Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ (ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ)

Όταν έληξε η καραντίνα σταμάτησε και ο υποχρεωτικός περιορισμός μας. Ο καταυλισμός διαλύθηκε, οι έγκλειστοι σκορπίσανε στους πέντε ανέμους και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Εγώ δεν ήξερα που να πάω. Ο χειμώνας πλησίαζε παγωμένος και δριμύς, με ισχυρούς βοριάδες να σφυρίζουν από μακριά, έλεγαν οι ειδικοί. Έπρεπε να βρω ένα σπίτι να προστατευτώ. Αν παρέμενα άστεγος, ανέστιος και πλάνης δεν θα την έβγαζα καθαρή. Όμως, δεν ήξερα τι να κάνω. Απ’ τη στριμώκολη κατάσταση με βγάλανε δυο φιλαράκια, ο χοντρός κι ο λιγνός, όνομα και πράγμα, που γνώρισα τις μέρες της πανδημίας. Ήταν δυνατό ντουέτο και είχανε έξυπνο σχέδιο διαφυγής απ’ την ψωμόλυσσα. Και με συμπαθούσαν. Ας όψεται το γαμημένο το κράτος που εδώ και πολλά χρόνια έχει καταργήσει τα κοινωνικά επιδόματα, τα λαϊκά συσσίτια, τη δωρεάν περίθαλψη και κάθε άλλη βοήθεια προς τους φτωχούς και αναξιοπαθούντες, όπως εμείς, κι έπρεπε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι τους. Έτσι έλεγαν, μα δεν κλαίγονταν γιατί είχαν μια φαεινή ιδέα. Να περιφερόμαστε ως τρίο μινάρε από εκκλησίες σε νεκροταφεία (δόξα το θεό, είχε πολλά η πόλη)  και από κηδείες σε μνημόσυνα (και πάλι δόξα το θεό, μπόλικα κι αυτά, λόγω των θανατηφόρων ιώσεων) και να χορταίνουμε την πείνα μας με κουλουράκια και σπερνά, ζητιανεύοντας και κάνα ψιλό απ’ τους τεθλιμμένους συγγενείς και τους θεοσεβούμενους συμπολίτες μας. Γι’ αυτό ήθελαν και μένα μαζί τους με τη γλυκιά και όμορφη φατσούλα για ξεκάρφωμα, αφού εκείνοι εμφανισιακά είχαν λίγο πολύ τα χάλια τους. Απλά, έπρεπε να παίξουμε καλό θέατρο, να σουλουπωθούμε κάπως, να γίνουμε πιο επίσημοι και στενοχωρημένοι και θα βγάζαμε γερό μεροκάματο. Και η μοιρασιά στα τρία, δίκαια πράγματα.

Αυτά συμφωνήσαμε και το κόλπο δούλεψε στην εντέλεια. Κάθε πρωί, προτού ξεκινήσουμε για τη δουλειά, μελετούσαμε προσεχτικά τα αγγελτήρια των γραφείων κηδειών στις κολώνες και στις γωνίες των δρόμων και καταστρώναμε το σχέδιο δράσης, βασικά το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαμε με βάση τις ώρες των τελετών. Τα σαββατοκύριακα προτιμούσαμε τα μνημόσυνα, ήταν και περισσότερα, είχαν και καλύτερα τραπεζώματα. Τις καθημερινές αναγκαστικά ακολουθούσαμε τις κηδείες, όπου έπεφτε και το περισσότερο κλάμα, μπροστά στο μακάβριο θέαμα, αντικρίζοντας κάθε φορά το ανοιχτό φέρετρο, κι ακόμα χειρότερα όταν μέσα είχε ξαπλωμένο ανάσκελα έναν νέο άνθρωπο, τι κι αν ο καημένος μάς ήταν άγνωστος. Για να ξεχάσουμε τον πόνο μας, πρώτα χλαπακιάζαμε μέχρι σκασμού τα κόλλυβα κι ύστερα ο χοντρός περιλάβαινε τα κουλουράκια, ο λιγνός τα κονιάκ (καβάτζωνε στην τσέπη και το περίσσευμα) κι εγώ με την όμορφη λυπημένη φατσούλα έβγαινα στη ζήτα για κάνα ψηλό. Επιπλέον, το ντουέτο, όποτε έβρισκε την ευκαιρία, ψείριζε με καταπληκτική δεξιοτεχνία και ταχύτητα το παγκάρι της εκκλησίας και τον δίσκο υπέρ φτωχών και απόρων, όπως ήμασταν κι εμείς. Δεν είχαν τον θεό τους οι μπάσταρδοι και η δουλειά πήγαινε περίφημα, ποτέ δεν τους πιάσανε. Με τούτα και με κείνα, περνούσαμε ζωή χαρισάμενη. Μονάχα που δεν είχαμε λύσει το πρόβλημα της στέγης, κάπου να κοιμόμαστε μόνιμα και με ασφάλεια. Μόλις σκοτείνιαζε, κρυβόμασταν και αράζαμε όπου βρίσκαμε, με το φόβο πάντα να μας γραπώσουν τα όργανα της τάξης και να μας σύρουν τσουβαλάτους στη μπουζού, σύμφωνα με τους δρακόντειους νόμους περί αλητείας που ίσχυαν στην πόλη μας, μα και σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Ώσπου ένα βράδυ, σε μια επιχείρηση σκούπα της αστυνομίας, μας έκαναν τσακωτούς και μας κουβάλησαν στην ασφάλεια. Μόλις θα ξημέρωνε, με συνοπτικές διαδικασίες, θα περνούσαμε αυτόφωρο κι από κει ντουγρού για τη στενή. Οι φίλοι μου δεν είχαν πρόβλημα, θα έβρισκαν κι απάγκιο για το χειμώνα. Έτσι κι αλλιώς, είχαν πάει αρκετές φορές φυλακή και είχαν συνηθίσει στην αιχμαλωσία, δεν τους κακοφαινόταν πια. Εγώ όμως όχι, δεν ήξερα τι θα συναντήσω εκεί μέσα. Και ξαφνικά, λίγο πριν μας φορτώσουν στις κλούβες για την μεταγωγή, εμένα με ξεχώρισαν και μ’ έβγαλαν στην άκρη. Παραξενεύτηκα, όπως και οι φίλοι μου, μα τι να έκανα, τους ευχήθηκα καλή τύχη και γρήγορα να ανταμώσουμε ξανά. Δεν είχα παράπονο, ήταν καλά και ξηγημένα παιδιά και μου φερθήκανε σπαθί και πολύ εντάξει. Σε λίγο τα οχήματα της αστυνομίας ξεκίνησαν για τα δικαστήρια κι εμένα με πήγαν στο υπόγειο και μ’ έκλεισαν σ’ ένα άδειο κελί. Απ’ το φόβο είχα χεστεί πάνω μου, δεν ήξερα τι με περίμενε.

Πέρασε καμιά ώρα έτσι, μόνος στην αγωνία και την αναμονή, όταν έγινε πάλι το θαύμα. Η πόρτα του κελιού άνοιξε και εμφανίστηκε μπροστά μου σαν φάντης μπαστούνης ο φύλακας άγγελός μου, ο όμορφος μπάτσος. Φορούσε πολιτικά, μάλλον δεν ήταν σε υπηρεσία και το βλέμμα του ήταν αγριεμένο. Άρχισε να με κατσαδιάζει, μα δεν με ένοιαζε καθόλου. Ήμουν πολύ χαρούμενος που τον ξανάβλεπα μετά από τόσο καιρό σώο και αβλαβή, σε σημείο που δεν άκουγα τι μου έλεγε. Μόνο ασυναίσθητα ζάρωσα σε μια γωνιά, έκανα τον ψόφιο κοριό και λούστηκα πατόκορφα το χέσιμο. Κατά ένα παράξενο τρόπο, ήξερε όλες τις παλιοδουλειές που έκανα με τον χοντρό και λιγνό, σαν να είχε βάλει ανθρώπους να μας παρακολουθούν ή κάποιο αόρατο μάτι απ’ τον ουρανό. Δεν αρνήθηκα τις κατηγορίες, σκύβοντας μετανοημένος το κεφάλι και κοιτώντας το πάτωμα. Δεν είχαμε άλλη λύση, δικαιολογήθηκα, έπρεπε κι εμείς κάπως να τη βγάλουμε. Θα μου έδινε μια δεύτερη ευκαιρία, είπε, μα ανησυχούσε τι θα έκανα όταν θα με άφηνε ελεύθερο. Ήξερε ότι δεν είχα που να μείνω. Τότε έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα φάκελο. Μέσα είχε τη διεύθυνση μιας ηλικιωμένης κυρίας, η οποία χρειαζόταν βοηθό για το σπίτι. Εκεί θα είχα δωρεάν τροφή και στέγη, μέχρι να βρω κάτι καλύτερο. Τον ευχαρίστησα κι ήμουν έτοιμος να πετάξω τη σκούφια απ’ τη χαρά μου. Ανεβήκαμε μαζί τις σκάλες και με συνόδευσε μέχρι την έξοδο του αστυνομικού μεγάρου. Μου ευχήθηκε καλή τύχη και να προσέχω. Αν με ξανάπιαναν δεν θα είχα άλλη ευκαιρία, θα ήταν η τρίτη και φαρμακερή και κατευθείαν για τη στενή. Θα έκανα ότι μπορούσα, θα προσπαθούσα για το καλύτερο, του υποσχέθηκα, χαμογέλασε και χωρίσαμε ευχαριστημένοι, δίνοντας τα χέρια. Στο δρόμο, πηγαίνοντας για το σπίτι της γηραιάς κυρίας, σκέφτηκα ότι τελικά κι αυτός με συμπαθούσε, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο. Ίσως επειδή είχα όμορφη και συμπαθητική φατσούλα. Επιπλέον, δεν ήμουν και κάνα κωλόπαιδο.

Η ηλικιωμένη κυρία δεν έμενε μόνη της. Την πόρτα άνοιξε μία όμορφη κοπέλα. Ήταν η νοσοκόμα της, είπε, και όπως έμαθα αργότερα ψυχοκόρη και γενική κληρονόμος της. Η γριά δεν είχε παντρευτεί ποτέ και δεν είχε αποκτήσει δικά της παιδιά. Πήρε την κοπέλα απ’ το ορφανοτροφείο, την μεγάλωσε και την σπούδασε. Κι εκείνη της το ανταπέδωσε φροντίζοντάς την. Ήταν θαύμα που σε τέτοια προχωρημένη ηλικία είχε καταφέρει να επιβιώσει μέσα στην πανδημία. Όμως, σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, χρειαζόταν και έναν άντρα το σπίτι για να τις προσέχει. Με τον αστυνόμο ήταν παλιοί γνώριμοι, ίσως να είχαν και κάποια μακρινή συγγένεια, δεν πολυκατάλαβα, και του ανέθεσε να της βρει ένα έμπιστο και εχέμυθο άτομο για υπηρέτη. Κι αυτός διάλεξε εμένα. Σίγουρα λοιπόν με συμπαθούσε και ήθελε να με βοηθήσει. Μα όλα αυτά μου φαίνονταν ακατανόητα, σχεδόν παλαβά. Δεν έβγαζα άκρη.

Και η γριά πρέπει να με συμπάθησε. Βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, σκεπασμένη με μια κουβέρτα. Όταν με αντίκρισε, μου χαμογέλασε. Αφού σε στέλνει εκείνος, σίγουρα είσαι καλό παιδί, είπε. Την ευχαρίστησα ευγενικά. Δίπλα της χαμογελούσε και η νοσοκόμα. Δεν θα είχα δύσκολα καθήκοντα, ούτε και πολλές υποχρεώσεις. Πιο πολύ με ήθελαν για να ξεκουράζω την κοπέλα, να είναι πιο ελεύθερη, να μπορεί να βγαίνει περισσότερο έξω και να λείπει συχνότερα απ’ το σπίτι. Θα είχε τους λόγους της και πράγματι, έδειχνε χλωμή και κουρασμένη, πολύ εξουθενωμένη. Είχε ωραία μέρα κι ο ήλιος έμπαινε φωτεινός απ’ το παράθυρό της. Η ηλικιωμένη κυρία ήθελε να σηκωθεί και να βγει στο μπαλκόνι. Τη βοήθησα, μου φάνηκε βαριά, σχεδόν ασήκωτη, και την έβαλα να καθίσει στο αναπηρικό καροτσάκι. Το τσούλησα και βγήκαμε έξω. Είχε όμορφη θέα, απέναντι το κάστρο και στα αριστερά ολόκληρη η πόλη στο πιάτο. Τότε με ρώτησε αν είχα ξανάρθει στην περιοχή. Όχι, της απάντησα, δεν θυμόμουν κάτι σχετικό. Καθίσαμε αρκετά λεπτά αμίλητοι, αγναντεύοντας την πόλη. Κρυώνω, είπε κάποια στιγμή, μπήκαμε μέσα και τη βοήθησα πάλι να ξαπλώσει. Είπε στην κοπέλα να μου δείξει το δωμάτιο μου και το υπόλοιπο σπίτι κι έκλεισε τα μάτια. Έδειχνε κουρασμένη και αμέσως την πήρε ο ύπνος ροχαλίζοντας. Περνώντας απ’ το σαλόνι περιεργάστηκα το χώρο και το μάτι μου σταμάτησε σε μια φωτογραφία. Δυο γυναίκες περπατούσαν στην πλατεία και στη μέση ένα μικρό αγόρι. Αυτή είναι η κυρία, μαζί με μια φίλη και το παιδί της, πριν από πολλά χρόνια, όταν ήταν σχετικά νέα, μου εξήγησε η κοπέλα. Έλα να σου δείξω τώρα και τα υπόλοιπα. Και μ’ άρπαξε βιαστικά απ’ το μανίκι.

Πράγματι, ο χειμώνας ήτανε βαρύς κι ασήκωτος, σύμφωνα με τις προβλέψεις των ειδικών, μα δεν περνούσα κι άσχημα με τις γυναίκες. Τις περισσότερες δουλειές τις έκανε η κοπέλα, εγώ ήμουν βοηθητικός. Και όποτε έλειπε απ’ το σπίτι μου έδινε όλες τις απαραίτητες οδηγίες. Η γριά ήταν πολύ ευχαριστημένη μαζί μου, αλλά και η νοσοκόμα. Δεν ήξερα αν έχει φίλο, μα τελευταία έπαιρνε συχνά εξόδους και μερικές μέρες γύριζε αργά στο σπίτι. Ένα βράδυ μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιό μου, ξάπλωσε δίπλα μου κι άρχιζε να με χαϊδεύει. Την κατάλαβα, μα έκανα τον κοιμισμένο. Έβαλε το χέρι της χαμηλά και με ψαχούλεψε στα χαμνά, μα δεν έδειξε να ξαφνιάζεται. Με τη γλώσσα της άρχισε να μου γλύφει την τρύπα και να με ερεθίζει. Καύλωσε κι αυτή κι άρχισε να τρίβεται πάνω μου και να βογκάει, φτάνοντας σε οργασμό. Όταν τέλειωσε, βγήκε από το δωμάτιο κι έκλεισε πίσω της αθόρυβα την πόρτα. Εγώ έμεινα κάπου στη μέση ταραγμένος και αναψοκοκκινισμένος. Με χρησιμοποίησε σαν αντικείμενο ηδονής, μα δεν έδωσα μεγάλη σημασία. Ίσως κι αυτό να είναι μέσα στα καθήκοντά μου, σκέφτηκα, κι αμέσως ηρέμησα, έπεσαν οι καρδιακοί μου παλμοί και γρήγορα με πήρε ο ύπνος. Την άλλη μέρα το πρωί δεν σχολιάσαμε το γεγονός, ούτε είδα κάτι περίεργο στο βλέμμα της, σαν να μη συνέβη τίποτα. Όμως δεν επαναλήφθηκε ξανά, δεν ξανάρθε βράδυ στο δωμάτιό μου. Ούτε κι εγώ φυσικά πήγα ποτέ στο δικό της. Και το περιστατικό ξεχάστηκε.

Ένα απόγευμα η γριά με φώναξε δίπλα της. Η κοπέλα έλειπε για ψώνια  και ήθελε να μου πει κάτι εμπιστευτικά. Δεν έπρεπε να μου ξεφύγει κουβέντα. Θα μου αποκάλυπτε ένα μεγάλο μυστικό απ’ την προηγούμενη ζωή μου, όχι ακόμα, αλλά την ημέρα του πάσχα, τότε θα ερχόταν η ανάσταση για όλους μας. Και μόνο στη σκέψη ότι με ήξερε από πολύ παλιά, μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας κι άρχισα να τρέμω ολόκληρος. Μα έπρεπε να κάνω υπομονή. Όμως, μπήκε η άνοιξη, ο καιρός βελτιώθηκε, η θερμοκρασία ανέβηκε και μέσα στη μεγάλη βδομάδα των παθών εκείνη ξαφνικά πέθανε ειρηνικά στον ύπνο της και μας άφησε χρόνους. Κι ούτε αναστήθηκε. Από ανακοπή καρδιάς, είπε ο γιατρός, είχε ευτυχισμένο θάνατο. Έτσι, δεν έμαθα ποτέ ποιο ήταν το μυστικό, ούτε τι γνώριζε για μένα. Στην κηδεία της ήταν και ο αστυνόμος οικογενειακώς, με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Φαινόταν πραγματικά στεναχωρημένος, μα δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Μόνο η γυναίκα του που με κοίταζε κάπως περίεργα. Το ίδιο βράδυ η κοπέλα ήρθε στο δωμάτιό μου και κάναμε άγριο και παράφορο σεξ, σαν να μην υπήρχε αύριο. Δεν την ένοιαξε που δεν είχα πούτσα, το ήξερε απ’ την αρχή. Είχα αρχίσει να την ερωτεύομαι και να ελπίζω ότι η συγκατοίκησή μας θα συνεχιζόταν, παρά το θάνατο της γριάς, μπορεί και να παντρευόμασταν, με κουμπάρο τον όμορφο μπάτσο κι έτσι θα λυνόντουσαν τα προβλήματά μου διαμιάς. Όχι πως ήμουν κανένας προικοθήρας της σειράς, μα με αυτές τις όμορφες σκέψεις με πήρε ο ύπνος πλάι στην όμορφη νοσοκόμα.

Όμως, το άλλο πρωί μου ανακοίνωσε με ύφος επίσημο και αυστηρό  ότι δεν χρειαζόταν άλλο τις υπηρεσίες μου κι έπρεπε να της αδειάσω τη γωνιά. Το σπίτι πλέον της ανήκε και όλα τα άλλα περιουσιακά στοιχεία της πεθαμένης. Είχε γίνει σχεδόν πλούσια. Μου ήρθε νταμπλάς. Την παρακάλεσα να με κρατήσει έστω σαν υπηρέτη ή οικιακό βοηθό, και χωρίς μισθό, ως αμοιβή μου μόνο τροφή και στέγη, μα αρνήθηκε κατηγορηματικά. Δεν μπορούσε, είπε, είχε άλλα σχέδια για το μέλλον της. Δεν επέμεινα άλλο, μα ήταν μεγάλη πουτάνα, σκέφτηκα. Έτσι, μου έδωσε μια μικρή αποζημίωση, με ευχαρίστησε για τη συνεργασία και με πέταξε κακήν κακώς στους πέντε δρόμους. Πριν φύγω, μου πέρασε απ’ το νου να την στραγγαλίσω, να την κόψω κομματάκια, να την βάλω σε μια μαύρη σακούλα και να την πετάξω στα σκουπίδια, μα αμέσως έδιωξα μακριά κάθε κακή και αποτρόπαια επιθυμία. Δεν ήμουν κάνα κωλόπαιδο, αλλά και για το ενδεχόμενο ότι κάποιος μπορεί να με παρακολουθούσε.      

Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

Η ΑΠΟΒΟΛΗ


Θυμάσαι, καλέ μου φίλε και παλιέ συμμαθητή, τις τελευταίες μέρες στο σχολείο; Εγώ ναι, αν κι έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Εσύ, πάλι, όχι, κρίμα που τα ‘χεις ξεχάσει. Κάποτε θα σου τα πω, μήπως και. Είχαν κιόλας αρχίσει οι ζέστες, πρόωρα, μες στον Ιούνη, κι εμείς βιαζόμασταν να αφήσουμε τις σάκες, τα μολύβια και τα βιβλία, να μπουγελωθούμε στο προαύλιο και να αρχίσουμε τα μπάνια και τις ηλιοθεραπείες στην παραλία. Ήμασταν ασυγκράτητοι, ειδικά εσύ, που για την ηλικία μας ήσουν πολύ πιο ώριμος και ζωηρός. Σε θαύμαζα, σε ζήλευα και σε αγαπούσα, είναι αλήθεια. Ασυναίσθητα, μπορεί να ‘μουνα και λίγο ερωτευμένος, κρυφά και από τον ίδιο μου τον εαυτό. Βλέπεις, ήμασταν πολύ παιδιά ακόμα, πολύ άγουρα, δεν ξέραμε από τέτοια επικίνδυνα παιχνίδια. Όμως, όχι εσύ. Ήσουν όμορφος και στα διαλλείματα οι κοπέλες σε κυνηγούσαν, μονάχα εσένα, μα συνέχεια τους ξέφευγες, δεν καθόσουν να σε πιάσουν και να σε αγγίξουν, να σε χαϊδέψουν και να σε φιλήσουν, να γίνεις το βαρύτιμο τρόπαιο της νίκης τους. Με γρήγορους και περίτεχνους  τις απόφευγες, σαν χέλι ξεγλιστρούσες ανάμεσά τους, παρ’ όλο που οι περισσότερες ήταν δροσερές και όμορφες, ροδοκόκκινες απ’ την προσπάθεια και την έξαψη. Καθόμουν σε μια γωνιά και σε παρακολουθούσα. Μετά ερχόσουν κουρασμένος, μα χαμογελαστός, δαφνοστεφανωμένος νικητής πλάι μου  να πάρεις μια ανάσα. Ο ιδρώτας σου μοσχοβολούσε, το πρόσωπό σου έλαμπε. Αγναντεύαμε μαζί το τεράστιο κτήριο απέναντι, έτσι μας φαινότανε τότε, τρομακτικό και ατέλειωτο. Το φοβόσουν το γυμνάσιο. Μεγάλο σχολείο με μεγάλα παιδιά και πολλούς δασκάλους, έλεγες, σαν να μην ήθελες άλλο να μεγαλώσεις, να απελευθερωθείς απ’ τα δεσμά και τα χαλινάρια της άγουρης ηλικίας μας. Κι έσβηνε το χαμόγελο απ’ το πρόσωπό σου και τα μάτια σου γίνονταν σκοτεινά και μελαγχολικά. Και τότε σ’ αγαπούσα πιο πολύ, αν και δεν στο ‘λεγα, μα ίσως να το ‘χες καταλάβει. Ξαφνικά χτυπούσε το κουδούνι, το διάλλειμα τέλειωνε και ο παλιόγερος ο επιστάτης φώναζε αγριεμένα να μπούμε γρήγορα στις τάξεις μας. Κι έκανε πολύ ζέστη.

Είχε φτάσει η τελευταία μέρα των μαθημάτων. Μέσα στην αίθουσα γινόταν χαλασμός κυρίου, η δασκάλα είχε χάσει πλέον τον έλεγχο, η τάξη είχε διασαλευθεί ανεπανόρθωτα. Μιλούσε για τους κινδύνους του ήλιου και της θάλασσας, τα μέτρα προστασίας που θα ‘πρεπε να παίρνουμε, μα ήτανε για λύπηση, κανείς δεν της έδινε σημασία. Είχαμε όλοι αποθρασυνθεί. Όμως, εμάς είδε μόνο, μπροστά, κάτω απ’ τη μύτη της, στο πρώτο θρανίο, και μας έβγαλε έξω για παραδειγματισμό. Αυτό είναι άδικο, της πέταξες στο πρόσωπο κατάμουτρα και χτύπησες πίσω σου δυνατά την πόρτα. Μετά ξεσπάσαμε στα γέλια. Παραδόξως, δεν είχαμε φάει ξανά αποβολή, είμασταν καλά παιδάκια, μα τώρα άλλο που δεν θέλαμε. Πάμε να κατουρήσουμε, είπες, αλλά πρόσεχε μη μας δει ο επιστάτης. Ευτυχώς, ο κακομούτσουνος κωλόγερος είχε αράξει μέσα στο κιλικίο και λαγοκοιμόταν. Περάσαμε από μπροστά του και χαμπάρι δεν πήρε. Μπήκαμε μαζί στην ίδια τουαλέτα, παραξενεύτηκα, μα ήθελες κάτι να μου δείξεις. Κοίτα εδώ, μου είπες. Έκλεισες τα μάτια κι άρχισες να χαϊδεύεις το τσουτσούνι σου κι αυτό όλο και φούσκωνε, όλο και μεγάλωνε, όλο και κοκκίνιζε. Τρόμαξα, δεν ήξερα από τέτοια, ούτε μπορούσα να μαντέψω τι σκεφτόσουν εκείνη τη στιγμή. Κάν' το κι εσύ, πρόσταξες, θα σ’ αρέσει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ντρεπόμουν. Τρέμοντας έσφιξα το πουλί μου μέσα στη χούφτα, παραλίγο να το πνίξω, μα όσο και αν το έτριβα δεν γινόταν τίποτα, παρέμενε μικρό και ζαρωμένο. Τότε το έπιασες εσύ και ως εκ θαύματος άρχισε να μεγαλώνει, να γίνεται σαν κόκκινο μανιτάρι και το δικό σου σαν μελιτζάνα, να λαχανιάζουμε, να νιώθουμε μια γλυκιά ταραχή στο στήθος, να βγάζουμε μια ασυναίσθητη κραυγή και να κατουράω για πρώτη φορά ένα πηχτό ασημένιο υγρό. Έτσι μπράβο, μου είπες, τώρα έγινες άντρας. Κι αμέσως έχυσες κι εσύ και το σπέρμα σου τινάχτηκε μακριά και λέρωσε τη λεκάνη και το πάτωμα κι έγιναν όλα μαντάρα. Μετά γέλασες πολύ. Πάμε να φύγουμε, είπες, πριν μας πάρει είδηση ο κωλόγερος. Βγήκαμε σαν κύριοι από τις τουαλέτες, περάσαμε μπροστά απ’ τον κοιμισμένο επιστάτη και σαν κύριοι σταθήκαμε έξω απ’ την τάξη μας, περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι. Κολλήσαμε το αυτί μας στην πόρτα. Ακουγόταν μόνο η φωνή της κυρίας, μα δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε. Τα υπόλοιπα παιδιά έκαναν απόλυτη ησυχία. Όχι, αυτό είναι άδικο, είπες τότε και γελάσαμε πολύ. Κι αμέσως χτύπησε το κουδούνι για το σχόλασμα.      

Ύστερα έφυγες απ’ την πόλη και σε έχασα. Και μεγαλώσαμε, και με ξέχασες, όχι όμως κι εγώ. Οι ζωντανοί χωρισμοί είναι οι χειρότεροι, πονάνε πιο πολύ, μου είχες πει κάποτε, ποιος ξέρει από πού το άκουσες ή το διάβασες. Ήσουν σοφό παιδί. Αν και δεν το κατάλαβα, μου σφηνώθηκε στο μυαλό. Μα σίγουρα και αυτό το ‘χεις ξεχάσει, και καλύτερα. Ίσως κάποτε να στα πω όλα αυτά και να σου φανούν ξένα, περίεργα, μακρινά και απίστευτα. Και τότε να θυμηθείς και να μ’ αγαπήσεις ξανά.


Τετάρτη 3 Μαΐου 2023

ΜΕΡΕΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ

 

Η αυστηρή καραντίνα κράτησε πολύ, σχεδόν ένα τρίμηνο. Την πέρασα στο μεγάλο πάρκινγκ, πλάι στην παραλία και το νότιο πάρκο της πόλης, μαζί με άλλους άστεγους, αλλοδαπούς, λαθρόβιους και αλήτες, με όσους τουλάχιστον είχαν  γλυτώσει τη μπουζού. Μας είχαν μαντρωμένους, μαζί με τα αδέσποτα, γάτες και σκυλιά, αλλά και τα πουλιά που είχαν ξεφύγει απ’ τον μεγάλο αφανισμό. Η τελευταία πανδημία οφειλόταν στη νόσο των ελεύθερων πτηνών, είχαν αποφανθεί με κάθε βεβαιότητα οι ειδικοί και δόθηκε διαταγή να εξολοθρευθούν. Ξαφνικά, γίνανε όλοι κυνηγοί και ότι πετούσε το πυροβολούσαν, η χαρά των δολοφόνων. Κανονική γενοκτονία, επέζησαν μόνο τα πιο έξυπνα, λίγα περιστέρια, κοράκια, κίσσες και κάποια γλαροπούλια, βρίσκοντας προστασία κοντά μας, στην κιβωτό. Κούρνιασαν στα δέντρα του πάρκου, κρύφτηκαν μέσα σε θάμνους και σώθηκαν. Εκεί δεν πλησίαζε κανείς. Μας θεωρούσαν όλους μιάσματα, μολυσμένους και ετοιμοθάνατους, ότι δεν θα την βγάζαμε καθαρή. Μόνο μια φορά τη βδομάδα έρχονταν και μας άφηναν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης, από φιλευσπλαχνία, μην τους πουν και άκαρδους, αλλά κατά βάθος μας είχαν ξεγραμμένους, ανθρώπους και ζώα μαζί. Παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο καταφέραμε να επιβιώσουμε, αλλά ως εκ θαύματος δεν είχαμε ούτε μία απώλεια, δεν πέθανε κανείς. Όσοι αρρώστησαν είχαν ήπια συμπτώματα και  την σκαπούλαραν. Για μας δεν υπήρχαν νοσοκομεία και κλινικές, ήμασταν καμένα χαρτιά. Στην υπόλοιπη πόλη τα πράγματα ήταν σκούρα. Όπως μαθαίναμε, παρά τον καθολικό εγκλεισμό και τα μέτρα προστασίας, είχε αφανιστεί σχεδόν ο μισός πληθυσμός. Φυσικά και κάποιοι απ’ τους άρχοντες και τους υψηλά ιστάμενους του τόπου. Ο ιός δεν έκανε εξαιρέσεις, ήταν σχεδόν δημοκρατικός. Και δίκαιος.

Ο καταυλισμό ήταν περιφραγμένος, μα δεν περνούσαμε κι άσχημα, κάτι σαν διακοπές, να πούμε. Δεν ξέρω με ποιον τρόπο, αλλά μέχρι και ποτά και τσιγάρα και ναρκωτικά υπήρχαν και άλλες παράνομες ουσίες για τους πιο θεριακλήδες, για αυτούς που τα άντεχαν και το ‘λεγε η περδικούλα τους. Εγώ δεν έπινα τίποτα, ούτε καν καφέ για το πρωινό ξύπνημα. Όμως, δεν είχα κανένα παράπονο. Αν και ήμουν καινούργιος και ξενικός, όλοι μου φέρθηκαν πολύ εντάξει. Μεταξύ άλλων, έκανα και κάποιες φιλίες, ήταν καλοί άνθρωποι. Την ημέρα παίζαμε ποδόσφαιρο και άλλα αθλήματα για να κρατιόμαστε σε φόρμα, εγώ τις περισσότερες φορές φύλαγα το τέρμα, κάποιοι κολυμπούσαν, άλλοι λιάζονταν γυμνοί στην παραλία, οι γυναίκες μαγείρευαν και βάζανε μπουγάδα, μερικοί παίζανε με τις γάτες και τους σκύλους, νεαρούς και παιδιά δεν είχαμε, και τη νύχτα γινότανε άγριο γλέντι, διονυσιακό όργιο σαν να μην υπήρχε αύριο. Του μουνιού το πανηγύρι, όλοι μεθυσμένοι και γαμημένοι μέχρι τελικής πτώσης. Εγώ καθόμουνα σε μια άκρη, τους κοίταζα και ζήλευα. Ήθελα, μα δεν μπορούσα. Μέχρι που ένα βράδυ με πλησίασε μια κοπέλα με χαρακωμένο πρόσωπο και σάπια δόντια, ταλαιπωρημένη, στραπατσαρισμένη και σμπαραλιασμένη, όμως κάποτε πρέπει να ήταν πολύ όμορφη. Άρχισε να με χαϊδεύει, με έβρισκε όμορφο, είπε και ήθελε να κάνουμε έρωτα. Της εξήγησα το πρόβλημα, μα δεν την ένοιαζε. Δεν είσαι ο μόνος, μου είπε, οι μισοί σχεδόν εδώ μέσα είναι ξεπουτσιασμένοι και ευνούχοι, δεν τρέχει κάτι, όλα στο μυαλό είναι. Σοφά λόγια, η γκόμενα ήταν περπατημένη, ερχόταν από δρόμο και δεν της έφερα αντίρρηση, ούτε αντίσταση. Την άφησα να μου πάρει την παρθενιά. Τα έκανε όλα μόνη της, εγώ μονάχα ξάπλωσα φαρδύς πλατύς στο στρώμα και απόλαυσα τη συνουσία. Με φίλησε στο στόμα και άρχισε να με γδύνει. Μου ξεκούμπωσε και το παντελόνι και άρχισε να γλύφει την πληγή, μου έβαλε και λίγο δαχτυλάκι και μου άρεσε, ερεθίστηκα, έφτασα σε οργασμό και έχυσα για πρώτη φορά από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Πρωτόγνωρο συναίσθημα, μου λύθηκαν τα πόδια και με κυρίευσε μια γλύκα στο στήθος. Έπεσα ξέπνοος στην αγκαλιά της. Μετά μου είπε τι ήθελε να της κάνω, να γίνει και εκείνη και ακολούθησα πιστά τις οδηγίες. Ήταν σκέτη τίγρης, θεριό ανήμερο, καυλιάρα, θερμή γυναίκα. Από τότε ερχόταν κάθε βράδυ και το κάναμε, γίναμε περίπου σαν ζευγάρι. Δίπλα της διδάχτηκα τον αυθεντικό και ολοκληρωμένο έρωτα. Τελικά, ήταν ωραίες οι μέρες της καραντίνας. 

Όμως, παράξενο, απ’ το μυαλό μου δεν μπορούσε να βγει η εικόνα του μπάτσου που συνάντησα στην ασφάλεια, εκείνου του όμορφου αξιωματικού της αστυνομίας που αντίθετα με όλες τις προβλέψεις μου φέρθηκε πολύ εντάξει. Δεν τον είχα ξαναδεί από τότε και δεν ήξερα αν ζει ή αν πέθανε. Όποτε πλησίαζε τον φράχτη περιπολικό για έναν τυπικό έλεγχο, έτρεχα προς το μέρος του και κοίταζα με αγωνία το πλήρωμά του. Ποτέ δεν ήταν μέσα. Γύριζα απογοητευμένος στα φιλαράκια και την κοπέλα μου. Δεν ήθελα να του μιλήσω, να του πω κάτι, είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε, ίσως και να μη με θυμόταν το παλικάρι, με τόσους που συναναστρέφεται κάθε μέρα, απλά να δω ότι είναι ζωντανός ήθελα, ότι δεν κινδυνεύει απ’ τη θανατηφόρα γρίπη, έτσι δυνατός και ρωμαλέος που είναι. Δεν ήξερα ούτε καν το όνομά του για να ρωτήσω τους συναδέλφους του, εφόσον έβρισκα λίγο θράσος κι έπεφτα πάνω σε κάποιον φιλεύσπλαχνο αστυνόμο. Κάθε βράδυ ευχόμουν να έρθει στον ύπνο μου, να τον δω έστω και για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου, να πούμε δυο κουβέντες, μάταια όμως. Ίσως έφταιγε  που σπάνια έβλεπα όνειρα κι έπεφτα στο κρεβάτι ξερός και αποκαμωμένος. Πάντως, είχα ακούσει πως κάμποσοι μπάτσοι είχαν πεθάνει απ’ τον ιό, καλά να πάθουν οι μπινέδες, φώναζαν κάποιοι χαρούμενα, αλλά εγώ στεναχωριόμουν και ανησυχούσα για κείνον. Και δεν τολμούσα να το πω σε κανέναν μη με πάρουν στο ψηλό. Ότι νοιάζομαι για κωλόμπατσους και μπασκίνες και λοιπές αξιοσέβαστες κωλοτρυπίδες του κράτους, της τάξης και της ασφάλειας. Τότε ίσως και να με παίρνανε και για χαφιέ και όπως ήταν αγριεμένοι δεν το ‘χαν σε τίποτα να με λιντσάρουν και να με περάσουν σουβλάκι. Καλά και άγια παιδιά, αλλά μην τους μπει η υποψία. Γι’ αυτό δεν έβγαλα άχνα. 

Μια μέρα με πλησίασε ένας φίλος κρατώντας ένα χαρτί στο χέρι. Είχε πάρει γράμμα απ’ τον φυλακισμένο αδερφό του, μα δεν ήξερε να διαβάζει. Όπως και οι περισσότεροι στον καταυλισμό, ήταν αγράμματος, δεν είχε πάει σχολείο. Ο αδερφός του έμαθε να γράφει κάπως και να διαβάζει εκεί μέσα από έναν συγκρατούμενο. Δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν διαφορετικά, τα τηλέφωνα απαγορεύονταν, το ίντερνετ από καιρό δεν λειτουργούσε για τους πολλούς και μου ζήτησε να του το διαβάσω.

Αγαπιτέ μου αδερφέ ίμε καλά κε το ίδιο ελπίζο κε για σένα. Εδό μέσα ακόμα δεν έχουμε σοβαρά κρούσματα τισ παλιαρόστιασ. Βλέπισ εμίσ τα καθάρματα έχουμε γερί πέτσα κε δεν μασάνε από ιούσ και μικρόβια. Έκσο μαθένουμε γίνετε σφαγί. Πρέπι να ζίσουμε κε να κσανασιναντιθούμε. Δεν ξέρο πότε αλά κάπια στιγμί θα βγο έκσο κε θάρθο να σε βρο. Θάχουμε πολά να πούμε. Τόρα στα γεράματα αναγκάστικα να μάθο γράματα για να σου γράφο. Τα βασικά διλαδί μι περιμένισ πολιτέλιεσ. Ασίνε καλά ένασ σινάδελφοσ που ίμαστε στο ίδιο κελί. Καλό πεδί με βοίθισε πολί και πιστέβο γρίγορα να βελτιοθό. Μου λέι ποσ τα πέρνο τα γράματα κε θα γράπσο κε βιβλίο. Πρέπι να μάθισ κε σι να γράφισ κε να διαβάζισ για να μπορούμε να μιλάμε. Δεν ίνε δίσκολο. Δεν μπορό να σου πο περισότερα. Καταλαβένισ γιατί. ‘Ομοσ θα σου κσαναστίλο γράμα. Αν μπορέσισ γράπσε μου κε σι. Σε φιλό και σε αγαπό πολί. Ο μεγάλοσ σου αδερφόσ.    

Τέλειωσα το γράμμα με πολλές δυσκολίες και κομπιάσματα και κοίταξα τον φίλο μου στα μάτια. Είχε βουρκώσει, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Το δίπλωσα και του το έδωσα στο χέρι. Του είπα, αν ήθελε, να τον μάθω να διαβάζει και να γράφει, δεν θα ήταν μεγάλος κόπος για μένα. Με ευχαρίστησε. Μετά πήρε το τσαλακωμένο χαρτί, το έφερε στα χείλη του και το φίλησε.

Κυριακή 9 Απριλίου 2023

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Ήταν αχώριστοι. Ζούσανε στην ίδια γειτονιά, κοντά στο κάστρο, πηγαίνανε στο ίδιο σχολείο, καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο. Κολλητοί μέχρι παρεξηγήσεως. Κάποια ζωηρά και πονηρά κοριτσάκια, πρόωρα ξεπεταγμένα, είχαν βγάλει βρώμα ότι οι δυο τους τα είχανε. Μάλιστα, μια φορά στο διάλλειμα τους είχαν δει να χαϊδεύονται και να φιλιούνται περιπαθώς μέσα στις τουαλέτες, λέγανε. Όλα ψέματα βέβαια, μικρά άγουρα παιδάκια πού ξέρανε από τέτοια πράγματα. Μα εκείνα τα παλιοκόριτσα είχαν τρομερή φαντασία και κακές προθέσεις. Οι δυο φίλοι τις γράφανε στα παλιά τους τα παπούτσια. «Ναι, τα ‘χουμε, ζηλεύεται;» είχανε πει με ένα στόμα και μια μιλιά στις τρεις πονηρές καρακαηδόνες και τις αποστόμωσαν. Και που έγιναν κατακόκκινες σαν παντζάρια απ’ την κακία τους και τη ζήλια τους, όταν τους είδαν να φιλιούνται μπροστά τους, στα αλήθεια αυτή τη φορά. Όλα τα άλλα παιδιά γέλασαν, μα εκείνες αποχώρησαν συντετριμμένες, ψελλίζοντας μόνο ότι θα το μαρτυρούσαν στη δασκάλα τους για να τους μαλώσει.

Πέρα από όλα αυτά τα κακοήθη και ευτράπελα, οι δυο φίλοι έκαναν καλή παρέα. Με τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχαν πολλά πάρε δώσε. Παράξενα αγόρια. Δεν ήθελαν να γίνουν τίποτα όταν μεγαλώσουν (έτσι απαντούσαν στις αδιάκριτες ερωτήσεις μικρών και μεγάλων) μόνο να φύγουνε απ’ την πόλη και να κάνουνε μαζί ένα μεγάλο ταξίδι για να γνωρίσουν τον κόσμο ολόκληρο. Γι’ αυτό και το μάθημα της γεωγραφίας ήταν το αγαπημένο τους. Είχανε μάθει απέξω κι ανακατωτά όλους τους χάρτες και τα ονόματα, τις πόλεις, τις θάλασσες, τα βουνά και τα ποτάμια, τα πάντα. Και αγγλικά βέβαια για να μπορούν να συνεννοούνται με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Μόνο σε χώρες που γίνονταν πόλεμοι, ταραχές, αιματοχυσίες και επαναστάσεις δεν θα πήγαιναν. Ήταν ευαίσθητα παιδιά, μισούσαν τη βία και την βαρβαρότητα.

Θυμόντουσαν καλά όταν, μαζί με τους γονείς τους, πήγαν να παρακολουθήσουν μια δημόσια ομαδική εκτέλεση. Ήταν τραυματική εμπειρία, έκλαιγαν ολόκληρα μερόνυχτα και δεν μπορούσαν να συνέλθουν. Στην χώρα, μετά από άλλη μία αποτυχημένη εξέγερση και το χάος που ακολούθησε, είχε κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος και την εξουσία είχε αναλάβει μία σκληρή δικτατορία. Πλέον την πόλη τους  κυβερνούσαν οι πέντε άρχοντες και όλοι, μικροί και μεγάλοι, ήταν υποχρεωμένοι να παρακολουθούν τη θανάτωση των αντιφρονούντων για παραδειγματισμό και συμμόρφωση. Είχαν στηθεί και πάλι γκιλοτίνες στην κεντρική πλατεία, ενώ προηγουμένως γίνονταν φριχτά και τρομερά βασανιστήρια, δηλαδή επιστροφή στο Μεσαίωνα. Το ποτήρι ξεχείλισε, δεν πήγαινε άλλο. Τότε πήραν την τελική απόφαση, σίγουρα θα έφευγαν για μακριά. Καλύτερα να ζήσουν στη ζούγκλα μαζί με τα άγρια θηρία, παρά σε τέτοιες κοινωνίες ανθρώπων, είπαν με ένα στόμα και μια φωνή. Για την ηλικία τους ήταν πολύ ώριμα παιδιά.

Όμως, τα σχέδιά τους ανατράπηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Ο ένας εξορίστηκε ατιμασμένος απ’ την πόλη και ο άλλος με τη βία κλείστηκε εσώκλειστος από τον αυστηρό του πατέρα στη μεγάλη των μπάτσων σχολή και έγινε αξιωματικός της αστυνομίας, δηλαδή άνθρωπος του καθεστώτος και της νέας τάξης πραγμάτων, με λαμπρές προοπτικές για καριέρα και επαγγελματική εξέλιξη. Δεν του άρεσε η δουλειά του, μα προσπαθούσε να μην το δείχνει, να είναι τουλάχιστον συνεπής στα καθήκοντά του και να μην δίνει δικαιώματα (ήταν έξυπνος κι έπαιζε καλά τον ρόλο του) γιατί ανά πάσα στιγμή κινδύνευε το κεφάλι του. Τα πράγματα είχαν σφίξει πολύ. Κάθε λάθος θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο. Επιπλέον, έπρεπε και να παντρευτεί, να κάνει και δύο παιδιά, ξεπληρώνοντας έτσι το χρέος του προς το κράτος και την κοινωνία. Όμως, τον καλό του φίλο, τον παλιό συμμαθητή, δεν τον ξέχασε ποτέ, όπου κι αν εκείνος γύριζε, όπου κι αν βρισκόταν. Και δεν έχανε τις ελπίδες του, έστω και τυφλές ότι κάποτε θα τον συναντούσε ξανά. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Και τότε θα κάνανε μαζί το μεγάλο ταξίδι. 

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας, επέστρεφα σε μια σχεδόν άγνωστη πόλη. Ίσως να είχε αλλάξει πολύ από τότε. Πάντως, λίγα πράγματα θυμόμουν. Σίγουρα τον μώλο, το παλιό λιμάνι και τα δύο απέναντι βουνά στο βάθος του θολού ορίζοντα. Πηγαίναμε καμιά φορά οικογενειακώς, καθόμασταν στην ακριανή καφετέρια, έτρωγα γλυκό ή παγωτό, οι γονείς μου έπαιρναν καφέ ή ούζο, κι αμίλητοι αγναντεύαμε τη θάλασσα. Κάθε τόσο, σφύριζε πίσω μας το τρένο πλησιάζοντας στο σταθμό, στρίγκλιζαν τα φρένα του πάνω στις σκουριασμένες ράγες. Δεν ήταν κι άσχημα.

Περιπλανήθηκα άσκοπα για κάμποση ώρα. Η πόλη ήταν έρημη και άδεια, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα καταστήματα κλειστά. Δεν συνάντησα κανέναν, ψυχή ζώσα. Ούτε μια γάτα, ένα αδέσποτο σκυλί, κάνα τσουρομαδημένο περιστέρι. Σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Πετούμενο ουδέν, μόνο πυκνά μαύρα σύννεφα. Σφίχτηκε η καρδιά μου και τότε θυμήθηκα ότι πεινούσα και διψούσα μέχρι θανάτου. Είχα πολλές μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου, μα πιο πολύ ένιωθα μια αβάσταχτη κούραση, έπρεπε κάπου να κοιμηθώ. Ευτυχώς, μετά από λίγο, σκοτείνιασε για τα καλά. Ξάπλωσα και κουλουριάστηκα σε ένα παγκάκι. Παραξενεύτηκα που δεν υπήρχαν άλλοι αλήτες και άστεγοι τριγύρω,  μα γρήγορα τα μάτια μου έκλεισαν και το μυαλό μου έσβησε. Κατέβασα διακόπτες.

Τότε ένιωσα ένα δυνατό σκούντημα και πετάχτηκα απότομα πάνω. Δυο μπάτσοι με κοιτούσαν βλοσυροί και συνοφρυωμένοι σαν να τους σκότωσα την μάνα. Δεν κατάλαβα τι είχα κάνει. Ίσως η φάτσα μου να τους φάνηκε ύποπτη. Με κόλλησαν όρθιο στον τοίχο, με ξεβράκωσαν και προχώρησαν σε σωματική έρευνα και αυστηρό κωλοδάχτυλο. Ο πιο σκληρός και μοβόρος έχωσε το βρωμόχερό του μέσα στον κώλο μου και με πόνεσε. Αυτά δεν αλλάζουν με τα χρόνια, σκέφτηκα. Δεν ξέρω τι έψαχναν, μα είχα φοβηθεί και δεν έβγαλα άχνα. Ήμασταν και μόνοι μέσα στη μαύρη κατασκότεινη νύχτα, ποιος να ακούσει και ποιος να βοηθήσει. Όμως, όταν είδαν ότι είμαι εντελώς ευνουχισμένος, δεν έχω πούτσο ούτε αρχίδια, φρίκαραν εντελώς. Αν και δεν μου ζήτησαν εξηγήσεις, το πώς και το γιατί, ίσως να κατάλαβαν. Πάντως, όσο κι αν έψαξαν, χαμένος κόπος, δεν βρήκαν τίποτα. Ήμουν μια αθώα περιστερά. Στο τέλος μου ζήτησαν ταυτότητα, να καταγράψουν τα στοιχεία μου. Δεν έχω, τους είπα, αλλιώς θα την είχατε βρει, την έχω χάσει, σήμερα ήρθα στην πόλη, μπορεί κάπου να μου έπεσε, δεν ξέρω. Με περισσή αναίδεια, προσπάθησα να βρω και να αραδιάσω και άλλες δικαιολογίες, μα με έκοψαν απότομα, ήταν και το μυαλό μου ακόμα νυσταγμένο και θολό. Μου είπαν να το βουλώσω, να βγάλω το σκασμό γιατί τους έσπαγα τα νεύρα, τους εκνεύριζα χειρότερα. Γεμάτοι τσαντίλα, με έσπρωξαν, μου πέρασαν χειροπέδες, με έδεσαν πισθάγκωνα και με έχωσαν στο πίσω κάθισμα του περιπολικού. Είχα ορισμένες απορίες, ήθελα να τους ρωτήσω κάποια πράγματα, μα δεν βρήκα το θάρρος να τους ανοίξω κουβεντούλα και σε όλη τη διαδρομή έμεινα σιωπηλός. Την είχα άσχημα, αυτό καταλάβαινα, και δεν ήθελα να επιβαρύνω περισσότερο την θέση μου.

Φτάσαμε στο αστυνομικό μέγαρο, με κατέβασαν από το όχημα και με οδήγησαν στον αξιωματικό υπηρεσίας. Κάτι ψιθύρισαν μέσα στο αυτί του και κατόπιν βγήκαν απ’ το γραφείο κλείνοντας πίσω τους την πόρτα. Μου είπε να καθίσω και άναψε τσιγάρο. Πρόσφερε και σε μένα, μα αρνήθηκα ευγενικά. Ευχαριστώ, δεν καπνίζω, του είπα.  Μου χαμογέλασε. Ίσως λυπήθηκε την ταλαιπωρία μου, σκέφτηκα. Ήταν όμορφος άντρας, ξανθός με γαλανά μάτια, πάνω κάτω στην ηλικία μου, μα έδειχνε νεότερος. Του χαμογέλασα κι εγώ και κάπως ηρέμησα, μου έφυγε ένα βάρος, μα ξαφνικά το στομάχι μου άρχισε πάλι να γουργουρίζει και να επαναστατεί. Ένιωσα ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ, να γίνουμε κατά κάποιο τρόπο φίλοι, έστω και για μια νύχτα. Πεινούσα και διψούσα, του είπα αφελώς, με κάποια άγνοια κινδύνου, και αμέσως έκανε ένα τηλέφωνο. Μετά από λίγο μπήκε μέσα ένα τσιράκι του βαστώντας ένα μπουκάλι νερό και δυο σάντουιτς, τα άφησε πάνω στο γραφείο και έφυγε. Δεν υπάρχει κάτι άλλο, ο αξιωματικός δικαιολογήθηκε και γύρισε το πρόσωπό του προς το παράθυρο. Κατέβασα μονοκοπανιά το μισό μπουκάλι και άρχισα να μασουλάω. Δεν άφησα τίποτα, τα ξεπάστρεψα όλα και συνήλθα κάπως, ήρθα στα ίσα μου. Τον ευχαρίστησα και περίμενα την συνέχεια.

 Κανονικά θα έπρεπε να περάσω αμέσως αυτόφωρο στον εισαγγελέα μου είπε γιατί υπέπεσα σε σοβαρά παραπτώματα. Κατά αρχήν, είχα παραβιάσει την καραντίνα και τη γενική απαγόρευση κυκλοφορίας που ισχύει σε όλη την πόλη εδώ και τρεις ημέρες και κανείς δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει.   Επιπλέον, δεν είχα ταυτότητα. Όμως, είχα κάποιο ελαφρυντικό. Είχα μόλις επιστρέψει στην πόλη και δεν γνώριζα τίποτα για την κατάσταση. Ήξερε πολύ καλά την περίπτωσή μου, είπε, και μου έδειξε τον φάκελό μου πάνω στο γραφείο του. Χαμογελούσε αινιγματικά, όση ώρα τον άκουγα ξαφνιασμένος και αποσβολωμένος. Όσο για την ταυτότητα, συνέχισε, θα του χορηγούσαν φρέσκια και ολοκαίνουργια το πρωί, μόλις θα ξημέρωνε. Του ζήτησα να μου πει κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, την προηγούμενη ζωή μου, να ρίξω τουλάχιστον μια ματιά στο φάκελο, να δω έστω καμιά παλιά φωτογραφία, μήπως και θυμηθώ κάτι. Μου αρνήθηκε ευγενικά και τον καταχώνιασε στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου του. Δεν θυμάμαι τίποτα απ’ το παρελθόν, του είπα και παραλίγο να βάλω τα κλάματα. Μην απελπίζεσαι, θα θυμηθείς, μου είπε και με χτύπησε ελαφρά στον ώμο. Μετά φώναξε έναν βοηθό του να με οδηγήσει στο κρατητήριο του υπογείου για μια ολιγόωρη φιλοξενία. Ξάπλωσα στο σκληρό κρεβάτι, μα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι απ’ την αγωνία μου. Κάθε τόσο, από το ματάκι της πόρτας, ο φρουρός έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου.

Όταν ξημέρωσε, βγάλανε φωτογραφίες, πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα, σκανάρανε την ίριδα του ματιού μου και πήρα την καινούργια μου ταυτότητα. Τα στοιχεία που έγραφε μου ήταν παντελώς άγνωστα, δεν μου θύμιζαν απολύτως τίποτα. Ο αξιωματικός υπηρεσίας μου ευχήθηκε καλός πολίτης, καλή δεύτερη ζωή και από δω και στο εξής να είμαι πιο προσεχτικός. Δεν έχω κάπου να μείνω και δεν ξέρω κανέναν στην πόλη, του είπα. Δεν σε φοβάμαι, έρχεσαι από δρόμο, θα την βρεις την άκρη, είπε χαμογελώντας και με ξεπροβόδισε μέχρι την έξοδο του αστυνομικού μεγάρου. Τον είχα συμπαθήσει, φαινόταν καλό παιδί και σαν κάτι να μου θύμιζε από το πολύ μακρινό παρελθόν. Λίγο πριν χωρίσουμε και τραβήξω προς άγνωστη κατεύθυνση με προορισμό το πουθενά βρήκα το θάρρος να τον ρωτήσω για ποιο λόγο μου ζήτησαν να επιστρέψω στην πόλη. Δεν γνωρίζω, ίσως θα ‘πρεπε να ρωτήσω τους ίδιους, μου είπε χαμογελώντας μυστηριωδώς. Και φυσικά  δεν τον πίστεψα.   

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2023

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ


Ήταν ολόιδιοι, φτυστοί, σαν δυο σταγόνες νερού. Και πολύ αγαπημένοι, δεμένοι, αχώριστοι. Από παιδιά. Δεν τσακώθηκαν ποτέ. Όλα τα μοιραζόντουσαν μεταξύ τους. Τα παιχνίδια, τα βιβλία, τα χαρτζιλίκια, ακόμη και τις περιστασιακές χαζογκόμενες, που συνήθως τους μπέρδευαν και τις έπαιρναν εναλλάξ. Όταν κουραζόταν ο ένας την έκανε πάσα στον άλλο και χαμπάρι δεν έπαιρναν οι χαζοβιόλες. Έτσι κι αλλιώς, εκείνες ήταν μιας χρήσης, εφήμερες κι ύστερα στο καλάθι των αχρήστων, ενώ η αγάπη των αδερφών αιώνια, για μια ολόκληρη ζωή.

Όμως, για τους χαρακτήρες τους λίγα πράγματα θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν έμοιαζαν σε όλα, είχαν μερικές διαφορές, μα τις έκρυβαν επιμελώς. Ήταν και οι δύο κρυψίνοες και μυστικοπαθείς, άλλη μία τους ομοιότητα, δεν τους έπαιρνες εύκολα λόγια. Και με τα χρόνια, όσο μεγάλωναν, κλεινόντουσαν όλο και πιο πολύ στον εαυτό τους, στο καβούκι τους. Έτσι, οι κοσμικές τους επισκέψεις και οι κοινωνικές συναναστροφές αραίωσαν, μέχρι που σταμάτησαν εντελώς. Η ζωή τους, πέρα από τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, περιορίστηκε στο διώροφο νεοκλασικό κτήριο στην απάνω πόλη, με θέα το κάστρο, κληρονομιά των γονιών τους, θεός σχωρέστους εκεί που βρίσκονται. 

Ο μπάτσος ήταν κατά δέκα λεπτά μεγαλύτερος, αντικρίζοντας πρώτος το λαμπερό φως του ήλιου. Στην υπηρεσία του φορούσε στολή, είχε και πιστόλι και τη φήμη σκληρού αστυνομικού, αφοσιωμένου στο καθήκον του. Κάποτε, για σύντομο διάστημα, είχε αφήσει και μουστάκι. Πίστευε ότι έτσι θα γινόταν λίγο περισσότερο άντρας, σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα της φυλής. Και σίγουρα θα ξεχώριζε απ’ τον ολόφτυστο αδερφό του, κανείς πλέον δεν θα τους μπέρδευε.  Όμως, ακολούθησε γενική κατακραυγή. Δεν του πήγαινε, αποφάνθηκαν όλοι γύρω του, συγγενείς, συνάδελφοι, φίλοι, με ένα στόμα και μια φωνή. Τον μεγάλωνε και τον έκανε μπουρτζόβλαχο, είπαν. Ακόμα και η γυναίκα του, όταν ρωτήθηκε σχετικά (απίστευτο, γιατί σπανιότατα ζητούσε τη γνώμη της για κάτι) με θράσος έκανε μια ασυνήθιστη γκριμάτσα αποδοκιμασίας και με τα χίλια ζόρια κρατήθηκε να μην γελάσει και τον εξοργίσει. Έκανε γκάλοπ, από όλους πήρε μια γνώμη, δυστυχώς απορριπτική. Μόνο ο γιος του θα του ‘λεγε (από φόβο) ότι του πάει, τον ομορφαίνει και τον κάνει λεβέντη και πιο άντρα. Μα δεν τον ρώτησε. Ήταν πολύ μικρός για να έχει απόψεις. Τελικά, τους άκουσε και το ‘κοψε σύριζα. Πάντα λογάριαζε τη γνώμη των άλλων, ίσως από κάποια έλλειψη αυτοπεποίθησης, που όμως ο υπέρμετρος εγωισμός του ουδέποτε θα παραδεχόταν, ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Ομολογουμένως, ήταν ένα από τα αρνητικά του.

Ο άλλος, ανώτερος υπάλληλος του δημοσίου, προϊστάμενος και τμηματάρχης άλφα σε κάποιο υπουργείο, εξελίξιμος, αγέρωχος, επιβλητικός, φορούσε πάντα σκουρόχρωμο κουστούμι και κολλαριστό άσπρο πουκάμισο και γραβάτα για τις πιο επίσημες περιστάσεις. Ήταν ανύπαντρος και κατά τα λεγόμενά του αφοσιωμένος στα υπηρεσιακά του καθήκοντα και την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Πάνω από όλα η καριέρα του. Είχε βλέψεις για πολύ ψηλά στην ιεραρχία, ίσως αργότερα και για πολιτική σταδιοδρομία, φυσικά με κάποιο κόμμα της δεξιάς, εκεί που παραδοσιακά ανήκε η οικογένεια. Επομένως, δεν υπήρχε καιρός για παντρολογήματα, κουτσούβελα και λοιπές υποχρεώσεις, που θα τον αποσπούσαν απ’ τον μοναδικό προορισμό του, αυτόν που έδινε νόημα στην κατά τ’ άλλα ασήμαντη ζωούλα του. Όμως, και καμιά υπόνοια για κρυφαδερφή, αφού κατά καιρούς είχε διάφορες περιστασιακές σχέσεις με γυναίκες. Μόνο για σεξ, βέβαια, χωρίς δεσμεύσεις, και για αυτό τις άλλαζε πριν χρονίσουν. Σαν τα πουκάμισα.  

Η σύζυγος του μπάτσου ήταν μια απλή γυναικούλα του λαού, σχετικά όμορφη, που μπήκε μικρή στο σπίτι τους πριν από κάμποσα χρόνια ως νοσοκόμα και υπηρέτρια για να φροντίζει τους γέρους. Τα δυο αδέρφια σέβονταν και υπολήπτονταν τους γονείς  τους. Ειδικά τον πατέρα τους, ανώτερο δικαστικό λειτουργό, αρεοπαγίτη και πάλαι ποτέ υπουργός της ένδοξης χουντικής κυβερνήσεως που κυβέρνησε για επτά συναπτά έτη τον τόπο. Εκείνος ήταν το πρότυπό τους, ο ήρωάς τους, που τους μεταλαμπάδευσε με τα υψηλά ιδανικά της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Την υπηρέτρια και νοσοκόμα την πηδούσαν εναλλάξ. Μέχρι που οι γέροι πέθαναν, εκείνη την κράτησαν να φροντίζει το σπίτι, κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, δεν γινόταν να το ρίξει και κάποιος έπρεπε να την παντρευτεί, παρόλο που δεν ήξεραν τίνος είναι το παιδί. Έριξαν κλήρο, ο μπάτσος έχασε, ο άλλος έγινε ο κουμπάρος κι εκείνη παραδόξως και ανέλπιστα κυρία με δόξα και τιμή. Όμως, στη συμφωνία ήταν ο αδερφός να κόψει τις επαφές μαζί της. Τώρα τα πράγματα άλλαζαν. Ήταν παντρεμένη, του ανήκε, μητέρα του παιδιού του, δεν ήταν σωστό και πρέπον να την μοιράζονται. Στο πάνω σπίτι θα έμενε η οικογένεια του μπάτσου και στο κάτω ο εργένης ανώτερος υπάλληλος του δημοσίου. Όμως, από τότε κάτι ράγιζε ανάμεσα στους δίδυμους.   

Ο γιος ήταν το καμάρι τους και συνεχιστής της οικογενειακής παράδοσης. Είχε πάρει το όνομα του πατέρα τους και παππού του, που ευτυχώς δεν πρόλαβε να γνωρίσει, και τα δυο αδέρφια είχαν εναποθέσει πάνω του όλες τις μελλοντικές τους ελπίδες. Ακόμα δεν είχαν αποφασίσει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, μα σίγουρα κάτι σπουδαίο και τρανό. Από την άλλη μεριά, για την μητέρα του ήταν η παρηγοριά της, ο αρσενικός που αγαπούσε περισσότερο από όλους μέσα στο σπίτι. Και εκείνος την αγαπούσε. Μα πιο πολύ την λυπόταν, όποτε με διάφορες ασήμαντες αφορμές ο σκληρός σύζυγος την ξυλοφόρτωνε, ξεσπώντας πάνω της τα σμπαραλιασμένα του νεύρα από τα προβλήματα και τα ζόρια της δουλειάς. Όταν περνούσε η μπόρα και ο μπάτσος πήγαινε να τα κοπανήσει, έπαιρνε τον γιο της αγκαλιά κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Όλα αυτά τον είχαν κουράσει. Όταν θα μεγάλωνε και δεν θα τους είχε πια ανάγκη, θα ‘φευγε και θα ‘ριχνε μαύρη πέτρα πίσω του. Και σίγουρα θα ‘παιρνε και τη μητέρα του μαζί. Μα με τον πατέρα και το θείο θα ‘κοβε κάθε επαφή. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Όμως, μέχρι τότε, έπρεπε να κάνει υπομονή.

Κάθε Κυριακή, μετά την εκκλησία, ο πατέρας έπαιρνε τον γιο του και πήγαιναν στο σκοπευτήριο για εξάσκηση. Ο μικρός είχε γίνει άσσος στο σημάδι. Ότι και να έκανε αργότερα στη ζωή του, έπρεπε να μάθει να προστατεύει τον εαυτό του, γιατί η κοινωνία έχει γίνει ζούγκλα, γεμάτη με άγρια θηρία, του ‘λεγε ο πατέρας του, που λόγω της δουλειάς του έβλεπε παντού γύρω του κακοποιούς, παλιανθρώπους, βιαστές και δολοφόνους. Ίσως και να μην είχε άδικο, τα πράγματα είχαν αγριέψει, γι’ αυτό και η κυβέρνηση εδώ και χρόνια είχε κηρύξει στρατιωτικό νόμο, μα στο μικρό αγόρι δεν άρεσε να πολεμάει και να σκοτώνει συνανθρώπους του, ακόμα κι αν ήταν καθάρματα ανάξια να ζουν. Ούτε τα όπλα του άρεσαν, ούτε καν έπαιζε με στρατιωτάκια και τανκς. Όμως, θέλοντας και μη, έκανε το χατίρι του πατέρα του, γιατί φοβόταν το βαρύ χέρι του. Και στην εκκλησία με μισή καρδιά πήγαινε, το λιβάνι και η ζέστη εκεί μέσα του έφερναν ζάλη. Και ήταν μόνο δώδεκα χρονών. Σε λίγο θα τέλειωνε το δημοτικό και θα πήγαινε στο γυμνάσιο.

Οι υποσχέσεις δίνονται για να μην τηρούνται. Όποτε ο μπάτσος είχε νυχτερινή βάρδια, ο αδερφός του ανέβαινε πάνω και ξάπλωνε με την νύφη του. Στην αρχή τρώγανε, βλέπανε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, βάζανε τον μικρό για ύπνο και ύστερα πήγαιναν στην κρεβατοκάμαρα. Το παιδί έκανε τον κοιμισμένο, μα μετά από λίγο άκουγε τα αγκομαχητά τους, σηκωνόταν από το κρεβάτι και κολλούσε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Τα έβλεπε όλα πολύ καθαρά,  τα υπόλοιπα τα φανταζόταν και ερεθιζόταν πρωτόγνωρα για την ηλικία του. Ο θείος του ήταν πολύ βίαιος στο σεξ, την έβριζε και την χτυπούσε δυνατά. Την είχε γεμίσει μελανιές και σημάδια, που ευτυχώς ο αδερφός του δεν θα μπορούσε να ανακαλύψει, γιατί εδώ και χρόνια πήγαινε αποκλειστικά με άλλες, μπαρόβιες και λελούδες, ως επί το πλείστον, κι όχι με τη γυναίκα του. Επομένως, δεν υπήρχε κίνδυνος να φανερωθεί η απιστία και η προδοσία τους. Και φυσικά ούτε απ’ τη γυναίκα και το παιδί. Όταν ο θείος του τέλειωνε και γύριζε ξαλαφρωμένος στο σπίτι του, το παιδί πήγαινε και ξάπλωνε στο κρεβάτι πλάι της και την αγκάλιαζε για να την παρηγορήσει. Εκείνη, ολόγυμνη, βογκούσε και αναστέναζε ακόμη. Μετά γύριζε από την άλλη μεριά και γεμάτη ντροπή έβαζε τα κλάματα. Το παιδί χάιδευε το γυμνό σώμα, κολλούσε πάνω του, τριβόταν και έμπαινε μέσα του. Γινόταν ένα.   

Ένα βράδυ ο μπάτσος γύρισε ξαφνικά στο σπίτι και τους έπιασε στα πράσα. Άγνωστο πώς το έμαθε ή αν είχε ψυλλιαστεί κάτι ή απλώς ήταν μια κακοτυχία. Έβγαλε το υπηρεσιακό του πιστόλι και το άδειασε επάνω στα ιδρωμένα κορμιά τους. Κοκκίνισε ο τόπος. Μετά το κόλλησε στον κρόταφό του και πάτησε την σκανδάλη. Ακούστηκε μόνο ένα άψυχο κλικ. Δεν περίσσευε σφαίρα για κείνον. Έβγαλε μια μεγάλη ανάσα. Δεν μπορούσε πλέον να βλέπει τα πτώματα. Βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Πηγαίνοντας προς το σαλόνι άλλαξε γρήγορα τη γεμιστήρα. Ο γιος του στεκόταν απέναντί του σαν άγαλμα και τον παρακολουθούσε με τρόμο. Κάθισε στην καρέκλα και ξανάβαλε το όπλο στο κεφάλι του. Μα αυτή τη φορά δείλιασε, δεν βρήκε το θάρρος να πατήσει τη σκανδάλη, να δώσει τέλος στο μαρτύριο. Πέταξε το πιστόλι παραπέρα κι έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε για ώρες. Ο γιος του τον λυπήθηκε. Πήρε το πιστόλι απ’ το πάτωμα, το κόλλησε πίσω απ’ το κεφάλι του και πάτησε την σκανδάλη.

Δεν ήξερε ακριβώς τις συνέπειες της πράξης του, μα ένα ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης τον έτρεψε σε φυγή. Έβαλε λίγα ρούχα σ’ ένα σάκο, πήρε όσα χρήματα βρήκε και βγήκε έξω. Όμως οι γείτονες είχαν ακούσει τους πυροβολισμούς και είχαν βγει αναστατωμένοι και έντρομοι με τις πιτζάμες και τις νυχτικιές έξω στα μπαλκόνια και στα παράθυρα. Είδαν το παιδί να τρέχει μόνο του μέσα στην κατασκότεινη νύχτα, του φώναξαν, μα κείνο δεν γύρισε πίσω ούτε το κεφάλι του. Συνέχισε να τρέχει. Κρύφτηκε για κάμποσες μέρες και νύχτες. Τον βοήθησαν κάποιοι άστεγοι και περιπλανώμενοι αλήτες. Συγκινήθηκαν όταν άκουσαν το δράμα του, την οικογενειακή του τραγωδία, παρόλο που δεν τους είπε όλη την αλήθεια. Είχαν και κείνοι ανάλογα βιώματα, δεν ήταν ικανοί να τον κρίνουν και να τον δικάσουν.

Τελικά τον βρήκαν και τον έπιασαν. Αν και ήταν ακόμα παιδί, το νυχτερινό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε ότι έπρεπε να τιμωρηθεί αυστηρά. Για παραδειγματισμό. Η ιστορία του είχε μαθευτεί σ’ ολόκληρη την πόλη και δεν ήθελαν να τον μιμηθούν και άλλα παιδιά. Δεν έπρεπε η πόλη να γεμίσει από πατροκτόνους και αιμομίκτες. Με κάποιον άγνωστο τρόπο, τα ήξεραν όλα. Ίσως να είχαν τοποθετήσει παντού κρυφές κάμερες, όχι μόνο σε δρόμους, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους, αλλά ακόμα και μέσα στα σπίτια, ακόμα και μέσα στις κρεβατοκάμαρες, ακόμα  και μέσα τις τουαλέτες. Ήθελαν να γνωρίζουν και να ελέγχουν τα πάντα, για όλα ήταν ικανοί. Δεν τον άφησαν καν να απολογηθεί, να δώσει κάποιες εξηγήσεις για τις αποτρόπαιες πράξεις του. Έτσι, οι πέντε άρχοντες αποφάσισαν την εσχάτη των ποινών, δημόσιο ριζικό ευνουχισμό χωρίς αναισθησία και εξορία.

Η εκτέλεση της απόφασης έγινε στη μεγάλη κεντρική πλατεία και μαζεύτηκε να την παρακολουθήσει ολόκληρη η πόλη. Το πλήθος ούρλιαζε, παραληρούσε και χειροκροτούσε. Το παιδί δεν θυμάται πολλά πράγματα από την τελετή γιατί, στη θέα του δήμιου με το μεγάλο ψαλίδι στο χέρι, λιποθύμησε. Όταν συνήλθε στο νοσοκομείο, έμεινε λίγες μέρες μέχρι να επουλωθεί κάπως η πληγή και κατόπιν έφυγε απ’ την πόλη. Πλέον, ήταν εξόριστος.


Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΑΟΡΑΤΗ ΠΟΛΗ

Επέστρεφα μετά από τριάντα χρόνια απ’ την εξορία. Χαμηλή πυκνή ομίχλη σκέπαζε ολόκληρη την πόλη, δεν έβλεπα την μύτη μου. Στα διόδια με περίμεναν οι άρχοντες, παραταγμένοι στη σειρά. Ήταν τυπικοί, επίσημοι, συγκρατημένοι, οι μόνοι που ξεχώριζαν μέσα σε όλη αυτή την πάχνη και την καταχνιά. Παρόντες ήταν και οι πέντε, το νυχτερινό συμβούλιο, οι υπαίτιοι του άδικου εξοστρακισμού μου. Δεν περίμενα να τους ξαναδώ μπροστά μου. Από τότε ακόμα ήταν υπερήλικες, ενώ εγώ μικρό παιδάκι. Εκείνο το βράδυ έσφαξαν τους γονείς και τα αδέρφια μου, και όχι μόνο, αφάνισαν ολόκληρο το σόι, φίλους και συγγενείς. Περιέργως, εμένα δεν με πείραξαν. Δεν ήξερα τον λόγο, ούτε μου έδωσαν ποτέ εξηγήσεις. Δεν ήταν υποχρεωμένοι. «Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις», είπαν μόνο και με έδιωξαν μακριά.    

Δεν περίμενα να τους ξαναδώ μπροστά μου. Τόσα χρόνια ευχόμουν απ’ τα βάθη της ματωμένης μου καρδιάς τον βίαιο και μαρτυρικό αφανισμό τους. Όταν πήρα το μήνυμα δεν γνώριζα τον αποστολέα, ούτε καν πώς με βρήκε. Μα έπρεπε να τον πιστέψω. Έξω απ’ τον φάκελο έγραφε τα στοιχεία μου, όνομα και επίθετο, εκείνης της μακρινής εποχής, γιατί στο μεταξύ τα είχα αλλάξει δύο και τρεις φορές. Και πάντα κυκλοφορούσα χωρίς ταυτότητα. Ήθελα να χάσουν τα ίχνη μου, μα δεν τα κατάφερα, με εντόπισαν εύκολα. Βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια της άσκοπης περιπλάνησης εδώ και κει, είχα έναν αδιόρατο φόβο ότι κάποιος με παρακολουθεί. Έτσι, χωρίς λόγο. Ότι, όπου κι αν πήγαινα, ερχόταν από πίσω μου, πως είχε γίνει η σκιά μου. Παρότι ήμουνα παντού και πάντα μόνος κι έρημος. Ξένος.

Τόσα χρόνια χωρίς ρίζες, ταυτότητα και προορισμό το μόνο που προσπάθησα ήταν να μάθω ποιος είμαι και γιατί ζω, να γνωρίσω τον εαυτό μου και να τον καταλάβω. Ελάχιστα θυμόμουν απ’ την προηγούμενη ζωή μου, προτού γίνει το μεγάλο κακό, το άγριο μακελειό, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν τον μεγαλεπήβολο στόχο της ζωής μου. Αυτό που έδινε σκοπό και νόημα στην ύπαρξή μου. Μα τώρα όλα αυτά διακόπηκαν απότομα, αν και τίποτα δεν κατάφερα όλον αυτόν τον καιρό. Μάταιη προσπάθεια.

«Εάν θέλεις, μπορείς να γυρίσεις πίσω», έγραφε το γράμμα, μονολεκτικά, σαν τελεσίγραφο, που όμως σου έδινε την ελευθερία και το δικαίωμα κάποιας επιλογής. Για μέρες αμφιταλαντεύτηκα, δεν ήξερα τι να κάνω. Όχι ότι φοβόμουν ακόμα για τη ζωή μου, μα είχα συνηθίσει στο πέρα δώθε και την αλητεία του κόσμου. Και επιστρέφοντας, δεν ήξερα τι θα συναντήσω. Όχι πάντως αυτούς, τους δήμιους. Τελικά το αποφάσισα. Θα έπαιρνα το ρίσκο μου και θα ξεκίναγα τη ζωή μου (όση μου απέμενε) ξανά απ’ την αρχή. Και πάλι θα μηδένιζα το κοντέρ, ίσως για τελευταία φορά. Δεν ήξερα τι να ευχηθώ και σε τι να ελπίζω. Έπρεπε πάλι να βρω έναν τρόπο να ζω.

Δεν με χαιρέτησαν, δεν έβγαλαν άχνα απ’ το στόμα τους, δεν κουνήθηκαν καν από τη θέση τους. Τους προσπέρασα βιαστικά και ούτε μια φορά δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω μου, το είχα για γρουσουζιά. Μα και φοβόμουν. Έτσι μπήκα ξυπόλυτος και ρακένδυτος σαν ταπεινός προσκυνητής στην αόρατη πόλη. Δεν φαινόταν διόλου, σαν να μην υπήρχε. Μα ήξερα καλά πως πλέον ήμουνα μέσα.