Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

ΤΟ ΠΑΡΤΥ


 

Εκείνο το βράδυ έκανε έναν γαμημένο αυγουστιάτικο καύσωνα. Ήμουν ολόγυμνος ξαπλωμένος στο κρεβάτι και μάταια προσπαθούσα να κοιμηθώ. Παρόλο που απέναντί μου είχα σταθερό τον ανεμιστήρα να ανακυκλώνει τον καυτό αέρα, είχα λιβακώσει. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Η μπαλκονόπορτα ήταν διάπλατα ανοιχτή και από δίπλα ακούγονταν καθαρά οι φωνές, τα γέλια και τα ντάμπα ντούμπα της ηλεκτρονικής μουσικής. Κοίταξα με τσαντίλα το ρολόι. Είχε πάει δύο παρά και τα νεύρα μου είχαν γίνει κουρέλι. Φόρεσα ένα μποξεράκι και πήγα να τους χτυπήσω το κουδούνι. Δεν ήξερα ποιοι μένουν (ήταν καινούργιοι στην πολυκατοικία) μα δεν με πείραζε. Θα μοιραζόμασταν από μισή την ντροπή βραδιάτικα. Όταν άνοιξε η πόρτα έμεινα κάγκελο και κατάπια τη γλώσσα μου. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι ολόγυμνα με κοιτούσαν χαμογελώντας μα κάπως θαμπά. Ήταν και ξυπόλυτα, σαν να βρίσκονται σε παραλία γυμνιστών. Ήταν εμφανώς πιωμένοι, ίσως και μαστουρωμένοι. Προχώρησα μέσα. Το διαμέρισμα ήταν γεμάτο από γυμνούς άνδρες και γυναίκες και η μουσική ήταν στο τέρμα, δεν μπορούσα να ακούσω ούτε τη φωνή μου. Ήταν όλοι τους τελείως άτριχοι, είχαν ξυρίσει μέχρι και τα μουνιά τους και τ’ αρχίδια τους, μάλλον για λόγους υγιεινής. Προσπάθησα να μιλήσω σε κάποιους, μα η συνεννόηση ήταν αδύνατη. Τελικά ήρθε προς το μέρος μου ένας που φαινόταν νηφάλιος και διαυγής (όμως κι αυτός ολόγυμνος) με χαιρέτησε επίσημα δια χειραψίας και μου εξήγησε την κατάσταση. Μου φάνηκε πολύ λογικός. Είχανε πάρτυ, μα αυτός έπρεπε να παραμείνει ξεμέθυστος για να οδηγήσει αύριο το πρωί το λεωφορείο που θα τους πήγαινε για διακοπές. Θα ξεκινούσαν αμέσως σε λίγες ώρες με το πρώτο φως, δεν είχαν ώρα για χάσιμο. Ήμουν ευπρόσδεκτος, είπε. Μόνο έπρεπε να βγάλω το μποξεράκι. Και με μια αστραπιαία κίνηση μια κοπέλα από πίσω μου το κατέβασε. Δεν έφερα αντίσταση, ούτε καν δυσανασχέτησα, αφού αυτοί ήταν οι κανόνες. Βρισκόμουν, λοιπόν, στον παράδεισο των πρωτόπλαστων, σε ένα πάρτυ γυμνιστών. Παραμέσα κάποιοι έκαναν σεξ, άλλοι χόρευαν, ενώ ορισμένοι έπαιρναν φόρα και πηδούσαν απ’ το μπαλκόνι με τα χέρια ανοιχτά, σαν πουλιά.  Όμως, δεν κατάφερναν να πετάξουν, παρά έκαναν ελεύθερη πτώση στον ακάλυπτο. Τότε θυμήθηκα ότι ήμασταν στον πέμπτο όροφο και απ’ την τρομάρα μου ανατρίχιασα. Βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα κάτω. Δεν υπήρχε κανένα πτώμα, ούτε αίματα ούτε χυμένα μυαλά. Τότε τέσσερεις γυμνοί με σήκωσαν ψηλά και με πέταξαν κάτω στον ακάλυπτο.

Έβγαλα μια φοβερή κραυγή και ξύπνησα. Τα μαξιλάρια και τα σκεπάσματα βρίσκονταν πεταμένα στο πάτωμα κι εγώ ψηνόμουν απ’ τον πυρετό και έτρεμα ολόκληρος. Κοίταξα το ρολόι. Ήταν δύο παρά.  

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Καθόταν έξω απ’ το καφενείο στο αναπηρικό του καροτσάκι αμίλητος, μαρμαρωμένος και αγέλαστος, παρατηρώντας τη ζωή που περνούσε και έφευγε από μπροστά του. Στο τραπέζι του υπήρχε ένα ποτήρι νερό για να βρέχει τα χείλη του, σπάνια ένα πιατάκι με μεζέ. Δεν πεινούσε. «Τι να την κάνω το φαί αφού πεθαίνω» έλεγε στον καφετζή και το μοίραζε στα αδέσποτα. Μέρα με την μέρα έλιωνε, είχε μείνει ο μισός, μα δεν το κούναγε ρούπι από κει.

Μια ολόκληρη ζωή, σαράντα και παραπάνω χρόνια, έζησε στη σκιά, κλεισμένος μέσα στο μουντό και ανήλιαγο γραφείο κάποιας δημόσιας κοινωφελούς υπηρεσίας, στάσιμος μισθολογικά και βαθμολογικά (λόγω μειωμένων ικανοτήτων έγραφαν οι προϊστάμενοί του στις εκθέσεις του) μα δεν τον ένοιαζε, ούτε το έπαιρνε για προσβολή. Εκείνοι κάτι θα ήξεραν περισσότερο, κι αυτός έκανε ότι μπορούσε. Μη ικανός αλλά τουλάχιστον πιστός και πρόθυμος στο καθήκον του, έλεγαν, κι αυτό του ήταν αρκετό. Δούλευε με ζήλο, ακόμη και πέραν του ωραρίου, αν χρειαζόταν. Ακόμη και όταν οι συνάδελφοί του τον κορόιδευαν μπροστά στα μούτρα του για να σπάσουν πλάκα και να γελάσουν, αυτός δεν δυσανασχετούσε, ούτε τους αντιγύριζε κουβέντα, μόνο έκανε πως δεν καταλάβαινε, χαμογελώντας χαζά. Έκανε υπομονή μέχρι να περάσει η μπόρα.

Μέχρι που ένας φιλεύσπλαχνος διευθυντής, για να τον προστατέψει από τα σαρκοβόρα θηρία της υπηρεσίας, του άλλαξε πόστο και καθήκοντα. Τον πήρε απ’ το πρωτόκολλο των εισερχομένων που ήταν όλα του τα χρόνια και τον τοποθέτησε στο γενικό αρχείο των παλιών και άχρηστων εγγράφων που βρισκόταν στο υπόγειο του κτιρίου, πέντε μέτρα κάτω από τη γη. Ο προηγούμενος αρχειοθέτης, ένα λειψό χλεμπονιάρικο γεροντάκι (έτσι του είχε φανεί) σε λίγο έβγαινε στη σύνταξη. Αν και δεν του άρεσαν οι απότομες αλλαγές (ήταν άνθρωπος της ασφάλειας, της συνήθειας και της ρουτίνας) δεν έφερε αντίρρηση και σύντομα προσαρμόστηκε στα νέα του καθήκοντα. Πλέον, σπάνια έβλεπε κάνα συνάδελφο, και μόνο όταν θα κατέβαινε τα τριάντα σκαλιά της κόλασης για να του παραδώσει κάποια έγγραφα για αρχειοθέτηση «μακράς καταψύξεως», όπως έλεγαν περιπαιχτικά, εφόσον δεν θα τα ξανάβλεπε ανθρώπου μάτι, μέχρι να έρθει η ώρα της τελικής καταστροφής τους.

Έτσι, πέρασαν τα χρόνια και κάποια στιγμή ο μέγας αρχειοθέτης του σύμπαντος πλέον, που παρέμενε ταπεινός και καταφρονεμένος, έπρεπε να κάνει τα χαρτιά του για τη σύνταξη. Το τρέναρε όσο μπορούσε, μα τώρα η υπόθεση δεν έπαιρνε άλλη αναβολή. Είχε πατήσει τα εβδομήντα, το μέγιστο όριο ηλικίας που επέτρεπε ο νόμος (στο ζήτημα αυτό ήταν πολύ αυστηρός) και έπρεπε να συνταξιοδοτηθεί υποχρεωτικά. Όσο και να παρακαλούσε τον διευθυντή να τον κρατήσει, δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Έτσι, μια καταραμένη μέρα μάζεψε τα λιγοστά προσωπικά του είδη και δεν ξαναπάτησε στην υπηρεσία. Αυτό του στοίχισε ακριβά. Πλέον, είχε μπόλικο ελεύθερο χρόνο, μα δεν ήξερε τι να τον κάνει. Ούτε οικογένεια είχε, ούτε φίλους, ούτε και συγγενείς. Ήταν ολομόναχος μέσα στον κόσμο. Φοβόταν τους ανθρώπους. Η κοινωνική του ζωή ήταν μηδαμινή, το ίδιο και οι προσωπικές του απολαύσεις. Δεν κάπνιζε, ούτε έπινε καφέδες και αλκοόλ. Δεν ήξερε από καφενείο και ταβέρνα, ούτε καν για  βόλτα δεν έβγαινε στην πόλη. Το μεσημέρι, μετά τη δουλειά, πήγαινε για φαγητό σε ένα μαγέρικο της γειτονιάς του  και κατόπιν στο σπίτι για έναν υπνάκο. Το απόγευμα θα χάζευε στην τηλεόραση κάποια ψυχαγωγική εκπομπή (του άρεσαν τα παιχνίδια γνώσεων), θα έβλεπε τις μπαγιάτικες ειδήσεις της ημέρας (ας μην καταλάβαινε και πολλά πράγματα) θα έτρωγε κάτι ελαφρύ και θα έπεφτε στο κρεβάτι νωρίς, με τις κότες. Την άλλη μέρα θα ξύπναγε απ’ τα άγρια χαράματα και πάλι το ίδιο βιολί, δουλειά και σπίτι.

Όμως  τώρα δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Έπεσε σε μελαγχολία και αρρώστησε. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του πνεύμονα σε καλπάζουσα μορφή και δεν του έδιναν πολύ χρόνο ζωής. Του φάνηκε παράξενο γιατί δεν είχε καπνίσει ποτέ στη ζωή του. «Ναι, δυστυχώς είστε μια σπάνια περίπτωση», του εξήγησαν με συμπόνια οι γιατροί. Οι ακτινοβολίες και οι χημειοθεραπείες δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν, δεν υπήρχε θεραπεία για την περίπτωσή του. Κάθε μέρα όλο και χειροτέρευε. Αναγκάστηκε να προσλάβει νοσοκόμα για να τον βοηθάει, μα σύντομα η μικρή υπόγεια γκαρσονιέρα των τριάντα τετραγωνικών άρχισε να τον πνίγει. Του φαινόταν λαγούμι, δεν άντεχε να μένει άλλο εκεί μέσα. Έτσι την ξενοίκιασε, έδιωξε και τη γυναίκα που τον φρόντιζε, σταμάτησε τις θεραπείες και τα φάρμακα, αγόρασε ένα αναπηρικό καροτσάκι και εγκαταστάθηκε μόνιμα έξω απ’ το καφενείο, τουλάχιστον να περάσει τον χρόνο που του απέμενε ανάμεσα στους ανθρώπους, αντικρίζοντας κάθε πρωί το ζεστό φως του ήλιου. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ήταν πονόψυχος και δεν του έφερε αντίρρηση, μπορούσε να μείνει για όσο καιρό ήθελε, με το αζημίωτο βέβαια και εφόσον για τα βράδια είχε εξασφαλίσει έναν άγρυπνο φρουρό της περιουσίας του.

Είναι αλήθεια, ο αρχειοθέτης δεν κοιμόταν πολύ. Ούτε και μιλούσε πολύ, μα όλοι με κάποιο τρόπο είχαν μάθει την τραγική του ιστορία και τον συμπονούσαν. Έτσι, του έλεγαν μια ζεστή καλημέρα ή δυο απλές κουβέντες για τον καιρό, προσπαθώντας να τον παρηγορήσουν και να του γλυκάνουν τις τελευταίες μέρες της θλιβερής του ζωής. Αυτός τους χαμογελούσε γλυκά και τους ευχαριστούσε για το ενδιαφέρον τους. Μέχρι που ένα κρύο πρωινό τον βρήκαν να κοιμάται παγωμένος και χαμογελαστός πάνω στο αναπηρικό του καροτσάκι. Και δεν ξαναξύπνησε.                             

Σάββατο 30 Ιουλίου 2022

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ (Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ)


 

Όταν ξεκίνησε ο καβγάς ήταν απόγευμα, δεν είχε δύσει ακόμη ο ήλιος και τ’ αδέρφια μου έλειπαν απ’ το σπίτι. Βρισκόμουν στο σαλόνι καθισμένος στην πολυθρόνα της γιαγιάς, εδώ και τέσσερα χρόνια άδεια. Δεν ήξερε γραφή και ανάγνωση και μου ζήταγε συχνά να της διαβάσω παραμύθια. Ήθελε τάχα να διαπιστώσει την πρόοδό μου στο σχολείο. Ήμουν το αγαπημένο της εγγόνι, το πρώτο και καλύτερο, είχα και το όνομα του συγχωρεμένου του άντρα της. Μα κι εγώ δεν της χάλαγα χατίρι. Σαν υπάκουο σκυλάκι πλησίαζα κοντά της, κουλουριαζόμουν στα πόδια της και άρχιζα να της διαβάζω «μια φορά κι ένα καιρό» με άψογη ορθοφωνία, χωρίς λάθη και κομπιάσματα, φτάνοντας πάντα στο «και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, καλή μου γιαγιά!». Τότε μου έλεγε ένα μεγάλο «μπράβο, αγόρι μου!», μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της, με φιλούσε με τα μεγάλα άσπρα της μουστάκια και στο τέλος μου γέμιζε τις χούφτες μου με καραμέλες. Το βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, της έλεγα ξανά το ίδιο παραμύθι, μέχρι να κλείσει τα μάτια της και να αρχίσει το μακάριο ροχαλητό της. Τότε σταμάταγα, άφηνα το βιβλίο πάνω στο κομοδίνο και σιγά σιγά έχωνα το δεξί μου χέρι κάτω απ’ το διάφανο νυχτικό της. Την χάιδευα απαλά για κάμποση ώρα, μέχρι να ακούσω βήματα να πλησιάζουν στο δωμάτιο και να ανοίγει η πόρτα τρίζοντας.

Όσο ζούσε η γιαγιά δεν τσακωνόντουσαν. Τώρα άκουγα καθαρά τις φωνές και τα κλάματα της μαμάς. Σηκώθηκα ανήσυχος από την πολυθρόνα και πήγα στην κουζίνα να δω. Ο πατέρας την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την χτυπούσε με λύσσα. Όταν με είδε σταμάτησε, μου είπε μια περίεργη βρισιά και εγώ το ‘βαλα αμέσως στα πόδια. Παράτησε τη μαμά στο πάτωμα αιμόφυρτη και έτρεξε πίσω μου. Βγήκα έξω από το σπίτι, μα αυτός συνέχισε να με κυνηγά. Λίγο παρακάτω σταμάτησα, δεν υπήρχε λόγος να τρέχω άλλο. Ήθελα να δείξω ότι δεν τον φοβάμαι. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα ‘ταν η πρώτη φορά. Είχα ξαναφάει ξύλο για αταξίες (για σοβαρές ή για ασήμαντες αιτίες, δεν μπορώ να θυμηθώ) από κείνον στο σπίτι με την πέτσινη λουρίδα κι απ’ τη δασκάλα στο σχολείο με τη ξυλόβεργα. Τώρα όμως βρισκόμασταν σε κοινή θέα. Ήρθε από πίσω μου και μου ‘ριξε μια κλοτσιά στον κώλο. Δεν πόνεσα, μόνο ντράπηκα που τον είδαν οι γείτονες να με ξεφτιλίζει. Ακούγοντας τις φωνές του, είχαν βγει όλοι στις πόρτες και τα παράθυρα και παρακολουθούσας χωρίς να επεμβαίνουν. Μετά μ’ έπιασε απ’ το αυτί. Πονούσα πολύ, νόμιζα ότι θα μου το ξεριζώσει και ότι θα μείνω μόνο με ένα. «Μπρος, πάμε μέσα και θα δεις τι έχεις να πάθεις!» με απείλησε και με τράβηξε σέρνοντας για το σπίτι.  Και για να με ταπεινώσει ακόμη πιο πολύ, μου είπε ξανά την ίδια ιστορία. Ότι δεν ήμουν δικό τους παιδί, γι’ αυτό ήμουν τόσο σκάρτος. «Δεν μπορεί να βγήκες εσύ απ’ τα δικά μου αρχίδια!» φώναζε δυνατά. Όχι, απλά ήμουν ένα μπαστάρδικο που τους το πούλησαν κάτι γύφτοι ή το παράτησαν έξω απ’ την πόρτα τους, μες στην τρομάρα μου δεν μπορούσα να θυμηθώ ακριβώς. Δεν τον πίστευα, μα κάθε φορά, μετά το ξύλο, έτρεχα στον καθρέφτη και κοιτούσα προσεχτικά το πρόσωπό μου να δω αν είναι μαυριδερό και βρώμικο. Με είχαν υιοθετήσει, έλεγε, μα εγώ ήμουν αχάριστος και αγνώμων για όσα έκαναν για να με μεγαλώσουν και να γίνω σωστός άνθρωπος στην κοινωνία. Και όλα αυτά ξεκίνησαν μετά το θάνατο της γιαγιάς. Όσο εκείνη ζούσε, δεν με είχε πειράξει κανείς.

Ξαφνικά, εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε ο σωτήρας μου.  Στάθηκε απειλητικός μπροστά του, σε  θέση μάχης, δείχνοντας τα μυτερά του δόντια. Ο πατέρας έδωσε μια κλοτσιά στον αέρα κι εκείνος όρμησε κατά πάνω του και μ’ ένα σάλτο γαντζώθηκε στο κεφάλι του. Έκανε σαν τρελός και λυσσασμένος και άρχισε να τον γδέρνει και να τον δαγκώνει. Ο πατέρας ούρλιαζε απ’ τον πόνο και την τρομάρα του, μέχρι που άφησε το αυτί μου ήσυχο και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς χάμω στο πεζοδρόμιο. Τότε του ξέφυγα και άρχισα να τρέχω. Μα και ο μαύρος γάτος τον παράτησε στην δυστυχία του και με πήρε από πίσω μου. Ήταν ένα όμορφο σφριγηλό ζώο με γυαλιστερή γούνα και φουντωτή τσακισμένη ουρά. Δεν τον είχα ξαναδεί στη γειτονιά, ούτε γνώριζα γιατί με υπερασπίστηκε. Μου νιαούρισε και απ’ το βλέμμα του κατάλαβα ότι ήθελε να τον ακολουθήσω. Τράβηξε μπροστά και μετά από λίγο φτάσαμε σ’ ένα ξέφραγο οικόπεδο, ανάμεσα σε δύο πανύψηλες πολυκατοικίες. Ήταν γεμάτο γάτες όλων των αποχρώσεων και ηλικιών, μέτρησα καμιά δεκαριά κεφάλια. Μέσα υπήρχε μια μεγάλη συκιά και στο βάθος μια μικρή ερειπωμένη αποθήκη. Ήταν Αύγουστος και το δέντρο ήταν γεμάτος γλυκούς γινομένους καρπούς, η καλύτερη παγίδα για τα κακόμοιρα ποντικάκια, σκέφτηκα. Έκοψα ένα σύκο, το ξεφλούδισα κι άρχισα να το μασουλάω με όρεξη.

Έμεινα κάμποσες μέρες εκεί. Κοιμόμουν μέσα στην ερειπωμένη αποθήκη αγκαλιά με δυο μικρά παιχνιδιάρικα γατάκια. Ευτυχώς είχε μια βρύση με πόσιμο νερό και φαγητό μας έφερνε μία φιλεύσπλαχνη ηλικιωμένη κυρία. Μετά από λίγες μέρες η αστυνομία με ανακάλυψε και με γύρισε στο σπίτι. Ευτυχώς δεν συνάντησα τον πατέρα, είχε μόλις πεθάνει. Από ανακοπή καρδιάς, είπαν, κι όχι απ’ τα δαγκώματα του λυσσασμένου γάτου, μα ένιωσα κάποιες τύψεις. Δεν τα πηγαίναμε καλά. Δεν ξέρω γιατί δεν με αγαπούσε όπως τα μικρότερα αδέρφια μου. Μα πιο πολύ με ενοχλούσε και μου έσπαγε τα νεύρα όταν καμιά φορά τρώγαμε όλοι μαζί και ρουφούσε τη σούπα του, πλάθοντας με απόλαυση τα χείλη του. Αυτό δεν μπορούσα να το αντέξω. Μου κοβόταν μαχαίρι κάθε διάθεση για φαγητό και περίμενα πότε θα τελειώσει το μαρτύριο για να εξαφανιστώ απ’ το οικογενειακό τραπέζι. Έτσι, και με το δίκιο μου, πολλές φορές είχα ευχηθεί τον θάνατό του. Και να που ο πανάγαθος θεούλης με άκουσε. 

Στην κηδεία του η εκκλησία ήταν γεμάτη με κόσμο μέσα και έξω. Τελικά είχε πολλούς γνωστούς και φίλους, αν και ποτέ δεν έρχονταν στο σπίτι μας. Ήταν μέσα στο φέρετρο ροδαλός και χαμογελαστός, καμιά σχέση με πτώμα, και μου φάνηκε ότι μας κορόιδευε όλους κι ότι ξαφνικά θα ανασταινόταν και θα άρχιζε να με κυνηγάει. Η μαμά μας έβαλε να τον ασπαστούμε στο κούτελο. Τα αδέρφια προχώρησαν, έκαναν τον σταυρό τους και τον φίλησαν. Εγώ, όχι. Αρνήθηκα. Έβγαλα το κουζινομάχαιρο και άρχισα να το μπήγω πάνω στο νεκρό κορμί του, στο ύψος της άσπλαχνης καρδιάς του. Ήθελα να σιγουρευτώ ότι τα είχε κακαρώσει, δεν είχα καμία εμπιστοσύνη στους γιατρούς και τους παπάδες. Επικράτησε πανδαιμόνιο, ουρλιαχτά φρίκης και λιποθυμίες. Συνέχισα να τον τρυπάω και να τον ματώνω, όταν το φέρετρο αναποδογύρισε και κείνος έπεσε χάμω στο πλάι. Τότε άνοιξε το ένα του μάτι και με κοίταξε χαμογελαστός. Δεν είχε κόρη, φαινόταν μόνο το ασπράδι. Φοβήθηκα, πέταξα το φονικό όργανο και το έβαλα στα πόδια. Ο μαύρος γάτος με τη γυαλιστερή γούνα και τη φουντωτή τσακισμένη ουρά με περίμενε απ’ έξω. Όταν με είδε να βγαίνω απ’ την εκκλησία, άρχισε να τρέχει μαζί μου, λες και ήτανε συνένοχος.

Φτάσαμε κάθιδροι στο οικόπεδο με την μεγάλη συκιά και την ερειπωμένη αποθήκη και ήπιαμε φρέσκο δροσερό νερό απ’ το μπωλάκι της καλής κυρίας. Πλέον, δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με τους ανθρώπους, μόνο να μεταμορφωθώ σε γάτο και να με υιοθετήσει αυτή η καλή πολύτεκνη οικογένεια. Μα αυτή τη φορά με έπιασαν αμέσως. Γιατροί, μπάτσοι και νοσοκόμοι με έδεσαν πιστάγκωνα και με κλείσανε στο τρελάδικο, σε ειδική πτέρυγα για τα παιδιά. Στο λευκό δωμάτιο ήμουνα μόνος. Είχε πολλά παιχνίδια, μα δεν μπορούσα να παίξω. Με είχαν συνέχεια δεμένο στο κρεβάτι, χέρια και πόδια, για να μην κάνω κακό στον εαυτό μου, είπαν. Κάθε τόσο έμπαιναν μέσα κάποιοι με άσπρες μπλούζες και μου έκαναν ένεση. Κοιμόμουν πολλές ώρες και έβλεπα εφιάλτες. Κανείς δικός μου δεν ήρθε να με δει, όλοι με είχανε ξεγράψει. Ευτυχώς, όποτε άνοιγα τα μάτια μου έβλεπα καθαρά έξω απ’ το παράθυρο τον όμορφο μαύρο γάτο με την τσακισμένη φουντωτή ουρά, τον μοναδικό μου φίλο, να μου χαμογελά.

Ύστερα ξύπναγα. Μια εποχή έβλεπα συνέχεια τον ίδιο εφιάλτη. Με τυραννούσε κάθε βράδυ. Μετά από σαράντα χρόνια τον θυμάμαι ολοκάθαρα. Τότε ήμουν δώδεκα χρονών παιδί, μα δεν το είπα σε κανέναν.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Ο ΛΕΚΑΝΑΣ


Η γειτόνισσα ήταν εδώ και μήνες εξαφανισμένη και είχα βρει την ησυχία μου. Με τα ρολά κατεβασμένα, στη γκαρσονιέρα της βασίλευε άκρα του τάφου σιωπή. Και ξαφνικά να τη μπροστά μου σαν φάντης μπαστούνι. «Δεν χαίρεσαι που με βλέπεις;» απόρησε τάχα μου. Ήταν κεφάτη και ευδιάθετη, όλο σκέρτσο και νάζι. Έδειχνε ανανεωμένη. Έλειπε για δουλειές στην πρωτεύουσα, μου είπε χωρίς να τη ρωτήσω, δεν είχα καμία πρεμούρα να μάθω. Δεν ήξερα πώς βιοπορίζεται, μα απ’ τους τρόπους και την εμφάνισή της μάλλον έκανε βίζιτες, αυτό το συμπέρασμα είχα βγάλει. Δεν μ’ ένοιαζε, κι αυτή δουλειά του θεού είναι. Κάποιους πελάτες πρέπει να τους έφερνε και στο σπίτι. Μπαινόβγαιναν συνέχεια καινούργιες φάτσες, μεσήλικες κυρίως, στην ηλικία μου. Κατά καιρούς ακούγονταν φωνές και κακό, της πουτάνας γινόταν και δεν μ’ άφηναν να κλείσω μάτι όλη νύχτα. Είχα τις γαμημένες τις αϋπνίες μου, είχα κι αυτήν να γαμιέται και να μαλλιοτραβιέται μ’ ανοιχτά παράθυρα χειμώνα καλοκαίρι. Ευτυχώς, δεν ήταν συχνά τα παρατράγουδα. Κάθε φορά έκανα υπομονή μέχρι να περάσει η μπόρα. Δεν έκανα παράπονα σε κανέναν, ούτε καν στην ίδια, δεν ήθελα κανένα πάρε δώσε μαζί της. Άλλοι ένοικοι είχαν πάει στον διαχειριστή, μα κι αυτός, άνθρωπος ευγενής, κάποιας ηλικίας και μιας άλλης εποχής, ντρεπόταν μάλλον να της μιλήσει, αφού ήταν εντάξει και στους λογαριασμούς της. Ίσως πάλι να της είπε δυο κουβέντες, μα αυτή χαμπάρι δεν πήρε και συνέχισε το βιολί της. Μόνο ένα βράδυ κάποιος κάλεσε την αστυνομία. Δυο ένστολοι της χτύπησαν την πόρτα και της έκαναν συστάσεις, μα δεν προχώρησαν σε μηνύσεις.  Χτύπησαν και σε μένα, τους άνοιξα, ήταν ευγενέστατοι μέσα στα άγρια μεσάνυχτα και με ρώτησαν αν είχα ακούσει και εγώ κάτι. Μάλλον ψάχνανε για μάρτυρες, μα δεν ήμουνα διαθέσιμος. «Δυστυχώς, κοιμάμαι βαριά και δεν άκουσα τίποτα», τους είπα και τους έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα. Δεν ξέρω αν με πίστεψαν, μα δεν ξαναφάνηκαν στην πολυκατοικία. Ήταν τότε που η γειτόνισσα εξαφανίστηκε και βρήκαμε την ησυχία μας. Μα τώρα είχε επιστρέψει, και όπως φαίνεται δριμύτερη, να μας ζαλίσει και πάλι τα αρχίδια. Μου κόλλαγε κι εμένα, μα δεν της έδινα χνώτα. Ήταν μεγάλος μπελάς, ούτε τσάμπα δεν θα την έπαιρνα. Ένα γαμήσι μπορείς να το πληρώσεις πολύ ακριβά, να μπλέξεις άσχημα, δηλαδή για το τίποτα. Και δεν αξίζει.

Το βράδυ συνάντησα τυχαία στο δρόμο τον κοντό. Άλλος μπελάς και τούτος. Μου ‘ρθανε όλοι μαζεμένοι. «Στον ουρανό σε γύρευα και στη γη σε βρήκα!» φώναξε ενθουσιασμένος και ρίχτηκε με φόρα στην αγκαλιά μου. Σαν παιδί έκανε, λες και είχαμε χρόνια να ειδωθούμε. Με τράβηξε απ’ το μανίκι. Είχε μια δουλίτσα να κανονίσει στα γρήγορα και μετά ήταν ελεύθερος για τσάρκες και περιπέτειες κι όπου μας βγάλει η νύχτα, είπε. Τον ακολούθησα με μισή καρδιά. Πλέον είχαν αραιώσει οι επαφές μας. Είχε αρχίσει να με κουράζει κι αυτός κι έψαχνα τρόπο να ξεκόψω. Δεν ήταν εύκολο. Όχι ότι του είχα κάποια υποχρέωση, μα με θεωρούσε φίλο του και ντρεπόμουν να τον κακοκαρδίσω. Δεν ήταν κακό παιδί, ας έλεγαν τριγύρω διάφορα οι καλοθελητές. Απλά ήταν με τα φεγγάρια του. Είχε απρόβλεπτα σκαμπανεβάσματα και στα κάτω του δεν είχε μάνα μου και πατέρα μου, έπρεπε να είσαι προσεκτικός απέναντί του. Ειδικά τον τελευταίο καιρό, δεν ξέρω τι σκατοκαργιόλια έπινε, μα γινόταν άλλος άνθρωπος, έχανε τον έλεγχο κι έκανε ασχήμιες, κι άντε να τον μαζέψεις μετά. Σήμερα έδειχνε νηφάλιος και στα ίσα του, αν κι ήταν νωρίς ακόμα. Μα, όπως και να ‘χε το πράγμα, έπρεπε να ξεκόψω. Με τρόπο, όμως, όχι απότομα.       

Φτάσαμε στο μπουρδέλο απέναντι απ’ την ιχθυόσκαλα. Το άσπρο φωτάκι ήταν αναμμένο, η πόρτα ορθάνοιχτη. Ανεβήκαμε τη σκάλα. Στην κορυφή μας περίμενε η τσατσά με το βοηθός της. Φαινότανε παλιά καραμπαμπάμ, στο κατώφλι της τρίτης ηλικίας, πλέον, χοντρή και ξεπεσμένη, μα το ‘λεγε ακόμα η περδικούλα της. Εκείνος, θηλυπρεπής ομοφυλόφιλος, παλιαδερφάρα του κερατά, πουστόγρια περιωπής, λίγο νεότερος, μα το ίδιο σουλούπι, η ίδια κοψιά με την μαντάμα, ούτε δίδυμοι να ‘τανε, φορούσανε και οι δύο ρόμπες. Αγκαλιαστήκανε και φιληθήκανε θερμά με τον κοντό και έπειτα έκανε τις απαραίτητες συστάσεις. Περάσαμε μέσα, δεν είχε κόσμο. Η μαντάμα παραπονέθηκε για τις αναδουλιές και απ’ το βάθος ξεπρόβαλε μια νεαρή όμορφη κοπέλα, με μικρά ολοστρόγγυλα βυζάκια, σχεδόν ολόγυμνη, ένα μαύρο ερεθιστικό κιλοτάκι φορούσε μόνο. Μας χαμογέλασε. «Είναι καινούργια και πρώτο πράμα!» μας ενημέρωσε η αφεντικίνα της καμαρώνοντας, αν θέλαμε μπορούσαμε να τη δοκιμάσουμε. «Μια άλλη φορά, σήμερα ήμαστε βιαστικοί, κούκλα μου!», αρνήθηκε ευγενικά ο κοντός, την έπιασε αγκαζέ και τραβήξανε οι δυο τους  προς το βάθος. Έμεινα στο σαλόνι με το βοηθό της. Αισθανόμουν κάπως άβολα και αμήχανα. Με κάρφωνε συνέχεια στα μάτια και μου χαμογελούσε. Δεν του έδινα χνώτα, στρέφοντας το βλέμμα μου αλλού. Για να σπάσει κάπως την βουβαμάρα, μου πρότεινε ξανά να πάω με την κοπέλα. Τσάμπα, είπε, δώρο του καταστήματος, για τους καλούς φίλους του κοντού που βέβαια είναι και δικοί τους φίλοι. Τον ευχαρίστησα και αρνήθηκα ευγενικά, ήμασταν πολύ βιαστικοί, είπα. «Κρίμα!» σχολίασε αναστενάζοντας και κατσούφιασε σαν μικρό παιδί που δεν του έκαναν το χατίρι. Η αδιαφορία μου, φαίνεται, του είχε χαλάσει τη διάθεση. Τον φαντάστηκα να παίρνει μάτι πίσω απ’ το ειδικό ματάκι του δωματίου και χαμογέλασα κρυφά. Δεν ξέρω αν πληρωνότανε και πώς για τις υπηρεσίες του, μα σίγουρα αυτή ήταν η ανταμοιβή που προτιμούσε. Να βλέπει κρυφά τους πελάτες να γαμάνε την πουτάνα κι αυτός να ερεθίζεται, να αναψοκοκκινίζει και να την παίζει χωρίς σταματημό, μέχρι τελικής πτώσης. Σίγουρα, αυτή ήταν η καλύτερη πληρωμή του.  

Δεν είχα ξαναμπεί ποτέ σε οίκο ανοχής. Από συστολή. Απέφευγα τις μπουρδελότσαρκες με τους παλιούς συμμαθητές, παρ’ όλο που συνήθως γινόντουσαν για πλάκα, δίχως κάποιο ουσιαστικό όφελος. Δεν αφήναν ανήλικους σπυριάρηδες έφηβους να μπουν, άντε στην καλύτερη περίπτωση να παίρνανε λίγο μάτι  απ’ την πασαρέλα της κοπέλας, να βλέπανε και λίγο ρώγα και κατόπιν κομπάζοντας να αραδιάζουνε τις φαντασιοπληξίες τους για να το παίξουν έμπειροι και περπατημένοι. Μα και ο πατέρας δεν ήταν από αυτούς που θα έπαιρνε απ’ το χεράκι τον γιόκα του και θα τον πήγαινε στις γυναίκες για να τον κάνουνε άντρα, ίσως και από κάποιον ενδόμυχο φόβο μη τυχόν και του βγει πούστης. Όχι βέβαια επειδή είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον ανδρισμό του κανακάρη του, αλλά μάλλον επειδή ήταν ένας καθωσπρέπει πουριτανός μικροαστός, πολύ συντηρητικός πάνω σε τέτοια καυτά ζητήματα. Ίσως πάλι, ποιος ξέρει, να τα θεωρούσε πολύ ξεπερασμένα, τακτικές και ήθη μιας άλλης, μακρινής εποχής. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, και σ’ αυτό το θέμα δυσκολεύτηκα, αφού υπήρξα μαζεμένος, συνεσταλμένος και τραγικά αυτοδίδακτος.

Ενώ έκανα όλες αυτές τις μελαγχολικές σκέψεις, μπήκανε μέσα τρεις νεαροί. Αν και φορούσαν πολιτικά, έμοιαζαν για φαντάροι. Ήταν όμορφοι. Κοντοκουρεμένοι, φρεσκοξυρισμένοι, εικοσάρηδες εξοδούχοι, ίσως και με κάποια τιμητική διανυκτέρευση απ’ τον διοικητή τους. Είχαν έρθει αποφασισμένοι να γαμήσουν, κάποιοι ίσως και για πρώτη φορά. Η αδερφάρα είχε αρχίσει να ξερογλύφεται και να του τρέχουνε τα σάλια. Τον ρώτησαν πόσο πάει. Τους είπε, μα θα τους έκανε καλύτερη τιμή. Ήρθε και η κοπέλα χαμογελαστή, πέρασε από μπροστά τους με χορευτική χάρη, κάνοντας μια επιδέξια φούρλα, και χάθηκε πάλι στο βάθος. Τα μάτια των νεαρών άστραψαν και έλαμψαν από λαγνεία και καύλα. Θα καθόντουσαν. Ο πρώτος, ασυγκράτητος, είχε περάσει κιόλας στο δωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο κοντός. «Πάμε να φύγουμε, τελειώσαμε», μου είπε, με άρπαξε απ’ το μανίκι και κατεβήκαμε βιαστικοί τις σκάλες. 

Στο δρόμο μου έδωσε κάποιες αχρείαστες εξηγήσεις. Το μαγαζί βρισκόταν κάτω από την επίβλεψη και την προστασία του, φυσικά με το αζημίωτο. Όμως τελευταία οι δουλειές δεν πήγαιναν καθόλου καλά. «Δεν γαμάει πλέον ο κόσμος, το έχει ρίξει στο μινάρισμα!» παραπονέθηκε και σκάσαμε στα γέλια. Έφταιγε βέβαια και το ίντερνετ. Πάντως, το μπουρδέλο πήγαινε για φούντο, παρ’ όλο που έφερνε πάντα τα καλύτερα κομμάτια. Η τσατσά ήταν παλιά του γνώριμη, το ίδιο και ο βοηθός της. Παλιαδερφή του κερατά ο λεκανάς, μα καλό παιδί, δεν είχε κάνει ποτέ άσχημη και σε κανέναν. Όχι σαν κάτι άλλους παλιόπουστες, στην ψυχή και στο σώμα, μουνιά της λάσπης, δίχως μπέσα, που τους ένοιαζε μονάχα τι θα φάνε τι θα πιούνε και τι θα αρπάξει ο κώλος τους. Ο λεκανάς ήταν εχέμυθος και άνθρωπος της εμπιστοσύνης, τελεία και παύλα. Και στα νιάτα του σκέτος κούκλος, είχε κάνει μεγάλη θραύση. Μην κοιτάς τώρα που μεγάλωσε, γέρασε και ξέπεσε. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έζησε και τα γλέντησε στην πρωτεύουσα. Εκεί γνώρισε μεγάλες δόξες και έβγαλε πολλά λεφτά. Μα πιο πολύ το έκανε για το κέφι του. Είχε παίξει και σε τσόντες, πρώτους ρόλους σε διεθνείς παραγωγές, έκανε μεγάλη καριέρα σαν πορνοστάρ. Κι αργότερα, όταν σίτεψε κάπως και πέρασε η μπογιά του, έκανε τον γλείφτη. Δηλαδή, στα ενδιάμεσα των σκηνών έπαιρνε τσιμπούκι στον πρωταγωνιστή που του είχε πέσει ο πούτσος, για να του τον σκληρύνει ξανά, να χύσει και να ολοκληρωθεί το γύρισμα. Κι αυτός ο ρόλος πίσω από την κάμερα του άρεσε, δεν τον θεώρησε ποτέ υποτιμητικό. Έτσι, γεύτηκε τα καλύτερα καυλιά κι έβγαλε μπόλικα χρήματα.  Μα δεν φύλαξε τίποτα για τα στερνά του. Δεν είχε μόνιμες σχέσεις ούτε νταβαντζήδες να του τα τρώνε, μα τα ακούμπησε όλα στους νεαρούς. Οικειοθελώς. Του άρεσαν πολύ τα τσόλια. Τον τραβούσε η ικμάδα, η ομορφιά και το νταηλίκι τους, παρ’ όλο που τα περισσότερα από δαύτα ήταν παλιαρχίδια και κωλόπαιδα. Κι ας πέρασε τα πάνδεινα μαζί τους. Ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, βρισίδια και ξυλοδαρμούς. Από καθαρή τύχη ζούσε ακόμη, μα δεν το μετάνιωνε. Αν ξαναγεννιόταν, πάλι την ίδια ζωή θα έκανε. Τον τράβαγε το μέγα πάθος, αυτή ήταν η μοίρα του και το ριζικό του και το έζησε στα κόκκινα, παράπονο ουδέν. Τα τελευταία  χρόνια γύρισε στην πόλη κι έγινε ένας ταπεινός λεκανάς σε λαϊκό μπουρδέλο τρίτης κατηγορίας. Κι ας μην χρειάζεται πλέον να αλλάζει τα βρομόνερα απ’ τη λεκάνη της κοπέλας. Κι όμως, δεν έχει παράπονο, καλά την πέρασε τη ζωή του.

Φτάσαμε στο μπαρ της κουτσής. Είχε πολύ δουλειά. Ήπιαμε ανεξέλεγκτα, σουρώσαμε επικίνδυνα και γίναμε τύφλα, μέχρι τελικής πτώσεως. Δηλαδή, ο κοντός πιο πολύ, εγώ απλά τον σιγοντάριζα. Τώρα τελευταία τον έπιανε αμέσως το αλκοόλ κι έκανε μαλακίες. Φώναζε, έβριζε και τσακωνόταν για ψήλου πήδημα. Δεν ξέρω τι άλλο έπαιρνε και τα μπέρδευε, μα η κατάστασή του όλο και χειροτέρευε. Βέβαια, ήταν και με τα φεγγάρια του. Απ’ την σούρα στη ξεσούρα κι άμα λάχει στη μαστούρα και τανάπαλι, που λέει και το τραγούδι. Ευτυχώς, εκείνο το βράδυ δεν παραφέρθηκε, αλλά κράτησε όλα τα προσχήματα της καλής διαγωγής. Σε μια στιγμή νηφαλιότητας κοίταξε το ρολόι του που έδειχνε τρεις και είπε ότι έχει μια δουλειά και πρέπει να φύγει, δεν θα ξαναγυρνούσε. Η υπόλοιπη βραδιά κύλισε ήρεμα, με την κουτσή χαμογελαστή να φτιάχνει ποτά, τις κοπέλες να τα σερβίρουν, τσιμπουκώνοντας άμα τύχαινε κάνα πελάτη στα πίσω σκοτεινά δωμάτια και στις τουαλέτες, γενικά όπου υπήρχε διαθέσιμος χώρος, και τα σκυλοτράγουδα στη διαπασών να σου πριονίζουν τον εγκέφαλο.   

Ήταν παράωρα όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα αγκαζέ η τσατσά, ο λεκανάς και η γειτόνισσα. Δηλαδή, έλα μουνί στον τόπο σου και τι άλλο θα δουν τα ματάκια σου τα αλλήθωρα. Που να φανταστώ ότι γνωρίζονταν, μα έτσι κι αλλιώς είναι μικρός ο κόσμος. Με πλησίασαν μες στο κέφι και την τρελή χαρά. Με το που έφυγα απ’ το μπουρδέλο μαζί με τον κοντό, πλάκωσε πελατεία κι έγινε το σώσε, τώρα μόλις ξεμπερδέψανε και κλείσανε το μαγαζί. Μάλιστα, πήγε να βοηθήσει και η γειτόνισσα, αναλαμβάνοντας τις ειδικές περιπτώσεις με τα περίεργα γούστα, μου εξήγησε η τσατσά. «Ο κόσμος σήμερα έχει πολλά βίτσια, αγόρι μου, της ανωμαλίας γίνεται», συμπλήρωσε γελώντας, λες και δεν το ξέραμε. Παραγγείλανε, ήπιανε τα ποτά τους και μετά από λίγο ήρθαν στο τσακίρ κέφι. Με το που ακούστηκε απ’ τα ηχεία το πρώτο τσιφτετέλι, ο λεκανάς και η τσαχπίνα η γειτόνισσα ανέβηκαν πάνω στην μπάρα κι άρχισαν να χορεύουν λικνίζοντας με χάρη τα κορμιά τους τα φιδίσια. Για αυτήν, εντάξει, δεν ξαφνιάστηκα, είναι μεγάλη μουρλοπαντιέρα. Μα εκείνη η πουστόγρια με άφησε άφωνο. Δεν περίμενα στην ηλικία του να κάνει τέτοια τσαλίμια. Και οι δυο τους εκείνο το βράδυ έσπασαν καρδιές. Ναι, ο κόσμος τελικά έχει άγρια βίτσια. Τις είδα, τουλάχιστον από δύο φορές την καθεμιά, να πηγαινοέρχονται στα πίσω δωμάτια αγκαζέ με κάτι παιδαράδες ίσα με δυο μέτρα μπόι, που αν μου το λέγανε, δεν θα το πίστευα.

Το χάραμα βρήκε το μαγαζί άδειο από πελάτες και γυαλιά καρφιά, μα το ταμείο της κουτσής γεμάτο. Ο κοντός άφαντος και η τσατσά την είχε κάνει εδώ και ώρα για το κρεβατάκι της. Ο λεκανάς και η γειτόνισσα στη μέση του βομβαρδισμένου τοπίου σιγομουρμούριζαν και χόρευαν ηδυπαθώς χωρίς μουσική το βαλς του τελευταίου αποχωρισμού. «Φεύγουμε, κι αύριο νύχτα είναι!» έδωσε τη διαταγή η κουτσή, έσβησε τα φώτα και βγήκαμε έξω στον άδειο πεζόδρομο. Τελευταίοι μείναμε οι τρεις μας, σε ένα παγκάκι να κοιτάμε τον μαύρο ουρανό να γίνεται σιγά σιγά γαλάζιος. Φυσούσε ελαφρύ βοριαδάκι κι εγώ μάταια προσπαθούσα να ξεμεθύσω, μήπως και σύρω τα ποδάρια μου λίγα μέτρα παρακάτω, μέχρι το κρεβατάκι μου. Είχα καιρό να γίνω τόσο σκατά, δεν με βαστούσαν τα πόδια μου. Δεν ξέρω γιατί ήπια τόσο, μάλλον έτσι, χωρίς λόγο. Αν ήταν εδώ ο κοντός, θα γέλαγε με τα χάλια μου, μα τούτη τη δύσκολη ώρα ο φύλακας άγγελός μου έλειπε από κοντά μου. Ένιωσα την σκληρή εγκατάλειψη της μοίρας, παρ’ όλο που η γειτόνισσα και ο λεκανάς προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν. Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν, με κουβάλησαν μέχρι την πολυκατοικία.

Από κει κι ύστερα δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Μόνο ότι μου χρειαζόταν ένας δυνατός καφές για να συνέλθω, άκουσα απ’ το στόμα της γειτόνισσας. Έχω πολλά κενά μνήμης. Πάντως, δεν ξέρω πώς βρέθηκα στην γκαρσονιέρα της, ολόγυμνος ξαπλωμένος στο διπλό της κρεβάτι κι από πάνω μου ο λεκανάς κι εκείνη να χαϊδεύουν, να γλύφουν και να φυλάνε το ταλαίπωρο κορμί μου που βρώμαγε καπνό, ιδρώτα και ουίσκι. Άβουλος αφέθηκα στις περιποιήσεις τους, χαλαρός και ανάλαφρος, μέχρι που ο λεκανάς άρχισε να με γλύφει από πίσω και να με καβλώνει. Μπήκε μέσα μου αναστενάζοντας, χωρίς να με πονέσει και κατόπιν πήρε σειρά η γειτόνισσα. Για ώρα πολύ με σοδόμιζαν εναλλάξ και εκ περιτροπής, παίζοντας ταυτόχρονα μεταξύ τους, ενώ εγώ βρισκόμουν σε ημιλιπόθυμη κατάσταση και το απολάμβανα. Δεν το περίμενα, ειδικά απ’ την γειτόνισσα, που αποδείχθηκε ότι διέθετε κρυφά χαρίσματα. Βέβαια, απ’ τη πρώτη στιγμή που την είδα, είχα καταλάβει ότι είναι τρανς, μα τη νόμιζα εγχειρισμένη. Δεν ξεχώριζε εύκολα από μια κανονική γυναίκα, ίσως μόνο απ’ το ύψος και κάποιες γωνίες στο πρόσωπό της, ίσως και λίγο  το σπινθηροβόλο ανδρικό της βλέμμα. Μα όλα αυτά ήταν μικρολεπτομέρειες, κατά τ’ άλλα ήταν και πολύ γυναίκα. Όσο για τον λεκανά, για την ηλικία του γαμούσε μια χαρά, μάλλον με τη βοήθεια κάποιων ενισχυτικών για την περίσταση χαπιών. Μα ο σκοπός αγιάζει πάντα τα μέσα.          

Πρέπει να κοιμήθηκα για ώρες σαν νεκρός. Το απόγευμα ξύπνησα γυμνός και μόνος στο κρεβάτι μου. Ήμουνα μούσκεμα στον ιδρώτα και το κεφάλι μου πονούσε, έτοιμο να σπάσει. Φώναξα δυνατά τα ονόματά τους, μα στο σπίτι δεν υπήρχε ψυχή. Δεν ήξερα πώς βρέθηκα εκεί, και μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί και να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου, πίστεψα ότι όλα όσα είχα ζήσει την προηγούμενη νύχτα δεν ήταν παρά ένα αποτρόπαιο όνειρο, που πάει, πέρασε κι έγινε καπνός. Όμως, εκτός απ’ το κεφάλι μου, πονούσε και ο κώλος μου, ένιωθα ένα έντονο τσούξιμο στο πουλί μου, ενώ ένα πηχτό γλιτσερό υγρό κυλούσε προς όλες τις κατευθύνσεις και έσταζε πάνω στα σεντόνια. Σίγουρα, σε τέτοιες παράωρες στιγμές παραζάλης και παραδομού κάθε προσπάθεια  προφύλαξης αποδεικνύεται ανέφικτη και μάταιη. Πάντως, τούτη την παράξενη καλοκαιρινή βραδιά (θλιβερή παρένθεση στον μέχρι τότε εντιμότατο και αστιγμάτιστο βίο μου) μελλοντικά θα προσπαθούσα να τη διαγράψω ολότελα απ’ τη μνήμη μου. Φυσικά, χωρίς αποτέλεσμα.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΩΝ

Την ακολουθούσα από περιέργεια εδώ και κάμποση ώρα, από την κεντρική πλατεία μέχρι τον πεζόδρομο της γειτονιάς μου. Δεν την ήξερα, δεν την είχα ξαναδεί, μα μου έκανε εντύπωση. Τάιζε τα περιστέρια της πλατείας δίπλα στο σιντριβάνι όταν ένα από αυτά ανέβηκε και κάθισε στον δεξί της ώμο. Συνεχίζοντας την βόλτα της,  δεν το έδιωξε. Αλλά ούτε κι αυτό τρόμαξε, μόνο κούρνιαξε πάνω της. Σε όλη τη διαδρομή του έλεγε παιχνιδιάρικα γλυκόλογα  και κάπου κάπου το χάιδευε απαλά. Αυτό διαρκώς ασάλευτο, σαν να κοιμάται. Οι περαστικοί των σκονισμένων δρόμων την κοιτούσαν παράξενα, ενώ μερικοί απ’ αυτούς χαμογελούσαν. Κάποια στιγμή, συνάντησε τρεις φιλενάδες της, μεσόκοπες, στην ηλικία της. Καθόντουσαν, λιάζονταν και έπιναν καφέ. Της φώναξαν και πλησίασε τους. Το περιστέρι την ακολουθεί εδώ και ένα μισάωρο, τους είπε. Αν το ήθελε κι εκείνο, θα το υιοθετούσε. Μάλλον είχε χάσει τον σύντροφό του κι ένιωθε μοναξιά. Τις πρότειναν να καθίσει μαζί τους, να την κεράσουν κάτι, μα αυτή αρνήθηκε. Βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι της και να φροντίσει το γκρίζο πουλί της. Ήταν πολύ χαρούμενη που την εμπιστεύτηκε, σπάνιο για πτηνό. Δεν είχε άλλο κατοικίδιο, αυτό θα ήταν το πρώτο της. Έτσι κι αλλιώς, έμενε μόνη της,  δεν θα ενοχλούσε κανέναν. Θα του παρείχε τροφή και στέγη και κάπου κάπου θα το άφηνε να βγαίνει έξω να κάνει τις ανάγκες του, να μη γεμίσει τον τόπο κουτσουλιές. Και κάθε απόγευμα θα βγαίνανε μαζί βόλτα στην πόλη. Βέβαια, έπρεπε να του βρει κι ένα όνομα. Αν  το φώναζε απλά «πουλί μου!» ίσως κάποιοι πονηροί να την παρεξηγούσαν. Αυτά τους είπε, τις αποχαιρέτησε και συνέχισε τον δρόμο της.

«Πάει, αυτή το ‘χει χάσει!» σχολίασε μία. «Προσέξατε τα παπούτσια της;» συμπλήρωσε μια άλλη. Πράγματι, δεν τα είχα προσέξει. Φορούσε αθλητικά, διαφορετικές μάρκες, το ένα κόκκινο, το άλλο μπλε. Παράξενος συνδυασμός, βέβαια, αλλά οι φιλενάδες της βιάστηκαν να την βγάλουνε τρελή. Ίσως απλά να ξεχάστηκε, φεύγοντας βιαστικά απ’ το σπίτι, και τα φόρεσε βιαστικά. Ίσως πάλι από εκκεντρικότητα και παιχνιδιάρικη διάθεση ήθελε να προκαλέσει την συντηρητική και καθωσπρέπει κοινή γνώμη. Ίσως πάλι της άρεσε αυτός ο συνδυασμός και ήθελε να τον λανσάρει ως μια καινούργια μόδα. Μέχρι τότε κανείς δεν είχε σκεφτεί να φορέσει παπούτσια διαφορετικών χρωμάτων. Ήταν πράγματι μια πρωτότυπη ιδέα και θα άρεσε πολύ στην εναλλακτική και προχωρημένη νεολαία μας. Θα μπορούσε να αποφέρει πολλά κέρδη στην εταιρία που θα την υιοθετούσε, παίρνοντας βέβαια και το ανάλογο ρίσκο. Όμως, δεν θα ‘ταν λίγοι και κείνη που θα την έβρισκαν γελοία. Πάντως, θα προκαλούσε συζητήσεις και μεγάλο ντόρο, δηλαδή η καλύτερη διαφήμιση. Μα οι μάρκες ήταν διαφορετικές, κάτι που μπέρδευε την κατάσταση. Ίσως η γυναίκα να ήταν φτωχή, να μην είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει ένα καινούργιο ζευγάρι και να φόρεσε ότι βρήκε απ’ τα παλιά της. Ναι, κι αυτή είναι μια εύλογη εξήγηση, πολύ πιθανή. Πάντως, οι φιλενάδες της βιάστηκαν να βγάλουν την ετυμηγορία τους και να την καταδικάσουν ομόφωνα. Ήταν τρελή, θεόμουρλη, είπαν.      

Εκείνη τη στιγμή, λίγο παρακάτω, το γκρίζο περιστέρι σηκώθηκε όρθιο και άνοιξε τα φτερά του για να ξεμουδιάσει. Τότε παρατήρησα κάτι που σίγουρα δεν είχε προσέξει κανένας, ούτε η γυναίκα ούτε οι φιλενάδες της ούτε οι διαβάτες του δρόμου. Του έλειπε ολόκληρο το αριστερό του πόδι, κομμένο από τη ρίζα. Το ανάπηρο πουλί έδωσε μια και πέταξε ψηλά, σκαρφαλώνοντας στα ηλεκτρικά καλώδια. Η γυναίκα με τα αταίριαστα παπούτσια σήκωσε το χέρι της και το χαιρέτησε χαμογελώντας λυπημένα. Όμως, εκείνο ήταν ελεύθερο να αποφασίσει για το μέλλον του. Η γυναίκα αυτό το γνώριζε εξαρχής και το είχε αποδεχτεί. Ο καθένας κάνει κουμάντο στη ζωή του. Μόνο δεν πρόσεξε την μικρή κίτρινη κοτσιλιά που της άφησε στον δεξί της ώμο. Έτσι, ένα ενθύμιο προσωρινής φιλίας.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΝΑΓΙΟ

Στο καφενείο η κατάσταση ήταν δραματική. Απ’ το πρωί είχαν κρεμάσει τον βαλέ στη μέση της τσόχας και σερβίριζαν μόνο νηστίσιμα. Δηλαδή, μύριζε μεγάλη θανατίλα. Ένα μαυσωλείο γεμάτο σαρκοφάγους και μούμιες. Ξαφνικά, ο κοντός, σαν από μηχανής θεός, μπήκε φουριόζος στο νεκροταφείο των ζωντανών και με ξεσήκωσε άρον άρον. «Πάμε, σου ‘χω μια έκπληξη!» είπε και γελούσαν ακόμα και τα αυτιά του. Τον κοίταξα περίεργα, μα δεν είχα εναλλακτική. Τον ακολούθησα. Ψωνίσαμε δυο σακούλες ποτά απ’ το σούπερ μάρκετ και πήραμε ταξί για την άλλη άκρη της πόλης. Δεν μου είπε πού ακριβώς πάμε. Τελικά φτάσαμε στο παλιό καρνάγιο, πλάι στην μαρίνα των ιστιοπλοϊκών. Ήταν όμορφη μέρα. Ο ουρανός πεντακάθαρος, ο ήλιος λαμπερός, η θάλασσα λάδι. Τα ‘παιξα! Η τσίκνα απ’ την ψητούρα σου ‘σπαγε τη μύτη από μίλια μακριά. Κι ένα ραδιόφωνο έπαιζε ανάκατα δημοτικά και λαϊκά στη διαπασών. Το γλέντι είχε ξεκινήσει απ’ το μεσημέρι. Οι αθεόφοβοι δεν λογάριαζαν ούτε Μεγάλη Παρασκευή ούτε εβδομάδα των παθών ούτε νηστείες ούτε τίποτα. Αμαρτωλοί εκ γενετής, μέχρι το μεδούλι. Κι όταν θα ‘ρχόταν η ώρα να πάνε στον αγύριστο, θα τραβούσαν ντουγρού για τα καζάνια της κολάσεως, μακριά απ’ τους νωθρούς και αγάμητους παραδείσους. Και τότε κανένας πανάγαθος, ακόμα και να ‘θελε, δεν θα μπορούσε να τους σώσει. Ήταν έθιμο που κρατούσε δεκαετίες, μου είπε ο κοντός. Δεν το ‘ξερα, δεν είχα ακούσει κάτι σχετικό και λόγω της ημέρας μου φάνηκε αρκετά προκλητικό. «Έλα μωρέ, τι χολοσκάς; Αφού αύριο θα αναστηθεί. Μούφα θάνατος είναι, τους κορόιδεψε όλους ο τύπος. Γιατί να μην το γλεντήσουμε από τώρα;» Ο φίλος μου, αν και άπιστος, είχε σοβαρά επιχειρήματα. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ ήμουν αδιάφορος για θρησκευτικά και μεταφυσικά ζητήματα. Καρφί δεν μου καιγόταν για τα επουράνια, αν ο τύπος πέθανε ή αναστήθηκε, ούτε έψαχνα να βρω ιστορικές αποδείξεις και τεκμήρια αληθείας, όπως κάποιοι άλλοι επαγγελματίες άθεοι και φανατικοί. Και απών βέβαια από κάθε λατρευτική εκδήλωση. Έτσι κι αλλιώς, δεν μ’ αφορούσαν οι παραδόσεις της πατρίδας μου. Μα  το έθιμο αυτό, αν και κάπως βέβηλο, ανόσιο και αιρετικό,  ήταν ξεχωριστό και μου φάνηκε ωραίο. Πάντως, ο κοντός είχε δίκιο. Μούφα θάνατος ήταν.

Μέτρησα καμιά τριανταριά κεφάλια. Αντρικός πληθυσμός, απ’ όλες τις ηλικίες. Υπήρχε κέφι και ευθυμία στην ατμόσφαιρα. Καθόντουσαν ανάμεσα στις μαούνες, πάνω σε πάγκους και καρέκλες και γύρω από καφάσια και αυτοσχέδια τραπεζάκια. Έτρωγαν, έπιναν, γελούσαν και τραγουδούσαν. Κάποιο έψηναν, άλλοι σερβίριζαν. Μπύρες, κρασιά, ούζα, τσίπουρα, απ’ όλα είχε ο μπαχτσές. «Γεια σας μάγκες και χρόνια πολλά!» Ο κοντός απηύθυνε έναν εγκάρδιο  χαιρετισμό στην εκλεκτή ομήγυρη, απίθωσε τη σακούλα με τα ποτά και τράβηξε για την παράγκα στην άκρη της παραλίας. Τον ακολούθησα. Μέσα τσιμπολογούσαν και κουτσόπιναν ένας ξερακιανός και κοτσονάτος γέρος κι ένας παπάς, της ίδιας περίπου ηλικίας. Τα άσπρα τους γένια ήταν μακριά και ανάκατα, σωστοί προφήτες, μα το ράσο του παπά σωστό κουρέλι. Φθαρμένο, ξεθωριασμένο και μέσ’ στη λίγδα. Ο κοντός με σύστησε ως έναν καλό του φίλο, καινούργιο και νεοφώτιστο στην παρέα. Αν και ντροπαλός και λίγο μαζωμένος, ήμουν καλό παιδί, είπε. «Ναι, πρώτη φορά έρχομαι εδώ» προσπάθησα να δικαιολογηθώ. Με κοίταξαν περίεργα, χάιδεψαν σχεδόν ταυτόχρονα τις γενειάδες τους, κοιτάχτηκαν με νόημα και ξέσπασαν σε γέλια. Γελάσαμε κι εμείς, για να μην τους προσβάλουμε, αν και δεν πολυκατάλαβα το λόγο. Μας κέρασαν τσίπουρο και έβαλαν άλλα δυο πιρούνια στο τραπέζι. Γεμίσαμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. «Άντε, καλή ανάσταση και άσπρο πάτο!» ευχηθήκαμε. Κοίταξα τριγύρω την παράγκα με περιέργεια. Ήταν γεμάτη εργαλεία και σιδερικά για τη συντήρηση των πλεούμενων. «Μην τα κοιτάς καθόλου. Άχρηστα είναι πλέον. Έχει πέσει πολύ η δουλειά», παραπονέθηκε ο ξερακιανός. Αυτός ήταν το μεγάλο αφεντικό. Μια ολόκληρη ζωή εδώ, πλάι στο κύμα, με τις βάρκες της στεριάς. «Δεν μας προτιμούνε πλέον, τα πάνε αλλού. Αλλά, και το ξύλο πέθανε», είπε. Το καρνάγιο είχε ζήσει ένδοξα χρόνια, μα τώρα είχε καταντήσει νεκροταφείο παρατημένων σαπιοκάραβων. Άντε δυο-τρία απ’ αυτά να ταξίδευαν και πάλι στα αλμυρά νερά, ίσως και κάνα μικρότερο ψαροκάικο. Όλα τα άλλα θα αναπαύονταν γαλήνια στη στεριά στους αιώνες τους άπαντες. Τσάμπα χώρο πιάνανε, μα λυπόταν να τα διαλύσει. Πλέον, το μαγαζί το κρατούσαν οι δυο του γιοι. Ήταν έξω με τους άλλους και τα πίνανε. «Να, αυτοί εκεί είναι!», είπε και τους έδειξε με το χέρι του. Όμορφα, ψηλά  και δυνατά παλικάρια, τα καμάρωνε. Αυτός είχε πια κουραστεί, δεν ασχολιόταν. Από συνήθεια ερχόταν, για να περνάει την ώρα του αγναντεύοντας την θάλασσα. Είχε βγει στη σύνταξη, είχε γίνει και παππούς, τρία εγγονάκια είχε, τίποτε άλλο δεν ήθελε απ’ τη ζωή του. Όλα καλά και άγια, παράπονο ουδέν. Μόνο για τα παιδιά του ανησυχούσε. Οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά.

Ο παπάς άκουγε, αλλά δεν μιλούσε. Σίγουρα τα ήξερε όλα αυτά. Εμένα δεν με ρώτησαν κάτι, δεν πέρασα από ανάκριση, να μάθουν τι κάνω κι από πού κρατά η σκούφια μου. Ούτε καν πώς με λένε. Δηλαδή, πλήρης περιφρόνηση και απάθεια για το πρόσωπό μου. Όμως μπορεί να ήταν κι από διακριτικότητα, ποιος ξέρει. «Πάμε να λιαστούμε με τους σκύλους και τις γάτες, μας έφαγε η υγρασία εδώ μέσα!» είπε ξαφνικά ο παπάς με τη βροντερή του φωνή. Ακουγόταν αγριεμένος και κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Αδειάσαμε τα ποτήρια μας, σηκωθήκαμε και βγήκαμε έξω. Τα αδέσποτα της περιοχής τρώγανε κόκαλα και αποφάγια και ανακλαδίζονταν του καλού καιρού, χωρίς αγωνία και άγχος, με λιγοστές ανάγκες. Γι’ αυτά ήταν η ζωή. Στην άκρη της ακρογιαλιάς ο παπάς αγνάντευε την ηρεμία της φύσης. Στο βάθος διακρίνονταν δύο ιστιοπλοϊκά με τα πανιά τους ανοιχτά να κόβουν βόλτες στην ήρεμη θάλασσα, προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν το ελαφρύ αεράκι. Ξαφνικά μέσα από μια μαούνα πετάχτηκε το φρικιό κουνώντας τα χέρια του αλλοπρόσαλλα. «Γεια σου τράγο με την παρέα σου!» είπε και σκάσαμε όλοι στα γέλια.  Είχε πλάκα ο τύπος. Ήταν ο ξακουστός νεκροθάφτης, ο μικρότερος αδερφός της κουτσής, και τον έβλεπα για πρώτη φορά. «Δηλαδή, σαν να λέμε, το κουνιαδάκι μου!», μου εξήγησε γελώντας ο κοντός. Κούνησα το κεφάλι μου με απορία. Αγνοούσα παντελώς  τις περίπλοκες συγγενικές διαβαθμίσεις. Γαμπρός, κουνιάδος, μπατζανάκης, συμπέθερος και τα ρέστα. Χρειαζόμουν λεξικό για καταλάβω τι σημαίνουν. Όμως, για τον νεκροθάφτη είχα ακούσει πολλά και διάφορα και τώρα τον έβλεπα μπροστά μου ολοζώντανο, με σάρκα και οστά, φορώντας με το αιωνίως μαύρο του παλτό, κουμπωμένο μέχρι το λαιμό. Μόλις το είχε σκάσει απ’ το τρελάδικο και κοιμόταν μέσα στις βάρκες. Τον έψαχνε ο μπόγιας να τον μαντρώσει ξανά κι αυτός είχε βρει άσυλο και απάγκιο στο καρνάγιο. Δεν έπαιρνε τα χάπια του, μα δεν ήταν επικίνδυνος. Ούτε εριστικός, δεν έβριζε ποτέ. «Μόνο λίγο παλαβιάρης είναι», μου εξήγησε ο κοντός και είχε την πλάκα του ο χαζοβιόλης.

Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν πλησίασε μια παρέα τσιγγάνων με κλαρίνο, κιθάρα και τουμπερλέκι κι άρχισαν να παίζουν έναν εύθυμο σκοπό. Τότε έγινε πανζουρλισμός. Όλοι ανέβηκαν πάνω στις καρέκλες και τα τραπέζια κι άρχισαν να χορεύουν με ζητωκραυγές και άλλα ενθουσιώδη επιφωνήματα. Ο ρυθμός γινόταν όλο και πιο γρήγορος, ο χορός όλο και πιο διονυσιακός. Είχαν ανάψει και κάμποσα τρίφυλλα, η ατμόσφαιρα ντουμάνιασε απ’ τα χόρτα και τα μαύρα, τα κεριά και τα λιβάνια. Παραπάνω, στον κεντρικό δρόμο, κάποιοι περαστικοί σταμάτησαν και μας χάζευαν. Πρέπει να μας πέρασαν για καλικάντζαρους και δαίμονες, μέρα που ήταν, μα δεν δώσαμε σημασία. Μέχρι που στο βάθος φάνηκε ο επιτάφιος και ίσα που ακούστηκαν οι θρηνώδεις ψαλμωδίες των ιερέων. Τα όργανα σταμάτησαν και οι τσιγγάνοι τράπηκαν σε φυγή. Δεν είχα πιει αρκετά και ντράπηκα. «Είναι αργά και πρέπει να φύγω», είπα στον κοντό, καληνυχτίζοντας την εκλεκτή ομήγυρη. «Περίμενε, έρχομαι κι εγώ μαζί σου!» άκουσα να μου φωνάζει ο παπάς.

Η βραδιά ήταν γλυκιά, ανοιξιάτικη και φεγγαρόλουστη και βρισκόμουν σε σχετική ευθυμία. Περπατούσαμε αμίλητοι. Αυτός πήγαινε μπροστά κλωτσώντας κάθε τόσο πετρούλες στη μέση του δρόμου, εγώ απλά ακολουθούσα. Παραξενεύτηκα. Για την ηλικία του είχε καλό βηματισμό και γερά πόδια. Δεν ήξερα που πηγαίναμε. Κάποια στιγμή, σπάζοντας τη βουβαμάρα, βρήκα το θάρρος να τον ρωτήσω. «Δηλαδή, εσύ τώρα είσαι πραγματικός παπάς;» Κοκάλωσε. Γύρισε προς το μέρος μου και με κάρφωσε για λίγο με το βλέμμα του. Στο τέλος έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο και συνέχισε το περπάτημα. «Αμ’ τι νόμιζες ότι είμαι μασκαρεμένος; Τα καρναβάλια αργούνε ακόμα!» Δεν τον πίστεψα, ο πάτερ πρέπει να με δούλευε ψιλό γαζί. Μετά από λίγο μου τα ξεφούρνισε όλα με το νι και με το σίγμα. Αν και δεν είχε καμιά υποχρέωση.

Ναι, κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, ήταν ένας πιστός ιερέας που υπηρετούσε με ζήλο τον θεό του, κι ας παρέμενε εκείνος σιωπηλός και απόμακρος, δεν τον ένοιαζε. Μάλιστα, είχε και μεγάλα όνειρα. Να κάνει πανεπιστημιακές σπουδές, να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία, να φτάσει μέχρι και αρχιεπίσκοπος, ωφελώντας τα μέγιστα το ποίμνιο και όσους τον είχανε ανάγκη. Όμως, τα μεγαλεπήβολα σχέδια ανατράπηκαν, όλα πήγανε στράφι. Κάποια στιγμή μπήκε ο διάβολος μέσα του και ερωτεύτηκε μια συμφοιτήτριά του στη θεολογική σχολή. Ήταν πολύ όμορφη και πέντε χρόνια μικρότερη. Αυτός πολύ νέος τότε, υπέκυψε στον πειρασμό. Κι όμως, ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του. Και κείνη ήταν θεοσεβούμενη και πολύ πιστή κοπέλα, είχαν πολλά κοινά. Την αγάπησε πραγματικά, χωρίς τύψεις και ενοχές. Έτσι κι αλλιώς, «θεός είναι η αγάπη», του έλεγε και σ’ αυτό συμφωνούσαν. Όπως και σε όλα. Ήταν ο άνθρωπος της ζωής του, το ιδανικό άλλο του μισό. Σχεδιάζανε να παντρευτούνε, να κάνουνε πολλά παιδιά και να ζήσουνε ευτυχισμένα, δοξάζοντας το όνομα και την χάρη του μεγαλοδύναμου. Όμως ο σατανάς τους έβαλε να κάνουν έρωτα πριν το γάμο τους. Μεγάλο αμάρτημα. Ήδη γνωρίζονταν ένα ολόκληρο χρόνο και δεν άντεχαν άλλο. Ήταν πολύ νέοι. Κάθε φορά που τα κορμιά τους πλησίαζαν το ένα στο άλλο ριγούσαν απ’ τον πόθο. Όποτε αγκαλιαζόντουσαν και φιλιόντουσαν έπαιρναν φωτιά. Εκείνη τη βραδιά της αμαρτίας την θυμάται πολύ καλά. Η πιο ευτυχισμένη της ζωής του. Η μοναδική φορά που συνουσιάστηκε με άνθρωπο, πρώτη και τελευταία. Δεν μπορεί να την ξεχάσει. Όποτε τη θυμάται ξαναπαίρνει φωτιά, καίγεται ολόκληρος, τσουρουφλίζεται στα πύρινα καζάνια της κολάσεως. Όμως, η κοπέλα έμεινε έγκυος. Έπρεπε σύντομα να παντρευτούν. Μα δεν πρόλαβαν. Ο μουγγός θεός τους τιμώρησε. Μετά από λίγο καιρό διαγνώσθηκε με μια σπάνια ασθένεια που την έστειλε γρήγορα στον άλλο κόσμο. Ταλαιπωρήθηκε και βασανίστηκε πολύ μέχρι να βγει η ψυχή της. Ένα μήνα κράτησε το μαρτύριο, μια ολόκληρη ζωή. Ήταν συνέχεια στο πλάι της. «Μας τιμωρεί ο θεός, εμένα πιο πολύ, την αμαρτωλή!» ψέλλιζε συνέχεια και παραμιλούσε. Όχι, εκείνον τιμώρησε πιο πολύ, σαράντα χρόνια τώρα, μια ολόκληρη ζωή. Κι όμως, δεν έκαναν κάνα έγκλημα, αλλά αυτό που τους επέβαλλε η φύση τους. Με αγάπη και όμορφα συναισθήματα. Και με καλούς σκοπούς. Τότε κατάλαβε ότι ο θεός του ήταν σκληρός και άδικος. Ένας σαδιστής που του αρέσει να βασανίζει τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους. Και σαν άλλος εωσφόρος τον απέρριψε. Δεν εξομολογήθηκε, δεν ζήτησε συγχώρεση, ούτε μετάνιωσε για τίποτε. Φούντωσε μέσα του ο εγωισμός και η οργή. Αφού έψαλε το «δεύτε τελευταίον ασπασμό» και έθαψε την κοπέλα αποποιήθηκε το σχήμα του κι έγινε αιρετικός. Κατασκεύασε και λάτρεψε έναν δικό του, πιο ανθρώπινο, θεό. Μα τα μαύρα δεν τα έβγαλε ποτέ από πάνω του. Ούτε κουρεύτηκε ούτε ξυρίστηκε ποτέ. Συνέχισε να πενθεί. Κι αυτήν και τον εαυτό του και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Πλέον, εκείνον που του πήρε την αγάπη του τον έχει συγχωρέσει. «Όχι, δεν είναι κακός. Απλά, δεν υπάρχει!» κατέληξε.

Ο γέρος παπάς είχε κουραστεί να μιλάει και να εξομολογείται τις αμαρτίες που τον βαραίνανε τόσα χρόνια. Είχε γίνει κατακόκκινος, σεληνιασμένος και δαιμονισμένος. Η συντριβή και η οδύνη ζωγραφίζονταν στο ζαρωμένο του πρόσωπο. Τότε γονάτισε μπροστά μου, γαντζώθηκε απ’ τα πόδια μου και ξέσπασε σε κλάματα. Χείμαρροι δακρύων, σαν να μην είχε ξανακλάψει ποτέ στη ζωή του. Για ώρα πολύ έκλαιγε με βογγητά που κάποια στιγμή έγιναν σπαραχτικά ουρλιαχτά, εκεί, στη μέση του δρόμου, στην μέση του πουθενά, κάτω απ’ το άπλετο φως της μάνας σελήνης, μπροστά σ’ έναν άγνωστο άνθρωπο, σ’ έναν ξένο, και σίγουρα πιο αμαρτωλός από εκείνον. Οι πιστοί με τα αναμμένα τους κεριά επέστρεφαν απ’ τον επιτάφιο στα σπίτια τους. Μας κοίταζαν έντρομοι, σταυροκοπιόντουσαν και προσπερνούσαν βιαστικοί. Έμεινα σιωπηλός να ακούω την κραυγή του γέρικου πληγωμένου λύκου κάτω απ’ το φως της ολόγιομης συμπονετικής σελήνης. Δεν είχα κάτι να του πω. Ίσως, μόνο «υπομονή, άνθρωπε, υπομονή!» μα κι αυτό απλά το σκέφτηκα, δεν τόλμησα να το προφέρω. Υπομονή, γέρο! Όλοι κάποιον μαρτυρικό σταυρό κουβαλάμε στους ώμους μας, όλοι για κάτι υποφέρουμε. Υπομονή, μέχρι να βγει η ψυχή μας. Έβαλα τα χέρια μου πάνω στο γέρικο κεφάλι του και χάιδεψα απαλά τα άσπρα του μαλλιά. Τουλάχιστον, από μένα είχε τη συγχώρεση που ζητούσε η ψυχή του. Μετά από λίγο τον βόηθησα να σηκωθεί, να σκουπίσει τα μάτια του και συνεχίσαμε αμίλητοι το δρόμο μας.      

«Φτάσαμε, εδώ είναι το φτωχικό μου!» Ήταν ένα μικρό οικόπεδο με μια παράγκα από πλίθες και λαμαρίνες στο βάθος, κάτι σαν αποθήκη. Και γεμάτο από αδέσποτα, σαν να ήταν παράρτημα της φιλοζωικής εταιρίας. Απ’ την μια πλευρά κοιμόντουσαν οι γάτες, απ’ την άλλη τα σκυλιά. Ξύπνησαν, ανασήκωσαν γεμάτα περιέργεια τα κεφάλια τους, ο γέροντας τους είπε δυο γλυκόλογα και κατόπιν συνέχισαν μακάρια τον ύπνο τους. Με ένα φακό μπήκαμε αθόρυβα στην παράγκα. Επικρατούσε ησυχία. Μέτρησα επτά κεφάλια. Είχαν πιάσει τις γωνίες και κοιμόντουσαν  στρωματσάδα μέσα σε υπνόσακους. «Είναι οι φτωχοί μου», δικαιολογήθηκε ο παπάς με συμπόνια. Στη μέση υπήρχε μια σβησμένη ξυλόσομπα με μπουριά, ένα τραπέζι και γύρω του μπόλικες καρέκλες. Καθίσαμε σιωπηλοί και αποκαμωμένοι μέσα στη βαθιά νύχτα. Έφερε τσίπουρο, γέμισε τα ποτήρια και ήπιαμε άσπρο πάτο. Απ’ το παράθυρο η σελήνη έλουζε με ασήμι και μαλάματα το σιωπηλό κοινόβιο και φώτιζε τις ωχρές, κουρασμένες και αδέσποτες φάτσες μας. Πήρα το φακό και περιεργάστηκα τη γωνιά όπου έκαιγε το καντήλι. Ήταν το εικονοστάσι του. Εκεί προσευχόταν γονατιστός τρεις φορές τη μέρα. Ανάκατες οι μορφές των αγίων με ήρωες της επανάστασης και του αντάρτικου. Επομένως, πίστευε ακόμα σε ένα καλύτερο μέλλον για την άνθρωπο, με λιγότερο πόνο. Αντίθετα από μένα,  δεν είχε χάσει τελείως τις ελπίδες του. Μια φωτογραφία έδειχνε τον αρχικαπετάνιο περιτριγυρισμένο απ’ τους γενειοφόρους μαυροσκούφηδες και  πλάι του ένας παπάς με όπλο και σταυρωτά φυσεκλίκια. «Ο παπά-Ανυπόμονος, μακρινός μου συγγενής!» ψιθύρισε περήφανος για τα ανυπότακτα γονίδιά που κουβαλούσε μέσα του, καταλαβαίνοντας πού σταμάτησε το ανήσυχο βλέμμα μου. Γέμισε πάλι τα ποτήρια και τα κατεβάσαμε ξανά άσπρο πάτο. Μα ήταν αργά κι έπρεπε να φύγω. Θα ξαναρχόμουν, του υποσχέθηκα, είχαμε πολλά πράγματα να πούμε. Να του εξομολογηθώ κι εγώ με τη σειρά μου τα μεγάλα αμαρτήματα μιας νωθρής και ασάλευτης ζωής. Χωρίς θεό, χωρίς πίστη, χωρίς νόημα. «Όποτε θες, παιδί μου. Οι καλοί άνθρωποι είναι πάντα ευπρόσδεκτοι στον οίκο του θεού. Να ‘χεις την ευλογία μου!» είπε και αγκαλιαστήκαμε. Έφυγα και έφτασα παραπατώντας μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Ευτυχώς, εκείνη την έρημη ώρα περνούσε ένα ταξί. Η μεθυσμένη μου φάτσα δεν προξενούσε ανησυχία, ούτε πρόδιδε κάποιο επικίνδυνο κακοποιό στοιχείο με άσχημες προθέσεις. Σταμάτησε και με πήρε. Με διπλή ταρίφα. Μετά από λίγο, βρισκόμουν ψόφιος πάνω στο κρεβάτι μου. Ούτε τα ρούχα δεν πρόλαβα να βγάλω.          

Την επόμενη μέρα έμαθα το κακό. Έπιασε φωτιά στο παλιό καρνάγιο και κάηκε ολοσχερώς. Και οι μαούνες και τα καΐκια και η παράγκα, τα πάντα. Εμπρησμός ή ατύχημα, κανείς δεν ήξερε με σιγουριά, το έψαχνε ακόμα η πυροσβεστική. Πάντως, πολλά ακούγονταν. Ευτυχώς δεν υπήρχαν ανθρώπινες απώλειες, νεκροί ή τραυματίες. «Ήταν ωραίο θέαμα!» είπαν κάποιοι. Οι λίγοι που είχαν απομείνει μέχρι αργά το βράδυ, λιώμα απ’ το πιόμα,  ροχάλιζαν του καλού καιρού, μα ξύπνησαν εγκαίρως και πρόλαβαν να απομακρυνθούν και να γλυτώσουν. Κάποιοι απ’ την τρομάρα τους βούτηξαν στη θάλασσα. Ένιωσα τύψεις και ενοχές. Τους είχα κάνει κακό ποδαρικό των ανθρώπων. Παρ’ όλο που δεν είμαι προληπτικός, αυτό ήταν το πρώτο που σκέφτηκα. Κι ύστερα τον νεκροθάφτη που θα έχανε το κρεβάτι του και το σπιτικό του κι θα έμενε πάλι άστεγος και απροστάτευτος απ’ τον μπόγια. Ίσως πάλι να ‘βρισκε απάγκιο στο σπιτικό του γέροντα παπά. Εκεί σίγουρα θα ήταν καλοδεχούμενος. Όπως και όλα τα αθώα πλάσματα του άσπλαχνου και μάταιου τούτου κόσμου.

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

ΤΟ ΦΑΚΕΛΑΚΙ

Ο κοντός είχε τα μαύρα του τα χάλια. Κάπνιζε τα τσιγάρα απανωτά και κατέβαζε το ουίσκι σαν νερό. Δεν τον είχα ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση, νόμιζα ότι θα του ‘ρθει συμφόρηση. Μιλούσε κι έτρεμε ολόκληρος. Χτες, ήρθε και τον βρήκε ο χοντρός. Είχαν καιρό να μιλήσουν. Του τα περιέγραψε πολύ τραγικά. Ο ψηλός δεν είναι καλά, τον χάνουμε. Πρέπει επειγόντως να εγχειριστεί. Χρειάζονταν αρκετά λεφτά και δεν υπήρχε σάλιο, έπρεπε να βοηθήσει. Ο γιατρός που τον φρόντιζε ήταν ο καλύτερος στο είδος του, μα μεγάλη κουφάλα. Διευθυντής της ογκολογικής κλινικής, με σπουδαία φήμη στο χώρο, μα δεν είχε μάνα μου και πατέρα μου. Απαιτούσε χοντρό φακελάκι και το μπαγιόκο μπροστά, πριν την επέμβαση. Η ταρίφα του  ξεκίναγε από τρία χιλιάρικα. Επιπλέον, η περίπτωση του ψηλού ήταν δύσκολη, με λίγες πιθανότητες επιτυχίας. Δηλαδή, σχεδόν πεταμένα λεφτά. Ο καρκίνος στον εγκέφαλο είχε προχωρήσει πολύ. Το πρόβλημα ξεκίνησε πριν από ένα τρίμηνο με ζαλάδες και πονοκεφάλους, μα δεν έδωσε σημασία. Την έβγαζε με κάνα ντεπόν και ξάπλα στο κρεβάτι. Φοβόταν τους γιατρούς και δεν ήθελε να πάει να κοιταχτεί. Μα όταν πριν από μια βδομάδα σωριάστηκε ξαφνικά φαρδύς πλατύς στη μέση του δρόμου, τον πήγαν σηκωτό στα επείγοντα, του έκαναν εξετάσεις και τον κράτησαν μέσα. Ο καρκίνος ήταν επιθετικός, μα ευτυχώς δεν είχε κάνει ακόμα μετάσταση. Πάνω στην ταραχή του ο χοντρός του τα ‘λεγε κάπως μπερδεμένα, όπως και ο κοντός σε μένα, δηλαδή δούλευε χαλασμένο τηλέφωνο. Ίσως ο καρκίνος αυτός να μην ήταν μεταστατικός, δεν κατάλαβαν καλά, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Ούτε κι εγώ. Πάντως, ο ψηλός έπρεπε αμέσως να εγχειριστεί και ο παλιόπουστας ο γιατρός ήθελε τα λεφτά μπροστά. Αυτό ήταν το ρεζουμέ της κατάστασης.

Προσπάθησα να τον ηρεμήσω. Αφού υπήρχαν ακόμα ελπίδες να γίνει καλά δεν έπρεπε να χάνει το θάρρος του και να πανικοβάλλεται. Η περίσταση απαιτούσε ψυχραιμία, που όμως ο κοντός δεν διέθετε. Είχε πολύ καιρό να βρεθεί και να μιλήσει με τον χοντρό και τον ψηλό. Τελευταία, είχαν ψυχρανθεί ή τσακωθεί για κάτι δικά τους, δεν ξέρω ακριβώς, ούτε και μου είπε ποτέ. Μα ήταν παλιά φιλαράκια, είχαν φάει ψωμί κι αλάτι μαζί, σε ζόρικες καταστάσεις, κι έπρεπε να τους βοηθήσει. Δεν είχε πρόβλημα με τα χρήματα, τα είχε, απλά ήθελε να πάνε όλα καλά και ο ψηλός να την σκαπουλάρει. Ούτε και ηθικές αναστολές είχε. Ήξερε πως στην κωλοχώρα μας έτσι λειτουργούν τα πράγματα, με λάδωμα και δεν θα αλλάξουν ποτέ. Με νταβατζήδες, φακελάκια και μεσάζοντες. Γιατροί, δικαστές, μπάτσοι, πολιτικοί και όλοι οι γαμημένοι, όταν τους έχεις ανάγκη πρέπει να τους τα σκάσεις. Όλους αυτούς που επιτελούν τάχα μου λειτούργημα και δίνουν όρκους με φανφάρες και τυμπανοκρουσίες ότι θα εκτελούν πάντα το καθήκον τους για το καλό της κοινωνίας.  Και που στο τέλος τον καταντούν ένα κουρελόχαρτο. Επίορκοι, δούλοι του χρήματος και της μάσας. Βέβαια, πάντα με κάποιες εξαιρέσεις, που ξεπλένουν όλους τους υπόλοιπους. Τους πολλούς. «Μα δεν είναι όλοι έτσι», σου λένε και καθαρίζουν, βάζοντας ανάμεσα στους άμεμπτους και τον εαυτό τους. Ναι, έπρεπε να καταργηθούν οι ορκωμοσίες, δεν είχαν νόημα. Έτσι κι αλλιώς, ο καθένας έδινε λόγο μόνο στη συνείδησή του. Και σε κανέναν άλλο.

Ανέκαθεν, δεν μπορούσα να χωνέψω το νταβατζιλίκι και τον εκβιασμό όταν βρίσκεσαι σε ανάγκη. Ένιωθα συνένοχος. Πρότεινα στον κοντό να ειδοποιήσουμε την αστυνομία, να προσημειώσουν τα χαρτονομίσματα και ο κωλογιατρός να πιαστεί στη φάκα. Αν ήθελε, μπορούσα να το αναλάβω εγώ. Ήξερα ότι είχε άσχημα προηγούμενα με τους μπάτσους και δεν γούσταρε πάρε δώσε μαζί τους. Τον ήξεραν χαρτί και καλαμάρι, κι αυτόν και τον ψηλό και τον χοντρό. Αρνήθηκε κατηγορηματικά. Δεν ήθελε να βάλει σε μεγαλύτερο κίνδυνο την έτσι κι αλλιώς επισφαλή και ετοιμόρροπη ζωή του φίλου του, να εξανεμίσει και τις ελάχιστες έστω πιθανότητες που είχε να γίνει καλά. Γύρευε στα χέρια ποιανού χασάπη θα έπεφτε μετά απ’ αυτό ο φίλος του. Και τι θα του κάνανε του κύριου διευθυντή; Τίποτα. Σιγά μην τον διώχνανε. Μια προσωρινή αργία και παύση των καθηκόντων του και μια ένορκη διοικητική εξέταση, όλα για τα μάτια του κόσμου, πιο πολύ για να το βουλώσουν οι εφημερίδες, και ένα πόρισμα μετά από πού καιρό που θα τον έβγαζε λάδι λόγω αμφιβολιών. Και η υπόθεση θα κουκουλωνόταν, το σκάνδαλο θα ξεχνιόταν και ο πουστογιατρός θα επέστρεφε στο πόστο του με δάφνες και τιμές. Θα ‘παιρνε και τους μισθούς για την περίοδο που έλειπε, την οποία θα υπολόγιζαν και στα συντάξιμα χρονάκια του. Σαν να μην έφυγε ποτέ. «Και τότε θα έπρεπε να τον καθαρίσω» κατέληξε. Ο κοντός είχε ξαναβρεί την ηρεμία του και αν και πιωμένος μιλούσε ορθά. Τίποτα δεν θα του κάνανε του κύριου διευθυντή, που για να βρίσκεται σ’ αυτή τη θέση θα είχε σίγουρα πολιτικές άκρες και γνωριμίες. Μπορεί και μέσα στην αστυνομία, ακόμα και στα δικαστήρια. Θα ‘βγαινε λάδι ο παλιόπουστας. Άσε που μπορεί να βρίσκαμε και τον μπελά μας από πάνω. 

Την επόμενη κιόλας μέρα κανονίσαμε συνάντηση με τον βοηθό του διευθυντή και μας εξήγησε τις λεπτομέρειες. Ο χοντρός κι ο κοντός δεν μιλούσαν. Όταν του παραπονέθηκα ότι είναι πολλά τα χρήματα και είμαστε φτωχοί άνθρωποι και που θα τα βρούμε, η απάντησή του με αποστόμωσε. Ήταν λίγο κυνική, αλλά και πολλή λογική. Αφού ήταν φίλος μας και τον αγαπούσαμε, θα ‘πρεπε να τσοντάρουμε όλοι ρεφενέ, να γίνει κάτι σαν ένας μικρός έρανος για να σωθεί. Βέβαια, δεν ήταν πολλές οι ελπίδες της επιτυχίας, μα ο κύριος διευθυντής θα έκανε ότι καλύτερο μπορούσε. Ήταν αυθεντία στο είδος του και εμείς πολύ τυχεροί που τον είχαμε στην πόλη μας και που δεν έφυγε κι αυτός, όπως τόσοι άλλοι, για το εξωτερικό ή τουλάχιστον για την πρωτεύουσα, εκεί όπου οι απολαβές του θα ήταν σίγουρα μεγαλύτερες. Τα λεγόμενά του σχεδόν μας είχαν πείσει. Και επιπλέον, τα χρήματα δεν θα έμπαιναν όλα στην τσέπη του, θα γινόταν δίκαιη διανομή σε όλη την ομάδα, τους βοηθούς και την αναισθησιολόγο, μέχρι και οι νοσηλευτές και οι τραυματιοφορείς θα παίρνανε μερίδιο. Ναι, όλοι τους, δίκαια πράγματα. Σαν τους μισθοφόρους και πλιατσικολόγους άλλων εποχών, που μετά από κάθε επιδρομή μοιράζανε τα λάφυρα. Τα μισά τα ‘παιρνε ο αρχηγός, τα υπόλοιπα τα γενναία του παλικάρια. Δίκαια πράγματα. Τελικά, ο βοηθός του κύριου καθηγητή μας είχε πείσει. 

Φέραμε τα μπικικίνια και μετά από τρεις μέρες ο ψηλός ετοιμάστηκε και μπήκε στο χειρουργείο. Η επέμβαση ήταν δύσκολη, κράτησε αρκετές ώρες, όμως στέφθηκε με επιτυχία. Αφαιρέθηκε ο κακοήθης όγκος και την επόμενη μέρα ο ασθενής συνήλθε. Ο κύριος διευθυντής μας ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να μείνει λίγες μέρες στην κλινική για παρακολούθηση. Ίσως τον πρώτο καιρό να είχε κάποια προβλήματα διαύγειας και ομιλίας, κάτι σαν προσωρινή αφασία, ας πούμε, μα γρήγορα ο εγκέφαλος θα επανερχόταν στην προηγούμενη κατάσταση. Ίσως να του άφηνε ένα μικρό κουσούρι στη γλώσσα ή στο περπάτημα. Ίσως και να γινόταν λίγο πιο νευρικός και ευερέθιστος, δεν μπορούσε ακόμη να ξέρει.

Ο κοντός και ο χοντρός τον ευχαρίστησαν συγκινημένοι, ήταν υπόχρεοι, του είπαν. Εγώ δεν είπα τίποτα, μόνο κρατήθηκα να μη γελάσω. Ανέκαθεν ο ψηλός ήταν ανεγκέφαλος, μπουμπούνας και μαλακοκαύλης, άτομο μειωμένης σκέψης και αντίληψης. Τώρα θα απογινόταν τελείως. Πάντως, προσωρινά, είχε διαφύγει τον κίνδυνο, την είχε σκαπουλάρει. Κάτι ήταν κι αυτό. Και ο εντιμότατος κύριος διευθυντής με τα παχυλά φακελάκια, χωρίς να το ξέρει, είχε σώσει το όμορφο κεφαλάκι του. Προσωρινά κι αυτός.