κάτι τους έδιναν, τέτοιες μέρες που οι άνθρωποι γίνονται φιλεύσπλαχνοι.
Χωρίς να το καταλάβει έφτασε μέχρι κάτω, το μόλο, στο παλιό λιμάνι. Είχε και δω πολύ κόσμο, οικογένειες, παρέες νεαρών, ζευγαράκια, κάποια από αυτά έδειχναν τρελά ερωτευμένα, ευτυχισμένα. Από ένα σημείο και μετά προχωρούσε με δυσκολία, ο συνωστισμός μεγάλωνε, και στο βάθος, μέσα από τη θάλασσα, άκουγε μουσικές και τραγούδια, είδε κι ένα σημαιοστολισμένο καραβάκι,  εκδήλωση του δήμου πρέπει να ‘ναι. Ξαφνικά, ο ηλικιωμένος που περπατούσε μπροστά του έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και σωριάστηκε χάμω. Προς στιγμή δημιουργήθηκε ένταση και αναστάτωση. Οι πιο πολλοί τρόμαξαν και απομακρύνθηκαν από γύρω του, δυο τρεις έτρεξαν να τον βοηθήσουν. Δεν κουνιόταν καθόλου, δεν ανέπνεε, του άνοιξαν το παλτό να πάρει αέρα. Ένας που ήξερε του έδωσε τις πρώτες βοήθειες, μ’ αυτός τίποτα, ασάλευτος. «Πέθανε ο παππούς;» ρώτησε ένα παιδάκι τη μαμά του, μα δεν πήρε απάντηση, μόνο το τράβηξε απότομα απ’ το χέρι και κατευθύνθηκαν προς το γιορτινό καράβι του δήμου. Σε λίγο ήρθε και το ασθενοφόρο, μπήκε κι αυτός μαζί του, τους είπε πως ήτανε γνωστός του. Ήταν ακόμα  ζωντανός, του είπε ο τραυματιοφορέας, όμως έπρεπε να βιαστούν, κινδύνευε. Του φόρεσαν τη μάσκα οξυγόνου και κάποια στιγμή τα μάτια του πετάρισαν, έδειξε κάποια σημάδια ζωής. Στη διαδρομή για το νοσοκομείο του κρατούσε το χέρι σφιχτά.  Ίσως και να την γλίτωνε ο παππούς χριστουγεννιάτικα.
Δεν τον ήξερε προσωπικά, κι από κοντά πρώτη φορά τον έβλεπε. Όμως αυτός πρέπει να ‘ταν, τέτοια ομοιότητα του φαινόταν αδιανόητη. Στο ίντερνετ τον είχε πρωτοδεί. Τα βράδια, πριν κλείσει τα μάτια του, που παίρνει στο κρεβάτι τον μικρό του υπολογιστή και βάζει καμιά τσόντα να χαλαρώσει. Κάθε βράδυ, σαν το φαγητό ή το χέσιμο, ας πούμε, ανάγκη κι αυτή. Αν του περίσσευαν, τότε τα πράγματα θα ήταν κάπως διαφορετικά. Θα γαμούσε κάθε βράδυ, τις καλύτερες, θα τις πλήρωνε και θα τις γαμούσε, κάθε βράδυ και άλλη, δούναι και λαβείν, χωρίς δεσμεύσεις και ψεύτικες αγάπες, σου ανήκω μου ανήκεις, χωρίς ατυχήματα, χωρίς εκβιασμούς το επόμενο πρωί, με χρησιμοποίησες, έκανες το κέφι σου και τώρα με πετάς, ήμουν μόνο ένα αντικείμενο ηδονής για σένα, χωρίς καβγάδες, φωνές και κλάματα. Το είχε δει το όνειρο, αρκετές φορές, και ήταν προσεχτικός. Μόνος του και για πάρτη του, πλέον. Ο αυνανισμός είναι ελευθερία, έλεγε, αυτονομία και αξιοπρέπεια. Και καύλα, όταν η φαντασία ξεχειλίζει. Ναι, η φαντασία στην εξουσία, και να πάει να γαμηθεί η πραγματικότητα, όλοι τους στο διάολο, κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι του. Αν του περίσσευαν θα γυρνούσε στα πάρκα και στα κωλόμπαρα, μα και πάλι το ‘ξερε, δεύτερο πράμα θα αγόραζε, σκάρτο πράγμα, πολυχρησιμοποιημένο. Όσο μεγάλωνε, γινόταν και πιο απαιτητικός, έβαζε πιο ψιλά τον πήχη, ας περνούσε συνήθως από κάτω. Γι’ αυτό λοιπόν, μόνο τσόντες στο κρεβάτι πλέον, με το φορητό υπολογιστή στην αγκαλιά. Και  ούτε αρρώστιες να φοβάσαι μη κολλήσεις, ούτε να κινδυνεύεις μη σε ψειρίσουν ή να σε πλακώσει κάνας νταβατζής στο ξύλο. Να σου βγει δηλαδή το γαμήσι ξινό. Μα ο παππούς αυτός ήταν από άλλο νομοσχέδιο. Πριν δέκα μέρες εμφανίστηκε στην οθόνη του γυμνός και απρόσκλητος. Άλλα έψαχνε, και ξαφνικά άνοιξε το παραθυράκι με την ζωντανή κάμερα. Ο πορνόγερος χάιδευε το ζαρωμένο του κορμί και του χαμογελούσε, είχε καλή στύση για την ηλικία του, γύρισε και στο πλάι και του έδειξε με νόημα τον λευκό πισινό του. Μετά δεν είδε τίποτα άλλο, τον έκλεισε. Δεν τον ενόχλησε το απρόοπτο περιστατικό. Τα χρόνια μόνο για τους νεκρούς δεν περνάνε. Είδε στο κοντινό μέλλον τον εαυτό του γέρο και ανήμπορο, χωρίς στύση, μαραμένο, μα με επιθυμία να κρατηθεί στη ζωή, να καταπίνει με τις χούφτες τα διεγερτικά μπλε χαπάκια –μια ξαφνική ανακοπούλα σε τέτοιες ηλικίες είναι πάντα ευπρόσδεκτη- να γαντζώνεται απ’ την εικόνα της γυμνής σάρκας, απ’ την οσμή του φρέσκου σπέρματος, από την γλυκόπικρη γεύση του. Να ξεχνά ότι κάποιο πρωινό δεν θα ξυπνήσει. Δεν τον ξανάδε από κείνο το βράδυ τον διεστραμμένο γέροντα, πουθενά στην παγκόσμια χώρα των παιδικών παραμυθιών. Μα ποιος να το φανταστεί ότι θα μένανε και στην ίδια πόλη, πως θα περπατούσαν στους ίδιους δρόμους, και πως κάποια μέρα θα τον συναντούσε ολοζώντανο, με σάρκα και οστά. Ή μισοζώντανο έστω…

Τελικά τον προλάβανε. Από τα επείγοντα κατ’ ευθείαν στην εντατική της καρδιολογικής κλινικής για εξετάσεις και αμέσως μετά χειρουργείο. Είχε συνέλθει κάπως, μα δεν είχε δυνάμεις για πολλές κουβέντες. Τον ρώτησε μόνο αν έχει κάποιον συγγενή, κάποιον δικό του άνθρωπο ή φίλο να ειδοποιήσει. Δεν είχε κανέναν. Έμεινε συνέχεια δίπλα του, αυτός τον έγδυσε, ας μην ήξερε καν το όνομά του, αυτός του φόρεσε το σκουφάκι και το πράσινο δίχτυ –κάθε λίγο και λιγάκι χτυπούσε το κινητό του,  στο τέλος το έκλεισε- αυτός τον ακολούθησε με το φορείο μέχρι την πόρτα του χειρουργείου, αυτός του χαμογέλασε και του χάιδεψε το μάγουλο. Όλα θα πήγαιναν καλά, του είπε. Ας είχε τις επιφυλάξεις του ο αναισθησιολόγος. Ήταν ταλαιπωρημένη η καρδιά του, το χειρουργείο ήταν δύσκολο, μα ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, έπρεπε να γίνει. Ίσως και να μην άντεχε. Όμως όλα πήγανε καλά. Μετά από έξι ώρες τον ξανάδε να βγαίνει από το χειρουργείο με τα μάτια ανοιχτά. Χαμογέλασαν, σχεδόν ταυτόχρονα, ο ένας στον άλλο και τράβηξαν για το δωμάτιο της κλινικής. Τότε ξανάνοιξε το τηλέφωνο, ήταν γεμάτο αναπάντητες και μηνύματα από τον αδερφό του. Ανησυχούσαν και ρωτούσαν αν είναι καλά, γιατί δεν πήγε στο ρεβεγιόν. Αύριο πρωί πρωί έπρεπε να σκεφτεί μια καλή δικαιολογία να τους πει.

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ

Εκείνα τα χρόνια, παιδάκι δέκα χρονών, έβλεπε κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. ‘Άγνωστοι άντρες οπλισμένοι, με στολές, έμπαιναν στο σπίτι και τον κυνηγούσαν. Μαζί και η μαμά του. Ο μπαμπάς πάντα έλειπε απ’ το σπίτι, δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Αδέρφια δεν είχε. Άκουγε τα ποδοβολητά απ’ τις βαριές μπότες και κρυβόταν κουλουριασμένος κάτω απ’ το κρεβάτι. Όταν ανακάλυπταν την κρυψώνα του, το έσκαγε από την αυλή, και περιπλανιόταν μονάχος στην πόλη όλη τη νύχτα. Το ‘βλεπε και δεν φοβόταν πια, είχε συνηθίσει. Ήξερε ότι ο τρόμος αυτός ήταν ψεύτικος. Και κάθε φορά άνοιγε απότομα τα μάτια του, τη μια καθισμένος στη λεκάνη της τουαλέτας, την άλλη σαν στήλη άλατος στη μέση του διαδρόμου, μπροστά στον άδειο καθρέφτη του πορτ-μαντώ. Άλλες φορές, κοιμισμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα, τον έπαιρνε η μητέρα του προσεχτικά απ’ το χεράκι –δεν έπρεπε να τον ξυπνήσει- και τον πήγαινε σιγά σιγά στο κρεβάτι του. Το άλλο πρωί δεν θυμόταν τίποτα. Ένα βράδυ τα πράγματα έγιναν επικίνδυνα. Άνοιξε την εξώπορτα, κατέβηκε τα τρία σκαλοπάτια και βγήκε στο δρόμο. Το πρωί η διπλανή γειτόνισσα τον βρήκε με τα εσώρουχα ακουμπισμένο σε μια κολόνα. Την κοίταζε μα δεν την έβλεπε.  Τον έπιασε απ’ το χεράκι του και τον πήγε πίσω στο σπίτι. Από κείνη τη μέρα τα βράδια οι γονείς του  κλείδωναν την πόρτα και έξω απ’ το δωμάτιό του βάζανε ένα βρεγμένο ταπέτο. Ξυπνούσε πάνω σ’ αυτό και το όνειρο έμενε στη μέση.
Τα απογεύματα το στενό γέμιζε από παιδιά, αγόρια τα πιο πολλά. Παίζανε μπάλα, κάνανε φασαρία και τσακώνονταν. Μόλις νύχτωνε σταματούσαν κουρασμένα το παιχνίδι και γύρναγαν στα σπίτια τους. Μια κολώνα του δήμου στη μέση φώτιζε τη γειτονιά. Αυτός συνήθως καθόταν στο πεζούλι μέχρι αργά και έμπαινε τελευταίος μέσα. Κάποιες φορές του έκανε παρέα ένα  ξανθό κορίτσι. Ήταν δυο τρία χρόνια μεγαλύτερή του, καινούργια στη γειτονιά κι έμενε λίγο παραπάνω, σ’ έναν κάθετο δρόμο. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός, πέρσι είχαν έρθει με μετάθεση στην πόλη. Ήταν μοναχοπαίδι, παράξενη κοπέλα, μοναχική, ίσως και λίγο ντροπαλή,  δεν είχε πολλές φιλίες με τα άλλα παιδιά, ούτε με αγόρια ούτε με κορίτσια, δεν έπαιζε μαζί τους, ούτε κουβέντιαζε πολύ,  καθόταν σε μια άκρη μόνο και κοιτούσε. Αργούσε κι αυτή τα βράδια να γυρίσει στο σπίτι της, κάποια στιγμή  έβγαινε στο μπαλκόνι η μητέρα της και της φώναζε.
Είχε πάει μεσάνυχτα και καθόντουσαν ακόμα στα σκαλοπάτια. Δεν μιλούσαν μεταξύ τους. «Είσαι ακόμα υπνοβάτης;» τον ρώτησε ξαφνικά. Γύρισε και την κοίταξε. Μαγκώθηκε. Μετά από λίγο κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και ξανακοίταξε αλλού, ίσως και να κοκκίνισε λιγάκι. Αυτή πως το ήξερε, ήταν το οικογενειακό τους μυστικό, δεν το κουβέντιαζε με κανέναν, έτσι του είχαν πει οι δικοί του, αλλά και κανένας μέχρι σήμερα δεν τον είχε ρωτήσει. «Δεν βγαίνεις πλέον τα βράδια από το σπίτι σου κοιμισμένος;» συνέχισε αυτή χαμογελώντας. «Όχι, δεν βγαίνω, και σένα τι σε νοιάζει;» της απάντησε τσαντισμένος και σηκώθηκε όρθιος, έτοιμος να φύγει.    

Εκείνο το βράδυ, είπε, ένιωθε περίεργα και δεν είχε ύπνο. Καθόταν μόνη της στο μπαλκόνι και περίμενε να ξημερώσει. Μέσα η μητέρα της κοιμόταν, ο πατέρα της έλειπε απ’ το σπίτι, είχε υπηρεσία. Τότε τον είδε. Προχωρούσε αργά στο πεζοδρόμιο και σταμάτησε στη γωνία. Ο δρόμος ήταν άδειος, ούτε αμάξια, ούτε άνθρωποι, παντού ερημιά και σκοτάδι. Κοιτούσε προς το μέρος της, του έκανε νόημα, ψιτ-ψιτ, μα αυτός δεν κατάλαβε τίποτα. Τότε κατέβηκε κάτω όπως ήταν, με τις πιτζάμες γεμάτες αίματα και πήγε προς το μέρος του. Την κοιτούσε στα μάτια, μα δεν την έβλεπε. Αυτή νόμιζε ότι έκανε για πλάκα τον υπνοβάτη και του χαμογέλασε. Μόνο δεν είχε τα χέρια τεντωμένα, όπως είχε δει σε μια ταινία στην τηλεόραση. Τον έπιασε απ’ το χέρι, πέρασαν τον δρόμο και ανέβηκαν στο σπίτι. Ήθελε να του δείξει το δωμάτιό της, ροζ και οι τοίχοι του γεμάτοι πριγκίπισσες, νεράιδες και βασιλόπουλα. Του έδειξε και το κρεβάτι της, ήταν γεμάτο αίματα. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τη μαμά της, θα της το έλεγε το πρωί. «Να, κοίτα του είπε, από εδώ βγήκε» κατέβασε τα ρούχα της και του έδειξε την πληγή. Αυτός άπλωσε το χέρι του και την ακούμπησε. Ζεστό αίμα κύλησε στα δάχτυλά του, αιμορραγούσε ακόμα. «Με κυνηγούνε» της είπε τρομαγμένος «αν με πιάσουν θα με σκοτώσουν» κι έτρεμε ολόκληρος. Του είπε ότι κι αυτή φοβάται πολύ και τον αγκάλιασε. Την αγκάλιασε κι αυτός…

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Η ΕΚΔΡΟΜΗ


Μνήμη Τάκη Κανελλόπουλου
Ο έρως είναι μάχη, πόλεμος ανηλεής και αδυσώπητος, χωρίς νικητές. Ψέματα, ψέματα  και υστεροβουλίες, ψεύτικα φιλιά, κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, χλιαρές αγκαλιές, κάλπικες φιλίες και αιώνιοι όρκοι που την επόμενη στιγμή προδίδεις, δολοπλοκίες, βασανίζεσαι να κρύψεις την αλήθεια, δεν είναι απλά ένα παιχνίδι, ποτέ, ας ξεκινάει έτσι, μας βρίσκει πάντα ανίδεους κι απροετοίμαστους, άβγαλτους, και κάποια στιγμή μας μαγκώνει, το γλυκόπικρο όρπετο χωρίς ουρά, η σάρκα θολώνει το νου, τα φλογισμένα υγρά αδειάζουν, έχει πολλά ονόματα η αγάπη, διαλέγεις, κι ο τρίτος άνθρωπος ανάμεσά μας, οι αδαείς το λένε απιστία, εσύ μοναξιά, και βουλιμία, πρόσεχε ποιους βάζεις στη ζωή σου, κι αυτούς που μπαίνουν δίχως άδεια απ’ το παράθυρο, αυτοί δε σε ρωτούν, τρεις άνθρωποι στην ερημιά του κόσμου, δύο ποτέ δεν είναι αρκετοί, το μπέρδεμα, η προσωρινή λιποταξία, το σκέφτεσαι και τρομάζεις, μια παρένθεση λες, μα αυτές πληθαίνουν,  περνά η ζωή μέσα στις παρενθέσεις και στα διαλείμματα. Διπλές ζωές, μισές ζωές. Ίσως. Το σφρίγος και η ορμή της νιότης, απ’ την άλλη το βαθύ αίσθημα της ωριμότητας.  Τα θέλεις όλα. Τα τραύματα είναι επιπόλαια, μικρές οι εκδορές της θλίψης, μόνο οι ουλές αφήνουνε σημάδια, σε ακολουθούν, τις βλέπεις στον καθρέφτη θυμάσαι, τις αγγίζεις απαλά, δεν σε αφήνουν να ξεχάσεις, και κάθε τόσο τις ξύνεις με ηδονή να χυθεί το πύον, κάποτε τις καυτηρίασες, μα δεν ήταν αρκετό. Αγκάθι που ματώνει πρέπει να βγαίνει, είπες, το μαχαίρι ήταν δίκοπο, η λάμα μπηγμένη βαθειά στα σωθικά σε πάγωσε.

Ο θάνατος είναι μια κάποια λύση, σώζει. Παρακαλάς, μα δεν έρχεται. Πικρή η αργοπορία. Τα κορμιά παλεύουν, οι ψυχές νωθρές, λιποτακτούν. Δεν έχει πέρασμα, ούτε επιστροφή. Κουράστηκες. Αυτός ο πόλεμος δεν έχει τέλος, δεν είναι η ατέλειωτη εκδρομή στην εξοχή που ονειρευόσουνα μικρή στο λιβάδι με τις ανθισμένες μαργαρίτες.  Μόνο ο θάνατος σώζει. Το τέλος του παραμυθιού.     

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΚΑΤΑΓΜΑ

Είναι μέσα. Από χτες, μπορεί και από προχθές, δεν είναι σίγουρος. Ολόγυμνος, κουλουριασμένος πλάι στο ταπέτο. Η μακρόστενη είσοδος του σπιτιού είναι θεοσκότεινη, μόνο απ’ τη σιδερένια τζαμόπορτα μπαίνει λίγο θαμπό φως. Βλέπει σκιές να περνάνε απ’ έξω, ακούει άγνωστες φωνές να ψιθυρίζουν. Στο βάθος αμυδρά φαίνεται το θεόρατο πορτ-μαντώ.  Φοβάται. Είναι μόνος. Από χτες, μπορεί κι από προχτές, δεν είναι σίγουρος. Η πόρτα είναι κλειδωμένη, δεν μπορεί να την ανοίξει, φωνάζει τη μαμά, τον μπαμπά, τα’ αδέρφια του. Κανείς. Προσπαθεί να σηκωθεί όρθιος, μα δεν μπορεί, τότε συνειδητοποιεί ότι του λείπει το ένα πόδι. Σέρνοντας προχωράει προς το βάθος, αργά αργά, μετά από ώρες φτάνει μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη. Δεν βλέπει τίποτα, είναι λοιπόν αόρατος, το χέρι του ακουμπάει για μια στιγμή το παγωμένο γυαλί κι αμέσως αποτραβιέται. Ξαφνικά βλέπει μέσα τη μητέρα. Είναι όμορφη και του χαμογελά. Προσπαθεί να την χαϊδέψει και ο καθρέφτης σπάει σε χίλια κομμάτια. Από παντού αντηχούν γέλια. Βουλώνει τα αυτιά του, κλείνει τα μάτια του και κουλουριάζεται. Και κείνη τη στιγμή ακούει να γυρίζει η κλειδαριά της εξώπορτας. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα ένα εκτυφλωτικό φως. Μαζί με μία μεγάλη μαύρη σκιά.
Άνοιξε τα μάτια  μόλις του τράβηξαν το εργαλείο απ’ το  στόμα. Ήταν μακρύ, του έξυσε τον φάρυγγα. Τον κράτησαν κάνα  μισάωρο ακόμα στο χειρουργείο για να συνέλθει από τη νάρκωση, μετά τον κατεβάσανε με το φορείο στο θάλαμο. Χειρουργείο ρουτίνας του είχαν πει, μα ήταν το πρώτο του, δεν είχε ναρκωθεί ξανά. Σαν πρόβα θανάτου. Ύπνος βαθύς, χωρίς όνειρα, σκοτάδι κατάμαυρο. Δεν θυμάται τίποτα, κι ο χρόνος μια στιγμή. Το πόδι θα ξαναφτιάξει, του είπαν, έγινε κανονικό συνεργείο, με λάμες, βίδες, πριόνια και κατσαβίδια. Σε δυο μήνες θα ξαναπερπατήσει. Υπομονή. Ηλίθιο ατύχημα, στα φανάρια, ήταν αφηρημένος, σκεφτόταν διάφορα, ούτε που κατάλαβε πως τον πλεύρισε το αμάξι –ήταν και γνωστός του- πως βρέθηκε το πόδι του κάτω απ’ το μηχανάκι, πως έσπασε.  Φαρδύς πλατύς στη μέση του δρόμου, γύρισε να δει το μαγκωμένο του ποδάρι, μετά γύρισε ο αστράγαλος, ο σύνδεσμος έσπασε, το οστό διαλύθηκε. Μετά ο πόνος, το ουρλιαχτό. Σταμάτησαν να τον βοηθήσουν, ευτυχώς δεν χτύπησε πουθενά αλλού, δεν φορούσε κράνος, μόνο λίγο στα πλευρά. Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα, ο χειρούργος ήταν  καλός, κάταγμα έξω σφυρού, σε γυψονάρθηκα και πατερίτσες –πρέπει να συνηθίσει- σε δυο μήνες θα είναι καλά. Υπομονή. Τώρα πρέπει να ‘ναι πιο προσεκτικός, λιγότερο αφηρημένος.

Στο δωμάτιο είναι μόνος του, το διπλανό κρεβάτι άδειο. Έχει νυχτώσει, η πόρτα ανοίγει, ανάβουν τα φώτα. Είναι κι αυτό έκτακτο περιστατικό, το νοσοκομείο εφημερεύει πάλι. Είναι νεαρός, ξανθός και μελαγχολικός, όμορφα μάτια, αθώα, γλυκά δεκάξι, το δεξί του χέρι μπαταρισμένο μ’ επιδέσμους, στο άλλο κρατά το κινητό, τον συνοδεύει η μάνα του. Είναι ψύχραιμος, υπομονετικός, δεν δυσανασχετεί. Κοιτάζονται στα μάτια, αλλάζουν καλησπέρες, χαμογελούν. Ο μικρός ασχολείται με το τηλέφωνό του, κάτι βλέπει στην οθόνη. Αυτός κοιτάζει το ταβάνι του δωματίου. Τα φώτα σβήνουν.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΠΕΙ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Του άνοιξε η αλλοδαπή βοηθός, μια σκουρόχρωμη νταρντάνα με σαρκώδη χείλη γύρω στα πενήντα. Ο καλός ξάδελφος δεν είχε γυρίσει απ’ το γραφείο. Η θεία του καθόταν στην πολυθρόνα της, πλάι στην μπαλκονόπορτα, χαμογελούσε και έβλεπε ειδήσεις. Τού ‘ριξε μια λοξή ματιά και  μετά πάλι στην οθόνη. Συνέχιζε να χαμογελά. Ο αρχηγός του κράτους, κάποιοι υπουργοί και άλλοι παρατρεχάμενοι είχαν πάει στο εξωτερικό για μια κρίσιμη σύνοδο. Φορούσαν όλοι σκουρόχρωμα σακάκια και γραβάτες –τα ρούχα της δουλειάς- και τους περιτριγύριζαν φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι. Χαμογελούσαν και άλλαζαν χειραψίες με τους ξένους ομολόγους τους. Όλη αυτή η χαρμόσυνη ατμόσφαιρα δεν φανέρωνε κάτι από την κρισιμότητα της κατάστασης. Παρακολουθούσε με προσοχή, μα τα μηνύματα που έπαιρνε ήταν αντιφατικά, δεν μπορούσε να καταλάβει. «Σοβαρές κωλοτρυπίδες!», που θα ‘λεγε κι ο πατέρας του, αν ζούσε. Το επόμενο νέο είχε περισσότερο ενδιαφέρον. Σήμερα το μεσημέρι ένας άντρας έπνιξε ένα αγοράκι μέσα στο σούπερ μάρκετ και τώρα είχε ταμπουρωθεί στη γκαρσονιέρα του.  Επρόκειτο για σεσημασμένο παιδόφιλο -ανώμαλη ψυχή, όπως τόνιζε η παρουσιάστρια- είχε αρκετές καταδίκες σε βάρος του και τελικά το αρρωστημένο του πάθος τον κατάστρεψε. Τα κανάλια είχαν μαζευτεί έξω από την πολυκατοικία του δολοφόνου –κάποιες κάμερες ζουμάραν στο μπαλκόνι του- υπήρχαν και περιπολικά της αστυνομίας και πυροσβεστική. Συνήθως, τέτοιες περιπτώσεις καταλήγουν σε αυτοκτονία του θύτη, εξηγούσε με τον στόμφο του ειδικού ο διαπρεπής ψυχίατρος και η  δημοσιογράφος συμφωνούσε κουνώντας το περιποιημένο της κεφάλι της. Μόνο που το διαμέρισμά του βρισκόταν στον πρώτο όροφο, η πτώση του δεν θα ήταν θανάσιμη, έπρεπε να βρει άλλον τρόπο, ίσως με κάποιο δηλητήριο ή να έκοβε τις φλέβες του στην μπανιέρα, με κάτι άλλο τέλος πάντων. Για άλλη μια φορά το πανελλήνιο είχε συγκλονιστεί από το ειδεχθές έγκλημα. Μόνο η θεία κοίταζε τη φωτογραφία του φονιά και χαμογελούσε σταθερά. Δεν ήταν πρόσφατη, γύρω στα είκοσι πρέπει να ‘ταν σ’ αυτήν και δεν έδειχνε κάτι το ανώμαλο. Έσβησε τη γόπα του στο τασάκι και ρώτησε τη βοηθό για τον ξάδελφο. Μπορεί και ν’ αργούσε να γυρίσει, του είπε αυτή, δεν ήξερε. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Η θεία δεν έδωσε σημασία. Λίγο καιρό πριν, όποτε τον έβλεπε τον ρωτούσε «εσύ ποιος είσαι;», τώρα απλά δεν έδινε σημασία, μόνο χαμογελούσε. Είχε πάψει να ρωτάει, είχε πάψει να μιλάει, με το ζόρι έτρωγε δυο μπουκιές –σαν λείψανο είχε καταντήσει- με το ζόρι σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι.
Βγαίνοντας απ’ την πολυκατοικία μπήκε στο μικρό πρατήριο να αγοράσει τσιγάρα. Ο χοντρός ψιλικατζής χάζευε βαριεστημένα στον υπολογιστή την υπόθεση του ανώμαλου. Έριχνε το φταίξιμο στο κράτος. Η πολλή ελευθερία έφταιγε,  η υπερβολική ανεκτικότητα, αφού τον ξέρανε, ούτε ισόβια, για να τρώει τσάμπα απ’ τον φορολογούμενος νοικοκύρη. Ντουφέκι του χρειαζόταν του αλήτη. Και μετά το γύρναγε στους προδότες και τους δωσίλογους που κυβερνούν αυτόν τον τόπο. Κι αυτοί κρέμασμα ήθελαν, εδώ που μας έχουν φέρει. Είπε να ρίξει μια φτυσιά στο γλόμπο του, αλλά το μετάνιωσε. Αυτός έφταιγε, αφού το ήξερε το φασιστόμουτρο, πως μπήκε πάλι εδώ μέσα. Ούτε τσίχλα δεν έπρεπε να ψωνίζει απ’ αυτόν τον μαλάκα, ούτε απ’ έξω να περνά, η φάτσα του τον αναγούλιαζε. Κι ας ήταν τόσα χρόνια γείτονες, κι ας μένανε στην ίδια πολυκατοικία, κι ας ρώταγε κάθε τόσο για τη θεία του τι κάνει. «Λείπει για δουλειές» του απαντούσε στα γρήγορα για να τον ξεφορτωθεί, κι ας είχε προ πολλού η θεία καβαλήσει τα ογδόντα. Κι ο χοντρομαλάκας τον κοιτούσε σαν χάνος. Πετάχτηκε έξω στο δρόμο αηδιασμένος.
Η μέρα ήταν όμορφη. Περπατούσε αργά με τα χέρια στις τσέπες και μάζευε χειμωνιάτικο ήλιο. Οι δρόμοι είχαν κίνηση, οι στάσεις των λεωφορείων γεμάτες ουρές και στριμωξίδια, πλημμύριζε από βιαστική ζωή η πόλη. Μόνο η θεία δεν βιαζόταν πλέον, ούτε ο παλιός του συμμαθητής. Όποτε την έβλεπε σ’ αυτό το χάλι –τελευταία σπάνια πέρναγε απ’ το σπίτι του ξάδελφου- σφιγγόταν το στομάχι του. Πριν από πέντε χρόνια φάνηκαν τα πρώτα σημάδια, αφότου πέθανε ο θείος, και όλο χειροτέρευε. Τουλάχιστον χαμογελούσε σταθερά, έδειχνε ευτυχισμένη, απροβλημάτιστη, ούτε θάνατο φοβόταν πλέον. Παλιότερα, τότε που ήταν ακόμα ζωντανή,  σπάνια χαμογελούσε, σπάνια έδειχνε χαρούμενη. Ούτε όμως και ο παλιός του συμμαθητής θα βιαζόταν πλέον. Ήταν συνομήλικοι, μια χρονιά στο γυμνάσιο καθόντουσαν και στο ίδιο θρανίο. Την επόμενη εξαφανίστηκε, ξαφνικά, όπως είχε εμφανιστεί. Θυμόταν και τη μητέρα του, μια ψιλή όμορφη γυναίκα. Κλειστό παιδί, ήσυχο, μοναχικό, δεν μιλούσε πολύ,  μ’ εκείνον μόνο έκανε παρέα, κάποιες φορές είχε πάει και στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό το παιδί  σκότωσε, ίσως να ‘ταν και ατύχημα, μα θα υπήρχαν και κάμερες, και πάλι ποιος ξέρει, είχε τόσα χρόνια να τον δει, να μάθει νέα του. Ποιος ξέρει.

Όταν το βράδυ γύρισε σπίτι η θεία είχε αποκοιμηθεί μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση. Χαμογελούσε σαν παιδί, λες και έβλεπε ένα ωραίο όνειρο. Ήταν μόνη στο διαμέρισμα, ο ξάδελφος ακόμα έλειπε, η αλλοδαπή βοηθός μόλις είχε φύγει. Στα αδύνατα χεράκια της έσφιγγε μία μικρή πάνινη κούκλα. Της έβαλε μια  κουβέρτα στα πόδια για να μην κρυώνει, της χάιδεψε τα αραιά ολόλευκα μαλλιά και της ψιθύρισε καληνύχτα. Στην βουβή οθόνη ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί και οι άλλοι παρατρεχάμενοι χαμογελαστοί και ευδιάθετοι πανηγύριζαν για την υπογραφή της συμφωνία που με βεβαιότητα θα έβγαζε την χώρα από την  κρίση. Το ανθρωπόμορφο τέρας με την αρρωστημένη ψυχή τελικά δεν αυτοκτόνησε, αλλά συνελήφθη από τις αρχές –είναι αθώος, φώναζε, δεν σκότωσε αυτός το παιδί- για τα περαιτέρω. Δίπλα του βρισκόταν συνέχεια η γριά μάνα του, «ο γιος μου είναι καλό παιδί, δεν μπορεί να σκότωσε!» ούρλιαζε και χτυπιόταν μπροστά στις κάμερες. Τέλος, ο καιρός αύριο θα είναι άστατος, νεφελώδης και με πιθανές κατά τόπους βροχές.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

ΔΙΠΛΗ ΤΑΡΙΦΑ

Περίμενε στη διασταύρωση ν’ ανάψει το πράσινο και άκουγε στο ραδιόφωνο λαϊκά. Αυτή στεκόταν λίγο πιο πέρα, μετά τα φανάρια, και του έκανε νόημα. Κούτσαινε ελαφρά και παραπατούσε, σαν να είχε ξεχαρβαλωθεί το τακούνι της. Πήγαινε στο λιμάνι, του είπε, σε μια κάθετη.  Δρόμος μικρός, στενός κι ασήμαντος.  Αν δεν τον ήξερε κανένα πρόβλημα, θα τον καθοδηγούσε αυτή. Την κοίταξε αρκετές φορές απ’ τον καθρέφτη, με γρήγορες, λοξές ματιές. Δεν μπορούσε να κάνει λάθος, αυτή ήταν. Το βλέμμα ολόιδιο, και η φωνή της -λίγο πιο βραχνή-  μα στα υπόλοιπα αγνώριστη. Είχαν περάσει και είκοσι χρόνια, δεν την είχε ξαναδεί από τότε. Είχε γεράσει, μα την αναγνώρισε, αυτή ήταν. Ευτυχώς, τα μάτια δεν γερνάνε. Κάποια στιγμή  διασταυρώθηκαν κι αντάλλαξαν χαμόγελα. Τις έλειπαν κάμποσα δόντια. Του χαμογέλασε πρώτη, δεν πρέπει όμως να τον γνώρισε, αλλιώς κάτι θα του ‘λεγε, κάτι θα ρώταγε. Δεν είπε τίποτα. Συνέχισε να φρεσκάρει τα χείλη της με το ίδιο πάντα κραγιόν από κεράσι. Και γύρω από τα μάτια οι ίδιες πάντα γαλάζιες ανταύγειες. Απ’ την άλλη, κι αυτός είχε αλλάξει πολύ. Αμούστακο παιδί ήταν τότε. Και το ταξί, ίσως κάτι να της θύμιζε, μα που να πάει το μυαλό της. Είχαν περάσει και είκοσι χρόνια. Μια ζωή.
Όταν οι γονείς του σκοτώθηκαν -και οι δυο μαζί, σε τροχαίο- πήγε να μείνει στον αδερφό της μάνας του. Σ’ αυτό τουλάχιστον στάθηκε τυχερός. Έμπαινε στα είκοσι τρία, τελείωνε το μαθηματικό, ενήλικας βάσει νόμου, και κανένας φιλεύσπλαχνος εισαγγελέας δεν μπορούσε να του επιβάλει κηδεμόνα. Εκείνος ο φαλακρός δηλαδή, ο αγέλαστος,  με τα κοκάλινα γυαλιά που αποφάσισε για τα μικρότερα αδέρφια του, χωρίς να ρωτήσει καν, ότι θα έμεναν με το άλλο σόι, του πατέρα του. Ο θείος ήταν ανύπαντρος και μόνος, ο χρόνος είναι γιατρός του είπε, θα συνηθίσουμε, μα πιο πριν, τη μέρα της κηδείας, έκλαψε πολύ πάνω και απ’ τα δύο φέρετρα, σαν μικρό παιδί, μπροστά σε όλους, χωρίς ντροπή, δυο μέτρα άντρακλας. Αυτή την είχε γκόμενα. Όταν γύρισαν σπίτι, τού τη γνώρισε. Ήταν κουκλάρα η άτιμη, πανέμορφη, μόνο που από τότε κούτσαινε ελαφρά. Αργότερα έμαθε ότι ένας πρώην την είχε πετάξει απ’ το μπαλκόνι κάποιου ξενοδοχείου, μα τη γλύτωσε. Μόνο που έγινε συναρμολογούμενη και βιονική, γεμάτη σίδερα και λαμαρίνες. Η ίδια του τα ‘λεγε, όποτε το ‘φερνε η κουβέντα, και ξεραινότανε στα γέλια. Ο θείος σπάνια γελούσε, μα τον αγαπούσε, τον πρόσεχε, τον φρόντιζε, ποτέ δεν τους είδε να τσακώνονται. Κι αυτός δεν την ζήλευε, της είχε εμπιστοσύνη, παρόλο που συνέχιζε να δουλεύει νύχτα σε μπαρ, κάτω στο λιμάνι, από τότε. Ξημερώματα πήγαινε και την έπαιρνε απ’ τη δουλειά και γύριζαν μαζί στο σπίτι. Τους άρεσε η νύχτα, κατά βάθος ήταν δυο ρομαντικοί βρικόλακες, μα πρόσεχαν. Όσο μπορούσαν. Και γαμιόντουσαν ωραία, παθιασμένα, με μουγκρητά και βρωμόλογα της καύλας. Τους άκουγε, την ώρα που έβγαινε ο ήλιος, θέλοντας και μη –ένας τοίχος τον χώριζε- και αναστατωνόταν και βάραγε σερί τις μαλακίες για την πάρτη της. Κάποιες φορές τους είχε πάρει και μάτι απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Και μπανιστήρι όταν έκανε ντουζ στην τουαλέτα και ο θείος του ροχάλιζε του καλού καιρού. Ήταν μουνάρα η άτιμη. Μα κι ο θείος άντρακλας. Και αυτός μέσα σ’ όλη αυτή την παραζάλη είχε καθήκον να πενθήσει και τους αδικοχαμένους του γονείς.  Και τα αδέρφια που δεν θα ξανάβλεπε από τότε. Και σ’ όλα αυτά, είχε και τη σχολή. Το πτυχίο πάντως το πήρε, έστω και με τα χίλια ζόρια, μόνο και μόνο για το χατίρι. Για να νιώσει κι αυτός λίγο περήφανος. Πλέον ήταν γιος του. Μα του το ξέκοψε αμέσως. Δεν είχε καμία όρεξη να ξυπνάει απ’ τα άγρια χαράματα και να μαθαίνει πρόσθεση κι αφαίρεση σε κουμπούρες και αδιάφορους, είχε αρχίσει σιγά σιγά και ο ήλιος τον πειράζει στα μάτια, του έλεγε. Δεν του έφερε αντίρρηση. Μετά το φανταρικό έπιασε αμέσως δουλειά. Στην αρχή μαζί, τον εκπαίδευε στη νύχτα, μάθαινε τους δρόμους και τους ανθρώπους, να αποφεύγει τις λακκούβες και τα σαμαράκια, τον βοήθησε να βγάλει και την άδεια. Μετά μόνος του, απόγευμα και βράδυ εναλλάξ, και όσο περνούσε ο καιρός, αυτός πιο πολύ, για να τον ξεκουράζει. Περνούσαν κι απ’ το λιμάνι, στο μπαρ που δούλευε εκείνη. Ο θείος  ήταν φίλος με το αφεντικό της, πίνανε κάνα ουίσκι, σκέτο με πάγο σε χαμηλό, πάντα, και το πρωί γύριζαν σπίτι. Πέντε χρόνια πέρασαν έτσι. Όμορφα χρόνια.
Στα μισά του δρόμου, έβαλε διπλή ταρίφα. Προχωρούσε αργά στη δεξιά λωρίδα, δεν βιαζόταν να φτάσει. Αυτή κοιτούσε αφηρημένα έξω. Μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχαν πει λέξη. Τον έτρωγε να της πιάσει την κουβέντα, να επιβεβαιώσει την υποψία του, να την ρωτήσει και να σιγουρευτεί. Είχε πολλά να την ρωτήσει, μα την τελευταία στιγμή κάτι τον κράταγε. Ότι έγινε έγινε, ότι έγραψε έγραψε, δεν είχε πλέον σημασία. Ο θείος είχε  συγχωρεθεί, αυτή κάποιον άλλο θα είχε βρει -το αφεντικό της μάλλον- κι αυτός παντρεμένος με δύο κόρες. Ας είναι καλά ο θείος, όπου και να ‘ναι, που τα άφησε όλα σ’ αυτόν, και το ταξί, και το σπίτι και όσα χρήματα είχε στην τράπεζα. Πουθενά στη διαθήκη δεν αναφέρθηκε τ’ όνομά της, σαν να μην υπήρξε ποτέ γι’ αυτόν. Ας έζησαν δέκα χρόνια μαζί. Ήθελε να τη ρωτήσει και για κείνο το βράδυ, το τελευταίο, που ο θείος έφυγε τρέχοντας από το σπίτι, εξαφανίστηκε, και μείνανε οι δυο τους, μόνοι και αμίλητοι, και τον τράβηξε στην κρεβατοκάμαρα και γαμηθήκανε χωρίς τύψεις και ενοχές. Για πρώτη φορά και για τελευταία.
Εκείνη η μέρα ήταν πεπρωμένη. Τον ξύπνησαν φωνές και σπασίματα. Ο θείος είχε ακουμπήσει στο ψυγείο της κουζίνας κι έκλαιγε. «Όχι αυτός, γαμώ το θεό μου, όχι αυτός!» κάθε τόσο μονολογούσε και χτύπαγε το κεφάλι του. Η κηδεία ήταν την ίδια μέρα το απόγευμα. Φτάσανε τελευταίοι και καταϊδρωμένοι. Είχε πολύ κόσμο, μέχρι το δρόμο έξω, ίσα που κατάφεραν να περάσουν μέσα. Δεν πλησιάσανε την εκκλησία, στριμώχτηκαν στο υψωματάκι πλάι στον τάφο, για να βλέπουν καλύτερα. Ο θείος έκλαιγε, όλοι έκλαιγαν, αυτός δεν έκλαιγε, μόνο ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι του. Δίπλα στη ανοιγμένη γούβα, που σε λίγο θα χώνανε τον δημοφιλή λαϊκό τραγουδιστή,  είχαν παραταχθεί στην πρώτη γραμμή πουτάνες, βιζιτούδες και μπαρόβιες-πιο πίσω οι νταβάδες κι οι αγαπητικοί-  με τα ρούχα της δουλειάς, σφιχτά μπούστα και μίνι λαμέ, από την προηγούμενη. Η ουρά έφτανε κοντά του, μέχρι τη μάντρα του νεκροταφείου. Η διπλανή τρανταζόταν απ’ το κλάμα, ασταμάτητα. Πρέπει να είχε ιδιαίτερη σχέση με τον μακαρίτη, σιγοψιθύριζε μάλιστα –κάπως φάλτσα- κι ένα τραγούδι του, απ’ τα τελευταία που είχε γίνει μεγάλο σουξέ. Κοιταχτήκανε στα μάτια, ένα βλέμμα παρηγοριάς και ένα χαρτομάντιλο. Σκούπισε τα μάτια της και του χαμογέλασε, θα μπορούσε και να ‘τανε γιος της. Δεν ξέρει πως του ήρθε, της χάιδεψε  τα μαλλιά και κείνη του είπε ευχαριστώ και παραπατώντας έκανε δυο βήματα πίσω και κόλλησε πάνω του. Αμέσως πήρε φωτιά. Το άρωμά της μύριζε ακόμα σπέρμα και σάλια αντρικά, έντονο άρωμα, της νύχτας. Άρχισε να τρίβεται πάνω της και στο τέλος ξερόχυσε αφήνοντας ένα μεγάλο λεκέ πάνω στο ροζ μίνι. Οι αναστεναγμοί του ήταν βουβοί, πένθιμοι, κανείς δεν πήρε είδηση, ίσως κι αυτή ακόμα. Το γυαλιστερό φέρετρο κατέβαινε στον λάκκο και το πλήθος ολόγυρα φώναζε «αθάνατος». Χειροκροτούσαν όλοι ασταμάτητα και τραγουδούσαν. Κι ακούγονταν, όχι τα λόγια των παπάδων, αλλά μπαγλαμάδες και μπουζούκια. Στην επιστροφή δεν βγάλανε κουβέντα. Τα μάτια του θείου είχαν στεγνώσει, γυάλιζαν και κάρφωναν το άπειρο. Μέσα σε μια μέρα είχε γεράσει, τα μαλλιά του άσπρισαν, το αριστερό του χέρι άρχισε να τρέμει. Δεν ήξερε ότι ήταν φίλοι, τόσο πολύ, καρδιακοί, δεν του είχε κάνει ποτέ κουβέντα γι’ αυτόν. Το κασετόφωνο έπαιζε τραγούδια του, «τις μέρες μας μετράει, βλέπει πως  ήρθε η ώρα μας…» άκουγε ο θείος και προσπαθούσε να σιγοντάρει με τη βραχνή του φωνή, μα πνιγόταν. Έγραφε το ρολόι, έγραφε ασταμάτητα, η σημαία ανεβοκατέβαινε, ο χρόνος περνούσε και η ζωή του έφευγε, πήγαινε στράφι, στο διάολο πήγαινε. Κι αυτός χρέωνε και χρέωνε και όλο τους χρέωνε.  Όταν μπήκαν στο σπίτι, εκείνη τους υποδέχτηκε αμίλητη. Την τράβηξε παραμέσα στο υπνοδωμάτιο και λογομάχησαν. Πρώτη φορά, δεν τους είχε ξαναδεί να τσακώνονται. Φώναζαν δυνατά, μα απ’ την κουζίνα δεν μπορούσε να καταλάβει τι λένε. Κάποια στιγμή ο θείος βγήκε αγριεμένος και τράβηξε προς την εξώπορτα. Αυτή πίσω του κλαίγοντας και παρακαλώντας προσπαθούσε να τον σταματήσει. «Πόση είναι η ταρίφα σου μωρή καργιόλα, να, πάρε τα διπλά» της φώναξε και της πέταξε στα μούτρα ένα μάτσο χιλιάρικα. Μετά άνοιξε την πόρτα και χάθηκε. Το άλλο πρωί τον βρήκανε μέσα στο ταξί χαμογελαστό με τα μάτια ορθάνοιχτα. Το στόμα του ήταν γεμάτο αφρούς, το ραδιόφωνο έπαιζε ακόμα λαϊκά. Από υπερβολική δόση ηρωίνης, είπαν.

Όταν φτάσανε στο λιμάνι είχε νυχτώσει. Σταμάτησε ακριβώς έξω απ’ το μαγαζί. Είχε να περάσει από τότε. Δεν είχαν αλλάξει πολλά, υποβαθμισμένη συνοικία, ποιος να νοιαστεί. Κάποια μαγαζιά είχανε κλείσει. Πλέον άλλες εποχές, άλλα ήθη, η πελατεία είχε περιοριστεί. Τον πλήρωσε για την κούρσα, του έδωσε σχεδόν τα διπλάσια. Δεν ήθελε ρέστα, του είπε χαμογελώντας και τον κοίταξε επίμονα. Όποτε ήθελε, να πέρναγε απ’ το μαγαζί για ένα ποτό. Σκέτο με πάγο σε χαμηλό.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΑΔΕΛΦΗ ΨΥΧΗ

Χτυπούσε το ξυπνητήρι ασταμάτητα, μα δεν μπορούσε να κουνηθεί ρούπι, σαν να τον είχε χτυπήσει εγκεφαλικό. Μόνο, μισάνοιγε τα μάτια, μετρούσε την ώρα σε εικοσάλεπτα και ξανάπεφτε σε λήθαργο. Πρέπει να είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Απ’ το παράθυρο ο ήλιος τον χτύπαγε κατ’ ευθείαν στα μάτια. Πετάχτηκε όρθιος,  μούσκεμα στον ιδρώτα. Κάποιος βρόνταγε την πόρτα επίμονα, δυνατά, φώναζε και τ’ όνομα του. Η φωνή κάτι του θύμιζε. Έφτασε στο μπάνιο παραπατώντας, κατούρησε κι έριξε μπόλικο νερό στα μούτρα του. Ένιωθε σάπιος, χρειαζόταν επειγόντως καφέ, τσιγάρο και ντεπόν.  Σκέτα και σε διπλή δόση. Για πρωινό.
Η ώρα του ύπνου είναι ιερή και το τηλέφωνο μπαίνει πάντα στο αθόρυβο. Έτσι κι αλλιώς, ότι είναι να γίνει θα γίνει, δεν το γλυτώνεις. Οι αναπάντητες είναι δώδεκα. Και δύο μηνύματα ελήφθησαν. Ρουφάει μια καυτή γουλιά και ανάβει τσιγάρο. Η γειτόνισσα από δίπλα χρειάζεται πάλι συμπαράσταση, επειγόντως, γράφει. Πάλι ο καλός της απειλεί να την παρατήσει, κι’ αυτή, με τη σειρά της, θα πέσει απ’ το μπαλκόνι και θα σκοτωθεί. Πάλι ξεχνά ότι μένει στο ισόγειο. «Πάρε με, αμέσως, σε χρειάζομαι», τελειώνει το μήνυμα. Μία από τα ίδια.
Χτυπάνε πάλι την πόρτα και το κουδούνι με μανία. Ανοίγει και την βλέπει μπροστά του, σενάμενη κουνάμενη, η παρδαλή. Μιλάει σε ρυθμό πολυβόλου, πάει το στόμα  ροδάνι. Σαν του κακονύχτη τον κώλο, που θα ‘λεγε κι η συγχωρεμένη η μάνα του. Δεν τις λέει τίποτα, ούτε την διακόπτει, την αφήνει να ξεθυμάνει.  Όπως πάντα. Να  του πει τα δραματικά γεγονότα της  περασμένης βδομάδας, όλα τα σκηνικά που έγιναν όσο ήταν άφαντος και δεν σήκωνε τα τηλέφωνα. Την παραμελεί, έχει μέρες να φανεί, την απειλεί πως θα την παρατήσει, δεν μπορεί να αντέξει πια τέτοιο μαρτύριο, αυτή που τον έχει βασιλιά,  μη βρέξει και μη στάξει τον αφέντη. Και σ’ όλα αυτά, πριν δυο μέρες, της κόψανε και το ρεύμα. Όχι πως δεν το περίμενε, χρώσταγε πολλά, αργά ή γρήγορα θα γινόταν. Μα της έπεσαν όλα μαζεμένα. Και ακόμα δεν του ‘χει πει τίποτα του αντρούλη της, τότε είναι που δεν θα ξαναπατήσει.
Όταν την πρωτογνώρισε, πριν από δέκα χρόνια, του είχε πει  ότι στην προηγούμενη ζωή ήταν μπατσίνα, σε ξένη χώρα, και δολοφονήθηκε στα είκοσι εφτά της από μια σπείρα εμπόρων ναρκωτικών. Ήταν απρόσεχτη κι έπεσε στην παγίδα τους. Τώρα είχε επιστρέψει, είχε αλλάξει και θρήσκευμα, ήταν μουσουλμάνα πια, ας μην έχει κάνει περιτομή, δεν είναι υποχρεωτικό, του είχε πει, έτσι κι αλλιώς ένας είναι ο θεός,  ίδιος για όλους. Του ‘χε πει κι άλλα πολλά, με ύφος σοβαρό, τα πίστευε, δεν έκανε πλάκα, είχε και κάποιες υπερφυσικές δυνάμεις, είπε, που χρησιμοποιούσε όμως για το καλό πάντα. Δεν γέλασε μ’ αυτά που άκουσε, ούτε παραξενεύτηκε, του είχε φανεί και κάπως ψιλοφτιαγμένη. Κάνα εξάμηνο κράτησε η σχέση τους. Είχε να θυμάται σαράντα ωραία γαμήσια, δεν είναι και λίγο. Στο τέλος ακολούθησε ένας άγριος καβγάς με κλωτσιές, μπουνιές και δαγκωνιές. Τελικά έδειξε κατανόηση. Μείνανε φίλοι, γίνανε και γείτονες.
Την άκουγε ανέκφραστος, το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι. Μιλούσε ακατάπαυστα για αρκετή ώρα, ζητούσε παρηγοριά, λίγη συμπόνια από μια αδελφή ψυχή. Ήταν ολομόναχη, απελπισμένη και αδύναμη. Κάποια στιγμή τον αγκάλιασε σφιχτά κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του, πήγαν να της φύγουν και λίγα δάκρυα. Της χάιδεψε τα μαλλιά και την φίλησε στο μάγουλο, όμως δεν προχώρησε παραπέρα. Ούτε αυτός  είχε όρεξη σήμερα.
Πριν μια βδομάδα τον διώξανε απ’ τη δουλειά, το αφεντικό του είπε ότι τον έκλεψε. Δεν είχε άδικο, πάντα κλέβει τ’ αφεντικά του, από λίγο, να μην τον κατά-λάβουν. Και να ισοφαρίσει την αδικία αφού κι αυτά τον κλέβουν. Αυτή τη φορά όμως έκανε λάθος, παρασύρθηκε και άδειασε όλο το ταμείο. Ήταν σκέτη αυτοκτονία, το ήξερε, μα είχε και κάποια χρέη να πληρώσει. Άτιμο πράγμα ο τζόγος, σε ξεφτιλίζει, πρέπει να το κόψει, έφτασε πάτο. Τουλάχιστον δεν έμπλεξε παραπέρα με αστυνομίες και δικαστήρια, δεν υπήρχαν από-δείξεις. Μόνο που έχασε τη δουλειά του και είναι άφραγκος και πρέπει να ψάξει για δανεικά. Ούτε για το αφεντικό του στεναχωρήθηκε, δεν έχει τύψεις. Μαλάκας ήταν, του άξιζε, κι έχει φράγκα. Έχει όμως τα δικά του, έχει κι αυτόν τον μπελά πάνω απ’ το κεφάλι του.
Στην αρχή, τότε που την γνώρισε ήταν ακόμα κάπως μπερδεμένη. Μια φορούσε φουστάνια και σουτιέν  με βάτες που τα φούσκωνε από μέσα, μια έβαζε πάλι τα παντελόνια –όμως το μαλλί πάντα μακρύ και ελεύθερο και φουντωτό- μία ψηλοτάκουνα και χείλη βαμμένα, μία σκέτα. Τελικά αποφάσισε, μόνο εξωτερικά, στην εμφάνιση, ούτε σκέψη για ορμόνες, ακρωτηριασμούς και πλαστικές. Τα είχε βρει πλέον με τον εαυτό της.
Τα είχε πει όλα και είχε ξαλαφρώσει. Τώρα κάπνιζε ήρε-μα το τσιγάρο της και τον κοιτούσε αμίλητη. Τον ρώτησε που ήταν μια βδομάδα εξαφανισμένος, μα δεν της απάντησε, ούτε της είπε ότι είναι άνεργος. Είναι μπελάς. Όσο λιγότερα ξέρει, τόσο το καλύτερο, έτσι κι αλλιώς να βοηθήσει δεν μπορεί. Τον ρώτησε αν έχει και κάνα φράγκο να πάρει τίποτα, έχει να φάει από χτές. Έβγαλε απ’ τη τσέπη του ότι ψηλά είχε και της τα ‘δωσε…

Στην είσοδο της πολυκατοικίας ο διαχειριστής χαζολογούσε με την καθαρίστρια, ποιος ξέρει, μπορεί και να την φλέρταρε, παντρεμένος άνθρωπος και κάποιας ηλικίας, με παιδιά και εγγόνια. Είχε μόλις μπει ο Ιούνης και οι ειδήσεις προειδοποιούσαν για τον πρώτο μίνι καύσωνα, από αύριο η θερμοκρασία θα άγγιζε τους σαράντα. Στον περιφερειακό δεν κυκλοφορούσε ψυχή, μόνο στο λόφο απέναντι κάτι τουρίστες ανέβαιναν τον χωματόδρομο.  Στη γωνία, μέσα στο περιπολικό, δυο αστυνομικοί χασκογελούσαν κι έπαιζαν με τα κινητά τους. Ο ασύρματος βούιζε ασταμάτητα. Μια μαύρη γάτα έψαχνε στα σκουπίδια για φαγητό. Κατηφόρισε προς την πλατεία. Άρχισε να ιδρώνει. 

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΟΥΔ

Το ταξί τον άφησε κοντά στο περίπτερο. Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε. Έξω, στο μπαλκόνι του δίπατου νεοκλασικού, καθηλωμένο στο αναπηρικό καροτσάκι και στα πόδια του μια μάλλινη κουβέρτα.  Κοιτάζει τον ουρανό μόνο, πέρα μακριά, η ζωή στην πλατεία πλέον δεν τον ενδιαφέρει, δεν βγαίνει από το σπίτι, δεν κοιτάζει κάτω. Δεν λέει πολλές κουβέντες, δεν γελάει. Τον φροντίζει η κόρη του -είναι τυχερός- μένει μαζί της, με την οικογένειά της, την ώρα αυτή ο άντρας της δουλεύει, η μικρή έχει φροντιστήριο, τελειώνει φέτος, θα δώσει εξετάσεις. Ο γέρος κάθεται μόνος στο μπαλκόνι και κοιτάζει τον ουρανό, συννεφιασμένο και βαρύ, έτοιμο να βρέξει, μέσα η κόρη του κάνει δουλειές. Τον παρατηρεί έτσι γερασμένο κι ανήμπορο –δεν φαίνεται το σημάδι στο μάγουλο, αν υπάρχει ακόμα-  αλλά δεν τον λυπάται. Δεν ξέρει καν πως αποφάσισε, μετά από τόσα χρόνια, να γυρίσει πίσω. Το έχει ήδη μετανιώσει. Στέκεται ακίνητος και αναποφάσιστος –ο περιπτεράς από ώρα του ρίχνει κλεφτές ματιές- να περάσει το δρόμο ή να κάνει μεταβολή και όπισθεν. Είχε μάθει απ’ το τηλέφωνο για το εγκεφαλικό, πριν από δυο χρόνια, ούτε τότε είχε έρθει να τον δει, και κείνη τη φορά ήτανε βαρύ, όλοι περιμένανε από στιγμή σε στιγμή να τα τινάξει. Μα τη σκαπούλαρε πάλι, σκληρό καρύδι ο γέρος. Τελικά, περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εδώ που φτάσαμε δεν έχει γυρισμό. Χτυπά το κουδούνι, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα. Η ξύλινη σκάλα με τα σαράντα δύο σκαλοπάτια, ακριβώς. Ακούει τη φωνή της, ρωτάει ποιος είναι. Δεν της απαντάει. Ανεβαίνει αργά,  με δυσκολία, νιώθει τα γόνατα βαριά, ξαναμετράει τα σκαλιά για να σιγουρευτεί, και πάλι ακούει τη φωνή της, πάλι δεν της απαντάει. Την βλέπει στο κεφαλόσκαλο ξαφνιασμένη, δεν πιστεύει στα μάτια της. Αγκαλιάζονται σφιχτά, τρέμει, βουρκώνει,  έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Αυτός είναι ψύχραιμος, την κοιτάζει βαθιά στα μάτια και χαμογελά, την χαϊδεύει στο μάγουλό, τα μακριά μαλλιά, έχουν αρχίσει να ασημίζουν εδώ και κει, φιλιούνται και αγκαλιάζονται ξανά για να χορτάσουν, ακόμα πιο σφιχτά, παρατεταμένα. Συνέρχονται από την φωνή του, ζητάει νερό. Είναι ξέπνοη, βραχνή κι ασθματική, κουρασμένη και τσακισμένη μα την αναγνωρίζει και τον πιάνει σύγκρυο. Πηγαίνουν μαζί προς  την κουζίνα, δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στο σπίτι, ίσως πάλι και να μην θυμάται λεπτομέρειες, είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν. Όταν περνά απ’ το σαλόνι κοντοστέκεται. Διακρίνει αχνά τον καμπουριαστό σκελετό, η πλάτη γυρτή, οι ώμοι σκυμμένοι, το κεφάλι ξεφλουδισμένο. Μα δεν τον λυπάται. 
Δεν ήτανε μπροστά στο συμβάν, είχε βγει βόλτα με τους φίλους και τα ‘μαθε την άλλη μέρα. Είχε γυρίσει στο σπίτι πιωμένος , αργά το βράδυ, άρχισε χωρίς λόγο να την βρίζει και να την κοπανάει. Δεν ήταν η πρώτη φορά, όμως τον τελευταίο καιρό το κακό είχε παραγίνει. Η μάνα κάθε φορά έκανε υπομονή, περίμενε να περάσει η μπόρα, η αδερφή του πάλι δεν τολμούσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι της, να μπει στη μέση, να τη βοηθήσει κάπως, ήταν μικρή ακόμα. Μα κι αυτός που ήταν και μεγαλύτερος τον φοβόταν, όσο μπορούσε έλειπε απ’ το σπίτι, ειδικά τα βράδια. Έψαχνε για δουλειά, το είχε κατά νου να τις πάρει και να φύγουν απ’ το σπίτι. Δεν πρόλαβε. Την βρήκε πρώτος, χαράματα που γύρισε στο σπίτι, οι άλλοι κοιμόντουσαν ακόμα, ο πατέρας του ροχάλιζε του καλού καιρού. Ξημέρωνε Κυριακή. Ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού, ήρεμη,  τα μάτια κλειστά. Δεν ξαναξύπνησε. Είχε πάρει ολόκληρο το κουτί με υπνωτικά, είκοσι χάπια.   
Τον έπιασε απαλά απ’ την πλάτη και τον ανασήκωσε να πιει. Είχαν επισκέψεις, του είπε χαρούμενη, κάποιος είχε έρθει να τον δει. Ο γέρος παραξενεύτηκε,  είχε καιρό να ενδιαφερθεί κάποιος για κείνον, όλοι, φίλοι και γνωστοί, τον είχαν ξεχάσει. Γύρισε το καροτσάκι προς τα μέσα, εκείνος πλησίασε κοντά του και μετά από πολύ καιρό, πατέρας και γιος κοιταζόντουσαν ξανά στα μάτια, επίμονα, βαθιά και τρομαγμένα, αυτή τους άφησε μόνους και πήγε στην κουζίνα. Δεν αλλάξανε κουβέντα, μόνο κοιταζόντουσαν. Κάποια στιγμή τα μάτια του βούρκωσαν, σαν να προσπάθησε να σηκωθεί  κι απ’ το  καρότσι, γρήγορα όμως παράτησε κάθε προσπάθεια. Άναψε τσιγάρο, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από πάνω του. Κάποια στιγμή ο γέρος λύγισε κι έβαλε τα κλάματα, λυγμοί ξεθυμασμένοι και παράτονοι με ενδιάμεσα βογγητά, μα συνέχισε κι αυτός να τον κοιτάει, δεν ντράπηκε, δεν νευρίασε, ίσως να ήταν κι η πρώτη φορά που έκλαιγε στην ογδοντάχρονη ζωή του, μπορεί κι η τελευταία. Άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και πλησίασε κοντά του. Έπιασε απαλά τα μαραμένα του χέρια, αναστέναξε και χάιδεψε τρυφερά το δεξί μάγουλο, το σημαδεμένο, κατόπιν και το ξεφλουδισμένο κεφάλι. Η αδερφή στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας και παρακολουθούσε. Έκλαιγε και κείνη βουβά.
Αυτός ήταν που ειδοποίησε το γιατρό και το ασθενοφόρο, μόνος του, χωρίς να ξυπνήσει κανέναν. Ήρθε ο γιατρός, μέτρησε τους σφυγμούς της, την καρδιά της και είπε ότι η μαμά είχε πεθάνει. Τότε ξέσπασε σε κραυγές και ο πατέρας του ξύπνησε. Όταν τον είδε, έτρεξε στην κουζίνα, πήρε το πρώτο μαχαίρι που βρέθηκε μπροστά του και, πριν προλάβουν να τον σταματήσουν, κατάφερε να του ανοίξει το μάγουλο στα δύο, από πάνω, το αυτί, μέχρι κάτω, το στόμα. Μετά έφυγε απ’ το σπίτι και μπαρκάρισε στα καράβια.
Όταν κατέβαινε τις σκάλες είχε πλέον νυχτώσει. Στην εξώπορτα συναντήθηκε με την μικρή. Δεν τον ήξερε, δεν τον είχε ξαναδεί, ούτε καν από κάποια πρόσφατη φωτογραφία. Στην αρχή τρόμαξε, ζαλισμένη από τα μαθήματα της μέρας, κουρασμένη, μετά ίσως να πήγε και το μυαλό της στο πονηρό, ο πατέρας της δεν είχε γυρίσει ακόμα. Για λίγο σταμάτησε και της χαμογέλασε. Ήταν ψηλή, λεπτή, πανέμορφη, φτυστή η γιαγιά της, είχε πάρει και τα μάτια της, και τ’ όνομά της. Μετά βγήκε βιαστικά στο δρόμο.

(Ύστερα από λίγο καιρό, ήταν Μεγάλη Παρασκευή που έμαθε πως ο πατέρας του πέθανε με τρόπο αναπάντεχο, την ώρα που περνούσε από την πλατεία ο επιτάφιος, μπροστά απ’ το σπίτι τους, όταν ο γέρος ξαφνικά, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, τινάχτηκε πάνω, στάθηκε για λίγο όρθιος, κοίταξε για τελευταία φορά το ολόγιομο φεγγάρι και κατόπιν φουντάρισε στο κενό, ανάμεσα στο έντρομο πλήθος που ακολουθούσε τους παπάδες. Η κηδεία του θα γινόταν μετά την Ανάσταση, είπε η αδερφή του στο τηλέφωνο.)

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙ-ΖΩΗΣ

Περπατούσε τρέχοντας. Είχε αργήσει, σήμερα δεν λειτουργούσε τίποτα. Ταξί και λεωφορεία σε απεργία, δρόμοι πνιγμένοι στα αυτοκίνητα, μποτιλιαρίσματα,  σπασμένα νεύρα, βρισιές και κορναρίσματα. Προσπερνούσε με την τσάντα παραμάσχαλα, χαρτιά, βιβλία, σημειώσεις, όσα χρειαζόταν για το μάθημα. Δεν είχε κοιμηθεί καλά, ο ύπνος είχε αργήσει να έρθει και η νύχτα ήταν πάλι μεγάλη, τελικά τα ξημερώματα ξέκλεψε ένα δίωρο, συνήλθε κάπως, μα τώρα είχε αργήσει. Και καλά να πάθει. Να μάθει άλλη φορά να ανοίγει την τηλεόραση, να διαβάζει εφημερίδες, να παρακολουθεί τις ειδήσεις, να ξέρει τι του γίνεται, να παίρνει τα μέτρα του. Αν γνώριζε, απ’ το μεσημέρι θα στηνόταν στο σχολείο και θα περίμενε. Τώρα ποιος τον ακούει, πάλι, τον διευθυντή.
Δεν ήταν στα όνειρά του να διδάσκει βαριεστημένους μαθητές του νυχτερινού. Όταν τέλειωσε το διδακτορικό στη φυσική δούλεψε για δυο χρόνια σε κάποιο πυρηνικό κέντρο του εξωτερικού και συνάμα βοηθός στο κοντινό  πανεπιστήμιο. Έκανε  δυο τρεις σημαντικές δημοσιεύσεις, πήρε μέρος και σε συνέδρια, όλοι τον θεωρούσαν ανερχόμενο αστέρι στον τομέα του, διεθνούς βεληνεκούς, λέγανε. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, να τον φέρουν με κάθε κόστος οι αρμόδιοι, είχε πολλά να προσφέρει στην πατρίδα του. Τελικά επέστρεψε, μα για άλλους λόγους.
Είχε πέσει ο ήλιος κι αυτός ακόμα περπατούσε. Έπρεπε να πάει στη δουλειά του. Η πορεία των εργαζομένων και των ανέργων, εδώ και ώρα, είχε τελειώσει. Φτάσανε μέχρι τη βουλή, κράτησαν ψηλά τα πανό τους, ανέμισαν τις πολύχρωμες σημαίες τους, διαδήλωσαν με σθένος τα δίκαια αιτήματά τους, φάγανε κάμποσα δακρυγόνα στη μάπα, τους σπρώξανε με τις ασπίδες και τα γκλοπ, τους κλώτσησαν και στο τέλος το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε. Και γύρισαν σπίτι. Τώρα είχε αρχίσει ο κλεφτοπόλεμος των κουκουλοφόρων. Τους έβλεπε στα στενά, γύρω απ’ την πλατεία, να πετροβολάνε βιτρίνες και αμάξια, να βάζουνε φωτιές σε κάδους σκουπιδιών, να στήνουν αυτοσχέδια οδοφράγματα, να βρίζουν τους μπάτσους και κείνοι να τους παίρνουν στο κυνήγι. Σαν τα μικρά παιδιά παίζανε τους κλέφτες κι αστυνόμους κι αυτός δεν ήξερε από πού να πάει και που να κρυφτεί, παντού φασαρίες και συμπλοκές, το κέντρο είχε μετατραπεί σε κόλαση, κοβόταν η ανάσα του από τα δακρυγόνα, έκλαιγαν τα μάτια του συνέχεια, πονούσαν και έκαιγαν. Τέτοιο πράγμα δεν το ‘χε ξαναπάθει, σαν πρόβατο στη σφαγή, ο άμαχος πληθυσμός, οι παράπλευρες απώλειες, όπως θα λέγανε εκ των υστέρων, άοπλος και εντελώς ανύποπτος, ακίνδυνος για όλους, με το σκυφτό του σουλούπι το καμπουριαστό, το αθώο του ύφος και τον τρόμο μέσα από τα μάτια του. Όμως όλα αυτά δεν του εξασφάλιζαν τίποτα απολύτως. Και πάνω από όλα ότι θα φτάσει σώος κι αβλαβής στην εργασία του. Γιατί καμιά όρεξη δεν είχε νυχτιάτικα να του ανοίξουν με καμιά κοτρόνα το κεφάλι και να τρέχει στα νοσοκομεία. Θα έχανε και το μάθημα και οι μαθητές του, τα κουρασμένα παλικάρια του, κάποιοι απ’ αυτούς τουλάχιστον, σίγουρα θα ανησυχούσαν. Αυτοί μόνο, κανένας άλλος.  
Όταν πέθανε η μάνα του έπρεπε να γυρίσει πίσω. Ήταν η δικαιολογία που περίμενε. Είχε μπουχτίσει από βαρβαρικές κραυγές, λέξεις χωρίς συναίσθημα, ψυχρές συνομιλίες της δουλειάς, της έρευνας, είχε κουραστεί από δογματικούς προϊσταμένους, από την φανατίλα τους και την αυθεντία τους, το ύφος τους το περισπούδαστο, αυτούς που ξέρανε πάντα την αλήθεια, είχε βαρεθεί τις άσκοπες συνεργασίες, τις βαρετές συναναστροφές, τις κουβέντες για τα μεγάλα ζητήματα της επιστήμης που εδώ και αιώνες εκκρεμούσαν, για τα στριμμένα μαθηματικά και τις καινούργιες εξωτικές ιδέες που κάθε τόσο ανακάλυπταν, τις δύσπεπτες διαφορικές εξισώσεις των άπειρων μεταβλητών που θα τον οδηγούσαν κάποτε στη θεωρία των πάντων, στο άγιο δισκοπότηρο των ερευνητών, εκεί μακριά, στους άγνωστους κόσμους του αχανούς σύμπαντος, στα ένδοξα νόμπελ του μακρινού μέλλοντος. Σίγουρα, κάποτε όλα αυτά θα τον οδηγούσαν στην αθανασία. Αυτά που σφράγισαν την άχαρη και μοναξιασμένη του νιότη, την αποστειρωμένη. Πλέον τα είχε βαρεθεί, τον είχανε κουράσει. Τώρα η ζωή του θα έμπαινε σε άλλη φάση. Θα γυρνούσε στην πατρίδα. Εκεί που τον περίμενε μόνο ένας παράλυτος αδερφός  πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι. Κανένας άλλος.
Είχε μαζευτεί κόσμος γύρω απ’ το πεσμένο αγόρι. Κάποιοι προσπαθούσαν να δώσουν τις πρώτες βοήθειες, είχαν ειδοποιήσει και για ασθενοφόρο. Βρέθηκε κι ένας περαστικός γιατρός, απ’ το πουθενά, εξέτασε το παιδί στα γρήγορα και είπε πως είχε πεθάνει. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρόνων. Η κουκούλα του παρατημένη πιο κει κολύμπαγε  στο αίμα, τα ξανθά του μαλλιά είχανε γίνει κατακόκκινα,  στο μέτωπό καταμεσής μια τρύπα εννέα χιλιοστών ολοστρόγγυλη, πρέπει να πυροβολήθηκε εξ επαφής, ψιθύρισε κάποιος έμπειρος στα πολεμικά. Πλησίασε πιο κοντά να δει καλύτερα. Δυο αθώα γαλανά μάτια τον κοίταζαν ήρεμα και με συγκατάβαση. «Δάσκαλε, είναι πολύ ένας χρόνος ημιζωής;» ρωτούσαν και πάλι.
Ήταν μαθητής του. Φέτος θα τέλειωνε το σχολείο, ήθελε να δώσει και πανελλήνιες, να γίνει ηλεκτρονικός. Ήδη τα πρωινά δούλευε σαν βοηθός, ας μην πληρωνόταν, μάθαινε όμως την τέχνη. Ήταν ο καλύτερος της τάξης, απ’ τους λίγους που έδειχναν ενδιαφέρον, χωρίς απουσίες, χωρίς εξυπνάδες, χωρίς φασαρίες, ειδικά στο μάθημά του. Είχε όνειρα για το μέλλον, μα τον ενοχλούσε η βρωμιά και η αδικία αυτού του κόσμου, ήθελε να τον αλλάξει, έλεγε. Άκουγε με συγκατάβαση τα φλογισμένα του λόγια και του χαμογελούσε. Δεν είχε κάτι να του πει, να τον συμβουλέψει ως μεγαλύτερος, πείρα ζωής και κουραφέξαλα, τι να πει ένας πενηντάρης σε έναν εικοσάχρονο, ακόμα κι ένας πατέρας σ’ ένα γιο, τίποτα, μόνο προχώρα, κάνε ότι νομίζεις καλύτερο και πρόσεχε, όχι μόνο γκάζι, θέλει και φρένο, στις επικίνδυνες στροφές, στις κατηφόρες. Αυτά σκεφτότανε όταν τον άκουγε, μα δεν έβγαζε μιλιά, μόνο τον θαύμαζε και χαμογελούσε. Χτες είχανε μάθημα για τη ραδιενέργεια, για τα άτομα και τους πυρήνες, τις βλαβερές συνέπειες της ακτινοβολίας, τον κίνδυνο ενός ολοκαυτώματος, μιας παγκόσμιας καταστροφής. Ο μικρός άκουγε με ενδιαφέρον, κρατούσε σημειώσεις και ρώταγε. Είναι κάποια στοιχεία που μας μοιάζουν, φίλε μου, του είχε απαντήσει, δεν είναι αιώνια, πεθαίνουν και μετασχηματίζονται σε άλλα, και ο χρόνος ημιζωής τους είναι ένας περίεργος λογάριθμος που τα καθορίζει, δεν είναι η μισή τους ζωή ακριβώς, είναι κάτι παραπάνω του είχε πει. Ναι αγόρι μου, είναι πολύς χρόνος. Και αυτός άκουγε και σημείωνε, άκουγε και σημείωνε. Σε λίγο έφτασε το ασθενοφόρο και δυο νοσοκόμοι σκέπασαν τον νεκρό μαθητή.
Όταν επέστρεψε έψαξε αμέσως για δουλειά. Έστειλε κάποια βιογραφικά, πέρασε από συνεντεύξεις  και ξαφνικά κατάλαβε πως το ανερχόμενο αστέρι της θεωρητικής φυσικής, του διεθνούς βεληνεκούς, είχε αρχίσει να σβήνει, όχι τόσο από τις κλίκες και τις κουμπαριές των ντόπιων πανεπιστημίων, αλλά γιατί είχε χάσει πλέον όλο του το ενδιαφέρον για την επιστήμη. Ναι, καρφί δεν του καιγόταν να μάθει την αλήθεια. Δεν πίστευε πλέον. Πουθενά. Έτσι αρχικά έκανε κάποια φροντιστήρια και κατόπιν μέσω ενός γνωστού στο υπουργείο κατάφερε να βολευτεί σε μια ταπεινή θεσούλα σε νυχτερινό σχολείο με έναν μικρό μισθό και λίγες ώρες απασχόλησης, χωρίς πολλές απαιτήσεις  και βάσανα. Του ήταν αρκετά.
Στην πλατεία επικρατούσε αναβρασμός, γενικός ξεσηκωμός. Το άσχημο μαντάτο είχε ταξιδέψει με την ταχύτητα του φωτός, οι σύντροφοι οπλίζονταν με στειλιάρια και βόμβες μολότοφ και ετοιμάζονταν για μάχη. Ζητούσαν εκδίκηση και κείνο το βράδυ θα καιγόταν ολόκληρη η πρωτεύουσα, την άλλη μέρα έντρομη η κυβέρνηση θα εφάρμοζε στρατιωτικό νόμο, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτοπίσεις που θύμιζαν άλλες εποχές. Είχαν δικαιολογία πλέον, υπήρχαν δυο αστυνομικοί νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Μα αυτός για την ώρα έτρεχε να προλάβει. Αναγκαστικά, πέρασε και μέσα από την πλατεία, τρόμαξε από τον χαμό. Έξω από μια καφετέρια είδε και τον γυμναστή του σχολείου, τον χαιρέτησε βιαστικά, αυτός αδιάφορος δεν πρέπει να τον πρόσεξε, ούτε φαινόταν να τον ενοχλεί η κατάσταση γύρω του. Ταξίδευε μακριά.
Με τους συναδέλφους στο σχολείο δεν είχε πολλά πάρε δώσε, τα τυπικά. Λίγες κουβέντες είχε με τον γυμναστή μόνο, έπαιζε μαζί του και κάνα μπάσκετ για να ξεμουδιάσει. Οι περισσότεροι μαθητές δεν συμμετείχαν, στεκόντουσαν στην άκρη, παρακολουθούσαν αδιάφορα και καπνίζαν. Δεν είχε πολλές κουβέντες ο γυμναστής,  σε λίγο θα έβγαινε στη σύνταξη. Ήταν από χρόνια χωρισμένος, είχε κι ένα γιο. Πριν δέκα μέρες που πέθανε ο αδερφός του πέρασε απ’ τον σπίτι για να τον συλλυπηθεί. Το καροτσάκι βρισκόταν ακόμα στη θέση του, στο σαλόνι, απέναντι από την τηλεόραση. Τους έβλεπε καμιά φορά στην πλατεία να κάνουν βόλτα και να πίνουνε καφέ. Τώρα το καροτσάκι ήταν άδειο. Γύρω στο εικοσάλεπτο κράτησε η επίσκεψη, κουβέντα δεν αλλάξανε.     

Όταν επιτέλους έφτασε στο σχολείο το βρήκε κλειστό και έρημο. Δεν μπορεί, ήταν δέκα ακόμα, ώρα για το τελευταίο διάλειμμα, που πήγανε όλοι τους.  Η καγκελόπορτα ήταν κλειδωμένη, την χτύπησε δυνατά, φώναξε να τον ακούσουν. Μετά από λίγο φάνηκε ο φύλακας με το βαρύ νυσταγμένο του βήμα. Όταν του ζήτησε να μπει μέσα, να πάει στο μάθημά του, παραξενεύτηκε. «Είναι Σάββατο, κύριε καθηγητά, είναι κλειστό το σχολείο σήμερα» του είπε και συνέχισε να τον κοιτάζει περίεργα. 

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ

   
                                                               ‘’Δεν λυπάμαι που μεγαλώνω,
                                                                    αφού έχω να θυμάμαι τόση ζωή’’
                                                                                             Γιάννης Ξανθούλης

Οι νύχτες του Ιούνη είναι πρόστυχες. Σήμερα έχει πανσέληνο και φωτίζει σαν μέρα. Η φίλη του, η κουτσή με τα έντεκα δόντια, τον παράτησε από νωρίς. Ήπιαν δυο πιοτά στο καφενείο και μετά έφυγε. Θα πήγαινε μόνη της για ύπνο, έτσι του είπε. Αυτός δεν νυστάζει ακόμα. Απόψε η νύχτα είναι βρωμερή και πρόστυχη. Περπατάει στην άκρη της προκυμαίας, πετάει πετρούλες στο νερό, κάνουν φλοπ-φλοπ και μετά βουλιάζουν στον βυθό. Παρακάτω κάποιοι ψαρεύουν. Βαριέται. Σκέφτεται να γυρίσει σπίτι, να βάλει καμιά τσόντα, να δει καμιά ταινία, να χαλαρώσει. Τα όνειρα δεν κοστίζουν τίποτα. Έξω έχει παντού ερημιά.
Ο δρόμος για το παλιό τελωνείο παραμένει σκοτεινός και επικίνδυνος. Κάτω απ’ το υπόστεγο, η πεσμένη σκιά μουγκρίζει. Πλησιάζει κοντά. Είναι χτυπημένος άσχημα, κουλουριασμένος. Το πρόσωπο γεμάτο αίματα, η μπλούζα του σκισμένη, πονάει παντού. Για μια στιγμή τον κοιτάζει με τα παιδικά του μάτια και ξεσπάει σε κλάματα. Δεν ρωτάει τίποτα, μόνο τον αγκαλιάζει. Τρέμει απ’ τον φόβο του, σπαρταράει. Ήταν τέσσερις. Τον κλέψανε. Πορτοφόλι, κινητό, ποδήλατο, τα πάντα. Ευτυχώς, δεν ήταν μαζί η κοπέλα του. Όχι ασθενοφόρο, δεν είναι και για θανατά, ούτε αστυνομία, οι μπάτσοι θα άρχιζαν να ρωτάνε μαλακίες. Ούτε στο σπίτι του μπορεί να πάει απόψε, ποιος τους ακούει τους δικούς του, ειδικά τον πατέρα του. Τον βοηθάει να σταθεί στα πόδια του, στηρίζεται πάνω του και προχωράνε μαζί, κρατώντας την κοιλιά του, αργά αργά, βήμα βήμα. Δεν σταματάει να τρέμει.
Πριν δυο βράδια τον είχε δει στην πλατεία. Ήταν καλά .Είχε πιει λίγο απ’ όλα, κοκτέιλ πάρτυ, μπύρες, ούζα, κρασιά, τέτοια πράγματα, φτηνά και αθώα. Κάπνιζε και γελούσε πλάι στην κοπέλα του, ίδια ηλικία είχανε. Τον ρώτησε για τα μαθήματα, πως τα πάει στη σχολή, είχε αρχίσει η εξεταστική. Δεν του απάντησε, μόνο συνέχισε να γελάει και να χαϊδεύει τη φίλη του, ήταν κι αυτή μεθυσμένη. «Να προσέχεις», του είπε, σαν να το ‘ξερε, στην πλατεία συχνάζουν περίεργες φάτσες, κάθε καρυδιάς καρύδι. Όσο μπορώ, του είπε, όσο μπορώ προσέχω.

Όταν φτάσανε σπίτι, χωρίς ντροπή, τον έγδυσε προσεχτικά και τον έβαλε στο μπάνιο, κάτω απ’ το καυτό νερό. Γδύθηκε κι αυτός. Είχε γαντζωθεί πάνω του και δεν σταμάταγε να κλαίει. Μετά ξαπλώσανε στο κρεβάτι, γυμνοί κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν πεινούσε, δεν ήθελε τίποτα να φάει, μόνο να κοιμηθεί. «Κρυώνω», του είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Μετά από λίγο σταμάτησε να τρέμει, σταμάτησε να κλαίει, σταμάτησε να κρυώνει. Είχε αποκοιμηθεί. Έξω ξημέρωνε. 

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠΕΦΤΟΥΛΑΣ

  Το έμαθε απ’ τον νεκροθάφτη. Κατακαλόκαιρο, ντάλα ο ήλιος, οι δρόμοι άδειοι, τα τσιμέντα ζεμάταγαν. Πήγαινε στο το καφενείο, άκρη άκρη, αργά αργά, βαριεστημένα. Έψαχνε  ίσκιους, σκιές, λίγη δροσιά, μα δεν φυσούσε. Ο μουρλός  στη μέση της πλατείας δεν χαμπάριαζε από  καύσωνες. Πλάι στο μπρούτζινο άγαλμα, με το παλτό ορθάνοιχτο, κατουρούσε και τραγουδούσε. Και στο χέρι κρατούσε σφιχτά μια μαύρη σακούλα. Έδειχνε κεφάτος, γελούσε δυνατά, χοροπηδούσε.  Όμως ήτανε μπελάς,  ήθελε να τον αποφύγει, να μην τον δει. Χωρίς αποτέλεσμα, τον είδε. Είχε τελειώσει το κατούρημα και κουμπωνόταν, μέχρι πάνω, το λαιμό. Του φώναξε δυνατά, κούνησε και τα χέρια του πέρα δώθε.  Προχώρησε προς το κέντρο της πλατείας. Το χέρι του ασυναίσθητα χώθηκε στη τσέπη, έψαχνε για τίποτα ψιλά. Ο ήλιος έκαιγε τον σβέρκο του, το σκληρό φως τον ζάλιζε, για πολλές κουβέντες δεν είχε όρεξη, μόλις  πού ‘χε ξυπνήσει, ούτε καφέ δεν είχε πιει  ακόμα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι έβρισε από μέσα του για την γκαντεμιά που τον έδερνε μεσημεριάτικα.
«Την έκανε! Την έκανε!! Φουντάρισε!!!», φώναζε μες στην τρελή χαρά. Ο φίλος τους, την έκανε, φουντάρισε απ’ τον έκτο, πάνω στο παρκαρισμένο περιπολικό έπεσε, σαν μπόμπα, η οροφή του βούλιαξε, οι μπάτσοι μέσα χεστήκαν απ’ το φόβο τους, άρχισαν τους χριστούς και τις παναγίες, μετά κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Τα είδε όλα, μπροστά στα μάτια του, καθαρά και ξάστερα, σαν ταινία. Είχε ανέβει στο λόφο, καθόταν δίπλα στο εκκλησάκι, μασούλαγε πασατέμπους  και χάζευε την πόλη. Ξαφνικά, άκουσε κραυγές, ουρλιαχτά, γύρισε προς τα κει να δει. Ήταν ωραία κατάδυση, σκοτεινή, ευθύγραμμη και καλοζυγισμένη, τα χέρια ανοιχτά, το κεφάλι κάτω. Μα πιο πολύ χάρηκε για τους μπάτσους.
Τον άκουγε σκεφτικός κι αμίλητος. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον πιστέψει ή όχι. Του ξέφευγαν  συχνά παλαβομάρες του τρελού, παραμύθια για μεγάλους, διάφορες   ιστορίες του μυαλού, μα αυτή τη φορά του φάνηκε διαφορετικός, πολύ πιστευτός, ακόμη και για την κατάστασή του, θεόμουρλος, φρικιό αλλόκοτο, πέραν του κόσμου τούτου. Δεν ρώτησε λεπτομέρειες, τίποτα δεν του ‘πε. Άναψε δυο τσιγάρα, και του πρόσφερε το ένα. Το πήρε με λαχτάρα και το ρούφηξε μονομιάς. Του ζήτησε και λίγα σπόρια, αν έχει. Έβγαλε απ’ την τσέπη του τα κέρματα και του τα ‘δωσε, άφησε και  το πακέτο με τα τσιγάρα. Το μάτι του έπεσε στη σακούλα.  Δυο τσαλαπατημένα περιστέρια κι ένα κατάμαυρο γατάκι με λιωμένο το κεφάλι. Πήγαινε να τα θάψει, του είπε, κανονικά, με κεριά και με λιβάνια, είχε μαζί του όλα τα συμπράγκαλα. Ζωντανά ήταν τα καημένα, δεν έπρεπε να πάνε άκλαυτα. «Να μου την φιλήσεις», του είπε μετά από λίγο ψιθυριστά και κάπως βούρκωσε. Μα δεν τον άκουσε. Είχε ήδη πάρει τον ανήφορο.
Η πολυκατοικία βρισκόταν ψηλά, στον περιφερειακό. Έφτασε μούσκεμα στον ιδρώτα. Το τρακαρισμένο περιπολικό βρισκόταν ακόμα εκεί, έξω από την είσοδο. Ο φρουρός του ζήτησε ταυτότητα και σημείωσε τα στοιχεία του. Του είπε που πήγαινε και ο μπάτσος τον κοίταξε περίεργα, μα τον άφησε να περάσει. Παρ’ όλα τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Στο ρετιρέ, πάνω απ’ το διαμέρισμα του φίλου του, έμενε ένας σημαντικός άνθρωπος του τόπου, τέως υπουργός  και υψηλόβαθμος δικαστικός. Κάποια νεόκοπη τρομοκρατική οργάνωση, ανασκαλεύοντας το ύποπτο παρελθόν του,  τον είχε καταδικάσει   σε θάνατο. Είχε έρθει η σειρά του. Για τις σημαντικές υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα, στο έθνος,  έπρεπε να τιμηθεί κι αυτός  με μια σφαίρα στο κεφάλι, έγραφε, μεταξύ άλλων, η προκήρυξη. Είχε ήδη γίνει μια απόπειρα εναντίον του, τον φύλαγαν μέρα και νύχτα συνέχεια. Πλησίαζε τα ενενήντα, με πολλά προβλήματα υγείας, μα γι’ αυτούς ήταν ζήτημα τιμής. Ο επίτιμος αρεοπαγίτης  και πάλαι ποτέ βασικό στέλεχος της ενδόξου εθνικής κυβερνήσεως έπρεπε να πεθάνει στο κρεβάτι του γαλήνια. Καρφί δεν του καιγόταν. Αυτός ανέβαινε στο διαμέρισμα του φίλου του, και δεν είχε πάρει μαζί του το νεροπίστολο. Πήγαινε εντελώς άοπλος.
Είχαν γνωριστεί πριν από πολλά χρόνια στο στρατό. Ίδια σειρά, ίδια ηλικία. Όταν τέλειωσε τη θητεία τους, συνέχισαν κάπου κάπου να βρίσκονται.  Εκείνος, γόνος τραπεζίτη, έπρεπε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Αυτό έκανε.  Πρόσφατα μάλιστα είχε γίνει και διευθυντής σε κάποιο κοντινό υποκατάστημα. Αν ήθελε, μπορούσε κι αυτόν να τον βολέψει κάπου, του είχε πει τότε, μα κείνος, χωρίς πολλές εξηγήσεις, του αρνήθηκε. Απλά, είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του, δικαιολογήθηκε. Εκεί, στην τράπεζα είχε γνωρίσει και τον νεκροθάφτη, ταμίας την περίοδο εκείνη. Έστεκε ακόμα στα καλά του, με την μάνα του έμενε, πρόσφατα είχε και αρραβωνιαστεί.  Βγαίνανε οι τρεις τους καμιά βόλτα, παίρνανε και τις κοπέλες τους μαζί. Κάνανε καλή παρέα, γελούσαν με την ψυχή τους, σχέδια μεγαλόπνοα, όνειρα για το μέλλον. Ήταν ωραία τότε.
Άνοιξε την πόρτα. Κρατούσε στο χέρι το τσιγάρο, τα μάτια της ήταν  κατακόκκινα. Δώσανε αμήχανα τα χέρια, χλιαρά. Ήτανε μόνη στο σπίτι. Ευτυχώς το παιδί έλειπε  στην αδερφή της για διακοπές, εκεί περνούσε καλά με τα ξαδέρφια του. Ήταν αλήθεια λοιπόν, όλα, όπως τα είπε ο νεκροθάφτης. Δεν ήξερε γιατί το ‘κανε, ούτε σημείωμα άφησε, ούτε όμως και ατύχημα ήταν. Σε ανύποπτη στιγμή, μόλις είχε βγει απ’ το μπάνιο, τον είδε. Σκαρφαλωμένος στα κάγκελα, κοίταζε κάτω το κενό. «Τι κάνεις εκεί;» του φώναξε ξαφνιασμένη. Αυτός γύρισε ήρεμα το κεφάλι και της χαμογέλασε. Μετά έπεσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει, ούτε είχε δείξει κάποια σημάδια. Αν και, είναι αλήθεια, τον τελευταίο καιρό δεν μιλούσαν πολύ, η επικοινωνία τους περιοριζόταν στα απολύτως αναγκαία, πιο πολύ γύρω απ’ το παιδί. Έτσι κι αλλιώς, αυτός έλειπε συνέχεια απ’ το σπίτι, εργαζόταν πολλές ώρες, ειδικά από τότε που έγινε διευθυντής. Ούτε έρωτα κάνανε πια, καιρό τώρα. Μιλούσε διακεκομμένα, με αναφιλητά και σφιγμένες γροθιές,  κάθε τόσο μ’ ένα χαρτομάντιλο σκούπιζε τη μύτη της. Αυτός, απέναντί της, άκουγε με προσοχή. Δεν μιλούσε καθόλου, μόνο άκουγε –και τι να της έλεγε- και κάθε τόσο κουνούσε με συγκατάβαση το κεφάλι του. Είχε χρόνια να την δει, όμως δεν είχε αλλάξει πολύ από τότε. Ήταν όμορφη ακόμα.
Η παρέα διαλύθηκε μόλις εκδηλώθηκε το πρόβλημα του νεκροθάφτη. Τον διώξανε απ’ την τράπεζα, μετά από λίγο έχασε και την μάνα του, τα πράγματα χειροτέρεψαν δραματικά. Τότε, χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις, εκείνη τον παράτησε και σχεδόν αμέσως, μετά από τρεις μήνες  –ήταν έγκυος- παντρεύτηκε τον άλλον. Οι πέφτουλες ανέκαθεν τον απωθούσαν, πιο συγκεκριμένα τους σιχαινότανε. Του έριξε μια ροχάλα στα μούτρα και δεν τον ξαναείδε. Και μια δυο φορές που διασταυρώθηκαν τυχαία στο δρόμο, δεν μιλήσανε.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να χάνεται πίσω απ’ τον πράσινο λόφο. Στο μπαλκόνι, εκεί ψηλά στον έκτο, φύσαγε δροσερό αεράκι. Στην διπλανή πολυκατοικία ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, πότιζε τις γλάστρες. Κάποια στιγμή τους χαμογέλασε και είπε καλησπέρα, του χαμογέλασαν κι αυτοί. Εκείνος κάπνιζε και έπινε τον δεύτερο καφέ, εκείνη, ήρεμη, χάζευε μακριά την τσιμεντούπολη. «Γιατί μου είπες όχι;» τον ρώτησε ξαφνικά, με παράπονο. Της το ‘χε πει και τότε, αυτός δεν ήταν πέφτουλας, σεβότανε τους φίλους, ας τον είχε παρατήσει κι άλλη, ας ήταν μόνος, τι κι αν είχαν κοιμηθεί μια δυο φορές όλοι μαζί, τι κι αν το γλυφομούνι που της έκανε την τρέλανε,  τι κι αν ο φίλος του τελικά μουρλάθηκε. Της το ‘χε πει και τότε, αυτός δεν ήταν πέφτουλας, δεν έτρωγε απ’ τα αποφάγια των άλλων, ούτε ένιωσε ποτέ κάτι ιδιαίτερο γι’ αυτή. Το καλό γαμήσι δεν φτάνει, ούτε για παρηγοριά. Το άκουγε ξανά, επέμενε, δεν είχε αλλάξει γνώμη από τότε. Είχε κολλήσει το κορμί της πάνω στα κάγκελα και τον άκουγε τρέμοντας, κοιτάζοντας μπροστά, τον λόφο. Την πλησίασε αργά και ένιωσε την ανάσα του στον σβέρκο της. Ρίγησε. Με το μικρό του δαχτυλάκι χάιδεψε την κόκκινη καρδούλα με το σπασμένο βέλος. Βρισκόταν ακόμα εκεί, στον αριστερό της ώμο, στο ίδιο σημείο. Την φίλησε στο λαιμό, με τα μπράτσα του έσφιξε δυνατά το τρεμουλιάρικο κορμί και κόλλησε πίσω της.  Όση ώρα γαμιόντουσαν στο μπαλκόνι, ο νεαρός από δίπλα τους κοίταζε και χαϊδευότανε. Δεν τους ένοιαζε, ούτε που δώσανε σημασία. Τέλειωσαν κι οι τρεις μαζί.
Όταν έφυγε είχε νυχτώσει για τα καλά. Η κηδεία θα γινόταν αύριο το μεσημέρι στις τέσσερις. Σκέτη ταλαιπωρία, μα θα πήγαινε. Θα έπαιρνε και τον νεκροθάφτη μαζί του, έτσι, για παρέα, στο στοιχείο του, να ξεσκάσει κι αυτός λιγάκι. Ο σκοπός έξω τον καληνύχτισε χαμογελαστός. Δυστυχώς, από αύριο η πολυκατοικία θα είναι και πάλι ανασφαλής, του είπε. Πριν κάνα δίωρο, ο γέρος τα κακάρωσε. Στον ύπνο του, γαλήνια. Ναι, είναι κρίμα, πολύ κρίμα. Δυο κηδειόχαρτα κολλημένα πλάι πλάι στην ίδια πολυκατοικία.  Όμως, ανήφορος και κατήφορος δεν είναι ο ίδιος δρόμος. Χαιρέτησε τον μπάτσο στρατιωτικά και, ξαλαφρωμένος και αέρινος, σε τρία λεπτά βρισκόταν και πάλι στην πλατεία. Ο νεκροθάφτης ήταν ακόμα εκεί, χωμένος μέσα σ’ ένα παρτέρι, δίπλα του δύο αναμμένα κεράκια, προσευχόταν γονατιστός για όλες τις αδικοχαμένες ψυχές του μάταιου τούτου κόσμου. Μα ήταν μπελάς, ήθελε να τον αποφύγει.  

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ

Στη μυστική κρυψώνα του θεού, οι μέρες είναι καχεκτικές, ανύπαρκτες, ανάξιες λόγου. Ο ήλιος, σκληρός, ανελέητος, εκεί είναι ανεπιθύμητος, δεν μπαίνει μέσα ποτέ. Και οι άνθρωποι που τον υπηρετούν, ευγενικοί, ευχάριστοι και αισιόδοξοι, δεν έχουν θέση εκεί μέσα. Προσπερνούν βιαστικά απ' έξω, τυχαία πάντα, λοξοκοιτάζουν φευγαλέα και συνεχίζουν το δρόμο τους. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν προλαβαίνουν.

Μα οι νύχτες είναι μεγάλες, αξημέρωτες, υγρές και άσπιλες. Σώζουν. Αυτούς που πρέπει. Τους προορισμένους. Κάθε Σάββατο βράδυ. Στο ναό. Μέχρι πρωίας. 

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

Μόλις τέλειωσα το «ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ» του Ντάνιελ Μέντελσον. Μου άρεσε πολύ. Μυρίζει έντονα Αρχαία Ελλάδα, τη χαρά της ζωής, φως, έρωτα και τραγούδι. Εμείς σήμερα στο σκοτάδι. Οξυδερκής, ευθύβολος, δυνατή πένα και όμορφη μετάφραση. Και συγκινητικός, βαθειά ανθρώπινος ο λόγος του. Για το άλυτο των ανθρώπινων σχέσεων, την παρηγορητική δύναμη της τέχνης (αρκεί;!), την μοναξιά και το θάνατο. Ειδικότερα για την αγάπη προς τον πατέρα του και τη συγγραφέα Μαίρη Ρενό, πρώτο του εφηβικό ίνδαλμα. Πολύ καλό βιβλίο! 

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον παλιόφιλο Γιώργο Κλαουδάτο για την «τιμητική προσφορά»!

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΟΔΑΡΙ

Ήταν πάλι εκεί, στην ώρα της, το μαύρο σκοτάδι γινόταν γαλάζιο, η σελήνη υπήρχε ακόμα, πίσω απ’ το βουνό έβγαινε η πρώτη αχτίδα της μέρας. Το μέσο της γέφυρας απέχει απ’ τη στεριά εξακόσια εικοσιπέντε βήματα, δικά της, δέκα φορές μετρημένα και τσεκαρισμένα. Καπνίζει αργά ξεφυσώντας λευκούς δακτύλιους ηρεμίας απ’ τη θάλασσα μέσα της. Εδώ πάνω πάντα φυσάει. Σήμερα το αεράκι δεν την παγώνει.
Ευτυχώς ο ταξιτζής σ’ όλη τη διαδρομή έμεινε μούγκα, νυσταγμένος ακόμα, κάπου κάπου ρουφούσε τον καφέ του και ψαχούλευε το ραδιόφωνο, στο τέλος βαρέθηκε και το ‘κλεισε. Χωρίς τις χειρονομίες του χτεσινού πατσοκοιλιά ή την πολυλογία του προχτεσινού ξερόλα,  μόνο το μάτι του άγγιξε για μια στιγμή τις γαλακτερές της μπουτάρες μέσα απ’ το στενό μίνι, όμως το δεξί του χέρι συνέχισε να χαϊδεύει τον λεβιέ των ταχυτήτων, καμιά κίνηση προς το μέρος της. Σίγουρα, υπό άλλες συνθήκες δεν θα ‘λεγε όχι, γύρω στα τριάντα, ωραίο καυλάκι, θα πάτσιζε και την κούρσα. Γενικά είχε τον τρόπο της, σήμερα όμως δεν είχε όρεξη, όπως και χτες και προχτές και όλες αυτές  τις μέρες. Στη διαδρομή κοίταζε ζαλισμένη το κενό μπροστά της χωρίς να βλέπει τίποτα, κάποια στιγμή έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και έκλεισε τα μάτια. «Κυρία, φτάσαμε» άκουσε ξαφνικά. Το ταξί είχε σταματήσει στην άκρη της γέφυρα. Όπως κατέβαινε, με την άκρη του ματιού είδε στο βάθος στα σκοτεινά, ακουμπισμένες στο τεράστιο τσιμεντένιο πόδι, δύο κολλημένες σκιές. Χαμουρευόντουσαν. Δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν το χτεσινό ή το προχτεσινό ζευγαράκι. Ήταν απλά δυο φιγούρες που σε λίγο θα  γαμιόντουσαν με πάθος στα όρθια, φόρα παρτίδα, τουλάχιστον για το δικό της  εξασκημένο μάτι. Δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Μέτρησε για άλλη μια φορά τρεκλίζοντας εξακόσια τόσα βήματα και έφτασε στη θέση της, στη μέση της γέφυρας.
Την ώρα αυτή η γέφυρα είναι τελείως άδεια, μόνο αυτή και η καύτρα του τσιγάρου, άχρηστος φάρος στη μέση του πελάγους αναβοσβήνει κάθε τριάντα  δευτερόλεπτα. Δεν περνά ούτε αυτοκίνητο, ούτε διαβάτης άνδρας. Κανείς. Ακόμη και αυτοί που σκέφτονται να βάλουν τέλος στην μάταιη ζωούλα τους τέτοια ώρα αγριεύονται, συνήθως φουντάρουν τα μεσημέρια. Τα λίγα λεπτά που έσβησε το μυαλό της μέσα στο ταξί κάπως την αναζωογόνησαν, όπως και ο αέρας που φυσά. Οι επιστήμονες λένε πως ο άνθρωπος δεν αντέχει μια βδομάδα χωρίς κανονικό ύπνο, αυτή όμως μπορεί. Και αυτοί που λένε ότι το αλκοόλ βοηθάει δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Ακουμπά στην κουπαστή και αγναντεύει τον απέραντο κόλπο. Ο ήλιος θέλει δε θέλει σε λίγο θα φανεί, το νοσοκομείο και το πανεπιστήμιο φαίνονται άδεια και έρημα, χωρίς ζωή, απ’ την άλλη όχθη πάνω στα βουνά η πυκνή ομίχλη είναι μόνιμη σαν άσπρος σκούφος, δεν μπορεί να τα δει μα ξέρει ότι εκεί ψηλά, μέσα στην πάχνη υπάρχουν κάτι μικρά χωριουδάκια περίκλειστα και απομονωμένα απ’ τον έξω κόσμο. Εκεί είναι και το χωριό της, μα αυτή πλέον εδώ και χρόνια ανήκει στον έξω κόσμο. Τα γοβάκια είναι στενά και ψηλοτάκουνα, την χτυπούν, μα βαριέται να σκύψει, ο πόνος γίνεται ανυπόφορος, δεν μπορεί άλλο να τον αγνοήσει, τα βγάζει και μαλάζει τις πρησμένες πατούσες. Νιώθει ανακούφιση. Σκαρφαλώνει πάνω στην σιδερένια δοκό, ανοίγει διάπλατα τα χέρια και εισπνέει με δύναμη τον αρμυρό αέρα. Μια ξαφνική ριπή  ανακατώνει τα μαλλιά της και κυματίζουν σαν ματωμένη σημαία. Θέλει να φωνάξει δυνατά, να ξεθυμάνει με ουρλιαχτά που δεν θα ακούσει κανείς, μα δεν της έρχεται κάτι να πει, το μυαλό της είναι  άδειο. Μένει έτσι αρκετή ώρα, με τα μάτια κλειστά και το στόμα ανοιχτό στην άκρη της αβύσσου. Παρόλα τα κιλά της νιώθει ανάλαφρη. Να την έβλεπε πόσο άνετα περπατά πάνω στην κουπαστή στις μύτες των ποδιών της, χωρίς να βλέπει, σαν υπνοβάτης που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα σε δύο κόσμους, μια λαστιχένια αθλήτρια  έτοιμη για το επικίνδυνο ακροβατικό. Το κοινό χειροκροτεί δυνατά, απ’ την πρώτη σειρά χειροκροτεί και αυτός. Όλοι την αποθεώνουν, «πέσε, πέσε, πέσε…» φωνάζουν ρυθμικά και περιμένουν.
 «Μην το κάνεις  κοπέλα μου, θα σκοτωθείς» ακούει μια άγνωστη μπάσα φωνή. Γυρίζει αργά το κεφάλι της πίσω να δει. Ένα σταματημένο αυτοκίνητο και ένας υπάλληλος με  πορτοκαλί φωσφοριζέ γιλέκο. Την κοιτάζει έντρομος, αυτή του χαμογελά με συγκατάβαση. Φαίνεται μεγαλούτσικος, κοντά στη σύνταξη. Άραγε έχει δει πολλούς σ’ αυτή τη στάση; Γυναίκα όμως δεν έχει ξαναδεί. Τέτοιες βάναυσοι μέθοδοι αποχώρησης δεν ταιριάζουν στο ασθενές φύλο, υπάρχουν και πιο ευγενικοί τρόποι να ανοίξεις την πόρτα. «Μην ανησυχείτε, κύριε, κατεβαίνω αμέσως» του φώναξε και πήδηξε κάτω.
Το νεαρό ζευγάρι γαμιότανε στα όρθια. Είχε σταματήσει πιο πέρα και τους κοίταζε, ούτε τσιγάρο δεν άναψε για να μην τους ενοχλήσει, όμως πρέπει να την  είδαν, δεν φάνηκε να ενοχλούνται, συνέχισαν απτόητοι τη δουλειά τους. Η πολύ ζαλάδα είχε φύγει, η αδρεναλίνη ανέβαινε σιγά σιγά και  άρχιζε να ερεθίζεται, μα είχε τα χάλια της, ντρεπόταν να πλησιάσει πιο κοντά, κρατούσε ακόμα τις ταλαιπωρημένες γόβες στα χέρια, το σκισμένο από το πέσιμο διχτυωτό καλσόν είχε γίνει ιπτάμενο πουκάμισο φιδιού και ταξίδευε στους πέντε ανέμους, τα χείλη της χρειάζονταν επειγόντως ένα κερασένιο φρεσκάρισμα. Έψαξε στην τσάντα της για το καθρεφτάκι και το κραγιόν. Έπρεπε επειγόντως να ανακτήσει την χαμένη της αυτοπεποίθηση. Ήταν δυνατή αυτή, δεν το έβαζε εύκολα κάτω.   
Εκεί ακριβώς είχανε σμίξει για πρώτη φορά, τέτοια εποχή, τελειώματα του Μάη, είχαν αρχίσει οι ζέστες, εκείνα τα παιδιά ήταν στην κούνια τους ακόμα, δεκαπέντε χρόνια πριν, σαν χτες. Ήταν δεν ήταν εικοσιπέντε, δεν είχε ξανάρθει μέχρι τότε  στη γέφυρα, οι ερημιές την τρομάζανε, τόσα γίνονταν κάθε μέρα, μα αυτόν τον εμπιστεύτηκε, απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή. Ίσως απ’ το ακριβό του αμάξι, ίσως το όμορφο κουστούμι, το παρουσιαστικό του, όλα αυτά. Όταν την σταμάτησε στο δρόμο μπήκε χωρίς ενδοιασμό. Την έφερε εδώ, στο σκοτεινό ποδάρι. Ήταν διευθυντής σε κάποια τράπεζα, δεν ήθελε να της αποκαλύψει σε ποια, παντρεμένος με δυο παιδιά,  καλοστεκούμενος πενηντάρης, εμφανίσιμος, είχε κρατήσει τα μαλλιά του, δεν είχε ξεχειλώσει ακόμα. Εκείνο το βράδυ δεν κάνανε τίποτα, μόνο την χάιδευε και την φιλούσε. «Αγκάλιασέ με» της έλεγε και ήθελε πιο σφιχτά. Στο τέλος την πλήρωσε καλά και την πήγε σπίτι της. Της ζήτησε και το τηλέφωνο, αυτός δεν της έδωσε το δικό του, θα την έπαιρνε, σίγουρα, ήθελε πολύ να ξαναβρεθούν.
Ο ταξιτζής της επιστροφής ήταν άγνωστος,  δεν την είχε ξαναπάρει κούρσα, άλλος ένας χοντρός και καραφλός βρικόλακας της ασφάλτου. Προσποιήθηκε την μεθυσμένη και έγειρε στο κάθισμα ανοίγοντας διάπλατα τα πόδια. Αυτός δεν έχασε την ευκαιρία, τρύπωσε το χέρι του μέσα στην κυλότα της, αυτή βογκούσε και αναστέναζε, μα συνέχιζε να κάνει την κοιμισμένη, σαν να έβλεπε όνειρο, ο ταρίφας άναβε ακόμα πιο πολύ, σταμάτησε στην άκρη της εθνικής, την ξεκούμπωσε και άρχισε να  γλύφει τις ρόγες της, να χαϊδεύει χαμηλά, να φιλά τα κερασένια της χείλη, μέχρι που τράβηξε απαλά το κεφάλι της προς το μέρος του και έβαλε στο στόμα της το μαραμένο του σύκο, αυτό ως εκ θαύματος, άρχισε να μεγαλώνει, άρχισε και αυτή να χαϊδεύεται. Όταν φτάσανε την ξύπνησε απαλά και την καλημέρισε. Δεν της πήρε λεφτά για την κούρσα.
Το ταξί την άφησε έξω από την πόρτα της. Πεινούσε. Το περίπτερο είχε μόλις ανοίξει, αγόρασε δυο σακουλάκια τσιπς και άρχισε να μασουλά. Τις τελευταίες μέρες τρέφεται μόνο με αλκοόλ και πατατάκια, από μικρή της αρέσανε. Μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας κοιμάται ο ζητιάνος σκεπασμένος με δυο κουβέρτες, προσπαθεί να περάσει από πάνω του, να μην τον ξυπνήσει, όμως αυτός ανοίγει απότομα τα μάτια, αλλάζουν χαμόγελα, βγάζει απ’ την τσάντα της ένα χαρτονόμισμα και του το δίνει. Βγαίνοντας από το ασανσέρ στον τρίτο πέφτει μούτρα με μούτρα με τις δυο ηλικιωμένες γριούλες, αδερφές γεροντοκόρες του διπλανού διαμερίσματος. Της παραπονιούνται ότι βγαίνει δυσοσμία απ’ το διαμέρισμά της, κάτι πρέπει να κάνει γι’ αυτό. Δεν τους δίνει σημασία, συνεχίζει αδιάφορα να μασουλάει τα πατατάκια της. Βάζει το κλειδί στην πόρτα και ανοίγει. Αυτής δεν της μυρίζει τίποτα. Είναι μουρλές αυτές οι κωλόγριες.
Είναι δεκαπέντε χρόνια μαζί, από κείνο το ρομαντικό βράδυ στο σκοτεινό ποδάρι. Δεν υπήρχε βέβαια λόγος να παρατήσει τη γυναικούλα του και τα παιδάκια του ο κύριος διευθυντής, κι αυτή ποτέ δεν του το ζήτησε, δεν είχε τέτοιες υπερβολικές απαιτήσεις, της νοίκιασε αυτό το δυαράκι και το είχε δίπορτο, πρόσεχε βέβαια, δεν ήθελε να μαθευτεί κάτι, να ρισκάρει την καριέρα του και την οικογενειακή του γαλήνη. Ούτε αυτή το ήθελε, τον αγαπούσε, τουλάχιστον στην αρχή έτσι νόμιζε, τίποτα δεν της έλειπε, χρήματα, δώρα και όλα τα σχετικά, είχε τον τρόπο του ο κύριος διευθυντής, και ήταν πολύ τρυφερός, πραγματικός έρωτας, όχι σκέτο γαμήσι, μόνο που όλα γίνονταν παράνομα, στα κρυφτά, της είχε λείψει τόσα χρόνια να βγουν μια βόλτα μαζί, όπως κάθε φυσιολογικό ζευγάρι, δεν ήθελε να εκτεθεί ο κύριος διευθυντής, και στο διαμέρισμα που ερχόταν δυο τρεις φορές την εβδομάδα πάντα στα γρήγορα και προσεχτικά, να έχει πέσει ο ήλιος, να έχουν κλείσει τα μαγαζιά, πάντα στα γρήγορα, δεν προλάβαινε, είχε πολλές υποχρεώσεις ο κύριος διευθυντής. Δεν την ένοιαζε, βασίλισσα την είχε, τίποτα δεν της έλειπε, είχε σταματήσει και να δουλεύει. Όμως σιγά σιγά τα πράγματα στράβωσαν. Άρχισε να της ζητάει περίεργα πράγματα στο κρεβάτι, γινόταν όλο και πιο βίαιος, με σύνεργα και παιχνίδια, όλο και πιο σαδιστικός, σπαζόταν αυτή μα έκανε υπομονή, δεν ήθελε να του χαλάει το χατίρι, τους δένανε πολλά πλέον, τον είχε συνηθίσει κόλας, τον είχε και ανάγκη, όλα αυτά, όσο μπορούσε έκανε υπομονή.

Το διαμέρισμα μέσα είναι χάλια από την ακαταστασία, πεταμένα πράγματα στο πάτωμα, βρώμικα ρούχα, άδεια σακουλάκια από τσιπς, άδειες μπουκάλες εδώ και κει, τσίγκινα κουτάκια από μπύρα, σωστό μπουρδέλο, πρέπει να καθαρίσει, να βάλει μια τάξη. Η τηλεόραση παίζει ακόμα, χωρίς φωνή. Πρέπει αυτός να την ξέχασε ανοιχτή, τον ακούει στο βάθος απ’ το υπνοδωμάτιο που ροχαλίζει, επιτέλους πλέον κοιμάται μαζί της, τα δέκα τελευταία βράδια είναι αποκλειστικά δικός της, μόνο γι’ αυτήν, μα έχει γίνει πολύ βίαιος, σαδιστικός, θέλει να την μαστιγώνει, να την τσουρουφλίζει με λιωμένα κεριά, να χώνει με μίσος το χέρι του στο μουνί και τον κώλο της, την βρίζει, την χαστουκίζει, την κλοτσάει, πλέον την αγαπάει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, μα είναι δικός της, μόνο δικός της, κανείς δεν μπορεί να της τον πάρει. Ανοίγει προσεχτικά την πόρτα για να μην τον ξυπνήσει. Σαν μωράκι κοιμάται ο γλυκός της. Κάποια στιγμή πρέπει να αλλάξει το σεντόνι, έχει γίνει κατάμαυρο απ’ τα ξεραμένα αίματα. Τα χέρια του είναι ακόμα ανοιχτά, καρφωμένα πάνω στο κρεβάτι, ο εσταυρωμένος την κοιτάζει με παγωμένο βλέμμα, το στόμα του  ακόμα μπουκωμένο απ’ το μαραμένο του σύκο, προεξέχουν λίγο τα μεγάλα πρησμένα του αρχίδια. Ο καλός της ήταν περήφανος για τα μεγάλα του παπάρια, τώρα μπορεί να τα γλύφει όσο θέλει. Με την ησυχία του, κανείς δεν πρόκειται να τον ενοχλήσει.