Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ (1904-1959)



Καιξής
Γκελ, γκελ καιξή, γιαβάζ, γιαβάζ
μες στης πόλης τα’ ακρογιάλι, μες στη σιγαλιά
μες στου χαρεμιού τη λίμνη, γκελ, γκελ, καιξή

Να κλέψω τη γκιουζέλ χανούμ
σκλάβα μέσα στο κελί της κλαίει και θρηνεί
και ζητά τη λευτεριά της, γκελ, γκελ, καιξή 

Η πεντάμορφη
Σιγά, σιγά φίλε μου τα’ αμάξι
έφτασ’ η πεντάμορφη τις καρδιές να κάψει

Σε εξοχικό ήρθε να γλεντήσει
και σαν ρεμπέτισσα μια βραδιά να ζήσει

Ρομαντικό στέκι αν ξέρεις πάμε
τέτοιες νύχτες όμορφες πρέπει να γλεντάμε
 
Γκρινιάρικο
Δεν θέλω να γκρινιάζεις πια, δε θέλω να ζηλεύεις
παραπονιάρικο κουκλί κι όλο να με παιδεύεις

Όταν γκρινιάζεις με πονάς, μαραίνεις τη ζωή μου
και κάνεις για να χαίρονται και να γελούν οι εχθροί μου

Θέλω πολύ να μ’ αγαπάς, θέλω να μ’ αγκαλιάζεις
να παίρνω τα φιλάκια σου κι όχι να μου γκρινιάζεις

Χατζηχρήστος
Ήρθαμε να γλεντήσουμε, Χατζηχρήστο, να φύγει το μαράζι
κι αν φύγουνε πολλά λεφτά χαλάλι δεν πειράζει

Το παλικάρι στη γωνιά, Χατζηχρήστο, μια ζειμπεκιά γουστάρει
απ’ το γλυκό μπουζούκι σου, φίλε παραπονιάρη

Ρίξε γιαβάσικες πενιές, Χατζηχρήστο, ένα γλυκό ντουζένι
για να τα’ ακούσει μια ψυχή που σε καταλαβαίνει

Το μαγκαλάκι
Όξω βοριάς σφυρίζει κι είμαι μοναχός
δίχως μαγκαλάκι θα πλαγιάσω ο φτωχός

Γύρισε κι άναψε το μαγκαλάκι
όπως μου τα’ άναβες κάθε βραδάκι

Στης αγάπης μας τις στάχτες ψάχνω, προσπαθώ
μήπως έβρω καμιά σπίθα για να ζεσταθώ

Είναι κρύα η νύχτα απόψε πέφτει κι η βροχή
και με δίχως μαγκαλάκι θα μείνω ως την αυγή

Ψεύτη ντουνιά
Μαράθηκε η καρδούλα μου μ’ αυτή την αδικία
παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία

Πάψε καρδιά μου να πονάς, να λιώνεις μ’ αγωνία
για τον παλιόκοσμο να κλαις, την παλιοκοινωνία

Αγάπησα και πόνεσα, η φτώχεια ειν’ αιτία

παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία 


Καταραμένη φτώχεια
Δεν με φοβίσαν κύματα, χιόνια κι ανεμοβρόχια
όσο με φόβισες εσύ κατηραμένη φτώχεια

Απ’ τα φτωχά μου όνειρα ένα σωστό δεν βγαίνει
όλα τα σκόρπισες εσύ φτώχεια κατηραμένη

Στον έρωτα και στην ζωή όπου και να με νιώσεις

φτώχεια δεν πέρασε στιγμή χωρίς να με πληγώσεις  
 
Νύχτα αξημέρωτη
Στο καμαράκι το φτωχό πάλι κι απόψε ξαγρυπνώ
Μέσα στη νύχτα τη βαθιά μ’ ένα καντήλι συντροφιά

Έξω βροχή κατακλυσμός κάθε ψιχάλα στεναγμός
Πάψε καημέ πάψε βροχή μάνα δεν έχω αντοχή

Ας πάρει τέλος η βραδιά που μου ραγίζει την καρδιά
Για να κρατήσεις δεν μπορείς μια τέτοια νύχτα φοβερή

Μάνα μου τα λουλούδια μου
Μανούλα αρρώστησα βαριά, ο χάροντας μ’ αγγίζει
θυμάμαι το σπιτάκι μας και η καρδιά ραγίζει

Τώρα μανούλα μου γλυκιά στον άλλο κόσμο φεύγω
μια χάρη μόνο τη στερνή μανούλα σου γυρεύω

Μάνα μου τα λουλούδια μου συχνά τα ποτίζεις
όπως τα δρόσιζα κι εγώ και εσύ να τα δροσίζεις
  
Μανούλα
Καημό μεγάλο απόκτησα βαθιά μες στην καρδιά μου
έχασα την μανούλα μου που ‘χα παρηγοριά μου

Αρρώστησα και δεν μπορώ στα πεύκα πήγα απάνω
δυο πόνους τώρα απόκτησα και δεν μπορώ να γιάνω

Επήρα κάμπους και βουνά στις ρεματιές απάνω
ωσότου έρθει η ώρα μου και πέσω ν’ αποθάνω

Την τελευταία μου στιγμή τα μάτια μου πριν κλείσω
τότε γλυκιά μανούλα μου εσένα θα ζητήσω

Ρημαγμένη ζωή
Καημούς πολλούς πίκρες και πόνους έχω βρει
μέσα στη δόλια μου ζωή
Μοίρα δε με πονάς γιατί παιδεύομαι
τι σου ‘φταιξα και καίγομαι, ωχ και καίγομαι

Με χτύπησαν βροχές, ανέμοι, μπόρες
για μιας γυναίκας απονιά
φτώχεια κι ορφάνια μ’ έκαναν να σέρνομαι
στην ξενιτιά να δέρνομαι, ωχ να δέρνομαι

Ρημάδι πια κατάντησε η ζωή μου
λειώνει το έρημο κορμί 
Χάρε λυπήσου με εσύ και πάρε με
από τους πόνους βγάλε με, ωχ ορέ βγάλε με

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ (1904-1971)



Μες στης Πεντέλης τα βουνά
Μες στης Πεντέλης τα βουνά στα πεύκα τριγυρίζω
τον χάρο ψάχνω για να βρω, μα δεν τόνε γνωρίζω

Ένα γλυκό ξημέρωμα τον χάρο ανταμώνω
μες στης Πεντέλης τα βουνά και του μιλώ με πόνο

Χάρε του λέω άσε με ακόμα για να ζήσω
έχω γυναίκα και παιδιά πες μου που θα τ’ αφήσω

Με βλέπει και χαμογελά κι αρχίζω πια να σβήνω
μου λέει με δυνατή φωνή σε παίρνω δε σ’ αφήνω
    
Μπήκε ο Χειμώνας
Μπήκε ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τα ‘χει χάσει
και παλτουδιά καινούργια πρέπει ν’ αγοράσει
μα το δικό μου κι αν επάλιωσε παλτό
φράγκο δε δίνω κι ούτε νοιάζομαι γι’ αυτό

Κι αν ο καθένας τουρτουρίζει από το κρύο
θα την περνώ στην αγκαλιά σου μεγαλείο
κι όταν το τζάκι μένει σπίτι μας σβηστό
θα με θερμαίνει το φιλί σου το ζεστό

Κι αν δεν ανάβουμε κουκλίτσα μου μαγκάλι
θα ‘μια ζεστός μες στη δική σου την αγκάλη
το πιο θερμό καλοριφέρ ειν’ τα φιλιά
σαν θα κοιμόμαστε κουκλίτσα μου αγκαλιά

Κι έτσι δεν θα ‘χουμε ανάγκη κι από φώτα
θα την περνούμε μια χαρά ζωή και κότα
βρε, θα κοιμόμαστε κι οι δυο απ’ τις εννιά
να μην μας πιάνει ξεροβόρι παγωνιά

Σαν εγύριζα απ’ την Πύλο
Σαν εγύριζα απ’ την Πύλο έψαχνα για να ‘βρω φίλο
Μπαίνω σ’ ένα μπαχτσεδάκι π’ άκουσα μπαγλαμαδάκι
Βλέπω πέντε παλικάρια ξαπλωμένα στα χορτάρια
Στέκουμε να τους μπανίσω ίσως και τους εγνωρίσω
Κι ένας γεροντόμαγκας μ’ αρωτάει τι ζητάς
Συντροφιά ρε γω ζητώ μα που να πάω να την εβρώ
Αν θες φίνα να περνάς έλα βλάμη με τα μας
  
Σε ποιο το ντέρτι μου να πω
Σε ποιον το ντέρτι μου να πω και της καρδιάς τον πόνο
τον κρύβω μες στα στήθια μου και μόνος μου πια λειώνω

Αν μου ραΐζει την καρδιά τους άλλους τι τους μέλλει
απ’ άλλους η καρδούλα μου γλυκόλογα δε θέλει

Ποτέ στους άλλους μη το λες το ντέρτι το κρυφό σου
γιατί σαν λες τον πόνο σου δεν είναι πια δικό σου

Σ’ αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά μην ‘μπιστευτείς κανέναν
θα μάθουν το μεράκι σου και θα γελούν με σένα
    
Θέλω σπίτι και λεφτά
Θα τα πιω θα γίνω φέσι και θε να ‘ρθω να σε βρω
να σου πω δυο κουβεντούλες όπου θέλω από καιρό
Να μου πεις αν ειν’ αλήθεια γιατί έμαθα μικρή
πως η μάνα σου με λέει αλανιάρη και μπεκρή

Δε μου λες απ’ τη μαμά σου σαν τι έχει φανταστεί
πως θα πάρεις τραπεζίτη ή κανένα εφοπλιστή
τώρα βρε ο κάθε άντρας θα στο πει ορθά κοφτά
πες μου προίκα πόσα δίνεις θέλω σπίτι και λεφτά

Μόνο εγώ δε σου ζητάω σ’ αγαπώ ο φουκαράς
πες μου έχεις τίποτ’ άλλο απ’ τα ρούχα που φοράς
κλείσ’ το στόμα της μαμάς σου μη με κάνεις να πνιγώ
βρε θα μείνεις εις το ράφι άκου που σου λέω εγώ

                                                      Τέτοια νιάτα τέτοια κάλλη
Τέτοια νιάτα τέτοια κάλλη θα τα φάει η μαύρη γη
να γιατί θα την γλεντήσω τη ζωή μου κι όπου βγει

Μια και η ζωή θα σβήσει και θα λειώσει το κορμί
στις ταβέρνες το ‘χω ρίξει κι έτσι σβήνουν οι καημοί

Απ’ τον κόσμο αυτόν τον ψεύτη είμαστε περαστικοί
πριν τον νιώσουμε τον ζούμε και περνούμε βιαστικοί

Όλα αψήφιστα τα παίρνω και μποέμικα γλεντώ
όταν έχω τα ξοδεύω και ρεζέρβα δεν κρατώ
      
Οι μηχανές
Όλος ο κόσμος τώρα δουλεύει μηχανές
κι αν κάνεις το κορόιδο σου κάνει πιο πολλές

Σου κάνουνε τον φίλο μπροστά μηχανικά
και πίσω σου σε βρίζουν κρυφά και μυστικά

Ψεύτικα σου μιλούνε μηχανικά γελούν
κακό για να σου κάνουν μονάχα προσπαθούν

Μην έχεις ‘μπιστοσύνη ούτε και σ’ αδερφό
γιατί κι αυτός κρυφά σου σού θέλει το κακό

Σαν της ορφάνειας ο καημός
Σαν της ορφάνειας τον καημό δεν έχει ξαναγίνει
στον κόσμο τ’ ορφανό παιδί πολλά φαρμάκια πίνει

Από μικρό ορφάνεψα προτού στον κόσμο να ‘μπω
γι’ αυτό με δέρνουν οι καιροί σαν καλαμιά στον κάμπο

Σαν της ορφάνειας τον καημόστον κόσμο δεν ειν’ άλλος
πικρός σαν δηλητήριο κι ακόμη πιο μεγάλος
  
Ο παραπονιάρης
Γιατί να γεννηθώ φτωχός η πίκρα με γερνάει
και η γυναίκα π’ αγαπώ να με περιφρονάει

Γιατί οι άλλοι να γελούν και γω να υποφέρω
και μια στιγμή χαρούμενη ακόμα να μην ξέρω

Γιατί να γεννηθώ φτωχός παράπονο με πιάνει
δεν είμαι άνθρωπος κι εγώ μάνα δεν μ’ έχει κάνει

Κλάψε με μάνα μου γλυκιά
Κλάψε με μάνα μου γλυκιά, η πονεμένη μου καρδιά
 δεν βρίσκει πια βοτάνι
το κουρασμένο μου κορμί, το φάγανε οι στεναγμοί
και δεν μπορεί να γιάνει

Μεγάλη μπόρα ξέσπασε, και την καρδιά μου σκέπασε
ο πόνος και η θλίψη
Κι αφού μανούλα δεν μπορώ, τα νιάτα μου να τα χαρώ
τέτοια ζωή ας λείψει

Κλάψε με μάνα μου γλυκιά, κλάψε αγάπη μου παλιά
κι εσείς καλοί μου φίλοι
Κι όταν πεθάνω τότε πια, ανάψτε μου καμιά φορά
κι εμένα το καντήλι

Το πιο καλό παιδί
Το πιο καλό παιδί, το πιο καλό παιδί
μέρα καλή κοντά σου ποτέ δεν έχεις δει
Ενώ μαζί σου έκανε ωραίες εξηγήσεις
εσένανε ο νους ήτανε το πώς θα ξεπορτίσεις
το πιο καλό παιδί το ρίχνεις δηλαδή

Δεν ήτανε σωστό, δεν ήτανε σωστό
ποτέ δεν το περίμενα πως θα ‘κανες αυτό
Χωρίς αιτία έφυγες και μ’ άφησες στον άσσο
και μ’ όλα ταύτα δεν μπορώ εγώ να σε δικάσω
το ‘καψες δηλαδή κακούργα το παιδί

Τον δρόμο τον παλιό, τον δρόμο τον παλιό
Σε συγχωρώ και γύρισε, να πάρουμε κι οι δυο
Αν και πολλά μου έκανες, μίσος δεν θα κρατήσω
αφού σ’ αγάπησα πολύ γιατί να σε μισήσω
το πιο καλό παιδί αγάπα το κι εσύ        

Οι μπαγλαμάδες
Παίζει το μπαγλαμαδάκι και χορεύω ζειμπεκάκι
Φέρτε μου το λουλαδάκι για να πιω αργελεδάκι
Μια και βρέθηκα μαζί σας θα φουμάρω στο τσαρδί σας
Κι όταν γίνουμε μαστούρια θα σας πω και δυο τραγούδια

Στο λιμανάκι σου
Την άγκυρα μου έριξα στην πόρτα τη δικιά σου
γι’ αυτό και πηγαινέρχομαι συχνά στη γειτονιά σου

Σαν το καράβι ήμουνα που φεύγει μάνι-μάνι
γιατί ποτέ του γούστου μου δεν έβρισκα λιμάνι

Μα τώρα που σε γνώρισα τη γνώμη έχω αλλάξει
Και μες στο λιμανάκι σου για πάντα έχω αράξει
  
Το ζάρι
Για πες μου τι ‘θελα μ’ εσένα να μπλεχτώ
και να ‘μαι θύμα της τρελής της τσαχπινιάς σου
πριν καταλάβω πως στον έρωτά σου αυτό
μ’ ήθελες ζάρι για τα γούστα της καρδιάς σου

Εσύ δεν παίρνεις τη ζωή στα σοβαρά
για σένα όλα στην αγάπη ‘ναι παιχνίδια
κι ότι είχες κάνει με τους άλλους μια φορά
παλιό βιολί σου μου ξανάρχισες τα ίδια

Όσο πολύ όμως τρελά κι αν σ’ αγαπώ
άκου δυο λόγια κι αν θες βαλ’ τα στο μυαλό σου
αν την τραβήξεις την κορδέλα θα σου πω
δεν είμαι ζάρι κι άιντε τράβα στο καλό σου  

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑΣ (1903-1985)



Σαν μαγεμένο το μυαλό μου
Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει
και κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει
δεν ησυχάζω και στον ύπνο που κοιμάμαι
εσένα πάντα αρχοντοπούλα μου θυμάμαι

Μες στης ταβέρνας τη γωνιά για σένα πίνω
για την αγάπη σου ποτάμια δάκρυα χύνω
λυπήσου με μικρή και μη μ’ αφήνεις μόνο
αφού το ξέρεις πως για σένα μαραζώνω

Αχ, παιχνιδιάρα πάψε τώρα τα γινάτια
και μη μου κάνεις την καρδούλα μου κομμάτια
με μια ματιά σου σαν μου ρίξεις, αχ πως λιώνω
κοντά σου ξέρεις πως ξεχνάω κάθε πόνο

Χατζηκυριάκειο
Αποβραδίς ξεκίνησα μ’ ένα παλιό μου φίλο
για το Χατζηκυριάκειο και για τον Άγιο Νείλο

Που ‘χει ρετσίνα δροσερή και όμορφα κορίτσια
μόνο που σε τρελαίνουνε με νάζια και καπρίτσια

Έχει και μια μελαχροινή που είναι όλο νάζι
πρώτα με κέρναγε φιλιά και τώρα δεν την νοιάζει

Και κάθε βράδυ καρτερώ στο δρόμο να περάσει
κι αν δεν την κλέψω μια βραδιά ο κόσμος θα χαλάσει

Ξαβεργιώτισσα
Μαραίνεται η καρδούλα μου από πικρό μαράζι
για κάποια ξαβεργιώτισσα που όλο καημούς μου βάζει

Βραδιοξημερώνομαι πάντα στη γειτονιά της
να μ’ ανταμώσει δεν μπορεί φοβάται τη μαμά της

Έλα και σου ‘χω κούκλα μου βοτάνι να σου δώσω
να την κοιμήσεις μια βραδιά να ‘ρθεις να σ’ ανταμώσω

Πόσες φορές θα σου το πω με μια γλυκιά κιθάρα
Πως έχω αγάπη στην καρδιά για σε κρυφή λαχτάρα

Τρελή κουτσουκαριώτισσα
Τρελή Κουτσουκαριώτισσα  καμωματού κοπέλα
απ’ τα πολλά τα νάζια σου θε να με πιάσει τρέλα

Για τα γαλάζια μάτια της και τα γλυκά της χείλη
η γειτονιά μου μ’ έχασε κι όλοι οι καλοί μου φίλοι

Γλυκιά Κουτσουκαριώτισσα για σε καλό δεν είδα
και σαν το ψάρι με τραβάς που πιάστηκε στα δίχτυα

Θε να σε κλέψω μια βραδιά από τη γειτονιά σου
ξανθή Κουτσουκαριώτισσα γι’ αυτήν την ομορφιά σου  

ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ (1900-1966)



Ο Βοτανικός
Ένας μάγκας στο Βοτανικό πι και φι ξηγιέται στο λεπτό
στα παιχνίδια και στα καμπαρέ και στου Περδικάκη τον τεκέ
Τη φουμάρει, μαστουριάζει με την γκόμενά του στον τεκέ
κι η Αγγέλω του πατά φωτιές στον αργιλέ

Είναι μάγκας είναι μερακλής, στο Βοτανικό ο πιο νταής
τόνε τρέμουν όλες οι μαγκιές, μα δεν του καίγεται καρφί που λες
Τη φουμάρει, μαστουριάζει και μπαφιάζει πάντα βερεσέ
γιατί πήρε σύνταξη από το Μεντρεσέ
    
Κάθε βραδάκι τραγουδώ
Κάθε βραδάκι τραγουδώ για σένανε τσαχπίνα
για σένα μαυρομάτα μου ναζιάρα μου κομπίνα

  Τα μάτια σου, τα φρύδια σου κι αυτά σου τα χειλάκια
με βάζουνε καθημερνώς σε χίλια δυο μεράκια

Μα συ μου λες πως δε με θες γιατί ‘μια αλανιάρης
και μου χτυπάς κατάμουτρα πως πλούσιο θα πάρεις

Κορόιδο είσαι μάθε το κορόιδο με τα ούλα
Αφού πουλάς τέτοια καρδιά για πλούσια σακούλα

Κι αν είμαι αλάνης έχω εγώ τα πλούτη στην καρδιά μου
Και για παλάτια μέτρησα εγώ την αγκαλιά μου

Εσούρωσα κι απόψε
Εσούρωσα κι απόψε κι ήρθα πάλι να σου πω
εσύ κι αν δε με θέλεις εγώ πάντα σ’ αγαπώ

Στην πόρτα σου απ’ έξω σαν ζητιάνος σταματώ
Δυο λόγια περιμένω ο φτωχός να γιατρευτώ

Μικρό μου μ’ έχεις κάνει μέρα-νύχτα να μεθώ
και μες στη γειτονιά σου σαν αλήτης να περνώ

Τα δόλια μου τα νιάτα αχ λυπήσου βρε μικρό  
και μη ζητάς να μ’ έβρουν μπρος στην πόρτα σου νεκρό

Το μινόρε της αυγής
Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής
για σένανε είναι γραμμένο από το κλάμα κάποιας ψυχής

Το παραθύρι σου άνοιξε ρίξε μου μια γλυκιά ματιά
κι ας σβήσω πια τότε μικρό μου, μπροστά στο σπίτι σου σε μια γωνιά  

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

ΓΙΟΒΑΝ ΤΣΑΟΥΣ (1893-1942)



Πέντε μάγκες στον Περαία

Πέντε μάγκες στον Περαία, πέρναγαν απ’ τον τεκέ
κάποιος είπε απ’ την παρέα, πα να πιούμε ένα αργιλέ
Μπήκαν μέσα να φουμάρουν, φώναξαν τον τεκετζή
πιάσε ένα αργιλέ αφράτο, με Περσίας τουμπεκί

Δύο τάληρα τον δίνεις, τρία θα πληρώσουμε
αν η γκλάβα θα γεμίσει, θα σε προτιμήσουμε
Φούμαραν και ήταν τζούρα, φώναξαν τον τεκετζή
δεν κατάλαβαν μαστούρα, ήταν σκέτο τουμπεκί

Εσύ νόμιζες πως έχεις, τίποτα κορτάκηδες
ούτε πιτσιρίκια έχεις, ούτε και πρεζάκηδες
Πάμε κει στο βουναλάκι, έχω ζούλα ναργιλέ
πάμε μάγκες να τον πιούμε, να μην πάμε στον τεκέ

Εσύ νόμιζες πως έχεις, τίποτα κορτάκηδες
ούτε πιτσιρίκια έχεις, ούτε και πρεζάκηδες
Αν θα κλείσουν οι τεκέδες, Πειραιά, Κρεμιδαρού
Τότε πια θα κουβαλάω, στη σπηλιά την κουρελού 

  
Η Ελένη η ζωντοχήρα

Η Ελένη η ζωντοχήρα, βρε τι έχει η κακομοίρα
ένα γέρο άντρα έχει κι η καημένη δεν αντέχει
Κάθε μέρα αναστενάζει, απ’ το στόμα φλόγες βγάζει
νέα είναι δεν ταιριάζει και μετά με αγκαλιάζει

Το ξεπόρτισε και λέγει τι να κάνω κι όλο κλαίγει
ο μπακάλης τη λυπάται, κάθε βράδυ τη θυμάται
Κι ο μανάβης σαν περνάει φεύγει την παρηγοράει
έτσι το ‘φερε η μοίρα Λένη να ‘σαι ζωντοχήρα

Σαν τ’ ακούει το μπαρμπεράκι να και τρέχει με μεράκι
έλα δω βρε Ελενάκι να σου δείξω το φαρμάκι
Το ‘μαθε το χασαπάκι, της εστέλνει ένα αρνάκι
κάνε το με το σπανάκι γιατί θα ‘ρθω το βραδάκι  
   

Παραπονιούνται οι μάγκες μας

Παραπονιούνται οι μάγκες μας κι αριστοκράτες όλοι
που δεν τους φέρνουνε να πιουν μαυράκι από την Πόλη
Έλα ρε μάγκα μου να πιεις από τον αργιλέ μας
που έχουμε πολίτικο μαυράκι στον τεκέ μας

Ν’ ακούσεις τον Γιοβάν Τσαούς που παίζει το μπουζούκι
και με τις όμορφες πενιές ν’ ανάβει το τσιμπούκι
Και χανουμάκια έμορφα θα μας τον επατάνε
και τσίκα μαύρη έξυπνη και τσίλιες να φυλάνε

Γλυκιές πενιές θ’ ακούγανε να χάσουν το μυαλό τους
πλούσιοι βιομήχανοι να κάμουν τον σταυρό τους
Κι αυτοί θα διατάζανε κάψε και μας τσιμπούκι
μάγκες να μαστουριάσουμε ν’ ακούσουμε μπουζούκι

Και όλα τα ανφάν κατέ μες τον τεκέ θα κάτσουν
μπουζούκι για ν’ ακούσουνε και για να μαστουριάσουν
Γι’ αυτό σε λίγο βρε παιδιά σε τούτη εδώ τη φύση
όλος ο κόσμος κι αν χαθεί θα βρίσκεται χασίσι