Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΚΙΜΑΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

    Ξυπνάει μόνος του σε ένα βρωμερό υπόγειο, λίγο πιο πάνω από την κόλαση, ξέσκεπος κι ολόγυμνος. Το σεντόνι τυλιγμένο στο λαιμό, το ξυπνητήρι στριγκλίζει και κάποιος χτυπά επίμονα την πόρτα. Φωνάζει το όνομά του, μα αυτός κρυώνει και  κατουριέται. Το κεφάλι του κουδουνίζει επικίνδυνα από χτες, τα μάτια του μάταια προσπαθεί να τα ανοίξει. Ή ονειρεύεται ή έχει πάθει κάτι σαν μόρα. Δεν τον πιάνει πλέον πανικός, όπως παλιότερα. Είναι προτιμότερο απ’ το να υπνοβατεί με ορθάνοιχτα μάτια, να σκοντάφτει πάνω στα έπιπλα, να ξυπνά απότομα μέσα στη λεκάνη και να μην θυμάται πως βρέθηκε εκεί. Τουλάχιστον τώρα τα θυμάται όλα. Το παράλυτο χέρι του επιτέλους υπακούει και ψάχνει στα τυφλά το μαξιλάρι, πεταμένο κάπου στο πάτωμα, προς το μέρος της. Την ακουμπά λιγάκι, μα δε σαλεύει, σαν να πέθανε.
    Δεν μίλησε, ούτε έδειξε να ενοχλείται απ’ το άγγιγμα. Όλη τη νύχτα, στο πάτωμα ανάσκελα, έσβηνε αργά. Γύρω  της έντεκα κατσαρίδες και κάμποσα σκαθάρια την ξενυχτούσαν, μάλιστα το ένα αυτοκτόνησε για χάρη της. Δεν το έβαζε κάτω. Αγκομαχούσε, τιναζόταν απότομα, μουρμούριζε φράσεις ακατάληπτες, πάλευε να γυρίσει από την άλλη, να σταθεί στα πόδια της, να τινάξει τα σκονισμένα της φτερά και να πετάξει μακριά. Ήταν νέα ακόμα, μπορούσες να την πεις και όμορφη, αφράτη, στρουμπουλή, τα νύχια της περιποιημένα και τα μαλλιά της κόκκινα φρεσκοβαμμένα.  Φορούσε ένα καφεκίτρινο φουστάνι λουλουδιστό και διψούσε ακόμα για ζωή.
   Όλα είχαν συμβεί ξαφνικά και αναπάντεχα. Την προηγούμενη μέρα ήταν ευδιάθετη, χαρούμενη, πήγε την βόλτα της, έκανε τα ψώνια της, αύριο θα έφτιαχνε μπιφτέκια στον φούρνο με πατάτες, όπως κάθε Σάββατο. Είχε βγάλει αποβραδίς τον κιμά να ξεπαγώνει. Αυτός γύρισε αργά στο σπίτι, κλείστηκε αμέσως στο δωμάτιό του, ούτε που μπήκε στον κόπο να της πει μια καληνύχτα ή έστω να δει τι κάνει. Τελευταία η επικοινωνία τους είχε γίνει κάπως τυπική. Σπάνια βλεπόντουσαν, διαφορετικές ώρες τρώγανε, λιγοστές οι κουβέντες τους. Ακόμη και αν τύχαινε να κάτσουν πλάι πλάι, χάζευαν αμίλητοι και αφηρημένοι την τηλεόραση. 
   Η μέρα έμπαινε αργά από τα κατεβασμένα στόρια. Η πρώτη ακτίνα του ήλιου την έβρισκε κατ’ ευθείαν στο ιδρωμένο  μέτωπο και την πύρωνε επικίνδυνα.  Είχε αναψοκοκκινίσει  και ζητούσε  ξέπνοα νερό. Την κοιτούσε με απάθεια, χωρίς λύπη και οίκτο, χωρίς συμπόνια. Κι ας ήξερε πλέον ότι θα έμενε απελπιστικά μόνος, χωρίς αγάπη, ελπίδα και παρηγοριά. Είχε φτάσει πια  η ώρα του τελεσίδικου χωρισμού. Τόσες νύχτες πάλευε χωρίς αποτέλεσμα, δεν μπορούσε άλλο να την βλέπει να βασανίζεται.

   Γι’ αυτό και όταν έγινε πύρινη δάδα και άρχισε να ουρλιάζει, χωρίς να το πολυσκεφτεί, δίχως τύψεις, σήκωσε  το χέρι του ψηλά, άνοιξε διάπλατα την παλάμη και την πατίκωσε με δύναμη. Τυλιγμένη σε μια χαρτοπετσέτα, την πέταξε στα σκουπίδια. Μαζί με τον κιμά του Σαββάτου.  

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΥΧΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


Μνήμη Μάνου Λοΐζου

Ένα μεσημέρι κάποιου μακρινού σκουριασμένου καλοκαιριού τον συνάντησε τυχαία στο περίπτερο μέσα σ’ ένα βιβλίο και σε μια φωτογραφία. «Κοίτα που μ’ έβαλε ο φίλος μου» του παραπονέθηκε και χαμογέλασε πικρά. Έδωσε απ’ το λιγοστό χαρτζιλίκι του τετρακόσιες δραχμές και το πήρε. Μέχρι εκείνη τη μέρα γνώριζε μόνο τα τραγούδια του, τα άκουγε και σιγοτραγουδούσε. «Υπομονή»  του ψιθύριζε αυτός. Ένα μικρό νησί μέσα στη θάλασσα της λύπης. Μόλις το διάβασε πειράχτηκε, παιδί ακόμα μα ένιωσε συγγενής. Το βλέμμα της μαύρης χολής. Μετά από λίγα χρόνια έφυγε απ’ το σπίτι και άλλαξε πουκάμισο, άλλαξε ζωή. Στην βιασύνη του τον ξέχασε. Εκείνος όμως όχι. Τον είδαν μετά από καιρό πάλι κοντά σε κείνο το περίπτερο και τον γύρευε. Ήθελε να τον ευχαριστήσει μα δεν τον βρήκε. Όταν κουράστηκε να ψάχνει κάθισε στο απέναντι καφενείο και άναψε τσιγάρο. Ήπιε πολύ ούζο και μέθυσε. Μόλις βράδιασε, σηκώθηκε σιωπηλός και χάθηκε στο σκοτάδι. Και από τότε δεν ξαναφάνηκε.
Τον περιμένει χαμογελαστός στην είσοδο. Μέσα γιορτάζουν τον ερχομό του παλιοί φίλοι, οι γονείς, αγαπημένοι συγγενείς και κάποιοι αρχαίοι σοφοί. «Καλώς τονε κι ας άργησε! Τι σου ‘λεγα, μικρέ; Λίγη υπομονή ήθελε.»

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΔΕΙΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ

Μετά το δημοψήφισμα ήρθαν τα πάνω κάτω. Η αριστερή κυβέρνηση προσπάθησε μα δεν μπόρεσε και έφερε το τρίτο μνημόνιο. Αμέσως το κόμμα διασπάστηκε και ο νεαρός πρωθυπουργός ζήτησε ξανά την ψήφο του ελληνικού λαού. Γνωρίζει ότι έχει πλεονέκτημα απέναντι  στο παλαιό πολιτικό σύστημα που πλέον έχει σαπίσει. Μα κι αυτόν ο κόσμος πλέον λίγο τον εμπιστεύεται. Ίσως να υπερέχει στις λεπτομέρειες, ίσως να διαθέτει πράγματι καλές προθέσεις και «αριστερή» ευαισθησία, να θέλει να φορολογήσει το μεγάλο κεφάλαιο και να κυνηγήσει τις λίστες της διαφθοράς, μα και πάλι μπορεί να μας πει –πάντα κατόπιν εορτής- ότι προσπάθησε μα δεν μπόρεσε.

Αυτές οι εκλογές δεν μου φαίνονται και πολύ κρίσιμες. Από όποια κυβέρνηση και να προκύψει, ο λαός δεν έχει τίποτα καλό να περιμένει. Έτσι κι εγώ, παρόλο που συνήθως ψηφίζω με τη λογική του μικρότερου κακού, αυτή  τη φορά λέω να ρίξω άδειο φάκελο. 

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ

   Είχε κουραστεί να περπατά και σε κάθε του βήμα φοβόταν ότι θα πέσει. «Κάνε υπομονή, φτάνουμε σε λίγο», του έδινε κουράγιο η θεία και τον κρατούσε γερά απ’ το χέρι. Ο σκοτεινός διάδρομος έμοιαζε ατέλειωτος. Για μια στιγμή μετάνιωσε για όλη αυτή την ταλαιπωρία απ’ το πρωί, μα δεν είχε άλλη επιλογή, ακόμη δεν έπαιρνε αυτός τις αποφάσεις, ούτε καν τον ρωτούσαν. Απ’ την άλλη δεν μπορούσε να μείνει και στο σπίτι με όλον αυτό το θόρυβο και τη σκόνη. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, λοιπόν.
  Επιτέλους, φτάσανε. Όταν μπήκε στο θάλαμο, ζαλίστηκε απ’ την εκτυφλωτική λάμψη και παραλίγο να πέσει κάτω. Το δωμάτιο ήταν ζεστό, φωτεινό, λευκοντυμένο. Οι τοίχοι, τα κρεβάτια, τα λίγα έπιπλα, όλα. Και ο φθινοπωρινός  ήλιος έμπαινε με ορμή απ’ τα μεγάλα παράθυρα. Στο βάθος η μαμά χαμογελούσε. Μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι, σκεπασμένη με μια λεπτή κουβέρτα, κρατούσε ευτυχισμένη στην αγκαλιά της μια πανάσχημη κούκλα, με κλειστά μάτια, λίγες τρίχες στο κεφάλι –καραφλή σχεδόν- και ντυμένη στα ροζ.
Η θεία την πλησίασε, την φίλησε και χάιδεψε το μικρό τέρας. Αυτός, όσο και να του φώναζαν να πλησιάσει κοντά τους, στεκόταν τρομαγμένος στη μέση του θαλάμου. Αν μπορούσε, θα το έβαζε στα πόδια.
   Κάποια στιγμή πέρασε από μπροστά του μια όμορφη κοπέλα -στα άσπρα κι αυτή- με ένα ένα μπωλ γεμάτο σοκολατάκια τυλιγμένα σε ασημόχαρτο. Του πρόσφερε ευγενικά ένα, άρπαξε άλλο ένα από μόνος του και άρχισε να τα ξετυλίγει. Μετά από λίγο, είχε πασαλειφθεί ολόκληρος. Η κοπέλα έσκυψε μπροστά του και με μια χαρτοπετσέτα άρχισε να του καθαρίζει το στόμα και τα χέρια. Μύριζε όμορφα και χαμογελούσε, είναι καλό παιδάκι του έλεγε, μα δεν πρέπει να τρώει πολλά γλυκά γιατί θα πονέσει η κοιλίτσα του και άλλα τέτοια σιχαμερά γλυκόλογα. Στο τέλος του έδωσε ένα φιλάκι στο μάγουλο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Συνέχιζε να την κοιτάει μέσα από τον τοίχο.     
   Τον φώναζαν πάλι. Πλησίασε αργά αργά σαν υπνοβάτης και έπεσε στην αγκαλιά της μαμάς με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχε μέρες να την δει,  νόμιζε πως αρρώστησε, πως δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Τον έπιασε το παράπονο, παραλίγο να βάλει τα κλάματα, μα κρατήθηκε και κόλλησε πάνω της με όλη του την δύναμη. Δεν θυμάται πόση ώρα έμειναν έτσι, αγκαλιασμένοι. Κάποια στιγμή η θεία είπε ότι έπρεπε να φύγουν, η μαμά χρειαζότανε ξεκούραση. Θα ερχόντουσαν αύριο πάλι. Αυτός δεν ήθελε να φύγει. Είχε συνηθίσει το δυνατό φως και την γλυκιά ζέστη και αν μπορούσε θα έμενε για πάντα μαζί της μέσα σ’ αυτό το λευκό δωμάτιο. Η μαμά του είπε να μην ανησυχεί. Είναι πολύ καλά και σε λίγες μέρες θα γυρίσει κοντά τους, μαζί με τη μπέμπα. Να είναι καλό παιδί, να ακούει τη θεία και τη γιαγιά του και να μην τις στεναχωρεί.
   Όταν γύρισαν σπίτι οι εργάτες δούλευαν ακόμα. Το κομπρεσέρ είχε σπάσει το πεζοδρόμιο και έμπαινε στον μακρόστενο διάδρομο του σπιτιού. Είχε γεμίσει παντού λακκούβες, χώματα, πέτρες και σκόνη και μια άσχημη οσμή απ’ τον σπασμένο υπόνομο. Στο σαλόνι η γιαγιά καθόταν στην αναπαυτική της πολυθρόνα και η αδερφή του μπουσούλαγε στο πάτωμα. Η γιαγιά φορούσε πάντα μαύρα και δεν έλεγε ποτέ παραμύθια.  Η μπουμπού φορούσε συνήθως ένα κίτρινο ολόσωμο φορμάκι και έπαιζε με τα παιχνίδια της. Αυτός κάθισε σε μια γωνιά και της παρακολουθούσε Κρατούσαν κάτι μικρές κουκλίτσες και έπαιζαν. Δεν του έδιναν σημασία, σαν να ήταν αόρατος. Ούτε η σκόνη τις ενοχλούσε ούτε ο θόρυβος.
   Μόνο αυτός έβλεπε τη συμφορά να πλησιάζει. Το μεγάλο τρυπάνι είχε φτάσει στη μέση του διαδρόμου και έβγαζε άγρια μουγκρητά. Στο πιτς φυτίλι έκανε κομμάτια το πωρ μαντώ, θρύψαλα τον μεγάλο καθρέφτη, αλλά και τις γλάστρες με τα σπαθιά της μαμάς και προχωρούσε ακάθεκτο προς το σαλόνι.
Κρύφτηκε φοβισμένος κάτω από την πολυθρόνα της γιαγιάς, ανάμεσα στα ασπριδερά της μπούτια και τις μπεζ καλτσοδέτες που έφταναν λίγο πάνω από το γόνατο. «Φύγε από δω, θα το πω στον πατέρα σου» του φώναζε, μα αυτός συνέχισε να την χαϊδεύει και να την τσιμπάει. Σταμάτησε μόνο όταν το κομπρεσέρ μπήκε στο σαλόνι και έκανε τη γιαγιά χίλια κομμάτια.

   Όταν το βράδυ γύρισε ο πατέρας απ’ τη δουλειά τον χτύπησε άσχημα. Ήταν η τρίτη φορά που τον έδερνε με τη δερμάτινη ζωστήρα. Και η τελευταία. 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΚΟΥ

    Οι σκύλοι του πάρκου κοιμούνται όλη μέρα και τίποτα δε χαλάει τα  όνειρά τους. Ούτε τα μικρά παιδιά που παίζουνε αμέριμνα στο χώμα, ούτε οι γέροντες που  παραμιλάνε μόνοι στα παγκάκια, ούτε τα ζευγαράκια που φιλιούνται με πάθος πίσω απ’ τα φυλλώματα. Είναι τεμπέληδες και ηδονικοί σαν γάτες, αλανιάρηδες. Δεν φυλακίζονται σε μακρόστενα μπαλκόνια, ούτε τους σέρνουν με το ζόρι απ’ το λαιμό, δεν απαντάνε σε χαδιάρικα ονόματα. Αυτοί δεν κάνουν φιόγκο το μαλλί τους, ούτε ψεκάζονται με όμορφα αρώματα. Οι σκύλοι του πάρκου δεν είναι ευνούχοι, ούτε φλώροι.
   Όταν ξυπνούν αργά το απόγευμα, στέκονται ανόρεχτα στα πόδια τους, ανακλαδίζονται για ώρα και σαν πεινάσουν  χώνουν  τις μουσούδες στα  σκουπίδια και ζγαρλεύουν. Δεν έχουν συγγενείς και φίλους, δεν σκέφτονται να κάνουν οικογένεια, είναι μοναχικοί, και μεταξύ τους ακόμα σπάνια κουβεντιάζουν. Πολλοί τους λένε κυνικούς, ότι δεν νοιάζονται για τίποτα και για κανέναν. Μα αυτοί είναι βέβαιοι πως, ότι και να γίνει, η γη θα συνεχίσει να γυρίζει.
  Η βόλτα τους στο πάρκο αρχίζει πάντα τα μεσάνυχτα. Ψάχνουν για σάρκες  απαλές και σφριγηλές, γλύφουν σκιές, φιλούν φαντάσματα, ευλαβικά τα προσκυνούν σαν τις εικόνες όλη νύχτα, ώσπου ο ήλιος να τους βρει βρικόλακες κατάκοπους, τυραννισμένους,  κουλουριασμένους σαν τα φίδια να ποτίζουν με πικρούς χυμούς τα αιωνόβια δέντρα. Και οι πιο γέροι απ’ αυτούς λίγο πιο πέρα, άτριχοι, ξεδοντιασμένοι και καμπούρηδες αρκούνται μόνο να κοιτάζουν.  
   Μα κείνο το βράδυ τα δέντρα ποτίστηκαν με σάπιο αίμα και σπέρμα χαλασμένο. Από νωρίς οι σκύλοι αλυχτούσαν τρομαγμένοι. Ο ουρανός είχε γεμίσει κόκκινους καπνούς, τα δακρυγόνα κόβανε την ανάσα, οι μύτες καίγανε, τα μάτια κλαίγανε απ’ τον πόνο. Άντρες μαυροντυμένοι με καλυμμένα πρόσωπα και ξυρισμένα κεφάλια κρατούσαν ρόπαλα, πέτρες και μαχαίρια και χτυπούσαν τους σκύλους με μανία. Αυτοί έτρεχαν να ξεφύγουν. Οι πιο πολλοί τα κατάφεραν. Το μάτι εξασκημένο στο σκοτάδι, τα πόδια έβγαζαν φτερά, ήξεραν τις καβάτζες, ακόμη και  στα δέντρα σκαρφαλώναν, μέχρι την κορυφή για να σωθούν.
   Μόνο τα γέρικα σκαριά δεν ξέφυγαν. Το πρώτο φως τα βρήκε σωριασμένα,  κουφάρια ακέφαλα, χωρίς πνοή, γεμάτα τρύπες. Ήρθαν οι σκουπιδιάρηδες, τα μάζεψαν, τα έκαναν πολτό και ύστερα τα πέταξαν σε μια χωματερή γεμάτη όρνια. Μεγάλες μάνικες ξέπλυναν τα κόκκινα  δέντρα και το πάρκο καθάρισε όπως πρώτα.  Τίποτα πια δεν θύμιζε την χτεσινή επιδρομή και τα αποτρόπαια εγκλήματα.
   Οι σκύλοι διώχτηκαν κακείν κακώς. Το πάρκο φράχτηκε με ψηλά αδιαπέραστα κάγκελα και φωτίστηκε από δυνατούς προβολείς, τα βράδια ερήμωσε. Τώρα το φυλάνε μαυροντυμένοι άντρες με ξυρισμένα κεφάλια  και καλυμμένα πρόσωπα.
   Οι σκύλοι του πάρκου αλυχτάνε ακόμα τρομαγμένοι.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΠΑΛΤΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

   «Θα επιζήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι!» φώναζε το φάντασμα της πόλης, μες στο καταμεσήμερο, μα δεν τον άκουγε κανείς. Καθόταν μόνος στο παγκάκι, πλάι στο χαλασμένο σιντριβάνι, και έτρωγε πασατέμπους με τα φλούδια. Ψηλός, αδύνατος, με γκρίζα γένια και μακριά μαλλιά, φορούσε πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα μαύρο παλτό κουμπωμένο μέχρι πάνω, και στο χέρι του κρατούσε το ξύλινο κοντάρι. Γύρω του μαζεύονταν οι σκύλοι και τα  περιστέρια και τον  ρωτούσαν που θα πάει φέτος διακοπές. «Θα επιζήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι!», τους φώναζε αυτός  και χτυπούσε το σκήπτρο του με δύναμη στο πυρωμένο κράσπεδο.
   Ποτέ δεν έβγαζε από πάνω του το μαύρο παλτό, το θεωρούσε  γρουσουζιά. Είχε χρόνια να πλυθεί και μύριζε άσχημα, μα ήταν από γνήσιο εγγλέζικο κασμίρι, πράμα φίνο και απέθαντο, χωρίς μπαλώματα και τρύπες. Από έναν θείο του ναυτικό το κληρονόμησε, όταν πέθανε. Τον θυμάται ακόμα. Αυτός του άνοιξε τον λάκκο και τον έχωσε μέσα, αυτός τον σκέπασε μετά, με τα ίδια του τα χέρια, τότε που ήταν νεκροθάφτης, και μάλιστα, ο καλύτερος απ’ όλους, τον προτιμούσαν όλοι οι παπάδες. Δούλευε μόνο μεσημέρι και έφτιαχνε τους πιο όμορφους λάκκους, τους πιο βαθείς, τους πιο τετράγωνους, τους πιο ίσιους. Και αν καμιά φορά είχε απορία για το μέγεθος, έμπαινε ο ίδιος μέσα, ξάπλωνε και τους μετρούσε με το μπόι του. Ποτέ δεν λάθεψε.
   «Θα επιζήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι» φώναζε στα σβουρίκια των δέντρων που του έκαναν συντροφιά τις νύχτες. Ξάπλωνε στο παγκάκι, πλάι στο άνυδρο σιντριβάνι, και κοίταζε τα αστέρια. Τα παιδιά με τα χλωμά πρόσωπα και τις άδειες κόγχες ξενυχτούσανε  μαζί του. Μαζεύονταν πιο πέρα, γύρω απ’ το μπρούτζινο άγαλμα με τις ξεραμένες κοτσιλιές που συνήθως κρατούσε μια σακούλα με αποφάγια στο χέρι, πίνανε μπύρες και κουβεντιάζαν ως αργά. Κοίταζαν από μακριά τον νεκροθάφτη, μα δεν πλησίαζαν κοντά του. Κάποτε, χωρίς λόγο, τα είχε πάρει στο κυνήγι, κι από τότε τον φοβόντουσαν.
   Εκείνο το πρωινό κάτι περίεργο συνέβη στην πλατεία. Δυο κοπρόσκυλα είχαν αρπάξει στα δόντια τους το μαύρο παλτό και το τραβούσαν με μανία. Ο νεκροθάφτης βρισκόταν παραδίπλα, ολόγυμνος, πεσμένος ανάσκελα μέσα σ’ ένα θάμνο. Κοιτούσε με τα μάτια ορθάνοιχτα τον καυτό ήλιο και τις μαύρες σκιές που πετούσαν στον αέρα. Οι δυο σκύλοι τον πλησίασαν αργά, με προσοχή. Άρχισαν να κλαψουρίζουν και να γλύφουν τη μουσούδα του. Ήταν ήρεμος, δεν κουνιότανε καθόλου. Αργότερα μαζεύτηκαν γύρω του και τα χλωμά παιδιά με τις άδειες κόγχες και φέρανε κίτρινα γαρίφαλα, χιλιάδες κίτρινα γαρίφαλα, που σκέπασαν το γυμνό κορμί μέχρι το κεφάλι. Για κάμποση ώρα τον παρατηρούσαν σιωπηλοί. Μετά έφυγαν. Έμεινε μόνο ένα μικρό αγόρι δώδεκα χρόνων. Φαινόταν πολύ στεναχωρημένο απ’ το συμβάν, μα δεν έκλαιγε. Τον κοιτούσε σιωπηλό και ανέκφραστο, μέχρι που βράδιασε. Τότε έσκυψε από πάνω του και του έκλεισε τα μάτια. Το παλτό του μακαρίτη βρισκόταν πεταμένο  παραδίπλα, σωστό κουρέλι. Τόσος κόσμος το είδε, μα κανείς δεν του έδωσε σημασία. Το σήκωσε από κάτω και το μέτρησε στο μπόι του. Του πήγαινε μεγάλο, μα αποφάσισε να το κρατήσει.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ*

Στον Γιάννη Βαΐτσα

   Φίλε, τα χρόνια πέρασαν και η καρδιά μας γέρασε. Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, συναλλαγές, φριχτές ανταποδόσεις, έγνοιες μικρές και λύπες μας εκούρασαν, θολώσανε τα μάτια και ο νους μας. Λειώσαμε και τελειώσαμε σαν στήλες στα γραφεία, ανδρείκελα της μοίρας ξεχασμένα, με αισθήσεις διάχυτες και σώμα τρύπιο, φαγωμένο που στη θύμιση πονά. Νύχτα αξημέρωτη υπήρξε η ζωή μας που η αγάπη άργησε, προσπέρασε, δεν έφτασε ποτέ. Τίποτα πλέον φίλε δεν μας σώνει. Κι όπου κι αν πάμε, μια βαριά σκιά από πάνω μας σαν σύννεφο ακολουθεί.
   Είχαμε την κακιά την ώρα μέσα μας. Ρηγάδες που πολέμησαν για ανύπαρχτα βασίλεια, τώρα γυρίζουμε στα ακάθαρτα του δρόμου με τα φτερά σπασμένα, μάτι θολό και βήμα τσακισμένο, ωχροί, λεροί κι ασήμαντοι, καθένας μόνος του από άλλο δρόμο. Και πόσο νέοι φτάσαμε ως εδώ, πόσο γρήγορα, γιατί βιαστήκαμε, δε μάθαμε, κανέναν δε ρωτήσαμε, σ’ αυτό το έρημο νησί στο χείλος της αβύσσου, σέρνοντας μαζί  στο φθονερό καταφύγιο την αιώνια πληγή.
   Το ξέρεις φίλε πια καλά, όταν οι άνθρωποι θέλουν να σε πονέσουν σκαρφίζονται χιλιάδες τρόπους. Πέταξε το όπλο μακριά και τρέξε, σωριάσου πρηνής, φυλάξου από τα γύναια και το μαστροπό λαό σου, τα χάχανα του κόσμου μη σε αγγίζουν. Φυλάξου απ’ όλους. Μόνο τα όνειρά σου κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά σου, μην τα προδίδεις, των συνετών δεν είναι τόσο ωραία.
   Και να γράφεις φίλε, να ταξιδεύεις. Εμείς δεν έχουμε άλλο τρόπο, δεν έχουμε άλλη γη. Δικά μας παιδιά οι λέξεις, απ’ το αίμα και απ’ το σπέρμα μας βγαλμένες.

*ο τίτλος είναι παρμένος από ποίημα του Κώστα Καριωτάκη.