Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ (1885-1967)



Γυφτοπούλα στο χαμάμ

Γυφτοπούλα στο χαμάμ, και εγώ πληρώνω μπιρ ταμάμ
όσα όσα τα πληρώνω να σε βλέπω μπιρ ταμάμ
Για να μπεις να κάνεις μπάνιο, να μην πέσω κι αποθάνω
τσίμπι ρίμπι γιάλα

Όταν βάνεις το τσεμπέρι, το λελούδι στο αυτί
τα τσιγάρο εις το χέρι και στα κέντρα περπατείς
Να χαρείς την εμορφιά σου, το φουστάνι το μακρύ
τ’ αψηλό σου το τακούνι, περπατάς και τρέμει η γη

Γυφτοπούλα μου γλυκιά, μου ‘χεις κλέψει την καρδιά
μ’ έκανες να τρελαθώ, γιατί φως μου σ’ αγαπώ
Να χαρείς την εμορφιά σου, την ποδιά σου τη χρυσή
αξεσκάλτσωτη γυρίζεις γυφτοπούλα μου εσύ

Δεν μπορώ να καταλάβω, τούρκα είσαι για ρωμιά
   για εγγλέζα για φραντσέζα, και ‘χεις τόση εμορφιά
όταν βάνεις το παπάζι με την φούντα τη χρυσή
τρέμει ο ουρανός να πέσει και τα’ αστέρια του μαζί

Ατσιγγάνα

Ατσιγγάνα με φωνάζουν, γυφτοπούλα μ’ ονομάζουν
Μόλις φύγω απ’ το τσαντίρι, βλέπω μάγκα μουσαφίρη
Και μου λέει για να με πάρει, να πετάξω το ταγάρι
Να με πάει στην έπαυλή του, να φουμάρω στο τσαρδί του
Για να σπάσουμε κεφάκι, ντέρτι και μπαγλαμαδάκι
Βλέπω γύφτισσες κοπάδια, όλες είχανε ταγάρια
Στέκω μια και την κοιτάω, τ’ όνομά της αρωτάω

Ο θερμαστής

Μηχανικός στη μηχανή, και ναύτης στο τιμόνι
κι ο θερμαστής στο στόκολο με τσι φωτιές μαλώνει

Αγάντα θερμαστάκι μου, και ρίχνε τις φτιαριές σου
μέσα στο καζανάκι σου, να φτιάξουν οι φωτιές σου

Κάργα, ρασκέτα, ωχ και λοστό, τον Μπέη να περάσω
και μες στου Κάρντιφ τα νερά, εκεί να πάω ν’ αράξω

Μα η φωτιά είναι φωτιά, μα η φωτιά είναι λάβρα
κι η θάλασσα μου τα ‘κανε τα σωθικά μου μαύρα

Οι φωνογραφιτζήδες

Όλοι οι φωνογραφιτζήδες είναι μάγκες και ατσίδες
Όσα φράγκα κονομάνε στην ταβέρνα τ’ ακουμπάνε
Με μπερδέψανε μια νύχτα σαν μπαρμπούνι μες στα δίχτυα
Μου τη φέρανε ένα βράδυ σαν μουγγρί σε παραγάδι
Με ψαρέψανε μια μέρα μέσα κάλε στον Περαία

Ο μπουφετζής

Θέλω να γίνω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες
να ‘ρχονται οι χανούμισσες να πείνουν αργιλέδες

Πήγα κι εγώ κάποια βραδιά και μπήκα στα μεράκια
γνώρισα τρεις χανούμισσες τρία σωστά κουκλάκια

Η μια κρατά τον αργιλέ η άλλη το τσιμπούκι
κι η Τρίτη η μικρότερη τρελή στο μαστουρλούκι

Ανοίξτε τα παράθυρα  να φύγουν τα ντουμάνια

για να φουμάρουμε κι εμείς που ήμαστε χαρμάνια

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ-ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ



Ο Γιάνναρος

Ήρθε ο Γιάννος απ’ τα πέρα, με κουσαντιανή μαχαίρα
γεια σου Γιάνναρε
Γιάννο μη με κάνεις τόσο, σκότωσέ με να γλυτώσω
Κατινάκι μου
Δεν μπορώ να σε ξεχάσω, σα θυμούμαι τα φιλιά σου
Κατινάκι μου
Θέλεις να με παντρευτείς, μα εγώ ‘μαι ένας μπεκρής
Κατινάκι μου

Ηρωίνη και μαυράκι (Η Προύσα)

Να ξεφύγω δεν μπορούσα, καθώς γύριζα απ’ την Προύσα
με προδώσαν κάτι μπράβοι, και με πιάσαν στο καράβι

Είχα ράψει στο σακάκι δυο σακούλες με μαυράκι
και στα κούφια μου τακούνια, ηρωίνη ως τα μπούνια

Θα γιομίζαν οι λουλάδες, κλάφτε τώρα ντερβισάδες
θα γινότανε γιαγκίνι, με μαυράκι κι η ηρωίνη

Ε ρε το ‘χω κάνει τάμα, να μισέψω κι άλλο πράμα
γεια σου Προύσα πενεμένη, και στον κόσμο ξακουσμένη


Δυο μάγκες μες στη φυλακή

Δυο μάγκες μες στη φυλακή, τα βάλαν με τον διαφθυντή
τον αέρα να του πάρουν, κι ότι θέλουν για να κάνουν

Βάρα μάγκα το μπουζούκι, κι άσε το μαστουρουλούκι
θέλω η πενιά να κλαίει και τα ντέρτια μου να λέει

Κι απ’ τα σίδερα σαν βγω, μάγκα θα σου ξηγηθώ,
θε να ψήσω τη μικρούλα, να στα κουβαλάει ούλα

Θα σου στείλω και μαυράκι, μέσα στου Καραϊσκάκη
πρόσεξε μην την τσιμπήσουν, και στη φυλακή την κλείσουν

Θα σου στείλω στ’ όνομά σου, τέλια για τον μπαγλαμά σου
μην μιλάς και κάνε μόκο, θα σου ξηγηθώ μπαγιόκο


Ήσουνα ξυπόλυτη

Ήσουνα τι ήσουνα μια παξιμαδοκλέφτρα
τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις σούρτα φέρτα

Ήσουνα ξυπόλυτη και γύριζες στους δρόμους
ώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις ιπποκόμους

Ήσουνα στην μάνα σου και τάιζες κοκόρους
τώρα που σε πήρα εγώ ζητάς αεροπόρους

Ήσουνα στη μάνα σου και μάζευες κοσάρια
τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις κατοστάρια

Ήσουνα στην αγορά και μάζευες ραδίκια
τώρα που σε πήρα εγώ γυρεύεις σκουλαρίκια

Έριξα τα ζάρια μου κι έφερα έξι πέντε
και τους μπάτσους στη γωνιά τους πάει πέντε-πέντε

Πενήντα χρόνια φυλακή τιμώρησα το χάρο
να ‘σαι πάντα λεύτερη μαζί σου να γουστάρω

Υπόγα

Ρε ν’ από πίσω απ’ τη στρατώνα, βαρέσαν μάγκα στην υπόγα
Μπαίνει ένας μπάτσος με το κούφιο, και ρίχνει μούσμουλα στο ρούφο
Και κατρακύλισε το φέσι, μας σβήνει ο ναργιλές στη μέση
Και τον ανάβει η Κυριακούλα, ρε που ‘χει τάλαρα και τσιγαριές στη ζούλα
Γεια σου ρε Μήτσο στραβοκάνη, που ‘σαι μαστούρι απ’ το ντουμάνι

Δε μου λέτε

Δε μου λέτε, δε μου λέτε, το χασίσι που πουλιέται
το πουλούν οι ντερβισάδες, στους απάνω μαχαλάδες

Την νταμίρα, την νταμίρα, μου την έμαθε μια χήρα
άιντε μ’ έκανε και αλανιάρη, χασικλή και μπουρδελιάρη

Από κάτω από τ’ αμπέλι, φίλησα μια παντρεμένη
και φουμάρω το χασίσι κι είμαι τύφλα στο μεθύσι  

Πέντε ποντικοί βαρβάτοι, μου χαλάσαν το κρεβάτι
άιντε κι άλλοι τρεις μαστουρωμένοι, μου το στρώσαν οι καημένοι

Τρίτη - Πέμπτη μακαρόνια

Μες στη φυλακή είναι ωραία, έχουμε καλή παρέα
Τρίτη –Πέμπτη μακαρόνια, φάτε μάγκες βάλτε χρόνια
Και τη Κυριακή έχει κρέας, τσάμπα είναι κι ο κουρέας
Στο Γεντί-Κουλέ είναι ωραία, πιο καλά κι απ’ τον Περαία
Στην Κασσάνδρα είναι πιο φίνα, πιο καλά κι απ’ την Αθήνα
Πέντε ποντικοί βαρβάτοι, μου χαλάσαν το κρεβάτι
Κι άλλοι τρεις μαστουρωμένοι, μου το στρώναν οι καημένοι
Μάγκες πιάστε τα γεφύρια, μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια

Θεέ μου μεγαλοδύναμε

Θεέ μου μεγαλοδύναμε, που ‘σαι ψηλά κει πάνω
ρίξε λιγάκι τουμπεκί, Θεούλη μου, στον αργιλέ μου απάνω

Ανάμεσα στης εκκλησιάς, τις αψηλές καμάρες
ανάβαμε τα τρίφυλλα, Θεούλη μου, σαν να ‘τανε λαμπάδες


Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα, με τα’ άσπρα του τα γένια
τραβάω μία ντουμανιά, Θεούλη μου, ξεραίνεται στα γέλια

Κι όταν ανάψει ο αργιλές, κι έρθουμε σε ντουμάνι
βάλε όλους τους αγγέλους, Θεούλη μου, να πουν το νάνι νάνι

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

ΤΑ ΚΙΤΡΙΝΑ ΛΟΥΣΤΡΙΝΙΑ


Επειγόντως ζήτησαν
ένα σκουρόχρωμο κουστούμι
λευκό πουκάμισο και παπούτσια
η γραβάτα δεν τους ήταν απαραίτητη
ούτε τα εσώρουχα και οι κάλτσες
για τα υπόλοιπα αρκούσε
η ταυτότητά του και μια
εξουσιοδότηση

Κι αυτός
δεν θα ‘χε πρόβλημα
αφού δεν φόραγε ποτέ
εσώρουχα και κάλτσες
ούτε βέβαια γραβάτα και κουστούμι
μα έτσι κι αλλιώς
στην μικρή αυτή λεπτομέρεια
δεν μπορούσε πλέον να φέρει αντίρρηση
ούτε καν για το πόδι που του έκοψε το αμάξι
σάπιο και άχρηστο πλέον
ανήμπορο να φορέσει
ένα παπούτσι

Μόνο τα αγαπημένα του λουστρίνια
που τα φορούσε σε κάθε
επίσημη περίσταση
έπρεπε τώρα
να βαφτούν

μαύρα

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

ΑΣΗΜΑΝΤΗ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ



Βήμα αργό
βλέμμα θαμπό
ξανθό μαλλί ξεθωριασμένο
τα χρόνια πέρασαν
η παλιά ομορφιά ξέφτισε
κοιτούσε χάμω και κάπνιζε
ακόμα άφιλτρα υποθέτω
δεν με είδε
πήγε να πέσει πάνω μου
και προσπέρασε σκεφτικός

Έμπλεκε συνέχεια σε καβγάδες
έπαιρνε αποβολές
έκανε απουσίες
έχανε τις τάξεις
είχε προβλήματα στο σπίτι
από διαλυμένη οικογένεια έλεγαν
οι λεπτομέρειες περιττές
κάποια στιγμή μπερδεύτηκε άσχημα
καμένος είπαν
ξέμπλεξε μα το βλέμμα του έμεινε
θολό σκοτεινιασμένο
κόκκινη στάχτη

Κι όμως κάποτε
υπήρξε έξυπνο παιδί
όμορφο αγόρι
το πιο καλό

Έναν ολόκληρο χρόνο μαζί
στο ίδιο θρανίο 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΝΤΙΝΟΣ



Με τον τρόπο του Νίκου Καρούζου

Ασεβείς λέξεις σε αμαρτωλές ιστορίες  απόγνωσης
σεμνός άνθρωπος και τίμιος έλληνας
ο ποιητής που ανέβασε την μοναξιά στο ψηλότερο σημείο
ενάντια σε βραβεία και διακρίσεις
ενάντια σε συντάξεις και κρατικές επιδοτήσεις
ενάντια σε κάθε λογής τζουτζέδες κι αυλοκόλακες
παραγοντίσκους και τσανάκια
εξαίσιους χειροκροτητές
ενάντια στην εποχή της ξέφρενης προόδου και ευμάρειας
και στους κυνέρωτες του συρμού
αυτός ο πούστης ο διεστραμμένος
ομοφυλόφιλος ο κίναιδος
ο τοιούτος των καθωσπρέπει μικροαστών νοικοκυραίων
ο ευλαβικός προσκυνητής
όταν η κάβλα χτυπάει στα κόκκινα
ο ασυμβίβαστος

Όμως ο σπουδαίος κύριος Ντίνος
δεν γράφει πια ποιήματα
δεν συνομιλεί με τους ανθρώπους
δεν κάνει σχέδια για το μέλλον
ούτε θυμάται το παρελθόν
μέσα στην απόλυτη μοναξιά του
ευτυχής και πλήρης
αυτός ο απροσκύνητος Χριστιανόπουλος
ο ανυποχώρητος
και την αγάπη μας ακόμη δεν την θέλει

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Η ΧΑΜΕΝΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ



Πάντοτε υπολόγιζα τη σκιά μου μεγαλύτερη
κάθε τόσο γύριζα πίσω το κεφάλι
και την παρατηρούσα
με ακολουθούσε
μα πάντα είχα τον φόβο
πως στην επόμενη γωνία
θα μ’ αφήσει και θα μείνω μόνος
όμως εκείνη μπαίνοντας στον σκοτεινό δρόμο
προσπέρασε μπροστά μου
πιο σκούρα πιο φαρδιά πιο βιαστική
ψάχνοντας την έξοδο κινδύνου
το ψυχρό φως της λεωφόρου

Τότε ξεπρόβαλλε μπροστά μας
ξαφνικά σαν όνειρο
κάποια γριά πουτάνα ξεδοντιάρα
παλιά καραμπαμπάμ στην πιάτσα
δεν την είχα ξαναδεί
χοντρή σταφιδιασμένη
ξεπεσμένη πια
και ολομόναχη
ούτε μια σκιά για συντροφιά
και ολόγυμνη
μόνο τα εσώρουχα φορούσε  
μαύρα με κόκκινη δαντέλα ξεθωριασμένα
και στα μωβ χείλη κρεμόταν το τσιγάρο
μου ζήτησε φωτιά μα δεν της έδωσα
της είπα ψέματα δεν έχω
δεν ήθελα να πληγώσει τη σκιά μου
όμως το κατάλαβε

Άκου να σου πω νεαρέ
είπε και τα μάτια της πέταξαν σπίθες
εγώ ήμουν κάποτε όμορφη αρχοντοπούλα
και ξακουστή καπετανέισσα
υπήρξα φοβερή και τρομερή
στα νιάτα μου
πάνω από τριακόσια καράβια αφέντευα
κι όλοι εχθροί και φίλοι
με σέβονταν και με υπολογίζαν
εσύ δεν είχες ακόμα γεννηθεί
μα δεν μπορεί
κάτι πρέπει να πήρε το αυτί σου
τώρα ζω εδώ στη στεριά
μονάχη στα σκοτάδια
χωρίς φανταχτερές φορεσιές
χωρίς πολεμιστές και ναύτες
εχθρούς και φίλους
δίχως τιμές και αξιώματα
τουλάχιστον όμως αυτός ο δρόμος μου ανήκει
τα πάντα όλα
κι εσύ μαζί και η σκιά σου
κι ο αναπτήρας βέβαια που έχεις μέσα
στο τσεπάκι σου
δωσ’ μου ν’ ανάψω γρήγορα
γιατί περιμένω και πελάτη

Την άκουγα προσεκτικά
και κάπως φοβισμένα
μα δεν την πίστεψα
σκέφτηκα πως η μοναξιά
και τα γεράματα
την είχανε τρελάνει
είχε αρχίσει να ξημερώνει
και εγώ έπρεπε να επιστρέψω γρήγορα
προτού βγει ο ήλιος
στον λάκκο μου

Δεν στον δίνω απάντησα
στην ξεπεσμένη πόρνη

πάρε τη σκιά μου καλύτερα 

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΒΓΗΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ


Είμαι με τον μοναχικό άνθρωπο, όποιος κι αν είναι αυτός
                                                                Ζαν Ζενέ

Εκείνη τη μέρα έριχνε διαολεμένο ψιλόβροχο, ασταμάτητα, η υγρασία σου περόνιαζε τα κόκαλα. Στην πύλη δεν με περίμενε κανείς. Ο αρχιφύλακας μου ‘δωσε το χαρτί στο χέρι κι ευχήθηκε «καλή κοινωνία», τυπικά, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Δεν του ‘πα τίποτα. Έριξα το σάκο στον ώμο και βγήκα έξω. «Στο λιμάνι», έδωσα διαταγή στον ταξιτζή, αν και ήξερα ότι αυτή την ώρα το μπαρ είναι κλειστό και κείνη κοιμάται. Απλά, δεν είχα και που αλλού να πάω. Ευτυχώς που σ’ όλη τη διαδρομή ο οδηγός δεν μ’ ενόχλησε, παρέμεινε μουγγός και άκεφος. Κάποια στιγμή του είπα να κλείσει και το ράδιο και υπάκουσε αμέσως χωρίς αντιρρήσεις και μορφασμούς αποδοκιμασίας. Σίγουρα, ότι είχα μόλις αποφυλακιστεί έπαιξε το ρόλο του. Οι γυαλοκαθαριστήρες γύριζαν αργά και πένθιμα, κι εγώ κοιτούσα απ’ έξω τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους, τα κτίρια, τις πολύχρωμες ομπρέλες, τους βρεγμένους σκύλους, τις στάλες πάνω στο παμπρίζ που κατρακυλούσαν νωχελικά κι αυτές, όπως στα όνειρα. Μα δεν μ’ ένοιαζε.  Μετά από δεκαεφτά χρόνια, ρουφούσα και πάλι βαθειά  τη μυρωδιά της βροχής και τη μπόχα του τσιμέντου, αυτό μου ήταν αρκετό. Έτσι κι αλλιώς, τέτοια ώρα, εκείνη θα κοιμόταν ακόμα.
Ο δρόμος είχε κίνηση, κάναμε καμιά ώρα να φτάσουμε. «Τα ρέστα δικά σου», του είπα,  μόλις μπήκαμε στο στενό και το πρόσωπό του ταρίφα φωτίστηκε. Με ευχαρίστησε, έβαλε μπρος και έφυγε. Το μαγαζί, πράγματι, ήταν ακόμα κλειστό. Κάθισα στο καφενείο απέναντι , πλάι στη τζαμαρία. Ήταν εντελώς άδειο, μόνο το γκαρσόνι με τον δίσκο, ψιλόλιγνο, ευγενικό, γύρω στα είκοσι, μαύρο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο, άτριχο στέρνο, χλωμό σαν πτώμα. Άναψα τσιγάρο και παράγγειλα ούζο, διπλοσκέτο, να κάψω το λαρύγγι μου. Το κατέβασα μονοκοπανιά και ζήτησα άλλο ένα, δύο, τρία. Η βροχή επιτέλους είχε σταματήσει. Κόλλησα τη μούρη στο τζάμι και το θολό μου βλέμμα καρφώθηκε στην απέναντι μαρκίζα. Έγραφε Ζετέμ και ήτανε σβηστή. Κι εκείνη έπρεπε να κοιμάται ακόμα. Ξαφνικά, δεν ξέρω πως, έφαγα άγρια φλασιά και αμέσως ξενέρωσα. Νόμισα πως  είχα ξεχάσει το βιβλίο πίσω στο κελί. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε πατόκορφα και άρχισα τρέμοντας να ψαχουλεύω το σάκο, σχεδόν τον άδειασα. Ευτυχώς, ήταν εκεί, στον πάτο, κάτω κάτω, το πρώτο πράγμα που είχα βάλει μέσα. Θα μουρλαινόμουνα, αν το ‘χανα. Μου το ‘χε χαρίσει ένας υπόδικος, καθηγητής σε λύκειο ήταν, φιλόλογος. Δεν θυμάμαι γιατί τον κατηγορούσαν, μα δεν κάθισε και πολύ μέσα, κάνα μήνα μόνο. «Είναι το ημερολόγιο ενός κλέφτη, διάβασέ το, μπορεί και να σ’ αρέσει» μου είχε πει τη μέρα που έφευγε. Δεν είχα άλλα βιβλία, ούτε ασχολιόμουν με το διάβασμα, μα τούτο το ξετίναξα, πάνω από είκοσι φορές το διάβασα, το ‘μαθα απέξω, ευαγγέλιο και προσευχή. Χαμογέλασα. Το πήρα στα χέρια και το χάιδεψα τρυφερά. Ταλαιπωρημένο κι αυτό απ’ τις κακουχίες και τα βάσανα της φυλακής. Οι σελίδες του κιτρινισμένες, λερωμένες, τσαλακωμένες, κάποιες σκισμένες. Αραιά και που, στα περιθώρια, λίγα ανορθόγραφα καλικαντζάρια, σκόρπια σχόλια και σημειώσεις από έναν σεσημασμένο και δακτυλοδεικτούμενο εχθρό της κοινωνίας, διπλωματούχο πλέον, επίσημα, με σφραγίδες και υπογραφές. Με ένα αφύσικο για τον χαρακτήρα μου κέφι, γελώντας τρανταχτά –το παιδί κοιτούσε τρομαγμένο- το πέταξα με δύναμη προς τα πάνω. Πήγε ψηλά, παραλίγο να χτυπήσει στο ταβάνι και πέφτοντας άνοιξε κάπου στη μέση. Κάποιες σελίδες του σύρθηκαν στο πάτωμα, σχεδόν διαλύθηκε. «Βία ονομάζω μια τόλμη ακατάσχετη που οι κίνδυνοι είναι το πάθος της» είχα υπογραμμίσει στο κάτω μέρος της σελίδας με ένα τρεμάμενο αχνό μολυβάκι, χωρίς περιττά σχόλια. Το επανέλαβα τρεις φορές δυνατά κι ακούστηκε ο αντίλαλος στο άδειο μαγαζί. Το γκαρσόνι συνέχισε να κοιτάζει τρομαγμένο και κείνη τη στιγμή ο χρόνος σταμάτησε. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε τέσσερις ακριβώς. Έξω το στενό ήταν έρημο. Εκείνη θα είχε ξυπνήσει και θα έπινε τον καφέ της. Θα ρουφούσε παθιασμένα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας και θα προσπαθούσε να συνέλθει απ’ το μεθύσι και τον πελάτη της προηγούμενης  βραδιάς. Εγώ θα συνέχιζα να  πίνω διπλοσκέτα ούζα δυναμωτικά, μέχρι που θα νύχτωνε για τα καλά και το γκαρσόνι θα μ’ έδιωχνε, όσο πιο ευγενικά μπορούσε, για να κλείσει το καφενείο. Τότε θα γυρνούσα σαν φάντασμα έξω απ’ τα μπαρ και τα καμπαρέ των κολασμένων ψυχών και θα φώναζα δυνατά να με ακούσουν όλοι, ζωντανοί και νεκροί. «Η βία είναι τόλμη, ρε πούστηδες, μεγάλη τόλμη, καριόληδες, μεγάλη τόλμη…»
Το μπαρ τελικά δεν άνοιξε εκείνο το βράδυ ούτε και τα επόμενα. Εκείνη δεν θα εμφανιζόταν ποτέ ξανά μπροστά μου, να τις δώσω, τουλάχιστον, κάποιες εξηγήσεις , να της πω ότι μου είχε λείψει τόσα χρόνια, ότι τελικά ίσως και να την αγαπούσα. Όμως, δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ. Της είχα κόψει το λαιμό με το λεπίδι, σύρριζα, πριν από δεκαεφτά χρόνια. Δεν θυμάμαι για πιο λόγο. Σίγουρα θα ‘μουνα λιώμα, πολύ πιωμένος και κάπως φτιαγμένος, κάτι θα μου ‘κανε και κείνη, δε μπορεί, μα όλα αυτά δεν έχουν πια καμιά σημασία. Ότι έγινε, έγινε. Αργότερα μόνο άκουσα κάποιους μέσα στη φυλακή να λένε ότι είχα τουλάχιστον την ευθιξία, αμέσως μετά το φονικό, να τρέξω ουρλιάζοντας προς στο μπαλκόνι και να φουντάρω απ’ τον πέμπτο. Έτσι είπαν κάποιοι, μα εγώ δεν τους πίστεψα. 

*Περιλαμβάνεται, σε πρώτη μορφή, στη συλλογή μικροαφηγημάτων Πέφτοντας το βιβλίο άνοιξε στη σελίδα 22, εκδ. Το δόντι, Πάτρα, 2018.