Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Η ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ

Εκείνη έμενε στον πρώτο όροφο, στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας, εγώ στο υπόγειο. Ας το πούμε έτσι, αφού είχα το πλεονέκτημα να βγαίνω στον ακάλυπτο από ολόδικιά μου ξεχωριστή πόρτα και να τον έχω για αυλή. Το κομμάτι που μου αναλογούσε το είχα οριοθετήσει αυστηρά με λουλούδια, φυτά και γλάστρες, είχα φτιάξει ένα μικρό κήπο, ενώ ανάμεσά τους οι γάτες και τα ποντίκια κυνηγιόντουσαν παίζοντας κλέφτες κι αστυνόμους με τις γνωστές πάντα τραγικές και ολέθριες συνέπειες. Καμιά φορά εμφανιζόταν και κάνα περιστέρι, ξεκουραζόταν για λίγο, έτρωγε σπόρια απ’ το τσιμέντο και μετά χανόταν ξανά ψηλά στον ουρανό. Όλο το ζωικό βασίλειο της πόλης στα πόδια μου. Είχα βγάλει έξω και ένα τραπεζάκι με δύο καρέκλες, αν και τις περισσότερες φορές, σχεδόν πάντα, καθόμουν μόνος, με το φόβο να μου πέσουν κατακέφαλα απ’ τα μπαλκόνια των επάνω ορόφων ρούχα, μπάλες, παιχνίδια, κιλότες, σουτιέν και ότι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Μια φορά είχε σκάσει ακριβώς δίπλα μου ένα μεγάλο πλαστικό μπουκάλι γεμάτο με νερό και παραλίγο να μου ανοίξει το κεφάλι. Τους γαμοσταύρισα κανονικά αρχίζοντας τα μπινελίκια και τις χριστοπαναγίες, αν και δεν είδα από πού μου ‘ρθε, πρόλαβαν και κρύφτηκαν οι ξεφτίλες και ούτε μια συγνώμη δεν ζήτησαν. Πάντως, από κείνο το απόγευμα όλοι τους γίνανε πιο προσεκτικοί. Υπήρχε άνθρωπος από κάτω, πλέον το ήξεραν καλά. Οι καταραμένοι γειτόνοι μου.

Όποτε έβγαινε στο μπαλκόνι της με χαιρετούσε. Συμπαθητική γυναίκα, αν και σπασμένη, γύρω στα εξηνταπέντε την έκανα, μα δούλευε ακόμα σκληρά, πάλευε για τον επιούσιο. Συναντιόμασταν συχνά στο διάδρομο και στην είσοδο της πολυκατοικίας και αλλάζαμε καλημέρες. Εκείνη πάντα με το ξεσκονόπανο, τον κουβά και τη σφουγγαρίστρα στο χέρι, τα σύνεργα της εργασίας και του μεροκάματου. Κάθε τόσο έβγαινε και καθάριζε και τον ακάλυπτο από σκουπίδια και πεσμένα φύλα, έπλενε με το λάστιχο το τσιμέντο, πότιζε τις γλάστρες, αν και αυτό ήταν πέρα από τα καθήκοντά της, όμως αγαπούσε πολύ τα φυτά και τα λουλούδια, αλλά και τις γάτες που τάιζε. Έμενε μόνη της, όπως κι εγώ. Δεν είχα αντιληφθεί κάποιο άλλο πρόσωπο στη ζωή της, ούτε να δέχεται επισκέψεις από συγγενείς, φίλους ή γνωστούς. Συνήθως το μπαλκόνι της στον πρώτο όροφο έμενε σκοτεινό και έρημο. Ίσως πάλι να είχε κάποια δεύτερη μυστική ζωή και απλά δεν ήθελε να δίνει λαβές για κουτσομπολιά και για σχόλια από τους γείτονες και τους περίοικους, ποιος ξέρει. Πάντως, δεν ήξερα τίποτα για κείνη, δυο τυπικές κουβέντες είχαμε ανταλλάξει όλες κι όλες, μάλλον από ευγένεια. Από την άλλη ντρεπόμουν να ρωτήσω τον διαχειριστή, ένα ξερακιανό, καλόβολο και κοτσονάτο γεροντάκι, μη μπουν περίεργες και πονηρές ιδέες στο έμπειρο μυαλό του. Βέβαια, ήταν σοβαρός και μετρημένος άνθρωπος, μικροαστός παλαιάς κοπής, δεν φαινόταν για κουτσομπόλης, μα πλέον η ζωή με είχε διδάξει να φυλάγομαι απ’ τις κακοτοπιές, να προσέχω και να έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα. Είχα γίνει με όλους πολύ καχύποπτος, σε βαθμό παράνοιας, μα δεν είχα κι άδικο.  

Τελευταία, η κυρία κατέβαινε συχνά στον ακάλυπτο και φρόντιζε ένα μικρό ολομόναχο ασπρόμαυρο γατάκι που το είχε παρατήσει η μάνα του. Το κακόμοιρο φαινόταν άρρωστο, δίχως ζωντάνια και κέφι για παιχνίδι και ζωή. Του έβαζε νερό και τροφή και του χάιδευε στοργικά το κεφαλάκι. Με πραγματική συμπόνια, φαινόταν στο κουρασμένο και ρυτιδιασμένο της πρόσωπο. Του είχε φτιάξει και ένα μικρό σπιτάκι από σκληρό χαρτόνι για να προστατεύεται από τη βροχή και το κρύο, του είχε βάλει μέσα και μια μικρή κουβέρτα. Με τον καιρό το πλασματάκι πήγαινε καλύτερα, έπαιρνε τα πάνω του, η υγεία του βελτιωνόταν, όπως και η διάθεσή του για αταξίες και ζαβολιές. Η καθαρίστρια χαιρότανε. Μου είχε πει να έχω κι εγώ το νου μου, να προσέχω μη το πειράξει καμιά μεγαλύτερη γάτα, ήταν εύκολος στόχος. Πρόσεχα, μέχρι που μια μέρα το γατάκι εξαφανίστηκε και δεν ξαναφάνηκε. Εκείνη ήταν απαρηγόρητη, το μυαλό της πήγε αμέσως στο κακό, ότι το έρμο ψόφησε ή με κάποιο τρόπο βγήκε στο δρόμο και το πάτησε κάποιο αυτοκίνητο. Μάταια το αναζήτησε στη γειτονιά και τη γύρω περιοχή, έψαξε και στους κάδους απορριμμάτων, δεν το βρήκε πουθενά, ούτε ζωντανό ούτε πεθαμένο. Αν το έβλεπε κάπου, σίγουρα θα το αναγνώριζε. Έπρεπε να το είχε πάρει στο διαμέρισμά της, μονολογούσε, εκεί θα ήταν πιο ασφαλές. Ή να το πάει στον κτηνίατρο, μα δεν τις περίσσευαν τα χρήματα. Την λυπήθηκα την κακομοίρα, φαινόταν πολύ στενοχωρημένη. Προσπάθησα να την παρηγορήσω, να τις δώσω ελπίδες ότι ζει, είναι μια χαρά και έχει επιστρέψει στους δικούς του, διαφορετικά κάπου θα το είχε πετύχει. Πάντως, εκείνη είχε κάνει το καθήκον της και ότι καλύτερο μπορούσε, γι’ αυτό και έπρεπε να έχει τη συνείδησή της ήσυχη. Με ευχαρίστησε για τα καλά μου λόγια και μου έπιασε το χέρι σφιχτά. Τα μάτια της ήταν υγρά και κόκκινα. Σίγουρα το αγαπούσε πολύ, σαν παιδί της.

Από τότε κατέβαινε συχνά τα απογεύματα στον ακάλυπτο, τάιζε τις άλλες γάτες και κατόπιν της έφτιαχνα καφέ και κουβεντιάζαμε. Όμως το μάτι της ήταν πάντα ανήσυχο, γεμάτο αγωνία, κοιτάζοντας τριγύρω μη και φανεί το μικρό γατάκι, δεν μπορούσε να το ξεχάσει, να το βγάλει απ’ το μυαλό της. Συνήθως λέγαμε χαζομάρες για να περάσει η ώρα, συνηθισμένα πράγματα, για τον καιρό, την πολιτική, την ακρίβεια της αγοράς. Σχολιάζαμε την επικαιρότητα, μέχρι να σκοτεινιάσει, να κουραστούμε και απ’ την πάρλα και να πάμε στα σπίτια μας να κοιμηθούμε. Ειδικά εγώ που ήμουν αργόσχολος και βαριόμουνα τη ζωή μου κι εκείνη την εποχή έκανα αποχή από τις τσάρκες και τα νυχτοπερπατήματα, είχα σταματήσει τις βραδινές εξόδους και την κοινωνική ζωή γενικότερα. Έκανα τις κλειστές μου, είχα γίνει σπιτόγατος, είχα βαρεθεί τα πάντα και δεν είχα όρεξη για τίποτα. Πιο πολύ μιλούσε εκείνη, εγώ απλώς άκουγα. Φαινόταν έξυπνη και καπάτσα γυναίκα, περπατημένη στη ζωή, που δύσκολα μπορούσες να την γελάσεις, διαβόλου κάλτσα. Είχε και την πλάκα της, όταν γινόταν πολύ παραστατική, κουτσομπολεύοντας τους γειτόνους και τους άλλους ένοικους της πολυκατοικίας, πάντα καλοπροαίρετα. Γνώριζε πρόσωπα και πράγματα με λεπτομέρειες, αν και συνήθως δεν ήθελε να τους εκθέτει. Άγνωστο πώς τα ήξερε όλα αυτά. Υπήρχαν και στιγμές που γελούσαμε με την ψυχή μας. Πάντως φαινόταν καλή ψυχή. Για μένα, για τα προσωπικά μου δεν με είχε ρωτήσει τίποτα, αν δουλεύω, αν έχω οικογένεια. Το γεγονός αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ίσως φοβόταν μη την παρεξηγήσω. Μα κι εγώ απέναντί της ήμουν εξίσου προσεχτικός και πολύ διακριτικός, δεν τις έκανα δύσκολες ερωτήσεις, παρόλο που με έτρωγε η περιέργεια. Ας μέναμε δυο γνωστοί άγνωστοι, άλλη μια ρηχή και επιφανειακή γνωριμία, όπως τόσες, οι περισσότερες, και τι έγινε. Μέχρι που ένα σαββατιάτικο απόγευμα, ποιος ξέρει γιατί, τι την έπιασε, τι έπαθε, μου τα ξεφούρνισε η ίδια χωρίς να την τσιγκλήσω.

Η καταγωγή της ήταν από ένα χωριό της περιοχής, μα έφυγε από μικρή για να αναζητήσει τη μοίρα της, αρχικά εδώ, στη μικρή επαρχιακή πόλη, και κατόπιν στην πρωτεύουσα όπου έμενε μια ξαδέρφη της μάνας της. Ήταν δραστήρια κοπέλα, δεν την χωρούσε ο τόπος, μα δεν είχε τα κατάλληλα εφόδια να προκόψει. Κουτσά στραβά κατάφερε να τελειώσει το δημοτικό, αν και ήταν ξύπνια και τα έπαιρνε τα γράμματα, μα δεν βοηθούσαν οι περιστάσεις. Τουλάχιστον να σπούδαζε και να γινόταν δασκάλα ή νοσοκόμα, αυτά ήταν τα όνειρά της τότε. Δούλεψε σαν κλωστηρού σε διάφορα εργοστάσια, αλλά και σαν υπηρέτρια σε σπίτια, με τις τραγικές και ολέθριες πάντα συνέπειες. Όλοι ήθελαν να την εκμεταλλευτούν και να κάνουν τη δουλειά τους, την έβλεπαν απλά σαν μια τρύπα περιωπής, τίποτα περισσότερο. Ήταν πολύ όμορφη στα νιάτα της. Από παντού αναγκαζόταν να φύγει, ακόμα κι από τη θεια που την είχε περιμαζέψει τον πρώτο καιρό, αν και δεν μου εξήγησε το λόγο. Αναγκαστικά την τράβηξε η νύχτα που είχε περισσότερα λεφτά. Εκεί τουλάχιστον την γαμούσαν, μα και την πλήρωναν καλά. Και ήταν πάντα μόνη και ανεξάρτητη, κυρία του εαυτού της, δίχως νταβατζήδες και αγαπητικούς, χωρίς ενοχλητικούς μεσάζοντες. Δούλεψε στα καμπαρέ και στα μπαρ του μεγάλου λιμανιού, με ντόπιους αλλά και με ξένους, έβγαλε καλά λεφτά, που τα κράτησε και αγόρασε αυτό εδώ το διαμέρισμα. Δεν έμπλεξε με ουσίες, μόνο το κάπνισμα έχει για παρηγοριά, έπινε και λίγο κρασάκι να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Μια δυο φορές έμεινε έγκυος, μα δεν τα κράτησε τα παιδιά και δεν το μετάνιωσε. Δεν έκανε για μάνα και δεν ήθελε να βασανιστούν όπως εκείνη. Τουλάχιστον, γνώριζε καλά τον εαυτό της. Είχε αποφασίσει να βγάλει πέρα τη ζωή της ολομόναχη, όσο άντεχε και μπορούσε. Κατόπιν, όταν μεγάλωσε και πέρασε η μπογιά της, ξέπεσε στα μπορντέλα και  στα λαϊκά πορνεία τρίτης και βάλε κατηγορίας. Τώρα έχει αποσυρθεί από όλα αυτά και είναι μία απλή καθαρίστρια. Κανείς δεν γνωρίζει το ύποπτο παρελθόν της. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων μέσα στην πρωτεύουσα, την μεγάλη πόλη.

Δεν ξέρω γιατί μου τα εξομολογήθηκε όλα αυτά, πάντως όχι απλά για να περάσει η ώρα. Ίσως να την πνίγανε, να ήθελε κάπου να τα πει και να ξαλαφρώσει, να τα βγάλει από μέσα της, να τα ξεφορτωθεί. Και με εμπιστεύτηκε, αν και της ήμουν ένας άγνωστος και δεν ήξερε τίποτα για τη ζωή μου, για το δικό μου ύποπτο και πονηρό παρελθόν. Πήρε το ρίσκο που της αναλογούσε και δεν φοβήθηκε μην την προδώσω, μη γελάσω με τα χάλια της, μην την εκβιάσω και εκμεταλλευτώ την αδυναμία της. Φταίει που όταν σουρουπώνει η μοναξιά και η απελπισία φουσκώνει, γίνεται τσουνάμι και σε πνίγει, τότε που όλες οι ματαιωμένες ελπίδες και προσδοκίες σου επιστρέφουν, σε βαραίνουν και πλακώνουν το στήθος σου μέχρι ασφυξίας κι είσαι έτοιμος να σκάσεις. Τότε είσαι ευάλωτος και απροστάτευτος και η ζωή σε πάει εκεί που θέλει αυτή χωρίς να σε ρωτήσει. Είσαι απλά ένα πεσμένο κίτρινο φυλλαράκι έρμαιο του παλιόκαιρου, των βροχών και των ανέμων, του άγριου χειμώνα που έρχεται. Μέχρι να θρυμματιστείς και να λιώσεις ή να σε σαρώσει η σκούπα κάποιου ευσυνείδητου οδοκαθαριστή με κίτρινο γιλέκο. Η μοίρα σου είναι προδιαγεγραμμένη, αποκλείεται να γλυτώσεις. Είσαι ένα άχρηστο σκουπιδάκι του δρόμου. Μάταια ελπίζεις και απορείς.     

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Μου πρότεινε να ανέβουμε στο διαμέρισμά της να μου κάνει το τραπέζι, με ότι πρόχειρο βρισκόταν και είχε μαγειρέψει απ’ το μεσημέρι. Ένιωθε υποχρεωμένη για τους τόσους καφέδες που της είχα φτιάξει και είχαμε πιει, ήθελε να ανταποδώσει, είπε, ίσως και γιατί κάθισα και την άκουσα με τόση υπομονή και κατανόηση, που με φόρτωσε με τα δικά της βάσανα, περασμένα μα όχι και λησμονημένα. Δέχτηκα, δεν ήθελα να της χαλάσω το χατίρι. Ανεβήκαμε πάνω. Το σπίτι της, ένα μικρό δυαράκι, ήταν ζεστό, λιτό και τακτοποιημένο, μόνο με τα απαραίτητα. Παρατήρησα ότι δεν υπήρχαν καθόλου φωτογραφίες, μόνο κάποια κάδρα στους τοίχους. Ήταν χαρούμενη, χαμογελούσε κι έλαμπε το πρόσωπό της, που μετά από πολύ καιρό έμπαινε ένας άνθρωπος στο σπίτι της. Έστρωσε το τραπέζι και φάγαμε, ήπιαμε κρασί και καπνίσαμε. Χαζέψαμε στην τηλεόραση μια κεφλίδικη εκπομπή με τραγούδια. Κουρασμένοι και ζαλισμένοι πέσαμε για ύπνο και κοιμηθήκαμε μαζί. Εκείνη μου το ζήτησε, θα ήταν αγένεια, ανανδρία και απανθρωπιά να της αρνηθώ. Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε πρώτη, έφτιαξε καφέ και μου τον έφερε στο κρεβάτι μαζί με μια ζεστή καλημέρα.   

Συνεχίσαμε κάθε τόσο να βρισκόμαστε στο σπίτι της, συνήθως τα σαββατόβραδα, γιατί την άλλη μέρα δεν δούλευε και δεν είχε να ξυπνήσει νωρίς. Μια δυο φορές την κατέβασα και της έδειξα και το δικό μου υπόγειο κελί, παραδόξως της άρεσε. Κάθε απόγευμα συνεχίσαμε να πίνουμε ήσυχα τον καφέ μας στον ακάλυπτο, ανάμεσα στα φυτά, τις γλάστρες και τα λουλούδια. Είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που εξαφανίστηκε το μικρό ασπρόμαυρο γατάκι, το είχαμε σχεδόν ξεχάσει, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μας σαν φάντης μπαστούνι. Είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια όμορφη γατούλα. Σαν να μας αναγνώρισε, ήρθε κοντά μας και άρχισε να τρίβεται στα πόδια μας. Η καθαρίστρια το σήκωσε στην αγκαλιά της, κόλλησε το πρόσωπό της στη μούρη του και άρχισε να το χαϊδεύει.    


Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το τελευταίο τριήμερο των αποκριών, στον τόπο που δοξαζόταν ο θεός καρνάβαλος, του τρελού κεφιού και της βακχικής μανίας, γινόταν κάθε χρόνο ο μεγάλος χαμός, βούλιαζε η πόλη απ’ τους εκδρομείς και τους επισκέπτες, κυρίως νέους ανθρώπους από την πρωτεύουσα και τις γύρω περιοχές. Όλοι έρχονταν για την μεγάλη κραιπάλη, τον απόλυτο διονυσιασμό, τον οξύ ερεθισμό των αισθήσεων, κι ας φώναζαν όσο ήθελαν οι παπάδες και οι άλλοι ηθικολόγοι για αμαρτίες και δαιμόνια, κανείς δεν τους άκουγε, κανείς δεν νοιαζόταν, κανείς δεν φοβόταν τα καζάνια της κόλασης και τις άλλες φοβερές τιμωρίες που περίμεναν τους αμαρτωλούς, κυρίως τους ερωτολάγνους και τους κίναιδους, έτσι μας απειλούσαν. Για την εκκλησία μας, ανέκαθεν, οι πόθοι και οι ανάγκες της σάρκας αποτελούσαν τα μεγαλύτερα και πιο σοβαρά αμαρτήματα. Οι σωματικές ηδονές απαγορεύονταν δια ροπάλου, ακόμα και το αθώο και άκακο μινάρισμα. Και φυσικά οι θεοσεβούμενοι ιερείς μας όλες αυτές τις διαβολικές δοκιμασίες τις είχαν υπερνικήσει. Έδιναν το καλό παράδειγμα, νοιάζονταν να σωθεί και το ποίμνιο.

Το πονηρό παιχνίδι παιζόταν από τον μόλο μέχρι το σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, κυρίως το τελευταίο σαββατόβραδο των αποκριών. Νεαρά αγόρια και κορίτσια στην πρώτη τους νιότη φιλιόντουσαν, αγκαλιαζόντουσαν, γδυνόντουσαν και γαμιόντουσαν στα κρυφά και στα φανερά, στις σκοτεινές γωνιές του παλιού λιμανιού ή μέσα στις δημόσιες τουαλέτες στους σταθμούς των τρένων και των λεωφορείων. Το αλκοόλ έρεε άφθονο στις φλέβες τους, μπύρα, ούζο και κυρίως μαυροδάφνη, όλοι τους μεθυσμένοι, πίτα ή σχεδόν, κατουρούσαν και ξερνοβολούσαν όπου έβρισκαν κι όπου προλάβαιναν. Κάποιες φορές σου έρχονταν στη μύτη και αναθυμιάσεις χασισιού και το γλυκό έδενε. Γινόταν της πουτάνας, γλέντι και τρελός χορός, στα μαγαζιά, μα πιο πολύ στους δρόμους, δεν μπορούσε να περάσει αυτοκίνητο, παντού γινόταν το αδιαχώρητο, η κυκλοφορία κοβόταν στη μέση, κάποιοι βιαστικοί οδηγοί γαμοσταύριζαν την γκαντεμιά τους και χτυπούσαν το κεφάλι τους στο τιμόνι. Η αστυνομία, τα ασθενοφόρα και τα νοσοκομεία διανυκτέρευαν και βρίσκονταν σε επιφυλακή για κάθε ενδεχόμενο. Εκείνες τις άγριες βακχικές νύχτες είχαν μπόλικη δουλειά να κάνουν. Τουλάχιστον, δεν είχαμε νεκρούς. 

Μέσα σ’ αυτόν τον τρελό χαμό, τον είδα για πρώτη φορά στο σταθμό των τρένων και τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Γύρω στις έντεκα το βράδυ, ήταν μαζί με φίλους του, φορώντας τη στολή ενός γκρουπ χωρίς καπέλο ή μάσκα, περιμένοντας τον προαστιακό να γυρίσει στο σπίτι. Ανήλικος μάλλον, πήγαινε ακόμα σχολείο, τέλειωνε το λύκειο. Μου άρεσε, ξεχώριζε απ’ τους υπόλοιπους, ήταν μελαγχολικός και όμορφος γιατί ήξερε, από πολύ νωρίς ήταν συνειδητοποιημένος. Εγώ στην ηλικία του δεν γνώριζα. Τον κάρφωσα κατάματα, επέμεινα, πλησίασα προς το μέρος του. Εκείνος αφού κατάλαβε, ανταποκρίθηκε αμέσως, χαμογελώντας και κουνώντας το κεφάλι του καταφατικά, με νόημα. Σίγουρα ρισκάριζε πολλά, αν κάτι έπαιρναν χαμπάρι οι φίλοι και η παρέα του. Εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκε τον κίνδυνο, δεν πήγε το μυαλό του εκεί. Μήπως οι άλλοι ήξεραν ή υποπτεύονταν και δεν είχε πρόβλημα; Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να ‘ναι προσεκτικός. Πάντως, κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Όλα γίνανε πολύ γρήγορα, αστραπιαία, σχεδόν στιγμιαία. Παίξαμε μόνο με τα μάτια, το πρόσωπο και λίγη παντομίμα. Μεγάλη τόλμη, μα τίποτα περισσότερο. Μετά από λίγο ήρθε το τρένο και τα παιδιά φύγανε γελώντας και τραγουδώντας. Ο σταθμός άδειασε. Πήγα κι εγώ για να ψάξω τίποτε άλλο λίγο παραπέρα. Η νύχτα ήταν ακόμη μεγάλη και με εκπλήξεις για τους τολμηρούς. 

Μετά από δυο τρία χρόνια, τον ξαναείδα στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, στο πίσω μέρος, έξω από τις τουαλέτες, γύρω στις πέντε το πρωί, λίγο πριν να φέξει, την ώρα που γίνονται τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα. Στην αρχή δεν τον γνώρισα, δεν τον θυμήθηκα, δεν πήγε το μυαλό μου. Είχε μεγαλώσει. Πολύ αργότερα σκέφτηκα πως είναι εκείνο το παιδί, μα και πάλι δεν ήμουν απολύτως σίγουρος, δεν τον ρώτησα για να μου το επιβεβαιώσει, ούτε κι εκείνος μου είπε κάτι για κείνη τη βραδιά στο σταθμό των τρένων. Έτσι κι αλλιώς δεν είπαμε πολλά. Μόνο τον κάρφωσα ξανά με το ίδιο βλέμμα, την ίδια επιθυμία, του έκανα νόημα και κατέβηκα τα σκαλάκια των ουρητηρίων. Παραδόξως με ακολούθησε αμέσως, δεν το περίμενα, μεγάλη τόλμη. Κάτω στις ανδρικές τουαλέτες γινόταν ο χαμός. Ήταν όλες πιασμένες, σε κάποιες ξερνοβολούσαν, σε άλλες φασώνονταν, στους νιπτήρες κατάβρεχαν τις μάπες τους. Περιμέναμε τη σειρά μας. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και μου χαμογέλασε. Είναι γεμάτες, του είπα και αυτόματα το χέρι μου χούφτωσε τον κώλο του, για να μην παρερμηνεύσει τις προθέσεις μου. Τέτοιες δύσκολες ώρες δεν ήθελα παρεξηγήσεις μεταξύ μας, ήμουν ξεκάθαρος. Δεν αντέδρασε, δεν είπε τίποτα, παρέμεινε ψύχραιμος, χαμογελαστός και φουντωμένος. Τον κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια, όμορφος και μελαγχολικός. Στην πρώτη τουαλέτα που άδειασε χωθήκαμε μέσα και κλείσαμε την πόρτα.

Η ατσαλιά, η βρωμιά, τα πεταμένα χαρτιά, οι χρησιμοποιημένες καπότες, η δυσοσμία των σκατών και των ούρων δεν μας ένοιαξαν, δεν μας ενόχλησαν, ούτε καν τους δώσαμε σημασία. Απομονωθήκαμε από το περιβάλλον και τα αντικείμενα και συγκεντρωθήκαμε ο ένας στον άλλον. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα γύρω μας και ανάμεσά μας ικανό να μας αποσπάσει την προσοχή. Δεν έφερε καμία αντίσταση, αφέθηκε ολοκληρωτικά στην εμπειρία και την αυτοπεποίθησή μου. Τον στρίμωξα αμέσως στον τοίχο, κόλλησα πάνω του, σήκωσα τη μπλούζα του, κατέβασα το παντελόνι του και άρχισα να τον φιλάω στα χείλη, στο λεμό, στις ρώγες, παντού. Ήταν σκέτη κάβλα. Το δεξί μου χέρι χώθηκε μέσα στην νεανική του ακαλλιέργητη κωλοτρυπίδα. Του άρεσε. Αναστενάζαμε και βογγούσαμε μαζί, νιώθαμε σαν να είχαμε βρεθεί ξαφνικά στον παράδεισο, η ευτυχία ήταν απερίγραπτη. Είχαμε γίνει μία ψυχή, ένα σώμα, σαν σιαμαία. Δεν ξέρω πόσο κράτησε η έκσταση, μάλλον λίγο, το πολύ κάνα τέταρτο, μα μου φάνηκε μια αιωνιότητα. Στο τέλος δεν αντέχαμε άλλο απ’ τον ερεθισμό, επειγόντως έπρεπε να εκτονωθούμε. Του ζήτησα ψιθυριστά στο αυτί να του τον βάλω λίγο, να τον γαμήσω, μα δεν ήθελε. Αρνήθηκε ευγενικά, μια άλλη φορά, είπε. Δεν ενοχλήθηκα, έδειξα κατανόηση, δεν καιγόμουν κιόλας, τα πιο σημαντικά είχαν γίνει. Γύρισα απ’ την άλλη και έχυσα με δύναμη το υγρό πυρ πιτσιλώντας την λεκάνη και το πάτωμα. Αμέσως τέλειωσε κι αυτός. Είχε ωραίο πούτσο και άτριχα μεγάλα αρχίδια.

Ανοίξαμε την πόρτα και βγήκαμε έξω. Είχανε φύγει όλοι, ήμασταν οι τελευταίοι. Πήγαμε στους νιπτήρες να πλυθούμε και να καθαριστούμε. Είπαμε και δυο κουβέντες. Συστηθήκαμε με τα μικρά μας ονόματα. Ήταν τριτοετής φοιτητής γεωπονίας, σπούδαζε στην πρωτεύουσα, μα καταγόταν από εδώ. Για μένα δεν ρώτησε τίποτα, δεν είχε καμία περιέργεια να μάθει, είχε αδειάσει από υγρά και απλά ήθελε να βρεθεί το γρηγορότερο στο κρεβάτι του και στην ασφάλεια του σπιτιού του. Ίσως να ήταν η πρώτη του φορά, σκέφτηκα, γι’ αυτό και δεν ήθελε να τον γαμήσω, φοβόταν, δεν είχε άλλη ανάλογη εμπειρία. Ούτε πίπα μου πήρε, ίσως και να σιχαινόταν, ούτε ζήτησε. Αρκέστηκε στις αγκαλιές, τα χάδια και τα φιλιά ενός ώριμου άντρα. Δεν είχα κανένα παράπονο. Ένα αγνό εικοσάχρονο μελαχρινό αρρενωπό αγόρι στην αγκαλιά ενός πενηνταπεντάρη, ένα γνήσιο παιδί του έρωτα, τι άλλο να θέλεις απ’ τη ζωή σου. Εκεί τα δίνεις όλα. Ανεβήκαμε μαζί τις σκάλες, χαιρετηθήκαμε χωρίς περιττές και ψεύτικες υποσχέσεις και χωρίσαμε σαν δυο καλοί φίλοι.  Από πάνω μας ο σκοτεινός ουρανός άνοιγε και γινότανε γαλάζιος. Σε λίγο θα ξημέρωνε η καινούργια μέρα. Κι εγώ έπρεπε να πάω για ύπνο, να πέσω ξερός και ανάλαφρος στο κρεβάτι. Όπως κι εκείνος.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια από τότε, μα δεν τον ξαναείδα. Την μία και μοναδική φορά που βρεθήκαμε δεν αλλάξαμε τηλέφωνα και χαθήκαμε. Μόνο τα μικρά μας ονόματα είπαμε, με ειλικρίνεια, αν και ποτέ δεν μπορείς να είσαι βέβαιος για τίποτα. Δεν ξέρω καν που μπορεί να βρίσκεται. Σίγουρα θα έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο, ίσως να κάνει κάνα μεταπτυχιακό ή να εργάζεται στο εξωτερικό, ποιος ξέρει. Εγώ πάντως τον θυμάμαι συχνά με ευγνωμοσύνη και τον νοσταλγώ. Και κάθε αποκριά, εδώ στην πόλη του βακχικού θεού καρνάβαλου, τον περιμένω στον σταθμό των αστικών λεωφορείων, στο πίσω μέρος, έξω από τις τουαλέτες. Που κάνει κρύο, έχει υγρασία και μοσχοβολάει σπέρμα και κάτουρο.   


Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Η ΚΟΠΕΛΑ ΤΟΥ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

Είχαν φτάσει και φέτος οι γιορτές, τέλος του χρόνου. Το πάρκινγκ έξω απ’ το σούπερ μάρκετ ήταν φίσκα στα αυτοκίνητα, κόσμος πολύς για τα ψώνια της τελευταίας στιγμής. Στην είσοδο δυο τσιγγανάκια λέγανε τα κάλαντα, μπέρδευαν τα λόγια τους, τα ξεχνούσαν και αυτοσχεδίαζαν, μα δεν είχε και μεγάλη σημασία, δεν θα τα βαθμολογούσε κανείς. Σήμερα τουλάχιστον δεν ένιωθαν πως ζητιανεύουν αναζητώντας την καλοσύνη και τον οίκτο των μπαλαμών, απλά τηρούσαν ένα πατροπαράδοτο έθιμο και με τον τρόπο τους συνέχιζαν να υπηρετούν μια παράδοση. Να τα πούμε; Ρωτούσαν με φανερή την αγωνία στις ψιλές τους φωνούλες. Τα ‘παν άλλοι, τους απαντούσαν, και τα ρέστα. Κάθε τόσο εμφανιζόταν μπροστά τους ένας  ψηλός, βλοσυρός, γεροδεμένος και μαυροντυμένος σεκιουριτάς και τα έδιωχνε. Εκείνα τρομαγμένα πήγαιναν λίγο παραπέρα και συνέχιζαν να χτυπούν με μανία τα τριγωνάκια τους. Έψαξα τις τσέπες μου, βρήκα κάτι ψιλά και τους τα ‘δωσα. Ευχαριστούμε κύριε, είπαν χαμογελώντας και συνέχισαν το ψαλτήρι τους. Τα προσωπάκια τους ήταν φωτεινά και χαρούμενα, τα ρούχα τους καθαρά, γιορτινά και περιποιημένα, τα παπούτσια τους ολοκαίνουργια, χάρμα οφθαλμών. Τα προσπέρασα και μπήκα στο κατάστημα.

Τουλάχιστον τα σούπερ μάρκετ σε όλες τις πόλεις είναι ίδια. Μπορεί να άφησα οριστικά και αμετάκλητα την πρωτεύουσα, να επέστρεψα στην πόλη που γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια, μα δεν πρόκειται να στερηθώ την υπεραφθονία των καταναλωτικών τους αγαθών, τα καροτσάκια στους διαδρόμους, τις ουρές στα ταμεία, όλα αυτά που θα μου θυμίζουν την μεγάλη πόλη, την πρωτεύουσα που έζησα τόσα χρόνια. Να μου την ξαναφέρνουν στο νου έστω και για λίγο, μια τζούρα μόνο, μέχρι να ξαναβγώ στους μικρούς δρόμους, στα στενά πεζοδρόμια, στις άδειες πλατείες, στους συνηθισμένους ανθρώπους και τότε κάθε ψευδαίσθηση θα διαλυθεί. Είσαι στην επαρχία, φίλε, μην το ξεχνάς και μην κάνεις όνειρα, ήρθες στο μικρό χωριό με τα μεγάλα φώτα, άλλο ένα τέλος εποχής για σένα και τα μεγαλεπήβολα σχέδιά σου, εδώ πλέον πρέπει να προσαρμοστείς, να έχεις μια ήσυχη και μετρημένη ζωή, δίχως εξάρσεις και ανατροπές, χωρίς παρατράγουδα, τέρμα οι τρέλες και τα παιδιαρίσματα, καβάλησες τα εξήντα, άντε και καλά γεράματα. Αυτά έλεγα συχνά στον εαυτό μου για να τα πιστέψω. Έξι μήνες κι ακόμα να συνηθίσω στην αλλαγή περιβάλλοντος. Οι επισκέψεις κάθε τόσο στα σούπερ μάρκετ κάπως βοηθούσαν την κατάσταση, έμοιαζαν με ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, ειδικά στις εορταστικές περιόδους με τα στολίδια, τα φώτα, τα τραγούδια και τα πολύχρωμα λαμπιόνια, σου έφτιαχνε η διάθεση, ένιωθες λιγότερο μόνος. Κι όμως, είχα ήδη αρχίσει να νιώθω νοσταλγία, μου έλειπε η προηγούμενη ζωή μου. Τι ήρθα να κάνω εδώ πέρα; Άγνωστο. Μάλλον να πεθάνω, να τελειώσω ήρεμα την ασήμαντη ζωούλα μου. Ένας ξένος είμαι, δεν γνωρίζω κανέναν, τίποτα δεν με συνδέει με το παρελθόν, μόνο κάποιες αβέβαιες μνήμες και οι νεκροί. Ξανά από την αρχή λοιπόν, μηδενίζοντας το κοντέρ. Για τελευταία φορά.

Μπήκα μέσα και πίσω μου τρύπωσαν και τα δυο τσιγγανάκια με τρίγωνα για ένα μικρό διάλλειμα από τη σκληρή εργασία τους. Τόση ώρα στέκονταν στο αγιάζι και στο τάραμα, τους είχε φάει το κρύο εκεί έξω, και κατευθείαν πήγαν στο διάδρομο με τις σοκολάτες και τα γλυκίσματα. Γινόταν το αδιαχώρητο, οι διάδρομοι πήχτρα στο κόσμο. Ο βλοσυρός σεκιουριτάς έκοβε φάτσες και μάντευε προθέσεις. Μου ‘ριξε κι εμένα μια γρήγορη επαγγελματική ματιά, μα δεν ήμουν για δεύτερη. Η αθώα, αγγελική μου φατσούλα δεν του κίνησε τις υποψίες, ούτε καν την περιέργεια, του φάνηκα καθημερινός, συνηθισμένος και αδιάφορος, τίποτα το ιδιαίτερο, με προσπέρασε βιαστικά και πήγε παρακάτω. Πιστός στα καθήκοντά του, παρακολουθούσε μία ύποπτη ομάδα σκουρόχρωμων που ψώνιζαν διάφορα, φαγώσιμα κυρίως, σπρώχνοντας αργά το καρότσι τους και γελώντας δυνατά, ήταν κεφάτοι κι έκαναν μπόλικη φασαρία. Συγκεκριμένα κοιτούσε προσεχτικά τα χέρια τους, μη χώσουν τίποτα κάτω από τα ρούχα τους, τότε θα έπρεπε να επέμβει. Εγώ βέβαια δεν είμαι γύφτος ή αλλοδαπός, φαίνομαι καθωσπρέπει, δεν δίνω στόχο, μα το παλτό μου είναι μακρύ, φαρδύ, ευρύχωρο, με πολλές τσέπες και κρυψώνες και χωράει πολλά πράγματα. Με τα χρόνια έχω γίνει πολύ επιδέξιος και μέσα στον συνωστισμό δεν πρόκειται να με πάρει κανείς χαμπάρι, βάζω και τίποτα στο κόκκινο καλαθάκι, έτσι, για ξεκάρφωμα. Ήταν βέβαιο, και φέτος θα έκανα καλές γιορτές.

Και τότε την είδα. Ήταν ψηλή και όμορφη κοπέλα. Φαινόταν θερμή, καυλιάρα. Ένα φλογερό κράμα τσιγγάνικης και αράπικης ομορφιάς. Σπανιόλα. Μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια αμυγδαλωτά, έντονες βλεφαρίδες, πρόσωπο γωνιώδες, χείλη λεπτά, μικρά στήθη. Φορούσε μαύρο κολάν και την κόκκινη μπλούζα του καταστήματος και τοποθετούσε με τάξη τα κουτιά πάνω στα ράφια. Όποτε διασταυρώνονταν τα βλέμματά μας ένιωθα την ταραχή της, ένα ελαφρύ τρέμουλο στα χείλη, σίγουρα καταλάβαινε κι εκείνη τη δικιά μου. Την κάρφωνα προκλητικά και ανελέητα, δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ το μαγνητικό μου πεδίο. Πέρασα από δίπλα της σύρριζα, ψάχνοντας δήθεν για κάποιο προϊόν, μόνο και μόνο για να μυρίσω το άρωμά της, να θαυμάσω από κοντά το λαιμό και τον όμορφο κώλο της. Μου ήρθε να τον πιάσω, η επιθυμία ήταν αβάσταχτη, η ανάγκη αδήριτη, με τα χίλια ζόρια συγκρατήθηκα. Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσε μετά, τι θα γινόταν, μα δεν βρήκα το θάρρος να το κάνω, δεν ρίσκαρα. Αυτό βέβαια λέγεται σεξουαλικά παρενόχληση εν ώρα εργασίας και είναι προσβλητικό και άκοσμο, παραπέμπει σε ασυγκράτητο σαλιάρη ή άγριο αρσενικό, εγώ δεν ήμουν τίποτα από τα δύο. Απλά την χαιρέτησα χαμογελώντας κι εκείνη ανταπέδωσε με ευγένεια και πάντα με ταραχή. Χρειάζεστε κάποια βοήθεια; Κάθε φορά ο πληθυντικός της με έσφαζε με το βαμβάκι, με έλιωνε, με πέθαινε. Δεν ήξερα τίποτα για την προσωπική της ζωή, μου ήταν εντελώς άγνωστη. Σκέφτηκα να της μιλήσω, να της την πέσω ανοιχτά, φόρα παρτίδα, μα τι να της πω, τις συνηθισμένες μαλακίες; Τι ώρα σχολάει, ποιες μέρες έχει ρεπό, ή πως μου αρέσει πολύ, τη γουστάρω, με καυλώνει και θέλω να την γαμήσω; Αν και ειλικρινής, θα γινόμουν χυδαίος και ξεδιάντροπος, θα έπεφτα στα μάτια της. Ή μήπως όχι; Πάντως, ένα ήταν βέβαιο, θα κάναμε ωραίο κρεβάτι οι δυο μας, σεισμός θα γινόταν, άντεχα ακόμα. Κι ύστερα όμως τι; Ο καθένας στο σπιτάκι του, το είχα ξαναδεί το όνειρο, δεν έβγαινε τίποτα. Πάντως, ήταν απ’ τις λίγες γυναίκες που μου άρεσαν και με τραβούσαν ερωτικά. Εξαίρεση και σε όλα της εξαιρετική. Όποτε την έβλεπα καθυστερούσα το ψάξιμο, γυρίζοντας μες στο μαγαζί απ’ τον ένα διάδρομο στον άλλο σαν την άδικη κατάρα για να την ξανασυναντήσω. Και πάντα κατέληγα τριγύρω της. Θα συναντιόμασταν αρκετές φορές πέρα δώθε και θα χαμογελούσαμε ντροπαλά ο ένας στον άλλο, σαν σχολιαρόπαιδα. Ήταν ωραίο, μα και επικίνδυνο παιχνίδι. Ειδικά για την ηλικία μου.

Αφού χάζεψα κάμποση ώρα στα ράφια, σούφρωσα και αγόρασα αυτά που χρειαζόμουν, πήγα στο ταμείο με τα πράγματα στο καλάθι και περίμενα στην ουρά. Μία γατόφιλη κυρία κουβέντιαζε με τη σκυλόφιλη ταμία για τα αγαπημένα τους κατοικίδια κι εγώ ο σκατόφιλος της παρακολουθούσα. Το κατάστημα είχε βάλει προσφορές στις τροφές των ζώων, να κάνουν κι αυτά τα καημένα γιορτές, να χαρούν λιγάκι. Μπροστά μου ήταν και τα γυφτόπουλα που λέγανε προηγουμένως τα κάλαντα. Ένα από αυτά ήθελε να πληρώσει δύο σοκολάτες μα δεν έφταναν τα κέρματα, έπρεπε να πάρει μόνο τη μία, του είπε αυστηρά η ταμίας. Ακούστηκαν κάποια ειρωνικά σχόλια απ’ τις γυναίκες, μα έβαλε όσα λείπανε ένας ηλικιωμένος κύριος που μόλις είχε πληρώσει και ήταν έτοιμος να φύγει.

Πλήρωσα κι εγώ και βγήκα έξω με τη σακούλα στο χέρι. Σκέφτηκα να περιμένω την κοπέλα του σούπερ μάρκετ να σχολάσει, να βρω μια δικαιολογία για να περπατήσουμε για λίγο μαζί, ίσως και να γνωριζόμασταν, να ανταλλάζαμε συστάσεις και τηλέφωνα, μα γρήγορα η επιθυμία μου ατόνησε και έσβησε. Για άλλη μια φορά επικράτησε η απαισιοδοξία και η ματαιότητα που έχω για τις καταστάσεις της ζωής, ειδικά για τον έρωτα. Σίγουρα κάποιος νέος και όμορφος άντρας θα την περίμενε, τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις είναι σίγουρα από τα πριν καπαρωμένες. Όμως, γιατί όλα αυτά τα φλογερά βλέμματα κι εκείνη η σύγκορμη ταραχή; Ποιος ξέρει τι μου έβρισκε, άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων. Ήμουν πια μεγάλος και χορτάτος για επιπόλαιες περιπέτειες της μιας νύχτας, δεν ψηνόμουν, τα είχα ξαναζήσει. Παραφορτωμένος, ερεθισμένος και βιαστικός έπρεπε να επιστρέψω στο καλό μου το σπιτάκι και να αδειάσω το παλτό με τα πράγματα.


Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ ΔΙΑΣΗΜΟΣ

Ήταν ένας μικρός και ασήμαντος άνθρωπος, δίχως μεγαλεπήβολα σχέδια, ούτε ιδιαίτερες απαιτήσεις από τη ζωή. Σχολείο πήγε με το ζόρι μέχρι το δημοτικό, δεν έπαιρνε τα γράμματα. Ούτε κάποια τέχνη έμαθε. Βγήκε ανειδίκευτος στο μεροκάματο σε αγγαρείες και δουλειές του ποδαριού. Οικοδομές, ασφαλτοστρώσεις, φορτοεκφορτώσεις και άλλες χειρωνακτικές, χαμάλης για τον επιούσιο. Έμεινε στην μικρή πόλη μαζί με τους γονείς του, μέχρι που πέθαναν. Ήταν μοναχοπαίδι, τουλάχιστον του έμεινε το σπιτάκι. Στα νιάτα του δυο τρεις φορές παραλίγο να παντρευτεί, μα την τελευταία στιγμή κάτι γινόταν και το συνοικέσιο χάλαγε. Άτυχος, αν και όμορφος άντρας, ξανθός με γαλανά μάτια, μα ελαφρούτσικος στη σκέψη και κάπως κενός και άτσαλος, ανεκπαίδευτος στα συναισθήματα. Τελικά, η έμπειρη προξενήτρα, φίλη της μητέρας του, σήκωσε τα χέρια ψηλά, παραιτήθηκε από κάθε περαιτέρω προσπάθεια. Απ’ τον καημό τους για τον ανεπρόκοπο πήγαν οι δικοί του, είπαν οι συγγενείς και κάποιοι γνωστοί. Εκείνοι δεν κινδύνευαν να τους βρει το κακό, ήταν καλοί νοικοκυραίοι και τα παιδιά τους συνετά και μετρημένα, τους έμοιαζαν. Έτσι πέρασαν τα χρόνια, μοναχικά, απλά και μονότονα. Χαμαλοδουλειά, καφενείο και ταβέρνα. Και η ερωτική του ζωή ανύπαρκτη ή σκοτεινή, θαμμένη στο ημίφως. Πολλά ακούγονταν και λέγονταν, λίγα γνώριζε ο κόσμος. Δεν το είχε δει ούτε ζωγραφιστό, κουτσομπόλευαν οι κακές γλώσσες. Πάντως εκείνος είχε κάνει κάποιες προσπάθειες. Μια δυο φορές είχε ανέβει τις απότομες σκάλες των μπουρδέλων, εκεί που τουλάχιστον τον ανέχονταν, με οικτρά όμως αποτελέσματα. Και κει δεν τα κατάφερε, αυτή η βρώμα είχε βγει.

Μέχρι που καβάλησε τα εξήντα και ξαφνικά η φάτσα του, αυστηρή, βλοσυρή και θυμωμένη, μοστράρισε στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων, αλλά και στα τηλεοπτικά δελτία των ειδήσεων. Για πολλές μέρες έγινε το πρώτο θέμα της επικαιρότητας. Πρώτη φορά διάσημος. Τον είχαν πιάσει στα πράσα με έναν ανήλικο να επιδίδεται σε ασελγείς πράξεις, είχε παιδοφιλικές τάσεις, είπαν, ήταν διεστραμμένος και ανώμαλος. Το παιδί ήταν μόλις εννιά χρονών. Το είχε ξεμοναχιάσει σε μια ερημική τοποθεσία στην άκρη της πόλης μέσα σε κάτι ψηλές καλαμιές, δίνοντάς του καραμέλες και σοκολάτες. Όμως, ήταν άπειρος και απρόσεχτος, δεν είχε ξανακάνει τέτοια πράγματα. Με τα πρώτα χάδια και αγκαλιές το αγόρι τρόμαξε και έβαλε τις φωνές. Το άκουσαν κάποιοι περαστικοί, έτρεξαν και κάλεσαν την αστυνομία, αφού πρώτα πήραν τον νόμο στα χέρια τους και τον ξυλοφόρτωσαν για να του γίνει από δω και στο εξής μάθημα, να μην το ξανακάνει. Παρόλο που δεν είχε προλάβει να κάνει κάτι, ίσως κάποιες ελαφριές και ασήμαντες θωπείες, ούτε παλιότερα υπήρξαν άλλες καταγγελίες. Ήταν η πρώτη του φορά και η τελευταία. Προφυλακίστηκε, μα στο δικαστήριο θα έπεφτε στα μαλακά, του είπε ο δικηγόρος, εφόσον είχε καθαρό ποινικό μητρώο και το αγόρι βρέθηκε ανέγγιχτο, δεν το είχε πειράξει. Ήταν η κακιά στιγμή, ο δαίμονας εαυτός που τον καβάλησε, ο διάβολος μέσα του, θα έλεγε στους δικαστές, εισαγγελείς και γραμματείς, στα όργανα του νόμου και της τάξης, και θα ζητούσε συγνώμη, δεν θα το ξανάκανε, δείχνοντας ειλικρινή μεταμέλεια. Έτσι, θα έτρωγε το πολύ δυο τρία χρονάκια με αναστολή και θα έβγαινε ελεύθερος στην κοινωνία, μεταμελημένος και πιο προσεκτικός. Κι ας τον κοιτούσαν πλέον όλοι στην πόλη με μισό μάτι. Ίσως και να πήγαινε για λίγο να μείνει κάπου αλλού, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, να χαθούν τα ίχνη του, μέχρι να ξεχαστεί το θέμα.

Όμως, οι τρόφιμοι των φυλακών είναι ηθικά στοιχεία και δεν συγχωρούν τόσο σοβαρά παραπτώματα. Όχι, στους ανώμαλους δεν χωράει καμία επιείκεια, στα αποτρόπαια τέρατα της φύσης, που είναι τα χειρότερα αποβράσματα της κοινωνίας. Σκέψου να γινόταν στο δικό σου παιδί, λένε, κι ας έχουν καταδικαστεί για χειρότερα εγκλήματα. Ούτε όμως  έχουν εμπιστοσύνη και στην επίσημη δικαιοσύνη, στους νόμους και στα ψηφίσματα του κράτους. Γι’ αυτό και κάποιες φορές, όποτε χρειάζεται και μπορούν, παίρνουν οι ίδιοι τον νόμο στα χέρια τους, μόνο αυτοί που έχουν φάει τη ζωή με το κουτάλι ξέρουν να δικάζουν και να τιμωρούν. Τον λίντσαραν και τον σοδόμισαν με βαναυσότητα για συμμόρφωση και παραδειγματισμό, ενώ οι δεσμοφύλακες παραδίπλα έκαναν τα στραβά μάτια. Για να συνέλθει, έμεινε κάμποσο καιρό στο νοσοκομείο, αν και το θέμα δεν πήρε μεγάλες διαστάσεις, ούτε καν στα ψηλά των εφημερίδων. Φήμες μόνο κυκλοφόρησαν από άλλους κρατούμενους, ανυπόστατες και αδιευκρίνιστες, που όμως ουδέποτε επαληθεύτηκαν. Όταν ρωτήθηκε σχετικά ο διευθυντής των φυλακών, διέψευσε το γεγονός. Ήταν κατηγορηματικός. Δεν βρισκόμαστε πλέον στον μεσαίωνα, δεν γίνονται τέτοια βάρβαρα βασανιστήρια σήμερα, είναι όλα συκοφαντίες και ψέματα. Και ούτε καν ένορκη διοικητική εξέταση δεν διατάχθηκε να γίνει. Όχι ότι θα έβγαζε κάποιο πόρισμα της προκοπής. Έστω, μόνο για τα μάτια του κόσμου.  

Η συγκεκριμένη υπόθεση παιδοφιλίας δεν εκδικάστηκε ποτέ, έκλεισε γρήγορα και μπήκε κατ’ ευθείαν στο αρχείο. Μετά από λίγο καιρό, ο παιδόφιλος βιαστής βρέθηκε μέσα στο κελί του απαγχονισμένος με σκοινί γύρω απ’ το λαιμό. Δεν αποδείχθηκε αν ήταν αυτοκτονία ή δολοφονία, ούτε βρέθηκε κάποιο σημείωμα που ίσως θα εξηγούσε τους λόγους της απονενοημένης του πράξης.  Η αποτρόπαιη φωτογραφία του φιγουράρισε ξανά στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων και στα τηλεοπτικά δελτία των ειδήσεων. Κρεμάστηκε απ’ τις τύψεις, είπαν οι δημοσιογράφοι και οι αρμόδιες αρχές βιάστηκαν να συμφωνήσουν, επαυξάνοντας. Στην μικρή πόλη κανείς από όσους τον γνώριζαν δεν βγήκε να μιλήσει ούτε για τα θετικά του ούτε για τα αρνητικά του, μάλλον από σεβασμό στο νεκρό. Μόνο μια γριούλα γειτόνισσα ενενήντα χρονών, με οργωμένο πρόσωπο και καμπουριαστό κορμί, που γνώριζε την οικογένειά του και τον ίδιο από μικρό. Ήταν καλό παιδί, αλλά άτυχο, είπε. Θεός σχωρέστον. Τουλάχιστον, εκείνη του έδωσε κάποια ελαφρυντικά.  

Το άψυχο σώμα, το ταλαίπωρο κορμί, το θλιβερό σαρκίο πετάχτηκε στα αζήτητα του νεκροτομείου και κανείς δεν έμαθε ποιος το πήρε από εκεί.  Δεν έγινε τελετή ταφής, ούτε κλάφτηκε από κανέναν, απλά πετάχτηκε στον μεγάλο  λάκκο και σκεπάστηκε απ’ το σκληρό χώμα. Θάφτηκε χωρίς κόσμο, ψαλμωδίες και παπάδες. Και ούτε μάθανε ποτέ ποιος δημοσίευσε την αγγελία του θανάτου του στην προτελευταία σελίδα των τοπικών εφημερίδων, μαζί με τη φωτογραφία του. Να τους κοιτάζει όλους αυστηρός, βλοσυρός και θυμωμένος. Στα εξήντα του χρόνια.  


Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ

Ανοίγει τα μάτια του μέσα στο βαθύ σκοτάδι και νιώθει χαλίκια και χώμα να του γαργαλάνε τα ρουθούνια και τα βλέφαρα. Δεν ξέρει πού βρίσκεται. Αναπνέει με δυσκολία, ασφυκτιά, ξαπλωμένος ανάσκελα, εγκλωβισμένος, δεν μπορεί να κάνει ρούπι, ούτε να ανοίξει το στόμα, να φωνάξει βοήθεια, έχει απομείνει εντελώς μουγκός και άλαλος, λες και βλέπει εφιάλτη, σαν έχει πάθει μόρα. Προσπαθεί να θυμηθεί τι του συνέβη, μα είναι ακόμα ζαλισμένος, θολωμένος, το κεφάλι του πονά μαζί με όλο του το κορμί. Πρέπει να είναι θαμμένος κάτω από τη γη, όχι πολύ βαθιά, ως εκεί που πατά η γάτα. Την ακούει να νιαουρίζει από πάνω του, αναγνωρίζει τη φωνή της, φωνάζει από μέσα του το όνομά της, τελικά καταφέρνει να το ψιθυρίσει, σαν γουργουρητό. Εκείνος αρχίζει να σγαρλεύει και να σκάβει το χώμα. Κάποια στιγμή ίσα που ξεμυτίζει το αριστερό του χέρι και του το γλύφει. Προσπαθεί, μα ακόμα δεν μπορεί να σηκωθεί όρθιος. Η αρσενική γάτα συνεχίζει να του δίνει κουράγιο και να σκάβει. Ίσως θέλει να τον χέσει πατόκορφα, σκέφτεται και μες στη δυστυχία του προσπαθεί να χαμογελάσει, μα όχι, δεν μπορεί, είναι ευγενικό, συμπονετικό ζώο. Τότε αρχίζει να βρέχει, γρήγορα δυναμώνει, ρίχνει καρεκλοπόδαρα, μια απρόσμενη και σωτήρια ξαφνική μπόρα απ’ τον από μηχανής θεό. Το χώμα μαλακώνει, γίνεται λάσπη και καταφέρνει να απελευθερωθεί, να βγει απ’ τον τάφο μου.

Είναι νύχτα και βρίσκεται στο οικόπεδο απέναντι απ’ το σπίτι του, γεμάτο με αγριόχορτα και βρωμόδεντρα. Παραδίπλα βλέπει πεταμένα ένα φτυάρι κι ένα κασμά, τα σύνεργα του εγκλήματος. Ο λάκκος είναι ρηχός, ο φίλος του βαρέθηκε να σκάψει βαθύτερα, θα ‘θελε να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα με το χώσιμο και το θάψιμο, μη τον δει κάνα μάτι κι έχει μπελάδες. Η πιστή γάτα παραμένει στο πλάι του, έχει γίνει μούσκεμα απ’ την ξαφνική μπόρα, τινάζεται για να διώξει τα νερά από πάνω της, μα δεν τον αφήνει ούτε στιγμή μόνο του, υπομένει το μαρτύριο μαζί του. Όταν τον βλέπει να σηκώνεται και να ξεπροβάλει σαν ζωντανός νεκρός μέσα από τη γη, δεν τα χάνει, δεν τρομοκρατείται, παραμένει ψύχραιμη κι αρχίζει να τρίβεται στο πόδι του και να γουργουρίζει. Εκείνος της χαϊδεύει απαλά το κεφάλι και της λέει να σταματήσει να τον ακουμπά γιατί θα λερωθεί. Είναι ολόγυμνος και λασπωμένος απ’ την κορυφή ως τα νύχια, το χώμα έχει κολλήσει πάνω του και το νερό της βροχής δεν καταφέρνει να τον ξεπλύνει, γύρευε πόσες ώρες ήταν θαμμένος κάτω από τη γη, από τύχη ζει ακόμα. Μοιάζει με ζόμπι που επιστρέφει από τον κόσμο των κολασμένων ή με αρχαίο γλυπτό που μόλις ξέθαψαν οι αρχαιολόγοι πανηγυρίζοντας την επιτυχία τους. Είναι όλοι χαρούμενοι εκτός από εκείνον. Το κεφάλι του πονάει ακόμα απ’ το χτύπημα, βάζει το χέρι στο πίσω μέρος και ακουμπάει το ξεραμένο αίμα. Ευτυχώς, μόνο εκεί είναι χτυπημένος, πουθενά άλλου. Μετράει τα πονεμένα του πλευρά και τα βρίσκει εντάξει. Τουλάχιστον παραμένει σώος και αρτιμελής. Όλα είναι στη θέση τους, δεν λείπει κανένα.

Ξαφνικά, το μυαλό του μπαίνει πάλι στη θέση του, παίρνει γρήγορες στροφές και θυμάται τι έχει συμβεί. Ήταν με τον φίλο του στο σπίτι και τσακώθηκαν, του ζητούσε λεφτά για να πάει στο καφενείο και να παίξει με τα άλλα τα ρεμάλια. Του έδωσε, μα ήταν λίγα, δεν του έφταναν, ήθελε κι άλλα. Άρχισε να φωνάζει, να του βρίζει τη μάνα και τον πατέρα, να τον λέει παλιόπουστα και πουτάνας γιο, βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, σαν πρεζάκιας σε τρελή χαρμάνα, του είχε γυρίσει το μάτι ανάποδα, τρεις μήνες που γνωρίζονταν πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Κάποια στιγμή, η μια κουβέντα έφερε την άλλη, πιαστήκαν και στα χέρια. Τον έσπρωξε, τον χτύπησε, παραπάτησε, έπεσε και χτύπησε άσχημα το κεφάλι του στη γωνιά του κομοδίνου. Τότε λιποθύμησε, δεν θυμάται τίποτα άλλο. Ο φίλος του πρέπει να είδε τα αίματα, ότι είναι ακίνητος και δεν συνέρχεται και τρόμαξε, θα τον πέρασε για πεθαμένο. Πανικοβλήθηκε, με τα χίλια ζόρια τον έσυρε έξω απ’ το σπίτι, ήταν και βαρύς, ασήκωτος, άνοιξε ένα ρηχό λάκκο και τον έθαψε πρόχειρα στο απέναντι ακάλυπτο οικόπεδο. Ευτυχώς, βαρέθηκε να σκάψει πιο βαθιά, ίσως να κουράστηκε, άμαθος στις χειρωνακτικές εργασίες. Παρ’ όλο που ήθελε να εξαφανίσει τα ίχνη του, ποιος θα ενδιαφερόταν αν ζούσε ή αν πέθανε, ήταν μοναχικός, δίχως συγγενείς και φίλους, δίχως πολλά πάρε δώσε με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Και ήταν νύχτα, μαύρη ερημιά, σκοτάδι, έκανε κρύο, δεν τον είδε κανείς. Μόνο ο μπόμπος, η γάτα του, που δεν τρόμαξε από τις φωνές και για καλή του τύχη τον ακολούθησε. Ενδιαφέρθηκε για το αφεντικό της, για τον άνθρωπο που την βρήκε μωρό, νεογέννητη, έκθετη, πεταμένη στα σκουπίδια, που την πήρε στο σπίτι του και την μεγάλωσε σαν δικό του παιδί, που της στάθηκε σαν μάνα και πατέρας μαζί. Σε αυτόν χρωστούσε τη ζωή της. Τώρα είχε φτάσει η ώρα της ανταπόδοσης.

Τον άλλον τον είχε γνωρίσει τυχαία περνώντας έξω από ένα προπατζίδικο της κακιάς ώρας, σκέτη παρακμή. Κυνηγούσε κι αυτός την τύχη του. Ήταν νέος και όμορφος, αλητάκος και σίγουρα λίγο τυχοδιώκτης, μα ξεχώριζε απ’ τις υπόλοιπες σκατόφατσες, τον υπόκοσμο της συμφοράς, σαν τη μύγα μες στο γάλα. Υπόγειος κόσμος, γεμάτος αδυναμίες και πάθη, τη μέρα ζούσαν κάτω από τη γη, τη νύχτα ξεμυτούσαν από τα λαγούμια τους σαν τα ποντίκια. Παρακολουθούσε στην τηλεόραση του μαγαζιού  κάποιον κρίσιμο ποδοσφαιρικό αγώνα με μεγάλο βαθμολογικό ενδιαφέρον. Στα μάτια όλων υπήρχε μεγάλη αγωνία για το αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή τεντώθηκε, χασμουρήθηκε, ανακλαδίστηκε, γύρισε το κεφάλι του πίσω, κοίταξε βαριεστημένα προς τα έξω και τον είδε. Τους χώριζε η τζαμαρία, κοιταχτήκανε έντονα, αντάλλαξαν φλογερές ματιές με κάποια σημασία κι αμέσως συνεννοήθηκαν, χωρίς λόγια και εξηγήσεις, κατάλαβαν καλά τι ήθελε ο ένας απ’ τον άλλο. Βγήκε έξω και τον ακολούθησε, τον πήρε από πίσω, οι υπόλοιποι μέσα στο μαγαζί αδιαφόρησαν, ούτε καληνύχτα δεν του είπαν, συνέχισαν απορροφημένοι να  παρακολουθούν το ματς. Σίγουρα ο μικρός δεν ήταν πρωτάρης, αλλά μπασμένος ήδη σε περίεργα κόλπα, για να την βγάλει καθαρή. Η απόγνωση που τους έφερε κοντά, η επείγουσα ανάγκη,  ήταν διαφορετική, όμως το ίδιο ισχυρή, βάναυση και αβυσσαλέα, δύσκολα μπορούσες να της ξεφύγεις. Μέσα στην άγρια νύχτα, τους είχε και τους δύο βουτήξει αμείλικτα απ’ το λαιμό και τους καρύδωνε. Τους είχε σβερκώσει και είχαν κοκαλώσει, δεν μπορούσαν να κάνουν ρούπι. Απλά κυνηγούσαν ο ένας τον άλλον κι όπου τους βγάλει.

Την πρώτη φορά έγιναν όλα βιαστικά και στα όρθια, σε μια σκοτεινή γωνιά ενός μικρού, αφώτιστου, και αδιέξοδου δρόμου. Κατόπιν, αφού τελείωσαν, έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, αντάλλαξαν τηλέφωνα και από κει κι έπειτα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Τον πήγαινε στο σπίτι του, τον έβαζε στο κρεβάτι του, για πιο άνετα, πηδιόντουσαν και τον χαρτζιλίκωνε. Ήταν καθαρή συναλλαγή, δούναι και λαβείν, μα φαινόταν καλό και ευγενικό παιδί, με κατανόηση και όμορφα συναισθήματα. Κάθε φορά που τον αντίκριζε, ένιωθε την ίδια τρυφερότητα και συγκίνηση, σαν να ήταν γιος του. Απλά είχε κι αυτό τις ανάγκες του και τα προβλήματά του και κάπου η ζωή το είχε αδικήσει, τουλάχιστον εκείνος έτσι το έβλεπε, κάπως ρομαντικά και λίγο στοργικά, ας πούμε. Καμιά φορά κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν μαζί, σαν ζευγάρι, του έφτιαχνε πρωινό και τον κανάκευε, εκείνος του έκανε κόνξες κι έπαιζε σαν μικρό ελαφάκι. Βγαίνανε και μαζί, πήγαιναν βόλτες και τσάρκες σε ταβέρνες, καφενεία και μπαράκια, δεν είχε παράπονο,  περνούσανε ωραία οι δυο τους. Ένιωθε όμορφα πράγματα για κείνο το ωραίο αγόρι, δεν ήταν απλά το βδομαδιάτικο ξεκάβλωμα. Μα δεν μπορούσε ποτέ να διανοηθεί πως θα έφτανε σε τέτοιο σημείο. Να τον σκοτώσει, έστω και κατά λάθος, έστω και παραλίγο, και να θελήσει να εξαφανίσει τα ίχνη του από προσώπου γης. Έτσι, η σχέση τους είχε αποδειχθεί καταστροφική και ολέθρια, μα το τέλος της αβέβαιο. Η μοίρα δεν είχε παίξει ακόμα το τελευταίο της χαρτί.

Ξέρει πού θα βρει τέτοια ώρα το κωλόπαιδο. Προχωράει αργά και προσεκτικά, σαν ρομπότ ή αυτόματο, είναι ακόμα πιασμένος, πονά ολόκληρο το σώμα του, λες και τον έχει πατήσει λεωφορείο και η γάτα, ο φύλακας άγγελός του, τον ακολουθεί από κοντά. Ευτυχώς, είναι αργά, περασμένες τρεις, τέτοια ώρα η γειτονιά δεν έχει κίνηση, όλοι κοιμούνται. Όμως, στο δρόμο συναντά μία παρέα νεαρών ξενύχτηδων, τέσσερα αγόρια, εικοσάρηδες, γυρνούν από διασκέδαση. Είναι πιωμένα, παραπατούν, σπάνε πλάκα και πειράζονται μεταξύ τους. Θα σε γαμήσω, λέει το ένα στο άλλο και του πιάνει τον κώλο. Οι φωνές και τα γέλια τους κάνουν χίλια κομμάτια την ησυχία της νύχτας. Μόλις τον βλέπουν, χάνουν το χρώμα τους, βουβαίνονται, τρομοκρατούνται από την όψη, τη γύμνια και το λασπωμένο του κορμί, αμέσως ξεμεθούν και συνέρχονται. Δεν καταλαβαίνουν τι είναι. Ίσως ένας πρωτόπλαστος φτιαγμένος από πηλό που μόλις βγήκε ψημένος από τον φούρνο και πήρε πνοή. Εκείνος τους αγνοεί, δεν τους δίνει καμιά σημασία, είναι σαν να μην υπάρχουν, ονειρικές οπτασίες της νύχτας, τους προσπερνά αμίλητος, προσηλωμένος στον σκοπό του, την επικίνδυνη αποστολή του. Τα παιδιά κάτι ψιθυρίζουν μεταξύ τους, ανοίγουν το βήμα τους και απομακρύνονται βιαστικά, δίχως να κοιτάξουν πίσω.

Φτάνει έξω απ’ το καφενείο που διανυκτερεύει και κοιτάζει απ’ την τζαμαρία. Δεν είναι πολλοί μέσα, έχει μείνει μόνο ο υπόκοσμος που περνάει όπως μπορεί και το αποψινό βράδυ, με σφιγμένα δόντια, θολωμένο μυαλό και κρύα καρδιά. Το αρχιδάκι που τον έθαψε ζωντανό είναι εκεί, μαζί τους και παίζει χαρτιά, αναψοκοκκινισμένος και απορροφημένος στην παρτίδα, ανακατέβει την τράπουλα σαν να μην τρέχει τίποτα, σαν να μην σκότωσε πριν από λίγο έναν άνθρωπο, και μάλιστα φίλο του, που είχαν κοιμηθεί μαζί, που είχαν ανταλλάξει τα υγρά και τις θερμοκρασίες τους. Είναι η σειρά του να πετάξει το τελευταίο του φύλο. Το ρίχνει με δύναμη πάνω στην πράσινη τσόχα παίζοντας τα ρέστα του. Πίνει και καπνίζει και μάλλον χάνει. Δεν τον πολυνοιάζει, σήμερα είναι ματσωμένος, θα περάσει όμορφα η βραδιά, ίσως έψαξε και βρήκε τα λίγα χρήματα που ήταν κρυμμένα στο σπίτι. Ο άλλος, επιστρέφοντας από τον υπόγειο κόσμο των νεκρών, ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού και μπαίνει μέσα παρέα με τον μπόμπο, τον πιστό του γάτο.


Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ

Ολοφάνερα, έφταιγε εκείνος. Ήταν βιαστικός και απρόσεκτος, σαν γάτα πετάχτηκε στη μέση του δρόμου. Εκείνο το βράδυ είχε πιει πολύ, πέραν του δέοντος, πάνω από αυτό που άντεχε ο οργανισμός του και το ευαίσθητο νευροφυτικό του σύστημα. Όμως, ευτυχώς, στους πεζούς δεν κάνουν αλκοτέστ, απλά τους πατάνε κι από πάνω φταίνε οι άλλοι. Το μηχανάκι δεν πρόλαβε να φρενάρει, ούτε καν τον είδε, τόσο γρήγορα έγιναν όλα. Χτύπησε και η κοπέλα σοβαρά. Δυο περαστικοί τους βοήθησαν, κάλεσαν την τροχαία και τις πρώτες βοήθειες. Ευτυχώς, εκείνη την ώρα, περασμένες τρεις, ο δρόμος ήταν άδειος, δεν περνούσαν άλλα τροχοφόρα. Ο αστυνόμος της είπε να φυσήξει πιο δυνατά, παρ’ όλη την κατάστασή της. Δεν είχε πιει πολύ, ήταν μέσα στα επιτρεπόμενα όρια, μα σε κάθε περίπτωση ο νόμος ήταν με το μέρος του θύματος. Στο νοσοκομείο βρέθηκαν στα επείγοντα περιστατικά, τους εγχειρίσανε, τοποθέτησαν λάμες και βίδες στα σπασμένα τους πόδια και κατόπιν τους βάλανε στον ίδιο θάλαμο, δίπλα δίπλα.

Όταν συνήλθε και ένιωσε κάπως καλύτερα, της ζήτησε συγνώμη, εκείνος έφταιγε, ας λέγανε οι μπάτσοι τα δικά τους, δεν θα της έκανε μήνυση, δεν θα την κυνηγούσε δικαστικά, ούτε θα ζητούσε αποζημίωση. Έτσι κι αλλιώς, ήταν άνεργος, τεμπέλης και άεργος, ούτε λεφτά έχανε, ούτε κάποια δουλειά. Ούτε και οικογένεια είχε, κάποιον δικό του, μόνο έναν καλό φίλο που θα τον πρόσεχε μέχρι να αναρρώσει και να γίνει τελείως καλά. Εκείνη του χαμογέλασε και τον ευχαρίστησε ευγενικά, αν και ενδόμυχα θα ‘θελε να τον στείλει στο διάολο, για την ταλαιπωρία που περνούσε εξαιτίας του. Πάνω σ’ αυτόν τον μέθυσο βρήκε να πέσει μέσα σε ολόκληρη την άδεια νύχτα; Τουλάχιστον, έδειχνε άνθρωπος με κατανόηση, φιλότιμο και τσίπα, δεν θα είχε επιπλέον προβλήματα με δικηγόρους και αποζημιώσεις, σ’ αυτό είχε σταθεί τυχερή. Έπρεπε μόνο να κάνει υπομονή. Μετά από ένα μήνα, που θα γινότανε καλά, όλο αυτό το περιστατικό θα αποτελούσε παρελθόν, θα ξέχναγε ακόμα και τη φάτσα του. Μια βδομάδα τους κράτησαν στο νοσοκομείο. Πήραν εξιτήριο την ίδια μέρα, έφυγαν την ίδια ώρα και οι δύο με τις πατερίτσες και τα μπαταρισμένα τους ποδάρια. Ευχήθηκαν σιδερένιοι, περαστικά κι έδωσαν τυπικά τα χέρια. Δεν αντάλλαξαν τηλέφωνα. Δεν υπήρχε λόγος να κρατήσουν κάποια επαφή.  

Όμως, το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Συνήθως, η μοίρα και η τύχη αποφασίζουν διαφορετικά από εμάς. Μετά από κάνα εξάμηνο, συναντήθηκαν ξανά σε ένα μπαράκι. Είχαν γίνει και οι δύο εντελώς καλά, ειδικά εκείνη χοροπηδούσε κι έτρεχε μες στην τρελή χαρά. Ήταν με την παρέα της, γνώριμες φάτσες από τις μέρες της νοσηλείας τους, εκείνος μόνος.  Τον είδε πρώτη, μόλις εκείνος μπήκε και κάθισε στην μπάρα. Το ποτό σας είναι κερασμένο απ’ την κοκκινομάλλα, του είπε ο μπάρμαν και την έδειξε. Ήρθε κεφάτη και χαμογελαστή κοντά του και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Στην υγειά μας, είπαν με νόημα. Πήγε κι αυτός και κόλλησε με την παρέα της, ήπιανε πολύ, γελάσανε, καλαμπουρίσανε και στο τέλος, την ώρα που έκλεινε το μαγαζί, αποχαιρέτησαν τους υπόλοιπους και φύγανε οι δυο τους μαζί. Τον πήγε σπίτι της, σε μια μικρή γκαρσονιέρα που νοίκιαζε, και κάνανε έρωτα. Από κείνη τη μέρα τον σπίτωσε κανονικά, τον τάιζε, τον πότιζε και τον ξεζούμιζε. Θερμή κοπέλα, λυσσάρα,  πηδιόντουσαν σχεδόν κάθε βράδυ. Ψηλή, στενή, αδύνατη και αρρενωπή. Είχε τύπο, μαγκιά, τσαχπινιά και τσαμπουκά. Έπινε, κάπνιζε, κι ήξερε να δροσίζει το μουνί της, με όποιον της άρεσε και σε κανέναν δεν έδινε λογαριασμό. Ο αλήτης και η μαγκιώρα. Πάντως, εκείνος δεν κατάλαβε τι του βρήκε, κι όσες φορές την ρώτησε, δεν ξέρω, του απάντησε, αυτά τα ζητήματα είναι πολύ βαθιά και υπόγεια, δεν αποφασίζουμε εμείς. Αν και με τις γυναίκες γενικά δεν είχε πολλά πάρε δώσε, εκείνη ήταν εξαίρεση, απ’ τις λίγες που τον τραβούσαν δυνατά σαν τον μαγνήτη. Κι όμως, δεν της είπε ποτέ σ’ αγαπώ, την μαγική λέξη, ούτε κι εκείνη. Ντρεπόταν, δεν την είχε προφέρει ποτέ στο στόμα του. Μόνο σε θέλω, της έλεγε, μου αρέσεις, μ’ αρρωσταίνεις, σε γουστάρω, με καυλώνεις, τέτοια πράγματα που την έφτιαχναν. Πάντως, γαμιόντουσαν ωραία και περνούσανε καλά, αυτό είχε σημασία. Κι ας είχαν πάνω από είκοσι χρόνια διαφορά.

Ένα χρόνο κράτησε η σχέση τους, με σκαμπανεβάσματα. Από νωρίς άρχισε να ξεθυμαίνει, να χάνει την ορμή των πρώτων εβδομάδων, όπως γίνεται πάντα στις περιπτώσεις του κεραυνοβόλου πόθου. Απ’ την άλλη, εκείνος δεν ήταν των μακροχρόνιων δεσμεύσεων, είχε αρχίσει ήδη να βαριέται και σκεφτόταν τρόπους να ξεκόψει, να ξαναβρεί την ελευθερία του, να μπει σε νέες περιπέτειες, να ξαναγράψει ιστορία, να εμπλουτίσει τον προσωπικό του μύθο, να ξαναρχίσει το ψάξιμο και την αλητεία. Τότε εκείνη του είπε ότι είναι έγκυος και του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Σίγουρα ήταν ατύχημα, δεν το ήθελε, παρ’ όλο που πρόσεχε όποτε έμπαινε μέσα της, έπαιρνε όλες τις προφυλάξεις. Της είπε να το ρίξει, δεν ήταν αυτός για να μεγαλώνει κουτσούβελα, και μάλιστα σ’ αυτήν την ηλικία, δεν έκανε για πατέρας, ούτε για σύζυγος, ίσως μόνο για εραστής, ήταν ένας κουρασμένος άνθρωπος με σμπαραλιασμένα νεύρα, τι του έφταιγε το κακόμοιρο να το βασανίσει. Αν ήταν γάτος, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, με το σπέρμα του θα κατακυρίευε τον κόσμο όλο, μα δυστυχώς ήταν ένας άτριχος πίθηκος. Κι όταν την ρώτησε αν σίγουρα ήταν δικό του, εκείνη τον χαστούκισε, τσακώθηκαν άγρια και τον πέταξε έξω από το σπίτι, δεν σεβάστηκε καν τα γκρίζα του μαλλιά. Έτσι, χωρίσανε, κακήν κακώς, όπως συνήθως τελειώνουν οι θυελλώδεις έρωτες, όχι πάντως ολέθρια και καταστροφικά, δεν είχανε αίματα. Μα εκείνη ήθελε να γίνει μάνα, να μεγαλώσει το παιδί, έστω και μόνη της, χωρίς πατέρα.

Την ξανασυνάντησε μετά από χρόνια τυχαία στο δρόμο. Κοιταχτήκανε στα μάτια κι ένιωσε περίεργα, ένα πνίξιμο στο στήθος. Είχε αλλάξει κόμμωση, είχε βάψει τα μαλλιά της ξανθά, μπορεί και να ‘ταν το φυσικό τους χρώμα, ποιος ξέρει, είχαν και λίγο μακρύνει, μα συνέχιζε να είναι όμορφη, του άρεσε ακόμη. Και με μια μελαγχολία στο βλέμμα. Τον χαιρέτησε χαμογελαστή, τον ρώτησε τι κάνει, πώς τα περνάει, πώς πάει το πόδι του, αν τον ενοχλεί, και πάνω στην κουβέντα για τα παλιά του το ξεφούρνισε. Τελικά το έριξε το παιδί τότε, στο τσακ πρόλαβε να κάνει την έκτρωση. Και ούτε  καν έμαθε αν ήταν αγόρι ή κορίτσι.  


Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΟΛΙ

Για τους πιο πολλούς ήταν απλά ένα λαϊκό τσόλι μιας χρήσης, ένα από τα πολλά τεκνά που ψωνίζονται τοις μετρητοίς στις πλατείες, τα πάρκα και τους ύποπτους δρόμους, στις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα,  απογευματινές και νυχτερινές ώρες, κυρίως, αφού πέσει ο ήλιος. Για τους ηθικολόγους είναι άλλη μια συνηθισμένη αρσενική πόρνη που από νωρίς πήρε τον κατήφορο χωρίς σταματημό και δεν θα ‘χει καλό τέλος, κάποια στιγμή θα το φάει το κεφάλι του, έτσι λένε. Ήταν όμορφο αγόρι, είχε μεγάλη πέραση και έβγαζε καλά λεφτά. Τριαντάρης, ψηλός, αδύνατος, άτριχος, καστανόξανθος με γαλάζια μάτια, έμπειρος περί των ερωτικών με καλοσχηματισμένο κώλο και μεγάλο πούτσο, θα μπορούσε άνετα να κάνει διεθνή καριέρα πορνοστάρ, μα δεν ήθελε να ξενιτευτεί. Πάντως δεν ξέμενε ποτέ από πελάτες, κάποιες φορές, έπαιρνε δύο και τρεις το ίδιο βράδυ. Και τα έκανε όλα.

Κυρίως πήγαινε με σοβαρούς κυρίους, μεσήλικες, αλλά και ηλικιωμένους, δεν είχε πρόβλημα, αρκεί να πλήρωναν καλά. Μάλιστα κάποιοι απ’ αυτούς τον είχαν καψουρευτεί άγρια και του τα σκάγανε χοντρά, ήθελαν και να τον σπιτώσουν, να τον έχουν αποκλειστικό, κτήμα τους, είχαν τον τρόπο τους, μα εκείνος ανένδοτος, δεν ήθελε δεσμεύσεις, ούτε βέβαια ένιωθε τίποτα γι’ αυτούς. Παρέμενε ένα ελεύθερο πουλί της νύχτας. Η συνεύρεση γινόταν συνήθως μέσα στα αυτοκίνητά τους, στο πίσω κάθισμα με θαμπωμένα τα τζάμια, ή σε ξενοδοχεία τετάρτης κατηγορίας, γαμιστρώνες περιωπής, όπου γνώριζε καλά τα κατατόπια. Ήταν προσεκτικός. Δεν πήγαινε ποτέ στα σπίτια τους, ακόμα και αν έδιναν διπλή ταρίφα και του ‘ταζαν τον ουρανό με τα άστρα, αφού σε περίπτωση που στράβωνε η δουλειά, κάτι συνέβαινε, ήθελε πάντα να έχει τρόπο διαφυγής, μια διέξοδο.

Ήταν αγνώστου πατρός, μοναχοπαίδι και ζούσε μαζί με την μάνα του σε ένα μικρό δυαράκι. Παλιά εκείνη, όταν περνούσε ακόμα η μπογιά της, έκανε κονσομασιόν σε καμπαρέ και κωλόμπαρα. Αργότερα, όταν ξέπεσε, την παίρνανε στα ίδια μαγαζιά σαν καθαρίστρια. Έκανε και τσατσά σε μπουρδέλα και λεκανατζού κι από όλα. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, έλεγε, ειδικά η δικιά της, ιέρια του έρωτα, καμάρωνε, έστω και ξεχαρβαλωμένη, πολύ χρήσιμη και ωφέλιμη στην κοινωνία.  Τώρα γέρασε, τα τσιγάρα και το αλκοόλ  της έκαψαν τα σωθικά, έχει σοβαρά προβλήματα υγείας, παίρνει πολλά χάπια, δίχως κάποια σύνταξη, και την φροντίζει ο γιος της. Δεν έχουν πολλά λόγια οι δυο τους. Ξέρει τι δουλειές κάνει τα βράδια και γνωρίζει από πρώτο χέρι τους κινδύνους του επαγγέλματος, μα δεν του λέει τίποτα, του έχει εμπιστοσύνη, είναι έξυπνο παιδί, μα κάθε πρωί, γεμάτη αγωνία, τον περιμένει ξάγρυπνη να γυρίσει στο σπίτι. Μόνο εκείνον έχει στον κόσμο. Έτσι κι αλλιώς, τόσα χρόνια συνήθισε. Αν δεν βγάλει ο ήλιος κέρατα, δεν πάει να πέσει στο κρεβάτι.

Με γυναίκες δεν είχε πολλές σχέσεις, ούτε με φίλους, ήταν μοναχικός. Με εξαίρεση την μπεμπέκα, έτσι τη φώναζε, ήταν το χαϊδευτικό της. Εισαγγελέας, δικαστικός καριέρας στο επάγγελμα, παντρεμένη χωρισμένη, χωρίς παιδιά και λοιπές υποχρεώσεις, ζούσε μόνη της. Ήταν λίγο μικρότερη από την μάνα του, μα καλοστεκούμενη και το ‘λεγε ακόμα η περδικούλα της. Τον αγαπούσε σαν γιο της, τον φρόντιζε και τον πλήρωνε καλά. Μάλιστα, μια φορά που είχε μπλεξίματα με τους μπάτσους, εκείνη τον καθάρισε, με ένα τηλέφωνο. Δήλωσε θεία του παιδιού που παραστράτησε για πρώτη και τελευταία φορά, μα που τώρα κατάλαβε το λάθος του, έβαλε μυαλό και δεν θα το ξανακάνει. Οι ασφαλίτες βέβαια δεν την πίστεψαν, μα τον άφησαν ελεύθερο, εντολές άνωθεν, δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Πηδιόντουσαν κάθε Παρασκευή, απαρεγκλίτως, γαμιόντουσαν ωραία, με ανοιχτή την μπαλκονόπορτα και τέρμα τις κουρτίνες, αν και ήξεραν ότι απ’ το απέναντι μπαλκόνι τούς έπαιρνε μάτι μέσα από τα σκοτάδια μια σκιά με την καύτρα του τσιγάρου της κάθε τόσο να αναβοσβήνει σαν φάρος. Δεν τους ένοιαζε. Η μπεμπέκα τον ήξερε τον τύπο, αν και δεν είχε πολλά πάρε δώσε μαζί του. Ηλικιωμένος, ψηλός, ξερακιανός, με γαμψή μύτη και άγριο βλέμμα, σωστό γεράκι. Δεν είχε τίποτα να κρύψει, για τίποτα να φοβηθεί. Είχε τσαγανό.

Εκείνο το βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, φεύγοντας απ’ τη μπεμπέκα, τον περίμενε στο απέναντι πεζοδρόμιο καπνίζοντας. Αμέσως κατάλαβε ποιος ήταν και τι ήθελε. Του ζήτησε να ανέβουν πάνω για ένα ποτό, να γνωριστούν καλύτερα. Είμαι κουρασμένος, μια άλλη φορά, του είπε, μα το γεράκι επέμενε. Δεν ήθελε να κάνουν κάτι, μόνο για παρέα και θα τον πλήρωνε καλά. Απόψε ένιωθε πολύ μόνος, τον παρακάλεσε. Ανέβηκαν πάνω. Ζούσε μόνος του, μα το διαμέρισμά του ήταν καθαρό, τακτοποιημένο, περιποιημένο και όμορφα διακοσμημένο. Μέσα έκανε πολλή ζέστη, ανυπόφορη. Κάθισαν στο σαλόνι κι εκείνος ετοίμασε τα ποτά. Με την πρώτη γουλιά, ζαλίστηκε, έχασε τις αισθήσεις του κι έπεσε χάμω.

Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, ήταν ολόγυμνος και δεμένος στο κρεβάτι χειροπόδαρα. Εκείνος από πάνω του, ντυμένος όπως και πριν  και τα μάτια του να γυαλίζουν. Τον πλησιάζει αργά κρατώντας ένα μαχαίρι και τον λούζει κρύος ιδρώτας, μάταια προσπαθεί να αντισταθεί, δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας. Ήταν απρόσεχτος και είχε πέσει σε παράφρονα. Και τον είχε προειδοποιήσει η μπεμπέκα, μακριά απ’ αυτόν, είναι επικίνδυνος. Δεν την άκουσε. Πλησιάζει το μαχαίρι στο πεσμένο του πέος και είναι έτοιμος να του το κόψει. Τότε τρομοκρατημένος λιποθυμά ξανά.

Όταν συνέρχεται, είναι σαν υπνωτισμένος. Βρίσκεται πάλι στο σαλόνι και φοράει κανονικά τα ρούχα του. Τα έχει χαμένα, δεν ξέρει τι να πιστέψει και τι όχι.  Το γεράκι κάθεται απέναντί του και του χαμογελά. Θα είσαι πολύ κουρασμένος, σε πήρε ο ύπνος, του λέει. Άντε, πήγαινε σπίτι σου να κοιμηθείς και να προσέχεις, θα τα πούμε κάποια άλλη φορά. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, τον χαρτζιλίκωσε και προτού καληνυχτιστούν του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στα χείλη. Το αγόρι δεν τραβήχτηκε, παρ’ όλο που δεν του αρέσει να το φιλάνε στο στόμα.

Δεν ξανασυναντήθηκαν. Μετά από λίγες μέρες, το γεράκι βρέθηκε νεκρό στο διαμέρισμά του από την καθαρίστρια. Όταν τον είδε, τρομοκρατήθηκε κι άρχισε να ουρλιάζει. Ήταν στο κρεβάτι χειροπόδαρα δεμένος, του είχαν κόψει τον πούτσο και τα αρχίδια και του τα είχαν χώσει στο στόμα. Ο δράστης δεν βρέθηκε ποτέ, αλλά πρέπει να ήταν γνώριμος του θύματος, γιατί δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης στο διαμέρισμα, είπαν οι αστυνομικές αρχές που ερεύνησαν την υπόθεση και η υπόθεση έκλεισε με συνοπτικές διαδικασίες. Ίσως πάλι να ήταν απλά η συντροφιά της μιας βραδιάς. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ήταν ένας ανώμαλος που ψόφησε και ξεβρόμισε ο τόπος. Το λαϊκό τσόλι μιας χρήσης συνέχισε τα βράδια να κάνει τη δουλειά του, μα έγινε πιο προσεκτικός.