Μετανιώνω
μόνο για τα λάθη που δεν έχω κάνει ακόμα
Γιάννης Σκαρίμπας
Με τον φίλο μου βρισκόμαστε μεσοβδόμαδα
Τετάρτη ή Πέμπτη για να παίξουμε κάνα σκάκι στην ίδια πάντα καφετέρια. Συνήθως
προλαβαίνουμε δύο παρτίδες να τελειώσουμε. Καμιά φορά μας παίρνει ο χρόνος και
για τρίτη και το απόγευμά μας περνάει ξέγνοιαστα και ωραία. Με κάποιο τρόπο
ξεφεύγουμε από τις έγνοιες και την ρουτίνα της σκληρής και άχαρης καθημερινότητας.
Όπως το πάρει κανείς. Έτσι κι αλλιώς το παιχνίδι παίζεται πάντα ανάμεσα στην
ανία και στην οδύνη κι όποιος αντέξει. Γι’ αυτό κι εμείς ξεχνιόμαστε πολεμοχαρώς
πάνω στα εξήντα τέσσερα ασπρόμαυρα τετράγωνα. Βρίσκουμε διέξοδο στο
μπαρουτοκαπνισμένο πεδίο μάχης των νεκρών πιονιών και των ηρωικά θυσιασμένων
κομματιών μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός μας.
Πάντως εγώ περνάω σίγουρα καλά
γιατί συνήθως είμαι ο δαφνοστεφανωμένος νικητής. Ο πελάτης μου στεναχωριέται
και τσαντίζεται προσωρινά όποτε χάνει μα δεν το βάζει κάτω. Επιμένει και ξανά
προς την δόξα τραβά. Καμιά φορά του δίνω καμιά ισοπαλία και σπάνια όποτε είμαι
στα μεγάλα κέφια κάνω το λάθος του αιώνα και τον αφήνω να με κερδίσει. Τότε
κάνει σαν μικρό παιδί απ’ την χαρά του με έξαλλους πανηγυρισμούς. Κι εγώ από
την άλλη προσποιούμαι τον κατηφή και δυστυχισμένο. Ευτυχώς που δεν καταλαβαίνει
την ατιμία μου γιατί είναι μεγάλος εγωίσταρος και δεν θα την δεχόταν. Μπορεί
και να μου έκοβε την καλημέρα. Κι αυτό δεν το θέλω γιατί γνωριζόμαστε από τον
στρατό όπου κάναμε μαζί την θητεία μας και είναι ο μοναδικός φίλος που μου
απόμεινε στη ζωή και τον συμπαθώ πολύ. Κι όχι μόνο γιατί μου κερνάει τους καφέδες
και με χαρτζιλικώνει γενναιόδωρα.
Γνωρίζει βέβαια τις μόνιμες
αφραγκίες μου και ότι δεν θίγομαι από τις ελεημοσύνες μου. Έχω πολλά άλλα
ελαττώματα μα τουλάχιστον δεν είμαι ψωροπερήφανος. Εκείνος πάλι έχει τις άκρες
του και είναι καλά οικονομημένος. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να του φορτώνομαι
μια στο τόσο και να με σιγοντάρει. Δουλεύει στο δημόσιο σε υψηλό διευθυντικό
πόστο μα πέρα απ’ τον παχυλό του μισθό πρέπει να κάνει και τις ρεμούλες του. Να
παίρνει και τις μίζες του στο υπουργείο υποδομών. Έτσι έχω καταλάβει μέσες
άκρες από κάτι μισόλογα που του έχουν ξεφύγει κατά καιρούς. Μόνος του τα ξεφουρνίζει
πάνω στην τρελή χαρά του. Όμως εμένα με εμπιστεύεται. Ξέρει ότι είμαι τάφος σε
τέτοια θέματα εργασιακής ηθικής και προσωπικής υπόληψης και πως δεν πρόκειται
να τον προδώσω ή να τον βγάλω βούκινο. Αφού μπορεί και το κάνει όμορφα και μπράβο
του. Πρόβλημα ουδέν. Μόνο του λέω να προσέχει μην εκτεθεί και χάσει τη δουλειά
του. Καμιά φορά πέφτουν και καρφωτές απ’ τους καλοθελητές και σού ‘ρχεται
ξαφνικά η σφαλιάρα από κει που δεν το περιμένεις. Πάντως είναι καλό παιδί κι
εμένα μου έχει ξηγηθεί όλα αυτά τα χρόνια που γνωριζόμαστε σπαθί και στο πολύ
εντάξει. Δεν έχω κανένα παράπονο. Και παρά την κοινωνική του θέση παρέμεινε
ένας απλός και πρόσχαρος άνθρωπος. Κατά βάθος ένα μεγάλο παιδί που δεν κατάφερε
να μεγαλώσει. Δεν μπόρεσε μάλλον για τους δικούς του λόγους.
Γι’ αυτό και στο σπίτι η
γυναίκα του η τσαούσα τον κάνει ότι θέλει. Σήκω πάνω κάτσε κάτω τον έχει. Σαν
σκυλάκι τον σέρνει από την μύτη. Σούζα στέκεται ο φίλος μου μπροστά της.
Κλαρίνο. Κι αν τολμάει ας κάνει ότι της αντιμιλάει. Κι εκείνη δεν είναι και καμιά
ξεβράκωτη. Έχει τους τρόπους και τα μέσα της. Είναι ευκατάστατη με διαμερίσματα
και ακίνητα στο όνομά της. Προέρχεται από γνωστή μεγαλοαστική οικογένεια της
πόλης. Δεν χρειάζεται να εργαστεί. Κάθεται σπίτι και μεγαλώνει τα δυο τους
παιδάκια. Πάντως τον φίλο μου τον έχει σε πολύ περιορισμένο. Δεν τον αφήνει
ρούπι από κοντά της. Η μόνη της παραχώρηση είναι μία έξοδος μεσοβδόμαδα για να
συναντηθεί μαζί μου και να παίξουμε σκάκι. Παρόλο που δεν με πολυσυμπαθεί.
Τουλάχιστον έτσι έχει δείξει μια δυο φορές που έχουμε συναντηθεί τυχαία στον
δρόμο και μου χαμογέλασε μόνο από ευγένεια και για χάρη του άντρα της. Ως εκεί λοιπόν
του αφήνει το λουρί. Μετά πίσω στην φυλακή του. Αν και φαίνεται πως αγαπιούνται.
Έστω και με τον δικό τους τρόπο. Για τα παραπέρα δεν μου πέφτει λόγος.
Κάθε φορά που βρισκόμαστε έχουμε
το ίδιο τροπάρι. Κάτι σαν ιεροτελεστία. Στην αρχή παραγγέλνουμε τους καφέδες
και φλυαρούμε για την επικαιρότητα και
την τρέχουσα κατάσταση. Για θέματα πολιτικής και οικονομίας που εγώ τα βαριέμαι
μα αρέσουν στον φίλο μου. Τι να κάνω. Κάνω υπομονή να τελειώσει το λογύδριό του
και κατόπιν ανοίγουμε την σκακιέρα κι αρχίζουμε το ματς. Εκείνος παίρνει πρώτος
τα λευκά μα δεν τον βοηθάνε και πολύ. Σύντομα βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Τον
έχω στριμώξει κι αγχώνεται κι αναψοκοκκινίζει. Σε λίγο χαμηλώνουν τα φώτα του
μαγαζιού και οι ροκιές από τα μεγάφωνα όλο και δυναμώνουν. Ο χώρος γεμίζει από
όμορφες φατσούλες που καλαμπουρίζουν και πίνουν τα ποτά τους μα εμάς όλα αυτά
δεν μας αποσυντονίζουν. Παραμένουμε προσηλωμένοι στην παρτίδα μας και δίνουμε
την μάχη μας στα μαρμαρένια αλώνια. Έτσι έγινε και σήμερα που του έδωσα πάλι την
τελευταία παρτίδα και είναι ξετρελαμένος απ’ την χαρά του. Παραπονέθηκα ότι με
κούρασε δήθεν η πολλή σκέψη και στο τέλος έκανα το μοιραίο λάθος. Ευτυχώς το ‘χαψε
το παραμύθι. Όμως μας είχε πάρει κάπως αργά. Πάμε μου λέει γιατί ποιος την
ακούει πάλι τη γυναικούλα μου. Γέλαγαν και τα αυτιά του και ήταν όλος μέσα στην
ευτυχία.
Βγαίνοντας μας πλησίασε ένας
περίεργος τύπος. Φορούσε κάτι βρώμικα ράσα και κρατούσε στα χέρια για παγκάρι
έναν πλαστικό κουμπαρά σε σχήμα γουρουνάκι. Πρώτη φορά τον έβλεπα. Αφού μας
ευλόγησε και μουρμούρισε κάτι τροπάρια δικής του εμπνεύσεως μας ζήτησε μια
μικρή βοήθεια για την ανέγερση του ναού κάποιου παντελώς αγνώστου αγίου. Ο
φίλος μου ταραγμένος έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Την ευλογία σου δέσποτα του
είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Μετά έβγαλε απ’ την τσέπη και του έδωσε κάμποσα
χαρτονομίσματα στο χέρι. Ο ψευτοπαπάς τον σταύρωσε και τον ευχαρίστησε και
συνέχισε παρακάτω το θεάρεστο έργο του. Είχα μείνει άναυδος μα είδα τον φίλο
μου να τρέμει ακόμα και μετά από λίγο να ξεσπάει σε λυγμούς. Όταν συνήλθε κάπως
τον ρώτησα αν τον ήξερε εκείνον τον μουρλό. Ναι και μάλιστα πολύ καλά μου είπε.
Είναι ο αδερφός μου ψέλλισε με δυσκολία έτοιμος να σωριαστεί χάμω.