Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ


 

Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ανάσκελα, ολόγυμνος, με τον ανεμιστήρα κατά πάνω μου. Είχα τραβήξει τις βαριές σκουρόχρωμες κουρτίνες, είχα ανοίξει και το πορτατίφ του κομοδίνου. Ο κακός ήλιος φλόγωνε τα πάντα, σκορπούσε καήλα και κάψα,  και με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να μπει στο διαμέρισμα. Μόνο η τροπική υγρασία ήταν ανίκητη, τρύπωνε απ’ όλες τις μεριές. Πριν από λίγο είχα κάνει ένα δροσιστικό ντουζάκι και πάλι κολλούσα ολόκληρος. Κράτησα στο χέρι μου ένα βιβλίο, μα γρήγορα το πέταξα μακριά, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Η αφόρητη ζέστη με ζάλιζε, ήμουν αποχαυνωμένος, σαν μαστουρωμένος. Άνοιξα την τηλεόραση, η τελευταία μου ελπίδα. Έδειχνε επίσημους και παρατρεχάμενους, πολιτικούς και σώματα ασφαλείας, γλάστρες και μαϊντανούς  να τιμούν τη μεγαλόχαρη και να δοξάζουν τη χάρη της με ταρατατζούμ, ομιλίες και άλλες παρλαπίπες. Είχε πλάκα. Όμως, η επόμενη είδηση ήταν κακή. Οι φωτιές μαίνονταν σε όλη την επικράτεια, καιγόταν ολόκληρη η χώρα, δάση και χωριά. Ευτυχώς, εγώ ήμουν ασφαλής. Έμεινα στην τσιμεντούπολη και σώθηκα. Τουλάχιστον δεν θα πήγαινα από πυρκαγιά, είναι μεγάλο μαρτύριο να καίγεσαι ζωντανός, άσχημος θάνατος. Το φετινό καλοκαίρι πήγε κατά διαόλου, μας πήρε και μας σήκωσε και μας τσουρούφλισε. Ούτε μελτέμια είχε, ούτε ξαφνικές μπόρες, ούτε μπουρίνια κι αεράκια, ούτε άλλες δροσιές. Το χειρότερο όλων των εποχών, είπαν οι ειδικοί, έφταιγε η κλιματική αλλαγή του πλανήτη. Από δω και στο εξής έτσι θα είναι τα πράγματα, ακραία, έπρεπε να προσαρμοστούμε. Το νιώθαμε στο πετσί μας. Εδώ και δυο εβδομάδες μας είχε περιλάβει ένας άγριος καύσωνας, αιμοβόρος και εξουθενωτικός. Η πόλη είχε αδειάσει για τα καλά, έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Το θερμόμετρο σταθερά πάνω απ’ τους σαράντα και η υγρασία στα επίπεδα των τροπικών. Κατάσταση αφόρητη. Οι περισσότεροι έφυγαν για τα νησιά και τα βουνά, για διακοπές με φίλους ή φιλοξενούμενοι σε συγγενείς. Μα και φέτος κάποιοι απ’ αυτούς δεν πρόκειται να γλυτώσουν, θα καούν ολοζώντανοι, σκέφτηκα και παρηγορήθηκα. Εγώ δεν θα το ρισκάριζα, αν και είναι όμορφο θέαμα η μεγάλη φωτιά, έστω κι απ’ την τηλεόραση. Κάτι ξέρουν οι πυρομανείς.

Από παιδί μισούσα τα καλοκαίρια. Δεν ήθελα να αφήνω την πόλη και να χάνω τη σειρά μου, ακόμα κι αν άδειαζε ολόκληρη. Οι γονείς με τραβούσαν με το ζόρι στα βουνά και στις παραλίες, το ιώδιο κι ο φρέσκος αέρας θα κάνανε καλό στην υγεία μου, λέγανε, σαν να ήμουνα κανένα καχεκτικό και αρρωστιάρικο. Ξεκαλοκαιριάζαμε εδώ κι εκεί, σε διάφορους συγγενείς και φίλους, κυρίως του πατέρα. Έτσι, εντελώς ξαφνικά, απ’ την μια μέρα στην άλλη, βρισκόμουν ανάμεσα σε άγνωστα πρόσωπα που με κοιτούσανε περίεργα, δεν ξέρω για πιο λόγο, ακόμα και τα παιδάκια τους, που κάποια ήταν και στην ηλικία μου. Δεν ταίριαζα με κανένα, με τα χίλια ζόρια έπαιζα μαζί τους, κι αυτά σίγουρα το καταλάβαιναν. Μου ήταν από εντελώς αδιάφοροι, έως και απεχθείς. Τους έβλεπα στη χάση και στη φέξη και δεν είχαμε τίποτα ουσιαστικό να πούμε. Μα και μεταξύ τους οι μεγάλοι όλο μαλακίες λέγανε, κάτι άνοστα καλαμπούρια και σαχλαμάρες του κώλου για να περνάει η ώρα. Ο μπαμπάς κι η μαμά τους χαμογελούσαν ευγενικά, με συγκατάβαση, τι άλλο να έκαναν, νιώθανε μεγάλη υποχρέωση, το ιώδιο της θάλασσας και ο καθαρός αέρας της εξοχής έπρεπε να πληρωθούν ακριβά και προκαταβολικά. Γι’ αυτό και τους ενοχλούσαν τα ξινισμένα μου μούτρα, μα δυστυχώς δεν μπορούσα να τ’ αλλάξω, δεν είχα άλλα, καλύτερα να βάλω. «Είσαι ανώριμος, κακομαθημένος και αναίσθητος, τίποτα δεν σε ευχαριστεί!» με μάλωνε η μαμά γεμάτη τσαντίλα όταν με ξεμονάχιαζε, δεν ήθελε να ακούσουν οι άλλοι. Δεν της απαντούσα, αλλά ούτε και κοκκίνιζα απ’ τη ντροπή μου, αντιθέτως έβαζα τα γέλια με τη φάτσα της. Δεν μπορούσα μα συγκρατηθώ, όταν νευρίαζε είχε πολύ πλάκα, πάντα μου έφτιαχνε το κέφι. Έτσι κι αλλιώς, ήταν ακίνδυνη, δεν τη φοβόμουν, ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω μου, ούτε ο μπαμπάς. Πάντως  δεν είχε κι άδικο, ήμουν κάπως ανάγωγος και λίγο αχάριστος εκείνον τον καιρό. Μα δεν το ‘θελα και δεν το ‘κανα επίτηδες, έτσι μου έβγαινε, εντελώς αυθόρμητα, αυτός ήταν ο χαρακτήρας μου και τότε δεν μπορούσα ακόμα να τον ελέγξω.

Ωστόσο, δεν ήταν όλα τόσο μαύρα και άραχνα στις καλοκαιρινές μου διακοπές, υπήρχαν και στιγμές θεσπέσιας απόλαυσης. Όταν έπαιρνα μάτι τις γυναίκες (μικρές και μεγάλες) που αλλάζανε για να πάνε για μπάνιο, μα πιο πολύ τα βράδια που πέφταμε για ύπνο στριμωγμένοι σε κοινά δωμάτια. Με θεωρούσαν μικρό ακόμα και ακίνδυνο και με βάζανε στη μέση, μιας και δεν έπιανα πολύ χώρο. Ερεθιζόμουν και κολλούσα πίσω τους, ανάσαινα βαριά και ακανόνιστα, τριβόμουνα και χαϊδευόμουνα, μα δεν έδειχναν να ενοχλούνται, δεν έδιναν σημασία, μπορεί όμως και να έκαναν και τις κοιμισμένες, ποιος ξέρει. Το πρώιμο ξύπνημα της άγουρης σάρκας μου, που ολόκληρα βράδια (και κάποια μεσημέρια) με άφηνε εξουθενωμένο και άυπνο. Έτσι κι αλλιώς, ήμουν ακόμη μικρός και ακίνδυνος. Αργότερα ήρθαν  και άλλα πιο καυλωμένα καλοκαίρια, και άλλα, όλο και πιο καυτά μεσημέρια, και όσο μεγάλωνα γινόμουνα όλο και πιο επικίνδυνος. Μα, από τότε που πέθανε ο πατέρας, οι επισκέψεις μας στους «βλάχους και τους χωριάτες» (έτσι τους έλεγα στη μαμά για να την τσαντίζω) αραίωσαν. Και κάποτε οι παραθερισμοί και οι βόλτες στις εξοχές σταμάτησαν εντελώς. Όπως και οι ολονύχτιες αγρύπνιες των επικίνδυνων,  άσκοπων και ανέξοδων ερεθισμών. Ευτυχώς. 

Σηκώθηκα και τράβηξα για το ψυγείο. Δεν πεινούσα, μόνο διψούσα και ένιωθα πιασμένος, τόσες ώρες πάνω στο κρεβάτι. Κατέβασα μισή μπουκάλα παγωμένο νερό και για να ξεμουδιάσω άρχισα να βολτάρω πέρα δώθε. Σιγά σιγά ερχόταν το σούρουπο, μα η κάψα δεν έλεγε να κοπάσει. Είχα μέρες να βγω για περπάτημα και τα νεύρα μου είχαν τσιτώσει επικίνδυνα, χώρια η υγρασία, η ζέστη και η μοναξιά, είχα μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο. Όταν σκοτείνιασε για τα καλά έκανα άλλο ένα κρύο ντους κι αποφάσισα να βγω στο μπαλκόνι. Όπου έφτανε το μάτι μου αντίκριζα ερημιά και σιωπή. Και ξαφνικά βγήκε κι αυτή έξω, στο διπλανό μπαλκόνι. Πρώτα την άκουσα και μετά είδα το περίγραμμά της να σχηματίζεται πάνω στο γυάλινο χώρισμα. Δεν ήξερα αν με είχε πάρει είδηση. Μιλούσε στο κινητό της ακατάπαυστα, σε ρυθμό πολυβόλου, το στόμα της πήγαινε ροδάνι. Άραγε ποιος φουκαριάρης την πλήρωνε πάλι, δεν ήξερα, μα δεν έπρεπε να τον λυπάμαι, πλήρωνε κι αυτός τα γαμησιάτικα. Απροσδόκητα, μου έφτιαξε το κέφι. Κάθισα και απόλαυσα τον μονόλογό της, σαν να άκουγα θεατρικό του ραδιοφώνου. Πάλι τσακωνότανε, μάλλον με το τελευταίο της αμόρε. Κάποιες στιγμές γινόταν μελοδραματική, έβαζε τα κλάματα, τον εκλιπαρούσε, μα γρήγορα έπαιρνε και πάλι τα πάνω της, τον άρχιζε στα μπινελίκια και τα γαμωσταυρίδια, «όταν γαμούσες ήταν ωραία, παλιομαλάκα, παλιοκαργιόλη, ε, άντε και στο διάολο, λοιπόν!!!» του είπε στο τέλος και του ‘κλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα. Ευτυχώς, γιατί το βρωμόστομά της είχε αρχίσει να με κουράζει, η υπόθεση όμως είχε πολύ πλάκα. Για λίγο συνέχισε τη μουρμούρα μοναχή της, περπατώντας νευρικά πέρα δώθε και καπνίζοντας, μα δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Και ξαφνικά είδα το κεφάλι της να προεξέχει απ’ το μπαλκόνι, κολλημένη στο χώρισμα και να με κοιτάζει περίεργα. Τα μάτια της γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι. Παρέμεινα να την κοιτάζω σιωπηλός. Η γειτόνισσα μίλησε πρώτη. «Είδες τι τραβάω με όλους τους μαλάκες καλοκαιριάτικα;» Της χαμογέλασα μα και πάλι δεν έβγαλα άχνα, φοβόμουν ότι ερχόταν κι η σειρά μου, με τη θεοπάλαβη που έμενε δίπλα μου. Και κείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι μοιάζαμε με τους πρωτόπλαστους λίγο πριν δαγκώσουνε το μήλο.    


Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

ΚΟΚΚΙΝΟΓΑΤΟΣ


 

Βγήκα να πετάξω τα σκουπίδια και ν’ αγοράσω κάποια πράγματα απ’ το σούπερ μάρκετ. Ο κάδος ήταν άδειος, το πρωί είχε περάσει το απορριμματοφόρο. Στον πάτο του μόνο υπήρχε ένα χαρτόκουτο με ένα γκρίζο γατάκι τόσο δα, λίγων μόνο ημερών, κουλουριασμένο, ακίνητο, με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται. Ούτε παραμορφωμένο ούτε αιματοβαμμένο ήταν, δεν το είχε πατήσει αυτοκίνητο. Φαινότανε ανέπαφο, κι όμως κάποιος το πέταξε στα σκουπίδια μέσα στο χάρτινο κουτί. Σε λίγο, το ξέσκεπο φέρετρο μέσα στον πλαστικό τάφο  θα σκεπαζόταν από βρωμερά σκουπίδια και αποφάγια. Έδειχνε γαλήνιο και ατάραχο μες στην ανυπαρξία του, μα δεν βρέθηκε κανείς σ’ αυτήν εδώ την τσιμεντούπολη, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ανοίξει έναν λάκκο και να το χώσει μέσα στη χωμάτινη γη, έστω και χωρίς ψαλμωδίες, τρισάγια και παπάδες. Ποιος ξέρει γιατί ξεψύχησε, πώς πέθανε, από ποια αρρώστια, ίσως μόνο αυτός που το πέταξε στα σκουπίδια. Που δε σκέφτηκε τουλάχιστον να το τυλίξει μ’ ένα σάβανο, να μην φαίνεται, να μην πληγώνει τις ευαίσθητες και ραγισμένες καρδιές. Κι όμως, καμιά φορά γίνονται και θαύματα. Και το γκρίζο γατάκι, αυτή η αθώα ψυχούλα, τούτο το τόσο αδύναμο πλασματάκι, ίσως ξυπνήσει μετά από λίγο, ανοίξει τα αθώα του ματάκια και βρεθεί πάλι μέσα στον αφιλόξενο, άσπλαχνο και σκατένιο κόσμο, σ’ αυτή τη γαμημένη ζωή που δεν χάρηκε, έστω και χωρίς ύπαρξη, χωρίς λογική και συνείδηση, και αρχίσει πάλι να νιαουρίζει και να κλαίει, ζητώντας απεγνωσμένα τη μανούλα του.

Είχα μια ελπίδα. Ίσως γιατί κι εγώ κάποτε (σε μια προηγούμενη ζωή) ήμουν ένας περήφανος και αξιοπρεπής αίλουρος, έστω κι εξημερωμένος, ράθυμος, φιλήδονος, αρπακτικός, περίεργος και ατρόμητος, που αψηφούσε όλους τους κινδύνους, από άγνοια, εριστικός και απότομος, ανερυθρίαστος και ξεδιάντροπος, ο εαυτός και το εγώ μόνο, μακριά απ’ το μέγα πλήθος, έξω απ’ το κοπάδι, την αγέλη και την πλέμπα, φυγόκοσμος και φυγάνθρωπος, δίχως ποιμένα και καθοδηγητή, χωρίς θεό και αφέντη, ανυπόκριτος και έντιμος, χωρίς μυστικά και ψέματα. Μοναχικός, αυτάρκης και πλήρης. Μη αριθμήσιμος. Υπεράριθμος. Σχεδόν ελεύθερος. Περίπου ευτυχής. Κοκκινόγατος.

Πήγα μέχρι το σούπερ μάρκετ και μετά από κάνα μισάωρο γύρισα κρατώντας την πλαστική σακούλα με τα ψώνια. Ο κάδος είχε ήδη γεμίσει μέχρι τη μέση. Πότε πρόλαβαν και τα πέταξαν; Το γκρίζο γατάκι δεν φαινόταν πια, ούτε το άκουσα να νιαουρίζει. Ήταν λοιπόν τελεσίδικα νεκρό και μάταια περίμενα κάποια νεκροφάνεια. Γεννήθηκε άτυχο το καημένο. Δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, να ριψοκινδυνεύσει, να κυνηγήσει, να τσακωθεί, να ερωτοτροπήσει, να συνουσιαστεί, να αναπαραχθεί, να χαρεί τη ζωή. Τουλάχιστον δεν θα μυρίσει άσχημα. Λίγων ημερών ήταν μόνο, μια αθώα ψυχούλα τόσο δα. Θα σαπίσει μα δεν θα βρωμίσει, ριγμένο μέσα στα βρωμερά και τρισάθλια σκουπίδια των ανθρώπων. Και μόνο τρεις τεράστιες σκουλικόμυγες, πετώντας τριγύρω του, θα το υμνολογούν.    

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΠΑΡΑΦΩΝΙΑ


 

Ξημέρωσε όμορφη μέρα, λαμπερή και ηλιόλουστη, κυριακάτικη, χαρά θεού. Έφτιαξα καφέ, άναψα τσιγάρο (το πρώτο και πιο απολαυστικό) και βγήκα στο μπαλκόνι. Ο πεζόδρομος ξεχείλιζε από χρώματα και αρώματα, φάτσες γελαστές και πολύχρωμες, χάρμα αυτιών και οφθαλμών. Τον τόνο έδιναν οι πέντε μουσικοί του δρόμου (η εξαίσια κομπανία τους έπαιζε όρθια) και οι χαρούμενες φωνούλες των παιδιών. Τα μωρά μέσα στα καροτσάκια βαστούσαν τις κουδουνίστρες και τα κουκλάκια τους, τα μεγαλύτερα παίζανε μπάλα, κρυφτό και κυνηγητό, οι έφηβοι περήφανοι και μελαγχολικοί βολτάρανε εδώ κι εκεί καβάλα στα ποδήλατα, κάποια ζευγαράκια φιλιόντουσαν αθώα και ντροπαλά κρυμμένα στις σκοτεινές γωνιές. Οι γονείς τους ξεκουράζονταν στα παγκάκια με έναν καφέ στο χέρι ή ένα παγωτό, δίπλα οι γέροντες χαμογελούσαν αμίλητοι καρφώνοντας το μακρινό και απόκοσμο άπειρο. Τα σκυλάκια τρέχανε πέρα δώθε να πιάσουν τα παιχνίδια τους, οι γάτες γουργούριζαν, γλείφονταν και λιάζονταν τεμπέλικα ξαπλωμένες στο πλακόστρωτο, παρακάτω δυο αδέσποτα κολλημένα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο πηδιόντουσαν με λεπτότητα και χάρη. Μέχρι και οι άστεγοι και οι ζητιάνοι και όλοι οι απόκληροι της ζωής σήμερα έδειχναν αισιόδοξοι μαζεύοντας ευεργετικό ήλιο, ευφραίνοντας τη ραγισμένη τους καρδιά, ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Έβλεπα μπροστά μου σε απ’ ευθείας μετάδοση ολόκληρο το πανηγύρι της ζωής, ολόκληρη την ομορφιά της πλάσης, τον κόσμο όλο μια μεγάλη σκηνή, και μου ‘ρχόταν μια σφοδρή επιθυμία να τους αγκαλιάσω και να τους φιλήσω στα χείλη, να γίνω μαζί τους ένα, να κάνω έρωτα με όλους στα φανερά, σε δημόσια θέα, ολόγυμνοι στη μέση της πλατείας, χωρίς ντροπές και χυδαιότητες. Ναι, αγαπώ τον γυμνό άνθρωπο, λατρεύω τη γυμνή ζωή, και πιο πολύ τους αθώους, αυτούς μου έμειναν για πάντα παιδιά, με τις λιγότερες αυταπάτες, τις πιο χρήσιμες, με τα ζωτικά τους ψεύδη μόνο, τα πιο ανώδυνα.

Ζω και υπάρχω σ’ αυτήν εδώ την πλατεία από τη μέρα που γεννήθηκα και δεν πρόκειται να την εγκαταλείψω ποτέ, μέχρι να με πάρουν τέσσερις. Όμως, από τότε που πεζοδρομήθηκε, την αγαπώ ακόμα πιο πολύ. Κάποτε, πολύ παλιά,  εδώ οι ναύαρχοι των τριών προστάτιδων δυνάμεων απελευθέρωσαν τη χώρα και αμέσως μετά την ξανασκλάβωσαν, γίνανε οι καινούργιοι της δυνάστες, καλύτεροι ή χειρότεροι δεν ξέρω. Μόνο οι πειρατές και οι κουρσάροι έμειναν αμέτοχοι, αδιάφοροι για την ηλίθια κοκορομαχία. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί δεν ήταν με κανέναν και δεν τους έπεφτε λόγος. Δεν κάνω συγκρίσεις, ήμουν αγέννητος ακόμη και όσα μας λένε οι ιστορικοί και μας μαθαίνουν στο σχολείο τα ακούω βερεσέ. Δεν πολυπιστεύω τα γεγονότα που επιλέγουν, τις ερμηνείες που δίνουν, τους μύθους που κατασκευάζουν και πλασάρουν για ακλόνητες αλήθειες. Θυμίζουν τους παπάδες και τους θεολόγους, δεν τους έχω καμιά εμπιστοσύνη. Ούτε ανάγκη τους έχω, φτιάχνω δικές μου ιστορίες, καλύτερες και πιο προσωπικές, πιο αυθεντικές, πιο χρήσιμες. Δεν γνωρίζω τις προθέσεις τους, ούτε τα κίνητρά τους, κι είμαι πολύ καχύποπτος, το μυαλό μου πηγαίνει πάντα στο κακό, ότι θέλουν να μου την φέρουν πισώπλατα. Έχουν ιδεολογικές παρωπίδες, πιστεύουν σε ανεπαρκή θεωρητικά σχήματα,  γίνονται τσιράκια των αφεντικών, των προυχόντων και των εξουσιαστών, των μαλάκηδων που βρίσκονται από πάνω μας και προσπαθούν να καθορίσουν τις ζωές μας, πάντα για το καλό μας βέβαια. Οι θεωρίες τους είναι ασπρόμαυρες και γκρίζες, η ζωή πολύχρωμη, πολυδιάστατη, άναρχη, δεν μπαίνει σε καλούπια, όπως κι όλοι μας. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν τους, λοιπόν, μόνο το μυαλό μου και τα μάτια μου, κι αυτά όχι πάντα. Μα σήμερα δεν πρέπει να γκρινιάζω ούτε να ηθικολογώ. Ο ήλιος λάμπει και τσουρουφλίζει τις καρδιές μας κι όλα αυτά μοιάζουν ασήμαντα. Στο διάολο η ιστορία, ζήτω η ζωή! 

Η διάθεσή μου ήταν απρόσμενα καλή και συμβαίνει σπάνια. Σίγουρα βοηθούσε και ο καιρός, η αναζωογονητική ανοιξιάτικη λιακάδα που ακόμα και νεκρούς σήκωνε απ’ τον τάφο τους, όμως και η προηγούμενη νύχτα. Μετά από πολύ καιρό κοιμήθηκα καλά, σαν πουλάκι, είδα κι ένα όμορφο όνειρο. Ήταν καλοκαίρι, λέει,  και ήμασταν δίπλα στην παραλία, οι γονείς, τα αδέρφια μου (παρ’ όλο που δεν είχα), θειάδες, ξαδέρφια, φίλοι, κόσμος πολύς. Εγώ πλατσούριζα στα βαθιά στα άπατα (παρ’ όλο που δεν μου άρεσε το μπάνιο στη θάλασσα) και η μαμά φώναζε να μην απομακρύνομαι πολύ γιατί θα με φάει ο καρχαρίας και γελούσε δυνατά. Ο μπαμπάς με τον θείο και τους φίλους τους πίνανε τα ουζάκια τους σ’ ένα μαγαζί παραδίπλα πλάι στο κύμα. Κάποια στιγμή βγήκα έξω και η μαμά με αγκάλιασε. Κατόπιν με πλησίασε η όμορφη ξαδέλφη μου και χαμογελώντας μου έδωσε ένα φιλί. Πήγα και κάθισα δίπλα στον μπαμπά, μαζί με τους μεγάλους. Μου χαμογέλασε, μου έκλισε με νόημα το μάτι και μου χάιδεψε το κεφάλι. Άνοιξα τα μάτια μου ευτυχισμένος. Δεν είχα  ξαναδεί στον ύπνο μου τους πεθαμένους. Έτσι κι αλλιώς, σπάνια θυμάμαι τα όνειρά μου.

Και τότε τον είδα. Ήταν η μοναδική παραφωνία της ευχάριστης μέρας, όλης αυτής της παραδείσιας κατάστασης. Περνούσε βιαστικός ανάμεσα στα πιτσιρίκια που κυνηγούσαν το κόκκινο τόπι. Παρ’ όλο που τα γένια μου και τα μαλλιά έχουν μακρύνει πολύ (σαν προφήτης έχω γίνει) πρέπει να με αναγνώρισε. Έτσι κι αλλιώς ήξερε πού μένω, μα ίσως να μην περίμενε εκείνη την ώρα να βρίσκομαι στο μπαλκόνι ή να πέρασε από κει εντελώς αφηρημένα κι ασυναίσθητα. Έκανε πως δεν με είδε, έβαλε την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια και τάχυνε το βήμα του. Το βλέμμα καρφωμένο στο πλακόστρωτο, καμπουριαστός, φαινόταν καθαρά πως είχε λερωμένη τη φωλιά του. Για μια στιγμή μόνο, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και μου ‘ριξε μια λοξή ματιά, φοβισμένη μα επικίνδυνη, γεμάτη απόγνωση, σαν να ‘ταν κολλημένος με την πλάτη στον τοίχο, έτοιμος να ορμήξει. Ίσως πάλι να νόμισε πως, τρία χρόνια τώρα, έχω ξεχάσει τα δανεικά που έπρεπε να μου επιστρέψει («και με το παραπάνω» εκλιπαρούσε τότε) μα στους φίλους δεν μπαίνει τόκος, καμιά φορά μάλιστα τα ξεχνάς, γίνονται δανεικά κι αγύριστα. Δεν μπορούσα βέβαια να τα ξεχάσω, απ’ την άλλη όμως ντρεπόμουν και να του τα ζητήσω, δεν τα είχα και άμεση ανάγκη. Ήξερα τη δύσκολη θέση που βρισκόταν κι ένας λόγος που δεν κυκλοφορούσε πολύ ήταν γιατί είχε φεσώσει τους πάντες. Ανέκαθεν, είχε φιλότιμο και τσίπα ο έρμος, τύχη δεν είχε. Και παλιότερα, όποτε είχε λεφτά στη τσέπη θα σε κερνούσε, δεν τα λογάριαζε. Μέχρι που έμπλεξε χοντρά με τον τζόγο και τον πήρε ο κατήφορος και χάθηκε από την πιάτσα. Μια ζωή στο μαύρο-κόκκινο, μια ζωή με δοκιμές και λάθη, μα δεν έβαζε μυαλό, έμενε αδιόρθωτος. Τουλάχιστον κανείς δεν θα τον κατηγορούσε για έλλειψη πρωτοτυπίας, κάθε φορά έπεφτε σε καινούργιες λούμπες ανεξερεύνητες. Και στυλ είχε κάποτε, και καλό γούστο, ειδικά το ντύσιμό του ήταν φινετσάτο, το μαλλί του περιποιημένο, σκέτο φιγουρίνι, ζεν πρεμιέ του παλιού καλού καιρού, πάντα στην τελευταία λέξη της μόδας. Δεν ήταν παντρεμένος, μα είχε πολλές κατακτήσεις, κι από δουλειές άλλο τίποτα, έβγαζε μπόλικα φράγκα κάποτε, και τα σκόρπαγε και γλεντούσε τη ζωή, πάντα με τα φιλαράκια του, ποτέ μοναχοφάης. Μα τα τελευταία χρόνια έμπλεξε άγρια, τίποτα πλέον δεν τον νοιάζει, μόνο να βρει χρήματα για να παίξει. Όλη τη νύχτα τζογάρει, μία κερδίζει και μία χάνει, και μόλις φέξει επιστρέφει σπίτι ψόφιος στην κούραση και με το μυαλό κουδούνι. Τον τρώει το σαράκι, συνέχεια στην αγωνία, στο ακανόνιστο καρδιοχτύπι, στον ίλιγγο της χασούρας, τη στέρηση και τη μοναξιά. Πλέον ξέρει από πρώτο χέρι το χαμένο παιχνίδι της ζωής και πόσο λίγο κρατάει το πανηγύρι των τρελών, το ξεφάντωμα και η έξαψη του πάθους, πόσο γρήγορα φτάνει η μεγάλη νύχτα και μένουμε με άδεια χέρια. Κι όμως κάποτε κάναμε πολύ παρέα, αν και οι χαρακτήρες μας δεν ταιριάζανε, εγώ τουλάχιστον δεν έπαιζα τυχερά παιχνίδια. Λάθη εποχής.

Του φώναξα από ψηλά, αναταράχτηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο κράσπεδο και άνοιξε ακόμη πιο πολύ το βήμα του. «Στα χαρίζω!!!» ήθελα να του πω, ξέχασε τον εαυτό σου και το παρελθόν, άλλαξε ζωή, απόλαυσε την όμορφη μέρα που φεύγει και δεν θα ξανάρθει, μα δεν πρόλαβα. Έστριψε στην επόμενη γωνία και χάθηκε. Πήγε να χωθεί στο λαγούμι του, μακριά απ’ τους ανθρώπους, και να ονειρευτεί καινούργια παιχνίδια σε ρουλέτες και πράσινες τσόχες, καινούργιες επιτυχίες κι ευτυχίες, καινούργια καρδιοχτύπια, όλο και πιο δυνατά. Σιγά σιγά ερχόταν το σούρουπο και η πλατεία άρχιζε να αδειάζει. Το στομάχι μου ήταν άδειο απ’ το πρωί και γουργούριζε, έπρεπε κάτι να φάω.  Αύριο θα ξεκίναγε πάλι μια καινούργια βδομάδα.

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ


 

Η μεγάλη βδομάδα κύλισε αργά και μελαγχολικά, όπως πρέπει, σύμφωνα με τις γραφές. Φυσικά, δεν πήγα εκκλησία, αλλά κάποιες φορές, τυχαία και ασυναίσθητα, ο διάολος μ’ έφερνε έξω απ’ τον οίκο του θεού. Ήμουν ένας απλός περαστικός. Οι καμπάνες ακούγονταν πένθιμες, οι ψαλμωδίες θλιμμένες και φάλτσες. Μέσα ο λιγοστός κόσμος, κάποιες γριούλες κυρίως, με γονυκλισίες και μακριούς σταυρούς προσπαθούσε να ξεπλύνει, έστω και την τελευταία στιγμή, τα αμαρτήματα μιας ολόκληρης ζωής. Οι τύψεις βέβαια, και ο φόβος για το μαύρο σκοτάδι του κοντινού μέλλοντος, ίσως και λίγη πραγματική συμπόνια για την ανθρώπινη μοίρα, ποιος ξέρει. Δεν συμμετείχα σ’ όλο αυτό το θεατρικό, χιλιοπαιγμένο  και με κακούς ηθοποιούς, μου ήταν αδιάφορο. Δεν πίστευα, ούτε έλπιζα. Το παραμυθάκι ήταν ωραίο, συγκινητικό και με ευχάριστο τέλος, μα φτιαγμένο για μικρά παιδιά. Και όλη αυτή η στεναχώρια για το τίποτα, αφού σίγουρα θα ακολουθήσει η ανάσταση και ο ταλαίπωρος άνθρωπος θα αναληφθεί μεγαλοπρεπώς στα δεξιά του μεγάλου πατέρα. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.  Κάπου κάπου περνούσε απ’ το μυαλό μου μια διαβολική σκέψη, ότι όλοι αυτοί οι πιστοί και καλοί χριστιανοί μπορεί και να μην πίστευαν στο μέγα θαύμα. Πάντα τέτοιες μέρες με κυρίευε ο σατανάς, η αμφιβολία. «Μπαίνει μέσα του ο διάολος!» μουρμούριζε με σφιγμένα δόντια η αυστηρή μητέρα. Οι γιορτές είναι για τα μικρά παιδιά, της απαντούσε σαρκάζοντας ο δαιμονισμένος. Τα γέλια μου πάντα την διαόλιζαν κι έσπαγα ακόμα μεγαλύτερη πλάκα μαζί της. Ο μπαμπάς έμενε μακρινός και αδιάφορος απ’ τις θεολογικές μας διαμάχες, δεν μιλούσε, μόνο ένα ελαφρό και ανερμήνευτο μειδίαμα καπνίζοντας το τσιγάρο του.

Όταν όμως το βράδυ της μεγάλης λύπης, στην κορύφωση των παθών του κυρίου, είδα ξαφνικά μπροστά μου τον επιτάφιο και όλη την ενορία να τον ακολουθεί και να ‘ρχονται κατά πάνω μου, όλο το αιμοβόρο και απειλητικό μέγα πλήθος, τότε τα χρειάστηκα, έπαθα σοκ κι έμεινα άγαλμα στη μέση του δρόμου να τους κοιτάζω. Στην κορυφή της θλιμμένης πομπής οι παπάδες και οι αρχιερείς με τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα, πίσω τους το άβουλο ποίμνιο, έτοιμο να εκτελέσει οποιαδήποτε προσταγή τους στο όνομα εκείνου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να ενωθώ μαζί τους αποκλειόταν εξαρχής για λόγους αξιοπρέπειας, να πέσω χάμω στην άσφαλτο, να περάσουν όλοι από πάνω μου και να με τσαλαπατήσουν θα ήταν πολύ οδυνηρό, έως και θανατηφόρο. Και ανήθικο, αμαρτία και απρέπεια. Θα τους ανάγκαζα και σίγουρα μετά θα με κυνηγούσαν οι ερινύες. «Νεκρόφιλοι όλου του κόσμου ενωθείτε!» φώναξα σε τόνο ηρωικό και πένθιμο με υψωμένη τη γροθιά, τους έστειλα τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς (για μια στιγμή μου φάνηκαν όλοι τους σαν  παραστρατημένοι σύντροφοί μου) κι άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έστριψα στο πρώτο σκοτεινό σοκάκι κι από κει ντουγρού για το σπίτι. Ευτυχώς δεν μ’ ακολούθησε κανείς, και προσευχόμουν στον ύψιστο να μην με είχαν καν αναγνωρίσει.

Στο δρόμο της επιστροφής συνάντησα τρεις ζητιάνους στα πόστα τους σε ώρα εργασίας. Μου ευχήθηκαν χρόνια πολλά και μου ζήτησαν μια μικρή βοήθεια, ότι είχα ευχαρίστηση, είπαν. Τους προσπέρασα αδιάφορα, ούτε καν κοίταξα προς το μέρος τους κι ένας απ’ αυτούς μου ‘ριξε μια βρισιά στα μούτρα. Χαμογέλασα. Και μόνο που μου έφτιαξε, έστω και στιγμιαία, τη διάθεση έπρεπε να του δώσω κάτι. Αυτό όμως θα ήταν άδικο για τους άλλους κι εγώ θέλω πάντα να είμαι ακριβοδίκαιος με τους συνανθρώπους μου, να μην κάνω εξαιρέσεις για λόγους συμπάθειας και μόνο, ή έστω από προσωπικό συμφέρον. Δεν τους έδωσα, όχι μόνο γιατί η διάθεσή μου ήταν κάπως, αλλά γιατί γενικά δεν δίνω ελεημοσύνη ούτε σε επαγγελματίες του δρόμου ούτε σε φιλανθρωπικές οργανώσεις, ακόμα και τούτες τις άγιες μέρες της αγάπης και της συμπόνιας. Όλοι τους με κοροϊδεύουν. Εκμεταλλεύονται την ευαισθησία μου και την καλή μου την καρδιά. Και μου δημιουργούν τύψεις. Ότι είμαι εγωιστής και άσπλαχνος, και κοιτάζω μόνο την πάρτη μου. Θέλουν όλοι το κακό μου. Ζητάνε συνέχεια τεκμήρια και αποδείξεις καλοσύνης, δηλαδή χρήματα και κάνα ψεύτικο δάκρυ να κυλίσει στο μάγουλο. Έτσι έχουνε μάθει. Δεν τους τα δίνω, και δεν νιώθω τύψεις γι’ αυτό. Κατά βάθος είμαι καλός άνθρωπος, μα το ξέρω μόνο εγώ. Μου αρκεί. Έτσι κι αλλιώς, δεν πέφτει λόγος σε κανέναν ποιος είμαι και τι κάνω. Να κοιτάνε τη δουλειά τους και τη δική τους καμπούρα. 

Έφτασα ασθμαίνοντας σπίτι, κλειδαμπαρώθηκα και ταμπουρώθηκα μέσα. Η βραδιά ήταν γλυκιά, ανοιξιάτικη. Βγήκα στο μπαλκόνι με σβησμένα φώτα και άναψα τσιγάρο. Οι πιστοί χριστιανοί επέστρεφαν κι αυτοί στα σπιτάκια τους και σε λίγο θα πήγαιναν στις ταβέρνες και τα μεζεδοπωλεία της πλατείας να γιορτάσουν πρόωρα την ανάσταση και την αποθέωση του καλού ανθρώπου. Με νηστίσιμα, όπως επιβάλει το έθιμο. Θα χλαπάκιαζαν μέχρι σκασμού, μα δεν θα ‘σκαγαν. Ευτυχώς, τα θαλασσινά είναι ελαφριά και υγιεινά εδέσματα, δίχως στομαχικές και καρδιολογικές παρενέργειες. Το μεγάλο μπαμ θα γινόταν μεθαύριο στο πασχαλινό τραπέζι με τα αρνιά και τα κοκορέτσια, τις γαρδούμπες και τα σπληνάντερα. Κυριακάτικα και μεσημεριάτικα θα ξεχείλιζε το λίπος  και το μίσος των συγγενών και θα τους έπνιγε μέσα στα χριστός ανέστη, τις λοιπές ευχές για υγεία και μακροζωία, κακαρίσματα, χυδαία χάχανα και λοξές ματιές γεμάτες νόημα. Μα εμένα, όλα αυτά τα κωμικά και ευτράπελα, δεν μ’ ένοιαζαν. Παρ’ όλο που φέτος η ανάσταση έπεφτε πρωτομαγιά, σύμπτωση άκρως σημαδιακή για ορισμένους, μου ήταν παντελώς αδιάφορη. Τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι, που λέει και το τραγούδι. Είμαι πολύ κουρασμένος και ο κόσμος γίνεται όλο και πιο κουραστικός. Πλέον, εγώ και ο κόσμος δεν ταιριάζουμε, ούτε μπορούμε να προσφέρουμε κάτι ο ένας στον άλλον.  Επομένως, πρέπει να μένουμε σε απόσταση, ειδικά τις γιορτινές μέρες, για το καλό όλων. Σίγουρα, φαίνομαι κάπως απαισιόδοξος, αδιάφορος για όλα, μα δεν φταίω εγώ. Απλά, το ποτήρι δεν φτάνει μέχρι τη μέση, από όποια γωνία και να το κοιτάξεις, είναι εντελώς άδειο. «Γιατί αγόρι μου, γιατί;» άκουσα τη λυπημένη φωνή της μαμάς και είδα το σκοτεινό βλέμμα του πατέρα με μια καύτρα στη μέση να κοιτάζει πέρα μακριά. Έσβησα τη γόπα και μπήκα μέσα. Είχα δυο μερόνυχτα να κλείσω μάτι κι ένιωθα πτώμα απ’ την κούραση. Δεν πρόλαβα να βγάλω τα ρούχα. Κοιμήθηκα δεκαπέντε ώρες σερί, δίχως όνειρα, και δεν άλλαξα ούτε πλευρό. Ύπνος σαν θάνατος.   

Οι γιορτές πέρασαν και φύγαν χωρίς άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις, κατανυκτικά, χωρίς εξάρσεις. Την άλλη μέρα ξύπνησα αργά. Και φέτος έγινε το θαύμα, το άγιο φως άναψε με αναπτήρα (οι πιστοί δεν το δέχονται) και έφτασε αεροπορικώς, με τιμές αρχηγού κράτους. Στην τηλεόραση το άκουσα, από την τελετή αφής με τον αρχιερέα να βγαίνει απ’ τον πανάγιο τάφο βαστώντας τριάντα τρία αναμμένα κεριά μέχρι το αεροδρόμιο, η απόλυτη ξεφτίλα του κράτους, της εξουσίας, του ποιμνίου και του λαουτζίκου. Κάποιος χτυπούσε το κουδούνι και την πόρτα. Επέμενε, μα δεν του άνοιξα. Ούτε καν είχα την περιέργεια να δω ποιος είναι. Μα μου φάνηκε απίστευτο, δεν μπορούσα να σκεφτώ το λόγο, ίσως και να το φαντάστηκα. Πεινούσα. Είχα προμηθευτεί έγκαιρα φαγώσιμα απ’ το μαγέρικο της γειτονιάς, άνοιξα και κάτι παλιοκονσέρβες (δεν είχαν λήξει ακόμη) και έφαγα. Έχω γερό στομάχι που δεν καταλαβαίνει ούτε από σκουλήκια ούτε από ξηρές τροφές, κι ας μην έχω κάνει φαντάρος, κι ας μην έχω πάει σε πόλεμο. Λες και όλη η ζωή δεν είναι πόλεμος, κάθε μέρα και μια καινούργια μάχη. Μόνο μου έσπασε ένα δόντι, όπως μασούλαγα ένα σκληρό κριτσίνι, η μοναδική απώλεια. Ευτυχώς, ήταν απονευρωμένο και δεν πονούσε. Όμως, καλά να πάθω, θεία δίκη. Γαμώ την πουτάνα μου μέσα.

Έμεινα σπίτι μέχρι να περάσει η μπόρα, απ’ το κρεβάτι στο μπαλκόνι και πάλι πίσω. Κάτω ο πεζόδρομος ήταν άδειος, τα μαγαζιά κλειστά. Πλήρης ερήμωση, όμως προσωρινά. Σύντομα η πόλη θα επέστρεφε στους κανονικούς της ρυθμούς και οι άνθρωποι στις δουλειές τους. Τότε θα ‘βγαινα και εγώ απ’ το καβούκι μου.         

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ


Όταν άνοιξα τα μάτια είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Έπρεπε να πάω στη λαϊκή, ούτε καφέ δεν προλάβαινα να φτιάξω. Η μέρα δεν ξεκινούσε καλά. Βέβαια πιο πολύ για βόλτα και για χάζεμα πηγαίνω, κι άμα τύχει ψωνίζω και καμιά ντομάτα, κάνα φρούτο, ψιλοπράγματα δηλαδή. Έτσι κι αλλιώς, δεν μαγειρεύω στο σπίτι, απ’ έξω τρώω. Όμως σήμερα είχα αργήσει. Τώρα θα είναι στα μαζέματα, στα τελειώματα και στα φορτώματα, κάποιοι θα έχουν διπλώσει τους πάγκους, μπορεί να έχουν αρχίσει και το σκούπισμα. Έξω ο καιρός είχε μουρλαθεί τελείως. Ψιλόβροχο με ήλιο (τουλάχιστον δεν κάνει κρύο, τα χιόνια στο βουνό έχουν λιώσει) και τι  προφυλάξεις να πάρεις. Θα φορέσω γυαλιά ηλίου, θα πάρω και ομπρέλα, για σιγουριά. Βγαίνοντας φουριόζος συνάντησα τη διπλανή. Χαιρετηθήκαμε και μου ‘σκασε ένα χαμόγελο. Λίγους μήνες έχει στην πολυκατοικία και δείχνει να με γουστάρει. Όποτε κατά τύχη συναντιόμαστε γελάνε και τα μουστάκια της. Αν πάλι βρεθούμε μαζί στο ασανσέρ δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει, καλύτερα να μην το σκέφτομαι, επικίνδυνες καταστάσεις. Η γειτόνισσα είναι νοστιμούλα, μα δεν της δίνω πολλά χνώτα. Ακόμα δεν ξέρω από πού κρατά η σκούφια της και δεν έχω όρεξη για μπελάδες. Με τα χρόνια, σε τέτοια ζητήματα έχω γίνει πολύ προσεκτικός. Παθός μαθός, που λένε και οι αρχαίοι. Όταν βγήκα στον πεζόδρομο δεν χρειάστηκε να ανοίξω την ομπρέλα, η βροχή είχε σταματήσει. Τράβηξα για τον κεντρικό δρόμο, μα ήταν κλειστός με κορδέλες και στολισμένος με γαλανόλευκες σημαίες. Τα μεγάφωνα του δήμου έπαιζαν εμβατήρια. Για άλλη μια φορά λοιπόν πιάστηκα μαλάκας. Ποια λαϊκή και κουραφέξαλα, σήμερα είναι  η εθνική εορτή και επίσημη αργία, πριν από λίγο πρέπει να τέλειωσε και η παρέλαση. Ο κόσμος στα πεζοδρόμια είχε αρχίσει να φεύγει, στο βάθος κάποιοι νεαροί χασκογελούσαν. Η βροχή τους χάλασε την επέτειο και τα ταρατατζούμ, αυτοί όμως απτόητοι. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά μου ένα τζιπ με αξιωματικούς και τρία στρατιωτικά καμιόνια γεμάτα βαριεστημένους φαντάρους, λες και πηγαίνανε να κάνουν  πραξικόπημα. Χαμογέλασα με την ηλίθια σκέψη μου, έκανα μεταβολή και τράβηξα για το καφενείο.

Ποτέ δεν έδειξα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για παρελάσεις, λιτανείες και άλλες δοξαστικές τυμπανοκρουσίες. Ούτε καν από την τηλεόραση δεν τις έβλεπα. Όταν στις ειδήσεις κάνας κορδωμένος αξιωματούχος έκανε τις επίσημες δηλώσεις τους μιλώντας για εθνική υπερηφάνεια και αναγέννηση του γένους, αμυντική ετοιμότητα της πατρίδας ενάντια στους εχθρούς και άλλες τέτοιες αρλούμπες έβγαζα σπυράκια και άλλαζα κανάλι. Ίσως φταίει που δεν έλαβα την κατάλληλη ηθική διαπαιδαγώγηση απ’ τους γονείς και τους δασκάλους μου, στην περίπτωσή μου απέτυχαν παταγωδώς. Ούτε και φαντάρος πήγα. Στον πατέρα το είχα ξεκόψει έγκαιρα, προτού καν τελειώσω το πανεπιστήμιο. Δεν είχα καμιά όρεξη να υπηρετήσω τη μαμά πατρίδα, να με στείλουν σε κάνα απομακρυσμένο κωλοχώρι και να μου σκοτίζει τ’ αρχίδια ο κάθε κομπλεξικός καραβανάς. Δεν έβρισκα κάποιο σοβαρό λόγο για μια τέτοια ταλαιπωρία. Για να γίνω άντρας και καλός πατριώτης, μη τους χέσω πατόκορφα. Ούτε το γαλάζιο ήταν ποτέ το αγαπημένο μου χρώμα, ούτε τουρκοφάγος ένιωθα, ούτε ήθελα να γνωρίσω καινούργιους τόπους και ανθρώπους. Από παιδί μισούσα τα κουραστικά ταξίδια και τις άσκοπες μετακινήσεις και είχα αποφασίσει και δεν ήθελα να φύγω απ’ την πόλη μου για κανένα λόγο, ούτε για μια μέρα. Όλα αυτά δεν τα είπα στον μπαμπά, όμως τον είδα που μαγκώθηκε, πικράθηκε, μα  δεν μου έφερε αντίρρηση. Λίγο στην αρχή προσπάθησε να μου αλλάξει τη γνώμη, όμως χωρίς αποτέλεσμα. Τα επιχειρήματά του ήταν αδύναμα, το καταλάβαινε κι ο ίδιος. Η μητέρα δεν πήρε θέση. «Αφού δεν θα έχει συνέπειες στην επαγγελματική του σταδιοδρομία» σχολίασε μόνο, χωρίς να γνωρίζω ακόμα για τι είδους καριέρα με προόριζε. Τελικά πήγαμε σ’ έναν γνωστό του ψυχίατρο και πήραμε μια γνωμάτευση για αγχώδεις εκδηλώσεις, καταθλιπτικές διαταραχές, κοινωνικές δυσανεξίες και άλλα πολλά που με καθιστούσαν παντελώς ανίκανο να υπηρετήσω την στρατιωτική μου θητεία και να απομακρυνθώ για οποιοδήποτε λόγο από την οικογενειακή μου εστία. Η κατάστασή μου ήταν κρίσιμη και χρειαζόμουν απεριόριστη φροντίδα και στοργή. Μου έγραψε και κάτι αγχολυτικά που φυσικά δεν πήρα ποτέ. Σήμερα όλα αυτά μου φαίνονται κάπως προφητικά, παρ’ όλο που ουδέποτε είχα μεταφυσικές ανησυχίες. Μετά από λίγους μήνες παρουσιαστήκαμε οικογενειακώς μπροστά στην υγειονομική επιτροπή. Όλη την ώρα παρέμεινα σιωπηλός, σκεφτικός και μελαγχολικός κοιτώντας το πάτωμα. Δεν απάντησα σε καμιά τους ερώτηση, που και που μόνο έσκαγα κάνα πικρό χαμόγελο, μέχρι που μου είπαν ότι δεν με χρειάζονται άλλο, με ευχαρίστησαν για τη συνεργασία μου και βγήκα έξω. Δεν ξέρω τι είπανε με τους γονείς μου, μα με συνοπτικές διαδικασίες πήρα οριστική απαλλαγή από τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις, δίχως ψυχοφθόρες αναβολές, εγκλεισμούς σε ιδρύματα και άλλες άσκοπες καθυστερήσεις. Ίσως τους φάνηκε η περίπτωσή μου πολύ σοβαρή, σχεδόν ανίατη και αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν μια και καλή με την πάρτη μου. Μετά από πολλά χρόνια έμαθα ότι πάλι είχε μεσολαβήσει κάποιος γνωστός του πατέρα. Έτσι την σκαπούλαρα, αλλά έμεινα ισόβια αγύμναστος και εθνικοπατριωτικά ανεκπαίδευτος.    

«Μπα, τώρα κάνεις ότι δεν μας γνωρίζεις;» άκουσα ξαφνικά πίσω μου μια μοχθηρή φωνή και γύριζα να δω. Η χοντρέλω με τα γυαλιά (σωστό κύτος) και το ηλίθιο βλέμμα κρατούσε απ’ το χέρι δυο αγόρια με κάτι γαλανόλευκες σημαιούλες και προσπαθούσε να χαμογελάσει. «Χρόνια πολλά, δεν με θυμάσαι;» απόρησε. ΟΙ λαπούρες και τα ξίγκια της φαλκονέρας ξεχείλιζαν απ’ όλες τις μεριές και χύνονταν στο πεζοδρόμιο. Η φάτσα της δεν μου ‘λεγε τίποτα, παντελώς άγνωστη. Ήμασταν μαζί στο σχολείο, μου είπε και το επίθετό της, μα και πάλι δεν μπορούσα να θυμηθώ. Έτσι κι αλλιώς, είχα διαγράψει όλα τα μαλακισμένα σχολικά χρόνια απ’ τη μνήμη μου, πρόσωπα και ονόματα συμμαθητών και καθηγητών, από τότε παντελώς αδιάφορα, πόσο μάλλον σήμερα, μετά από τριάντα τόσα χρόνια. Δεν κράτησα με κανέναν τους επαφές και ελάχιστους συνάντησα όλα αυτά τα χρόνια, τυχαία στο δρόμο, ζήτημα να άλλαξα μαζί τους δυο τυπικές κουβέντες και κάνα ψεύτικο χαμόγελο. Και όποτε τους αναγνώριζα έγκαιρα, φρόντιζα να αλλάζω πεζοδρόμιο και να κοιτάω τον ουρανό. Μα αυτή εδώ πραγματικά δεν μου θύμιζε κάτι. Είχε παντρευτεί έναν γνωστό επιχειρηματία της πόλης που τώρα είναι αντιδήμαρχος. Βρισκόταν μαζί του στην εξέδρα των επισήμων, από κει παρακολούθησε όλη τη λαμπρή παρέλαση. Καμάρωνε σαν γύφτικο σκερπάνι και το στόμα της πήγαινε ροδάνι. Είχε αρχίσει να μου πονάει το κεφάλι. Δεν θυμάμαι τι άλλα μου είπε, για κάποιους παλιούς συμμαθητές που είχε κρατήσει επαφές, για την φιλόλογός μας που πρόσφατα πέθανε από καρκίνο και άλλα που δεν συγκράτησα. Μιλούσε αρκετή ώρα, μα δεν της έδινα σημασία, σκεφτόμουν μόνο πώς να της ξεφύγω. «Εσύ πώς τα περνάς, τι κάνεις;» με ρώτησε στο τέλος και περίμενε με ανυπομονησία την απάντησή μου. Της ζήτησα να με συγχωρέσει, γιατί είχα μια δουλειά κι έπρεπε να φύγω. Ήμουν πολύ βιαστικός, της είπα, θα τα πούμε μια άλλη φορά.  Έμεινε άγαλμα να με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια. Απομακρυνόμουνα με ελαφρά πηδηματάκια κι ευχόμουν να μην την ξανασυναντήσω μπροστά μου. Εκείνη τη στιγμή άρχισε πάλι να βρέχει και να ρίχνει νερό με το τουλούμι.


Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Η ΜΑΣΚΑ


Την τσικνοπέμπτη έγινε μεγάλος φραμπαλάς. Τρεις οπλισμένοι κλόουν μπήκαν στην τράπεζα της γειτονιάς και ξάφρισαν στο πι και φι  το παραδάκι. Λίγα μόλις λεπτά κράτησε η επιχείρηση. Βγαίνοντας μοίρασαν κεφάτοι και χαμογελαστοί λουλούδια, σοκολάτες και γκοφρέτες στους σαστισμένους περίοικους και περαστικούς. Κάποιοι νεαροί, ενθουσιασμένοι απ’ τον πρόωρο σοκολατοπόλεμο, τους επεφήμησαν αγρίως με χειροκροτήματα και μπράβο. Γρήγορα οι χαρούμενοι ληστές χώθηκαν  στο μασκαρεμένο πλήθος που διασκέδαζε στο δρόμο και στην πλατεία και χάθηκαν ανάμεσα σε εκατοντάδες κλόουν. Η μπάζα ήταν γερή και τα σαΐνια της αστυνομίας δεν μπόρεσαν να τους πιάσουν, ακόμα τους ψάχνουνε. Έγινε μεγάλο ντόρος και αναδείχθηκαν πανηγυρικώς σε ήρωες της ημέρας. Την επόμενη οι τοπικές εφημερίδες έγραψαν ως συνήθως πολλές μαλακίες. Εκείνη την ώρα περνούσα τυχαία έξω απ’ την τράπεζα και τα είδα όλα σε απευθείας μετάδοση. Δώσανε και σε μένα ένα κίτρινο γαρίφαλο και μου ευχήθηκαν καλές μπούλες. Τους χαμογέλασα κι εγώ, είχαν μεγάλη πλάκα. Μετά από λίγο έφτασαν και τα κανάλια και πήραν συνέντευξη από κάποιους αυτόπτες μάρτυρες. Ο κάθε χλεχλές έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη. Εγώ δεν βγήκα στο γυαλί,  έκανα τον ανήξερο και την κοπάνησα με ελαφριά πηδηματάκια. Ήρθαν και οι μπάτσοι, όπως πάντα τελευταίοι και καταϊδρωμένοι, έφραξαν τον χώρο με κόκκινες κορδέλες και το κατάστημα σφραγίστηκε. «Κλειστό λόγω ληστείας», έγραφε το χαρτί πάνω στην πόρτα. Το γεγονός προβλήθηκε και από τα κεντρικά κανάλια της πρωτεύουσας και για άλλη μια φορά η πόλη μας έγινε διάσημη στο πανελλήνιο, δεν είναι και λίγο. 

Το απόγευμα στο καφενείο πήγα με το λουλούδι καρφιτσωμένο στο πέτο, σαν καρνάβαλος, μα δε μ’ ένοιαζε. Η κοπελίτσα του μαγαζιού μου ‘φερε τον καφέ και μου χαμογέλασε. Ακόμα ψήνανε σουβλάκια, τσίκνιζαν και έπιναν κρασιά και μπίρες. Κάποιοι κουβέντιαζαν για την πρωινή ληστεία, τους είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Πάντως μεγάλο θράσος ρε παιδιά, φώναζε ο χοντρός απ’ το διπλανό τραπέζι. Ο κοντός κι ο ψηλός  συμφωνούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους πάνω κάτω. Μαγκιά τους ρε μαλάκες, την έκαναν γερά τη μπάζα και τώρα τα πουλάκια ταξιδεύουν για τα νησιά του παραδείσου, συμπλήρωνε με θαυμασμό και δέος ο κοντός. Όχι σαν εμάς που καθόμαστε εδώ, μινάρουμε και βράζουμε στο ζουμί μας. Για να μας κλαιν’ οι ρέγκες είμαστε. Πρέπει να του μπήκαν μεγάλες ιδέες στο μυαλό του τύπου, μα δεν εξήγησε παραπέρα τι εννοούσε. Έτσι κι αλλιώς, τέτοιες κινηματογραφικές ληστείες δεν γίνονται κάθε μέρα. Τους ήξερα μόνο φατσικά, απ’ το μαγαζί. Οι τρεις καμπαλέρος. Δεν είχαμε πολλές παρτίδες και πάρε δώσε, ένα γεια μόνο, μια καλησπέρα, άντε και καμιά καληνύχτα. Έστηνα όμως αφτί κι άκουγα, με τρόπο πάντα, μην παρεξηγηθώ και με περάσουν για κάνα ασφαλίτη. Είχανε μεγάλη πλάκα και μου φτιάχνανε το κέφι. Ειδικά ο κοντός, που το ‘παιζε μεγάλος τσιρίμπασης, κάτι σαν αρχηγός να πούμε. Και κάθε τόσο έκανε καινούργια μεγαλεπήβολα σχέδια, προσπαθώντας να πιάσει την καλή. Και τα ξεφούρνιζε στους άλλους. Ήταν τακτικός στο καφενείο, σχεδόν κάθε απόγευμα, κάπου εδώ κοντά πρέπει να ‘μενε. Τα φιλαράκια του φερτοί και της προσκολλήσεως, Δεν γνώριζα τι επαγγέλλεται, ούτε από πού κρατά η σκούφια του και τι καπνό φουμάρει, μα τον έκανα χάζι. Ο τύπος έπλαθε ωραίες ιστορίες με τη φαντασία του. Ήταν μεγάλος παραμυθατζής.

Το βράδυ είδα στον ύπνο μου ένα περίεργο όνειρο. Ήθελα, λέει, να σκαρώσω στα φιλαράκια μου μια γουστόζικη φάρσα που θα την θυμόντουσαν σε όλη τους τη ζωή. Να σκηνοθετήσω την κηδεία μου! Πήγα σε δυο τρία γραφεία και τους εξήγησα το σχέδιό μου, μα δεν φάνηκαν συνεργάσιμοι. Εμείς είμαστε σοβαρή επιχείρηση, δεν κάνουμε τέτοια μακάβρια αστεία, κύριε, δεν τρομάζουμε για πλάκα τον κόσμο, έπαιζε σ’ όλους η ίδια κασέτα, ούτε συνεννοημένοι να ήταν. Ο επαγγελματισμός τους και η αυστηρή τήρηση της δεοντολογίας με άφησε άναυδο, δεν το περίμενα. Και δεν τους ζητούσα ούτε πολλά ούτε δύσκολα, και θα πληρωνόντουσαν καλά και με το παραπάνω. Να τυπώσουν το αγγελτήριο του θανάτου μου και να το κολλήσουν στη γειτονιά, αυτό μόνο ήθελα. Τελικά έκανα όλη τη δουλειά μονάχος. Έψαξα και βρήκα ένα υπόδειγμα στο ίντερνετ, το συμπλήρωσα με τα στοιχεία μου, έβαλα κι ένα ανύπαρκτο γραφείο τελετών «Ο ΑΠΑΝΩ ΚΟΣΜΟΣ» και το φωτοτύπησα σε καμιά εικοσαριά αντίτυπα. Δεν ήταν κάτι το δύσκολο, γλύτωσα και τα έξοδα. Όταν νύχτωσε, βγήκα μεταμφιεσμένος σε κλόουν και τα κόλλησα. Η κηδεία θα γινόταν μεθαύριο στις δώδεκα στην εκκλησία της ενορίας μας. Δεν είχα ούτε στενούς ούτε μακρινούς συγγενείς, μόνο τα λιγοστά μου φιλαράκια. Και φυσικά πλήρης ημερών, αυτά έγραφε το κηδειόχαρτο. Ξημερώματα τέλειωσα τη δουλειά και με κάθε προφύλαξη τράβηξα για το σπίτι. Οι δρόμοι ήταν πήχτρα από όμορφα νιάτα γεμάτα ορμή και πάθος που έβραζαν. Έπιναν, χόρευαν και τραγουδούσαν, φιλιόντουσαν και αγαπιούνταν και δεν έδιναν λογαριασμό σε κανέναν. Διονυσιακή ατμόσφαιρα, η χαρά της ζωής. Σε μια σκοτεινή γωνία ένα ζευγάρι είχε ξεβρακωθεί και πηδιόταν στα όρθια. Τους χάζεψα για λίγο δίχως να με πάρουν είδηση και συνέχισα το δρόμο μου. Όμως, λίγο παρακάτω, περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, δεν πρόσεξα κι ένα φορτηγάκι, τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έπεσε πάνω μου και με τσάκισε. Το οδηγούσε ο ψηλός και δίπλα του καθόταν ο κοντός, κρατώντας στο χέρι ένα κίτρινο γαρίφαλο. Ούτε που σταμάτησαν να δουν τι έγινε, ίσως νόμισαν ότι χτύπησαν κάνα ψωραλέο σκύλο. Εγώ πετάχτηκα είκοσι μέτρα μακριά και καρφώθηκα σε μια κολώνα. Η μάσκα μου ‘φυγε απ’ το πρόσωπο, το κεφάλι άνοιξε στα δύο και τα μυαλά μου χύθηκαν στο πεζοδρόμιο. Μια γκρίζα αλανιάρα γάτα πλησίασε με προφύλαξη και άρχισε να τα γλύφει και να τα τρώει. Μετά γαντζώθηκε πάνω στο πρόσωπό μου μπήγοντας βαθιά τα νύχια της στους κροτάφους μου και άρχισε να μασουλάει με βουλιμία μέσα απ’ το σπασμένο κρανίο. Μπροστά μου στεκόταν η μάσκα,  με  κοίταζε και χαμογελούσε. Κάποια στιγμή μου έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα έξω.

Ξύπνησα τίγκα στον ιδρώτα κι απ’ το στόμα μου έτρεχαν σάλια. Τι βλέπει κανείς στον ύπνο του. Αφού πλέον δεν έχω κολλητά φιλαράκια, μου τελειώσανε. Τα σεντόνια και τα σκεπάσματα ήταν πεταμένα στο πάτωμα και στο κομοδίνο το ρολόι έδειχνε τρεις παρά. Άλλη μια νύχτα είχε γαμηθεί για τα καλά. Βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο. Έκανε ψοφόκρυο, όμως από κάτω μια παρέα νεαρών μασκαράδων συνέχιζε το γλέντι τους με μαυροδάφνες στο χέρι τρεκλίζοντας και παραπατώντας. Οι φωνές και τα γέλια τους πρέπει να με ξύπνησαν, μα πριν ολοκληρώσω τη σκέψη μου, απ’ το απέναντι μπαλκόνι, φάνηκε ένας ηλικιωμένος με ριγέ πιτζάμες και άρχισε να τους σκυλοβρίζει. Τι αλήτες τους είπε, τι χαραμοφάηδες και κοπρίτες και στο τέλος απείλησε ότι αν δεν ξεκουμπιστούν από κει θα φωνάξει την  αστυνομία. Τα παιδιά απτόητα τον στόλισαν με διάφορα ευφάνταστα μπινελίκια και μου έφτιαξαν το κέφι βραδιάτικα. Στο τέλος οι μπούλες και οι μασκαράδες αποχώρησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. «Είδες θράσος και αναίδεια τα κωλόπαιδα νυχτιάτικα!», φώναξε ο κωλόγερος προς το μέρος μου, μα δεν του απάντησα. Έσβησα τη γόπα στο μαραμένο φυτό της μαμάς και μπήκα μέσα.  

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

ΑΔΕΙΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Πέρασαν και φέτος τα χριστούγεννα. Στο καλό και να μας γράφουν! Από παιδί δεν με ενθουσίαζαν ιδιαίτερα. Η έμφυτη μελαγχολία μου δεν συμβιβαζόταν με το χαρούμενο κλίμα των ημερών, με καταπίεζαν. Παρ’ όλο που κάπου κει μέσα, ανάμεσα στις τόσες σπουδαίες και μεγάλες, βρισκόταν ξεχασμένη και η δικιά μου, μικρή και ασήμαντη, ονομαστική μου γιορτή. Κανείς απ’ τους φίλους, γνωστούς και συναδέλφους δεν την γνώριζαν, ούτε κι εγώ την διέδωσα παραπέρα. Ένα μυστήριο δισύλλαβο υποκοριστικό, σαν καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, ήταν το τέλειο καμουφλάζ. Μόνο η μαμά με θυμόταν κάθε χρόνο και μια μακρινή θεια απ’ την πρωτεύουσα. Κανείς άλλος, και είχα την ησυχία μου.  

Ούτε έβαζα στόχους για τον καινούργιο χρόνο, ούτε προχωρούσα σε επώδυνους απολογισμούς και προσωπικές εκθέσεις πεπραγμένων. Τα βαριόμουν όλα αυτά, τα έβρισκα πολύ περιττά, ανούσια και μάταια. Έτσι κι αλλιώς, ότι είναι να γίνει θα γίνει (το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, που λέγανε και οι αρχαίοι μας, γαρνιρισμένο με μπόλικες δόσεις γκαντέμικων αναποδιών) και ότι έγινε δεν μπορεί να αλλάξει ούτε να ξαναγίνει. Δεν υπάρχει λόγος να το σκέφτεσαι το παρελθόν, ειδικά όταν είναι δυσάρεστο και ενοχλητικό. Αναγκαστικά, βαδίζεις στα τυφλά, ελπίζοντας σε κάτι, ψύχραιμος πάντα και προετοιμασμένος για τα χειρότερα. Και ότι βρέξει ας κατεβάσει! Πάντως, ο περσινός χρόνος ήτανε σκατά, ένας απ’ τους χειρότερους της ζωής μου. Ο νέος, ευτυχώς, μπήκε καλά. Πέθανε η μαμά και παραιτήθηκα απ’ τη δουλειά. Είμαι δηλαδή σχεδόν ελεύθερος, με άπειρο χρόνο για πέταμα στη διάθεσή μου. Αν και πρέπει να σκεφτώ σοβαρά και ώριμα με ποιον τρόπο θα τον αξιοποιήσω.

Η κακομοίρα η μαμά ήταν μεγάλη και ταλαιπωρημένη, γριούλα πια, κοντά στα ενενήντα, με πολλά προβλήματα υγείας και αφόρητους πόνους σε όλο της το λειψό κορμάκι. Έκανε όμως υπομονή, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των γιατρών, παίρνοντας κανονικά τα φάρμακά της και γενικά υποφέροντας αξιοπρεπώς τα άθλια γηρατειά της. Της κρατούσα απαλά το χεράκι, της χάιδευα τα λευκά της μαλλιά και τη φιλούσα στο μάγουλο, όπως έκανε κι αυτή όταν ήμουνα παιδί. Με κοίταζε με τα όμορφα γαλανά της μάτια και μου χαμογελούσε. Κάπου κάπου βούρκωνε κιόλας, δεν ξέρω, μπορεί και από ευτυχία. Έτσι κι αλλιώς, δεν μιλούσαμε πολύ. Όμως τον τελευταίο χρόνο, μετά από ένα άσχημο πέσιμο, έσπασε τη λεκάνη της  και κατέπεσε τελείως. Έτσι, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Και την πρωτοχρονιά, την ώρα που άλλαζε ο χρόνος και οι γείτονες αναβοσβήνανε τα φώτα δίνοντας και παίρνοντας ευχές για υγεία και αγάπη, ξεψύχησε ήρεμα και απλά, δίχως να γίνει πρώτο θέμα στα δελτία των ειδήσεων. Ήμουνα μόνος στο σπίτι. Κάθισα δίπλα της στο κρεβάτι, έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα στις παλάμες κι άρχισα να κλαίω, για πολύ ώρα, μέχρι που ξεθύμανα. Έβλεπα ότι πλησίαζε τούτη η ώρα, ήξερα ότι κάποια στιγμή θα ‘ρχότανε, μα δεν μπορείς τόσο εύκολα να το δεχτείς. Πάντα ελπίζεις σε άλλη μια παράταση, σε άλλη μια αργοπορία. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που μ’ αγαπούσε αληθινά, αν και κάποιες φορές όχι με το σωστό τρόπο. Δεν θα άκουγα ξανά απ’ τα χείλη της τα «χρόνια πολλά γιόκα μου, να μου ζήσεις». Πλέον ήμουν μόνος και τουλάχιστον για τις φετινές γιορτές είχα ένα σοβαρό λόγο να είμαι σκυθρωπός και αγέλαστος, κανένας δεν θα μπορούσε να με παρεξηγήσει.

Όταν συνήλθα κάπως πήρα τηλέφωνο τη γυναίκα που μας καθαρίζει το σπίτι. Στην αρχή παραξενεύτηκε που άκουσε τη φωνή μου, δεν το περίμενε. Της ευχήθηκα καλή χρονιά και χάρηκε. Γιόρταζε την αλλαγή του χρόνου με τα παιδιά της και την οικογένεια της αδερφής της. Άντρα δεν είχε. Την είχαμε χρόνια στο σπίτι, καλός άνθρωπος, από κάποια ταλαιπωρημένη χώρα του πάλαι ποτέ ένδοξου ανατολικού μπλοκ. Όταν της είπα ότι η μαμά πέθανε συγκινήθηκε κι έβαλε τα κλάματα. Σε δέκα λεπτά ήταν στο πλάι της, τη φιλούσε και της χάιδευε τα μαλλιά. Καλέσαμε το ασθενοφόρο, ήρθε γρήγορα και την πήρε. Της είπα να γυρίσει στο σπίτι της, της έδωσα και χρήματα για το ταξί. Εγώ έπρεπε να τρέξω στο γραφείο κηδειών για τα περαιτέρω. Ήξερα ότι με περίμενε μια δύσκολη νύχτα. Έκανε πολύ κρύο και η υγρασία σου περόνιαζε τα κόκαλα. Όμως ο ουρανός είχε γεμίσει από βεγγαλικά που γιόρταζαν με κρότο και λάμψη τον ερχομό του καινούργιου χρόνου. Της καινούργιας ελπίδας. 

Η κηδεία έγινε μετά από δυο μέρες. Λίγος κόσμος. Η οικιακή βοηθός που ήταν όλη την ώρα βουρκωμένη, κάποιοι γείτονες που θεώρησαν υποχρέωσή τους να παρευρεθούν και να μου συμπαρασταθούν και κάποιοι ξεχασμένοι μακρινοί συγγενείς, απ’ τους λιγοστούς που μας είχαν απομείνει,  που δεν ξέρω κι εγώ πως το έμαθαν και ήρθαν. Εγώ πάντως δεν το είπα σε κανέναν. Στην εκκλησία είδα και κάποιες άγνωστες φάτσες που δεν μου θύμιζαν τίποτα. Τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε επαφές με συγγενείς και σόγια. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς, η μαμά έκοψε κάθε επαφή με το «βρωμόσογο», όπως το αποκαλούσε, δεν ήθελε πλέον πάρε δώσε μαζί τους. Φαίνεται είχαν παλιές διαφορές και άλυτες παρεξηγήσεις που ποτέ δεν είχα την περιέργεια να μάθω. Καλύτερα έτσι. Κι εγώ την ησυχία μου ήθελα, μπελάς ήταν όλες αυτές οι θειάδες και τα ξαδέρφια. Αλλά και απ’ το δικό της το σόι οι περισσότεροι ήταν από καιρό πεθαμένοι, κάποιοι είχαν μεταναστεύσει σε πλούσιες πολιτείες του εξωτερικού, ενώ άλλοι βρίσκονταν διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη τη χώρα. Δηλαδή, τρέχα γύρευε. Έτσι κι αλλιώς, και η ίδια η μαμά είχε ξεκόψει από όλους αυτούς, κάνα τηλέφωνο μόνο κι αυτό τυπικά για τις ευχές των εορτών. Ο χρόνος μάς είχε απομονώσει εντελώς, ενώ οι κοινωνικές μας επαφές είχαν περιοριστεί στα στενά πλαίσια της γειτονιάς. Μετά την εξόδιο ακολουθία πήγαμε στο νεκροταφείο, χώσαμε τη μαμά στη μεγάλη γούβα πλάι στον μπαμπά και κατόπιν όλοι πέρασαν από μπροστά μου και μου ευχήθηκαν συλλυπητήρια, να ζω να τη θυμάμαι. Δεν ξέρω αν παρεξηγήθηκαν, μα δεν κανόνισα για καφέ της παρηγοριάς, δεν ήθελα. Γύρισα μόνος σπίτι και ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι. Ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, η τελευταία υποχρέωση. Δεν είχα πλέον κάποιον άλλο κοντινό μου συγγενή για να θάψω και να κλάψω, ενδεχομένως να μην παρευρισκόμουν ποτέ ξανά σε κηδεία, να μην περνούσα καν έξω από εκκλησία. Ένιωθα χαρούμενος και έκανα όμορφα σχέδια για το μέλλον. Όμως ήμουν πολύ κουρασμένος, ένα ανάλαφρο πτώμα που του έλειπαν τουλάχιστον είκοσι ώρες ύπνου. Με κόπο σηκώθηκα και τράβηξα τα παντζούρια, έκλεισα και την μπαλκονόπορτα να μην ακούω τους θορύβους της πλατείας. Επικράτησε σκότος βαθύ και άκρα του τάφου σιωπή. Αμέσως με πήρε ο ύπνος.

Την επομένη πέρασα απ’ τη δουλειά. Η εθελούσια έξοδος που αποφάσισε η σοφή κυβέρνηση του τόπου μου ήρθε γάντι. Ήταν μεγάλη ευκαιρία. Πενήντα χρονών ήμουνα ακόμη, δεν με είχαν πάρει δα και τα χρόνια. Έφευγα την κατάλληλη στιγμή και με μια γενναία αποζημίωση για τις υπηρεσίες που πρόσφερα αγόγγυστα τόσα χρόνια. Οι συνάδελφοι του γραφείου έλεγαν ότι κάνω μαλακία που αποχωρώ με μειωμένη σύνταξη, έπρεπε να περιμένω λίγο ακόμα να τους τα πάρω όλα. Δεν τους άκουσα. Μια ζωή δημόσιοι υπάλληλοι, καρφωμένοι στις καρέκλες τους, θα γεράσουν εκεί μέσα, σκέφτηκα. Ότι κάποιοι είναι και κάτι κάνουν. Δεν είπα σε κανέναν τίποτα για το θάνατο της μαμάς, ούτε και αυτοί πρέπει να το έμαθαν. Τέλειωσα γρήγορα κάποιες τελευταίες διατυπώσεις και έριξα μαύρη πέτρα πίσω μου. Με κοίταζαν περίεργα. Δεν χαιρέτησα κανέναν. Ούτε θα με ξανάβλεπαν εκεί μέσα. Στο ανήλιαγο μπουντρούμι.

Οι γιορτές λοιπόν έφυγαν, μπήκε ο καινούργιος χρόνος και σιγά σιγά επιστροφή στην κανονικότητα, στην όμορφη καθημερινότητα. Φέτος θα πρωτοτυπήσω, κάνοντας όμορφα σχέδια για το μέλλον. Τέρμα το ξύπνημα απ’ τα ά-γρια χαράματα. Θα σηκώνομαι κατά τις δέκα, θα παίρνω ένα δυναμωτικό πρωινό, θα ενημερώνομαι για τα νέα της ημέρας, θα βγαίνω στα γρήγορα για τα ψώνια της ημέρας, μετά φαγητό, χαλάρωση, ονειροπόληση, διάβασμα και λίγο γράψιμο, μην πάθουμε και υπερκόπωση σ’ αυτή την κρίσιμη ηλικία! Θα αρχίσω να κρατώ ημερολόγιο, όχι ψυχαναγκαστικά, σε καθημερινή βάση, πάντως τακτικά. Όποτε νιώθω την ανάγκη. Όποτε νιώθω ταραχή και συναισθηματική υπερδιέγερση. Όποτε έχω ύπαρξη. Θα είναι ημερολόγια επιβίωσης μέσα στον άδικο, αφιλόξενο και παράλογο κόσμο που αναγκάζομαι να ζω. Για να βρίσκομαι ταυτόχρονα στο εδώ και στο αλλού, για να ξορκίζω το φόβο του θανάτου και τον τρόμο της ζωής, προσπαθώντας να σταματήσω (αλλά και να διογκώσω) τον γαμημένο χρόνο που τρέχει όλο και πιο γρήγορα, για να γίνομαι κάπου κάπου και πάλι παιδί, για να παίζω ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα πλέον δίχως τύψεις και ενοχές. Μικρά κείμενα που θα μπορούσες να τα ονομάσεις και ημερολόγια ευτυχίας, αφού εκείνες τις ώρες της φλογερής έκστασης, σίγουρα θα είμαι χαρούμενος και ευτυχισμένος, παραδόξως, και λίγο αισιόδοξος για το μέλλον, με το ποτήρι διαρκώς μισογεμάτο απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Και κάθε απόγευμα θα βγαίνω για τη μεγάλη βόλτα. Περπάτημα για καμιά ώρα στην πόλη, σπάνια να μπω σε κάνα βιβλιοπωλείο και σίγουρα αποκλείεται να χαζέψω στις βιτρίνες των καταστημάτων, ούτε καν από περιέργεια. Στάση στην κεντρική πλατεία για τον τρίτο καφέ της ημέρας τον φαρμακερό, σε ψηλό σκαμπό στην άκρη της μπάρας, πλάι στην τζαμαρία και με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Τα παιδιά του μαγαζιού θα φοράνε γαλάζιες μπλούζες και θα είναι ευγενικά και εξυπηρετικά. Θα μου χαμογελούν. Τότε θα μπορεί να περάσει ο νεαρός με τα χαρτομάντιλα στο χέρι και στην πλάτη το σακίδιο. Δρομέας μεγάλων αποστάσεων, θα φοράει πάντα καπελάκι και κάποιες φορές θα μυρίζει ιδρώτα, απλυσιά και σκόνη, άλλες πάλι θα είναι καθαρός, ξυρισμένος και περιποιημένος. Καμιά φορά θα του δίνω κάτι, ανάλογα με τη διάθεση. Τον ξέρω από παλιά.    

 Ναι, μπήκε ο καινούργιος χρόνος και είμαι πολύ ευτυχισμένος. Όμως, ήδη, έφτασε το απόγευμα υγρό και τσουχτερό. Τον χειμώνα ευτυχώς βραδιάζει νω-ρίς. Οι μέρες είναι μικρές κι ασήμαντες, οι νύχτες όμως, αν και σιωπηλές, γεμάτες υποσχέσεις. Εκεί όπου δεν χωράει καμία προφητεία, κανένας προγραμματισμός. Όμως ενδιάμεσα, το ήσυχο σούρουπο, άδειο από έγνοιες και σκοτούρες, άδειο από επιθυμίες και προαισθήματα, είναι πλέον όλα τα λεφτά! Κι εγώ κάθε δεκαεφτά χρόνια να αλλάζω πουκάμισο σαν τα βρωμερά και τρισάθλια φίδια. Μεγαλώνοντας. Γερνώντας.