Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

ΡΕΒΕΓΙΟΝ ΜΕ ΤΟ ΒΑΦΤΙΣΤΗΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΠΙ (ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ)

Χριστούγεννα πρωτοχρονιά φώτα. Από αύριο θα άρχιζε πάλι ο ανήφορος του δωδεκαήμερου. Κι άλλη μια χρονιά θα ξεκινούσε δυσοίωνα. Με καμία προσδοκία στον ορίζοντα. Καμία ζωντανή ελπίδα. Καμιά προοπτική. Και φέτος δεν περίμενα να αλλάξει κάτι. Τουλάχιστον προς το καλύτερο. Το μόνο σίγουρο. Ανία βαρεμάρα ανασφάλεια. Ένας περίεργος συνδυασμός. Μα κατά βάθος το πιστεύω. Όλα θα πάνε καλά. Ότι σήμερα παραμονή της μεγάλης γιορτής έβγαινα μεσημεριάτικα από το σούπερ μάρκετ βαστώντας τη σακούλα με τα ψώνια αποτελούσε μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Και πάλι με τα απολύτως απαραίτητα. Σαν να ήταν μια καθημερινή μέρα ή στην καλύτερη περίπτωση ένα σαββατιάτικο απόγευμα. Πάντως το μαγαζί ήταν γεμάτο και συνάντησα ουρές στα ταμεία. Ψώνια για το ρεβεγιόν και δώρα για τα βαφτιστήρια. Όλα την τελευταία στιγμή. Άργησα και δυσκολεύτηκα να ξεμπερδέψω. Ταλαιπωρήθηκα μα η πολυκοσμία μού βγήκε σε καλό. Δεν σούφρωσα και λίγα πράγματα. Είμαι γεμάτος τσέπες και καβάντζες. Τα καταχώνιασα βαθιά μέσα μου και κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Ούτε οι κάμερες του μαγαζιού ούτε καν ο τετραπέρατος σεκιουριτάς με τη λαμπρή στολή και πλάκα τα γαλόνια. Απεναντίας φεύγοντας με χαιρέτισε χαμογελαστός και μου ευχήθηκε καλές γιορτές. Ήταν ευγενέστατος κι εγώ ένιωθα σημαντικός υπέρβαρος και τρισευτυχισμένος.   

Δίπλα από την έξοδο ο νεαρός καθόταν ακόμα κατάχαμα στο τσιμέντο με το κεφάλι σκυφτό και χωμένο μέσα στα χέρια του. Ποιος ξέρει τι περίμενε και τι σκεφτόταν μα ο τύπος δεν φαινόταν και πολύ σόι. Μπροστά του είχε ένα πλαστικό ποτηράκι με λίγα κέρματα μέσα μα δεν ζητιάνευε. Απλά ζητούσε ένα φιλοδώρημα για τις πολλές υπηρεσίες που προσέφερε με ευγένεια και ανιδιοτέλεια στο κοινωνικό σύνολο. Δεν τον είχα ξαναδεί κι ούτε ήξερα από πού κρατά η σκούφια του. Πρέπει να ήταν φρέσκος στην περιοχή. Πρόσφατα να είχε σκάσει μύτη στα μέρη μας. Τριαντάρης έμοιαζε. Ξανθός ψηλός κι αδύνατος. Χλωμός και ξεθωριασμένος. Συφοριασμένος της κακιάς ώρας. Σχεδόν ετοιμόρροπος. Για πρεζόνι τον έκοβα μα αυτό δεν είχε καμία σημασία. Δεν έπαιρνα κι όρκο. Μπορεί να έκανα και λάθος. Δεν έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά. Πάντως ήταν σίγουρα άστεγος. Με ρούχα σκισμένα και βρώμικα. Δεν είχε βγει χτες στο δρόμο. Έμοιαζε να λαγοκοιμάται. Εκείνη την στιγμή πέρασε από μπροστά του ένας χοντρός παπάς και του ‘ριξε μια βλοσυρή ματιά σαν να του είχε σκοτώσει τη μάνα. Με μοχθηρία. Και κάτι πρέπει να μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του που σίγουρα δεν ήταν προσευχές και τροπάρια. Μπορεί και να τον έβρισε. Να του πέταξε λίγα γαμωσταυρίδια άγιες μέρες που έρχονται. Δεν ξέρω τι προηγούμενα είχαν οι δυο τους. Περίμενα να γίνει κάνας καβγάς μα ο τράγος δεν σταμάτησε. Απομακρύνθηκε βιαστικά. Ο νεαρός ούτε που έδωσε σημασία. Δεν πρέπει καν να τον κατάλαβε.

Πλησίασα προς το μέρος του και τον σκούντηξα στον ώμο. Αναταράχτηκε. Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε θολά και αβέβαια. Και κάπως τρομαγμένα παρ’ όλο που δεν δείχνω για μπάτσος. Θα σου τα κλέψουνε του είπα και του ‘δειξα τους κόπους της ημέρας. Πρέπει να προσέχεις. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους. Σιγά μη σωνότανε από τη λιγοστή καλοσύνη των ξένων. Φαντάσου να μην ήταν και γιορτές τι θα του ρίχνανε οι αφιλότιμοι. Μα τους καταλάβαινε και τους συγχωρούσε. Δεν του είχαν δα και καμιά υποχρέωση. Δεν μπορούσε να ‘χε υπερβολικές απαιτήσεις ούτε και να τους ζητήσει το λόγο. Του έδωσα ένα χαρτονόμισμα μα δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται ή να συγκινείται απ’ την απλοχεριά μου. Ούτε ένα ψόφιο ευχαριστώ δεν βγήκε από το στόμα του. Τον ρώτησα αν πεινάει. Σίγουρα θα ήταν νηστικός μα δεν μου το ‘πε. Μέρες χαράς και ευτυχίας για τον κόσμο μα κι αυτός δεν είχε πού να πάει. Ήταν ολομόναχος. Τον προσκάλεσα σπίτι. Με κοίταξε περίεργα διστακτικά και καχύποπτα. Επέμεινα. Έλα πάμε του είπα. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και με ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Σε όλη τη διαδρομή δεν βγάλαμε άχνα. Δεν συστηθήκαμε καν. Δεν είπαμε ούτε τα ονόματά μας. Δεν θα είχε και μεγάλη σημασία. Δυο άγνωστοι ήμασταν. Και να τον ρώταγα μάλλον κάποιο ψεύτικο θα μου ξεφούρνιζε ιδιαζόντως καλλιτεχνικό. Το δικό μου σίγουρα θα του ήταν εντελώς αδιάφορο. Ούτε που θα τον ένοιαζε. Θα το άκουγε αφηρημένα και μετά από λίγο σίγουρα θα το ξέχναγε. Τα ξέρω αυτά. Έχουν ξαναγίνει.

Μπήκαμε στην πολυκατοικία και κατεβήκαμε τις σκάλες δίπλα από το ασανσέρ. Φτάσαμε στο υπόγειο απέναντι απ’ το λεβητοστάσιο. Εκεί έμενα. Έβαλα τα κλειδιά στην πόρτα και άνοιξα. Τον ρώτησα αν του άρεσε η γκαρσονιέρα μου μα δεν απάντησε. Φαινόταν ακόμη ξαφνιασμένος μουδιασμένος και δύσπιστος απ’ την αναπάντεχη γνωριμία που κανείς δεν ήξερε πού και πώς θα καταλήξει. Πάντως δεν έδειξε να ενθουσιάζεται. Σίγουρα θα ‘χε μπει και σε χειρότερα λαγούμια. Κι ας μην ήτανε αχούρι. Την είχα τακτοποιημένη και σχετικά καθαρή. Λόγω των ημερών. Όχι πως περίμενα επισκέψεις από κανέναν. Μόνο όταν με είδε να ξεκουμπώνομαι και να ανοίγω την καπαρντίνα με τις χιλιάδες εσωτερικές τσέπες και την ενισχυμένη φόδρα και να ξεφορτώνομαι τα κλεψιμαίικα δεν κρατήθηκε και έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο συνενοχής. Κάτι θα ‘ξερε κι αυτός από αρπαχτές και βούτες. Δεν ήταν δα και χτεσινός. Γελάσαμε κι οι δύο με την καρδιά μας. Ξαφνικά τον είδα να χαλαρώνει και κάπως ανακουφίστηκα κι εγώ. Συμφωνήσαμε ότι το άξιζαν οι καργιόληδες οι κλεφταράδες και σιγά τι έπαθαν και τότε μάλλον πρέπει να με συμπάθησε ακόμα πιο πολύ. Του είπα ότι ο θερμοσίφωνας είχε ζεστό νερό. Αν ήθελε μπορούσε να κάνει ένα μπάνιο να ξεβρομίσει. Να φύγει η σκόνη και η λέπρα από πάνω του. Βρήκε σωστή την ιδέα μου και δεν έφερε αντίρρηση. Γδύθηκε και μπήκε στο μπάνιο. Κάθισε αρκετή ώρα μέσα στα νερά και τους ατμούς και το απόλαυσε μέχρι να μουλιάσει και να φαφατιάσει η πέτσα του. Όταν βγήκε προχώρησε προς το κρεβάτι κι έπεσε πάνω του ξερός. Δεν μου ζήτησε καν την άδεια και αμέσως τον πήρε ο ύπνος. Σκέπασα με την κουβέρτα το γεμάτο σημάδια γυμνό και ταλαίπωρο κορμί του και τον άφησα να ξεκουραστεί και να πάρει δυνάμεις.

Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια του έξω είχε νυχτώσει για τα καλά. Τεντώθηκε και ανακλαδίστηκε και μετά με ρώτησε τι ώρα είναι. Κόντευε εφτά. Του έφτιαξα καφέ και κάναμε τσιγάρο καθισμένοι στο κρεβάτι. Σε ευχαριστώ μου είπε κάπως μελαγχολικά. Προσπαθώ να το κόψω μα δεν είναι εύκολο. Το πέταξε έτσι στο ξεκάρφωτο χωρίς προηγουμένως να τον έχω ρωτήσει κάτι. Του χαμογέλασα αν και δεν κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε. Δε κάνει τίποτα. Όλα θα πάνε καλά του είπα. Πεινούσε. Κι εγώ. Όλη τη μέρα δεν είχα βάλει μπουκιά στο στόμα μου. Θα βγαίναμε έξω του είπα να του κάνω το τραπέζι. Είχαμε κι εμείς δικαίωμα για ένα ρεβεγιόν σαν άνθρωποι έστω και στο αριστοκρατικό καφενείο του κουλού λίγα βήματα έξω από την πολυκατοικία. Μεγάλη ευκολία. Δεν θα κουραζόμασταν καθόλου να φτάσουμε και κυρίως να φύγουμε από κει όταν θα ερχόταν η ώρα. Δεν το ήξερε το μαγαζί μα δεν έφερε αντίρρηση. Μου είχε πια εμπιστοσύνη. Ήταν το στέκι μου και θα του εξηγούσα τα καθέκαστα. Σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται μα τον σταμάτησα. Άσ’ τα αυτά είναι παλιά και βρώμικα. Θα τα βάλω σε μια σακούλα να τα πετάξω. Αν δεν έχεις αντίρρηση. Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Ευτυχώς είχα κρατήσει στην ντουλάπα ρούχα απ’ την εποχή που ήμουν κι εγώ πιο νέος πιο αδύνατος και πιο όμορφος. Τυχερός ήταν. Είχαμε το ίδιο ύψος. Φορούσαμε ακόμη  και ίδιο νούμερο παπουτσιών. Τον έντυσα στην πένα απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Έγινε του κουτιού. Ούτε ο νουνός του να ‘μουνα. Του το ‘πα και γέλασε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έδειχνε χαρούμενος με μια φλογερή λάμψη στα μάτια. Είχε μεταμορφωθεί. Είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Αγκαλιαστήκαμε. Χρόνια πολλά του είπα και τον φίλησα στο μάγουλο. Είχα σκοπό να τον υιοθετήσω για βαφτιστήρι μου. Μα αυτό δεν του το ‘πα.

Ακόμα θυμάμαι εκείνον τον γαμημένο αγριεμένο ρασοφόρο της ενορίας μας με τις τριχωτές χερούκλες που είχαν αρπάξει σαν μέγγενη το ξανθό αγγελούδι από τις μασχάλες και το βύθιζαν ανελέητα μέσα στο νερό μέχρι να τον πνίξουν. Σίγουρα ήταν πάνω από τρεις φορές για να καθαρίσει το αθώο και παντελώς ανυποψίαστο πλάσμα μια και καλή από το προπατορικό του αμάρτημα. Μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ τον λυσσασμένο τραγόπαπα. Έκλαιγε γοερά και ούρλιαζε συνέχεια μέχρι να τελειώσει το μαρτύριό του. Πλάνταξε το καημένο. Βάρβαρα έθιμα. Σαδιστικά μυστήρια. Είχα πάει μαζί με τη μαμά που ήταν και η επίσημη νονά. Εγώ απλά έπαιζα τον βοηθός της και στεκόμουν στο πλάι της. Αυτή του έβαλε το λάδι και του φόρεσε το σταυρουδάκι στο στήθος. Έφτυσε και τριγύρω για να φύγουν τα δαιμόνια και τα διαόλια. Αποτάσσω τον σατανά φώναζε ο ιερέας. Απεταξάμην απαντούσε εκείνη. Ο πατέρας δεν είχε έρθει μαζί μας γιατί έλειπε στην πρωτεύουσα για δουλειές. Το αγοράκι ήταν μιας πολύ καλής φίλης της. Την ήξερα κι εγώ. Ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας πάντα με τα χέρια γεμάτα γλυκά και δώρα. Ήταν καλή κοπέλα και μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Και πολύ όμορφη. Μέχρι που παντρεύτηκε και γέννησε. Όλα αυτά πριν από τριάντα χρόνια. Δυο χρόνια μετά τη βάπτιση σκοτώθηκαν οι γονείς μου σε εκείνο το μοιραίο ατύχημα. Από τότε δεν ξαναείδα ούτε τη φίλη της μαμάς ούτε και το μικρό αγγελούδι. Ούτε και κείνον τον παπά αφού δεν ξαναπάτησα ποτέ μέσα σε εκκλησία. Και ούτε πρόκειται. Δεν ξέρω καν αν ζει ή αν πέθανε κι ούτε με νοιάζει. Μόνο μην τον τρακάρω πουθενά γιατί τη γάμησε. Εκεί θα γίνει ο τάφος του. Θα τον αφήσω στον τόπο να ξεβρομίσει η πόλη. Χρόνια αργότερα έμαθα ότι τον ξουρίσανε γιατί γύριζε έπινε και ξενοπηδούσε στα κωλόμπαρα και στα μπουρδέλα της πόλης. Ο ξεφτίλας είχε γυναίκα και παιδιά μα το πουλί του τον έκανε κι αυτόν ότι ήθελε. Ξέσπασε άλλο ένα τεράστιο σκάνδαλο στους κόλπους του ευσεβούς ιερατείου. Ακόμη ένας άνθρωπος του θεού αποδεικνυόταν με αδιάσειστα ντουκουμέντα και μαρτυρίες μεγάλος ξεκωλιάρης. Η ίδια η πρεσβυτέρα έκανε την καταγγελία στον επίσκοπο γιατί παραμελούσε τα οικογενειακά του καθήκοντα και η υπόθεση πήρε τον δρόμο της. Είχαν ακουστεί και διάφορα άλλα πιπεράτα για αυτόν και τον νεαρό επίτροπο που είχε στον ναό και το γλεντούσανε αντρικά καμιά φορά οι δυο τους. Έτσι για να σπάει η ρουτίνα της καθημερινότητας. Πουτανιάρης κωλομπαράς και κωλοτρίφτης λοιπόν ο πάτερ μα όλα εδώ πληρώνονται. Όχι στην άλλη ζωή με δικαστή τον ύψιστο όπως νομίζουνε κάποιοι κουτοπόνηροι.

Μπήκαμε στο καφενείο καμαρωτοί επίσημοι παρφουμαρισμένοι και σένιοι αν και κάπως αργοπορημένοι λόγω της περίστασης. Όχι πως είχαμε στήσει κανέναν να μας περιμένει μα η ώρα κόντευε έντεκα και το μαγαζί ήταν φίσκα. Ευτυχώς σταθήκαμε τυχεροί και βρήκαμε ένα τραπεζάκι άδειο σε μια γωνία. Παραγγείλαμε και φάγαμε ότι πρόχειρο βρέθηκε εκείνη τη στιγμή. Που καιρός για πολυτέλειες. Μόνο για να στυλωθούμε κάπως και να αρχίσουμε το πιόμα. Ο καινούργιος μου φίλος ήταν συγκρατημένος πίνοντας μπύρα. Εγώ άρχισα αμέσως τα τσίπουρα. Του άρεσε ο χώρος. Παρ’ όλες τις σκατόφατσες που είχε μέσα τού φάνηκε ζεστός και φιλικός. Και ντουμανιασμένος. Τους ξέρω τους θαμώνες του μαγαζιού εδώ και πολλά χρόνια απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Έχω κάνει παρέα μαζί τους μα πλέον δεν τους δίνω πολλά χνότα. Η σάρα η μάρα και το κακό συναπάντημα. Όλοι οι καμένοι οι βλογιοκομμένοι και οι πυροβολημένοι. Όχι πως εγώ είμαι καλύτερος. Όλοι τα ίδια χαμένα κορμιά είμαστε και όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε μα πλέον για τον καθένα είναι απλά ζήτημα γούστου. Κάνεις λοιπόν τις επιλογές σου κι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Δεν έχουμε τσακωθεί μα τους έχω κάπως βαρεθεί όπως γίνεται και στις καλύτερες οικογένειες. Ορισμένες φορές έχουν την πλάκα τους μα άλλες γίνονται κουραστικοί. Σωστός μπελάς αν δεν έχεις την όρεξή τους. Ακόμα και με τον κουλό έχω πλέον μόνο τα τυπικά. Μακριά και αγαπημένοι. Σε απόσταση ασφαλείας. Πάντως σήμερα η ατμόσφαιρα ήταν κεφλίδικη και εορταστική με γέλια και φωνές και το γλέντι να κρατά μέχρι το ξημέρωμα. Αγρύπνια. Ήδη οι περισσότεροι ήταν μεθυσμένοι και σε κατάσταση ευθυμίας. Από τα ηχεία ακούγονταν λαϊκά τραγούδια στη διαπασών και κάποια στιγμή σηκώθηκε ένας να χορέψει μια ζεμπεκιά πολυτελείας ανάμεσα σε παλαμάκια και όπα. Τα σπασίματα απαγορεύονταν όπως και οι πολιτικές κουβέντες που  οδηγούν με βεβαιότητα σε τσακωμούς καβγάδες και άλλα έκτροπα. Κάποια καλόπαιδα εδώ μέσα σίγουρα οπλοφορούν και κουβαλάνε μαζί τους σιδερικά και σουγιάδες για κάθε ενδεχόμενο. Η κατάσταση δεν είναι παίξε γέλασε και πρέπει να είσαι προσεκτικός. Να έχεις το νου σου και να φυλάγεσαι.    

Ο μικρός απολάμβανε την ευφρόσυνη κατάσταση μέχρι που άνοιξε η πόρτα του μαγαζιού και τα γέλια τού κόπηκαν μαχαίρι. Μπήκε μέσα το παπί κι αμέσως τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Κοιτάχτηκαν επίμονα και μου φάνηκε ότι γνωρίζονταν καλά. Εκείνος προχώρησε προς τον κουλό και κάτι του είπε. Δεν κάθισε. Μετά από λίγο βγήκε πάλι έξω. Ο φίλος μου ήταν ταραγμένος κι είχε χάσει το χρώμα του. Τον ρώτησα τι συμβαίνει μα δεν μου απάντησε. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο και τράβηξε γρήγορα κατά την έξοδο του καφενείου σαν κυνηγημένος. Επιστρέφω αμέσως μου είπε δίχως περισσότερες λεπτομέρειες. Ανησύχησα. Άρχισαν να με ζώνουνε τα μαύρα φίδια. Γύρισε μετά από κάνα τέταρτο. Τώρα φαινόταν ήρεμος και χαλαρός. Μου χαμογέλασε και κάθισε πάλι στη θέση του. Πήγε και μένα ξανά η καρδιά μου στη θέση της. Δεν τον ρώτησα τίποτα. Δεν είμαι αδιάκριτος. Αν ήθελε θα μου τα έλεγε μόνος του. Όμως σκεφτόμουν τι μπορεί να είχε συμβεί. Στριφογύριζαν στο μυαλό μου διάφορες υποθέσεις και σενάρια. Ίσως να υπήρχε κάποια παρεξήγηση που λύθηκε με όμορφο τρόπο. Ίσως πάλι κάνα περίεργο νταλαβέρι. Ποιος ξέρει. Είναι και που από αυτό το παιδί δεν του παίρνεις εύκολα μια ολοκληρωμένη κουβέντα. Περίεργη μάρκα. Μόνο μισόλογα και υπονοούμενα. Σωστή σφίγγα. Όμως ήμουν βέβαιος ότι κι απόψε όλα θα πάνε δίχως παρατράγουδα. Σήκωσα το ποτήρι μου και του ευχήθηκα. Χρόνια πολλά και καλή χρονιά βαφτισιμιέ μου. Στην υγειά μας νουνέ μού απάντησε και κατέβασε τη μπύρα του μονορούφι. Η ώρα είχε πάει μία κι όλο το μαγαζί βρισκόταν στο τσακίρ κέφι με τραγούδια και ξέφρενους χορούς από άντρες και γυναίκες. Αρσενικούς και θηλυκούς. Ήταν το καλύτερο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν της ζωής μου. Κι ας μην έμεινε μαζί μας το παπί.

Το παπάκι πάει στην ποταμιά. Αχ γιατί καλέ παπί. Πάει για να ‘βρει συντροφιά. Μια πάπια μα ποια πάπια. Μια πάπια με παπιά. Άσπρη πέτρα ξέξασπρη κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη κι ότι βρέξει ας κατεβάσει αφού ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται και πάει λέγοντας. Έφταιγε το περίεργο περπάτημα που είχε κι έμοιαζε με καρτούν και του κολλήσαμε από παιδί το παρατσούκλι. Μάλλον από πλατυποδία. Ήταν και λίγο στραβοκάνης. Σπάγαμε πολύ πλάκα μαζί του. Τσαντιζόταν και μας κυνηγούσε για να μας βαρέσει μα δεν μας έπιανε ποτέ. Τον θυμάμαι από το δημοτικό που πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Ήμασταν συμμαθητές. Μετά τα παράτησε. Δεν πήγε στο γυμνάσιο. Ζωηρό και ατίθασο παιδί. Δεν τα ‘παιρνε τα γράμματα. Δεν είχε και βοήθεια από το σπίτι. Από τα δώδεκα στο μεροκάματο και στη βιοπάλη. Πεταμένο στον δρόμο. Αργότερα έμπλεξε με παλιοπαρέες και βρωμοδουλιές. Μα κατά βάθος είναι καλός άντρας με φιλότιμο και μπέσα. Δεν θα σου κάνει άσχημη εκτός κι αν τον πειράξεις και τον προκαλέσεις. Είναι λιγάκι εκδικητικός και θα στο φυλάξει μανιάτικο. Δεν ξεχνάει ούτε συγχωρεί όσους κατά καιρούς τον έχουν βλάψει. Κι έχει μάθει να περιμένει. Πριν από δέκα μέρες βγήκε πάλι από τη φυλακή. Το άκουσα απ’ τον κουλό που είναι παλιοί φίλοι καρδιακοί. Μπαινοβγαίνει συχνά. Είναι το δεύτερο σπίτι του. Για διάφορους λόγους. Κυρίως για ναρκωτικά και νταβατζιλίκια. Καμιά φορά ρίχνει και καμιά πιστολιά κι όποιον πάρει ο χάρος. Είναι γνωστός των αρχών και μη εξαιρετέος.  Έχει ακουστεί και για ρουφιάνος της ασφάλειας μα προσέχει. Φυλάει τα νώτα του μην τον βρούνε καμιά μέρα στα ραδίκια ανάποδα. Ανάσκελα και να κοιτάζει τα αστέρια. Μα αν και παλιόμουτρο είναι καλό παιδί.

Γυρίσαμε χαράματα στο σπίτι τρεκλίζοντας ακουμπισμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Σε κάθε μας βήμα φοβόμαστε ότι θα σκοντάψουμε και θα σωριαστούμε κατάχαμα στη γη. Κι εκεί θα μέναμε. Σιγά μην βρίσκαμε το κουράγιο να ξανασηκωθούμε όρθιοι. Σαν σε όνειρο ακούγαμε τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν χαρμόσυνα προσκαλώντας τους πιστούς να προσέλθουν στον οίκο του θεού τούτη την άγια μέρα που ξημέρωνε της χριστιανοσύνης που γεννήθηκε το θείο βρέφος και μεγαλώνοντας κατάκτησε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως όλα αυτά για μας ήταν ασήμαντα και αδιάφορα αφού είχαμε πιει τον κώλο μας και το μόνο που αναζητούσαμε με λαχτάρα ήταν ένα κρεβάτι για να σωριαστούμε πάνω του σαν νεκροί. Ευτυχώς ήμασταν πολύ κοντά. Μόνο οι σκάλες είχαν μια κάποια δυσκολία. Μας φαίνονταν κάπως απότομες και στραβές. Έπρεπε να προσέξουμε μην τις κατέβουμε κουτρουβαλώντας και μας μετρήσουν τα παΐδια και καταλήξουμε στα επείγοντα του νοσοκομείο με σπασμένα πλευρά και μας βγει τούτη η όμορφη βραδιά ξινή. Θα ήταν κρίμα κι άδικο.  Ο φίλος μου μετά την απροσδόκητη συνάντηση με το παπί σταμάτησε τις μπύρες κι άρχισε και κείνος να κατεβάζει τα τσίπουρα μονορούφι μέχρι τελικής πτώσης. Κι όλο γελούσε και με αγκάλιαζε και με φιλούσε κι ήταν πολύ χαρούμενος. Ώσπου μέθυσε κι έγινε λιώμα. Τότε ξαφνικά έπεσε πάνω μου κι έβαλε τα κλάματα σαν μικρό παιδί. Μετά από λίγο τον πήρα και φύγαμε. Δηλαδή εγώ πλήρωσα  την φορτωτική που γέρος άνθρωπος τον ζαλώθηκα και τον κουβαλάω στην πλάτη μου. Κι η διαδρομή μου φάνηκε αιώνες. Ατελείωτη.  

Μα επιτέλους φτάσαμε στην υπόγα και μπήκαμε μέσα. Πέσαμε πάνω στο κρεβάτι σαν δυο τσουβάλια γεμάτα πέτρες. Τότε ο μικρός μου χαμογέλασε μυστηριωδώς και μου ‘κλεισε το μάτι με νόημα. Με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα τεράστιο μπάφο σαν φουγάρο και τον άναψε σαν πυροτέχνημα μέσα στη μαύρη νύχτα. Χρόνια πολλά μου είπε κομπιάζοντας και ψευδίζοντας. Δώρο απ’ το φιλαράκι σου το παπί. Είναι καλό παιδί και βοηθάει όσο μπορεί. Ξέρει ότι προσπαθώ πολύ μα είναι δύσκολο να ξεφύγεις. Το ‘χει νιώσει κι αυτός στο πετσί του. Καταλαβαίνει από στέρηση. Άντε στην υγειά μας νονέ και καλή χρονιά. Τράβηξε την πρώτη βαθιά τζούρα και μου το πάσαρε να ρουφήξω κι εγώ. Όταν το τελειώσαμε μετά από λίγο μας πήρε ο ύπνος. Ούτε τα ρούχα δεν προλάβαμε να βγάλουμε. Τελευταία τον άκουσα να μουρμουρίζει για λίγο κάτι ακαταλαβίστικα και να παραμιλά μα δεν έβγαλα νόημα. Ίσως να ονειρευόταν σε μια ξένη γλώσσα και κάποτε να ήρθε εδώ από κάποια μακρινή χώρα του βορά. Αυτός κι η μάνα του μόνο. Ίσως. Ποιος ξέρει. Όποτε ήθελε θα μου τα έλεγε ο ίδιος. Εγώ δεν πρόκειται να τον ρωτήσω τίποτα. Στάχτες κι αποκαΐδια το παρελθόν. Δεν πρέπει να το σκαλίζεις. Αυτά σκεφτόμουν πριν πέσουν οι διακόπτες και σβήσει η οθόνη. Νιώθοντας το χέρι μου να του χαϊδεύει απαλά τα μεταξένια του μαλλιά.

Είναι αλήθεια. Τον είχα συμπαθήσει κάπως τον μασκαρατζίκο. Φαινόταν καλό παιδί. Σκεφτόμουν να τον υιοθετήσω για βαφτιστήρι μου. Να τον βοηθήσω κάπως. Έστω για λίγο καιρό μέχρι να σταθεί στα πόδια του. Η γκαρσονιέρα χωρούσε και τους δυο μας. Μόνο να μην ερωτευτώ πάλι έναν εντελώς άγνωστο. Αυτό δεν ήθελα. Να τσιμπηθώ. Αφού το πιθανότερο ήταν να προσπαθήσει να με εκμεταλλευτεί. Ή ακόμα και να με ληστέψει ή και να με σκοτώσει. Όλα θα μπορούσε να τα κάνει. Δεν εμπιστευόμουνα κανέναν για να ‘χω ήσυχο το κεφάλι μου. Παθός μαθός από ολέθριες σχέσεις και κυνέρωτες της μιας βραδιάς. Το είχα δει το όνειρο πολλές φορές και το είχα εμπεδώσει καλά. Για αυτό μόνος πλέον και μακριά από όλους. Δεν ήθελα να πάω άδοξα σαν το σκυλί στο αμπέλι. Όπως τόσοι άλλοι. Έπαιζαν όλα τα ενδεχόμενα. Δεν ήθελα να μπω πάλι σε μπελάδες και άσχημες περιπέτειες. Σε τρικυμίες και θύελλες. Ξεχώριζα πια τις θανάσιμες απειλές μα απ’ την άλλη δεν έβγαζα και άκρη. Δεν ήξερα τι ήθελα. Μπερδεμένα συναισθήματα και το μυαλό μου ένα κουβάρι. Δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Η καψούρα μερικές φορές γίνεται πολύ επικίνδυνη. Μέχρι και θανατηφόρα. Και το πιόμα δεν βοηθάει την κατάσταση. Έτσι κι αλλιώς πάντα στο τέλος δεν μένει τίποτα. Όλα περαστικά και εφήμερα. Μόνο κάτι θολές αναμνήσεις. Και μπόλικες οδυνηρές ενοχές. 

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε μεσημεριάσει για τα καλά και το κεφάλι μου πονούσε κι ήταν έτοιμο να σπάσει. Έκανα κάμποσα λεπτά να συνέλθω και να καταλάβω ποιος είμαι και που βρίσκομαι. Ο μικρός έλειπε από το σπίτι. Την είχε κοπανήσει με ελαφριά πηδηματάκια. Μόνο πάνω στο κομοδίνο είχε αφήσει ένα ανορθόγραφο σημείωμα που με ευχαριστούσε για την φιλοξενία και την όμορφη βραδιά που περάσαμε και με διαβεβαίωνε πως στην καινούργια χρονιά που έρχεται όλα θα πάνε καλά. Με υπογραφή το βαφτιστήρι σου. Δεν ήξερα αν θα ‘πρεπε να τον πιστέψω ή όχι. Να πάρω τα λόγια του στα σοβαρά. Ούτε αν θα τον ξανάβλεπα.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΟ

Κάθε λίγο και λιγάκι κοιτούσα το ρολόι μου με τη πανμεγιστότατη αδημονία που επέβαλαν οι στιγμές. Πλησίαζε δέκα και περίμενα να σχολάσω. Η ώρα δεν τσούλαγε με τίποτα. Τελευταία έχω γίνει πολύ ανυπόμονος σαν παιδαρέλι. Κι ας μην έχω να πάω κάπου συγκεκριμένα. Κι ας μην με επείγει τίποτα πλέον. Κι ας μην με περιμένει κανείς. Απλά είμαι ένας κουρασμένος υπάλληλος στην μέση ηλικία της ζωής του. Στην πιο κρίσιμη. Δεν μου αρέσει να αγχώνομαι και να ζορίζομαι. Δηλαδή δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Δεν μου πάει και στον χαρακτήρα. Από παιδί και εξ από ανέκαθεν. Ας πούμε ότι είμαι λίγο τεμπελάκος μα δεν έχω παράπονο. Καλά την έβγαλα μέχρι τώρα. Σχεδόν άβρεχτος γιατί φυλαγόμουν. Ήμουν προσεχτικός.  

Εδώ και ώρα είχαμε κλείσει ταμείο και το αφεντικό ακόμα μετρούσε τα χρήματα της ημέρας. Αν τα ‘βρισκε λειψά ή μου ‘χε ξεφύγει κάνα πλαστό χαρτονόμισμα την είχα γαμήσει. Θα μου τα ‘ψελνε και μπορεί να με έβαζε να τα πληρώσω απ’ την τσέπη μου όπως την άλλη φορά πριν κάνα τρίμηνο. Αν και τότε είχα καλύψει τον συνάδελφο της πρωινής βάρδιας απ’ την καλή μου την καρδιά. Αν πάλι τα βγάλει παραπάνω όλα καλά και όλα ωραία και δεν τρέχει τίποτα. Είναι πολύ τσιφούτης και θα κάνει το κορόιδο. Δεν πρόκειται να μου το πει. Ούτε φράγκο δεν πρόκειται να μου γυρίσει μα σκοτίστηκα. Χέστηκα. Μια δυο φορές τον είχα τσεκάρει κι ας μπήκα μέσα. Τα ‘βαλα απ’ την τσέπη μου τότε μα δεν πειράζει. Έσπασα πολύ πλάκα. Τα μέτραγε και τα ξαναμέτραγε ο μπούφος ρίχνοντάς μου συνέχεια λοξές ματιές σαν να ‘κλεβε το παγκάρι εκκλησίας και φοβόταν μην τον πιάσουν. Όχι ότι κατάλαβε τίποτα μα είχε γίνει κατακόκκινος σαν παντζάρι. Τότε καλά γελάσαμε. Όμως φτάνουν τα αστεία. Τώρα λιγότερα να μη βγουν. Αυτό έχει σημασία. Και μου χαλάσει ακόμη πιο πολύ τη διάθεση και του πω την τελευταία πρώτη και τον στείλω βραδιάτικα στο διάολο.

Δεν γαμιέται. Δεν θα ζω και μ’ αυτή την αγωνία κάθε βράδυ. Που αν είχα την δυνατότητα σίγουρα θα τον έκλεβα και δεν θα το μάθαινε ποτέ. Και τα σώβρακα θα του ‘παιρνα. Δεν έχω ηθικούς φραγμούς σε τέτοια θέματα όταν μάλιστα με εκμεταλλεύονται. Γιατί όλα τα αφεντικά έχουν την ίδια μούρη. Κρίμα μόνο που δεν μπορώ. Και παρ’ όλο που κατά βάθος τον συμπαθώ το μασκαρά. Δεν λέω. Επιχειρηματίας δηλώνει. Το συμφέρον του κοιτάζει. Για την πάρτη του νοιάζεται. Μα δεν είναι και για πέταμα ο άνθρωπος. Θέλω να ‘μαι δίκαιος απέναντί του. Πάντως σήμερα αργούσε χαρακτηριστικά και μου ‘χε σπάσει τα νεύρα. Δεν ξέρω τι έκανε τόση ώρα εκεί μέσα. Ή πρέπει να ‘ταν αφηρημένος ή πολύ προσεκτικός μην κάνει κάνα λάθος. Ένα από τα δύο. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Τον περίμενα να τελειώσει χαζεύοντας μία τον σκοτεινό συννεφιασμένο ουρανό και μία το παραθαλάσσιο πάρκο στο δρόμο απέναντι. Ο αέρας έφερνε κακά μαντάτα και άσχημα προαισθήματα από τα μακριά. Φυσούσε δυνατά και μύριζε βροχή. Ερχότανε μπουρίνι από τα δυτικά κι όπου να ‘ναι θα ξέσπαγε άγρια καταιγίδα. Από τα απόγευμα ο καιρός είχε ξαφνικά χαλάσει. Από τη μια στιγμή στην άλλη. Και δεν είχα πάρει ομπρέλα μαζί μου. Ούτε είχα ακούσει το μετεωρολογικό δελτίο. Το μεσημέρι που πήγα στη δουλειά ήταν χαρά θεού. Ευτυχώς που μένω δυο βήματα παραπάνω γιατί δεν θέλω να υποχρεώνομαι στο αφεντικό και να νιώθει ότι είναι ο προσωπικός μου ταξιτζής. Δεν θέλω να του δίνω δικαιώματα.

Τότε φάνηκε ένα τεράστιο μαύρο πολυτελέστατο τζιπ πολλών κυβικών και σταμάτησε μπροστά απ’ την αντλία του φυσικού αερίου. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια σκέφτηκα. Δεν πρόσεξαν ότι η ταμπέλα ήταν σβησμένη. Στη θέση του οδηγού καθόταν ένας άντρας γύρω στα σαράντα και δίπλα του μια κυρία κάπως ηλικιωμένη μα καλοστεκούμενη. Απροσδιόριστης ηλικίας με την πρώτη ματιά μα πρέπει να τα ‘χε τα χρονάκια της. Κρίμα που θα τους στεναχωρούσα. Μου φάνηκαν τόσο συμπαθητικοί. Τους είπα ότι έχουμε κλείσει μα δεν έφυγαν αμέσως. Εκείνη με κοίταξε έντονα και διερευνητικά μέσα στα μάτια και χαμογέλασε ελαφριά. Άλλο και τούτο βραδιάτικα. Ανατρίχιασα. Ξαφνιάστηκα. Ένα κύμα ψύχους με διαπέρασε απότομα απ’ την κορυφή μέχρι τα νύχια. Έφαγα άγρια φλασιά. Με γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Ίσως να ‘ταν κι εκείνη μα δεν έπαιρνα και όρκο. Μπορεί και όχι. Δεν έβαζα το χέρι μου στη φωτιά. Πάντως της έμοιαζε πολύ. Δεν έβγαλα άχνα. Ούτε κιχ. Δεν το περίμενα. Με έπιασε απροετοίμαστο. Τι να την ρωτήσω και τι να μου πει. Πλέον είχα χάσει τελείως τη μιλιά μου. Ούτε κι αυτοί είπαν κάτι. Τουλάχιστον αν άκουγα τη φωνή της θα την αναγνώριζα με κάθε βεβαιότητα. Θα σιγουρευόμουν. Όσα χρόνια και να περάσουν η χροιά δεν αλλάζει. Όπως και το βλέμμα. Μα έμειναν κι οι δυο τους με το στόμα μισάνοιχτο μετέωροι κι αναποφάσιστοι. Μετά από λίγο έβαλαν μπρος κι έφυγαν. Πάνω στην ταραχή μου δεν σκέφτηκα ούτε τον αριθμό της πινακίδας να σημειώσω. Και σε τι θα ωφελούσε. Μαλακίες. Πάντως μου φάνηκε πρωτευουσιάνικη.

Επιτέλους το καλό μου αφεντικό είχε τελειώσει το μέτρημα του ρευστού και ήταν πολύ ευχαριστημένο από τις εισπράξεις της ημέρας. Είχε φωτίσει το πρόσωπό του. Έλαμπε από χαρά. Και το πιο σημαντικό ήταν πως όλα είχαν βρεθεί εντάξει. Χα χα. Καμιά υποψία οικονομικής ατασθαλίας στον ορίζοντα. Τουλάχιστον για σήμερα. Ανταλλάξαμε τα γέλια μας και τις καληνύχτες μας κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Εκείνος για το σπιτάκι και τη φαμίλια του με τη γυναικούλα και τα παιδάκια του κι εγώ μονάχος όπου θα πρόσταζε η φιλεύσπλαχνη θεά τύχη. Δεν πειράζει. Και τι έγινε. Κι έτσι καλά είναι. Δηλαδή μια χαρά και δυο τρομάρες. Βέβαια αύριο δουλεύω κανονικά και με τον νόμο μα η σημερινή νύχτα είναι μεγάλη και συνήθως απρόβλεπτη κι όπου με βγάλει. Δεν βαριέσαι. Πάλι για το καφενείο του κουλού με βλέπω πλάι στις ίδιες  σκατόφατσες. Όλα μια συνήθεια είναι. Χαϊδεύομαι λιγάκι μα δεν παραπονιέμαι. Δεν είναι κι άσχημα κι ας τα θέλει ο κώλος μου. Κι εκεί καλά περνάω με μπόλικη πλάκα και πολλά απρόοπτα. Βλέπεις έχω την περιπέτεια στο αίμα μου. Μα και πού αλλού να πας σ’ αυτή την κωλόπολη. Μικρό χωριό με μεγάλα φώτα. Πολλή σκατούλα για να με χωρέσει. Μα το λέει ακόμα η περδικούλα μου. Ούτε κατάλαβα πότε πενηντάρισα και δεν έχω κουραστεί να γυρίζω και να ψάχνομαι. Τρελά πράγματα. Δεν παίρνω χαμπάρι από τίποτα. Παραμένω σωστός δυναμίτης. Και στη δουλειά είμαι πάντα στην ώρα μου τύπος και υπογραμμός γιατί σέβομαι το ψωμί που τρώω απ’ τον κύριο εργοδότη.

Κάθε μέρα ο νεαρός συνάδελφος ανοίγει το μαγαζί απ’ τα χαράματα κι εγώ τον αλλάζω το μεσημέρι. Έδωσα μάχη για να κατοχυρώσω το απογευματινό ωράριο. Απ’ τις δύο μέχρι τις δέκα. Το κέρδισα με το σπαθί μου και με την μαγκιά μου και με τον τσαμπουκά μου. Λογομάχησα έντονα. Δεν ήταν παίξε γέλασε. Στην αρχή το αφεντικό ήθελε να κάνουμε τις βάρδιες εναλλάξ. Του το ξέκοψα. Του είπα ότι δεν μπορώ να σηκώνομαι νωρίς. Με καμία δύναμη. Έχω μεγάλο πρόβλημα με το πρωινό ξύπνημα. Ξεσυνήθισα γιατί η προηγούμενη δουλειά μου ήταν για κάμποσα χρόνια σεκιουριτάς σε νυχτερινή βάρδια. Δεν θυμάμαι τι άλλα παραμύθια του είπα ούτε κι αν με πίστεψε ο χλεχλές. Πάντως επέμεινα πολύ και στο τέλος κατάφερα να τον πείσω έστω και με το ζόρι. Μέχρι που του ‘βαλα και τις φωνές παίρνοντας κάποιο ρίσκο. Άστραψα και βρόντηξα γιατί είχα όλο το δίκιο με το μέρος μου. Βέβαια αν ήταν άλλος θα μπορούσε άνετα να μη με προσλάβει και να με στείλει στο διάολο από κει που ‘ρθα. Εγώ είχα ανάγκη και κόψιμο για δουλειά. Εκείνος έβρισκε όσους υπαλλήλους ήθελε. Δηλαδή ευτυχώς που γνωριζόμασταν από παλιά. Δεν κάναμε στενή παρέα μα ήμασταν συμμαθητές στο ίδιο σχολείο και μου χρωστούσε κάποιες μικρές χάρες. Έστω κι αν ήταν εντελώς ασήμαντες για μένα. Ας πούμε ότι καθόταν από πίσω μου και τον άφηνα να αντιγράφει στα μαθηματικά αλλιώς δεν θα ‘βλεπε το απολυτήριο ούτε ζωγραφιστό. Αν δεν υπήρχαν τα κομπιουτεράκια ούτε μια πρόσθεση της προκοπής δεν θα ήταν ικανός να κάνει ο σκράπας. Και κάποιες άλλες εκδουλεύσεις του ‘χα κάνει. Ας πούμε ότι του ‘χα πασάρει με το αζημίωτο δυο τρία εύκολα γκομενάκια από δεύτερο και τρίτο χέρι για να ξελαμπικάρει κι αυτός. Τώρα είχε φτάσει η ώρα να ανταποδώσει. Δηλαδή να με προσλάβει στη δούλεψή του παίρνοντας βέβαια και το ανάλογο ρίσκο. Γιατί ξέρει πολύ καλά πως είμαι μεγάλος και επιδέξιος μπουρλοτιέρης. Σωστός μπελάς. Μου αρέσει να βάζω φιτιλιές στα καλά καθούμενα και να βυθίζω ακόμα και ψαρόβαρκες στα αβαθή. Ας πούμε ότι έχω ένα περίεργο είδος χιούμορ που λίγοι μπορούν να καταλάβουν και να εκτιμήσουν. Οι περισσότεροι το παρεξηγούν με όλες τις γνωστές ολέθριες συνέπειες.

Μεγάλη γκαντεμιά. Είχε αρχίσει να βρέχει καταρρακτωδώς. Έριχνε καρεκλοπόδαρα και νερό με το τουλούμι κι εγώ έψαχνα τρέχοντας πλατιά υπόστεγα να προφυλαχτώ για να μη γίνω λούτσα μες στις λακκούβες και τα πλάτσα πλούτσα. Ευτυχώς δεν ήμουν πολύ μακριά απ’ το σπίτι κι ο δρόμος ήταν έρημος και άδειος από αμάξια και ταλαίπωρους διαβάτες. Φυσικά εκτός από μένα μα σε λίγο κόντευα να φτάσω. Παρόλο τον χαλασμό και την ταλαιπωρία δεν μπορούσα να την βγάλω απ’ το μυαλό μου. Σε όλη τη διαδρομή την σκεφτόμουν. Με έτρωγε η αμφιβολία και κάτι με γαργάλαγε κάτω από τον αφαλό σαν ηλεκτρισμός χαμηλής τάσης. Ένα ελαφρύ τσιτσίρισμα. Δεν μπορεί να έπεφτα τόσο έξω. Να έκανα τόσο λάθος. Ήταν η μικρότερη αδερφή της μαμάς κι είχα να την δω σαράντα ολόκληρα χρόνια. Ο άλλος δίπλα της γιος της μάλλον ή κάνας γκόμενος αν και τότε ήταν ακόμη ελεύθερη και καθόλου τεκνατζού. Έμενε στην πρωτεύουσα μα τα σαββατοκύριακα ερχόταν τακτικά με το τρένο σχεδόν μια φορά  το μήνα για δουλειές με φούντες όπως μας έλεγε. Όμως κατάφερνε να ξεκλέβει λίγες ώρες για να δει και μας τους αγαπημένους τους συγγενείς. Με τη μαμά είχαν λίγες  τυπικές κουβέντες. Δεν φαίνονταν πολύ αγαπημένες και δεν ήξερα το γιατί. Ίσως να είχαν ψυχρανθεί από κάποια παλιά παρεξήγηση. Όμως καθόλου δεν με ένοιαζε. Καρφί δεν μου καιγόταν. Με μένα και τον μπαμπά ήταν όλο αγκαλιές και φιλιά. Ήταν η όμορφη καλή μου θεία που πάντα ερχόταν γεμάτη δώρα και γλυκά. Ο πατέρας πήγαινε με το ταξί και την έπαιρνε απ’ το σταθμό. Το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί στο σπίτι και το απόγευμα πηγαίναμε οι τρεις μας βόλτα στην παραλία για καφέ και γλυκό ή παγωτό. Η μαμά δεν ερχόταν ποτέ μαζί μας. Εγώ ήμουν το άλλοθί τους και τους έκανα πλάτες. Ήμουν τάφος. Ποτέ δεν της είπα τίποτα. Κι ας με ρώτησε κάνα δυο φορές. Ίσως κάτι να είχε ψυλλιαστεί.

Όταν σουρούπωνε κι έπεφτε ο ήλιος κλεινόντουσαν οι δυο τους μέσα στο ταξί και γαμιόντουσαν με πάθος. Εγώ έμενα μόνος δίπλα στη θάλασσα να ρίχνω βότσαλα που χοροπηδούσαν πάνω στα κύματα. Ήμουν μόνο δώδεκα χρονών μα ήξερα αρκετά πράγματα για τον έρωτα. Δηλαδή για το σεξ. Είχα πρόωρη ανάπτυξη και ήδη είχα τραβήξει κάμποσες επιτυχημένες μαλακίες. Μετά από λίγο πλησίαζα αργά και προσεκτικά το αυτοκίνητο για να μη με καταλάβουν και τους έπαιρνα μάτι. Δυο όμορφα γυμνά ιδρωμένα κορμιά στα πίσω καθίσματα πάλευαν και αγκομαχούσαν. Εκείνη έσκουζε σαν να την σφάζουν. Ο μπαμπάς ανάσαινε βαριά και κολλούσε με δύναμη πάνω της. Δεν μπορούσα μα μπω μέσα και να χωθώ σαν σφήνα ανάμεσά τους. Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Δεν ξέρω αν με είχαν πάρει είδηση. Ποτέ δεν κάναμε κουβέντα γι’ αυτό. Σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Όταν τελείωναν την πηγαίναμε πάλι στο σταθμό των τρένων για να φύγει με το τελευταίο δρομολόγιο για την πρωτεύουσα. Μας αποχαιρετούσε πάντα και τους δύο με μια τρυφερή αγκαλιά κι ένα απαλό φιλί στο στόμα. Και την υπόσχεση ότι γρήγορα θα ξαναρχόταν. Όμως κάποια στιγμή οι επισκέψεις της στην πόλη σταμάτησαν. Η θεία εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Δεν ήξερα αν ζούσε ή αν πέθανε. Στο σπίτι πλέον δεν μιλούσαν για κείνη. Ούτε κι εγώ τολμούσα να ρωτήσω. Με βάραινε μια ένοχη συνείδηση ειδικά απέναντι στη μαμά. Την ξέχασα εντελώς κι αυτήν και τις βόλτες μας στην παραλία. Αργότερα έγινε εκείνο το περίεργο ατύχημα σε μια απότομη κλειστή στροφή και το ταξί βρέθηκε καμένο και σμπαραλιασμένο στο βάθος του γκρεμού. Ο μπαμπάς και η μαμά είχαν γίνει κάρβουνο. Δεν μπόρεσα να τους αναγνωρίσω. Μα ήμουν ήδη είκοσι χρονών και είχα πάρει το δρόμο μου. Δεν τους είχα πλέον ανάγκη. Ούτε άλλους συγγενείς και φίλους. Θα περνούσα τη ζωή μου ολομόναχος. Μου ταίριαζε καλύτερα.   

Μπήκα στο καφενείο του κουλού μούσκεμα. Έσταζα ολόκληρος σαν ναυαγός σε ερημονήσι. Τώρα η μπόρα είχε σταματήσει. Ίσα για να μου δυσκολέψει τη ζωή κι αυτή. Ξεπλύθηκαν και οι δρόμοι. Έγιναν γυαλιστεροί. Σε λίγο θα βγαίνανε και τα σαλιγκάρια. Ήταν νωρίς ακόμη. Πλησίαζε έντεκα. Το μαγαζί είναι μικρό γωνιακό με έξι τραπεζάκια ακριβώς κάτω από την πολυκατοικία μου. Γεμίζει γρήγορα μα πάντα βρίσκω μια καρέκλα να κάτσω. Οι πελάτες του είναι σταθεροί λίγοι και εκλεκτοί και τους ξέρω όλους. Σπάνια να μπει καινούργια φάτσα κι ακόμα δυσκολότερα να κολλήσει. Όμως σήμερα τέτοια ώρα είναι άδειο. Ο καφετζής χαζεύει τηλεόραση στο μουγγό και βαριέται τη ζωή του. Όμως δεν  κλείνει ακόμη. Δεν μου ‘δωσε σημασία. Να πει τουλάχιστον μια καλησπέρα του θεού. Το μαύρο λυκόσκυλο κοιμάται στα πόδια του κι ονειρεύεται. Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονται καψουροτράγουδα. Πάω μόνος μου και βάζω τσίπουρο. Γεμίζω κι ένα μπολ με ξηροκάρπια και κάθομαι στη γωνιά μου. Αρχίζω να πίνω και να σκέφτομαι τα δικά μου. Όμως τον καταλαβαίνω τον άνθρωπο. Δεν του ρίχνω άδικο. Κάθε μέρα η ίδια μαλακία εδώ και τόσα χρόνια. Και τίποτα να μη συμβαίνει. Για πιο λόγο και σκοπό. Μια αρχιδιά. Πόσες φορές είπα  κι εγώ να τα βροντήξω απ’ το βενζινάδικο. Και μετά τι θα κάνω. Άγνωστο. Τι θα τρώω. Πώς θα πληρώνω τους λογαριασμούς μου. Πώς θα ‘μια εντάξει στις υποχρεώσεις μου. Σκατά. Το βλέπω. Με την αντλία της βενζίνης στο χέρι θα πεθάνω. Όπως κι αυτός εδώ πάνω απ’ το μπρίκι του καφέ.

Δεν κάθισα πολύ στο μαγαζί μα πρόλαβα να γίνω νταρέλα απ’ το πιόμα. Βγήκα έξω στρεκλώντας. Μάλλον πρέπει να το περιορίσω γιατί με πιάνει αμέσως. Αρχίζει και να με πειράζει. Δεν είμαι και κάνα παιδαρέλι. Από αύριο λοιπόν θα το περιορίσω. Ευτυχώς που μένω δίπλα. Κατάφερα και έφτασα στην γκαρσονιέρα μου σώος στεγνός και αβλαβής. Η γατούλα περίμενε υπομονετικά έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Της έβαλα να φάει κι αμέσως έπεσα στο κρεβάτι να ξεραθώ. Ούτε τα ρούχα δεν μπόρεσα να βγάλω. Άρχισα αμέσως να ροχαλίζω. Όμως ξαφνικά άκουσα επίμονα χτυπήματα στην πόρτα. Τρόμαξα. Άνοιξα τα μάτια μου και δεν ήξερα πού βρίσκομαι. Όλα γύρω μου θολά και ξένα. Αγνώριστα. Σαν να ονειρεύομαι. Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Είχε αρχίσει να φέγγει. Με τα χίλια ζόρια σηκώθηκα να ανοίξω και να δω ποιος είναι τέτοια ώρα. Ήταν κι οι τρεις τους σε παράταξη. Στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Το αφεντικό η γυναίκα και ο νεαρός. Δεν ήξερα ότι γνωρίζονταν. Μόνο ότι εκείνος τα σαββατοκύριακα ανέβαινε στην πρωτεύουσα για δουλειές. Τίποτε άλλο κι ούτε με ενδιέφερε να μάθω. Μου μίλησε. Οι άλλοι έμειναν βουβά πρόσωπα να με κοιτάζουν ανέκφραστα. Ήταν βιαστικός. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Τον κυνηγούσαν και για λίγο καιρό έπρεπε να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Να χαθεί από τον κόσμο. Να κρυφτεί. Το βενζινάδικο θα παρέμενε κλειστό. Από αύριο λουκέτο μέχρι νεωτέρας. Έπρεπε να ενημερώσω και τον συνάδελφο. Δεν προχώρησε σε λεπτομέρειες. Μόνο έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα πάκο χαρτονομίσματα και μου τα ‘δωσε να βολευτώ για τα έξοδά μου. Κάτι σαν αποζημίωση να πούμε τώρα που θα ‘μενα άνεργος μέχρι να βρω κάποια άλλη δουλειά.     

 

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 13

Ένα βιβλίο είναι η αναβολή μιας αυτοκτονίας.

                                                                     Εμίλ Σιοράν

Τέχνη καλείται η συνέχιση της ζωής με άλλα μέσα. Όμως πλέον ο συγγραφέας είναι νεκρός στα πενήντα τέσσερα ακριβώς χρόνια. Πέθανε την μέρα που γεννήθηκε μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Δεν τρελάθηκε ούτε αυτοκτόνησε. Απλά δεν του δόθηκε άλλη πίστωση χρόνου. Δεν έχει παράπονο. Δεν λυπάται γιατί φεύγει πλήρης νυκτών και ημερών.  Έζησε με πάθος βιαστικά και απελπισμένα γιατί φοβόταν πολύ τον θάνατο. Τώρα έφτασε η ώρα να φορέσει το ξύλινο παλτό έστω κι αν δεν κρυώνει ακόμα.

Σε όλη του τη ζωή υπήρξε ένας αποστάτης του είδους του. Ενώ ανήκε στους χόμο σάπιενς τους δήθεν σοφούς ανθρώπους ένιωθε ένας άτριχος πίθηκος που έζησε σαν γάτος έξω από κοπάδια και αγέλες και ψόφησε σαν σκύλος πεταμένος σε ένα χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Όμως πριν το τέλος έπρεπε να συμφιλιωθεί. Να μη φύγει πικραμένος και οργισμένος. Ανειρήνευτος. Έκανε ότι μπορούσε μα  δεν τα κατάφερε.

Τέλος λοιπόν άλλης μια δίσεκτης εποχής μα λιγότερο δύσκολης απ’ τις προηγούμενες και με περισσότερες χαρές και απολαύσεις. Είκοσι χρόνια κομμάτια και τριακόσιες τόσες ιστολογικές αναρτήσεις είναι αρκετά. Τώρα σιωπή.

*Το βιβλίο με τίτλο «ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ» αποτελείται από τριάντα τέσσερα μικρά πεζά και διηγήματα και αφιερώνεται εγκάρδια στους επόμενους που θα συνεχίσουν. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Αύγουστο 2026 μέσα στο κατακαλόκαιρο που ‘ναι παχιές οι μύγες και πάντα μόνο για φίλους.

 

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Έξω έχει χειμωνιάτικη λιακάδα. Η μέρα είναι ηλιόλουστη. Χαρά Θεού. Κι όμως η γάτα μου πεθαίνει. Ξεψυχάει. Τελειώνει. Η όμορφη αλανιάρα μου Νταιζούλα έφτασε δέκα χρονών. Δεν είναι και λίγο για ζώο του δρόμου χωρίς εμβόλια φάρμακα και κτηνιάτρους. Γερό σκαρί. Μακροημέρευσε περνώντας κοντά μου μια ευτυχισμένη ζωή. Οι προηγούμενες δεν έζησαν πολύ. Ίσως λίγο περισσότερο από όλες η ταρταρούγα με το θολό αριστερό της μάτι. Τελικά τα θηλυκά είναι πιο δυνατά. Της μάζευα από τον ακάλυπτο. Άλλες έρχονταν και ξεψυχούσαν έξω απ’ το παράθυρό μου. Η Νταίζυ για τρεις μέρες είχε εξαφανιστεί. Ανησύχησα. Με ζώσανε τα μαύρα φίδια. Κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Γύρισε μα δεν είχε όρεξη ούτε για φαγητό ούτε για νερό. Φαινόταν καταπονημένη και αδυνατισμένη. Με κοίταζε στα μάτια και νιαούριζε με παράπονο. Ζητούσε βοήθεια μα πλέον δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ήταν ζήτημα ωρών.

Τώρα έχει πέσει σε λήθαργο με δύσπνοια. Αναπνέει βαριά και γρήγορα. Της χαϊδεύω απαλά το κεφαλάκι μα δεν ξέρω αν το καταλαβαίνει. Τουλάχιστον γνώριζε καλά ότι την αγαπούσα και μου το ανταπόδιδε και με το παραπάνω. Το τελευταίο δεκάλεπτο βγάζει μικρές κραυγούλες πόνου. Στο τέλος κάνει δύο τινάγματα με συσπάσεις του κορμιού της και αφήνει την τελευταία της πνοή. Σαν τελευταίο αποχαιρετισμό κουνάει την ουρά της κυματιστά προς τα πάνω. Μετά κοκαλώνει με τα μάτια ορθάνοιχτα. Αυτό ήταν. Πάει. Το μαρτύριο τέλειωσε. Σφίχτηκε το στομάχι μου. Ράγισε η καρδιά μου. Είχα χρόνια να κλάψω. Την έβαλα σε ένα χαρτόκουτο και την άφησα μέσα στον κάδο των απορριμμάτων όπως και τις προηγούμενες. Το πρωί θα περάσει να την παραλάβει το σκουπιδιάρικο του δήμου. Όμως δεν πρόκειται να την ξεχάσω. Όπως και όλα τα πλάσματα του κόσμου τούτου που ξάπλωσαν πλάι μου στο κρεβάτι και κοιμήθηκαν μαζί μου.

Κουράστηκα. Βαρέθηκα. Δεν πάει άλλο. Ίσως να φταίει που έχω μείνει ολομόναχος. Είχα δυο τρεις καλούς φίλους για παρηγοριά που γνωριζόμασταν από μικρά παιδιά μα έφυγαν κι αυτοί νωρίς. Δεν μπορώ πια άλλες κηδείες και αποχωρισμούς. Δεν αντέχω άλλα πένθη. Άλλες απώλειες. Μάλλον πλησιάζει και η δικιά μου σειρά να την πουλέψω.  Την είδα την ζωή και την γνώρισα απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Τελικά μια μαλακία ήταν. Εννιά ξυδάτες και μια λαδάτη. Συνέχεια με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Μια πίκρα. Και ενδιάμεσα πολλή βαρεμάρα και ανία. Λίγες οι χαρές και οι απολαύσεις. Και όλα για το τίποτα. Όλα μάταια. Όλα χωρίς νόημα. Δεν φταίει κανείς. Έτσι ήταν η φτιαξιά μου. Δεν υπήρξαν καλύτερες μέρες σε προηγούμενες εποχές ή μάλλον έχουν σβήσει από την μνήμη μου. Κάποτε ήμουνα απλά εσωστρεφής μοναχικός και απαισιόδοξος. Τώρα είμαι απελπισμένος απογοητευμένος και μόνος. Καταθλιπτικός με πλήρη επίγνωση της κατάστασής μου.

Ίσως πρέπει να αρχίσω το αλκοόλ τα χάπια τα ναρκωτικά και άλλες ψυχότροπες ουσίες ελπίζοντας σε έναν βαρβάτο καρκίνο που γρήγορα θα με απαλλάξει απ’ την ύπαρξη που με βασανίζει. Ή καλύτερα να φύγω στον ύπνο μου από ανακοπή της ραγισμένης μου καρδιάς στα πενήντα τέσσερά μου την μέρα των γενεθλίων μου βλέποντας φλας μπακ σαν όνειρο την προηγούμενη ζωή μου. Ωραία θα ‘ναι. Χωρίς να το καταλάβω. Χωρίς να βασανιστώ περισσότερο. Δίχως αγωνία και τρόμο για το άγνωστο που με περιμένει. Για το μεγάλο τίποτα. Αν και ολομόναχος όπως τα ζώα. Δίχως κάποιον να μου κρατάει το χέρι τις τελευταίες στιγμές. Μα δεν πειράζει. Έτσι το θέλησα. Αυτή ήταν η μοίρα μου. Δυο σπασμοί και τινάγματα των ποδιών για τελευταίο αποχαιρετισμό και μετά κόκαλο με τα μάτια ορθάνοιχτα να καρφώνουν το ταβάνι. Αμήν.

Τουλάχιστον δεν έκλαψε και δεν στεναχωρήθηκε κανένας εξαιτίας μου. Με βρήκανε μετά από πολλές μέρες σπάζοντας την πόρτα σε προχωρημένη σήψη και αποσύνθεση μάλλον απ’ την μπόχα και τη δυσοσμία μέσα σε ένα σμήνος από χοντρές χρυσόμυγες. Εκείνες είχαν καταλάβει πρώτες την θανατίλα κι έτρεξαν να το εκμεταλλευτούν. Αυτό ήταν λοιπόν. Το παραμύθι τελείωσε. Έφτασε το τέλος του παιχνιδιού. Επιστρέφω στο ποτέ και στο πουθενά. Διασπώμαι ξανά σε αεικίνητα στοιχειώδη σωματίδια και άβουλα ενεργειακά πεδία. Γίνομαι πάλι μια αγνή και αθώα φύση έξω από τον χρόνο. Δίχως παρόν παρελθόν και μέλλον. Εγώ καθάρισα. Όσο για σας καλοί μου άνθρωποι εύχομαι ολόψυχα υπομονή κουράγιο και καλή τύχη. Κι ας μην πρόκειται να ξανασυναντηθούμε. Δεν πειράζει. Γεια σας μάγκες. Γεια σας παίδες. Φιλιά πολλά και αντίο σε όλους. Σας αγαπώ πολύ.

 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Η ΚΑΡΛΟΤΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Περπατώ μόνος μέσα στην άγρια νύχτα. Ένας αρουραίος βγαίνει από την σχάρα ενός φρεατίου και κάτι μασουλάει. Φαντάζομαι ότι είναι μια φιλόστοργη μητέρα με μπόλικα παιδάκια. Παίρνει δυνάμεις για να πάει να τα θηλάσει. Ψάχνει για τροφή ρισκάροντας. Κινδυνεύοντας να χάσει τη ζωή της. Δίπλα της περνούν αυτοκίνητα με ταχύτητα. Παρακάτω μια γάτα με λιωμένα τα πισινά της πόδια στέκεται ακίνητη και αιμορραγεί περιμένοντας το τέλος της. Το υπόλοιπο σώμα της είναι άθικτο. Ο θάνατός της είναι αργός μα δεν τον καταλαβαίνει. Μπορεί και να μην πονάει καν. Δεν ξέρει τι της συμβαίνει. Με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορεί να κουνηθεί ρούπι από την θέση της. Μα εγώ είμαι πολύ βιαστικός. Τρέχω και δεν φτάνω. Πάω να συναντήσω για τελευταία φορά την παλιά μου ερωμένη. Εκείνη που κάποτε μου πήρε την παρθενιά και με έκανε άντρα. Πεθαίνει. Στο τσακ την προλαβαίνεις μου είπε η φίλη της που την φροντίζει.

Χτες το απόγευμα την συνάντησα τυχαία. Απορώ πώς με γνώρισε μετά από σαράντα τόσα χρόνια. Μάλλον δεν έχω αλλάξει πολύ από τότε. Την είχα πάρει κι εκείνη κάποιες φορές. Περιστασιακά. Με την άλλη όμως είχαμε κάνει κανονική σχέση έστω κι αν αποδείχτηκε ολέθρια. Ήταν η πρώτη και η τελευταία μου. Μεγάλος έρωτας παρόλο που κράτησε μόνο έξι μήνες. Όμως έχω να θυμάμαι σαράντα όμορφες συνουσίες. Δεν είναι και λίγο. Τσιμπουκοπνίχτρα και πρωταθλήτρια της πεολειχίας με επιδέξια γλώσσα. Αξέχαστες εποχές. Χωρίσαμε επεισοδιακά με καβγάδες και σπασίματα. Παραλίγο να γίνει και φονικό. Οι γείτονες είχαν φωνάξει την αστυνομία. Με έβριζε με μίσος και οργή στα καλιαρντά μα δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Από τότε δεν την ξαναείδα. Είχα ακούσει ότι ζούσε μόνιμα στην πρωτεύουσα και δούλευε ως τραβεστί στον δρόμο και στις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα. Για τις ανάγκες του επαγγέλματος είχε αλλάξει και το όνομά της προς το καλλιτεχνικότερο και πιο πουτανέ. Είχε κάνει και κάποιες επεμβάσεις στο σώμα της. Τον είχε κόψει και είχε αποκτήσει δύο όμορφες ατελείωτες βυζάρες. Είχε γίνει κουκλάρα μου λέγανε. Γυναίκα με τα όλα της. Καμιά σχέση με κείνο το λιγνό και άγουρο ξανθό θηλυπρεπές αγοράκι που είχα γνωρίσει και είχα αγαπήσει κάποτε.

Ταλαιπωρήθηκα μέχρι να βρω το σπίτι της σε μια συνοικία στην άκρη της πόλης. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη κι απέξω είχε φωταψίες. Μπαίνω μέσα με δισταγμό. Κόσμος αρκετός κι όλοι τους σκυθρωποί με πρόσωπα σκοτεινά και λυπημένα. Παρά τα ελαττώματά της πρέπει να ήταν πολύ αγαπητή. Άγριο τριαντάφυλλο. Δυστυχώς δεν την πρόλαβες μου λέει η φίλη της. Έχει πέσει σε κώμα και σε λίγο τελειώνει. Πριν από λίγο έφυγε ο γιατρός. Μας είπε πως είναι ζήτημα ωρών μπορεί και λεπτών. Καλύτερα έτσι. Και τι να της έλεγα. Μπορεί καν να μη με θυμόταν. Μέσα είναι και άλλες γυναίκες καμιά δεκαριά που την μοιρολογούν από τώρα με βουβό κλάμα κι ας είναι ακόμα ζωντανή. Ποιος ξέρει. Ίσως κάτι να καταλαβαίνει. Στο σαλόνι κάθονται και τρεις άντρες με βλέμμα θολό που καπνίζουν σιωπηλοί. Ένας από δαύτους με κόβει λοξά και πονηρά. Μου φαίνονται σκατόφατσες και τους αγνοώ παντελώς. Τέτοια ώρα δεν θέλω χειραψίες σού ‘πα μού ‘πες και πάρε δώσε με κανέναν. Μπαίνω κατευθείαν στο δωμάτιό της και πλησιάζω το κρεβάτι της. Την κοιτάζω προσεκτικά μα δεν μπορώ να την αναγνωρίσω. Έχει μείνει μόνο ο σκελετός της. Το στόμα της είναι γεμάτο άφτρες και το κορμί της όλο μαύρα στίγματα. Τα μαλλιά της αραιωμένα και αδύναμα. Μύριζε θάνατο. Ένα ζόμπι που βγήκε από ταινία θρίλερ όπως ήταν και όλη της η ζωή. Ανάσαινε αργά κι έδειχνε γαληνεμένη. Ήδη βρισκότανε αλλού. Δεν της είπα τίποτα. Δεν έβγαλα άχνα. Μόνο χάιδεψα απαλά το κεφαλάκι της και βγήκα αμέσως έξω.

Είχα μάθει ότι κόλλησε τον ιό του διαβόλου μα δεν ήξερα ότι δεν έπαιρνε τα φάρμακά της. Πίστευε ότι μαλακίες άκουγε από δω κι από κει. Ότι δεν υπάρχει το έιτζ κι ότι όλα αυτά είναι μία μεγάλη συνομωσία σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα. Συνέχισε ακάθεκτη και τις κόκες και τα άλλα καργιόλια που τις θόλωναν το μυαλό και την έστελναν στον έβδομο ουρανό. Το εδώ και τώρα την ενδιέφερε μονάχα. Ήθελε να είναι χαρούμενη και ευτυχισμένη και να περνάει καλά με κάθε τίμημα. Λίγα χρόνια και καλά από τότε που ήμασταν μαζί. Δυστυχισμένο μα και φιλοσοφημένο άτομο. Της έβγαζα το καπέλο. Είχε τα αρχίδια και τα ούμπαλα να ζήσει με τους δικούς της όρους. Είχε τσαγανό και ποτέ δεν λιποψύχησε. Μόνο στο τέλος όταν κατάπεσε και οι πόνοι γίνανε αφόρητοι το ‘ριξε στη θρησκεία και βρήκε παρηγοριά στο ευαγγέλιο. Χτες κοινώνησε και εξομολογήθηκε τα κρίματα και τις αμαρτίες της. Τώρα ήταν πανέτοιμη για το μεγάλο ταξίδι. Τουλάχιστον αυτή ανέκαθεν πίστευε στην μετά θάνατο ζωή. Είχε ένα αποκούμπι. Εκεί που θα ξεκούραζε το θλιβερό της σαρκίο και θα ανάπαυε την πονεμένη της ψυχή.

Κάθισα κάνα μισάωρο στο σπίτι και ήπια τον πικρό καφέ της παρηγοριάς. Κάποια στιγμή βγήκε απ’ το δωμάτιο μία γυναίκα και μας ανακοίνωσε επίσημα ότι η αγαπημένη τους φιλενάδα σύντροφος και συνοδοιπόρισσα πέθανε. Αυτό ήταν. Τελείωσε το μαρτύριό της. Τότε ξέσπασε ένας μεγάλος θρήνος που δεν μπορούσα να τον αντέξω. Μου τρύπαγε τα αυτιά. Βγήκα έξω τρέχοντας και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Η κηδεία θα γινόταν αύριο το μεσημέρι στο τρίτο νεκροταφείο. Εκεί είχε οικογενειακό τάφο. Δεν ξέρω. Μπορεί και να πήγαινα. Προχωράω γρήγορα. Είμαι βιαστικός. Τρέχω με την ψυχή στο στόμα. Θέλω να κρυφτώ απ’ τον κόσμο μα το παρελθόν διαρκώς με κυνηγά. Περνάω από τα ίδια μέρη. Ο αρουραίος είναι εξαφανισμένος. Την γλύτωσε κι απόψε. Και η γάτα άφαντη μα αυτό είναι παράξενο. Δεν μπορεί να το ‘βαλε στα πόδια.


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ

Περνάω μεσημέρι έξω από το καφενείο και ξαφνικά τον βλέπω μπροστά μου φάντη μπαστούνι περιποιημένο κουστουμαρισμένο και χαμογελαστό να τα πίνει με τα φιλαράκια του. Είχα χρόνια να τον τρακάρω μα η συνάντησή μας αποδείχτηκε ευτυχές γεγονός. Δεν ήξερα καν αν ζει ή αν πέθανε με την άστατη ζωή που έκανε. Αν τον χώσανε στην μπουζού ή την κοπάνησε στο εξωτερικό προς άγνωστη κατεύθυνση και ξέφυγε απ’ τους διώκτες του. Ας πούμε πως ο άνθρωπος ήταν λιγάκι αλητάμπουρας. Παραξενεύομαι που τον βλέπω έτσι σενιαρισμένο στην πένα γιατί τον ήξερα φτωχό και άψιλο. Τουλάχιστον την τελευταία φορά που τον είδα βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Περνούσε άθλια ο έρμος.

Τον θυμάμαι τότε που χώρισε να κοιμάται για κάμποσο καιρό μέσα στο αυτοκίνητό του σε ένα πάρκινγκ πλάι στο παλιό λιμάνι. Είχε χάσει τα αβγά και τα πασχάλια. Ήταν για λύπηση. Εκείνο το διαζύγιο του κατέστρεψε την ζωή παρόλο που έφταιγε εκείνος. Δεν έκανε για γάμο και για σπίτι. Ήταν του σκοινιού και του παλουκιού. Απηύδησε η γυναίκα του. Πάμπολλες φορές είχε δείξει κατανόηση και τον είχε συγχωρήσει γιατί τον αγαπούσε μα δεν άντεχε άλλο και στο τέλος τον σχόλασε. Δηλαδή τον ξαπόστειλε. Τον έστειλε στον αγύριστο. Ευτυχώς δεν είχανε παιδιά. Εκείνη την εποχή που ήταν στα κάτω του τον είχα βοηθήσει κι εγώ όσο μπορούσα. Μετά εξαφανίστηκε σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Όσο και να τον έψαξα άφαντος. Δεν βρέθηκε πουθενά. Ήταν φίλος παιδικός απ’ το σχολείο. Όχι απ’ τους κολλητούς μα καλό παιδί. Κάναμε παρέα παρόλο που δεν πολυταιριάζανε τα χνότα μας.

Όταν με αναγνωρίζει κάνει σαν τρελός απ’ την χαρά του και με καλεί στην παρέα του να με κεράσει. Δεν θέλω να του χαλάσω το χατίρι μα πιο πολύ τον πλησιάζω από περιέργεια. Αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε. Είναι θερμός απέναντί μου μέχρι παρεξηγήσεως. Θυμάται ακόμα και το όνομά μου μα δεν μπορώ να εξηγήσω την συμπεριφορά του. Είναι κάπως υπερβολικός στις αντιδράσεις του. Όλοι γύρω του μου είναι άγνωστοι. Τον περιστοιχίζουν περίεργοι τύποι και ύποπτες φυσιογνωμίες. Κοινώς σκατόφατσες. Πίνουν στην υγειά του και είναι όλο γλέντια και τρελούς χορούς. Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας παρόλο που δεν ξέρω τι γιορτάζουνε και τι πρέπει να του ευχηθώ. Μην νομίζεις ότι σε έχω ξεχάσει μου λέει. Αργώ μα πάντα πληρώνω τα χρέη μου και με τόκο. Φαίνεται σκνίπα στο μεθύσι μα σίγουρα ξέρει τι λέει και τι κάνει. Οι τσέπες του είναι παραφουσκωμένες. Βγάζει ένα πάκο χαρτονομίσματα και μου μετράει τα δανεικά και αγύριστα που του ‘χα δώσει κάποτε πριν από χρόνια δεν θυμάμαι πόσα που τα είχα κι ο ίδιος ξεχάσει. Άντε και σε καλή μεριά μου εύχεται και σηκώνει ξανά το ποτήρι του ψηλά να τσουγκρίσουμε άσπρο πάτο. Με αιφνιδιάζει ευχάριστα. Μένω αποσβολωμένος και άφωνος μα γρήγορα μου εξηγεί και το μυστήριο λύνεται.

Πρόσφατα πριν από μια βδομάδα ο παλιός μου συμμαθητής κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου και ξελάσπωσε μια και καλή. Μιλάμε για πολλά φράγκα που δεν ξέρει τι να τα κάνει. Πάντως σίγουρα δεν θα τα επενδύσει σε επιχειρήσεις και ομόλογα. Του φτάνουν να τρώει και να πίνει για μια ολόκληρη ζωή. Να τακτοποιεί τις παλιές του υποχρεώσεις και να βοηθάει τα φιλαράκια του σε ότι χρειαστούν. Δεν το περίμενα. Ήταν μάνα εξ ουρανού την στιγμή που ήμουν ταπί και ψύχραιμος. Ότι χρειαστείς εδώ είμαι εγώ για σένα μου είπε. Τελικά υπάρχει θεός σκέφτηκα που βοηθάει τους καλούς ανθρώπους. Έμεινα μαζί τους όλη τη μέρα και τα πίναμε. Το βράδυ πήραμε σβάρνα τα μπουζούκια τα μπαράκια και τα κωλάδικα με όμορφες λελούδες της μιας βραδιάς σε κραιπάλες μέχρι τελικής πτώσης. Εννοείται πως τα πλήρωσε όλα εκείνος. Ήπιαμε και αφυδατωθήκαμε ποικιλοτρόπως. Μας ξεζούμισαν οι βιζιτούδες. Όταν ξημέρωσε κι έβγαλε ο ήλιος κέρατα ήμουν ψόφιος στην κούραση μα είχαμε περάσει φίνα και ωραία. Σκέτο πτώμα. Δεν ένιωθα το κορμί μου μα αισθανόμουνα πολύ όμορφα. Χαλαρός και ανάλαφρος δίχως προβλήματα και έγνοιες. Όλα τα δυσάρεστα είχα ξεχαστεί. Όμως χρειαζόμουνα τουλάχιστον δυο μέρες ύπνο για να συνέλθω. Να στανιάρω και να έρθω στα ίσα μου. Τον ευχαρίστησα για όλα. Αγκαλιαστήκαμε και αποχαιρετιστήκαμε συγκινημένοι. Όποτε με χρειαστείς τώρα ξέρεις που θα με βρεις μου είπε.

Τον έψαξα πάλι μετά από κάνα εξάμηνο για δανεικά και αγύριστα. Βρισκόμουν σε ανάγκη και κόψιμο. Ο παλιός μου συμμαθητής ήταν η τελευταία μου ελπίδα. Δεν είχα άλλη λύση. Αλλιώς έπρεπε να πέσω στην θάλασσα και να πνιγώ. Ή να φουντάρω από κάνα γκρεμό. Με κυνηγούσαν οι δανειστές μου και ήθελαν να με λιντσάρουν. Φίλοι να σου πετύχουν. Πέρασα από το καφενείο που σύχναζε και ρώτησα. Ήμουν άτυχος αλλά δεν είχα ακούσει τίποτα το σχετικό. Το έμαθα από τον μαγαζάτορα και στεναχωρήθηκα πολύ. Κονόμησε την παλιαρρώστια ο φίλος μας. Πάει κι αυτός. Την έκανε λαχείο. Πριν από τρεις βδομάδες τον χάσαμε. Καρκίνος επιθετικός και μεταστατικός που δεν καταλαβαίνει από ακτινοβολίες χημειοθεραπείες και τα ρέστα. Σκληρός καργιόλης που τον θέρισε. Όμως δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ. Στο τέλος τον πήρε είδηση όταν δεν γινόταν τίποτα. Τα λεφτά του τα μοίρασε από δω κι από κει σε ανθρώπους που τα χρειάζονταν. Ήταν άστατος χαρακτήρας μα κατά βάθος καλό παιδί.

 

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ ΟΥΛΑΛΟΥΜ


Μετανιώνω μόνο για τα λάθη που δεν έχω κάνει ακόμα

                                                                     Γιάννης Σκαρίμπας

Με τον φίλο μου βρισκόμαστε μεσοβδόμαδα Τετάρτη ή Πέμπτη για να παίξουμε κάνα σκάκι στην ίδια πάντα καφετέρια. Συνήθως προλαβαίνουμε δύο παρτίδες να τελειώσουμε. Καμιά φορά μας παίρνει ο χρόνος και για τρίτη και το απόγευμά μας περνάει ξέγνοιαστα και ωραία. Με κάποιο τρόπο ξεφεύγουμε από τις έγνοιες και την ρουτίνα της σκληρής και άχαρης καθημερινότητας. Όπως το πάρει κανείς. Έτσι κι αλλιώς το παιχνίδι παίζεται πάντα ανάμεσα στην ανία και στην οδύνη κι όποιος αντέξει. Γι’ αυτό κι εμείς ξεχνιόμαστε πολεμοχαρώς πάνω στα εξήντα τέσσερα ασπρόμαυρα τετράγωνα. Βρίσκουμε διέξοδο στο μπαρουτοκαπνισμένο πεδίο μάχης των νεκρών πιονιών και των ηρωικά θυσιασμένων κομματιών μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός μας.

Πάντως εγώ περνάω σίγουρα καλά γιατί συνήθως είμαι ο δαφνοστεφανωμένος νικητής. Ο πελάτης μου στεναχωριέται και τσαντίζεται προσωρινά όποτε χάνει μα δεν το βάζει κάτω. Επιμένει και ξανά προς την δόξα τραβά. Καμιά φορά του δίνω καμιά ισοπαλία και σπάνια όποτε είμαι στα μεγάλα κέφια κάνω το λάθος του αιώνα και τον αφήνω να με κερδίσει. Τότε κάνει σαν μικρό παιδί απ’ την χαρά του με έξαλλους πανηγυρισμούς. Κι εγώ από την άλλη προσποιούμαι τον κατηφή και δυστυχισμένο. Ευτυχώς που δεν καταλαβαίνει την ατιμία μου γιατί είναι μεγάλος εγωίσταρος και δεν θα την δεχόταν. Μπορεί και να μου έκοβε την καλημέρα. Κι αυτό δεν το θέλω γιατί γνωριζόμαστε από τον στρατό όπου κάναμε μαζί την θητεία μας και είναι ο μοναδικός φίλος που μου απόμεινε στη ζωή και τον συμπαθώ πολύ. Κι όχι μόνο γιατί μου κερνάει τους καφέδες και με χαρτζιλικώνει γενναιόδωρα.

Γνωρίζει βέβαια τις μόνιμες αφραγκίες μου και ότι δεν θίγομαι από τις ελεημοσύνες μου. Έχω πολλά άλλα ελαττώματα μα τουλάχιστον δεν είμαι ψωροπερήφανος. Εκείνος πάλι έχει τις άκρες του και είναι καλά οικονομημένος. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να του φορτώνομαι μια στο τόσο και να με σιγοντάρει. Δουλεύει στο δημόσιο σε υψηλό διευθυντικό πόστο μα πέρα απ’ τον παχυλό του μισθό πρέπει να κάνει και τις ρεμούλες του. Να παίρνει και τις μίζες του στο υπουργείο υποδομών. Έτσι έχω καταλάβει μέσες άκρες από κάτι μισόλογα που του έχουν ξεφύγει κατά καιρούς. Μόνος του τα ξεφουρνίζει πάνω στην τρελή χαρά του. Όμως εμένα με εμπιστεύεται. Ξέρει ότι είμαι τάφος σε τέτοια θέματα εργασιακής ηθικής και προσωπικής υπόληψης και πως δεν πρόκειται να τον προδώσω ή να τον βγάλω βούκινο. Αφού μπορεί και το κάνει όμορφα και μπράβο του. Πρόβλημα ουδέν. Μόνο του λέω να προσέχει μην εκτεθεί και χάσει τη δουλειά του. Καμιά φορά πέφτουν και καρφωτές απ’ τους καλοθελητές και σού ‘ρχεται ξαφνικά η σφαλιάρα από κει που δεν το περιμένεις. Πάντως είναι καλό παιδί κι εμένα μου έχει ξηγηθεί όλα αυτά τα χρόνια που γνωριζόμαστε σπαθί και στο πολύ εντάξει. Δεν έχω κανένα παράπονο. Και παρά την κοινωνική του θέση παρέμεινε ένας απλός και πρόσχαρος άνθρωπος. Κατά βάθος ένα μεγάλο παιδί που δεν κατάφερε να μεγαλώσει. Δεν μπόρεσε μάλλον για τους δικούς του λόγους.

Γι’ αυτό και στο σπίτι η γυναίκα του η τσαούσα τον κάνει ότι θέλει. Σήκω πάνω κάτσε κάτω τον έχει. Σαν σκυλάκι τον σέρνει από την μύτη. Σούζα στέκεται ο φίλος μου μπροστά της. Κλαρίνο. Κι αν τολμάει ας κάνει ότι της αντιμιλάει. Κι εκείνη δεν είναι και καμιά ξεβράκωτη. Έχει τους τρόπους και τα μέσα της. Είναι ευκατάστατη με διαμερίσματα και ακίνητα στο όνομά της. Προέρχεται από γνωστή μεγαλοαστική οικογένεια της πόλης. Δεν χρειάζεται να εργαστεί. Κάθεται σπίτι και μεγαλώνει τα δυο τους παιδάκια. Πάντως τον φίλο μου τον έχει σε πολύ περιορισμένο. Δεν τον αφήνει ρούπι από κοντά της. Η μόνη της παραχώρηση είναι μία έξοδος μεσοβδόμαδα για να συναντηθεί μαζί μου και να παίξουμε σκάκι. Παρόλο που δεν με πολυσυμπαθεί. Τουλάχιστον έτσι έχει δείξει μια δυο φορές που έχουμε συναντηθεί τυχαία στον δρόμο και μου χαμογέλασε μόνο από ευγένεια και για χάρη του άντρα της. Ως εκεί λοιπόν του αφήνει το λουρί. Μετά πίσω στην φυλακή του. Αν και φαίνεται πως αγαπιούνται. Έστω και με τον δικό τους τρόπο. Για τα παραπέρα δεν μου πέφτει λόγος.           

Κάθε φορά που βρισκόμαστε έχουμε το ίδιο τροπάρι. Κάτι σαν ιεροτελεστία. Στην αρχή παραγγέλνουμε τους καφέδες και  φλυαρούμε για την επικαιρότητα και την τρέχουσα κατάσταση. Για θέματα πολιτικής και οικονομίας που εγώ τα βαριέμαι μα αρέσουν στον φίλο μου. Τι να κάνω. Κάνω υπομονή να τελειώσει το λογύδριό του και κατόπιν ανοίγουμε την σκακιέρα κι αρχίζουμε το ματς. Εκείνος παίρνει πρώτος τα λευκά μα δεν τον βοηθάνε και πολύ. Σύντομα βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Τον έχω στριμώξει κι αγχώνεται κι αναψοκοκκινίζει. Σε λίγο χαμηλώνουν τα φώτα του μαγαζιού και οι ροκιές από τα μεγάφωνα όλο και δυναμώνουν. Ο χώρος γεμίζει από όμορφες φατσούλες που καλαμπουρίζουν και πίνουν τα ποτά τους μα εμάς όλα αυτά δεν μας αποσυντονίζουν. Παραμένουμε προσηλωμένοι στην παρτίδα μας και δίνουμε την μάχη μας στα μαρμαρένια αλώνια. Έτσι έγινε και σήμερα που του έδωσα πάλι την τελευταία παρτίδα και είναι ξετρελαμένος απ’ την χαρά του. Παραπονέθηκα ότι με κούρασε δήθεν η πολλή σκέψη και στο τέλος έκανα το μοιραίο λάθος. Ευτυχώς το ‘χαψε το παραμύθι. Όμως μας είχε πάρει κάπως αργά. Πάμε μου λέει γιατί ποιος την ακούει πάλι τη γυναικούλα μου. Γέλαγαν και τα αυτιά του και ήταν όλος μέσα στην ευτυχία.

Βγαίνοντας μας πλησίασε ένας περίεργος τύπος. Φορούσε κάτι βρώμικα ράσα και κρατούσε στα χέρια για παγκάρι έναν πλαστικό κουμπαρά σε σχήμα γουρουνάκι. Πρώτη φορά τον έβλεπα. Αφού μας ευλόγησε και μουρμούρισε κάτι τροπάρια δικής του εμπνεύσεως μας ζήτησε μια μικρή βοήθεια για την ανέγερση του ναού κάποιου παντελώς αγνώστου αγίου. Ο φίλος μου ταραγμένος έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Την ευλογία σου δέσποτα του είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Μετά έβγαλε απ’ την τσέπη και του έδωσε κάμποσα χαρτονομίσματα στο χέρι. Ο ψευτοπαπάς τον σταύρωσε και τον ευχαρίστησε και συνέχισε παρακάτω το θεάρεστο έργο του. Είχα μείνει άναυδος μα είδα τον φίλο μου να τρέμει ακόμα και μετά από λίγο να ξεσπάει σε λυγμούς. Όταν συνήλθε κάπως τον ρώτησα αν τον ήξερε εκείνον τον μουρλό. Ναι και μάλιστα πολύ καλά μου είπε. Είναι ο αδερφός μου ψέλλισε με δυσκολία έτοιμος να σωριαστεί χάμω.