Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

ΚΟΙΝΟΣ ΒΙΟΣ


Γύριζε κουρασμένος  απ’ το νοσοκομείο με τα αποτελέσματα των εξετάσεων χωμένα βαθειά στη τσέπη του σακακιού. Δεν ήθελε να της το φανερώσει, μα σαν τον είδε κατάλαβε. Δεν μπορούσε να την ξεγελάσει. Ήταν ανέκαθεν κακός ηθοποιός και κείνη σπίρτο αναμμένο. Κάποτε θα έφτανε η ώρα να το αντιμετωπίσουν κι αυτό, είπε. Όλα με τη σειρά τους.
 Είχαν γνωριστεί σε μια από τις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα, μια θεοσκότεινη νύχτα του χειμώνα γεμάτη υγρασία και μοναξιά. Το πάθος που τους κυρίευσε ήταν κεραυνοβόλο και μοιραίο, σπάνιος για τέτοιες περιστάσεις. Αυτή είχε έρθει απ’ το χωριό της πρόσφατα, διωγμένη κακήν κακώς. Την έβγαζε στο δρόμο, όπως όπως, και για λίγα κέρματα τα έκανε όλα. Αυτός δούλευε λογιστής σε μια μεγάλη εταιρεία, έβγαζε καλά λεφτά, ανύπαντρος, είχε και δικό του σπίτι. Περνούσαν καλά μαζί, παρόλο που  συγγενείς και γείτονες απ’ την αρχή τους κοιτούσαν με μισό μάτι. Με τους συναδέλφους ποτέ δεν είχε πολλά πάρε δώσε, ούτε έδινε λογαριασμό για τη ζωή του. Είχε τουλάχιστον δυο-τρεις καλούς φίλους εκτός δουλειάς που του αρκούσαν.
Σε λίγες μέρες έκλειναν μισό αιώνα μαζί, πολλά χρόνια, με κάποια ενδιάμεσα διαλλείματα. Τότε που ακόμα ήταν νέοι και άμυαλοι και αχόρταγοι και ζήλευαν πολύ και δεν συγχωρούσαν τις απιστίες και χώριζαν με το παραμικρό. Έστω και αν μετά από λίγο τους περνούσε και ξανασμίγαν.  Μα ο μεγάλος καβγάς ξέσπασε τη μέρα που του είπε πως ήθελε να κάνει την επέμβαση, να τον κόψει, να νιώσει κανονική γυναίκα. Έτσι, θα άλλαζε και την ταυτότητά της, θα μπορούσαν και να παντρευτούν, ο νόμος πλέον δεν θα στεκόταν εμπόδιο.
Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Απ’ την αρχή δεν ήθελε να τον πολυδείχνει,  ούτε τον άφηνε να τον χαϊδέψει. Οι ρόλοι τους ήταν καθορισμένοι, του έλεγε και αυτός θέλοντας και μη υπάκουε. Γιατί τον αγαπούσε. Ένα πανέμορφο ξανθό αγόρι είκοσι δύο χρόνων όλο γλύκα, σκέτος άγγελος, το πιο καλό παιδί ήταν, παρά τα όσα είχε περάσει. Δεν μπορούσε να του φέρει αντίρρηση.  Πολύ αργότερα άρχισε δειλά δειλά να βάφεται και να φοράει φούστες και ψιλότακουνα γοβάκια, αλλά μόνο γι’ αυτόν. Ήταν μέρος του παιχνιδιού και του άρεσε.
Όταν ξεκίνησε θεραπεία και τα βυζιά του άρχισαν να φουσκώνουν, έγινε πυρ και μανία. «Αν ήθελα να πιάνω μαστάρια, θα πήγαινα με κανονική γυναίκα» του είχε πει τσαντισμένος. Μα το κατάπιε κι αυτό. Γιατί τον αγαπούσε. Τώρα όμως δεν πήγαινε άλλο. Τσακώθηκαν άγρια. Τον σκυλόβρισε, τον χτύπησε άσχημα και  τον πέταξε έξω απ’ το σπίτι.
Αμέσως, το μετάνιωσε πικρά. Όταν έμεινε μόνος κατάλαβε πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν. Κι ας τον έκλεψε από πάνω. Δεν μπορούσε να τον βγάλει απ’ το μυαλό του. Ούτε δέκα μέρες δεν είχαν περάσει και άρχισε να τον ψάχνει. Άφαντος. Τον έψαξε παντού. Στην αστυνομία, στα νοσοκομεία, στα νεκροτομεία, πουθενά. Φοβήθηκε μην είχε κάνει καμιά τρέλα. Ώσπου έμαθε πως είχε φύγει για την πρωτεύουσα και ηρέμησε κάπως. Και προσπάθησε να τον ξεχάσει.
Την ξανασυνάντησε τυχαία ένα απόγευμα στον μόλο, λίγο πριν να πέσει ο ήλιος. Καθόταν στο παγκάκι ολομόναχη, κάπνιζε και αγνάντευε την κίτρινη θάλασσα. Δυσκολεύτηκε να την γνωρίσει. Είχαν περάσει τρία χρόνια από τότε και είχε αλλάξει πολύ.   
 Είχε μια φίλη κοντοχωριανή στην πρωτεύουσα που τη βοήθησε να κάνει την εγχείρηση. Χάλασε πολλά λεφτά, ότι του έκλεψε εκείνη τη μέρα εκεί πήγαν. Κατόπιν δούλεψε σε κάποια μαγαζιά -και στο δρόμο- μα δεν της άρεσε και γύρισε πίσω. «Ζούγκλα η μεγάλη πόλη», του είπε κι αγκαλιαστήκανε σφιχτά. Την πήρε πάλι στο σπίτι,  μετά από λίγο παντρεύτηκαν και δεν ξαναχώρισαν. Για κανένα λόγο.
Ο πόνοι μέρα με τη μέρα όλο και δυνάμωναν, ο πυρετός πλέον μόνιμος και ο γιατρός τακτικός στο σπίτι. Σπάνια σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι, μέρα με τη μέρα έλιωνε, μα δεν ήθελε να πεθάνει σε νοσοκομείο. Είναι πολύ δυνατά τα φώτα των θαλάμων, δεν τα αντέχει, της είχε πει. Αυτή πάντα δίπλα του και ολομόναχη, δεν ήθελε από κανέναν βοήθεια. Έτσι κι αλλιώς οι φίλοι με τα χρόνια είχαν λιγοστέψει.  Και τούτη δω η  γάτα που την είχαν από νεογέννητο, είχε γεράσει η κακομοίρα,  κουρασμένη κι αυτή, δεν έφευγε από τα πόδια του.
Στο τέλος η κατάσταση είχε γίνει αφόρητη, ούτε οι κορτιζόνες τον έπιαναν ούτε άλλα παυσίπονα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Τρέμανε τα κόκαλά του, ήταν έτοιμα να σπάσουν. Ο γιατρός πλέον συνιστούσε υπομονή. Ο θεός είναι μεγάλος. Η επιστήμη έκανε το χρέος της, δεν μπορούσε να βοηθήσει άλλο.
Τουλάχιστον ήταν εξασφαλισμένη. Θα έπαιρνε τη σύνταξή του, είχε και κάποια χρήματα στην άκρη. Είχε γράψει και το διαμέρισμα στο όνομά της. Κανένας ξεχασμένος ξάδελφος απ’ το πουθενά ή κανά κωλοανήψι του κερατά δεν θα μπορούσε να το διεκδικήσει απ’ τη γυναίκα της ζωής του, τον άνθρωπο που κοιμόταν δίπλα του τα βράδια, αυτόν που αγάπησε πιο πολύ και απ’ τον εαυτό του. Μόνο να έβρισκε έναν άνθρωπο, της είπε, είναι άγριο πράγμα η μοναξιά, δεν αντέχεται. Μα όλα αυτά δεν μπορούσαν να την παρηγορήσουν. Δεν είχε περάσει άσχημα μαζί του, κανένα παράπονο. Ίσως μόνο κανά παιδί, μα και πάλι ποιος ξέρει, κάθε εμπόδιο για καλό. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το έργο σπάνια έχει χάπυ έντ.
Μοίρασε το μπουκαλάκι στα ίσα, τον ανασήκωσε λίγο και του έδωσε να πιεί. Του φάνηκε πικρό μα δεν παραπονέθηκε. Ήπιε κι αυτή. Ένιωθε κουρασμένη και ξάπλωσε δίπλα του, κρατώντας του απαλά το χέρι.

Τους βρήκαν μετά από μέρες και τους τρεις στο κρεβάτι, πλάι πλάι, αγκαλιασμένους.   

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

ΕΝΤΟΣ ΔΑΚΤΥΛΙΟΥ


Έβγαινε το σούρουπο που έπεφτε ο ήλιος, κάθε μέρα, βρέξει-χιονίσει, χειμώνα καλοκαίρι, πάντα με τα πόδια, από το κάστρο στο λιμάνι, αργά και ράθυμα περνούσε μέσα από πολύβουες πλατείες και δρόμους γεμάτους αυτοκίνητα, αφηρημένος συνήθως  και ρουφούσε λαίμαργα τα καυσαέρια, σκόνταφτε στα σπασμένα πεζοδρόμια, έπεφτε μέσα στις λακκούβες, όλα ωραία και καλά, και χάζευε τα πλήθη των ανθρώπων, παρέες παρέες και χαρούμενα ζευγάρια, τα παιδιά με τις μαμάδες που γκρινιάζαν, οι γέροι ολομονάχοι, όλοι τελείως άγνωστοι μα συμπαθείς, κουρασμένοι στο τέλειωμα της μέρας, όπως κι αυτός που κάπου κάπου σταματούσε για λίγο -δεν βιαζόταν πλέον, είχε πολύ χρόνο για πέταμα- και τραβούσε καμιά φωτογραφία. Πάνω από δυο ώρες κρατούσε η καθημερινή του βόλτα. Πάντα εντός δακτυλίου.
Εκείνη τη μέρα δεν είχε πάρει μαζί του την φωτογραφική μηχανή. Είχε βραδιάσει για τα καλά και έβρεχε. Γύριζε σπίτι ψάχνοντας υπόστεγα να προφυλαχτεί. Περνούσε μπροστά απ’ το παλιό τελωνείο, ο δρόμος κάπως σκοτεινός, οι περαστικοί λιγοστοί. Κάποια στιγμή άκουσε απ’ το βάθος φωνές και κακό. Βρισιές, χτυπήματα και ουρλιαχτά. Τρεις μαυροντυμένοι  χτυπούσαν ανελέητα κάποιον πεσμένο και κουλουριασμένο στο πεζοδρόμιο. Αυτός βογκούσε και κρατούσε το κεφάλι του. Οι μηχανές ήταν αραγμένες στο πλάι και οι ασύρματοι βούιζαν ασταμάτητα. Κάποιοι περαστικοί, χωμένοι στις ομπρέλες τους, με σκυμμένο το κεφάλι, προσπερνούσαν βιαστικά.
Τουλάχιστον δεν είχε ακούσει πυροβολισμούς. Είναι πειρασμός να κουβαλάς όπλο μαζί σου. Καθόταν σε μια μεριά και τους κοιτούσε.  Παρόλο που βρεχόταν, δεν τον ένοιαζε. Όταν τον πήραν χαμπάρι, του φώναξαν να ξεκουμπιστεί να φύγει από μπροστά τους, μα αυτός συνέχισε να τους κοιτάζει. Πλησίασαν δίπλα του και άρχισαν να τον σπρώχνουν.  «Γιατί τον χτυπάτε;» τους ρώτησε ατάραχος και αυτοί τον τράβηξαν  πιο μέσα στη γωνιά, για εξακρίβωση στοιχείων, είπαν. Δεν είχε ταυτότητα μαζί του, ήταν ύποπτος. Άρχισαν να τον ψάχνουν, μα αυτός αντιστάθηκε, όσο μπορούσε. Τον έριξαν ανάσκελα κάτω και τον ακινητοποίησαν.  «Είναι παράνομα αυτά που κάνετε» φώναξε, «θα δώσετε λόγο στη δικαιοσύνη». Άρχισαν να τον χτυπάνε λυσσασμένα, με κλοτσιές και ροπαλιές, όπου έβρισκαν. «Μουνόπανο, για να μάθεις να μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν!» ούρλιαξε ο πιο γεροδεμένος  -πρέπει να ήταν ο επικεφαλής- και του έριξε έναν τελευταίο κατακέφαλο. Μα τις τελευταίες του βρισιές δεν τις άκουσε. Είχε προλάβει να λιποθυμήσει. Τον άφησαν εκεί, σωριασμένο χάμω, έβαλαν μπρος τις μηχανές και έφυγαν.
Όταν άνοιξε τα μάτια του δεν υπήρχε γύρω του κανείς. Τουλάχιστον, είχε σταματήσει να βρέχει, μα κρύωνε και πονούσε σε όλα του τα μέρη. Ήθελε να κλάψει, μα δεν μπορούσε. Για να παρηγορηθεί σκέφτηκε πως όλα αυτά ήταν ένα κακό όνειρο, σε λίγο θα ξύπναγε. Έβλεπε συχνά τέτοιους εφιάλτες, μα στο τέλος πάντα ξυπνούσε. Σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια και περπάτησε μέχρι το σπίτι. Ευτυχώς, έμενε κοντά. Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Θα ξημέρωνε σε λίγο.
Τελικά ο κόσμος είναι μικρός. Τους ξανασυνάντησε τυχαία μετά από καμιά δεκαριά μέρες, έξω από ένα φαστφουντάδικο. Χαλαροί και οι τρεις, βαριεστημένοι, τρώγανε πίτες και μιλούσαν για ποδόσφαιρο. Οι μοτοσικλέτες αραγμένες παραπέρα και οι ασύρματοι βούιζαν ασταμάτητα. Πλησίασε κοντά τους. Όταν τον είδαν, πρέπει να τον θυμήθηκαν, γιατί άρχισαν να γελούν. «Τι κοιτάς ρε; Ξεκουμπίσου από δω!» του είπε ο πιο γεροδεμένος  και συνέχισε το μασούλημα. Αυτός συνέχισε να τους κοιτά αμίλητος και ανέκφραστος. «Φύγε, ρε!!!» ούρλιαξε πάλι ο μπάτσος και άρχισε να μαζεύεται κόσμος απ’ το μαγαζί και τους γύρω δρόμους.  Είχε πολύ φως το μέρος, σαββατόβραδο, γύρω στις δέκα. Έσκασε ένα  γελάκι και ατάραχος τράβηξε το πιστόλι. Σήκωσε το δεξί χέρι και τους σημάδεψε. Για λίγα δευτερόλεπτα όλα πάγωσαν. Κατόπιν, ακούστηκαν έξι πυροβολισμοί.
Ούτε στον ανακριτή, ούτε και αργότερα στο δικαστήριο, είπε γιατί το έκανε. Δεν δήλωσε ούτε αθώος ούτε ένοχος. Όσο και αν τον πίεσαν,  δεν έβγαλε άχνα, τσιμουδιά. «Έχω δικαίωμα να μη μιλήσω», τους είπε ήρεμα και σταθερά και μετά σιώπησε.
Για καιρό η περίπτωσή του έγινε πρώτη είδηση στα κανάλια και τις εφημερίδες. Αρχικά προσπάθησαν να τον συνδέσουν με την τρομοκρατία και τις διάφορες ομάδες αναρχικών, μα απέτυχαν. Αυτός δεν ήταν με κανέναν. Ίσως λίγο ελευθεριακός, λίγο ανένταχτος, λίγο μοναχικός αλλά ως εκεί. Και το ποινικό του μητρώο ήταν κατάλευκο. Δεν είχε απασχολήσει ξανά την δικαιοσύνη, ούτε καν την αστυνομία, τίποτα, απόλυτα νομοταγής.
Στη δίκη δεν παρευρέθηκε, έμεινε κλεισμένος στο κελί του, ούτε και ζήτησε κάποιον δικηγόρο να τον υπερασπιστεί. Οι συγγενείς του τον παρακαλούσαν. Έπρεπε να δείξει κάπως μεταμέλεια, να ελαφρύνει τη θέση του, μα αυτός αμετάπιστος. Είχε φτάσει η ώρα της τελικής ρίξης.  Δεν είχε να κερδίσει τίποτα, προτίμησε την πλήρη περιφρόνηση, ούτε να τους βρίσει δεν μπήκε στον κόπο. Ήξερε ότι δεν θα τον πίστευαν και δεν θα του αναγνώριζαν κανένα ελαφρυντικό. Ήταν μια ψυχρή δολοφονία ανθρώπων του νόμου και της τάξης, εν ώρα υπηρεσίας, ούτε καν σε κατάσταση αυτοάμυνας. Υπήρχαν τόσοι μάρτυρες. Ακόμη και ο πρότερος έντιμος βίος του θα αποδεικνυόταν γκρίζος και αμφιλεγόμενος. Με σκιές.
Ο εισαγγελέας μίλησε για ειδεχθή και αποτρόπαια πράξη ενάντια  στους πυλώνες του συστήματος, χωρίς κάποιο εμφανές κίνητρο. Ούτε τρομοκρατία, ούτε ξεκαθάρισμα λογαριασμών, αλλά και ούτε για ψυχοπαθής φαινόταν ο κατηγορούμενος, Ίσως μόνο λίγο κυνικός. Ήταν λοιπόν εχθρός της κοινωνίας και έπρεπε να αποβληθεί απ’ αυτή, να καταδικαστεί με τη μεγίστη των ποινών. Απ’ την άλλη, ήταν και η προσβλητική του συμπεριφορά προς το δικαστήριο, τελείως ανάρμοστη. Γι’ αυτήν θα του άξιζε ακόμα και η ποινή του θανάτου.
Η αγόρευση του εισαγγελέα έγινε απολύτως πιστευτή. Δικάστηκε τρεις ισόβια που μετατράπηκαν σε είκοσι χρόνια. Όταν το πληροφορήθηκε απ’ τον διευθυντή της φυλακής, έμεινε ανέκφραστος. «Ευχαριστώ πολύ, κύριε» του είπε ευγενικά και συνέχισε να διαβάζει το βιβλίο του. Ούτε έφεση έκανε.
Στη φυλακή κράτησε τις αποστάσεις του απ’ όλους, σχεδόν απομονωμένος,  με τα βιβλία, τα χαρτιά και τα μολύβια του. Ακόμη και στο προαύλιο ζήτησε να βγαίνει ολομόναχος, να περπατά με τις ώρες και να εκτονώνεται. Δεν θα χαριζόταν σε κανέναν, τους είπε.

Βγήκε μετά από δεκαπέντε χρόνια, λόγω καλής διαγωγής και επέστρεψε στην κοινωνία. Ήταν εξήντα χρονών. Ξανάρχισε τις βόλτες του στην πόλη, το σούρουπο, αφού πέσει ο ήλιος. Και πάντα εντός δακτυλίου.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΛΟΧΑΓΟΣ


Μνήμη Γιάννη Ντρε

   Έμπαινε στο στρατόπεδο αργοπορημένος. Ο υπεύθυνος της πύλης στάθηκε προσοχή και τον χαιρέτησε με συγκατάβαση. Το έγραφε στο πρόσωπό του. Ερχόταν από κακιά νύχτα, ταλαιπωρημένος και άυπνος. Μα η σημερινή μέρα ήταν ξεχωριστή για την Μονάδα και δεν σήκωνε αργοπορίες. Παρ’ όλα αυτά, αυτός δεν βιαζόταν. Βάδιζε πάνω στην μεγάλη ευθεία προς το Διοικητήριο αργά και με σκυμμένο το κεφάλι.
   Όλο το στρατόπεδο ήταν ανάστατο. Φαντάροι και αξιωματικοί,  υπάλληλοι και ένστολοι, έτρεχαν πανικόβλητοι για τις αγγαρείες της τελευταίας στιγμής. Καθαριότητες, τακτοποιήσεις, κάποιες ενημερώσεις των προϊσταμένων, όλα έπρεπε να γίνουν στην εντέλεια. Ακόμα και ο διοικητής ήταν αγχωμένος. Φορούσε την επίσημη στολή του και ο ιδρώτας έτρεχε ρυάκι στο κούτελό του, τα γυαλιά του θάμπωναν. Παρ’ όλο το τρέξιμο του τελευταίου μήνα, οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ και εχθρός του καλού είναι πάντα το καλύτερο, συνήθιζε να τους λέει με έμφαση. Όλα έπρεπε να είναι στην εντέλεια, άψογα. Σε λίγο, θα έφτανε ο στρατηγός για την επιθεώρηση.
   Όταν τον είδε να έρχεται με το πάσο του έγινε πυρ και μανία, κατακόκκινος απ’ το κακό του. Τον ρώτησε τι ώρα είναι αυτή που έρχεται, τα χάλια του έχει, είναι και αξύριστος. Αυτός με ψύχραιμη, σιγανή φωνή του είπε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως για την πόλη του.  Πέθανε χτες  ένας καλός του φίλος, η κηδεία θα γινόταν σήμερα το μεσημέρι στις τρεις, προλάβαινε δεν προλάβαινε να πάει. Ο διοικητής γούρλωσε έκπληκτος τα μάτια. Αυτό αποκλείεται, του είπε, ειδικά σήμερα που είναι η επιθεώρηση, το πόστο του είναι κρίσιμο, δεν θα μπορούσε να λείψει, αν τουλάχιστον ήταν κάποιος στενός συγγενής του ίσως. Ο Λοχαγός δεν επέμεινε, ούτε είπε κάτι άλλο, έστω ένα «μάλιστα, κύριε διοικητά» που θα ταίριαζε στην περίσταση.
   Ήταν καλός φίλος, μα άτυχος. Μια παλιά πνευμονία, ένα μικρόβιο στα νεφρά είπαν οι γιατροί, εξετάσεις, αιμοκαθάρσεις, ταλαιπωρίες, μα δεν το ‘βαζε κάτω, χωρίς κλάψες και πάντα με  το χαμόγελο. Πέθανε στον ύπνο του από ανακοπή. Τουλάχιστον δεν κατάλαβε τίποτα, ωραίος θάνατος. Και δεν ήταν ούτε σαράντα πέντε χρόνων.
   Τους έβλεπε απ’ το παράθυρο του γραφείου του, σε παράταξη, με τα κράνη, τις εξαρτήσεις και τα όπλα παραμάσχαλα, μούσκεμα στον ιδρώτα να περιμένουν. Ο διοικητής περπατούσε νευρικά πέρα δώθε και έριχνε κλεφτές ματιές προς το σιντριβάνι. Δικό του επίτευγμα, ήταν πολύ περήφανος γι’ αυτό, ειδικά για το γύψινο αγαλματάκι, τον φύλακα-άγγελο του στρατοπέδου. Μα ο Λοχαγός δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, η ώρα περνούσε. Φόρεσε το τζόκεϊ και βγήκε έξω.
   Όταν τον είδε,  έγινε πάλι έξω φρενών. Να ξεκουμπιστεί από μπροστά του, να πάει να κρυφτεί, εκθέτει όλο το στρατόπεδο, φώναζε. Και την άδεια να την ξεχάσει. Αυτός δεν είπε τίποτα, μόνο του χαμογέλασε, όπως και στους φοβισμένους συναδέλφους του. Τους χαιρέτησε με το αριστερό του χέρι και τράβηξε για την πύλη.
   Ο διοικητής τα είχε πλέον χαμένα. «Που πας;» του φώναξε ξαφνιασμένος και τον έπιασε απ’ το μπράτσο και κείνος γύρισε προς το μέρος του και του άστραψε δυο χαστούκια, αλλού  τα γυαλιά, αλλού το καπέλο, έχασε και την ισορροπία του και βρέθηκε μες στο  σιντριβάνι να τον κατουράει γελώντας το όμορφο χερουβείμ. Ο διοικητής είχε ξαφνικά χλομιάσει και  φώναζε βοήθεια, κάποιος να τον βγάλει από κει μέσα. Κάποιοι έτρεξαν να τον βοηθήσουν, μα ο Λοχαγός πλέον δεν έδινε σημασία και βάδιζε προς την έξοδο.
   Πλησίαζε δώδεκα, η ώρα του στρατηγού. Δεν είχε ρολόι, μα το ένιωθε. Ο ήλιος στο ψηλότερο σημείο, πύρωνε τα κράσπεδα και τις λαμαρίνες. Είχε μόνο διακόσια μέτρα να διανύσει. Έβραζε ολόκληρος, έσταζε σαν κατουρημένος.  Ξεκούμπωσε το χιτώνιο και το πέταξε πλάι, στα χορτάρια μαζί με το τζόκεϊ. Οι αρβύλες τον βάραιναν,  τις κλότσησε κι αυτές μακριά και οι πατούσες του τσουρουφλίστηκαν. Μπροστά του έβλεπε την αφρισμένη θάλασσα με τα πράσινα νερά και του ερχόταν να βουτήξει, μα έκανε υπομονή, λίγα μέτρα ήθελε ακόμα. Το παντελόνι του σερνόταν στην καυτή άμμο, το έβγαλε κι αυτό και έμεινε ολόγυμνος, όπως τον γέννησε η μάνα του.
   Έφτασε στην κεντρική πύλη και σταμάτησε στη σιδερένια μπάρα. Απ’ την άλλη μεριά επίσημες στολές, αστραφτερά  παράσημα και  μαύρες πολυτελείς λιμουζίνες τον τύφλωναν. Τόση λάμψη δεν μπορούσε άλλο να την αντέξει. Τον κοιτούσαν αμήχανα και  μιλούσαν ψιθυριστά, κάποιοι χαζογελούσαν μεταξύ τους, μα δεν τον ένοιαζε. Ήταν ολόγυμνος, ζεσταινόταν πολύ και ο φίλος του σε λίγο θα έμπαινε μέσα στο χώμα.

  Άνοιξε τα χέρια διάπλατα, τέντωσε το γυμνό του κορμί και βούτηξε στα παγωμένα νερά.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Ο ΚΑΛΟΣ ΞΑΔΕΛΦΟΣ


   Εκείνη τη μέρα του καλοκαιριού ο καλός ξάδελφος τα ξύπνησε νωρίς.  Στο σπίτι της θείας λείπανε όλοι. Ντυθήκανε, πήρανε πρωινό και μπήκανε βιαστικά στο αμάξι. Έπρεπε να πάνε στην πόλη σήμερα.
  Ο ήλιος ήταν χλωμός και η θάλασσα μολυβένια. Η παραλία δεν είχε κόσμο, μόνο κάτι γριές εδώ και κει που κοιτούσαν με περιέργεια τον ουρανό. Ο καλός ξάδελφος οδηγούσε αμίλητος, αργά, στην άκρη του δρόμου. Σε όλη τη διαδρομή κανείς δεν μίλησε.
   Στην πόλη φύσαγε κρύος δυνατός αέρας. Ο κόσμος είχε βγει έξω, στους δρόμους και στις πλατείες, τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα και οι οδηγοί περίμεναν υπομονετικά. Όλοι κοιτούσαν ανήσυχοι τον ουρανό, που όλο και σκοτείνιαζε.
   Δεν μπόρεσαν να μπουν στο στενό δρομάκι, σταμάτησαν στην γωνία. Κόσμος πολύς,  γείτονες, αλλά και άγνωστοι, είχαν φράξει το δρόμο μέχρι την πόρτα του σπιτιού τους. Στέκονταν σκεφτικοί και αμίλητοι. Άλλοι κάπνιζαν νευρικά και άλλοι κοιτούσαν τον σκοτεινό ουρανό. Φαίνονταν άυπνοι και ταλαιπωρημένοι, σαν να μην είχαν κλείσει μάτι όλη την νύχτα. «Ο ήλιος θα σβήσει σε λίγο» κάποιος ψιθύρισε, μα τα τρία παιδάκια δεν φοβήθηκαν, πίστεψαν ότι έφτασε τελικά η Δευτέρα παρουσία που τους λέγανε στο σχολείο και στο κατηχητικό. Πλάι στην πόρτα είδαν όρθιο ένα όμορφο γυαλιστερό καπάκι και στον τοίχο δυο χαρτιά κολλημένα μα δεν πρόλαβαν να τα διαβάσουν, μπήκαν βιαστικά μέσα.
   Στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς. Όσο και να φώναζαν, τον μπαμπά, τη μαμά, δεν έπαιρναν απάντηση. Και ο καλός ξάδελφος δεν ήταν πλέον μαζί τους. Προχώρησαν στον σκοτεινό διάδρομο  και είδαν στο βάθος το πωρ-μαντώ. Ο καθρέπτης του ήταν σκεπασμένος μ’ ένα λευκό σεντόνι και στα άγκιστρα κρέμονταν μόνο κάτι μαύρα κουρέλια. Μα και πιο μέσα, στο σαλόνι, όλα τα έπιπλα και οι καναπέδες ήταν σκεπασμένοι με άσπρα καλύμματα. 
   Ξαφνικά, ξεπρόβαλλε μπροστά τους ένας γέρος που χαμογελούσε χωρίς δόντια. Στα χέρια του κρατούσε ένα φαλακρό κεφάλι, φωτεινό σαν μαγική σφαίρα που χαμογελούσε με τα μάτια κλειστά, λες και έβλεπε κάποιο ευχάριστο όνειρο. «Φιλήστε τον πατέρα σας, παιδάκια» πρόσταξε ο ασχημόγερος και αυτά υπάκουσαν τρομαγμένα. Το κούτελο ήταν παγωμένο  και ένα κομμάτι απ’ τα ροδαλά τους χειλάκια κόλλησε πάνω του.
   Τότε άνοιξε απότομα τα μάτια. «Δεν μπορεί να βρει κανείς λίγη ησυχία σ’ αυτό το σπίτι!», φώναξε δυνατά και τα παιδάκια έβαλαν τα κλάματα. Πιασμένα χέρι χέρι και κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο, βρήκαν τελικά το κουράγιο να τρέξουν προς την εξώπορτα.
   Απ’ το δρόμο ακούγονταν φωνές, κάποιοι τα φώναζαν να βγουν έξω. Άκουσαν και τη φωνή του καλού ξάδελφου.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


   Έλειπε χρόνια μακριά, μα αυτό ήταν το τελευταίο του ταξίδι, δεν θα ξανάφευγε από κοντά τους. Όταν τον είδε να μπαίνει, στην αρχή δεν τον γνώρισε, τον πέρασε για άγνωστο, ένας έκπτωτος άγγελος ή κάποιος κλέφτης ψυχών. Μόνο όταν τον κοίταξε επίμονα στα μάτια κατάλαβε πως ήταν αυτός και βούρκωσε. «Πάει  καιρός», της είπε χαμογελώντας και την αγκάλιασε σφιχτά.
   Το  σπίτι είχε μείνει το ίδιο, τόσα χρόνια, τίποτα  δεν είχε αλλάξει. Ο μακρόστενος διάδρομος με το καφετί χαλί, στην άκρη οι γλάστρες με τα σπαθιά και το θεόρατο πωρ-μαντώ, τα λερωμένα παλτά και τα φθαρμένα καπέλα πάνω στα άγκιστρα, οι μαύρες ομπρέλες με τη σουβλερή μύτη που στέγνωναν στον πάτο και το γκρίζο σακάκι πάντα γεμάτο κέρματα στις τσέπες. Όλα εκεί, στη θέση τους από πάντα, εκτός απ’ τον  σπασμένο καθρέφτη που πλέον δεν χρησίμευε σε τίποτα. «Τον κάναμε πόρτα για την αποθήκη» του εξήγησε και προχώρησαν στο βάθος αγκαλιασμένοι.
   Ρούφηξε μια καυτή γουλιά απ’ τον καφέ του –σκέτο πάντα- και άναψε τσιγάρο. Το σαλόνι είχε κι αυτό μείνει το ίδιο. Μόνο πάνω απ’ την παλιά πολυθρόνα της γιαγιάς είχε φυτρώσει μία μικρή συκιά, μάλιστα είχε και καρπούς. «Το κομπρεσέρ σκότωσε τη γιαγιά;» ρώτησε την μάνα του όσο πιο φυσικά μπορούσε μα κείνη δεν του απάντησε, μόνο για μια στιγμή σκοτείνιασε το βλέμμα της.
   Την ρώτησε και για τον μπαμπά τι κάνει, αν είναι καλά. «Δεν τον ξέρεις τώρα; Όλη τη μέρα στα καφενεία και τους δρόμους γυρίζει με τους φίλους, δεν τον βλέπει το σπίτι του. Μα το βράδυ που θα έρθει, θα χαρεί που θα σε δει». Κι αυτός θα χαιρόταν, μετά από τόσα χρόνια. Όταν έφυγε ήταν πολύ μικρός, αμυδρά τον θυμάται από κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Σίγουρα θα είχαν πολλά να πουν οι δυο τους και πιο πολύ για κείνο το πρωινό που έφυγε  απ’ το σπίτι χαμογελαστός  και δεν ξαναγύρισε.
   Τον κοιτούσε αμίλητη που ρούφαγε βαθιά τον καπνό του και καμάρωνε. «Άσπρισες», είπε και έχωσε τα δάχτυλά της μέσα στα χιονισμένα του μαλλιά. Ναι, αυτός είχε γεράσει ενώ εκείνη παρέμενε ίδια κι απαράλλαχτη, αναλλοίωτη,  όπως την είδε την τελευταία φορά. Χαμογελαστή, στρουμπουλή, με τα μαλλιά βαμμένα κόκκινα και το καφεκίτρινο λουλουδιστό φουστάνι που φορούσε. Πενήντα ολόκληρα χρόνια πριν.
   Ήθελε να μάθει και για τ’ αδέρφια του, πως είναι, τι κάνουν, αν είχαν φτιάξει οικογένειες, παιδιά, για τις δουλειές τους, τέτοια πράγματα. «Βασανίζονται, μαμά», απάντησε κοιτώντας το ξεφτισμένο ταβάνι. Δύσκολο πράγμα η ζωή -αυτή το ‘ξερε καλύτερα- μα κάνουν υπομονή, αντέχουν ακόμα. «Δεν βιάζονται να γυρίσουν», της είπε και έσκασε ένα πικρό χαμόγελο.

   Τότε πρόσεξε πως του λείπανε τα δόντια, όλα σχεδόν. Έπρεπε να τα φτιάξει, του χαλάγανε το πρόσωπο. «Δεν τα χρειάζομαι πλέον», της είπε και έσβησε τη γόπα στο τασάκι. 

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και λαμπερή, χαρά θεού. Το κασετόφωνο έπαιζε τα τραγούδια –ανάκατα λαϊκά με δημοτικά- στο διαπασών και η τσίκνα σου έσπαγε τη μύτη. Είχε μόλις βγει το κοκορέτσι. Οι καλεσμένοι τσιμπολογούσαν με μανία και οι συμπέθεροι, γελαστοί και ορεξάτοι, τους κερνούσαν κόκκινο κρασί.
Είχαν πολλούς λόγους να χαίρονται οι συμπέθεροι. Τα παιδιά τους -δεν είχαν πατήσει ακόμα τα εικοσιπέντε- πριν από δυο χρόνια γνωρίστηκαν, στο άψε σβήσε παντρεύτηκαν, γεννήθηκε και η κορούλα τους, όλα βιαστικά και πρόσφατα, αύριο θα γινόταν και το βαφτίσι.
Οι γιαγιάδες δεν τσακώνονταν πλέον για το όνομα της μπέμπας – θα έπαιρνε και τα δύο ονόματα- και την έπαιζαν εναλλάξ στην αγκαλιά τους. Είχε πολύ όρεξη και κέφι η μικρούλα, όλο χαρές και γελάκια ήταν και κουνούσε νευρικά την κουδουνίστρα της. Οι φίλοι και οι συγγενείς πίνανε και γλεντούσαν και κάθε τόσο φωνάζαν «να σας ζήσει», να την δούνε μεγάλη και τρανή. Εις αύριον τα καλύτερα, στο βαφτίσι που το γλέντι θα ήταν τρικούβερτο, καλύτερο κι απ’ το σημερινό το πασχαλιάτικο.
Όταν βγήκε και το αρνί είχαν έρθει όλοι στο τσακίρ κέφι. Οι συμπέθεροι έσερναν πρώτοι τον χορό –τσάμικα και καλαματιανά έπαιζε το κασετόφωνο- οι καλεσμένοι ακολουθούσαν. Ένας ξέδελφος τραβούσε βίντεο, κάποιοι άλλοι φωτογραφίες, κάπου κάπου στο δρόμο παραέξω πετούσαν και καμιά στρακαστρούκα που περίσσεψε από χτες. Παρόλο που φέτος μείνανε στην πόλη, γιόρταζαν την  ανάσταση με όλες τις παραδόσεις και τα έθιμα, Έστω και στριμωγμένοι στον μικρό κήπο του τριώροφου.
Το απόγευμα που άρχισε να πέφτει ο ήλιος τσούγκρισαν και τα αυγά. Ξεθεωμένοι απ’ το φαγητό, το πιοτό και τον χορό χαλάρωναν στις καρέκλες τους. Ένιωθαν πλήρεις και ευτυχισμένοι, ούτε τσακωμούς, ούτε ειρωνείες και βρισίματα που ήξεραν από άλλα γιορτάσια που μαζεύονταν τα σόγια. Όμως όχι, το δικό τους δεν ήταν τραπέζι μίσους, τίποτα δεν είχαν να χωρίσουν. Και κάποιοι τσακωμένοι τούτη την άγια μέρα έδιναν τόπο στην οργή και  ψευτοχαμογελούσαν. Μόνο το  αγγελούδι τους είχε από ώρα αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μαμάς του. Σε λίγο οι καλεσμένοι άρχισαν να  φεύγουν. Εις αύριον τα καλύτερα, ευχόντουσαν, και του χρόνου. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν αποχαιρετήθηκαν τελευταίοι και  οι συμπέθεροι.
Την άλλη μέρα έγινε και το βαφτίσι. Στο μαγαζί οι συμπεθέροι, γελαστοί και ορεξάτοι,  κερνούσαν πάλι κόκκινο κρασί τους καλεσμένους. Ο φωτογράφος αποθανάτιζε τους φίλους και τους συγγενείς χαρούμενους και ευτυχισμένους. Τελευταίες τραβήχτηκαν οι οικογενειακές φωτογραφίες των παιδιών με τον νουνό. Στη μέση κρατούσαν την κορούλα τους και χαμογελούσαν. Μόνο για μια στιγμή ο ένας συμπέθερος μιλώντας παράμερα με την αδερφή του, ξέσπασε σε κλάματα, μάλλον απ’ την συγκίνηση των ημερών.

Αργά το απόγευμα, μετά την τούρτα, οι συγγενείς και οι φίλοι άρχισαν να αραιώνουν. «Να σας ζήσει», ευχόντουσαν και ο παππάς  έδωσε για άλλη μια φορά την ευλογία του. «Ο θεός θέλει να σας βλέπει αγαπημένους και μονιασμένους» τους είπε και τους σταύρωσε τρεις φορές. Και αυτοί με σεβασμό έσκυψαν και φιλήσανε το χέρι του.
Μετά από λίγες μέρες, τα παιδιά πήγαν στους δικηγόρους τους. Το διαζύγιο βγήκε  κοινή συναινέσει -ασυμφωνία χαρακτήρων, είπαν- χωρίς διατροφές, κλάματα και άλλες τραγωδίες. Κοινή θα ήταν και η επιμέλεια της κόρης τους, έτσι αποφάσισαν.
Οι συμπέθεροι δεν βρέθηκαν ξανά στο ίδιο τραπέζι. 

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

ΛΙΓΑΚΙ ΑΠΡΟΣΕΧΤΟΣ


 Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και συνέχιζε να κάνει κύκλους σαν όρνιο με τ’ αμάξι. Την πρώτη φορά είδε απλά μια κόκκινη σκιά να στέκεται όρθια στη γωνία, λίγο πιο πέρα απ’ τον δρόμο των μπουρδέλων. Όταν ξαναπέρασε, έκοψε ταχύτητα και πρόσεξε καλύτερα. Ψιλός, μελαμψός, τα μάτια του πετούσαν φλόγες. Όποτε περνούσε από μπροστά του, χούφτωνε προκλητικά τα αρχίδια του.
Μιλούσε σπαστά ελληνικά, η προφορά του ξενική. Ήταν είκοσι χρονών,   γεννημένος εδώ. Το όνομά του δεν είχε σημασία, πες με όπως θες, του είπε, κανένας. Ήξερε ένα μέρος, όχι πολύ μακριά, που είχε ησυχία.  Στο δρόμο δεν μιλούσαν. Οδηγούσε κάπως νευρικά και κάπου κάπου τον κοιτούσε και χαμογελούσε. Περνούσαν από αμαξοστάσια λεωφορείων, παλιές ερειπωμένες βιοτεχνίες και μάντρες γεμάτες παλιοσίδερα και μπάζα. Στο πλάι έβλεπαν καμιά νταλίκα αραγμένη ή κανά κουρασμένο κοπρίτη σωριασμένο στο κράσπεδο. Συνάντησαν και ένα νεκροταφείο όπου αναπαύονταν οι ψυχές, πέρασαν και κάτω από μια μεγάλη γέφυρα. Δρόμοι σκοτεινοί, λερωμένοι, γεμάτοι λακκούβες, περιοχές  που μύριζαν  θάνατο. Δεν τα ήξερε αυτά τα μέρη, εδώ, στην άκρη της πόλης. Τον καθοδηγούσε αυτός, που να στρίψει και που να προχωρήσει. Στο τέλος πέρασε τις γραμμές των τραίνων και έστριψε δεξιά, σ’ ένα στενό. Ήταν αδιέξοδο, θεοσκότεινα, με κάτι χαμηλά σπίτια τριγύρω και λίγα δέντρα.  Άρχισε να βγάζει τα ρούχα.
Ούτε που κατάλαβε πως του την έπεσαν. Ήταν τρεις. Πετάχτηκαν ξαφνικά πίσω από τα δέντρα, άρχισαν να τον χτυπούν και να τον βρίζουν. Του άδειασαν το πορτοφόλι, ότι λεφτά είχε, τις κάρτες και το κινητό. Όμως, αυτά δεν έφταναν, ήθελαν κι άλλα. Τον έβαλαν στο πίσω κάθισμα. Στο δρόμο συνέχιζαν να τον βρίζουν και να τον χτυπούν, ώσπου βαρέθηκαν ή κουράστηκαν, ποιος ξέρει, και σταμάτησαν. Δεν καταλάβαινε που πήγαιναν, τα τζάμια είχαν θαμπώσει, του είχαν βγάλει και τα γυαλιά, δεν έβλεπε τίποτα. Για κάμποση ώρα προχωρούσαν σιωπηλοί, όταν ξαφνικά άρχισαν τις δικαιολογίες και τις μεταμέλειες, σαν να του ζητούσαν συγνώμη για την πράξη τους  και μάλιστα χωρίς να τους το ζητήσει. Είχαν μεγάλες ανάγκες, είπαν. Άλλος για τα παιδιά του, άλλος για ναρκωτικά. Ένας μόλις είχε βγει από τη φυλακή. Κάπως έπρεπε να ζήσουν κι αυτοί, δεν είχαν άλλες επιλογές. Τους άκουγε χωρίς να μιλά, μόνο τους κοιτούσε κατ’ ευθείαν στα μάτια. Δεν τους πίστεψε, αλλά και δεν τον ένοιαζαν όλα αυτά. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξεφύγει, αυτό μόνο σκεφτόταν όση ώρα του αράδιαζαν τα παραμύθια τους.
Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε σ’ ένα στενό. Ήθελαν να σηκώσει από την τράπεζα λεφτά και μετά θα τον αφήναν ελεύθερο. Του δώσανε πίσω το άδειο πορτοφόλι και τα γυαλιά στραβωμένα από τις μπουνιές. Κάποιος προσφέρθηκε να του τα ισιώσει κάπως. Μετά βγήκαν στον δρόμο. Δύο έμειναν στο αμάξι, οι άλλοι συνοδεία. Αν προσπαθούσε να το σκάσει, θα του καίγανε το αμάξι, είπαν.
 Περπατούσαν πλάι-πλάι, αυτός στη μέση. Δεν τον κρατούσαν και για το αυτοκίνητο δεν τον ένοιαζε, μόνο φοβόταν μην είχαν κάνα μαχαίρι πάνω τους. Έφτασαν σε μια πλατεία με φώτα, ανθρώπους και αυτοκίνητα. Πέρασαν και από μια πιάτσα με ταξί. Προχωρούσαν αργά, δήθεν αδιάφορα, σαν φιλαράκια, όμως χωρίς κουβέντες και πλάκες, σοβαροί και αμίλητοι. Κανείς δεν τους έδινε σημασία. Η τράπεζα βρισκόταν ακριβώς απέναντι. Έπρεπε να περάσουν τον κεντρικό δρόμο. Σταμάτησαν και περίμεναν να αδειάσει ο δρόμος. Σαββατόβραδο, περασμένες τέσσερις, είχε πολύ κίνηση ακόμα. Τον κοίταξε για πρώτη φορά φοβισμένα -ίσως κάποιο προαίσθημα- και τα μάτια του είχαν πλέον σκοτεινιάσει, δεν έβγαζαν φλόγες. «Μη φύγεις», του  είπε και αυτός τον καθησύχασε με ένα χαμόγελο. 
Το περιπολικό κατέβαινε χωρίς βιασύνη, με σβηστούς τους φάρους, περιπολία ρουτίνας. Ούτε που κατάλαβαν πότε τους ξέφυγε. Πετάχτηκε στη μέση του δρόμου και άρχιζε να φωνάζει για βοήθεια. Όταν έφτασε το περιπολικό και μπήκε μέσα, αυτοί είχαν προλάβει να χαθούν στα γύρω σκοτάδια.
Στο Τμήμα έδωσε κατάθεση –δεν τα είπε όλα- και του είπαν ότι έπρεπε να υποβάλει μήνυση, έστω και κατά αγνώστων. Όταν ξημέρωσε, βρήκαν το αυτοκίνητο παρκαρισμένο και άθικτο, κλειδωμένο και τα κλειδιά πεταμένα από κάτω. Η σήμανση πήρε αποτυπώματα. Στην Ασφάλεια του έδειξαν κάποιες φωτογραφίες, αναγνώρισε έναν, μα δεν το είπε. Πλέον δεν τον ένοιαζε. Είχε γλυτώσει απ’ τα χειρότερα. Έτσι κι αλλιώς, έφταιγε κι αυτός.  Ήταν λιγάκι απρόσεκτος.
Τελικά, τους πιάσανε μετά από δύο χρόνια, όταν σκότωσαν έναν εισαγγελέα. Τον είχανε βρει στραγγαλισμένο, χωρίς ρούχα,  μέσα στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου του. Είχε γυναίκα και δύο παιδιά.
Στη δίκη καταθέσαν όλα τα θύματα της συμμορίας, καμιά δεκαριά συνολικά, εκτός απ’ τον νεκρό. Όλοι είπαν τις μισές αλήθειες. Αυτός, και πάλι, δεν αναγνώρισε κανέναν. Δεν θυμόταν, είχε περάσει πολύς καιρός και όλοι αυτοί μοιάζουν  μεταξύ τους, τέτοια έλεγε στους δικαστές, κι ας μην τον πίστευαν, δεν είχε πλέον σημασία. Υπήρχαν τα αποτυπώματα, οι ομολογίες και άλλα στοιχεία αδιάσειστα. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως ήταν ένοχοι.
Μόνο ο δικηγόρος τους προσπάθησε να τον στριμώξει με υπονοούμενα. Πως έγινε το συμβάν, τι γύρευε τέτοια ώρα σε κείνο το σημείο και άλλα παρόμοια που τον έφεραν κάπως σε δύσκολη θέση.  Δεν ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει, είπε η πρόεδρος, αυτά είναι προσωπικά δεδομένα, δεν ενδιαφέρουν το δικαστήριο. Και δεν απάντησε. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν αυτός κατηγορούμενος.
Όταν τέλειωσε την κατάθεση, βγήκε από την αίθουσα και την άλλη μέρα πήγε κανονικά στη δουλειά του. Δεν έμαθε την ποινή τους, ούτε και τον ένοιαζε. Ήταν ανήλικοι, τσιγγάνοι, με γυναίκες και παιδιά, άνεργοι και τοξικομανείς. Είχαν πολλά ελαφρυντικά. Έτσι κι αλλιώς, έφταιγε κι αυτός. Ήταν λιγάκι απρόσεκτος.