Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ


Άιντε, και καλή τύχη μάγκες!
                                                                                                          Παύλος


Κίτρινο σούρουπο, πρίγκιπα, που να γυρίζεις, πληγωμένος στα κατάβαθα της τσέπης σου, με Χριστούς και αλήτες, φονιάδες και ληστές, φριχτούς νάνους και σοβαρούς κλόουν, πρεζάκηδες κι αδικοσκοτωμένους, ετούτη η πόλη σε τρελαίνει, φίλε, μου το ‘χες πει κάποτε, δεν τα βλέπεις, όλα είναι φλου, φρίκη, μοναξιά, μου λες, φύγε από δω, τρέξε να σωθείς, και που να πας, χαρμάνης κι άφραγκος, με τους χαμένους και τους καταδικασμένους, μια ζωή σκοράριζες τον θάνατο, να φεύγω τώρα, είπες, είναι αργά, τον ήλιο ακολουθάω κι όπου με βγάλει, το ξέρω, φίλε, ανάσκελα θα με βρούνε ένα πρωί, δεν με νοιάζει, έτσι είναι αυτά, μόνο δώσε μια καληνύχτα στη μαμά και να μ’ αγαπάς, -ακούς;- όσο μπορείς να μ’ αγαπάς. Και μη λυπάσαι. Αύριο, θα τα ξαναπούμε.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Μπήκε μέσα με βήμα αργό, σοβαρό, σχεδόν πένθιμο. Σταμάτησε στην είσοδο πλάι στον πάγκο με τα κεριά. Μυρωδιές από καρβουνάκια και λιβάνια του έκοψαν απότομα την ανάσα –από παιδί οι οσμές τις εκκλησίας του έφερναν αναγούλα- παραλίγο να σωριαστεί χάμω. Ήταν και η αφόρητη ζέστη του μεσημεριού, η ένταση  της προηγούμενης νύχτας, κλιματισμός δεν υπήρχε, όλα αυτά. Αέρας πνιγηρός και δύσοσμος,  κατάσταση ανυπόφορη. Ο επίτροπος του έριξε μια λοξή ματιά  και συνέχισε να ταχτοποιεί τα κεριά του, κατά χρώμα και κατά μέγεθος πάντα. Αυτός αφού συνήλθε κάπως, κοίταξε προς το βάθος. Δεν είχε πολύ κόσμο, λίγες γριές, κάποιοι συγγενείς, η αδερφή του νεκρού πρώτη και καλύτερη πλάι στο φέρετρο, με το φρύδι πάντα υψωμένο, αξιοπρεπής και αγέρωχη κάρφωνε τον απέναντι τοίχο για να μη τον βλέπει και τώρα ακόμα να χαμογελά με κλειστά τα μάτια σαν κάτι ευχάριστο να ονειρεύεται. Δίπλα στέκονταν ο άντρας της, τα παιδιά τους, οι λοιποί συγγενείς, όλη η αγία οικογένεια σε πλήρη παράταξη, δεν έδειχναν και πολύ λυπημένοι από το ξαφνικό χαμό.
Το προηγούμενο βράδυ, όταν  πέρασε απ’ το σπίτι της να μάθει πως έγινε το κακό και να συλλυπηθεί, τον πέταξε έξω με τις κλοτσιές. «Και μην τολμήσει να έρθει κανείς από το σκυλολόι στην κηδεία», του είπε σε τόνο απειλητικό, θα τους  έπαιρνε και θα τους σήκωνε. «Τον φάγατε τον αδερφό μου τομάρια, στον λαιμό σας τον πήρατε!» φώναζε εκτός εαυτού. Αυτός δεν είπε τίποτα, άκουγε μόνο με σκυμμένο το κεφάλι, ώσπου του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα. Αργότερα, απ’ την κοπέλα του φίλου τους μάθανε τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν είχε ακόμα συνέλθει από το σοκ η κακομοίρα, είχε περάσει και απ’ την αστυνομία να δώσει κατάθεση, φοβόταν ότι θα την μπλέξουν άσχημα, είχε παλιά προηγούμενα με τους μπάτσους, ακόμα και για φόνο την υποψιάζονταν, δηλαδή ότι τους κατέβαινε. «Μέχρι να βγει το πόρισμα του ιατροδικαστή», της είπαν στο τέλος και την άφησαν να φύγει. Καρφί δεν της καιγόταν τι θα πει ο γιατροτέτοιος, δεν έφταιγε αυτή για ότι έγινε, έρωτα κάνανε και τη στιγμή που τον έγλυφε και τον ρουφούσε, εκεί, πάνω στη μεγαλύτερη κάβλα, ο φίλος τους ξαφνικά κοκάλωσε, τα μάτια του έμειναν ορθάνοιχτα, πετάχτηκαν έξω, μαζί μ’ ένα παγωμένο χαμόγελο ευτυχίας. Αυτό ήταν όλο. Έπαθε αμόκ, άρχισε να ουρλιάζει, βγήκε έξω ολόγυμνη, σαν μουρλή έτρεχε πέρα δώθε, τράβαγε τα μαλλιά της και φώναζε βοήθεια. Τριγύρω ο κόσμος κοίταζε σαν χαμένος, έγινε άγριο σκηνικό, τους είπε και τους κοίταξε έναν ένα με μάτια τρομαγμένα.   
Ο νεαρός παπάς με την ψιλή φωνούλα ξεστόμιζε στη σειρά τα φάλτσα του «κυρ ελέησον», ο άλλος, ο πρεσβύτερος, ο αυστηρός και βλοσυρός ποιμένας, αναμασούσε κάτι για την από θεού παρηγορία και πράσινα άλογα, για τόπους χλοερούς και αναψύξεως, αλλά ούτε ο νεκρός ούτε οι ζωντανοί δίνανε σημασία, κάποιοι μάλιστα κάθε τόσο κοιτούσαν τα ρολόγια τους. Η κατάσταση δεν σωζόταν με τίποτα. Τόση παγωμάρα, τόση αδιαφορία, τόση βιασύνη, πρώτη φορά αντίκριζε σε κηδεία. Ούτε ένα δάκρυ  ούτε ένας μορφασμός ούτε μια υποψία  λύπης, τίποτα. Ακόμα και οι ακατάληπτες θρηνωδίες των ψαλτάδων και των ρασοφόρων, κι αυτές χωρίς συμπόνια ήταν, χωρίς συγχώρεση. Πώς να το κάνουμε, ο μακαρίτης δεν ανήκε στο ποίμνιο, δεν πάταγε σε εκκλησίες, δεν τηρούσε τις δέκα εντολές, δεν τους προσκυνούσε, δεν φύλαγε με σεβασμό τα βρωμόχερά τους, δεν έδινε σε εράνους και αγαθοεργίες, δεν, δεν, δεν, τίποτα. Ακόμα και νεκρός ήταν παρείσακτος εκεί μέσα, δεν κόλλαγε, το ήξερε κι ο ίδιος αυτό, γι’ αυτό και στις παράωρες ουζονυχτίες τους, μεταξύ σοβαρού και αστείου, αλλιώς σχεδίαζαν την αποχώρησή τους απ’ τον μάταιο τούτο κόσμο, όχι αυτό το αίσχος, αυτή η ξεφτίλα, δεν τους ταίριαζε. Μα η αδερφή του είχε άλλη άποψη, δεν τον σεβάστηκε, πήρε άλλες αποφάσεις, και δω αυτή ήθελε να κάνει το κουμάντο, και τι θα έλεγε ο κόσμος αν μάθαινε ότι αυτός ο άσωτος παραδόθηκε στην πυρά μακριά από εκκλησία και θεό, σ’ αυτήν θα ρίχνανε την αμαρτία και το φταίξιμο. Δεν τον σεβάστηκε, έτσι έκανε πάντα, ότι ήθελε αυτή, να ορίζει τη ζωή και τον θάνατο των άλλων, γι’ αυτό και τον έντυσε έτσι, για να μη λέει ο κόσμος, γύρευε από που ξέθαψε αυτό το παλιομοδίτικο  κουστούμι, τα μαύρα λουστρίνια, τη γραβάτα με τον διπλόσφιχτο κόμπο. Δεν θυμόταν  ποτέ ο φίλος του να φόρεσε κουστούμι και γραβάτα. Όχι, δεν του άξιζε τέτοια έξοδος.
«Όλα έτοιμα!» έγραφε το μήνυμα στο κινητό και έστειλε αμέσως την αναπάντητη. Δεν πέρασαν τρία λεπτά και τους έβλεπε να ορμάνε στην είσοδο του ναού με ιαχές και τρομερές κραυγές  πολέμου. «Πίσω και σας έφαγα!» φώναξε ο χασάπης με την βροντερή του φωνή και ο επίτροπος, κίτρινος σαν φλουρί,  κρύφτηκε πίσω από τον πάγκο του. Φορούσε ακόμα την λευκή ποδιά της δουλειάς γεμάτη αίματα και στην αριστερή την τριχωτή χερούκλα του κρατούσε τον κοφτερό μπαλτά. Τα έχασαν όλοι και άρχισαν να ουρλιάζουν και να προσεύχονται, οι πιο ψύχραιμοι έτρεξαν να κρυφτούν πίσω απ’ τις καρέκλες και τις κολώνες, απ’ όπου έβρισκαν, ο νεαρός παπάς με τη λεπτή φωνούλα μαζί με δυο άλλους πιο προνοητικούς ταμπουρώθηκαν μέσα στο ιερό και σφράγισαν τις πόρτες, τέλος κάποιοι λιποθύμησαν, μαζί με αυτούς και η αδερφή του πεθαμένου με το ηττημένο και στραπατσαρισμένο πλέον φρύδι. Και μέσα σ’ όλο αυτό το πανδαιμόνιο κάποιος είδε τον χαμογελαστό μακαρίτη να ανοίγει για λίγο πονηρά τα μάτια του, μα ήταν σίγουρα παραίσθηση, όπως εξήγησε αργότερα, είχε σαλέψει ο νους του απ’ την τρομάρα. Μόνο ο πρωτοπρεσβύτερος, ο αυστηρός και βλοσυρός ποιμένας, δεν έχασε στιγμή την ψυχραιμία του, παρέμεινε αποφασιστικός και θαρραλέος στη μέση της εκκλησίας βαστώντας  στο ένα του χέρι ψηλά τον  σταυρό και στο άλλο το θυμιατήρι, έτοιμος να υπερασπιστεί την πίστη του την αγία, τα ιερά του και τα όσια απ’ τον αντίχριστο και τους δαίμονες που τον ακολουθούσαν. «Έξω από δω σατανά, αφορεσμένε…» φώναξε με οργή, μα πριν προλάβει να τελειώσει την τρομερή του κατάρα ο χασάπης τον είχε πιάσει από την μακριά του γενειάδα και με μπαλταδιά ακριβείας την έκοβε σύριζα και την ανέμιζε ψηλά ως το πολυτιμότερο έπαθλο μιας μάχης που τέλειωσε τόσο γρήγορα και τόσο άδοξα. Την ίδια στιγμή οι άλλοι με γρήγορες κινήσεις άρπαζαν το φέρετρο στα χέρια και έβγαιναν τρέχοντας έξω στο προαύλιο. Όταν τους είδαν οι υπάλληλοι του γραφείου κηδειών να περνάνε από μπροστά τους μαζί με το καφετί γυαλιστερό φέρετρο δεν πίστευαν στα μάτια τους. Η κάσα φορτώθηκε γρήγορα στο φορτηγάκι που είχε ο χασάπης για τα κρέατα, ανέβηκαν πάνω, έβαλαν μπρος και έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Μόλις και με την άκρη του ματιού του έβλεπε τον κολοβό τράγο  μπουσουλώντας στα τέσσερα να βγαίνει από τον ναό και να μοιράζει ολούθε κατάρες, αναθέματα και γαμοσταυρίδια, λέξεις χυδαίες, ανάρμοστες και ειδεχθείς. Κρατούσε ακόμα τον σταυρό σφιχτά στο χέρι και σαν τον είδαν τα κοράκια και οι πεθαμενατζήδες έπεσαν στα γόνατα και άρχισαν να σταυροκοπιούνται. Ο παπάς συνέχιζε να καταριέται και να γαμοσταυρίζει, μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα, η επιχείρηση δεν είχε κρατήσει ούτε πέντε λεπτά, το σχέδιο είχε εκτελεστεί άψογα.
Ο χασάπης οδηγούσε με κέφι τρελό, είχε ανοίξει στη διαπασών το ραδιόφωνο, κάπνιζε  κι έπινε ούζο απ’ το μπουκάλι που είχε δίπλα του. Του έδωσε κι αυτού να πιει μα δεν ήθελε, αργότερα του είπε, δεν είχε συνέλθει απ’ τα κεριά και τα λιβάνια και όλη αυτή την αηδία, το στομάχι του ακόμα αναγούλιαζε. Στην κλούβα πίσω οι άλλοι είχαν αρχίσει το ξεφάντωμα. Χόρευαν, πίνανε και τραγουδούσαν, πέταξαν απ’ τον φίλο τους τα πένθιμα παλιόρουχα και τον άφησαν ολόγυμνο, καθαρό και αμόλυντο, όπως ήταν σ’ όλη του τη ζωή. Του έδωσαν κι αυτού να πιει και να καπνίσει, σε τίποτα δεν είπε όχι –όλα του άρεσαν του μακαρίτη- και στο τέλος τον στόλισαν με λουλούδια, πολλά λουλούδια, τριαντάφυλλα, μαργαρίτες και βιολέτες και όλος ο κόσμος ευωδίασε. Σε λίγο έφταναν στον προορισμό τους.
Όταν την προηγούμενη νύχτα μαθεύτηκαν τα άσχημα μαντάτα όλοι, φίλοι και γνωστοί, παλιές γκόμενες και εραστές, μπαρόβιες μαζί με μαστροπούς  και νταβαντζήδες, πουτάνες, φρικιά και αδερφές, τραβέλια και φανταχτερές φτερούδες, αδέσποτοι κοπρίτες, αλάνια της πλατείας και τσόλια του μεσημεριού, μουσικοί του δρόμου και τσάμπα γελωτοποιοί, ζητιάνοι,  άστεγοι, φτωχοί και πένητες, επιτήδειοι ταχυδακτυλουργοί, ζογκλέρ  και κλόουν με πονηρούς σκοπούς, πρεζάκηδες και χασικλήδες,  ξεδοντιασμένοι κοκαλιάρηδες και φαλακροί με μυτερά αυτιά, μπεκρήδες και αλαφροΐσκιωτοι, ύποπτες  σκιές των πάρκων και πεινασμένοι αλήτες των λιμανιών, ματάκηδες και σεξομανείς επιδειξίες, πολύχρωμα φρικιά και αμετανόητοι ροκάδες, όλα τα σάπια φύλλα του κακού, τα σπασμένα χαμόκλαδα και οι δικοί του άγιοι της αμαρτίας, σεσημασμένοι διαρρήκτες και αγαθοεργοί κακοποιοί, αδίστακτοι κουρελήδες, αποφασισμένοι ταραχοποιοί, καθωσπρέπει τζογαδόροι και επιδέξιοι πορτοφολάδες, αλκοολικοί της ζωής, ποιητές και ονειροπαρμένοι, κουφοί, τυφλοί και ανάπηροι, μισότρελοι και πεθαμένοι -όλο το λούμπεν σκυλολόι και ο κοινωνικός βυθός που θα ‘λεγε κι η αδερφή του- μαζεύτηκαν στο μαγαζί του έντιμου κρεοπώλη. Ήταν όλοι εκεί, απαρηγόρητοι σ’ αυτό το προσκλητήριο του θανάτου, με μαύρο δάκρυ κλαίγανε  τον φίλο τους που χάσανε, πίνανε όλη νύχτα, μαστουρώναν και γαμιόντουσαν στα όρθια για να ξεχάσουνε τη λύπη τους, για τον λεβέντη που ξαφνικά δραπέτευσε και τους άφησε μονάχους, τον όμορφο μάγκα και τον άντρακλα, το πιο καλό παιδί και ο χασάπης κάθε τόσο χτυπούσε το καραφλό κεφάλι του πάνω στο ψυγείο, «όχι αυτόν, ρε πούστη μου, όχι αυτόν!» μονολογούσε σφίγγοντας τις γροθιές του και το πρόσωπο. Τουλάχιστον κάπως  τους παρηγορούσε το ένδοξο τέλος του, δαφνοστεφανωμένο και χαμογελαστό, έτσι όπως θα άξιζε να φύγει ένα τέτοιο παλικάρι, πάνω στο γαμήσι, την ώρα του χυσίματος, στην μεγαλύτερή του κάβλα. Μα την αδερφή του είχανε στη μπούκα, «καργιόλα περιωπής, παλιοχαμούρα!» που έλεγε και ο χασάπης, «να την κάψουμε ζωντανή τη σκρόφα!» κάποιοι φώναξαν, συμφώνησαν κι αυτοί που δεν την ξέρανε ακόμα, μα στο τέλος επικράτησαν πιο ψύχραιμες και συνετές απόψεις. Τότε, μέσα σ’ όλον αυτό τον αναβρασμό, ρίχτηκε η ιδέα, καταστρώθηκε το σχέδιο, τα πνεύματα ηρέμησαν, εκτονώθηκαν τα μίση και τα πάθη και αμέσως  άρχισαν τα γλέντια κι οι χαρές. Εδώ θα φέρνανε τον φίλο τους να τον τιμήσουνε, στο χασάπικο αυτό που πέρασε τις ομορφότερες στιγμές του, βράδια αξημέρωτα που δεν ξεχνιούνται, πόσα θα είχαν να θυμηθούν και να γελάσουν με τον συγχωρεμένο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες θα ξεφάντωναν μαζί του, έτσι το ήθελε και κείνος, χωρίς κλάματα, χωρίς πένθη, αυτός που έζησε χίλιες ζωές γεμάτες και  έφυγε νέος και ωραίος, υγιής, ο άντρακλας αυτός, ο μάγκας, το πιο καλό παιδί. Κι ύστερα θα του βάζανε μια φωτιά κάτω απ’ τα σκέλια που οι φλόγες της θα φτάνανε ψηλά ως την πανσέληνο, μέσα στα «Μπράβο!» και στα «Εύγε!» και στα «Άξιος!» και σε ένα παρατεταμένο και ατέλειωτο  χειροκρότημα. Τέτοια λέγανε και τα πρόσωπά τους είχαν και πάλι φωτιστεί. Αυτός δεν συμμετείχε στην κουβέντα, καθόταν παράμερα σιωπηλός, έπινε, κάπνιζε και άκουγε. Όταν ο χασάπης ρώτησε τη γνώμη του συμφώνησε αμέσως, αυτός μάλιστα θα ήταν ο προπομπός τους, ο προσεχτικός ανιχνευτής, παρόλες τις φοβέρες που άκουσε από την αδερφή του πεθαμένου, παρόλο που είχε σαράντα χρόνια να πατήσει σ’ εκκλησία, όχι πως οι άλλοι είχανε λιγότερα, όλοι κολασμένοι εξαρχής και ξεγραμμένοι δια παντός απ’ τα κατάστιχα, μα ο φίλος του, ο καλύτερός του φίλος -δεν του χρωστούσε δα και λίγα- άξιζε μια τέτοια θυσία. Και με το παραπάνω.   
Όταν το κίτρινο βαν σταμάτησε μπροστά απ’ το χασάπικο τα ρουθούνια του γέμισαν με τσίκνες από σουβλάκια, παϊδάκια και άλλα κρεατικά. Τα κάρβουνα στην ψησταριά είχαν από ώρα πάρει φωτιά, το γλέντι απ’ το προηγούμενο βράδυ δεν είχε σταματήσει, και το στομάχι του που τώρα κάπως είχε ηρεμήσει θυμήθηκε ότι είχε δύο μερόνυχτα να φάει.  Κατέβασαν το φέρετρο και το κουβάλησαν μέσα στο δροσερό μαγαζί. Αμέσως ξέσπασαν χειροκροτήματα, ξεφωνητά και αλαλαγμοί, ενθουσιασμοί και υστερίες, μετά ακολούθησε το λαϊκό προσκύνημα με απόλυτη τάξη και ευπρέπεια. Ο καθένας κάποια ιστορία είχε να του πει, οι γκόμενες και τα τραβέλια ακόμα πιο πικάντικες, ξεσπάγανε σε γέλια και χαρές, γέμιζαν το όμορφο γυμνό κορμί  με χάδια και φιλιά, αγάπη, συγνώμη και συγχώρεση κι από τους λιγοστούς εχθρούς ακόμη- κι αυτός ποτέ δεν κράτησε κακία σε κανέναν- του έδωσαν να πιει και να μεθύσει και ο χασάπης ο αιμοδιψής κάτι του είπε μυστικά στο αυτί, έπειτα τον φίλησε στο στόμα.
Τελευταία πλησίασε το φέρετρο η κοπέλα του. Σαν κάπως να είχε συνέλθει απ’ το σοκ, του χαμογέλασε γλυκά, χάιδεψε το μάγουλο και τα όμορφα φουντωτά του μαλλιά –ίσα που είχανε αρχίσει να γκριζάρουν- φίλησε τα μάτια, το λαιμό, τα χείλη και το στήθος και απρόσμενα σε μια στιγμή παροξυσμού και μέθης άρχισε να γλύφει τις ρώγες του με πάθος, να ψαχουλεύει χαμηλά τις γάμπες και τους  δυνατούς μηρούς, αργά να ανεβαίνει το χέρι της, με πόθο, να ολοκληρώσει αυτό που χτες αφήσανε στη μέση, να πιάνει τρυφερά τ’ αρχίδια του και να χαϊδεύει τον μαραμένο του παπάρι, να βγάζει βογγητά ηδονής, όλο της το κορμί να τρέμει πια, αν μπορούσε θα έμπαινε κι αυτή μέσα στη γυαλιστερή σκάφη με τα λουλούδια και  τον άντρα της, θα κόλλαγε πάνω του και θα γινόντουσαν ένα για τελευταία φορά παντοτινή, και μέσα σ’ όλη αυτή την παραφορά –όλο το μαγαζί παρακολουθούσε εκστασιασμένο- δεν κατάλαβε πως ο πούτσος του μακαρίτη άρχιζε πάλι να μεγαλώνει, να φουσκώνει, να σκληραίνει, χιλιάδες λίτρα αίματος μαζεμένα, να τουμπανιάζει κι αυτή ασυναίσθητα να τον παίρνει και πάλι στο στόμα, να τον γλύφει, να τον ρουφάει με κάβλα ανείπωτη και σιντριβάνι να χύνεται ολόγυρα το πηχτό υγρό, να καταβρέχει και να λερώνει τους εντιμότατους φίλους και τους λιγοστούς άσπονδους εχθρούς, να πιτσιλάει ακόμα και την  καράφλα του αιμοβόρου χασάπη που στεκόταν παραπέρα στη γωνία. Τέτοια  ορμή και δύναμη.
Άνοιξε απότομα τα γαλανά του μάτια και την κοίταξε σαστισμένος. Αυτή δεν είπε τίποτα, ούτε έβαλε της φωνές πάλι, μόνο σωριάστηκε πάνω του λιπόθυμη. Μετά την πρώτη παγωμάρα όλο το μαγαζί ξέσπασε πάλι σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές, όλοι τρέξανε προς το μέρος του, ο χασάπης τον αγκάλιασε κλαίγοντας, αυτός ρωτούσε τι είχε συμβεί, δεν θυμόταν τίποτα, πως είχε βρεθεί μες στο χασάπικο, για ποιον είναι αυτό το φέρετρο, άστα αυτά για αργότερα του είπε ο χασάπης και του πέρασε την ολόλευκη γενειάδα γύρω απ’ το λαιμό, σε λίγο συνήλθε και η κοπέλα του κι έτρεξε στην αγκαλιά του, του έδωσαν πάλι να πιει και να καπνίσει, του άρεσε έτσι, δεν ήθελε ακόμα να ντυθεί, άρχισαν τον λουλουδοπόλεμο σαν τα μικρά παιδιά και τα μπουγελώματα με ούζα, τσίπουρα και μπύρες, άρχισαν και οι άλλοι να γδύνονται, το κρεοπωλείο γέμισε τριαντάφυλλα , μαργαρίτες και βιολέτες και παντού  σκόρπια ρούχα πεταμένα, «θαύμα, έγινε θαύμα!» ξεφώνησε ο ταχυδακτυλουργός κι ο σοβαρός κλόουν συμφώνησε μαζί του, «στα ψέματα το έκανε, από την πρώτη στιγμή το είχα καταλάβει!» συμπλήρωσε πιο πέρα ο πονηρός πορτοφολάς, «ξεκόλλα, νεκροφάνεια ήταν!» έδωσε την επιστημονική εξήξηγη ένας παλιός και έμπειρος πρεζάκιας, ακούστηκαν πολλά, τι να πιστέψεις, ο καθένας έλεγε το κοντό και το μακρύ του, «το τσιμπούκι, το τσιμπούκι έκανε το θαύμα!» συμπλήρωσε στο τέλος η ευαίσθητη τραβεστί και μετά ξέσπασε σε λυγμούς χαράς για τον αναστημένο.
Κάπνιζε ήρεμος και απ’ το παράθυρο έβλεπε τον κόκκινο ήλιο να δραπετεύει πίσω από το λόφο. Δεν βιαζόταν να μιλήσει με τον καλό του φίλο, να του ευχηθεί το καλωσόρισες ξανά στη μαλακία, να τον ρωτήσει κι αυτός τι είδε εκεί που πήγε –σκοτάδι και μαυρίλα θα απαντούσε και σ’ αυτόν μάλλον, το τούνελ στην άκρη δεν έχει φως- πλημμύρα ο κόσμος γύρω του, πανζουρλισμός, είχανε πλέον καιρό μπροστά τους να τα πούνε. Ξαφνικά απ’ έξω άκουσε αυτοκίνητα, σειρήνες και κακό, τρία περιπολικά σταμάτησαν μπροστά απ’ το μαγαζί, σοβαροί άντρες με πηλίκια και  γυαλιστερές στολές κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο, τελευταίοι βγήκαν ο κολοβός τραγόπαπας μαζί με την αδερφή του αναστημένου και τον επίτροπο που ακόμα ήταν κατακίτρινος σαν το φλουρί. Ο αρχηγός της αστυνομίας με την ντουντούκα στο χέρι –όπως στις αστυνομικές ταινίες- καλούσε τους απαγωγείς να βγουν έξω με τα χέρια ψηλά και να παραδώσουν το φέρετρο με τον νεκρό στους αρμόδιους.  «Μ’ αυτούς τώρα τι κάνουμε» του είπε ο χασάπης ρίχνοντας ένα πονηρό γελάκι και χαϊδεύοντας με νόημα τον μπαλτά του. «Θα δούμε», του απάντησε εκείνος ψύχραιμα. Όμως το τι επακολούθησε είναι  αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

(Περιληπτικά μόνο -για να μην αφήσουμε τον αναγνώστη την αγωνία- το σκυλολόι υπάκουσε στις εντολές του αστυνόμου, ξεπρόβαλε ολόκληρο μέσα  από το χασάπικο, πρώτος και καλύτερος ο γυμνός αναστημένος, δαφνοστεφανωμένος και χαμογελαστός –το όργανό του στυτό και ακμαίο ακόμα βρισκόταν σε πλήρη ετοιμότητα- μόλις τον είδαν, η αδερφή του, ο κολοβός γερο-τράγος και ο επίτροπος με το χλωμό πρόσωπο σωριάστηκαν  αμέσως  καταγής, ανακοπή καρδιάς και αποπληξία, είπε την άλλη μέρα ο ιατροδικαστής, έγινε και η κηδεία τους,  ο νεαρό ιερέας έψαλε με τα φάλτσα «κυρ ελέησον» και την ψιλή φωνούλα, αυτός τώρα θα καθοδηγούσε το ποίμνιο προς τον ουράνιο παράδεισο. Στο χασάπικο το γλέντι συνεχίστηκε αμείωτο για μια ολόκληρη βδομάδα χωρίς απώλειες. Κανείς δεν πήγε στη λειτουργία, από παιδιά δεν άντεχαν την μυρωδιά του λιβανιού, πιο πολύ απ’ όλους ο αναστημένος. Μονάχα, ως ένδειξη σεβασμού, αντί στεφάνου, ο χασάπης επέστρεψε στον κάτοχό του το ολόλευκο τριχωτό λάφυρο της μάχης.)    

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

ΣΚΑΚΙ ΣΤΟΥ ΣΑΒΒΑ

Σάββατο βράδυ, σκάκι και σουβλάκι, με μπύρες, τσίπουρα και ουίσκια, στο κόκκινο τραπεζάκι του πεζοδρομίου ο κιθαριστής γρατζουνάει στο σπινό παλιές ροκ μπαλάντες, μέσα γλέντια, τραγούδια και χοροί, τρία ασπρόμαυρα γατάκια και ένα καφετί νιαουρίζουν απ’ την τσίκνα, ψάχνουν απελπισμένα την μανούλα τους, οι άμυνες των πιονιών είναι πανίσχυρες, αργούν να πέσουν, πρώτη σπάει η σικελική των μαύρων, η βασίλισσα μισότρελη στη μέση της σκακιέρας, το αλκοόλ δυσκολεύει  τα πράγματα, έχει αρχίσει να βρέχει πάλι, δροσερό μπουρίνι του καλοκαιριού, βροντές κι αστροπελέκια, ο θρίαμβος των τρελών αξιωματικών, είναι κοντά το Βατερλό, κείνη τη μέρα ο στρατηγός είχε καούρες και πονόκοιλο, είπαν, το άλογο στο ζήτα επτά, αναπόφευκτο ματ του αποκλεισμού. Δίνουν τα χέρια, την επόμενη φορά ίσως. Πέντε το πρωί, ξημερώνει, μυρίζει βροχή ακόμα. Μαυροντυμένες γριούλες κατηφορίζουν για την εκκλησία. Καλημέρα.

*Το 1ο σκακιστικό τουρνουά "1871" πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 25 Ιουνίου 2016 στην ταβέρνα του Σάββα με απόλυτη επιτυχία.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΟΔΙΑ

Σε τρία λεπτά το λεωφορείο ξεκινά. Το δρομολόγιο είναι εξπρές, με ανοιχτό το εισιτήριο της επιστροφής, για κάθε ενδεχόμενο. Σάββατο μεσημέρι, μέρα ζεστή, φωτεινή, ανοιξιάτικη. Το ποτήρι φαίνεται για λίγο πάνω από τη μέση, μετά αδειάζει τελείως. Δεν το κάνει θέμα, ούτε δυσανασχετεί. Μόνο που έχει είκοσι χρόνια να περάσει τα διόδια.
Ο οδηγός έχει κιόλας ανάψει τσιγάρο, ρουφάει καφέ απ’ το καλαμάκι και ψάχνει στο ραδιόφωνο για λαϊκά. Το πούλμαν είναι γεμάτο, μόνο η διπλανή του θέση παραμένει άδεια. Μεγάλη κωλοφαρδία. Σχεδιάζει να απλώσει το κουρασμένο του κορμί, να κλείσει  τα μάτια και να ξαναγίνει ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.  Μα τα όμορφα  όνειρα κρατάνε λίγο.  Είναι ψιλή, αδύνατη και χαμογελαστή και του ζητάει ευγενικά να περάσει στη θέση της. Έφτασε με την ψυχή στο στόμα, του δικαιολογείται, μα ευτυχώς πρόλαβε. Τα μαλλιά της είναι μακριά, κατάμαυρα, τα χέρια της λεπτά και απαλά, μοιάζει με φοιτήτρια, γύρω στα είκοσι. Δεν έχει βάψει τα νύχια, ούτε τα ροδαλά της χειλάκια, όλα είναι αγνά και απόρνευτα ακόμα. Τις κάνει χώρο να περάσει και μαζεύεται στη θέση του. Οι πόρτες κλείνουν σφυρίζοντας και το λεωφορείο  ξεκινά. Σταματά να την κοιτάζει επίμονα και ρίχνει το κεφάλι του πίσω στο κάθισμα. Παρακαλεί για λίγο ύπνο. Από παιδί έχει να προσευχηθεί. Μα ο θεός δεν τον ακούει, είναι κακός και μοχθηρός. Αν υπάρχει.
 Είκοσι χρόνια είναι πολλά, σχεδόν μισή ζωή. Ακόμα αναρωτιέται αν πρέπει να γυρίσει πίσω. Όλα αυτά τα χρόνια έκοψε κάθε επαφή, μ’ όλους, μόνο με τον αδερφό του κράτησε μια επικοινωνία, κι αυτή τυπική βέβαια, απ’ το τηλέφωνο. Κι αυτός το μέρος της πήρε τότε, όλοι –φίλοι, συγγενείς- απέναντι βρεθήκανε, αυτό δεν μπορεί να το ξεχάσει.  Πήρε τα μάτια του και έφυγε. Τώρα όμως τα ψέματα τέλειωσαν. Τουλάχιστον με τον μεγάλο πρέπει να δοθούν οι σοβαρές  εξηγήσεις, οι  τελεσίδικες. Αυτές δεν πρόκειται να τις δει, ότι είχαν να πουν το είπαν τότε, πριν απ’ το διαζύγιο. Και θα μείνει σε ξενοδοχείο, αυτό είναι σίγουρο. Έτσι κι αλλιώς δεν τον περιμένουν, δεν τους έχει ειδοποιήσει  ότι κατεβαίνει. Ούτε και για την αρρώστια θα τους πει.
Το κινητό της μικρής χτυπά όλο και πιο δυνατά. Είναι  η μητέρα της. Διαρκώς ανησυχεί και της λέει να προσέχει. Όταν θα φτάσει να την πάρει τηλέφωνο. «Εντάξει, μαμά, εντάξει!» επαναλαμβάνει κάθε τόσο αυτή και στο τέλος κλείνει τη συσκευή τσαντισμένη. Ανταλλάσουν ματιές συνενοχής και χαμογελούν. «Έτσι είναι οι μαμάδες!» της λέει για  παρηγοριά κι αυτή ξεφυσά με παράπονο. Δεν λένε κάτι άλλο, μόνο κάθε τόσο κοιτάζονται λοξά. Κάποια στιγμή την πιάνει να τον κρυφοκοιτάζει από το τζάμι. Αυτή σαστίζει απ’ την ντροπή και κλείνει απότομα τα μάτια, κάνει πως κοιμάται. Στην επόμενη στροφή  οι γοφοί τους αγγίζονται, κολλάει ο ένας με τον άλλο, μα δεν ενοχλούνται. Το εφαρμοστό παντελόνι και η ξέσκεπη μέση τον ερεθίζουν. Μπορεί να ‘ταν και κόρη του, μα έχει σάρκα σφιχτή και απαλή, κωλαράκι στενό και καλοσμιλεμένο. Πλησιάζει με την άκρη των δαχτύλων του μα τελευταία στιγμή σταματά.  Πλέον στα εξήντα του μπορεί και σταματά, γλυτώνει τα χειρότερα. Ίσως πάλι να μην την ενοχλούσε, συμβαίνει καμιά φοράν, μα δεν είναι κανάς λιγούρης, και το κορίτσι αυτό δίπλα του μπορεί να ‘ταν και κόρη του. Γυρνάει  από την άλλη, κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να ονειρευτεί.
 Ούτε ο φίλος του ξέρει για το ταξίδι. Στο σημείωμα του γράφει ότι πάει για λίγες μέρες  κάτω, για δουλειές, θα τα πούνε σύντομα. Όταν το απόγευμα το διαβάσει, θα τον πάρει και θα του ζητήσει εξηγήσεις. Ξέρει για την παλιά ιστορία, η ξαφνική αναχώρηση θα τον βάλει σε υποψίες. Γι’ αυτό έκλεισε το κινητό.  Ούτε αυτός ξέρει για την αρρώστια, όλα γίνανε πολύ γρήγορα, όμως κάποια στιγμή πρέπει να του πει. Έτσι κι αλλιώς πλέον κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει. Η στατιστική των ειδικών δίνει μόνο τρεις μήνες, μετά τέλος. Και αυτό τελικά  είναι το πρόβλημα, τι να κάνει με το χρόνο που απομένει. Λίγες μέρες στην πόλη του βέβαια, για τελευταία φορά, μετά ότι μένει θα το πετάξει στα σκουπίδια. Ποτέ δεν άντεχε τις αντίστροφες μετρήσεις, πόσο μάλλον αυτή που είναι και η τελική. Και ο κακός θεούλης δεν κάνει πλέον θαύματα. Αν υπάρχει.
Πέρασαν κιόλας τον ισθμό και τα πρώτα διόδια,  τώρα όμως πάνε αργά. Ο κωλόδρομος έχει γίνει μια λωρίδα, παντού έργα, μπουλντόζες, διαχωριστικές κορύνες και επικίνδυνες στροφές. Μπροστά ο οδηγός συνέχεια  ιδρώνει και ξεϊδρώνει, μ’ ένα πανί σκουπίζει το καραφλό του κεφάλι. Το ραδιόφωνο είναι στο σπινό, ίσα που ακούγεται. Όλοι οι άλλοι κοιμούνται. Το κορίτσι έχει γύρει στον ώμο του, μυρίζει το άρωμα των μαλλιών της και απ’ το βάθος έρχεται ένα μακρόσυρτο ροχαλητό που τον νανουρίζει. Επιτέλους, μετά από τέσσερα μερόνυχτα καταφέρνει να τον πάρει ο ύπνος. Βλέπει μόνο όμορφα όνειρα, πολλά όνειρα, που του λείψανε όλες αυτές τις μέρες και που μόλις ξυπνήσει θα τις τα διηγηθεί και μετά θα της πει πόσο όμορφη κοπέλα είναι και πόσο πολύ του αρέσει, ότι μοιάζει με την κόρη του, και με την μάνα του λίγο, και θα αλλάξουνε τηλέφωνα και θα βρεθούνε στην πόλη τους για έναν καφέ, να γνωριστούνε καλύτερα, τρεις μήνες είναι πολύ, και αυτή δεν θα του αρνηθεί, τα σοβαρά του λόγια θα την κολακέψουν, η ωριμότητά του, η ομορφιά του, παρά τα χρόνια δεν τον έχει εγκαταλείψει, η κοφτερή του σκέψη και η καλή του η καρδιά, όλα αυτά, που θα θαυμάσει πάνω του, θα την μαγέψουν και θα την αποπλανήσουν και θα την σύρουν οικειοθελώς σε σκοτεινά πάρκα και θλιμμένα δωμάτια, όπου εκεί θα γυμνώνουν τα κορμιά τους και θα σμίγουν, κάθε νύχτα, όλη νύχτα, τρεις μήνες είναι πολύ, με το φως του κεριού μόνο, μέχρι να σβήσει κι αυτό, και με τραβηγμένες τις βαριές κόκκινες κουρτίνες, με μισόκλειστα τα παντζούρια, θα τις χαϊδεύει το μακρόστενο κορμί της, απ’ την κορυφή ως τα νύχια και θα της γλύφει τις ρώγες, θα της φυλάει το λαιμό, τα χείλη, τα μάτια, όλα,  και μέσα της θα μπαίνει μόνο  όταν αυτή του το ζητάει επιτακτικά, όχι πιο πριν, ποτέ βιαστικά, ποτέ βίαια, πλέον μπορεί. Τρεις μήνες μόνο…
Ξύπνησαν απότομα και κοιτάχτηκαν έντρομοι στα μάτια. Η κραυγή μαρτυρούσε άπειρο πόνο και ερχόταν από μπροστά. Αμέσως μετά ακούστηκαν χοντρά σίδερα  να σπάνε και το λεωφορείο  αναποδογύρισε και μπήκε σε καθοδική πορεία. Βρεθήκανε χάμω, στη μέση του διαδρόμου, πλακωμένοι από άλλα κορμιά, ματωμένοι και χτυπημένοι, αμίλητοι, να κοιτάζονται με απορία. Για μια στιγμή μόνο. Μετά ακούστηκε η έκρηξη.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ


Το ουζερί είναι γεμάτο από νωρίς. Αυτός κάθεται μόνος, πίνει το ούζο του και φουμάρει αργά. Κάθε τόσο ρίχνει καμιά ματιά έξω στην πλατεία. Οι παρέες είναι κεφάτες, πολύβουες, το κασετόφωνο παίζει λαϊκά στη διαπασών και τα τζιτζίκια έχουν αρχίσει το φάλτσο τραγούδι τους μέσα στα αυτιά του. Προσπαθεί να τα αγνοήσει, να σκεφτεί κάτι ευχάριστο, κάπου αλλού να στρέψει την προσοχή του, μα δεν τα καταφέρνει. Δεν πειράζει. Μετά το δεύτερο καραφάκι, θα μεθύσουν, θα ζαλιστούν και θα σταματήσουν από μόνα τους. 
 Έξω δεν κυκλοφορεί ψυχή. Γενάρης στα τελειώματα, δέκα παρά, απόβραδο παγερό, μοναξιασμένο και το ψιλόβροχο να σου περονιάζει τα κόκαλα. Ακόμα και τα αδέσποτα έχουν εξαφανιστεί. Μόνο ένας γάτος κατάμαυρος, έχει ανέβει σ’ έναν ξέσκεπο κάδο και ψάχνει στα σκουπίδια. Ξαφνικά, γυρνάει το κεφάλι προς το μέρος του και τον κοιτά. Αυτός του χαμογελά, σβήνει την γόπα του στο τασάκι και παραγγέλνει άλλο ένα καραφάκι.
Τις τελευταίες μέρες δεν κοιμάται καλά, τα νεύρα του έχουν γίνει σμπαράλια. Είναι στα μαύρα πανιά. Από τη μια εκείνο το κωλοόνειρο που τον ξυπνάει κάθε βράδυ μούσκεμα στον ιδρώτα, από την άλλη κάθε τόσο ζαλάδες και ίλιγγοι, τρία χρόνια τραβιέται στους ωριλάδες, μα δεν βρίσκουν τι έχει. Είναι ψυχολογικό, του λένε κάποιοι, πρέπει να τον δουν οι ειδικοί,  χρειάζεται άλλη θεραπεία. Γελιούνται αν νομίζουν ότι χάφτει μύγες, να πάνε αλλού να πουλήσουν τα παραμύθια τους. Στο τέλος θα τον βγάλουν και τρελό, οι κομπογιαννίτες, επιστήμονες,  σου λένε. Δεν τους έχει ανάγκη, θα βρει μόνος του την άκρη.
Στο τηλέφωνο είναι ο γιος του. Μόλις τέλειωσε από το φροντιστήριο, έγραψε καλά στο διαγώνισμα, δυστυχώς, δεν μπορεί να τον δει σήμερα, έχει κανονίσει με τους φίλους του, αύριο όμως σίγουρα. Καλύτερα έτσι, σήμερα δεν έχει όρεξη να δει κανέναν. Ακόμη κι  αυτόν, που του έχει αδυναμία.
Δεκαπενταύγουστος, πριν από  δέκα χρόνια, στη γιορτή της πεθεράς του. Τον βαστάει στην αγκαλιά του, δίπλα του εκείνη και γαντζωμένη στο παντελόνι η κόρη του. Είναι όλοι μαζί, χαμογελάνε, η φωτογραφία τους δείχνει ευτυχισμένους και αυτός έχει ακόμα τα  σγουρά του  μαλλιά. «Ότι κι αν πω δεν σε ξεχνώ…» παίζει στο κασετόφωνο. Τα τζιτζίκια σταμάτησαν και πήγανε για ύπνο. Το έχει τσεκάρει, στο δεύτερο καραφάκι πάντα σταματούν. Παραγγέλνει και άλλο.
Χώρισαν το επόμενο καλοκαίρι. Μήνες πριν είχε προσέξει κάποια αλλαγή, μα δεν έδωσε σημασία. Μάλλον δεν ήθελε να το πιστέψει, μα αναγκάστηκε όταν, κατά διαβολική σύμπτωση, τους είδε μαζί, με τα ίδια του τα μάτια, στο αμάξι του λεγάμενου. Στην αρχή προσπάθησε να τον βγάλει τρελό, ότι δεν πρόσεξε καλά, πρέπει να ήταν κάποια που της έμοιαζε, όχι αυτή, αποκλείεται, αυτή που τον αγαπάει τόσο. Έπρεπε να την πιστέψει, τον αγαπούσε, του ορκιζόταν σε θεούς και  δαίμονες, ποτάμι έτρεχαν τα δάκρυα. Στο τέλος δεν άντεξε και τα παραδέχτηκε όλα. Ήταν ερωτευμένη, του είπε, έπρεπε όμως να τη συγχωρέσει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό, ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις της, μα έφταιγε κι αυτός. Δεν την συγχώρησε, αμέσως  ζήτησε διαζύγιο και γύρισε στο πατρικό του. Και ο πατέρας του ήταν απόλυτος. Δεν έπρεπε να της δώσει δεύτερη ευκαιρία, πάλι θα του την ξανάκανε. Και η γειτονιά κουβέντιαζε, στη δουλειά  θα γελούσαν πίσω από την πλάτη του, θα είχε μαθευτεί παντού για τον κερατά, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.  Όσο για τα παιδιά, θα μεγάλωναν και θα καταλάβαιναν. Τον άκουσε  και χώρισε. Πάντα τον άκουγε.
Κατεβάζει το ποτήρι μονοκοπανιά. Το τασάκι έχει γεμίσει στάχτες κι αποτσίγαρα, το βλέμμα πάντα καρφωμένο στην κάφτρα να την διαπερνάει. Το κασετόφωνο μιλάει για ένα λυπημένο σαββατόβραδο, μουντό συννεφιασμένο, και τον χάρο που θα ‘ρθει την άλλη μέρα να τον πάρει. Μια νύχτα μόνο μένει και μετά τέλος. Ήταν το τραγούδι του, του άρεσε, το  χόρευε όμορφα. Σαν σήμερα τον έχασε, του λείπει, ήταν σερνικός, λεβεντάντρας, τον καταλάβαινε. Δεν ήξερε να χορεύει, μα ήθελε να σηκωθεί, για  πρώτη φορά στη ζωή του, κι ας γελούσε όλο το μαγαζί με την πάρτη του. Ίσως και να μη γελούσαν.
Βρίσκεται όρθιος στη μέση του μαγαζιού. Τα χέρια μισάνοιχτα, σκυφτός, τα μάτια του στο δάπεδο. Περιστρέφεται αργά γύρω απ’ τον εαυτό του, μετά λίγο πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Γύρω του ακούει παλαμάκια και όπα και  το τραγούδι δυναμώνει, δυναμώνει πιο πολύ, τα αυτιά του πονάνε, είναι έτοιμα να σπάσουν, μα δεν σταματά. Τα τζιτζίκια τρομαγμένα εγκαταλείπουν τη φωλιά τους και μιλιούνια γεμίζουν το πάτωμα. Πατάει όσα περισσότερα μπορεί, μα είναι πολλά, δεν τα προλαβαίνει. «Μπράβο μάγκα, έτσι, συνέχισε!», ακούει τις φωνές, τα σπασίματα, τα γέλια. Κάποιοι βαράνε ακόμα παλαμάκια, ένας έχει πάρει το κασετόφωνο στα χέρια και χορεύει πλάι του. Αυτός δεν βλέπει τίποτα, με το κεφάλι κατεβασμένο πατάει όσα περισσότερα τζιτζίκια μπορεί…
Το ρολόι στον τοίχο δείχνει περασμένες τέσσερις. Το ουζερί έχει αδειάσει, άδειο και το πακέτο με τα τσιγάρα. Φουμάρει αργά. Έχει μείνει τελευταίος. Το πάτωμα γεμάτο κομμάτια και θρύψαλα. Ο κάπελας πίσω από τον πάγκο πλένει ποτήρια, θα σκουπίσει αύριο. Τα τζιτζίκια κοιμούνται ακόμα του καλού καιρού.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Η ΠΑΡΤΙΔΑ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ

                                                        Καινούργιο φέρετρο η καινούργια μέρα
                                                                                                         Ν.Κ.

Στο υπόγειο του Καρούζου οι τοίχοι είναι υγροί και ξεφτισμένοι, τα έπιπλα λιγοστά, ένα κρεβάτι εκστρατείας από τα χρόνια του εμφυλίου, ένα ερμάριο γεμάτο από  βιβλία και αποκόμματα εφημερίδων, δυο ψάθινες καρέκλες, ένα μικρό τραπέζι. Ο κύριος Νίκος μένει μόνος στο υπόγειο και δεν δέχεται επισκέψεις, πλέον δεν είναι διαθέσιμος. Το ούζο του το πίνει σε πλαστικό κυπελάκι πάντα σκέτο -ξεροσφύρι και χωρίς νερό- και απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο βλέπει τα πόδια να περνούν ασπόνδυλα, χωρίς κεφάλια. Κάπου κάπου ένας κανελής σκύλος στέκεται στο πεζοδρόμιο και τον κατουρά, μα δεν δείχνει να ενοχλείται. Και όταν σκοτεινιάσει για τα καλά, αυτός, ο γιος του χάους και της νύχτας, φοράει το καλό του το κουστούμι και παίρνει αμπάριζα τους δρόμους και τα μπαρ ως το πρωί. Μόνο την Πέμπτη το απόγευμα κάνει μια εξαίρεση, ανοίγει το τάβλι και τον περιμένει. Ο Λοΐζος έρχεται πάντα αργοπορημένος, δίνει ένα σάλτο και μπαίνει μέσα απ’ το παράθυρο. Πίνουνε ούζα, καπνίζουν άφιλτρα και παίζουν πόρτες, πλακωτό και φεύγα, ατέλειωτες παρτίδες όλη νύχτα. Κάποια στιγμή ο Μάνος παίρνει την κιθάρα και παίζει το τελευταίο του τραγούδι ή πιο σπάνια κάποια ξεχασμένη μελωδία του Γιάννη Σεβαστιανού Μπαχ. Αυτός, πάνω στο τσιγαρόχαρτο, γράφει ένα ποίημα και του το χαρίζει. Παραπέρα κάθεται στη γωνιά του, σεμνός κι ακριβοδίκαιος, ο κυρ Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης.  Πίνει αμίλητος το κρασάκι του και τους παρακολουθεί. Είναι ο αυτόπτης μάρτυρας, ο κριτής των τελευταίων ημερών, ο διαιτητής τους. Αυτός, ο ανοξείδωτος, που το πρωί, στο τέλος της κοπιαστικής ολονυχτίας, θα επικυρώσει το αποτέλεσμα.
Ισοπαλία.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΦΙΛΟΣ

Ήταν σίγουρα ο καλύτερός του φίλος. Ο μοναδικός. Το φώναζε και το διατυμπανούσε σε κάθε ευκαιρία και καμάρωνε γι’ αυτόν. (Του έλεγε πάντοτε πως κάπως υπερβάλει).
Γνωρίστηκαν τυχαία σε μια ταβέρνα της παλιάς πόλης, κοντά στο κάστρο. Δεν ξέρει πως, μα τον εμπιστεύτηκε και του ανοίχτηκε αμέσως. Εκείνο το βράδυ του μίλησε για τη γυναίκα του –την πρώην- που του γάμισε τη ζωή, για τη δουλειά του στο γραφείο που πλέον δεν αντέχει, για τα παιδιά του που δεν τον καταλαβαίνουν, για όλα. (Άκουγε αμίλητος, φυσώντας τον καπνό προς το ταβάνι).
Φίλους πολλούς δεν είχε πλέον, παντρεύτηκαν και χάθηκαν. Για συνάδελφους ούτε λόγος να γίνεται, όλο μουρμούρες και μισόλογα πίσω απ’ την πλάτη του, θα λέγαν για τον κερατά. Μίλησε και για τα οράματα της νιότης που ρίμαξαν και σάπισαν, για την κοινωνία την καλύτερη που αργούσε να ‘ρθει, για το κόμμα –δεν έλειπε από πορείες και συλλαλητήρια- μα ακόμα δεν είχε χάσει την ελπίδα του. (Έπινε αμίλητος, καρφώνοντας τα μάτια προς την πόρτα).
Τον συμπάθησε αμέσως, δεν ήξερε γιατί. Ίσως για τους γονείς που έχασε μικρός, για τον αδερφό με την παράξενη αρρώστια, γι’ αυτά που ήθελε να κάνει μα δεν μπόρεσε. Για την δική του τη σκλαβιά στην εργασία. Που ήταν μόνος κι αυτός. Ίσως. (Γνώριζε καλά από τέτοια. Του είπε και τα δικά του κοιτώντας τον στα μάτια).
Έγιναν αχώριστοι, κάθε βράδυ μαζί. Ποτά, τσιγάρα, μουσικές και αλητείες, καλαμπούρια, πικρή κουβέντα δεν αλλάξανε. Μα και στις στεναχώριες πλάι, τότε που έχασε τη μάνα του κι αυτός αρρώστησε βαριά. Ήταν σίγουρα ο καλύτερός του φίλος, ο μοναδικός. Το φώναζε και το διατυμπανούσε σε κάθε ευκαιρία και καμάρωνε γι’ αυτόν. (Του ‘λεγε πάντοτε πως κάπως υπερβάλει).
Όταν τα έμαθε του ήρθε πυραμίδα στο κεφάλι, ούτε που του ‘χε περάσει απ’ το μυαλό. Δεν ήθελε να τα πιστέψει, μα του τα είπαν άνθρωποι νοικοκυραίοι, μειλίχιοι μικροαστοί, σοβαροί και μετρημένοι. Κάτι για ύποπτες παρέες, βόλτες παράωρες στα σκοτεινά, συναλλαγές που δεν ενέκρινε καθόλου. «Ξεφτιλίστηκες τελείως, ρεζίλι έγινες», παραμιλούσε. Τουλάχιστον να του τα αρνιόταν κάπως, πως ήταν όλα ψέματα, λόγια του κακού κόσμου, Μα αυτός δεν είχε τίποτα να πει, δεν έπεφτε λόγος σε κανέναν. Καρφί δεν του καιγόταν τι λέει ο ένας και ο άλλος. Σιγά μη του χαλάσουν τη διαγωγή και πάει στράφι η καριέρα του. (Στα αρχίδια του τον έγραφε τον κόσμο).
Τα τηλέφωνα αραίωσαν, οι βόλτες λιγόστεψαν και σιγά σιγά έκοψε παρτίδες. Κάποτε έχασε τελείως τα ίχνη του, είχε αλλάξει και τηλέφωνο. Ίσως να είχε φύγει κι απ’ την πόλη. Κανείς δεν ήξερε. (Τουλάχιστον να τον ξανάβλεπε για να του εξηγήσει).
Συναντήθηκαν ξανά τυχαία μετά από χρόνια. Περπατούσε μόνος και ανάλαφρος, ελαφρά γκριζαρισμένος, μα με μια περίεργη λάμψη στα μάτια. Είχε αφήσει γένια και μακριά μαλλιά, δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει. Πέρασε με τον φίλο του στο απέναντι πεζοδρόμιο, έκανε πως δεν τον είδε, μα δεν μπόρεσε να τον αποφύγει. (Δεν είχε εξηγήσεις).
Είχε παρατήσει τη δουλειά του, πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας. Η εκδίκηση της μαύρης χολής, είπε. Τώρα σπούδαζε τη φύση, τους αριθμούς και τους ανθρώπους, ποτέ δεν είναι αργά. Όχι, δεν είχε παντρευτεί, συνήθισε μόνος. (Αυτή η περίεργη λάμψη στα μάτια).

Αυτός τα ίδια, όπως τα ήξερε. Ίδια δουλειά, ίδια στέκια, τίποτα δεν αλλάζει. Του σύστησε και τον φίλο, εισαγγελέας στο επάγγελμα, δικαστικός καριέρας, δεν είναι σαν τους άλλους, ετούτος ξεχωρίζει. Είναι ο καλύτερός του φίλος, ο μοναδικός. Το φώναζε και το διατυμπανούσε σε κάθε ευκαιρία και καμάρωνε γι’ αυτόν. (Του έλεγε πάντοτε πως κάπως υπερβάλει).