Σήμερα πέρασαν και
έκοψαν το ρεύμα. Το μεσημέρι που ξύπνησε η γκαρσονιέρα δεν είχε φως, το
προηγούμενο βράδυ είχε, επομένως η ζημιά έγινε το πρωί, την ώρα που κοιμόταν.
Σηκώθηκε απ’ το στρώμα μισοζαλισμένη, το χέρι της πίεσε μηχανικά τον διακόπτη,
τίποτα, φόρεσε ένα βρακί, βγήκε στο διάδρομο, μήπως και είχε γενική διακοπή, όπως
πριν από δυο βδομάδες, δυστυχώς, τα φώτα άναψαν κανονικά, κάτι έβρισε και ξαναμπήκε μέσα βιαστικά, εκείνη
τη στιγμή άνοιγε η πόρτα του ασανσέρ. Σήκωσε τα στόρια της μπαλκονόπορτας να
μπει λίγο φως και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο πεζόδρομος κάτω χωρίς κίνηση, τα
μαγαζιά κλειστά, ο ήλιος ευτυχώς ψηλά, χτυπάει ακόμα τον τρίτο όροφο. Στην
κουζίνα οι πάγοι του ψυγείου δεν έχουν αρχίσει να λιώνουν, μάλλον πρέπει να
ανοίξει την πόρτα του, θα μυρίσει, θα γεμίσει και νερά ο τόπος, έχει μείνει και
μισό πεπόνι από χτες, πρέπει να το φάει να μην πάει χαμένο. Το περίμενε, κάποια
στιγμή θα ερχόταν και η σειρά της, ο λογαριασμός παραφούσκωσε, δεν είχε πληρώσει
ποτέ, τουλάχιστον να αργούσαν λίγο, να έμπαινε το φθινόπωρο, να περνούσαν και
τούτες οι ζέστες, πάντως αργά ή γρήγορα θα γινόταν, δεν θα την γλύτωνε. Είναι
που σήμερα το βράδυ θα έρθει και ο έτσι, φοβάται μη τσαντιστεί και φύγει. Αν
πάρει τηλέφωνο δεν θα του πει τίποτα, θα κοιτάξει μόνο λίγο να συμμαζέψει το
αχούρι, να κάνει κι ένα μπάνιο, να βαφτεί, να σενιαριστεί, να είναι έτοιμη.
Ίσως και να μην έχει πρόβλημα, όπως τότε που βρήκε το στρώμα σκέτο στο πάτωμα,
το προηγούμενο βράδυ ο χοντρός είχε σπάσει το κρεβάτι, ο έτσι το κατάλαβε μα
δεν είπε τίποτα, ήταν ήδη φτιαγμένος,
την βούτηξε από τα μαλλιά και την πέταξε με δύναμη στο γυμνό στρώμα, την
καταβρίκανε, τρεις φορές το κάνανε, το γαμίσι της χρονιάς και ούτε γάτα ούτε ζημιά, από τότε στο πάτωμα,
ωραία είναι και χάμω, της είχε πει. Μα χωρίς φως είναι διαφορετικά, ούτε
τσιγάρο δεν θα μπορούν να στρίψουν, πρέπει να βρει κάνα κερί, κάνα ρεσώ, να
βολευτεί κάπως η κατάσταση, τα μαύρα σκοτάδια, ο φακός του κινητού πάλι δεν θα
κάνει δουλειά, θα της φάει και όλη την μπαταρία. Και αν η σημερινή βραδιά
τσουλήσει νορμάλ, από αύριο θα προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Τέρμα το
μαγείρεμα και το ζεστό μπάνιο, πρέπει να βρει και κάνα γκαζάκι, το τηλέφωνο θα
το φορτίζει όπου βρίσκει, πρέπει να προμηθευτεί και κάνα φακό, τέρμα και το
κρύο νερό, τέρμα και το ψυγείο, το νερό τουλάχιστον δεν το κόβουν, έτσι έχει
ακούσει, δεν είναι και σίγουρη όμως, και για τα κοινόχρηστα δεν ανησυχεί, το
σπίτι είναι στο όνομα της μάνας της, ας τα πληρώσει αυτή. Ας τα κόψουν όλα, ας
τα διακόψουν λοιπόν, το βράδυ θα έρθει ο έτσι, θα γίνουν, θα την βρουν και θα
περάσουν φίνα. Θα φέρει και καμιά πίτα να φάνε, και κόκα-κόλα, και μπάφο. Θα
περάσουν φίνα λοιπόν. Ας τα κόψουν όλα.
Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016
Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016
ΦΘΑΡΜΕΝΗ ΚΑΣΕΤΑ
Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα
σταματούσε
Φ. Πεσσόα
Ένας μοναχικός
περίπατος, βράδυ απελπισμένο, σκοτεινό, χωρίς φεγγάρι, χωρίς αστέρια, ο
μώλος άδειος, ούτε ψαράδες με πετονιές,
ούτε ζευγαράκια για ψιλοχαμούρεμα, ούτε πλοία αραγμένα στα πλάγια, ούτε
λιμενόμπατσοι, τίποτα, και συ καθόσουν ζαρωμένος στο πέτρινο παγκάκι και
κάπνιζες, κρύωνες μα περίμενες, άκρη άκρη εγώ στην προκυμαία, όρθιος με τα
χέρια στις τσέπες, χάζευα τη μαύρη θάλασσα για ώρα, άλλη μια νύχτα
αναποφάσιστος, έτσι έδειχνα μάλλον, γιατί ανησύχησες και ήρθες προς το μέρος
μου, ρώτησες τι ώρα είναι, δεν είχα μα σίγουρα ήταν περασμένη, τα υπόλοιπα είναι
γνωστά και θλιβερά, ανάξια λόγου, η ίδια χιλιοπαιγμένη κασέτα φθαρμένη στους
αιώνες, οι ίδιες ψευδαισθήσεις, οι ίδιες υποσχέσεις, οι ίδιες ματαιότητες, μισά ψέματα, μισές
αλήθειες, όλα πουλιούνται, όλα αγοράζονται, πάντα έτσι γινόταν, παζάρια,
πληρωμές, συναλλαγές, αγοροπωλησίες, ο ήλιος θα βγει, το χαμόγελο θα ξεφτίσει,
θα χαθούμε σαν τους βρικόλακες, στην πρώτη αχτίδα θα εξαϋλωθούμε, πάλι θα
χωθούμε στους τάφους μας, απόγνωση, ο καθένας μόνος του, απελπισία, θα αλλάξουμε ψεύτικα
τηλέφωνα, ερήμωση, ψεύτικα ονόματα, πόνος, ψεύτικα φιλιά, απογοήτευση, όλα
μάταια, μάταια, αδιέξοδα και άδοξα τελειωμένα, δεν βγάζει πουθενά αυτό το πήγαινε έλα,
το ξέρουμε κι οι δυο μα και τι να κάνεις, ο καθένας για τους δικούς του λόγους,
είπες, ίσως τα ξαναπούμε, να προσέχεις. Τώρα όμως δώσε μου πίσω τον μπερέ.
Τρίτη 19 Ιουλίου 2016
ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ
Κάθε τόσο παραπατά, προχωράει ζιγκ-ζαγκ, τα
γόνατα λυγίζουν επικίνδυνα, στο τέλος πάντα καταφέρνει να μένει όρθιος. Περνάει
απ’ τις καφετέριες, σταματάει περαστικούς, κοντοστέκεται στα παγκάκια της
πλατείας, ζητάει λίγα ψηλά, λίγα
κέρματα, ότι έχει ο καθένας, να συμπληρώσει για το εισιτήριο, μένει μακριά, λέει,
πρέπει να πάρει λεωφορείο για το σπίτι. Έχει διάφορα ονόματα, αδυνατισμένος με
βρώμικα ρούχα, μυρίζει δρόμο, ιδρώτα και
σκόνη, μια υποψία ομορφιάς στο χλωμό του πρόσωπο, ξανθός με ξεθωριασμένα χείλη,
δεν πρέπει να ‘ναι πάνω από εικοσιπέντε, ευγενικός και λυπημένος, ρωτάει αν
υπάρχουν λίγα κέρματα, αν δεν του δώσουν γκρινιάζει σαν μικρό παιδί. Το βράδυ
κάθεται στην πλατεία και κάνει τσιγάρο, δεν τρώει ποτέ, μόνο καπνίζει και πίνει
κόκα-κόλα, οι κουβέντες του με άλλους λιγοστές, βγάζει τα κέρματα από την τσέπη
και τα μετράει. Του φτάνουν για το εισιτήριο,
το πρωί θα πάρει το πρώτο λεωφορείο της γραμμής, μόνος, αυτός και ο
οδηγός. Παράδεισος και κόλαση στην ίδια στάση. Αύριο χωρίς επιστροφή.
Σάββατο 16 Ιουλίου 2016
Ο ΤΡΟΜΟΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ
Κηρύξανε ιερό πόλεμο
κατά του ανθρώπου, του άπιστου, του δολερού και του ανευλαβή, αυτοί τουλάχιστον
πιστεύουν σε κάτι εξαίσια μεταθάνατο και αυτοκτονούν, εκεί σίγουρα θα είναι
καλύτερα τα πράγματα, πάντα στα δεξιά του προφήτη, κοντά του πάντα, κι όσο
περισσότερο το αίμα τόσο πιο κοντά του, νέος μεσαίωνας ισλαμικός, η Ιερά
Εξέταση ωχριούσε μπροστά του, θα πούνε οι ιστορικοί του μέλλοντος, χίλια χρόνια
κράτησε κι αυτός, η νέα πανούκλα, ο θάνατος καθημερινή υπόθεση, οι άνθρωποι
μέσα σε κλουβιά για να προφυλαχτούν, και τι ζωή να ζήσουν έτσι, για πιο λόγο
άραγε, όλα για του θεού την πίστη την αγία, η ανθρώπινη ζωή και πάλι με
μηδαμινή αξία, έτσι κι αλλιώς κάποτε όλοι θα πεθάνουμε, τι σήμερα, τι αύριο, τι
στα εκατό , τι στα οκτώ, τίποτα δεν έχει σημασία, ο θάνατος είναι ο πιο
δημοκράτης, αυτός δεν κοιτάζει πλούσιους και φτωχούς, ούτε βόρειους και
νότιους, ούτε μορφωμένους και αμαθείς, ο θάνατος είναι ο Θεός και κείνοι οι
προφήτες του που μοιράζουν στα τυφλά φωτιά και ατσάλι, όσο περισσότεροι τόσο το
καλύτερο, θυσία στον άγνωστο θεό της αγάπης και της σοφίας, πίθηκοι και
ουρακοτάγκοι, η ανθρώπινη κατάσταση, η εκδίκηση των φτωχών και των απελπισμένων,
ο επίγειος παράδεισος της ελευθερίας και της δικαιοσύνης αποδείχτηκε όνειρο,
ίσως κάποτε στο μέλλον, είναι νόμος της ιστορίας, λένε οι υπεραισιόδοξοι, προς
το παρόν λούφα και παραλλαγή, μην χάνουμε το κουράγιο μας, πάντα να ελπίζουμε.
Η κούκλα με το ροζ φορεματάκι γεμάτη σκόνη, τρύπες, αίματα.
*Με αφορμή την χτεσινή τρομοκρατική
επίθεση στην Νίκαια της Γαλλίας.
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016
ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
Κ. Γώγου
Εμένα οι φίλοι μου είναι
μαύρα πουλιά που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών, σύρματα
στα χέρια σας, στο λαιμό σας, στα πρισμένα αρχίδια σας, αραπάδες που
σφουγγαρίζουνε τα φλέματα απ’ την άσφαλτο, σουγιάδες σε βρώμικα αδιέξοδα, με
σάπια δόντια και ξεθυμασμένα συνθήματα, μυρωδιές από κάτουρα και χαλασμένα
σπέρματα, καθιστοί με ανοιχτά πόδια στο πεζούλι της κυλιστής σκάλας, φαντάροι
με γυμνωμένα τ’ άγνωστα κεφάλια τους ερωτεύονται ομοφυλόφιλους, Κυριακή στην
Ομόνοια, στην Πατησίων, πάνω κάτω, πάνω κάτω, όλοι αδέξιοι και λυπημένοι
μπερδεύουνε τη γλώσσα τους, γεμάτα πύον τ’ αυτιά τους, γυρνούν ξυπόλυτοι,
κλείνονται στους καμπινέδες και κλαίνε χαμένοι στην αποτρόπαια μοναξιά της
γενικής συνέλευσης, εκσπερματώνοντας ουρλιάζουν, ούτε ένας, ούτε ένας. Πόσο νωρίς φεύγει
το φως απ’ τη ζωή μας, αδερφέ μου…
ΑΠΙΣΤΙΑ
Βρισκόντουσαν κάθε Τετάρτη
πρωί που ο σύζυγος έλειπε μακριά για δουλειές. Πρώτα πηγαίνανε για καφέ,
κάπνιζαν και πίνανε αμίλητοι και κοιτούσαν απ’ την τζαμαρία τους περαστικούς
–κάπου κάπου κοίταγε και ο ένας τον άλλο στα μάτια και χαμογελούσαν- μετά στο
ξενοδοχείο, πρώτος όροφος, το γωνιακό
δωμάτιο πάντα, με θέα το λιμάνι
και τον σταθμό των τρένων. Δέκα χρόνια μεγαλύτερή του, λίγο πάνω απ’ τα σαράντα,
της άρεσε η πλάτη του, την αγκάλιαζε σφιχτά, την φυλούσε με λαχτάρα, σχεδόν
έκλαιγε, μετά τον έγδυνε ολόκληρο και του δινόταν κι αυτή ολόκληρη. Αυτός πιο
πολύ ήθελε να γλύφει τις μεγάλες της ρώγες και ακόμα παρακάτω μέχρι τα σκέλια.
Τότε βογκούσε απ’ τον πόθο, ριγούσε ολόκληρη, της ξέφευγαν και κάποια πυρόκαυλα
επιφωνήματα και έπεφτε πάνω της με ορμή, την έπαιρνε απ’ όλες τις μεριές, δυο
και τρεις φορές, για ώρες, ασταμάτητα. Στο τέλος κουλουριαζότανε πλάι του,
χάιδευε τα πυκνά του μαλλιά και τον κοίταζε που ξεφυσούσε τον καπνό απ’ τα
ρουθούνια του. Η ώρα πέρναγε, σηκωνόταν όρθια, ντυνόταν βιαστικά, του άφηνε τα
χρήματα στο κομοδίνο, του έδινε ένα φιλί στο μάγουλο και γύριζε σπίτι. Πριν ένα
χρόνο γνωριστήκανε, Τετάρτη, μήνας καυτός, ερωτικός, καταμεσήμερο, έβραζε ο
τόπος, γυρνούσε μόνη στην πόλη κι ήθελε να γαμηθεί με ένταση, χωρίς λόγια, χωρίς
αγάπες και λουλούδια, χωρίς προστυχιές. Κοιταχτήκανε με νόημα στα μάτια,
προχώρησε μπροστά κι αυτός την ακολούθησε. Ο σύζυγος έλειπε μακριά για δουλειές.
Μια βδομάδα πριν, είχε σκοτωθεί ο γιος της με μηχανάκι σε τροχαίο. Στα
δεκαεπτά.
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016
ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Μεσάνυχτα παρά κάτι,
βράδυ υγρό, σουβλερό. Δυο μέρες έβρεχε, συνέχεια, πριν από μια ώρα που
σταμάτησε, βγήκε να περπατήσει μαζί με τα σαλιγκάρια, έτσι πάντα εκτονώνει τη
μούρλια του. Απέναντι το περίπτερο έχει ακόμη φως, κλείνει όπου να ‘ναι κλείνει,
γύρω γύρω οι πολυκατοικίες νεκρές, τα διαμερίσματα σκοτεινά, τα μπαλκόνια
άδεια, ησυχία, τάξη και ασφάλεια, μα και στο δρόμο ούτε ψυχή, μόνο δυο γάτες κυνηγιούνται
γύρω απ’ τον κάδο των σκουπιδιών, αύριο όλοι ξυπνάνε νωρίς, η θάλασσα είναι ήρεμη,
το λιμάνι άδειο, το φεγγάρι κάπου έχει κρυφτεί, ο ουρανός γεμάτος ακόμα με μαύρα
σύννεφα, ίσως ξαναβρέξει, το μικρό πάρκο έρημο κι αυτό, άδειο. Ένα αγόρι έχει
βγάλει το σκυλί του βόλτα, το λύνει απ’ το λουρί και αυτό κουνάει την ουρά του και τρέχει πέρα δώθε, κάποια
στιγμή τον πλησιάζει, κοντοστέκεται, τον μυρίζει καλά καλά, αυτός του
χαμογελάει, το χαϊδεύει, το αφεντικό του από μακριά το διατάζει να γυρίσει
κοντά του, του ρίχνει ένα τελευταίο πονηρό βλέμμα και τρέχει κοντά του,
φεύγουνε παρέα. Καθισμένος στο παγκάκι τους χαζεύει που απομακρύνονται
πειράζοντας ο ένας τον άλλο. Απ’ την τσέπη του μπουφάν βγάζει το μαγικό μπουκαλάκι
και πίνει, προσπαθεί να ανάψει και τσιγάρο μα ο αναπτήρας είναι άδειος, μπορεί
και να χάλασε. Ένα αεροπλάνο ξεπροβάλει με βουή μέσα απ’ τα σύννεφα κι έρχεται
προς το μέρος του, σαν να θέλει να
προσγειωθεί εκεί κοντά, πετάγεται πάνω και του κάνει νοήματα με τα χέρια, προσπαθεί
να το κατευθύνει στο δρόμο, ας μην έχει πολύ φως, έκλεισε και το περίπτερο, ας
είναι και κάπως στενός και γλιστερός, αυτός όμως είναι ο σωστός διάδρομος.
Φεύγοντας ο περιπτεράς τον κοιτάζει με απορία.
Πριν από δυο μέρες ο
θεός έβαλε πάλι το χέρι του. Το αεροπλάνο ξαφνικά έχασε ύψος, χτύπησε πάνω στα
θεόρατα βουνά και τυλίχτηκε στις φλόγες. Μάλλον δεν γλύτωσε κανείς. «Υπήρχαν
και δικοί μας επιβάτες που γύριζαν στην πατρίδα», είπε ο ρεπόρτερ, έκανε δηλώσεις
και ο εκπρόσωπος του υπουργείου, όμως δεν δώσανε ονόματα. Ήταν αεροπειρατεία, από
τον ίδιο τον κυβερνήτη του, κλειδώθηκε μόνος στην καμπίνα και με χέρι ατσάλινο,
παγωμένο και σταθερό το έριξε πάνω στα ψηλά χιονισμένα βράχια. Είχε ψυχολογικά
προβλήματα, είπαν, κατόπιν εορτής, έχει και η εταιρία ευθύνη, δεν έκανε τους
προβλεπόμενους ελέγχους, κάποιοι προσπάθησαν να τον συνδέσουν με θρησκευτικές
οργανώσεις, φονταμενταλιστές και τρομοκράτες, όλα ήταν πιθανά, ερευνούσαν κάθε
ενδεχόμενο. Έβγαιναν στα κανάλια όλοι οι χλιμίτζουρες, πουλούσαν μούρη οι
ξερόλες, τους σιχάθηκε, το κοντό τους και το μακρύ τους έλεγαν, τι να
πρωτοπιστέψεις. Δείξανε και κάποιες φωτογραφίες του παρανοϊκού πιλότου, λίγο
πάνω απ’ τα τριάντα, ξυρισμένο κεφάλι, γεροδεμένος, στο πλάι η γυναίκα του,
χαμογελούσε, δεν έδειχνε να έχει κάποιο πρόβλημα.
Ήταν και ο φίλος του
μέσα, στην μοιραία πτήση, επέστρεφε μαζί με την κοπέλα του, την ώρα που
ξεκινούσαν του έστειλε μήνυμα, «σε τρεις ώρες θα τα πούμε από κοντά», έγραφε, του είχε γράψει και το προηγούμενο
βράδυ, μα δεν είχε απαντήσει, τελειωμένες φιλίες, ξεθυμασμένα πάθη, μπαγιάτικα
κουλούρια. Του έγραφε και για την κοπέλα, εκεί την είχε γνωρίσει στα βόρεια
λίγο καιρό αφότου ξενιτεύτηκε, η μοναξιά δεν παλεύεται, έκανε και κάποιους
καινούργιους φίλους, κάποιες παρέες απ’ τη δουλειά, ήταν ανέκαθεν κοινωνικό
άτομο, εύκολο στις σχέσεις του με τους ανθρώπους . Όταν είδε τυχαία στη
τηλεόραση το έκτακτο δελτίο τον πήρε αμέσως τηλέφωνο μα το κινητό του έδειχνε
απενεργοποιημένο. Είχαν τρία χρόνια να μιλήσουν, από τότε που έφυγε για έξω.
Τώρα, δυο μέρες και δυο νύχτες κλεισμένος στο σπίτι μπροστά στην κουτί περίμενε
να ακούσει κάποιο νέο, ίσως και να σώθηκε, ακόμα γίνονται θαύματα, τουλάχιστον
να έλεγαν ονόματα ή πάλι μπορεί κάτι να έτυχε τελευταία στιγμή και να έχασαν
την πτήση, όλα ήταν πιθανά. Μα το κινητό του πλέον δεν χτυπούσε ούτε λάμβανε
μηνύματα. Ήταν νεκρό. Και έξω είχε αρχίσει να βρέχει με το τουλούμι, χωρίς
σταματημό, κι αυτός να ‘χει ξεχάσει ότι πεινάει και κάθε τόσο να ξαναγεμίζει το
μαγικό μπουκαλάκι που του είχε χαρίσει κάποτε στη γιορτή του, «συντροφιά στις
μοναχικές σου στιγμές». Και να πίνει.
Από κει που καθόταν
έβλεπε στη μέση του σκοτεινού πάρκου μια κόκκινη καύτρα να αναβοσβήνει, άκουγε και
κάποιους ψίθυρους. Πέταξε τον άδειο αναπτήρα προς τον κάδο, δεν βρήκε στόχο,
μετά σηκώθηκε και τράβηξε προς το μέρος τους, θα τους ζητούσε φωτιά, ίσως και
να έπεφτε πάνω σε γνωστούς, και δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Όταν τον είδαν να
πλησιάζει έσβησαν το τσιγάρο και σηκώθηκαν όρθιοι, από κοντά δεν του θύμιζαν
κάτι, δεν τους είχε ξαναδεί, πάντως δεν φαίνονταν για ξένοι. Νεαροί ήταν και οι
δύο, όχι πάνω από εικοσιπέντε, ο ένας ψηλός, ξυρισμένο το κεφάλι, γεροδεμένος,
έφερνε κάπως στον πιλότο, είχαν και το ίδιο μυστηριώδες χαμόγελο, ο άλλος λίγο
πιο κοντός, πιο αδύνατος, στεκόταν παραπέρα, αυτός έμοιαζε με τον φίλο του στα
βόρεια, τα ίδια μάτια, ίδια μαλλιά. Χαμογέλασε κι αυτός και του έδωσε το χέρι
να συστηθούν.
Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν,
είδε τρεμάμενα άστρα θαμπά, τα πόδια του λύγισαν. Πέσανε πάνω του και άρχισαν
να τον χτυπάνε κλοτσιές και μπουνιές. Είχε ζαλιστεί, δεν καταλάβαινε που
βρισκόταν, σωριάστηκε χάμω στο υγρό τσιμέντο, κουλουριάστηκε κι έμεινε κει
ασάλευτος, μισολιπόθυμος. Απ’ το σκισμένο του μάγουλο έτρεχε το ζεστό αίμα προς τα χείλη του, αυτοί συνέχιζαν να τον χτυπούν
και άρχισαν να ψάχνουν τις τσέπες του. Δεν είχε λεφτά πάνω του, μόνο το
μπουκαλάκι με το νερό της φωτιάς βρήκαν. Άνοιξε πάλι τα μάτια του. Τον έβλεπε
θολά καθισμένο πλάι του, σε απόσταση αναπνοής με την μποτίλια στο χέρι, έπινε
και χαμογελούσε. Είχε όμορφα γαλανά μάτια, ήταν γεροδεμένος, ο ψυχοπαθής
πιλότος με το παγωμένο μέταλλο που πήρε μαζί του διακόσιες ψυχές, ξαφνικά ζωντάνεψε,
τον έπιασε απ’ το λαιμό, τώρα άρχισε αυτός
να τον χτυπάει στο πρόσωπο, εκείνος ξαφνιάστηκε, έφυγε απ’ τα χέρια του το
μπουκαλάκι κι έγινε θρύψαλα, ο φίλος του ,όταν είδε γεμάτο αίματα, να τα έχει
χαμένα και να ζητάει βοήθεια, το έβαλε στα πόδια. Έβρεχε πάλι δυνατά και
ασταμάτητα και αυτός τον έσφιγγε, όλο και τον έσφιγγε και οι ματωμένες μουτσούνες τους είχαν γίνει
μία, οι πληγές δεν πονούσαν ακόμα μα τα αίματα τους έκαιγαν, και άρχισε να του γλύφει το σκισμένο
μάγουλο, να το δαγκώνει, να ξεσκίζει την φρέσκια σάρκα, ξαφνικά θυμήθηκε πως
πεινούσε, είχε δυο μερόνυχτα να βάλει μπουκιά, κι αφού του έφαγε τα μάγουλα, τη
μύτη και τα αυτιά, δάγκωσε και τον αφράτο λαιμό και ρούφηξε μεμιάς το ζεστό
αίμα. Στο τέλος σωριάστηκε πάνω του
ξέπνοος και χορτασμένος. Χάιδεψε τη σιδερένια γροθιά κι έσφιξε γερά το παγωμένο
μέταλλο. Άκουγε πάλι τη μακρινή βουή του αεροπλάνου που πλησίαζε. Δεν έβρεχε
πια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





