Χριστούγεννα πρωτοχρονιά
φώτα. Από αύριο θα άρχιζε πάλι ο ανήφορος του δωδεκαήμερου. Κι άλλη μια χρονιά θα
ξεκινούσε δυσοίωνα. Με καμία προσδοκία στον ορίζοντα. Καμία ζωντανή ελπίδα. Καμιά
προοπτική. Και φέτος δεν περίμενα να αλλάξει κάτι. Τουλάχιστον προς το
καλύτερο. Το μόνο σίγουρο. Ανία βαρεμάρα ανασφάλεια. Ένας περίεργος συνδυασμός.
Μα κατά βάθος το πιστεύω. Όλα θα πάνε καλά. Ότι σήμερα παραμονή της μεγάλης
γιορτής έβγαινα μεσημεριάτικα από το σούπερ μάρκετ βαστώντας τη σακούλα με τα
ψώνια αποτελούσε μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Και πάλι με τα απολύτως απαραίτητα.
Σαν να ήταν μια καθημερινή μέρα ή στην καλύτερη περίπτωση ένα σαββατιάτικο απόγευμα.
Πάντως το μαγαζί ήταν γεμάτο και συνάντησα ουρές στα ταμεία. Ψώνια για το
ρεβεγιόν και δώρα για τα βαφτιστήρια. Όλα την τελευταία στιγμή. Άργησα και δυσκολεύτηκα
να ξεμπερδέψω. Ταλαιπωρήθηκα μα η πολυκοσμία μού βγήκε σε καλό. Δεν σούφρωσα
και λίγα πράγματα. Είμαι γεμάτος τσέπες και καβάντζες. Τα καταχώνιασα βαθιά
μέσα μου και κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Ούτε οι κάμερες του μαγαζιού ούτε καν ο τετραπέρατος
σεκιουριτάς με τη λαμπρή στολή και πλάκα τα γαλόνια. Απεναντίας φεύγοντας με
χαιρέτισε χαμογελαστός και μου ευχήθηκε καλές γιορτές. Ήταν ευγενέστατος κι εγώ
ένιωθα σημαντικός υπέρβαρος και τρισευτυχισμένος.
Δίπλα από την έξοδο ο νεαρός
καθόταν ακόμα κατάχαμα στο τσιμέντο με το κεφάλι σκυφτό και χωμένο μέσα στα
χέρια του. Ποιος ξέρει τι περίμενε και τι σκεφτόταν μα ο τύπος δεν φαινόταν και
πολύ σόι. Μπροστά του είχε ένα πλαστικό ποτηράκι με λίγα κέρματα μέσα μα δεν
ζητιάνευε. Απλά ζητούσε ένα φιλοδώρημα για τις πολλές υπηρεσίες που προσέφερε
με ευγένεια και ανιδιοτέλεια στο κοινωνικό σύνολο. Δεν τον είχα ξαναδεί κι ούτε
ήξερα από πού κρατά η σκούφια του. Πρέπει να ήταν φρέσκος στην περιοχή. Πρόσφατα
να είχε σκάσει μύτη στα μέρη μας. Τριαντάρης έμοιαζε. Ξανθός ψηλός κι αδύνατος.
Χλωμός και ξεθωριασμένος. Συφοριασμένος της κακιάς ώρας. Σχεδόν ετοιμόρροπος. Για
πρεζόνι τον έκοβα μα αυτό δεν είχε καμία σημασία. Δεν έπαιρνα κι όρκο. Μπορεί
να έκανα και λάθος. Δεν έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά. Πάντως ήταν σίγουρα
άστεγος. Με ρούχα σκισμένα και βρώμικα. Δεν είχε βγει χτες στο δρόμο. Έμοιαζε
να λαγοκοιμάται. Εκείνη την στιγμή πέρασε από μπροστά του ένας χοντρός παπάς
και του ‘ριξε μια βλοσυρή ματιά σαν να του είχε σκοτώσει τη μάνα. Με μοχθηρία.
Και κάτι πρέπει να μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του που σίγουρα δεν ήταν
προσευχές και τροπάρια. Μπορεί και να τον έβρισε. Να του πέταξε λίγα
γαμωσταυρίδια άγιες μέρες που έρχονται. Δεν ξέρω τι προηγούμενα είχαν οι δυο τους.
Περίμενα να γίνει κάνας καβγάς μα ο τράγος δεν σταμάτησε. Απομακρύνθηκε
βιαστικά. Ο νεαρός ούτε που έδωσε σημασία. Δεν πρέπει καν να τον κατάλαβε.
Πλησίασα προς το μέρος του
και τον σκούντηξα στον ώμο. Αναταράχτηκε. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε θολά
και αβέβαια. Και κάπως τρομαγμένα παρ’ όλο που δεν δείχνω για μπάτσος. Θα σου
τα κλέψουνε του είπα και του ‘δειξα τους κόπους της ημέρας. Πρέπει να
προσέχεις. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους. Σιγά μη σωνότανε από τη λιγοστή
καλοσύνη των ξένων. Φαντάσου να μην ήταν και γιορτές τι θα του ρίχνανε οι
αφιλότιμοι. Μα τους καταλάβαινε και τους συγχωρούσε. Δεν του είχαν δα και καμιά
υποχρέωση. Δεν μπορούσε να ‘χε υπερβολικές απαιτήσεις ούτε και να τους ζητήσει
το λόγο. Του έδωσα ένα χαρτονόμισμα μα δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται ή να συγκινείται
απ’ την απλοχεριά μου. Ούτε ένα ψόφιο ευχαριστώ δεν βγήκε από το στόμα του. Τον
ρώτησα αν πεινάει. Σίγουρα θα ήταν νηστικός μα δεν μου το ‘πε. Μέρες χαράς και
ευτυχίας για τον κόσμο μα κι αυτός δεν είχε πού να πάει. Ήταν ολομόναχος. Τον
προσκάλεσα σπίτι. Με κοίταξε περίεργα διστακτικά και καχύποπτα. Επέμεινα. Έλα
πάμε του είπα. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και με ακολούθησε σαν υπνωτισμένος.
Σε όλη τη διαδρομή δεν βγάλαμε άχνα. Δεν συστηθήκαμε καν. Δεν είπαμε ούτε τα
ονόματά μας. Δεν θα είχε και μεγάλη σημασία. Δυο άγνωστοι ήμασταν. Και να τον
ρώταγα μάλλον κάποιο ψεύτικο θα μου ξεφούρνιζε ιδιαζόντως καλλιτεχνικό. Το δικό
μου σίγουρα θα του ήταν εντελώς αδιάφορο. Ούτε που θα τον ένοιαζε. Θα το άκουγε
αφηρημένα και μετά από λίγο σίγουρα θα το ξέχναγε. Τα ξέρω αυτά. Έχουν
ξαναγίνει.
Μπήκαμε στην πολυκατοικία
και κατεβήκαμε τις σκάλες δίπλα από το ασανσέρ. Φτάσαμε στο υπόγειο απέναντι
απ’ το λεβητοστάσιο. Εκεί έμενα. Έβαλα τα κλειδιά στην πόρτα και άνοιξα. Τον
ρώτησα αν του άρεσε η γκαρσονιέρα μου μα δεν απάντησε. Φαινόταν ακόμη
ξαφνιασμένος μουδιασμένος και δύσπιστος απ’ την αναπάντεχη γνωριμία που κανείς
δεν ήξερε πού και πώς θα καταλήξει. Πάντως δεν έδειξε να ενθουσιάζεται. Σίγουρα
θα ‘χε μπει και σε χειρότερα λαγούμια. Κι ας μην ήτανε αχούρι. Την είχα
τακτοποιημένη και σχετικά καθαρή. Λόγω των ημερών. Όχι πως περίμενα επισκέψεις
από κανέναν. Μόνο όταν με είδε να ξεκουμπώνομαι και να ανοίγω την καπαρντίνα με
τις χιλιάδες εσωτερικές τσέπες και την ενισχυμένη φόδρα και να ξεφορτώνομαι τα
κλεψιμαίικα δεν κρατήθηκε και έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο συνενοχής. Κάτι θα
‘ξερε κι αυτός από αρπαχτές και βούτες. Δεν ήταν δα και χτεσινός. Γελάσαμε κι
οι δύο με την καρδιά μας. Ξαφνικά τον είδα να χαλαρώνει και κάπως ανακουφίστηκα
κι εγώ. Συμφωνήσαμε ότι το άξιζαν οι καργιόληδες οι κλεφταράδες και σιγά τι
έπαθαν και τότε μάλλον πρέπει να με συμπάθησε ακόμα πιο πολύ. Του είπα ότι ο
θερμοσίφωνας είχε ζεστό νερό. Αν ήθελε μπορούσε να κάνει ένα μπάνιο να ξεβρομίσει.
Να φύγει η σκόνη και η λέπρα από πάνω του. Βρήκε σωστή την ιδέα μου και δεν
έφερε αντίρρηση. Γδύθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Κάθισε αρκετή ώρα μέσα στα νερά
και τους ατμούς και το απόλαυσε μέχρι να μουλιάσει και να φαφατιάσει η πέτσα
του. Όταν βγήκε προχώρησε προς το κρεβάτι κι έπεσε πάνω του ξερός. Δεν μου
ζήτησε καν την άδεια και αμέσως τον πήρε ο ύπνος. Σκέπασα με την κουβέρτα το γεμάτο
σημάδια γυμνό και ταλαίπωρο κορμί του και τον άφησα να ξεκουραστεί και να πάρει
δυνάμεις.
Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια
του έξω είχε νυχτώσει για τα καλά. Τεντώθηκε και ανακλαδίστηκε και μετά με
ρώτησε τι ώρα είναι. Κόντευε εφτά. Του έφτιαξα καφέ και κάναμε τσιγάρο
καθισμένοι στο κρεβάτι. Σε ευχαριστώ μου είπε κάπως μελαγχολικά. Προσπαθώ να το
κόψω μα δεν είναι εύκολο. Το πέταξε έτσι στο ξεκάρφωτο χωρίς προηγουμένως να τον
έχω ρωτήσει κάτι. Του χαμογέλασα αν και δεν κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε. Δε
κάνει τίποτα. Όλα θα πάνε καλά του είπα. Πεινούσε. Κι εγώ. Όλη τη μέρα δεν είχα
βάλει μπουκιά στο στόμα μου. Θα βγαίναμε έξω του είπα να του κάνω το τραπέζι.
Είχαμε κι εμείς δικαίωμα για ένα ρεβεγιόν σαν άνθρωποι έστω και στο αριστοκρατικό
καφενείο του κουλού λίγα βήματα έξω από την πολυκατοικία. Μεγάλη ευκολία. Δεν
θα κουραζόμασταν καθόλου να φτάσουμε και κυρίως να φύγουμε από κει όταν θα
ερχόταν η ώρα. Δεν το ήξερε το μαγαζί μα δεν έφερε αντίρρηση. Μου είχε πια
εμπιστοσύνη. Ήταν το στέκι μου και θα του εξηγούσα τα καθέκαστα. Σηκώθηκε κι
άρχισε να ντύνεται μα τον σταμάτησα. Άσ’ τα αυτά είναι παλιά και βρώμικα. Θα τα
βάλω σε μια σακούλα να τα πετάξω. Αν δεν έχεις αντίρρηση. Σήκωσε αδιάφορα τους
ώμους. Ευτυχώς είχα κρατήσει στην ντουλάπα ρούχα απ’ την εποχή που ήμουν κι εγώ
πιο νέος πιο αδύνατος και πιο όμορφος. Τυχερός ήταν. Είχαμε το ίδιο ύψος.
Φορούσαμε ακόμη και ίδιο νούμερο παπουτσιών.
Τον έντυσα στην πένα απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Έγινε του κουτιού. Ούτε ο
νουνός του να ‘μουνα. Του το ‘πα και γέλασε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έδειχνε
χαρούμενος με μια φλογερή λάμψη στα μάτια. Είχε μεταμορφωθεί. Είχε γίνει άλλος
άνθρωπος. Αγκαλιαστήκαμε. Χρόνια πολλά του είπα και τον φίλησα στο μάγουλο. Είχα
σκοπό να τον υιοθετήσω για βαφτιστήρι μου. Μα αυτό δεν του το ‘πα.
Ακόμα θυμάμαι εκείνον τον γαμημένο
αγριεμένο ρασοφόρο της ενορίας μας με τις τριχωτές χερούκλες που είχαν αρπάξει
σαν μέγγενη το ξανθό αγγελούδι από τις μασχάλες και το βύθιζαν ανελέητα μέσα
στο νερό μέχρι να τον πνίξουν. Σίγουρα ήταν πάνω από τρεις φορές για να
καθαρίσει το αθώο και παντελώς ανυποψίαστο πλάσμα μια και καλή από το
προπατορικό του αμάρτημα. Μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ τον λυσσασμένο
τραγόπαπα. Έκλαιγε γοερά και ούρλιαζε συνέχεια μέχρι να τελειώσει το μαρτύριό
του. Πλάνταξε το καημένο. Βάρβαρα έθιμα. Σαδιστικά μυστήρια. Είχα πάει μαζί με
τη μαμά που ήταν και η επίσημη νονά. Εγώ απλά έπαιζα τον βοηθός της και στεκόμουν
στο πλάι της. Αυτή του έβαλε το λάδι και του φόρεσε το σταυρουδάκι στο στήθος.
Έφτυσε και τριγύρω για να φύγουν τα δαιμόνια και τα διαόλια. Αποτάσσω τον σατανά
φώναζε ο ιερέας. Απεταξάμην απαντούσε εκείνη. Ο πατέρας δεν είχε έρθει μαζί μας
γιατί έλειπε στην πρωτεύουσα για δουλειές. Το αγοράκι ήταν μιας πολύ καλής
φίλης της. Την ήξερα κι εγώ. Ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας πάντα με τα χέρια
γεμάτα γλυκά και δώρα. Ήταν καλή κοπέλα και μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Και
πολύ όμορφη. Μέχρι που παντρεύτηκε και γέννησε. Όλα αυτά πριν από τριάντα
χρόνια. Δυο χρόνια μετά τη βάπτιση σκοτώθηκαν οι γονείς μου σε εκείνο το
μοιραίο ατύχημα. Από τότε δεν ξαναείδα ούτε τη φίλη της μαμάς ούτε και το μικρό
αγγελούδι. Ούτε και κείνον τον παπά αφού δεν ξαναπάτησα ποτέ μέσα σε εκκλησία.
Και ούτε πρόκειται. Δεν ξέρω καν αν ζει ή αν πέθανε κι ούτε με νοιάζει. Μόνο
μην τον τρακάρω πουθενά γιατί τη γάμησε. Εκεί θα γίνει ο τάφος του. Θα τον
αφήσω στον τόπο να ξεβρομίσει η πόλη. Χρόνια αργότερα έμαθα ότι τον ξουρίσανε
γιατί γύριζε έπινε και ξενοπηδούσε στα κωλόμπαρα και στα μπουρδέλα της πόλης. Ο
ξεφτίλας είχε γυναίκα και παιδιά μα το πουλί του τον έκανε κι αυτόν ότι ήθελε.
Ξέσπασε άλλο ένα τεράστιο σκάνδαλο στους κόλπους του ευσεβούς ιερατείου. Ακόμη
ένας άνθρωπος του θεού αποδεικνυόταν με αδιάσειστα ντουκουμέντα και μαρτυρίες
μεγάλος ξεκωλιάρης. Η ίδια η πρεσβυτέρα έκανε την καταγγελία στον επίσκοπο
γιατί παραμελούσε τα οικογενειακά του καθήκοντα και η υπόθεση πήρε τον δρόμο
της. Είχαν ακουστεί και διάφορα άλλα πιπεράτα για αυτόν και τον νεαρό επίτροπο
που είχε στον ναό και το γλεντούσανε αντρικά καμιά φορά οι δυο τους. Έτσι για
να σπάει η ρουτίνα της καθημερινότητας. Πουτανιάρης κωλομπαράς και κωλοτρίφτης
λοιπόν ο πάτερ μα όλα εδώ πληρώνονται. Όχι στην άλλη ζωή με δικαστή τον ύψιστο
όπως νομίζουνε κάποιοι κουτοπόνηροι.
Μπήκαμε στο καφενείο καμαρωτοί
επίσημοι παρφουμαρισμένοι και σένιοι αν και κάπως αργοπορημένοι λόγω της
περίστασης. Όχι πως είχαμε στήσει κανέναν να μας περιμένει μα η ώρα κόντευε
έντεκα και το μαγαζί ήταν φίσκα. Ευτυχώς σταθήκαμε τυχεροί και βρήκαμε ένα
τραπεζάκι άδειο σε μια γωνία. Παραγγείλαμε και φάγαμε ότι πρόχειρο βρέθηκε
εκείνη τη στιγμή. Που καιρός για πολυτέλειες. Μόνο για να στυλωθούμε κάπως και
να αρχίσουμε το πιόμα. Ο καινούργιος μου φίλος ήταν συγκρατημένος πίνοντας
μπύρα. Εγώ άρχισα αμέσως τα τσίπουρα. Του άρεσε ο χώρος. Παρ’ όλες τις
σκατόφατσες που είχε μέσα τού φάνηκε ζεστός και φιλικός. Και ντουμανιασμένος. Τους
ξέρω τους θαμώνες του μαγαζιού εδώ και πολλά χρόνια απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.
Έχω κάνει παρέα μαζί τους μα πλέον δεν τους δίνω πολλά χνότα. Η σάρα η μάρα και
το κακό συναπάντημα. Όλοι οι καμένοι οι βλογιοκομμένοι και οι πυροβολημένοι. Όχι
πως εγώ είμαι καλύτερος. Όλοι τα ίδια χαμένα κορμιά είμαστε και όλοι στο ίδιο
καζάνι βράζουμε μα πλέον για τον καθένα είναι απλά ζήτημα γούστου. Κάνεις λοιπόν
τις επιλογές σου κι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Δεν έχουμε τσακωθεί μα τους έχω
κάπως βαρεθεί όπως γίνεται και στις καλύτερες οικογένειες. Ορισμένες φορές
έχουν την πλάκα τους μα άλλες γίνονται κουραστικοί. Σωστός μπελάς αν δεν έχεις
την όρεξή τους. Ακόμα και με τον κουλό έχω πλέον μόνο τα τυπικά. Μακριά και
αγαπημένοι. Σε απόσταση ασφαλείας. Πάντως σήμερα η ατμόσφαιρα ήταν κεφλίδικη
και εορταστική με γέλια και φωνές και το γλέντι να κρατά μέχρι το ξημέρωμα. Αγρύπνια.
Ήδη οι περισσότεροι ήταν μεθυσμένοι και σε κατάσταση ευθυμίας. Από τα ηχεία ακούγονταν
λαϊκά τραγούδια στη διαπασών και κάποια στιγμή σηκώθηκε ένας να χορέψει μια ζεμπεκιά
πολυτελείας ανάμεσα σε παλαμάκια και όπα. Τα σπασίματα απαγορεύονταν όπως και
οι πολιτικές κουβέντες που οδηγούν με
βεβαιότητα σε τσακωμούς καβγάδες και άλλα έκτροπα. Κάποια καλόπαιδα εδώ μέσα
σίγουρα οπλοφορούν και κουβαλάνε μαζί τους σιδερικά και σουγιάδες για κάθε ενδεχόμενο.
Η κατάσταση δεν είναι παίξε γέλασε και πρέπει να είσαι προσεκτικός. Να έχεις το
νου σου και να φυλάγεσαι.
Ο μικρός απολάμβανε την
ευφρόσυνη κατάσταση μέχρι που άνοιξε η πόρτα του μαγαζιού και τα γέλια τού
κόπηκαν μαχαίρι. Μπήκε μέσα το παπί κι αμέσως τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Κοιτάχτηκαν
επίμονα και μου φάνηκε ότι γνωρίζονταν καλά. Εκείνος προχώρησε προς τον κουλό
και κάτι του είπε. Δεν κάθισε. Μετά από λίγο βγήκε πάλι έξω. Ο φίλος μου ήταν
ταραγμένος κι είχε χάσει το χρώμα του. Τον ρώτησα τι συμβαίνει μα δεν μου
απάντησε. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο και τράβηξε γρήγορα κατά την
έξοδο του καφενείου σαν κυνηγημένος. Επιστρέφω αμέσως μου είπε δίχως περισσότερες
λεπτομέρειες. Ανησύχησα. Άρχισαν να με ζώνουνε τα μαύρα φίδια. Γύρισε μετά από
κάνα τέταρτο. Τώρα φαινόταν ήρεμος και χαλαρός. Μου χαμογέλασε και κάθισε πάλι
στη θέση του. Πήγε και μένα ξανά η καρδιά μου στη θέση της. Δεν τον ρώτησα
τίποτα. Δεν είμαι αδιάκριτος. Αν ήθελε θα μου τα έλεγε μόνος του. Όμως
σκεφτόμουν τι μπορεί να είχε συμβεί. Στριφογύριζαν στο μυαλό μου διάφορες
υποθέσεις και σενάρια. Ίσως να υπήρχε κάποια παρεξήγηση που λύθηκε με όμορφο
τρόπο. Ίσως πάλι κάνα περίεργο νταλαβέρι. Ποιος ξέρει. Είναι και που από αυτό
το παιδί δεν του παίρνεις εύκολα μια ολοκληρωμένη κουβέντα. Περίεργη μάρκα. Μόνο
μισόλογα και υπονοούμενα. Σωστή σφίγγα. Όμως ήμουν βέβαιος ότι κι απόψε όλα θα
πάνε δίχως παρατράγουδα. Σήκωσα το ποτήρι μου και του ευχήθηκα. Χρόνια πολλά
και καλή χρονιά βαφτισιμιέ μου. Στην υγειά μας νουνέ μού απάντησε και κατέβασε
τη μπύρα του μονορούφι. Η ώρα είχε πάει μία κι όλο το μαγαζί βρισκόταν στο
τσακίρ κέφι με τραγούδια και ξέφρενους χορούς από άντρες και γυναίκες. Αρσενικούς
και θηλυκούς. Ήταν το καλύτερο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν της ζωής μου. Κι ας μην
έμεινε μαζί μας το παπί.
Το παπάκι πάει στην ποταμιά.
Αχ γιατί καλέ παπί. Πάει για να ‘βρει συντροφιά. Μια πάπια μα ποια πάπια. Μια
πάπια με παπιά. Άσπρη πέτρα ξέξασπρη κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη κι ότι βρέξει
ας κατεβάσει αφού ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται και πάει λέγοντας. Έφταιγε
το περίεργο περπάτημα που είχε κι έμοιαζε με καρτούν και του κολλήσαμε από
παιδί το παρατσούκλι. Μάλλον από πλατυποδία. Ήταν και λίγο στραβοκάνης. Σπάγαμε
πολύ πλάκα μαζί του. Τσαντιζόταν και μας κυνηγούσε για να μας βαρέσει μα δεν
μας έπιανε ποτέ. Τον θυμάμαι από το δημοτικό που πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Ήμασταν
συμμαθητές. Μετά τα παράτησε. Δεν πήγε στο γυμνάσιο. Ζωηρό και ατίθασο παιδί.
Δεν τα ‘παιρνε τα γράμματα. Δεν είχε και βοήθεια από το σπίτι. Από τα δώδεκα
στο μεροκάματο και στη βιοπάλη. Πεταμένο στον δρόμο. Αργότερα έμπλεξε με
παλιοπαρέες και βρωμοδουλιές. Μα κατά βάθος είναι καλός άντρας με φιλότιμο και
μπέσα. Δεν θα σου κάνει άσχημη εκτός κι αν τον πειράξεις και τον προκαλέσεις.
Είναι λιγάκι εκδικητικός και θα στο φυλάξει μανιάτικο. Δεν ξεχνάει ούτε συγχωρεί
όσους κατά καιρούς τον έχουν βλάψει. Κι έχει μάθει να περιμένει. Πριν από δέκα
μέρες βγήκε πάλι από τη φυλακή. Το άκουσα απ’ τον κουλό που είναι παλιοί φίλοι καρδιακοί.
Μπαινοβγαίνει συχνά. Είναι το δεύτερο σπίτι του. Για διάφορους λόγους. Κυρίως
για ναρκωτικά και νταβατζιλίκια. Καμιά φορά ρίχνει και καμιά πιστολιά κι όποιον
πάρει ο χάρος. Είναι γνωστός των αρχών και μη εξαιρετέος. Έχει ακουστεί και για ρουφιάνος της ασφάλειας
μα προσέχει. Φυλάει τα νώτα του μην τον βρούνε καμιά μέρα στα ραδίκια ανάποδα.
Ανάσκελα και να κοιτάζει τα αστέρια. Μα αν και παλιόμουτρο είναι καλό παιδί.
Γυρίσαμε χαράματα στο σπίτι
τρεκλίζοντας ακουμπισμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Σε κάθε μας βήμα φοβόμαστε
ότι θα σκοντάψουμε και θα σωριαστούμε κατάχαμα στη γη. Κι εκεί θα μέναμε. Σιγά
μην βρίσκαμε το κουράγιο να ξανασηκωθούμε όρθιοι. Σαν σε όνειρο ακούγαμε τις
καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν χαρμόσυνα προσκαλώντας τους πιστούς να προσέλθουν
στον οίκο του θεού τούτη την άγια μέρα που ξημέρωνε της χριστιανοσύνης που γεννήθηκε
το θείο βρέφος και μεγαλώνοντας κατάκτησε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως όλα αυτά για
μας ήταν ασήμαντα και αδιάφορα αφού είχαμε πιει τον κώλο μας και το μόνο που αναζητούσαμε
με λαχτάρα ήταν ένα κρεβάτι για να σωριαστούμε πάνω του σαν νεκροί. Ευτυχώς ήμασταν
πολύ κοντά. Μόνο οι σκάλες είχαν μια κάποια δυσκολία. Μας φαίνονταν κάπως
απότομες και στραβές. Έπρεπε να προσέξουμε μην τις κατέβουμε κουτρουβαλώντας
και μας μετρήσουν τα παΐδια και καταλήξουμε στα επείγοντα του νοσοκομείο με
σπασμένα πλευρά και μας βγει τούτη η όμορφη βραδιά ξινή. Θα ήταν κρίμα κι άδικο. Ο φίλος μου μετά την απροσδόκητη συνάντηση με
το παπί σταμάτησε τις μπύρες κι άρχισε και κείνος να κατεβάζει τα τσίπουρα μονορούφι
μέχρι τελικής πτώσης. Κι όλο γελούσε και με αγκάλιαζε και με φιλούσε κι ήταν
πολύ χαρούμενος. Ώσπου μέθυσε κι έγινε λιώμα. Τότε ξαφνικά έπεσε πάνω μου κι
έβαλε τα κλάματα σαν μικρό παιδί. Μετά από λίγο τον πήρα και φύγαμε. Δηλαδή εγώ
πλήρωσα την φορτωτική που γέρος άνθρωπος
τον ζαλώθηκα και τον κουβαλάω στην πλάτη μου. Κι η διαδρομή μου φάνηκε αιώνες.
Ατελείωτη.
Μα επιτέλους φτάσαμε στην υπόγα
και μπήκαμε μέσα. Πέσαμε πάνω στο κρεβάτι σαν δυο τσουβάλια γεμάτα πέτρες. Τότε
ο μικρός μου χαμογέλασε μυστηριωδώς και μου ‘κλεισε το μάτι με νόημα. Με όσες
δυνάμεις του είχαν απομείνει έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα τεράστιο μπάφο σαν
φουγάρο και τον άναψε σαν πυροτέχνημα μέσα στη μαύρη νύχτα. Χρόνια πολλά μου
είπε κομπιάζοντας και ψευδίζοντας. Δώρο απ’ το φιλαράκι σου το παπί. Είναι καλό
παιδί και βοηθάει όσο μπορεί. Ξέρει ότι προσπαθώ πολύ μα είναι δύσκολο να ξεφύγεις.
Το ‘χει νιώσει κι αυτός στο πετσί του. Καταλαβαίνει από στέρηση. Άντε στην υγειά
μας νονέ και καλή χρονιά. Τράβηξε την πρώτη βαθιά τζούρα και μου το πάσαρε να
ρουφήξω κι εγώ. Όταν το τελειώσαμε μετά από λίγο μας πήρε ο ύπνος. Ούτε τα
ρούχα δεν προλάβαμε να βγάλουμε. Τελευταία τον άκουσα να μουρμουρίζει για λίγο κάτι
ακαταλαβίστικα και να παραμιλά μα δεν έβγαλα νόημα. Ίσως να ονειρευόταν σε μια
ξένη γλώσσα και κάποτε να ήρθε εδώ από κάποια μακρινή χώρα του βορά. Αυτός κι η
μάνα του μόνο. Ίσως. Ποιος ξέρει. Όποτε ήθελε θα μου τα έλεγε ο ίδιος. Εγώ δεν
πρόκειται να τον ρωτήσω τίποτα. Στάχτες κι αποκαΐδια το παρελθόν. Δεν πρέπει να
το σκαλίζεις. Αυτά σκεφτόμουν πριν πέσουν οι διακόπτες και σβήσει η οθόνη. Νιώθοντας
το χέρι μου να του χαϊδεύει απαλά τα μεταξένια του μαλλιά.
Είναι αλήθεια. Τον είχα
συμπαθήσει κάπως τον μασκαρατζίκο. Φαινόταν καλό παιδί. Σκεφτόμουν να τον
υιοθετήσω για βαφτιστήρι μου. Να τον βοηθήσω κάπως. Έστω για λίγο καιρό μέχρι
να σταθεί στα πόδια του. Η γκαρσονιέρα χωρούσε και τους δυο μας. Μόνο να μην
ερωτευτώ πάλι έναν εντελώς άγνωστο. Αυτό δεν ήθελα. Να τσιμπηθώ. Αφού το
πιθανότερο ήταν να προσπαθήσει να με εκμεταλλευτεί. Ή ακόμα και να με ληστέψει
ή και να με σκοτώσει. Όλα θα μπορούσε να τα κάνει. Δεν εμπιστευόμουνα κανέναν
για να ‘χω ήσυχο το κεφάλι μου. Παθός μαθός από ολέθριες σχέσεις και κυνέρωτες
της μιας βραδιάς. Το είχα δει το όνειρο πολλές φορές και το είχα εμπεδώσει
καλά. Για αυτό μόνος πλέον και μακριά από όλους. Δεν ήθελα να πάω άδοξα σαν το σκυλί
στο αμπέλι. Όπως τόσοι άλλοι. Έπαιζαν όλα τα ενδεχόμενα. Δεν ήθελα να μπω πάλι
σε μπελάδες και άσχημες περιπέτειες. Σε τρικυμίες και θύελλες. Ξεχώριζα πια τις
θανάσιμες απειλές μα απ’ την άλλη δεν έβγαζα και άκρη. Δεν ήξερα τι ήθελα.
Μπερδεμένα συναισθήματα και το μυαλό μου ένα κουβάρι. Δεν μπορούσα να σκεφτώ
καθαρά. Η καψούρα μερικές φορές γίνεται πολύ επικίνδυνη. Μέχρι και θανατηφόρα. Και
το πιόμα δεν βοηθάει την κατάσταση. Έτσι κι αλλιώς πάντα στο τέλος δεν μένει
τίποτα. Όλα περαστικά και εφήμερα. Μόνο κάτι θολές αναμνήσεις. Και μπόλικες οδυνηρές
ενοχές.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου
είχε μεσημεριάσει για τα καλά και το κεφάλι μου πονούσε κι ήταν έτοιμο να
σπάσει. Έκανα κάμποσα λεπτά να συνέλθω και να καταλάβω ποιος είμαι και που
βρίσκομαι. Ο μικρός έλειπε από το σπίτι. Την είχε κοπανήσει με ελαφριά πηδηματάκια.
Μόνο πάνω στο κομοδίνο είχε αφήσει ένα ανορθόγραφο σημείωμα που με ευχαριστούσε
για την φιλοξενία και την όμορφη βραδιά που περάσαμε και με διαβεβαίωνε πως
στην καινούργια χρονιά που έρχεται όλα θα πάνε καλά. Με υπογραφή το βαφτιστήρι
σου. Δεν ήξερα αν θα ‘πρεπε να τον πιστέψω ή όχι. Να πάρω τα λόγια του στα σοβαρά.
Ούτε αν θα τον ξανάβλεπα.





