Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΑΔΕΛΦΗ ΨΥΧΗ

Χτυπούσε το ξυπνητήρι ασταμάτητα, μα δεν μπορούσε να κουνηθεί ρούπι, σαν να τον είχε χτυπήσει εγκεφαλικό. Μόνο, μισάνοιγε τα μάτια, μετρούσε την ώρα σε εικοσάλεπτα και ξανάπεφτε σε λήθαργο. Πρέπει να είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Απ’ το παράθυρο ο ήλιος τον χτύπαγε κατ’ ευθείαν στα μάτια. Πετάχτηκε όρθιος,  μούσκεμα στον ιδρώτα. Κάποιος βρόνταγε την πόρτα επίμονα, δυνατά, φώναζε και τ’ όνομα του. Η φωνή κάτι του θύμιζε. Έφτασε στο μπάνιο παραπατώντας, κατούρησε κι έριξε μπόλικο νερό στα μούτρα του. Ένιωθε σάπιος, χρειαζόταν επειγόντως καφέ, τσιγάρο και ντεπόν.  Σκέτα και σε διπλή δόση. Για πρωινό.
Η ώρα του ύπνου είναι ιερή και το τηλέφωνο μπαίνει πάντα στο αθόρυβο. Έτσι κι αλλιώς, ότι είναι να γίνει θα γίνει, δεν το γλυτώνεις. Οι αναπάντητες είναι δώδεκα. Και δύο μηνύματα ελήφθησαν. Ρουφάει μια καυτή γουλιά και ανάβει τσιγάρο. Η γειτόνισσα από δίπλα χρειάζεται πάλι συμπαράσταση, επειγόντως, γράφει. Πάλι ο καλός της απειλεί να την παρατήσει, κι’ αυτή, με τη σειρά της, θα πέσει απ’ το μπαλκόνι και θα σκοτωθεί. Πάλι ξεχνά ότι μένει στο ισόγειο. «Πάρε με, αμέσως, σε χρειάζομαι», τελειώνει το μήνυμα. Μία από τα ίδια.
Χτυπάνε πάλι την πόρτα και το κουδούνι με μανία. Ανοίγει και την βλέπει μπροστά του, σενάμενη κουνάμενη, η παρδαλή. Μιλάει σε ρυθμό πολυβόλου, πάει το στόμα  ροδάνι. Σαν του κακονύχτη τον κώλο, που θα ‘λεγε κι η συγχωρεμένη η μάνα του. Δεν τις λέει τίποτα, ούτε την διακόπτει, την αφήνει να ξεθυμάνει.  Όπως πάντα. Να  του πει τα δραματικά γεγονότα της  περασμένης βδομάδας, όλα τα σκηνικά που έγιναν όσο ήταν άφαντος και δεν σήκωνε τα τηλέφωνα. Την παραμελεί, έχει μέρες να φανεί, την απειλεί πως θα την παρατήσει, δεν μπορεί να αντέξει πια τέτοιο μαρτύριο, αυτή που τον έχει βασιλιά,  μη βρέξει και μη στάξει τον αφέντη. Και σ’ όλα αυτά, πριν δυο μέρες, της κόψανε και το ρεύμα. Όχι πως δεν το περίμενε, χρώσταγε πολλά, αργά ή γρήγορα θα γινόταν. Μα της έπεσαν όλα μαζεμένα. Και ακόμα δεν του ‘χει πει τίποτα του αντρούλη της, τότε είναι που δεν θα ξαναπατήσει.
Όταν την πρωτογνώρισε, πριν από δέκα χρόνια, του είχε πει  ότι στην προηγούμενη ζωή ήταν μπατσίνα, σε ξένη χώρα, και δολοφονήθηκε στα είκοσι εφτά της από μια σπείρα εμπόρων ναρκωτικών. Ήταν απρόσεχτη κι έπεσε στην παγίδα τους. Τώρα είχε επιστρέψει, είχε αλλάξει και θρήσκευμα, ήταν μουσουλμάνα πια, ας μην έχει κάνει περιτομή, δεν είναι υποχρεωτικό, του είχε πει, έτσι κι αλλιώς ένας είναι ο θεός,  ίδιος για όλους. Του ‘χε πει κι άλλα πολλά, με ύφος σοβαρό, τα πίστευε, δεν έκανε πλάκα, είχε και κάποιες υπερφυσικές δυνάμεις, είπε, που χρησιμοποιούσε όμως για το καλό πάντα. Δεν γέλασε μ’ αυτά που άκουσε, ούτε παραξενεύτηκε, του είχε φανεί και κάπως ψιλοφτιαγμένη. Κάνα εξάμηνο κράτησε η σχέση τους. Είχε να θυμάται σαράντα ωραία γαμήσια, δεν είναι και λίγο. Στο τέλος ακολούθησε ένας άγριος καβγάς με κλωτσιές, μπουνιές και δαγκωνιές. Τελικά έδειξε κατανόηση. Μείνανε φίλοι, γίνανε και γείτονες.
Την άκουγε ανέκφραστος, το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι. Μιλούσε ακατάπαυστα για αρκετή ώρα, ζητούσε παρηγοριά, λίγη συμπόνια από μια αδελφή ψυχή. Ήταν ολομόναχη, απελπισμένη και αδύναμη. Κάποια στιγμή τον αγκάλιασε σφιχτά κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του, πήγαν να της φύγουν και λίγα δάκρυα. Της χάιδεψε τα μαλλιά και την φίλησε στο μάγουλο, όμως δεν προχώρησε παραπέρα. Ούτε αυτός  είχε όρεξη σήμερα.
Πριν μια βδομάδα τον διώξανε απ’ τη δουλειά, το αφεντικό του είπε ότι τον έκλεψε. Δεν είχε άδικο, πάντα κλέβει τ’ αφεντικά του, από λίγο, να μην τον κατά-λάβουν. Και να ισοφαρίσει την αδικία αφού κι αυτά τον κλέβουν. Αυτή τη φορά όμως έκανε λάθος, παρασύρθηκε και άδειασε όλο το ταμείο. Ήταν σκέτη αυτοκτονία, το ήξερε, μα είχε και κάποια χρέη να πληρώσει. Άτιμο πράγμα ο τζόγος, σε ξεφτιλίζει, πρέπει να το κόψει, έφτασε πάτο. Τουλάχιστον δεν έμπλεξε παραπέρα με αστυνομίες και δικαστήρια, δεν υπήρχαν από-δείξεις. Μόνο που έχασε τη δουλειά του και είναι άφραγκος και πρέπει να ψάξει για δανεικά. Ούτε για το αφεντικό του στεναχωρήθηκε, δεν έχει τύψεις. Μαλάκας ήταν, του άξιζε, κι έχει φράγκα. Έχει όμως τα δικά του, έχει κι αυτόν τον μπελά πάνω απ’ το κεφάλι του.
Στην αρχή, τότε που την γνώρισε ήταν ακόμα κάπως μπερδεμένη. Μια φορούσε φουστάνια και σουτιέν  με βάτες που τα φούσκωνε από μέσα, μια έβαζε πάλι τα παντελόνια –όμως το μαλλί πάντα μακρύ και ελεύθερο και φουντωτό- μία ψηλοτάκουνα και χείλη βαμμένα, μία σκέτα. Τελικά αποφάσισε, μόνο εξωτερικά, στην εμφάνιση, ούτε σκέψη για ορμόνες, ακρωτηριασμούς και πλαστικές. Τα είχε βρει πλέον με τον εαυτό της.
Τα είχε πει όλα και είχε ξαλαφρώσει. Τώρα κάπνιζε ήρε-μα το τσιγάρο της και τον κοιτούσε αμίλητη. Τον ρώτησε που ήταν μια βδομάδα εξαφανισμένος, μα δεν της απάντησε, ούτε της είπε ότι είναι άνεργος. Είναι μπελάς. Όσο λιγότερα ξέρει, τόσο το καλύτερο, έτσι κι αλλιώς να βοηθήσει δεν μπορεί. Τον ρώτησε αν έχει και κάνα φράγκο να πάρει τίποτα, έχει να φάει από χτές. Έβγαλε απ’ τη τσέπη του ότι ψηλά είχε και της τα ‘δωσε…

Στην είσοδο της πολυκατοικίας ο διαχειριστής χαζολογούσε με την καθαρίστρια, ποιος ξέρει, μπορεί και να την φλέρταρε, παντρεμένος άνθρωπος και κάποιας ηλικίας, με παιδιά και εγγόνια. Είχε μόλις μπει ο Ιούνης και οι ειδήσεις προειδοποιούσαν για τον πρώτο μίνι καύσωνα, από αύριο η θερμοκρασία θα άγγιζε τους σαράντα. Στον περιφερειακό δεν κυκλοφορούσε ψυχή, μόνο στο λόφο απέναντι κάτι τουρίστες ανέβαιναν τον χωματόδρομο.  Στη γωνία, μέσα στο περιπολικό, δυο αστυνομικοί χασκογελούσαν κι έπαιζαν με τα κινητά τους. Ο ασύρματος βούιζε ασταμάτητα. Μια μαύρη γάτα έψαχνε στα σκουπίδια για φαγητό. Κατηφόρισε προς την πλατεία. Άρχισε να ιδρώνει. 

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΟΥΔ

Το ταξί τον άφησε κοντά στο περίπτερο. Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε. Έξω, στο μπαλκόνι του δίπατου νεοκλασικού, καθηλωμένο στο αναπηρικό καροτσάκι και στα πόδια του μια μάλλινη κουβέρτα.  Κοιτάζει τον ουρανό μόνο, πέρα μακριά, η ζωή στην πλατεία πλέον δεν τον ενδιαφέρει, δεν βγαίνει από το σπίτι, δεν κοιτάζει κάτω. Δεν λέει πολλές κουβέντες, δεν γελάει. Τον φροντίζει η κόρη του -είναι τυχερός- μένει μαζί της, με την οικογένειά της, την ώρα αυτή ο άντρας της δουλεύει, η μικρή έχει φροντιστήριο, τελειώνει φέτος, θα δώσει εξετάσεις. Ο γέρος κάθεται μόνος στο μπαλκόνι και κοιτάζει τον ουρανό, συννεφιασμένο και βαρύ, έτοιμο να βρέξει, μέσα η κόρη του κάνει δουλειές. Τον παρατηρεί έτσι γερασμένο κι ανήμπορο –δεν φαίνεται το σημάδι στο μάγουλο, αν υπάρχει ακόμα-  αλλά δεν τον λυπάται. Δεν ξέρει καν πως αποφάσισε, μετά από τόσα χρόνια, να γυρίσει πίσω. Το έχει ήδη μετανιώσει. Στέκεται ακίνητος και αναποφάσιστος –ο περιπτεράς από ώρα του ρίχνει κλεφτές ματιές- να περάσει το δρόμο ή να κάνει μεταβολή και όπισθεν. Είχε μάθει απ’ το τηλέφωνο για το εγκεφαλικό, πριν από δυο χρόνια, ούτε τότε είχε έρθει να τον δει, και κείνη τη φορά ήτανε βαρύ, όλοι περιμένανε από στιγμή σε στιγμή να τα τινάξει. Μα τη σκαπούλαρε πάλι, σκληρό καρύδι ο γέρος. Τελικά, περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εδώ που φτάσαμε δεν έχει γυρισμό. Χτυπά το κουδούνι, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα. Η ξύλινη σκάλα με τα σαράντα δύο σκαλοπάτια, ακριβώς. Ακούει τη φωνή της, ρωτάει ποιος είναι. Δεν της απαντάει. Ανεβαίνει αργά,  με δυσκολία, νιώθει τα γόνατα βαριά, ξαναμετράει τα σκαλιά για να σιγουρευτεί, και πάλι ακούει τη φωνή της, πάλι δεν της απαντάει. Την βλέπει στο κεφαλόσκαλο ξαφνιασμένη, δεν πιστεύει στα μάτια της. Αγκαλιάζονται σφιχτά, τρέμει, βουρκώνει,  έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Αυτός είναι ψύχραιμος, την κοιτάζει βαθιά στα μάτια και χαμογελά, την χαϊδεύει στο μάγουλό, τα μακριά μαλλιά, έχουν αρχίσει να ασημίζουν εδώ και κει, φιλιούνται και αγκαλιάζονται ξανά για να χορτάσουν, ακόμα πιο σφιχτά, παρατεταμένα. Συνέρχονται από την φωνή του, ζητάει νερό. Είναι ξέπνοη, βραχνή κι ασθματική, κουρασμένη και τσακισμένη μα την αναγνωρίζει και τον πιάνει σύγκρυο. Πηγαίνουν μαζί προς  την κουζίνα, δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στο σπίτι, ίσως πάλι και να μην θυμάται λεπτομέρειες, είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν. Όταν περνά απ’ το σαλόνι κοντοστέκεται. Διακρίνει αχνά τον καμπουριαστό σκελετό, η πλάτη γυρτή, οι ώμοι σκυμμένοι, το κεφάλι ξεφλουδισμένο. Μα δεν τον λυπάται. 
Δεν ήτανε μπροστά στο συμβάν, είχε βγει βόλτα με τους φίλους και τα ‘μαθε την άλλη μέρα. Είχε γυρίσει στο σπίτι πιωμένος , αργά το βράδυ, άρχισε χωρίς λόγο να την βρίζει και να την κοπανάει. Δεν ήταν η πρώτη φορά, όμως τον τελευταίο καιρό το κακό είχε παραγίνει. Η μάνα κάθε φορά έκανε υπομονή, περίμενε να περάσει η μπόρα, η αδερφή του πάλι δεν τολμούσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι της, να μπει στη μέση, να τη βοηθήσει κάπως, ήταν μικρή ακόμα. Μα κι αυτός που ήταν και μεγαλύτερος τον φοβόταν, όσο μπορούσε έλειπε απ’ το σπίτι, ειδικά τα βράδια. Έψαχνε για δουλειά, το είχε κατά νου να τις πάρει και να φύγουν απ’ το σπίτι. Δεν πρόλαβε. Την βρήκε πρώτος, χαράματα που γύρισε στο σπίτι, οι άλλοι κοιμόντουσαν ακόμα, ο πατέρας του ροχάλιζε του καλού καιρού. Ξημέρωνε Κυριακή. Ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού, ήρεμη,  τα μάτια κλειστά. Δεν ξαναξύπνησε. Είχε πάρει ολόκληρο το κουτί με υπνωτικά, είκοσι χάπια.   
Τον έπιασε απαλά απ’ την πλάτη και τον ανασήκωσε να πιει. Είχαν επισκέψεις, του είπε χαρούμενη, κάποιος είχε έρθει να τον δει. Ο γέρος παραξενεύτηκε,  είχε καιρό να ενδιαφερθεί κάποιος για κείνον, όλοι, φίλοι και γνωστοί, τον είχαν ξεχάσει. Γύρισε το καροτσάκι προς τα μέσα, εκείνος πλησίασε κοντά του και μετά από πολύ καιρό, πατέρας και γιος κοιταζόντουσαν ξανά στα μάτια, επίμονα, βαθιά και τρομαγμένα, αυτή τους άφησε μόνους και πήγε στην κουζίνα. Δεν αλλάξανε κουβέντα, μόνο κοιταζόντουσαν. Κάποια στιγμή τα μάτια του βούρκωσαν, σαν να προσπάθησε να σηκωθεί  κι απ’ το  καρότσι, γρήγορα όμως παράτησε κάθε προσπάθεια. Άναψε τσιγάρο, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από πάνω του. Κάποια στιγμή ο γέρος λύγισε κι έβαλε τα κλάματα, λυγμοί ξεθυμασμένοι και παράτονοι με ενδιάμεσα βογγητά, μα συνέχισε κι αυτός να τον κοιτάει, δεν ντράπηκε, δεν νευρίασε, ίσως να ήταν κι η πρώτη φορά που έκλαιγε στην ογδοντάχρονη ζωή του, μπορεί κι η τελευταία. Άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και πλησίασε κοντά του. Έπιασε απαλά τα μαραμένα του χέρια, αναστέναξε και χάιδεψε τρυφερά το δεξί μάγουλο, το σημαδεμένο, κατόπιν και το ξεφλουδισμένο κεφάλι. Η αδερφή στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας και παρακολουθούσε. Έκλαιγε και κείνη βουβά.
Αυτός ήταν που ειδοποίησε το γιατρό και το ασθενοφόρο, μόνος του, χωρίς να ξυπνήσει κανέναν. Ήρθε ο γιατρός, μέτρησε τους σφυγμούς της, την καρδιά της και είπε ότι η μαμά είχε πεθάνει. Τότε ξέσπασε σε κραυγές και ο πατέρας του ξύπνησε. Όταν τον είδε, έτρεξε στην κουζίνα, πήρε το πρώτο μαχαίρι που βρέθηκε μπροστά του και, πριν προλάβουν να τον σταματήσουν, κατάφερε να του ανοίξει το μάγουλο στα δύο, από πάνω, το αυτί, μέχρι κάτω, το στόμα. Μετά έφυγε απ’ το σπίτι και μπαρκάρισε στα καράβια.
Όταν κατέβαινε τις σκάλες είχε πλέον νυχτώσει. Στην εξώπορτα συναντήθηκε με την μικρή. Δεν τον ήξερε, δεν τον είχε ξαναδεί, ούτε καν από κάποια πρόσφατη φωτογραφία. Στην αρχή τρόμαξε, ζαλισμένη από τα μαθήματα της μέρας, κουρασμένη, μετά ίσως να πήγε και το μυαλό της στο πονηρό, ο πατέρας της δεν είχε γυρίσει ακόμα. Για λίγο σταμάτησε και της χαμογέλασε. Ήταν ψηλή, λεπτή, πανέμορφη, φτυστή η γιαγιά της, είχε πάρει και τα μάτια της, και τ’ όνομά της. Μετά βγήκε βιαστικά στο δρόμο.

(Ύστερα από λίγο καιρό, ήταν Μεγάλη Παρασκευή που έμαθε πως ο πατέρας του πέθανε με τρόπο αναπάντεχο, την ώρα που περνούσε από την πλατεία ο επιτάφιος, μπροστά απ’ το σπίτι τους, όταν ο γέρος ξαφνικά, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, τινάχτηκε πάνω, στάθηκε για λίγο όρθιος, κοίταξε για τελευταία φορά το ολόγιομο φεγγάρι και κατόπιν φουντάρισε στο κενό, ανάμεσα στο έντρομο πλήθος που ακολουθούσε τους παπάδες. Η κηδεία του θα γινόταν μετά την Ανάσταση, είπε η αδερφή του στο τηλέφωνο.)

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙ-ΖΩΗΣ

Περπατούσε τρέχοντας. Είχε αργήσει, σήμερα δεν λειτουργούσε τίποτα. Ταξί και λεωφορεία σε απεργία, δρόμοι πνιγμένοι στα αυτοκίνητα, μποτιλιαρίσματα,  σπασμένα νεύρα, βρισιές και κορναρίσματα. Προσπερνούσε με την τσάντα παραμάσχαλα, χαρτιά, βιβλία, σημειώσεις, όσα χρειαζόταν για το μάθημα. Δεν είχε κοιμηθεί καλά, ο ύπνος είχε αργήσει να έρθει και η νύχτα ήταν πάλι μεγάλη, τελικά τα ξημερώματα ξέκλεψε ένα δίωρο, συνήλθε κάπως, μα τώρα είχε αργήσει. Και καλά να πάθει. Να μάθει άλλη φορά να ανοίγει την τηλεόραση, να διαβάζει εφημερίδες, να παρακολουθεί τις ειδήσεις, να ξέρει τι του γίνεται, να παίρνει τα μέτρα του. Αν γνώριζε, απ’ το μεσημέρι θα στηνόταν στο σχολείο και θα περίμενε. Τώρα ποιος τον ακούει, πάλι, τον διευθυντή.
Δεν ήταν στα όνειρά του να διδάσκει βαριεστημένους μαθητές του νυχτερινού. Όταν τέλειωσε το διδακτορικό στη φυσική δούλεψε για δυο χρόνια σε κάποιο πυρηνικό κέντρο του εξωτερικού και συνάμα βοηθός στο κοντινό  πανεπιστήμιο. Έκανε  δυο τρεις σημαντικές δημοσιεύσεις, πήρε μέρος και σε συνέδρια, όλοι τον θεωρούσαν ανερχόμενο αστέρι στον τομέα του, διεθνούς βεληνεκούς, λέγανε. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, να τον φέρουν με κάθε κόστος οι αρμόδιοι, είχε πολλά να προσφέρει στην πατρίδα του. Τελικά επέστρεψε, μα για άλλους λόγους.
Είχε πέσει ο ήλιος κι αυτός ακόμα περπατούσε. Έπρεπε να πάει στη δουλειά του. Η πορεία των εργαζομένων και των ανέργων, εδώ και ώρα, είχε τελειώσει. Φτάσανε μέχρι τη βουλή, κράτησαν ψηλά τα πανό τους, ανέμισαν τις πολύχρωμες σημαίες τους, διαδήλωσαν με σθένος τα δίκαια αιτήματά τους, φάγανε κάμποσα δακρυγόνα στη μάπα, τους σπρώξανε με τις ασπίδες και τα γκλοπ, τους κλώτσησαν και στο τέλος το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε. Και γύρισαν σπίτι. Τώρα είχε αρχίσει ο κλεφτοπόλεμος των κουκουλοφόρων. Τους έβλεπε στα στενά, γύρω απ’ την πλατεία, να πετροβολάνε βιτρίνες και αμάξια, να βάζουνε φωτιές σε κάδους σκουπιδιών, να στήνουν αυτοσχέδια οδοφράγματα, να βρίζουν τους μπάτσους και κείνοι να τους παίρνουν στο κυνήγι. Σαν τα μικρά παιδιά παίζανε τους κλέφτες κι αστυνόμους κι αυτός δεν ήξερε από πού να πάει και που να κρυφτεί, παντού φασαρίες και συμπλοκές, το κέντρο είχε μετατραπεί σε κόλαση, κοβόταν η ανάσα του από τα δακρυγόνα, έκλαιγαν τα μάτια του συνέχεια, πονούσαν και έκαιγαν. Τέτοιο πράγμα δεν το ‘χε ξαναπάθει, σαν πρόβατο στη σφαγή, ο άμαχος πληθυσμός, οι παράπλευρες απώλειες, όπως θα λέγανε εκ των υστέρων, άοπλος και εντελώς ανύποπτος, ακίνδυνος για όλους, με το σκυφτό του σουλούπι το καμπουριαστό, το αθώο του ύφος και τον τρόμο μέσα από τα μάτια του. Όμως όλα αυτά δεν του εξασφάλιζαν τίποτα απολύτως. Και πάνω από όλα ότι θα φτάσει σώος κι αβλαβής στην εργασία του. Γιατί καμιά όρεξη δεν είχε νυχτιάτικα να του ανοίξουν με καμιά κοτρόνα το κεφάλι και να τρέχει στα νοσοκομεία. Θα έχανε και το μάθημα και οι μαθητές του, τα κουρασμένα παλικάρια του, κάποιοι απ’ αυτούς τουλάχιστον, σίγουρα θα ανησυχούσαν. Αυτοί μόνο, κανένας άλλος.  
Όταν πέθανε η μάνα του έπρεπε να γυρίσει πίσω. Ήταν η δικαιολογία που περίμενε. Είχε μπουχτίσει από βαρβαρικές κραυγές, λέξεις χωρίς συναίσθημα, ψυχρές συνομιλίες της δουλειάς, της έρευνας, είχε κουραστεί από δογματικούς προϊσταμένους, από την φανατίλα τους και την αυθεντία τους, το ύφος τους το περισπούδαστο, αυτούς που ξέρανε πάντα την αλήθεια, είχε βαρεθεί τις άσκοπες συνεργασίες, τις βαρετές συναναστροφές, τις κουβέντες για τα μεγάλα ζητήματα της επιστήμης που εδώ και αιώνες εκκρεμούσαν, για τα στριμμένα μαθηματικά και τις καινούργιες εξωτικές ιδέες που κάθε τόσο ανακάλυπταν, τις δύσπεπτες διαφορικές εξισώσεις των άπειρων μεταβλητών που θα τον οδηγούσαν κάποτε στη θεωρία των πάντων, στο άγιο δισκοπότηρο των ερευνητών, εκεί μακριά, στους άγνωστους κόσμους του αχανούς σύμπαντος, στα ένδοξα νόμπελ του μακρινού μέλλοντος. Σίγουρα, κάποτε όλα αυτά θα τον οδηγούσαν στην αθανασία. Αυτά που σφράγισαν την άχαρη και μοναξιασμένη του νιότη, την αποστειρωμένη. Πλέον τα είχε βαρεθεί, τον είχανε κουράσει. Τώρα η ζωή του θα έμπαινε σε άλλη φάση. Θα γυρνούσε στην πατρίδα. Εκεί που τον περίμενε μόνο ένας παράλυτος αδερφός  πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι. Κανένας άλλος.
Είχε μαζευτεί κόσμος γύρω απ’ το πεσμένο αγόρι. Κάποιοι προσπαθούσαν να δώσουν τις πρώτες βοήθειες, είχαν ειδοποιήσει και για ασθενοφόρο. Βρέθηκε κι ένας περαστικός γιατρός, απ’ το πουθενά, εξέτασε το παιδί στα γρήγορα και είπε πως είχε πεθάνει. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρόνων. Η κουκούλα του παρατημένη πιο κει κολύμπαγε  στο αίμα, τα ξανθά του μαλλιά είχανε γίνει κατακόκκινα,  στο μέτωπό καταμεσής μια τρύπα εννέα χιλιοστών ολοστρόγγυλη, πρέπει να πυροβολήθηκε εξ επαφής, ψιθύρισε κάποιος έμπειρος στα πολεμικά. Πλησίασε πιο κοντά να δει καλύτερα. Δυο αθώα γαλανά μάτια τον κοίταζαν ήρεμα και με συγκατάβαση. «Δάσκαλε, είναι πολύ ένας χρόνος ημιζωής;» ρωτούσαν και πάλι.
Ήταν μαθητής του. Φέτος θα τέλειωνε το σχολείο, ήθελε να δώσει και πανελλήνιες, να γίνει ηλεκτρονικός. Ήδη τα πρωινά δούλευε σαν βοηθός, ας μην πληρωνόταν, μάθαινε όμως την τέχνη. Ήταν ο καλύτερος της τάξης, απ’ τους λίγους που έδειχναν ενδιαφέρον, χωρίς απουσίες, χωρίς εξυπνάδες, χωρίς φασαρίες, ειδικά στο μάθημά του. Είχε όνειρα για το μέλλον, μα τον ενοχλούσε η βρωμιά και η αδικία αυτού του κόσμου, ήθελε να τον αλλάξει, έλεγε. Άκουγε με συγκατάβαση τα φλογισμένα του λόγια και του χαμογελούσε. Δεν είχε κάτι να του πει, να τον συμβουλέψει ως μεγαλύτερος, πείρα ζωής και κουραφέξαλα, τι να πει ένας πενηντάρης σε έναν εικοσάχρονο, ακόμα κι ένας πατέρας σ’ ένα γιο, τίποτα, μόνο προχώρα, κάνε ότι νομίζεις καλύτερο και πρόσεχε, όχι μόνο γκάζι, θέλει και φρένο, στις επικίνδυνες στροφές, στις κατηφόρες. Αυτά σκεφτότανε όταν τον άκουγε, μα δεν έβγαζε μιλιά, μόνο τον θαύμαζε και χαμογελούσε. Χτες είχανε μάθημα για τη ραδιενέργεια, για τα άτομα και τους πυρήνες, τις βλαβερές συνέπειες της ακτινοβολίας, τον κίνδυνο ενός ολοκαυτώματος, μιας παγκόσμιας καταστροφής. Ο μικρός άκουγε με ενδιαφέρον, κρατούσε σημειώσεις και ρώταγε. Είναι κάποια στοιχεία που μας μοιάζουν, φίλε μου, του είχε απαντήσει, δεν είναι αιώνια, πεθαίνουν και μετασχηματίζονται σε άλλα, και ο χρόνος ημιζωής τους είναι ένας περίεργος λογάριθμος που τα καθορίζει, δεν είναι η μισή τους ζωή ακριβώς, είναι κάτι παραπάνω του είχε πει. Ναι αγόρι μου, είναι πολύς χρόνος. Και αυτός άκουγε και σημείωνε, άκουγε και σημείωνε. Σε λίγο έφτασε το ασθενοφόρο και δυο νοσοκόμοι σκέπασαν τον νεκρό μαθητή.
Όταν επέστρεψε έψαξε αμέσως για δουλειά. Έστειλε κάποια βιογραφικά, πέρασε από συνεντεύξεις  και ξαφνικά κατάλαβε πως το ανερχόμενο αστέρι της θεωρητικής φυσικής, του διεθνούς βεληνεκούς, είχε αρχίσει να σβήνει, όχι τόσο από τις κλίκες και τις κουμπαριές των ντόπιων πανεπιστημίων, αλλά γιατί είχε χάσει πλέον όλο του το ενδιαφέρον για την επιστήμη. Ναι, καρφί δεν του καιγόταν να μάθει την αλήθεια. Δεν πίστευε πλέον. Πουθενά. Έτσι αρχικά έκανε κάποια φροντιστήρια και κατόπιν μέσω ενός γνωστού στο υπουργείο κατάφερε να βολευτεί σε μια ταπεινή θεσούλα σε νυχτερινό σχολείο με έναν μικρό μισθό και λίγες ώρες απασχόλησης, χωρίς πολλές απαιτήσεις  και βάσανα. Του ήταν αρκετά.
Στην πλατεία επικρατούσε αναβρασμός, γενικός ξεσηκωμός. Το άσχημο μαντάτο είχε ταξιδέψει με την ταχύτητα του φωτός, οι σύντροφοι οπλίζονταν με στειλιάρια και βόμβες μολότοφ και ετοιμάζονταν για μάχη. Ζητούσαν εκδίκηση και κείνο το βράδυ θα καιγόταν ολόκληρη η πρωτεύουσα, την άλλη μέρα έντρομη η κυβέρνηση θα εφάρμοζε στρατιωτικό νόμο, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτοπίσεις που θύμιζαν άλλες εποχές. Είχαν δικαιολογία πλέον, υπήρχαν δυο αστυνομικοί νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Μα αυτός για την ώρα έτρεχε να προλάβει. Αναγκαστικά, πέρασε και μέσα από την πλατεία, τρόμαξε από τον χαμό. Έξω από μια καφετέρια είδε και τον γυμναστή του σχολείου, τον χαιρέτησε βιαστικά, αυτός αδιάφορος δεν πρέπει να τον πρόσεξε, ούτε φαινόταν να τον ενοχλεί η κατάσταση γύρω του. Ταξίδευε μακριά.
Με τους συναδέλφους στο σχολείο δεν είχε πολλά πάρε δώσε, τα τυπικά. Λίγες κουβέντες είχε με τον γυμναστή μόνο, έπαιζε μαζί του και κάνα μπάσκετ για να ξεμουδιάσει. Οι περισσότεροι μαθητές δεν συμμετείχαν, στεκόντουσαν στην άκρη, παρακολουθούσαν αδιάφορα και καπνίζαν. Δεν είχε πολλές κουβέντες ο γυμναστής,  σε λίγο θα έβγαινε στη σύνταξη. Ήταν από χρόνια χωρισμένος, είχε κι ένα γιο. Πριν δέκα μέρες που πέθανε ο αδερφός του πέρασε απ’ τον σπίτι για να τον συλλυπηθεί. Το καροτσάκι βρισκόταν ακόμα στη θέση του, στο σαλόνι, απέναντι από την τηλεόραση. Τους έβλεπε καμιά φορά στην πλατεία να κάνουν βόλτα και να πίνουνε καφέ. Τώρα το καροτσάκι ήταν άδειο. Γύρω στο εικοσάλεπτο κράτησε η επίσκεψη, κουβέντα δεν αλλάξανε.     

Όταν επιτέλους έφτασε στο σχολείο το βρήκε κλειστό και έρημο. Δεν μπορεί, ήταν δέκα ακόμα, ώρα για το τελευταίο διάλειμμα, που πήγανε όλοι τους.  Η καγκελόπορτα ήταν κλειδωμένη, την χτύπησε δυνατά, φώναξε να τον ακούσουν. Μετά από λίγο φάνηκε ο φύλακας με το βαρύ νυσταγμένο του βήμα. Όταν του ζήτησε να μπει μέσα, να πάει στο μάθημά του, παραξενεύτηκε. «Είναι Σάββατο, κύριε καθηγητά, είναι κλειστό το σχολείο σήμερα» του είπε και συνέχισε να τον κοιτάζει περίεργα.