Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΑΔΕΛΦΗ ΨΥΧΗ

Χτυπούσε το ξυπνητήρι ασταμάτητα, μα δεν μπορούσε να κουνηθεί ρούπι, σαν να τον είχε χτυπήσει εγκεφαλικό. Μόνο, μισάνοιγε τα μάτια, μετρούσε την ώρα σε εικοσάλεπτα και ξανάπεφτε σε λήθαργο. Πρέπει να είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Απ’ το παράθυρο ο ήλιος τον χτύπαγε κατ’ ευθείαν στα μάτια. Πετάχτηκε όρθιος,  μούσκεμα στον ιδρώτα. Κάποιος βρόνταγε την πόρτα επίμονα, δυνατά, φώναζε και τ’ όνομα του. Η φωνή κάτι του θύμιζε. Έφτασε στο μπάνιο παραπατώντας, κατούρησε κι έριξε μπόλικο νερό στα μούτρα του. Ένιωθε σάπιος, χρειαζόταν επειγόντως καφέ, τσιγάρο και ντεπόν.  Σκέτα και σε διπλή δόση. Για πρωινό.
Η ώρα του ύπνου είναι ιερή και το τηλέφωνο μπαίνει πάντα στο αθόρυβο. Έτσι κι αλλιώς, ότι είναι να γίνει θα γίνει, δεν το γλυτώνεις. Οι αναπάντητες είναι δώδεκα. Και δύο μηνύματα ελήφθησαν. Ρουφάει μια καυτή γουλιά και ανάβει τσιγάρο. Η γειτόνισσα από δίπλα χρειάζεται πάλι συμπαράσταση, επειγόντως, γράφει. Πάλι ο καλός της απειλεί να την παρατήσει, κι’ αυτή, με τη σειρά της, θα πέσει απ’ το μπαλκόνι και θα σκοτωθεί. Πάλι ξεχνά ότι μένει στο ισόγειο. «Πάρε με, αμέσως, σε χρειάζομαι», τελειώνει το μήνυμα. Μία από τα ίδια.
Χτυπάνε πάλι την πόρτα και το κουδούνι με μανία. Ανοίγει και την βλέπει μπροστά του, σενάμενη κουνάμενη, η παρδαλή. Μιλάει σε ρυθμό πολυβόλου, πάει το στόμα  ροδάνι. Σαν του κακονύχτη τον κώλο, που θα ‘λεγε κι η συγχωρεμένη η μάνα του. Δεν τις λέει τίποτα, ούτε την διακόπτει, την αφήνει να ξεθυμάνει.  Όπως πάντα. Να  του πει τα δραματικά γεγονότα της  περασμένης βδομάδας, όλα τα σκηνικά που έγιναν όσο ήταν άφαντος και δεν σήκωνε τα τηλέφωνα. Την παραμελεί, έχει μέρες να φανεί, την απειλεί πως θα την παρατήσει, δεν μπορεί να αντέξει πια τέτοιο μαρτύριο, αυτή που τον έχει βασιλιά,  μη βρέξει και μη στάξει τον αφέντη. Και σ’ όλα αυτά, πριν δυο μέρες, της κόψανε και το ρεύμα. Όχι πως δεν το περίμενε, χρώσταγε πολλά, αργά ή γρήγορα θα γινόταν. Μα της έπεσαν όλα μαζεμένα. Και ακόμα δεν του ‘χει πει τίποτα του αντρούλη της, τότε είναι που δεν θα ξαναπατήσει.
Όταν την πρωτογνώρισε, πριν από δέκα χρόνια, του είχε πει  ότι στην προηγούμενη ζωή ήταν μπατσίνα, σε ξένη χώρα, και δολοφονήθηκε στα είκοσι εφτά της από μια σπείρα εμπόρων ναρκωτικών. Ήταν απρόσεχτη κι έπεσε στην παγίδα τους. Τώρα είχε επιστρέψει, είχε αλλάξει και θρήσκευμα, ήταν μουσουλμάνα πια, ας μην έχει κάνει περιτομή, δεν είναι υποχρεωτικό, του είχε πει, έτσι κι αλλιώς ένας είναι ο θεός,  ίδιος για όλους. Του ‘χε πει κι άλλα πολλά, με ύφος σοβαρό, τα πίστευε, δεν έκανε πλάκα, είχε και κάποιες υπερφυσικές δυνάμεις, είπε, που χρησιμοποιούσε όμως για το καλό πάντα. Δεν γέλασε μ’ αυτά που άκουσε, ούτε παραξενεύτηκε, του είχε φανεί και κάπως ψιλοφτιαγμένη. Κάνα εξάμηνο κράτησε η σχέση τους. Είχε να θυμάται σαράντα ωραία γαμήσια, δεν είναι και λίγο. Στο τέλος ακολούθησε ένας άγριος καβγάς με κλωτσιές, μπουνιές και δαγκωνιές. Τελικά έδειξε κατανόηση. Μείνανε φίλοι, γίνανε και γείτονες.
Την άκουγε ανέκφραστος, το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι. Μιλούσε ακατάπαυστα για αρκετή ώρα, ζητούσε παρηγοριά, λίγη συμπόνια από μια αδελφή ψυχή. Ήταν ολομόναχη, απελπισμένη και αδύναμη. Κάποια στιγμή τον αγκάλιασε σφιχτά κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του, πήγαν να της φύγουν και λίγα δάκρυα. Της χάιδεψε τα μαλλιά και την φίλησε στο μάγουλο, όμως δεν προχώρησε παραπέρα. Ούτε αυτός  είχε όρεξη σήμερα.
Πριν μια βδομάδα τον διώξανε απ’ τη δουλειά, το αφεντικό του είπε ότι τον έκλεψε. Δεν είχε άδικο, πάντα κλέβει τ’ αφεντικά του, από λίγο, να μην τον κατά-λάβουν. Και να ισοφαρίσει την αδικία αφού κι αυτά τον κλέβουν. Αυτή τη φορά όμως έκανε λάθος, παρασύρθηκε και άδειασε όλο το ταμείο. Ήταν σκέτη αυτοκτονία, το ήξερε, μα είχε και κάποια χρέη να πληρώσει. Άτιμο πράγμα ο τζόγος, σε ξεφτιλίζει, πρέπει να το κόψει, έφτασε πάτο. Τουλάχιστον δεν έμπλεξε παραπέρα με αστυνομίες και δικαστήρια, δεν υπήρχαν από-δείξεις. Μόνο που έχασε τη δουλειά του και είναι άφραγκος και πρέπει να ψάξει για δανεικά. Ούτε για το αφεντικό του στεναχωρήθηκε, δεν έχει τύψεις. Μαλάκας ήταν, του άξιζε, κι έχει φράγκα. Έχει όμως τα δικά του, έχει κι αυτόν τον μπελά πάνω απ’ το κεφάλι του.
Στην αρχή, τότε που την γνώρισε ήταν ακόμα κάπως μπερδεμένη. Μια φορούσε φουστάνια και σουτιέν  με βάτες που τα φούσκωνε από μέσα, μια έβαζε πάλι τα παντελόνια –όμως το μαλλί πάντα μακρύ και ελεύθερο και φουντωτό- μία ψηλοτάκουνα και χείλη βαμμένα, μία σκέτα. Τελικά αποφάσισε, μόνο εξωτερικά, στην εμφάνιση, ούτε σκέψη για ορμόνες, ακρωτηριασμούς και πλαστικές. Τα είχε βρει πλέον με τον εαυτό της.
Τα είχε πει όλα και είχε ξαλαφρώσει. Τώρα κάπνιζε ήρε-μα το τσιγάρο της και τον κοιτούσε αμίλητη. Τον ρώτησε που ήταν μια βδομάδα εξαφανισμένος, μα δεν της απάντησε, ούτε της είπε ότι είναι άνεργος. Είναι μπελάς. Όσο λιγότερα ξέρει, τόσο το καλύτερο, έτσι κι αλλιώς να βοηθήσει δεν μπορεί. Τον ρώτησε αν έχει και κάνα φράγκο να πάρει τίποτα, έχει να φάει από χτές. Έβγαλε απ’ τη τσέπη του ότι ψηλά είχε και της τα ‘δωσε…

Στην είσοδο της πολυκατοικίας ο διαχειριστής χαζολογούσε με την καθαρίστρια, ποιος ξέρει, μπορεί και να την φλέρταρε, παντρεμένος άνθρωπος και κάποιας ηλικίας, με παιδιά και εγγόνια. Είχε μόλις μπει ο Ιούνης και οι ειδήσεις προειδοποιούσαν για τον πρώτο μίνι καύσωνα, από αύριο η θερμοκρασία θα άγγιζε τους σαράντα. Στον περιφερειακό δεν κυκλοφορούσε ψυχή, μόνο στο λόφο απέναντι κάτι τουρίστες ανέβαιναν τον χωματόδρομο.  Στη γωνία, μέσα στο περιπολικό, δυο αστυνομικοί χασκογελούσαν κι έπαιζαν με τα κινητά τους. Ο ασύρματος βούιζε ασταμάτητα. Μια μαύρη γάτα έψαχνε στα σκουπίδια για φαγητό. Κατηφόρισε προς την πλατεία. Άρχισε να ιδρώνει. 

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΟΥΔ

Το ταξί τον άφησε κοντά στο περίπτερο. Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε. Έξω, στο μπαλκόνι του δίπατου νεοκλασικού, καθηλωμένο στο αναπηρικό καροτσάκι και στα πόδια του μια μάλλινη κουβέρτα.  Κοιτάζει τον ουρανό μόνο, πέρα μακριά, η ζωή στην πλατεία πλέον δεν τον ενδιαφέρει, δεν βγαίνει από το σπίτι, δεν κοιτάζει κάτω. Δεν λέει πολλές κουβέντες, δεν γελάει. Τον φροντίζει η κόρη του -είναι τυχερός- μένει μαζί της, με την οικογένειά της, την ώρα αυτή ο άντρας της δουλεύει, η μικρή έχει φροντιστήριο, τελειώνει φέτος, θα δώσει εξετάσεις. Ο γέρος κάθεται μόνος στο μπαλκόνι και κοιτάζει τον ουρανό, συννεφιασμένο και βαρύ, έτοιμο να βρέξει, μέσα η κόρη του κάνει δουλειές. Τον παρατηρεί έτσι γερασμένο κι ανήμπορο –δεν φαίνεται το σημάδι στο μάγουλο, αν υπάρχει ακόμα-  αλλά δεν τον λυπάται. Δεν ξέρει καν πως αποφάσισε, μετά από τόσα χρόνια, να γυρίσει πίσω. Το έχει ήδη μετανιώσει. Στέκεται ακίνητος και αναποφάσιστος –ο περιπτεράς από ώρα του ρίχνει κλεφτές ματιές- να περάσει το δρόμο ή να κάνει μεταβολή και όπισθεν. Είχε μάθει απ’ το τηλέφωνο για το εγκεφαλικό, πριν από δυο χρόνια, ούτε τότε είχε έρθει να τον δει, και κείνη τη φορά ήτανε βαρύ, όλοι περιμένανε από στιγμή σε στιγμή να τα τινάξει. Μα τη σκαπούλαρε πάλι, σκληρό καρύδι ο γέρος. Τελικά, περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εδώ που φτάσαμε δεν έχει γυρισμό. Χτυπά το κουδούνι, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα. Η ξύλινη σκάλα με τα σαράντα δύο σκαλοπάτια, ακριβώς. Ακούει τη φωνή της, ρωτάει ποιος είναι. Δεν της απαντάει. Ανεβαίνει αργά,  με δυσκολία, νιώθει τα γόνατα βαριά, ξαναμετράει τα σκαλιά για να σιγουρευτεί, και πάλι ακούει τη φωνή της, πάλι δεν της απαντάει. Την βλέπει στο κεφαλόσκαλο ξαφνιασμένη, δεν πιστεύει στα μάτια της. Αγκαλιάζονται σφιχτά, τρέμει, βουρκώνει,  έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Αυτός είναι ψύχραιμος, την κοιτάζει βαθιά στα μάτια και χαμογελά, την χαϊδεύει στο μάγουλό, τα μακριά μαλλιά, έχουν αρχίσει να ασημίζουν εδώ και κει, φιλιούνται και αγκαλιάζονται ξανά για να χορτάσουν, ακόμα πιο σφιχτά, παρατεταμένα. Συνέρχονται από την φωνή του, ζητάει νερό. Είναι ξέπνοη, βραχνή κι ασθματική, κουρασμένη και τσακισμένη μα την αναγνωρίζει και τον πιάνει σύγκρυο. Πηγαίνουν μαζί προς  την κουζίνα, δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στο σπίτι, ίσως πάλι και να μην θυμάται λεπτομέρειες, είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν. Όταν περνά απ’ το σαλόνι κοντοστέκεται. Διακρίνει αχνά τον καμπουριαστό σκελετό, η πλάτη γυρτή, οι ώμοι σκυμμένοι, το κεφάλι ξεφλουδισμένο. Μα δεν τον λυπάται. 
Δεν ήτανε μπροστά στο συμβάν, είχε βγει βόλτα με τους φίλους και τα ‘μαθε την άλλη μέρα. Είχε γυρίσει στο σπίτι πιωμένος , αργά το βράδυ, άρχισε χωρίς λόγο να την βρίζει και να την κοπανάει. Δεν ήταν η πρώτη φορά, όμως τον τελευταίο καιρό το κακό είχε παραγίνει. Η μάνα κάθε φορά έκανε υπομονή, περίμενε να περάσει η μπόρα, η αδερφή του πάλι δεν τολμούσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι της, να μπει στη μέση, να τη βοηθήσει κάπως, ήταν μικρή ακόμα. Μα κι αυτός που ήταν και μεγαλύτερος τον φοβόταν, όσο μπορούσε έλειπε απ’ το σπίτι, ειδικά τα βράδια. Έψαχνε για δουλειά, το είχε κατά νου να τις πάρει και να φύγουν απ’ το σπίτι. Δεν πρόλαβε. Την βρήκε πρώτος, χαράματα που γύρισε στο σπίτι, οι άλλοι κοιμόντουσαν ακόμα, ο πατέρας του ροχάλιζε του καλού καιρού. Ξημέρωνε Κυριακή. Ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού, ήρεμη,  τα μάτια κλειστά. Δεν ξαναξύπνησε. Είχε πάρει ολόκληρο το κουτί με υπνωτικά, είκοσι χάπια.   
Τον έπιασε απαλά απ’ την πλάτη και τον ανασήκωσε να πιει. Είχαν επισκέψεις, του είπε χαρούμενη, κάποιος είχε έρθει να τον δει. Ο γέρος παραξενεύτηκε,  είχε καιρό να ενδιαφερθεί κάποιος για κείνον, όλοι, φίλοι και γνωστοί, τον είχαν ξεχάσει. Γύρισε το καροτσάκι προς τα μέσα, εκείνος πλησίασε κοντά του και μετά από πολύ καιρό, πατέρας και γιος κοιταζόντουσαν ξανά στα μάτια, επίμονα, βαθιά και τρομαγμένα, αυτή τους άφησε μόνους και πήγε στην κουζίνα. Δεν αλλάξανε κουβέντα, μόνο κοιταζόντουσαν. Κάποια στιγμή τα μάτια του βούρκωσαν, σαν να προσπάθησε να σηκωθεί  κι απ’ το  καρότσι, γρήγορα όμως παράτησε κάθε προσπάθεια. Άναψε τσιγάρο, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από πάνω του. Κάποια στιγμή ο γέρος λύγισε κι έβαλε τα κλάματα, λυγμοί ξεθυμασμένοι και παράτονοι με ενδιάμεσα βογγητά, μα συνέχισε κι αυτός να τον κοιτάει, δεν ντράπηκε, δεν νευρίασε, ίσως να ήταν κι η πρώτη φορά που έκλαιγε στην ογδοντάχρονη ζωή του, μπορεί κι η τελευταία. Άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και πλησίασε κοντά του. Έπιασε απαλά τα μαραμένα του χέρια, αναστέναξε και χάιδεψε τρυφερά το δεξί μάγουλο, το σημαδεμένο, κατόπιν και το ξεφλουδισμένο κεφάλι. Η αδερφή στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας και παρακολουθούσε. Έκλαιγε και κείνη βουβά.
Αυτός ήταν που ειδοποίησε το γιατρό και το ασθενοφόρο, μόνος του, χωρίς να ξυπνήσει κανέναν. Ήρθε ο γιατρός, μέτρησε τους σφυγμούς της, την καρδιά της και είπε ότι η μαμά είχε πεθάνει. Τότε ξέσπασε σε κραυγές και ο πατέρας του ξύπνησε. Όταν τον είδε, έτρεξε στην κουζίνα, πήρε το πρώτο μαχαίρι που βρέθηκε μπροστά του και, πριν προλάβουν να τον σταματήσουν, κατάφερε να του ανοίξει το μάγουλο στα δύο, από πάνω, το αυτί, μέχρι κάτω, το στόμα. Μετά έφυγε απ’ το σπίτι και μπαρκάρισε στα καράβια.
Όταν κατέβαινε τις σκάλες είχε πλέον νυχτώσει. Στην εξώπορτα συναντήθηκε με την μικρή. Δεν τον ήξερε, δεν τον είχε ξαναδεί, ούτε καν από κάποια πρόσφατη φωτογραφία. Στην αρχή τρόμαξε, ζαλισμένη από τα μαθήματα της μέρας, κουρασμένη, μετά ίσως να πήγε και το μυαλό της στο πονηρό, ο πατέρας της δεν είχε γυρίσει ακόμα. Για λίγο σταμάτησε και της χαμογέλασε. Ήταν ψηλή, λεπτή, πανέμορφη, φτυστή η γιαγιά της, είχε πάρει και τα μάτια της, και τ’ όνομά της. Μετά βγήκε βιαστικά στο δρόμο.

(Ύστερα από λίγο καιρό, ήταν Μεγάλη Παρασκευή που έμαθε πως ο πατέρας του πέθανε με τρόπο αναπάντεχο, την ώρα που περνούσε από την πλατεία ο επιτάφιος, μπροστά απ’ το σπίτι τους, όταν ο γέρος ξαφνικά, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, τινάχτηκε πάνω, στάθηκε για λίγο όρθιος, κοίταξε για τελευταία φορά το ολόγιομο φεγγάρι και κατόπιν φουντάρισε στο κενό, ανάμεσα στο έντρομο πλήθος που ακολουθούσε τους παπάδες. Η κηδεία του θα γινόταν μετά την Ανάσταση, είπε η αδερφή του στο τηλέφωνο.)

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙ-ΖΩΗΣ

Περπατούσε τρέχοντας. Είχε αργήσει, σήμερα δεν λειτουργούσε τίποτα. Ταξί και λεωφορεία σε απεργία, δρόμοι πνιγμένοι στα αυτοκίνητα, μποτιλιαρίσματα,  σπασμένα νεύρα, βρισιές και κορναρίσματα. Προσπερνούσε με την τσάντα παραμάσχαλα, χαρτιά, βιβλία, σημειώσεις, όσα χρειαζόταν για το μάθημα. Δεν είχε κοιμηθεί καλά, ο ύπνος είχε αργήσει να έρθει και η νύχτα ήταν πάλι μεγάλη, τελικά τα ξημερώματα ξέκλεψε ένα δίωρο, συνήλθε κάπως, μα τώρα είχε αργήσει. Και καλά να πάθει. Να μάθει άλλη φορά να ανοίγει την τηλεόραση, να διαβάζει εφημερίδες, να παρακολουθεί τις ειδήσεις, να ξέρει τι του γίνεται, να παίρνει τα μέτρα του. Αν γνώριζε, απ’ το μεσημέρι θα στηνόταν στο σχολείο και θα περίμενε. Τώρα ποιος τον ακούει, πάλι, τον διευθυντή.
Δεν ήταν στα όνειρά του να διδάσκει βαριεστημένους μαθητές του νυχτερινού. Όταν τέλειωσε το διδακτορικό στη φυσική δούλεψε για δυο χρόνια σε κάποιο πυρηνικό κέντρο του εξωτερικού και συνάμα βοηθός στο κοντινό  πανεπιστήμιο. Έκανε  δυο τρεις σημαντικές δημοσιεύσεις, πήρε μέρος και σε συνέδρια, όλοι τον θεωρούσαν ανερχόμενο αστέρι στον τομέα του, διεθνούς βεληνεκούς, λέγανε. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, να τον φέρουν με κάθε κόστος οι αρμόδιοι, είχε πολλά να προσφέρει στην πατρίδα του. Τελικά επέστρεψε, μα για άλλους λόγους.
Είχε πέσει ο ήλιος κι αυτός ακόμα περπατούσε. Έπρεπε να πάει στη δουλειά του. Η πορεία των εργαζομένων και των ανέργων, εδώ και ώρα, είχε τελειώσει. Φτάσανε μέχρι τη βουλή, κράτησαν ψηλά τα πανό τους, ανέμισαν τις πολύχρωμες σημαίες τους, διαδήλωσαν με σθένος τα δίκαια αιτήματά τους, φάγανε κάμποσα δακρυγόνα στη μάπα, τους σπρώξανε με τις ασπίδες και τα γκλοπ, τους κλώτσησαν και στο τέλος το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε. Και γύρισαν σπίτι. Τώρα είχε αρχίσει ο κλεφτοπόλεμος των κουκουλοφόρων. Τους έβλεπε στα στενά, γύρω απ’ την πλατεία, να πετροβολάνε βιτρίνες και αμάξια, να βάζουνε φωτιές σε κάδους σκουπιδιών, να στήνουν αυτοσχέδια οδοφράγματα, να βρίζουν τους μπάτσους και κείνοι να τους παίρνουν στο κυνήγι. Σαν τα μικρά παιδιά παίζανε τους κλέφτες κι αστυνόμους κι αυτός δεν ήξερε από πού να πάει και που να κρυφτεί, παντού φασαρίες και συμπλοκές, το κέντρο είχε μετατραπεί σε κόλαση, κοβόταν η ανάσα του από τα δακρυγόνα, έκλαιγαν τα μάτια του συνέχεια, πονούσαν και έκαιγαν. Τέτοιο πράγμα δεν το ‘χε ξαναπάθει, σαν πρόβατο στη σφαγή, ο άμαχος πληθυσμός, οι παράπλευρες απώλειες, όπως θα λέγανε εκ των υστέρων, άοπλος και εντελώς ανύποπτος, ακίνδυνος για όλους, με το σκυφτό του σουλούπι το καμπουριαστό, το αθώο του ύφος και τον τρόμο μέσα από τα μάτια του. Όμως όλα αυτά δεν του εξασφάλιζαν τίποτα απολύτως. Και πάνω από όλα ότι θα φτάσει σώος κι αβλαβής στην εργασία του. Γιατί καμιά όρεξη δεν είχε νυχτιάτικα να του ανοίξουν με καμιά κοτρόνα το κεφάλι και να τρέχει στα νοσοκομεία. Θα έχανε και το μάθημα και οι μαθητές του, τα κουρασμένα παλικάρια του, κάποιοι απ’ αυτούς τουλάχιστον, σίγουρα θα ανησυχούσαν. Αυτοί μόνο, κανένας άλλος.  
Όταν πέθανε η μάνα του έπρεπε να γυρίσει πίσω. Ήταν η δικαιολογία που περίμενε. Είχε μπουχτίσει από βαρβαρικές κραυγές, λέξεις χωρίς συναίσθημα, ψυχρές συνομιλίες της δουλειάς, της έρευνας, είχε κουραστεί από δογματικούς προϊσταμένους, από την φανατίλα τους και την αυθεντία τους, το ύφος τους το περισπούδαστο, αυτούς που ξέρανε πάντα την αλήθεια, είχε βαρεθεί τις άσκοπες συνεργασίες, τις βαρετές συναναστροφές, τις κουβέντες για τα μεγάλα ζητήματα της επιστήμης που εδώ και αιώνες εκκρεμούσαν, για τα στριμμένα μαθηματικά και τις καινούργιες εξωτικές ιδέες που κάθε τόσο ανακάλυπταν, τις δύσπεπτες διαφορικές εξισώσεις των άπειρων μεταβλητών που θα τον οδηγούσαν κάποτε στη θεωρία των πάντων, στο άγιο δισκοπότηρο των ερευνητών, εκεί μακριά, στους άγνωστους κόσμους του αχανούς σύμπαντος, στα ένδοξα νόμπελ του μακρινού μέλλοντος. Σίγουρα, κάποτε όλα αυτά θα τον οδηγούσαν στην αθανασία. Αυτά που σφράγισαν την άχαρη και μοναξιασμένη του νιότη, την αποστειρωμένη. Πλέον τα είχε βαρεθεί, τον είχανε κουράσει. Τώρα η ζωή του θα έμπαινε σε άλλη φάση. Θα γυρνούσε στην πατρίδα. Εκεί που τον περίμενε μόνο ένας παράλυτος αδερφός  πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι. Κανένας άλλος.
Είχε μαζευτεί κόσμος γύρω απ’ το πεσμένο αγόρι. Κάποιοι προσπαθούσαν να δώσουν τις πρώτες βοήθειες, είχαν ειδοποιήσει και για ασθενοφόρο. Βρέθηκε κι ένας περαστικός γιατρός, απ’ το πουθενά, εξέτασε το παιδί στα γρήγορα και είπε πως είχε πεθάνει. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρόνων. Η κουκούλα του παρατημένη πιο κει κολύμπαγε  στο αίμα, τα ξανθά του μαλλιά είχανε γίνει κατακόκκινα,  στο μέτωπό καταμεσής μια τρύπα εννέα χιλιοστών ολοστρόγγυλη, πρέπει να πυροβολήθηκε εξ επαφής, ψιθύρισε κάποιος έμπειρος στα πολεμικά. Πλησίασε πιο κοντά να δει καλύτερα. Δυο αθώα γαλανά μάτια τον κοίταζαν ήρεμα και με συγκατάβαση. «Δάσκαλε, είναι πολύ ένας χρόνος ημιζωής;» ρωτούσαν και πάλι.
Ήταν μαθητής του. Φέτος θα τέλειωνε το σχολείο, ήθελε να δώσει και πανελλήνιες, να γίνει ηλεκτρονικός. Ήδη τα πρωινά δούλευε σαν βοηθός, ας μην πληρωνόταν, μάθαινε όμως την τέχνη. Ήταν ο καλύτερος της τάξης, απ’ τους λίγους που έδειχναν ενδιαφέρον, χωρίς απουσίες, χωρίς εξυπνάδες, χωρίς φασαρίες, ειδικά στο μάθημά του. Είχε όνειρα για το μέλλον, μα τον ενοχλούσε η βρωμιά και η αδικία αυτού του κόσμου, ήθελε να τον αλλάξει, έλεγε. Άκουγε με συγκατάβαση τα φλογισμένα του λόγια και του χαμογελούσε. Δεν είχε κάτι να του πει, να τον συμβουλέψει ως μεγαλύτερος, πείρα ζωής και κουραφέξαλα, τι να πει ένας πενηντάρης σε έναν εικοσάχρονο, ακόμα κι ένας πατέρας σ’ ένα γιο, τίποτα, μόνο προχώρα, κάνε ότι νομίζεις καλύτερο και πρόσεχε, όχι μόνο γκάζι, θέλει και φρένο, στις επικίνδυνες στροφές, στις κατηφόρες. Αυτά σκεφτότανε όταν τον άκουγε, μα δεν έβγαζε μιλιά, μόνο τον θαύμαζε και χαμογελούσε. Χτες είχανε μάθημα για τη ραδιενέργεια, για τα άτομα και τους πυρήνες, τις βλαβερές συνέπειες της ακτινοβολίας, τον κίνδυνο ενός ολοκαυτώματος, μιας παγκόσμιας καταστροφής. Ο μικρός άκουγε με ενδιαφέρον, κρατούσε σημειώσεις και ρώταγε. Είναι κάποια στοιχεία που μας μοιάζουν, φίλε μου, του είχε απαντήσει, δεν είναι αιώνια, πεθαίνουν και μετασχηματίζονται σε άλλα, και ο χρόνος ημιζωής τους είναι ένας περίεργος λογάριθμος που τα καθορίζει, δεν είναι η μισή τους ζωή ακριβώς, είναι κάτι παραπάνω του είχε πει. Ναι αγόρι μου, είναι πολύς χρόνος. Και αυτός άκουγε και σημείωνε, άκουγε και σημείωνε. Σε λίγο έφτασε το ασθενοφόρο και δυο νοσοκόμοι σκέπασαν τον νεκρό μαθητή.
Όταν επέστρεψε έψαξε αμέσως για δουλειά. Έστειλε κάποια βιογραφικά, πέρασε από συνεντεύξεις  και ξαφνικά κατάλαβε πως το ανερχόμενο αστέρι της θεωρητικής φυσικής, του διεθνούς βεληνεκούς, είχε αρχίσει να σβήνει, όχι τόσο από τις κλίκες και τις κουμπαριές των ντόπιων πανεπιστημίων, αλλά γιατί είχε χάσει πλέον όλο του το ενδιαφέρον για την επιστήμη. Ναι, καρφί δεν του καιγόταν να μάθει την αλήθεια. Δεν πίστευε πλέον. Πουθενά. Έτσι αρχικά έκανε κάποια φροντιστήρια και κατόπιν μέσω ενός γνωστού στο υπουργείο κατάφερε να βολευτεί σε μια ταπεινή θεσούλα σε νυχτερινό σχολείο με έναν μικρό μισθό και λίγες ώρες απασχόλησης, χωρίς πολλές απαιτήσεις  και βάσανα. Του ήταν αρκετά.
Στην πλατεία επικρατούσε αναβρασμός, γενικός ξεσηκωμός. Το άσχημο μαντάτο είχε ταξιδέψει με την ταχύτητα του φωτός, οι σύντροφοι οπλίζονταν με στειλιάρια και βόμβες μολότοφ και ετοιμάζονταν για μάχη. Ζητούσαν εκδίκηση και κείνο το βράδυ θα καιγόταν ολόκληρη η πρωτεύουσα, την άλλη μέρα έντρομη η κυβέρνηση θα εφάρμοζε στρατιωτικό νόμο, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτοπίσεις που θύμιζαν άλλες εποχές. Είχαν δικαιολογία πλέον, υπήρχαν δυο αστυνομικοί νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Μα αυτός για την ώρα έτρεχε να προλάβει. Αναγκαστικά, πέρασε και μέσα από την πλατεία, τρόμαξε από τον χαμό. Έξω από μια καφετέρια είδε και τον γυμναστή του σχολείου, τον χαιρέτησε βιαστικά, αυτός αδιάφορος δεν πρέπει να τον πρόσεξε, ούτε φαινόταν να τον ενοχλεί η κατάσταση γύρω του. Ταξίδευε μακριά.
Με τους συναδέλφους στο σχολείο δεν είχε πολλά πάρε δώσε, τα τυπικά. Λίγες κουβέντες είχε με τον γυμναστή μόνο, έπαιζε μαζί του και κάνα μπάσκετ για να ξεμουδιάσει. Οι περισσότεροι μαθητές δεν συμμετείχαν, στεκόντουσαν στην άκρη, παρακολουθούσαν αδιάφορα και καπνίζαν. Δεν είχε πολλές κουβέντες ο γυμναστής,  σε λίγο θα έβγαινε στη σύνταξη. Ήταν από χρόνια χωρισμένος, είχε κι ένα γιο. Πριν δέκα μέρες που πέθανε ο αδερφός του πέρασε απ’ τον σπίτι για να τον συλλυπηθεί. Το καροτσάκι βρισκόταν ακόμα στη θέση του, στο σαλόνι, απέναντι από την τηλεόραση. Τους έβλεπε καμιά φορά στην πλατεία να κάνουν βόλτα και να πίνουνε καφέ. Τώρα το καροτσάκι ήταν άδειο. Γύρω στο εικοσάλεπτο κράτησε η επίσκεψη, κουβέντα δεν αλλάξανε.     

Όταν επιτέλους έφτασε στο σχολείο το βρήκε κλειστό και έρημο. Δεν μπορεί, ήταν δέκα ακόμα, ώρα για το τελευταίο διάλειμμα, που πήγανε όλοι τους.  Η καγκελόπορτα ήταν κλειδωμένη, την χτύπησε δυνατά, φώναξε να τον ακούσουν. Μετά από λίγο φάνηκε ο φύλακας με το βαρύ νυσταγμένο του βήμα. Όταν του ζήτησε να μπει μέσα, να πάει στο μάθημά του, παραξενεύτηκε. «Είναι Σάββατο, κύριε καθηγητά, είναι κλειστό το σχολείο σήμερα» του είπε και συνέχισε να τον κοιτάζει περίεργα. 

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΕΛΩΝΕΙΟ

   
                                                               ‘’Δεν λυπάμαι που μεγαλώνω,
                                                                    αφού έχω να θυμάμαι τόση ζωή’’
                                                                                             Γιάννης Ξανθούλης

Οι νύχτες του Ιούνη είναι πρόστυχες. Σήμερα έχει πανσέληνο και φωτίζει σαν μέρα. Η φίλη του, η κουτσή με τα έντεκα δόντια, τον παράτησε από νωρίς. Ήπιαν δυο πιοτά στο καφενείο και μετά έφυγε. Θα πήγαινε μόνη της για ύπνο, έτσι του είπε. Αυτός δεν νυστάζει ακόμα. Απόψε η νύχτα είναι βρωμερή και πρόστυχη. Περπατάει στην άκρη της προκυμαίας, πετάει πετρούλες στο νερό, κάνουν φλοπ-φλοπ και μετά βουλιάζουν στον βυθό. Παρακάτω κάποιοι ψαρεύουν. Βαριέται. Σκέφτεται να γυρίσει σπίτι, να βάλει καμιά τσόντα, να δει καμιά ταινία, να χαλαρώσει. Τα όνειρα δεν κοστίζουν τίποτα. Έξω έχει παντού ερημιά.
Ο δρόμος για το παλιό τελωνείο παραμένει σκοτεινός και επικίνδυνος. Κάτω απ’ το υπόστεγο, η πεσμένη σκιά μουγκρίζει. Πλησιάζει κοντά. Είναι χτυπημένος άσχημα, κουλουριασμένος. Το πρόσωπο γεμάτο αίματα, η μπλούζα του σκισμένη, πονάει παντού. Για μια στιγμή τον κοιτάζει με τα παιδικά του μάτια και ξεσπάει σε κλάματα. Δεν ρωτάει τίποτα, μόνο τον αγκαλιάζει. Τρέμει απ’ τον φόβο του, σπαρταράει. Ήταν τέσσερις. Τον κλέψανε. Πορτοφόλι, κινητό, ποδήλατο, τα πάντα. Ευτυχώς, δεν ήταν μαζί η κοπέλα του. Όχι ασθενοφόρο, δεν είναι και για θανατά, ούτε αστυνομία, οι μπάτσοι θα άρχιζαν να ρωτάνε μαλακίες. Ούτε στο σπίτι του μπορεί να πάει απόψε, ποιος τους ακούει τους δικούς του, ειδικά τον πατέρα του. Τον βοηθάει να σταθεί στα πόδια του, στηρίζεται πάνω του και προχωράνε μαζί, κρατώντας την κοιλιά του, αργά αργά, βήμα βήμα. Δεν σταματάει να τρέμει.
Πριν δυο βράδια τον είχε δει στην πλατεία. Ήταν καλά .Είχε πιει λίγο απ’ όλα, κοκτέιλ πάρτυ, μπύρες, ούζα, κρασιά, τέτοια πράγματα, φτηνά και αθώα. Κάπνιζε και γελούσε πλάι στην κοπέλα του, ίδια ηλικία είχανε. Τον ρώτησε για τα μαθήματα, πως τα πάει στη σχολή, είχε αρχίσει η εξεταστική. Δεν του απάντησε, μόνο συνέχισε να γελάει και να χαϊδεύει τη φίλη του, ήταν κι αυτή μεθυσμένη. «Να προσέχεις», του είπε, σαν να το ‘ξερε, στην πλατεία συχνάζουν περίεργες φάτσες, κάθε καρυδιάς καρύδι. Όσο μπορώ, του είπε, όσο μπορώ προσέχω.

Όταν φτάσανε σπίτι, χωρίς ντροπή, τον έγδυσε προσεχτικά και τον έβαλε στο μπάνιο, κάτω απ’ το καυτό νερό. Γδύθηκε κι αυτός. Είχε γαντζωθεί πάνω του και δεν σταμάταγε να κλαίει. Μετά ξαπλώσανε στο κρεβάτι, γυμνοί κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν πεινούσε, δεν ήθελε τίποτα να φάει, μόνο να κοιμηθεί. «Κρυώνω», του είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Μετά από λίγο σταμάτησε να τρέμει, σταμάτησε να κλαίει, σταμάτησε να κρυώνει. Είχε αποκοιμηθεί. Έξω ξημέρωνε. 

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠΕΦΤΟΥΛΑΣ

  Το έμαθε απ’ τον νεκροθάφτη. Κατακαλόκαιρο, ντάλα ο ήλιος, οι δρόμοι άδειοι, τα τσιμέντα ζεμάταγαν. Πήγαινε στο το καφενείο, άκρη άκρη, αργά αργά, βαριεστημένα. Έψαχνε  ίσκιους, σκιές, λίγη δροσιά, μα δεν φυσούσε. Ο μουρλός  στη μέση της πλατείας δεν χαμπάριαζε από  καύσωνες. Πλάι στο μπρούτζινο άγαλμα, με το παλτό ορθάνοιχτο, κατουρούσε και τραγουδούσε. Και στο χέρι κρατούσε σφιχτά μια μαύρη σακούλα. Έδειχνε κεφάτος, γελούσε δυνατά, χοροπηδούσε.  Όμως ήτανε μπελάς,  ήθελε να τον αποφύγει, να μην τον δει. Χωρίς αποτέλεσμα, τον είδε. Είχε τελειώσει το κατούρημα και κουμπωνόταν, μέχρι πάνω, το λαιμό. Του φώναξε δυνατά, κούνησε και τα χέρια του πέρα δώθε.  Προχώρησε προς το κέντρο της πλατείας. Το χέρι του ασυναίσθητα χώθηκε στη τσέπη, έψαχνε για τίποτα ψιλά. Ο ήλιος έκαιγε τον σβέρκο του, το σκληρό φως τον ζάλιζε, για πολλές κουβέντες δεν είχε όρεξη, μόλις  πού ‘χε ξυπνήσει, ούτε καφέ δεν είχε πιει  ακόμα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι έβρισε από μέσα του για την γκαντεμιά που τον έδερνε μεσημεριάτικα.
«Την έκανε! Την έκανε!! Φουντάρισε!!!», φώναζε μες στην τρελή χαρά. Ο φίλος τους, την έκανε, φουντάρισε απ’ τον έκτο, πάνω στο παρκαρισμένο περιπολικό έπεσε, σαν μπόμπα, η οροφή του βούλιαξε, οι μπάτσοι μέσα χεστήκαν απ’ το φόβο τους, άρχισαν τους χριστούς και τις παναγίες, μετά κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Τα είδε όλα, μπροστά στα μάτια του, καθαρά και ξάστερα, σαν ταινία. Είχε ανέβει στο λόφο, καθόταν δίπλα στο εκκλησάκι, μασούλαγε πασατέμπους  και χάζευε την πόλη. Ξαφνικά, άκουσε κραυγές, ουρλιαχτά, γύρισε προς τα κει να δει. Ήταν ωραία κατάδυση, σκοτεινή, ευθύγραμμη και καλοζυγισμένη, τα χέρια ανοιχτά, το κεφάλι κάτω. Μα πιο πολύ χάρηκε για τους μπάτσους.
Τον άκουγε σκεφτικός κι αμίλητος. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον πιστέψει ή όχι. Του ξέφευγαν  συχνά παλαβομάρες του τρελού, παραμύθια για μεγάλους, διάφορες   ιστορίες του μυαλού, μα αυτή τη φορά του φάνηκε διαφορετικός, πολύ πιστευτός, ακόμη και για την κατάστασή του, θεόμουρλος, φρικιό αλλόκοτο, πέραν του κόσμου τούτου. Δεν ρώτησε λεπτομέρειες, τίποτα δεν του ‘πε. Άναψε δυο τσιγάρα, και του πρόσφερε το ένα. Το πήρε με λαχτάρα και το ρούφηξε μονομιάς. Του ζήτησε και λίγα σπόρια, αν έχει. Έβγαλε απ’ την τσέπη του τα κέρματα και του τα ‘δωσε, άφησε και  το πακέτο με τα τσιγάρα. Το μάτι του έπεσε στη σακούλα.  Δυο τσαλαπατημένα περιστέρια κι ένα κατάμαυρο γατάκι με λιωμένο το κεφάλι. Πήγαινε να τα θάψει, του είπε, κανονικά, με κεριά και με λιβάνια, είχε μαζί του όλα τα συμπράγκαλα. Ζωντανά ήταν τα καημένα, δεν έπρεπε να πάνε άκλαυτα. «Να μου την φιλήσεις», του είπε μετά από λίγο ψιθυριστά και κάπως βούρκωσε. Μα δεν τον άκουσε. Είχε ήδη πάρει τον ανήφορο.
Η πολυκατοικία βρισκόταν ψηλά, στον περιφερειακό. Έφτασε μούσκεμα στον ιδρώτα. Το τρακαρισμένο περιπολικό βρισκόταν ακόμα εκεί, έξω από την είσοδο. Ο φρουρός του ζήτησε ταυτότητα και σημείωσε τα στοιχεία του. Του είπε που πήγαινε και ο μπάτσος τον κοίταξε περίεργα, μα τον άφησε να περάσει. Παρ’ όλα τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Στο ρετιρέ, πάνω απ’ το διαμέρισμα του φίλου του, έμενε ένας σημαντικός άνθρωπος του τόπου, τέως υπουργός  και υψηλόβαθμος δικαστικός. Κάποια νεόκοπη τρομοκρατική οργάνωση, ανασκαλεύοντας το ύποπτο παρελθόν του,  τον είχε καταδικάσει   σε θάνατο. Είχε έρθει η σειρά του. Για τις σημαντικές υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα, στο έθνος,  έπρεπε να τιμηθεί κι αυτός  με μια σφαίρα στο κεφάλι, έγραφε, μεταξύ άλλων, η προκήρυξη. Είχε ήδη γίνει μια απόπειρα εναντίον του, τον φύλαγαν μέρα και νύχτα συνέχεια. Πλησίαζε τα ενενήντα, με πολλά προβλήματα υγείας, μα γι’ αυτούς ήταν ζήτημα τιμής. Ο επίτιμος αρεοπαγίτης  και πάλαι ποτέ βασικό στέλεχος της ενδόξου εθνικής κυβερνήσεως έπρεπε να πεθάνει στο κρεβάτι του γαλήνια. Καρφί δεν του καιγόταν. Αυτός ανέβαινε στο διαμέρισμα του φίλου του, και δεν είχε πάρει μαζί του το νεροπίστολο. Πήγαινε εντελώς άοπλος.
Είχαν γνωριστεί πριν από πολλά χρόνια στο στρατό. Ίδια σειρά, ίδια ηλικία. Όταν τέλειωσε τη θητεία τους, συνέχισαν κάπου κάπου να βρίσκονται.  Εκείνος, γόνος τραπεζίτη, έπρεπε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Αυτό έκανε.  Πρόσφατα μάλιστα είχε γίνει και διευθυντής σε κάποιο κοντινό υποκατάστημα. Αν ήθελε, μπορούσε κι αυτόν να τον βολέψει κάπου, του είχε πει τότε, μα κείνος, χωρίς πολλές εξηγήσεις, του αρνήθηκε. Απλά, είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του, δικαιολογήθηκε. Εκεί, στην τράπεζα είχε γνωρίσει και τον νεκροθάφτη, ταμίας την περίοδο εκείνη. Έστεκε ακόμα στα καλά του, με την μάνα του έμενε, πρόσφατα είχε και αρραβωνιαστεί.  Βγαίνανε οι τρεις τους καμιά βόλτα, παίρνανε και τις κοπέλες τους μαζί. Κάνανε καλή παρέα, γελούσαν με την ψυχή τους, σχέδια μεγαλόπνοα, όνειρα για το μέλλον. Ήταν ωραία τότε.
Άνοιξε την πόρτα. Κρατούσε στο χέρι το τσιγάρο, τα μάτια της ήταν  κατακόκκινα. Δώσανε αμήχανα τα χέρια, χλιαρά. Ήτανε μόνη στο σπίτι. Ευτυχώς το παιδί έλειπε  στην αδερφή της για διακοπές, εκεί περνούσε καλά με τα ξαδέρφια του. Ήταν αλήθεια λοιπόν, όλα, όπως τα είπε ο νεκροθάφτης. Δεν ήξερε γιατί το ‘κανε, ούτε σημείωμα άφησε, ούτε όμως και ατύχημα ήταν. Σε ανύποπτη στιγμή, μόλις είχε βγει απ’ το μπάνιο, τον είδε. Σκαρφαλωμένος στα κάγκελα, κοίταζε κάτω το κενό. «Τι κάνεις εκεί;» του φώναξε ξαφνιασμένη. Αυτός γύρισε ήρεμα το κεφάλι και της χαμογέλασε. Μετά έπεσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει, ούτε είχε δείξει κάποια σημάδια. Αν και, είναι αλήθεια, τον τελευταίο καιρό δεν μιλούσαν πολύ, η επικοινωνία τους περιοριζόταν στα απολύτως αναγκαία, πιο πολύ γύρω απ’ το παιδί. Έτσι κι αλλιώς, αυτός έλειπε συνέχεια απ’ το σπίτι, εργαζόταν πολλές ώρες, ειδικά από τότε που έγινε διευθυντής. Ούτε έρωτα κάνανε πια, καιρό τώρα. Μιλούσε διακεκομμένα, με αναφιλητά και σφιγμένες γροθιές,  κάθε τόσο μ’ ένα χαρτομάντιλο σκούπιζε τη μύτη της. Αυτός, απέναντί της, άκουγε με προσοχή. Δεν μιλούσε καθόλου, μόνο άκουγε –και τι να της έλεγε- και κάθε τόσο κουνούσε με συγκατάβαση το κεφάλι του. Είχε χρόνια να την δει, όμως δεν είχε αλλάξει πολύ από τότε. Ήταν όμορφη ακόμα.
Η παρέα διαλύθηκε μόλις εκδηλώθηκε το πρόβλημα του νεκροθάφτη. Τον διώξανε απ’ την τράπεζα, μετά από λίγο έχασε και την μάνα του, τα πράγματα χειροτέρεψαν δραματικά. Τότε, χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις, εκείνη τον παράτησε και σχεδόν αμέσως, μετά από τρεις μήνες  –ήταν έγκυος- παντρεύτηκε τον άλλον. Οι πέφτουλες ανέκαθεν τον απωθούσαν, πιο συγκεκριμένα τους σιχαινότανε. Του έριξε μια ροχάλα στα μούτρα και δεν τον ξαναείδε. Και μια δυο φορές που διασταυρώθηκαν τυχαία στο δρόμο, δεν μιλήσανε.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να χάνεται πίσω απ’ τον πράσινο λόφο. Στο μπαλκόνι, εκεί ψηλά στον έκτο, φύσαγε δροσερό αεράκι. Στην διπλανή πολυκατοικία ένας νεαρός, γύρω στα είκοσι, πότιζε τις γλάστρες. Κάποια στιγμή τους χαμογέλασε και είπε καλησπέρα, του χαμογέλασαν κι αυτοί. Εκείνος κάπνιζε και έπινε τον δεύτερο καφέ, εκείνη, ήρεμη, χάζευε μακριά την τσιμεντούπολη. «Γιατί μου είπες όχι;» τον ρώτησε ξαφνικά, με παράπονο. Της το ‘χε πει και τότε, αυτός δεν ήταν πέφτουλας, σεβότανε τους φίλους, ας τον είχε παρατήσει κι άλλη, ας ήταν μόνος, τι κι αν είχαν κοιμηθεί μια δυο φορές όλοι μαζί, τι κι αν το γλυφομούνι που της έκανε την τρέλανε,  τι κι αν ο φίλος του τελικά μουρλάθηκε. Της το ‘χε πει και τότε, αυτός δεν ήταν πέφτουλας, δεν έτρωγε απ’ τα αποφάγια των άλλων, ούτε ένιωσε ποτέ κάτι ιδιαίτερο γι’ αυτή. Το καλό γαμήσι δεν φτάνει, ούτε για παρηγοριά. Το άκουγε ξανά, επέμενε, δεν είχε αλλάξει γνώμη από τότε. Είχε κολλήσει το κορμί της πάνω στα κάγκελα και τον άκουγε τρέμοντας, κοιτάζοντας μπροστά, τον λόφο. Την πλησίασε αργά και ένιωσε την ανάσα του στον σβέρκο της. Ρίγησε. Με το μικρό του δαχτυλάκι χάιδεψε την κόκκινη καρδούλα με το σπασμένο βέλος. Βρισκόταν ακόμα εκεί, στον αριστερό της ώμο, στο ίδιο σημείο. Την φίλησε στο λαιμό, με τα μπράτσα του έσφιξε δυνατά το τρεμουλιάρικο κορμί και κόλλησε πίσω της.  Όση ώρα γαμιόντουσαν στο μπαλκόνι, ο νεαρός από δίπλα τους κοίταζε και χαϊδευότανε. Δεν τους ένοιαζε, ούτε που δώσανε σημασία. Τέλειωσαν κι οι τρεις μαζί.
Όταν έφυγε είχε νυχτώσει για τα καλά. Η κηδεία θα γινόταν αύριο το μεσημέρι στις τέσσερις. Σκέτη ταλαιπωρία, μα θα πήγαινε. Θα έπαιρνε και τον νεκροθάφτη μαζί του, έτσι, για παρέα, στο στοιχείο του, να ξεσκάσει κι αυτός λιγάκι. Ο σκοπός έξω τον καληνύχτισε χαμογελαστός. Δυστυχώς, από αύριο η πολυκατοικία θα είναι και πάλι ανασφαλής, του είπε. Πριν κάνα δίωρο, ο γέρος τα κακάρωσε. Στον ύπνο του, γαλήνια. Ναι, είναι κρίμα, πολύ κρίμα. Δυο κηδειόχαρτα κολλημένα πλάι πλάι στην ίδια πολυκατοικία.  Όμως, ανήφορος και κατήφορος δεν είναι ο ίδιος δρόμος. Χαιρέτησε τον μπάτσο στρατιωτικά και, ξαλαφρωμένος και αέρινος, σε τρία λεπτά βρισκόταν και πάλι στην πλατεία. Ο νεκροθάφτης ήταν ακόμα εκεί, χωμένος μέσα σ’ ένα παρτέρι, δίπλα του δύο αναμμένα κεράκια, προσευχόταν γονατιστός για όλες τις αδικοχαμένες ψυχές του μάταιου τούτου κόσμου. Μα ήταν μπελάς, ήθελε να τον αποφύγει.  

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ

Στη μυστική κρυψώνα του θεού, οι μέρες είναι καχεκτικές, ανύπαρκτες, ανάξιες λόγου. Ο ήλιος, σκληρός, ανελέητος, εκεί είναι ανεπιθύμητος, δεν μπαίνει μέσα ποτέ. Και οι άνθρωποι που τον υπηρετούν, ευγενικοί, ευχάριστοι και αισιόδοξοι, δεν έχουν θέση εκεί μέσα. Προσπερνούν βιαστικά απ' έξω, τυχαία πάντα, λοξοκοιτάζουν φευγαλέα και συνεχίζουν το δρόμο τους. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν προλαβαίνουν.

Μα οι νύχτες είναι μεγάλες, αξημέρωτες, υγρές και άσπιλες. Σώζουν. Αυτούς που πρέπει. Τους προορισμένους. Κάθε Σάββατο βράδυ. Στο ναό. Μέχρι πρωίας. 

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

Μόλις τέλειωσα το «ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ» του Ντάνιελ Μέντελσον. Μου άρεσε πολύ. Μυρίζει έντονα Αρχαία Ελλάδα, τη χαρά της ζωής, φως, έρωτα και τραγούδι. Εμείς σήμερα στο σκοτάδι. Οξυδερκής, ευθύβολος, δυνατή πένα και όμορφη μετάφραση. Και συγκινητικός, βαθειά ανθρώπινος ο λόγος του. Για το άλυτο των ανθρώπινων σχέσεων, την παρηγορητική δύναμη της τέχνης (αρκεί;!), την μοναξιά και το θάνατο. Ειδικότερα για την αγάπη προς τον πατέρα του και τη συγγραφέα Μαίρη Ρενό, πρώτο του εφηβικό ίνδαλμα. Πολύ καλό βιβλίο! 

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον παλιόφιλο Γιώργο Κλαουδάτο για την «τιμητική προσφορά»!