Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΕΙ ΠΙΑ ΑΠ' ΤΟ ΣΠΙΤΙ

      

       Μνήμη Παναγιώτη Σάββα και Τάσου Καπουσίζη

Πλέον ο Παναγιώτης δεν βγαίνει απ’ το σπίτι. Έχει χρόνια να περπατήσει έξω στους δρόμους της πόλης. Ακόμη και να αντικρίσει απ’ το μπαλκόνι του τους βιαστικούς περαστικούς ή το λαμπρό φως του ήλιου. Τα παντζούρια και τα παράθυρα είναι θεόκλειστα. καμιά επαφή με τον κόσμο. Κανένα ενδιαφέρον για τις προόδους τις εξελίξεις τα δράματα και τις τραγωδίες της κοινωνίας. Ούτε και για τους παλιούς του φίλους συντρόφους και συνοδοιπόρους νοιάζεται πια αν ζουν ή αν πεθαίνουν. Απόλυτη αδιαφορία για όλους και για όλα. Κάποτε ναι. Συμμετείχε στην ιλαροτραγωδία της ζωής και της ύπαρξης. Τώρα όμως κουράστηκε και αποτραβήχτηκε στα ενδότερα μακριά απ’ τους ανθρώπους. Πλήρης αυτάρκης και μόνος. Με τα βιβλία του τις μουσικές του τα πιοτά και τα τσιγάρα του. Για να ξεχνάει ή να θυμάται. Άγνωστο. Μόνο αυτός ξέρει.

Με μία εξαίρεση. Μόνο στον Τάσο τον Ντούλη τον επιστήθιο φίλο του επιτρέπει να περάσει το άβατο γιατί μόνο αυτός τον καταλαβαίνει πια. Κι ας τσακώνονται συνήθως. Δεν πειράζει. Καλό είναι να ανάβουν λιγάκι τα παγωμένα αίματα. Κι ας γίνονται καμιά φορά μαλλιά κουβάρια πάνω στην κουβέντα. Μα η σιωπή τους ενώνει. Η αιωνιότητα τους αγαπά. Θυμούνται τα νιάτα τους και τα χρόνια που πέρασαν και μελαγχολούν. Για λίγο μόνο. Στιγμιαία. Όσο πατάει η γάτα. Αμέσως μετά χαμογελούν πονηρά με νόημα ο ένας στον άλλον. Δεν κρατάνε κακία ούτε μισούν. Ψευδίζουν βαβίζουν και γελούν σαν τα μικρά παιδάκια. Κι όταν κουραστούν πέφτουν και κοιμούνται αγκαλιασμένοι σαν αδερφάκια. Καληνυχτίζονται τιτιβίζοντας σαν τα πουλάκια κάποιον παλιό σκοπό. Μόνο στον Ντούλη λοιπόν δίνει χνότα. Παράωρα πάντα. Λίγο πριν να φέξει.

Ο Παναγιώτης λοιπόν δεν βγαίνει απ’ το σπίτι. Τη μέρα κοιμάται, βλέποντας όμορφα πολύχρωμα όνειρα σαν να πηγαίνει στον κινηματογράφο. Ξυπνάει μόλις σουρουπώσει και ζει μόνο τη νύχτα. Φτιάχνει έναν διπλό δυνατό καφέ σκέτο ελληνικό (δεν τον πειράζει στα νεύρα πια) και παίρνει στα χέρια του κάνα βιβλίο για να διαβάσει. Έχει σταθερές προτιμήσεις και αδιαπραγμάτευτες εμμονές. Μαρξ Παπαδιαμάντης Καρούζος. Ίσως καμιά φορά και το Ευαγγέλιο. Λίγα και καλά λοιπόν. Ας έχει πλέον άπειρο χρόνο για διάβασμα. Μα μόλις σημάνει το ρολόι μεσάνυχτα τα κλείνει όλα αμέσως και βάζει το πρώτο ποτό της ατέλειωτης νύχτας. Στο ράδιο ακούγονται νέγρικα αυθεντικά μπλουζ στη διαπασών. Μόνο τις μεγάλες κρύες Παρασκευές του χειμώνα δεν ακούει τις αγαπημένες του μουσικές. Τότε από κάτω στο μαγαζί οι παλιοί του φίλοι οι αγαπημένες του φιλενάδες όλοι οι Σαββικοί ενωμένοι παίζουν ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια χορεύοντας και τραγουδώντας. Πίνει καπνίζει και τους ακούει αμίλητος σιγομουρμουρίζοντας κάποιον σκοπό και αναπολώντας τα παλιά. Κι όταν έρχεται στο τσακίρ κέφι χορεύει μόνος του ένα καμηλιέρικο ή ένα ζεϊμπέκικο απτάλικο για να ξεδώσει και να εκτονώσει την πίκρα του.

Ναι. Πλέον ο Σάββας δεν βγαίνει απ’ το σπίτι. Το πρωί μόνο λίγο πριν να φέξει και πάει για ύπνο ανοίγει την πόρτα και βγάζει δειλά το κεφάλι του έξω. Τον περιμένουν οι γάτες του. Τις καλημερίζει χαμογελαστός τις χαϊδεύει απαλά και τους δίνει να φάνε τα αποφάγια που περίσσεψαν απ’ την προηγούμενη. Κι εκείνες γουργουρίζουν από ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη. Ένα πρωινό παραφύλαξα  στο απέναντι πεζοδρόμιο και τον είδα. Με προσοχή να μη με πάρει είδηση και τρομάξει. Απ’ την άλλη δεν ήθελα να φανώ και αγενής ούτε αδιάκριτος. Δεν έχει αλλάξει πολύ. Είναι λίγο πιο αδύνατος μόνο και τα φουντωτά κατσαρά του μαλλιά και γένια πιο άσπρα πιο λευκά πιο χνουδωτά σαν το χιόνι. Καμιά φορά σκέφτομαι να ανέβω πάνω και να του χτυπήσω ελπίζοντας πως δεν θα ενοχληθεί. Απεναντίας ότι θα χαρεί όταν με δει. Μα όχι ακόμα. Δεν έχει έρθει η ώρα. Αν και ποτέ κανείς δεν ξέρει.    

 

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Είναι μικροί ανώνυμοι συνηθισμένοι και ασήμαντοι. Άνθρωποι δικοί μας. Της διπλανής πόρτας της πολυκατοικίας της συνοικίας της γειτονιάς της πόλης. Πέρα απ’ το καλό και το κακό. Ούτε άγγελοι ούτε δαίμονες. Που κάνουν ότι μπορούν. Που προσπαθούν μονάχα να επιβιώσουν με σχετική αξιοπρέπεια κάτι που δεν είναι ούτε λίγο ούτε και εύκολο. Στέκομαι και τους παρατηρώ από μακριά κρυμμένος στη σκιά πίσω από τις γρίλιες και μέσα απ’ τις τζαμαρίες των καφενείων. Σίγουρα παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον και κάποια πρωτοτυπία ίσως τουλάχιστον για ένα αργόσχολο και περίεργο παράσιτο σαν και μένα. Αν και περνούν από μπροστά μου δίχως να με προσέξουν και να μου δώσουν λίγη σημασία σαν να είμαι αόρατος και σαν να μην υπάρχω. Και καλά κάνουν. Τίποτα δεν έχουν να ωφεληθούν από μένα. Ξένος μοναχικός διαφορετικός παράταιρος επικίνδυνος δίχως το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Δεν με ενοχλεί και άλλο που δεν θέλω να έχω την ησυχία μου. Τουλάχιστον δεν με κουτσομπολεύουν και δεν με σχολιάζουν αρνητικά. Όμως κι εγώ είμαι πολύ προσεκτικός. Φυλάγομαι και δεν τους δίνω τα χνότα μου ούτε αφορμές και δικαιώματα κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις. Καταγράφω λεπτομερώς τις ζωές τους τις μέρες και τις νύχτες τους τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους τις πανωλεθρίες και τα μεγαλεία τους. Δεν τους κρίνω πια. Τους αγαπώ τους σέβομαι και τους συμπονώ. Παρόλο που όποτε έχω τσαντίλες και νεύρα μου γυρίζουν τα άντερα έξω. Όμως μου μοιάζουν. Όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι αν και κάποιοι μονάχοι στο ζουμί τους. Όμως δεν έχει καμία σημασία. Είμαστε θνητοί και όλοι θα πεθάνουμε. Και μάλιστα το γνωρίζουμε πολύ καλά. Ας ελπίζουμε ορισμένοι σε κάποια άλλη ζωή και σε μια δεύτερη πιο ευχάριστη ευκαιρία. Όμως όλους θα μας σκεπάσει η σκόνη του χρόνου και σύντομα θα ξεχαστούμε. Κανείς δεν θα μας θυμάται. Κανείς δεν θα μας λυπάται. Κανείς δεν θα μας μνημονεύει. Σαν να μην υπήρξαμε ποτέ. Όλα μάταια. Όλα άσκοπα. Ο αναμάρτητος λοιπόν ας ρίξει πρώτος την κοτρώνα πάνω μας κι ας αστοχήσει.

 

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΙΑ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Στην καλύτερη περίπτωση ξυπνάς κατά τις δέκα. Δεν έχεις κοιμηθεί πολύ μα ήδη έχεις χάσει τη μισή εργάσιμη και δημιουργική μέρα. Αφιερώνεις ένα μισάωρο στο κρεβάτι με τα μάτια ανοιχτά για να σβήσεις τα όνειρα της προηγούμενης νύχτας και να σκεφτείς το κοντινό συνηθισμένο σου μέλλον. Δηλαδή χουζουρεύεις και δεν βιάζεσαι για τίποτα. Έχεις μπόλικο χρόνο για πέταμα. Όμως ένα εικοσιτετράωρο είναι μια μικρογραφία της ζωής. Αν και πάλι θα σε ρουφήξει το σκοτάδι.

Έτσι κι αλλιώς και σήμερα δεν έχεις πολλά πράγματα να κάνεις. Ήδη οσμίζεσαι ότι σε περιμένουν οι ίδιες μονότονες και βαρετές καταστάσεις και κάπως μελαγχολείς. Πού όρεξη να σηκωθείς όρθιος. Πρέπει να τρέξεις στην τουαλέτα να πλύνεις το όμορφο προσωπάκι σου και να εκκενώσεις τα απόβλητα της προηγούμενης μέρας. Μετά να ζυγίσεις το λίπος σου για να φτιάξει ή να χαλάσει ακόμη περισσότερο η διάθεσή σου. Να ταΐσεις τα ανυπόμονα γατάκια της αυλής και να βάλεις στο μπρίκι καφές για να ψηθεί. Κάθε φορά τα ίδια πράγματα ιδεοψυχαναγκαστικά. Σαν κουρδισμένο αυτόματο. Οι ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Και σήμερα τίποτα δεν πρόκειται να αλλάζει.

Μα έξω η μέρα είναι όμορφη και ηλιόλουστη και η νύχτα δεν είχε όνειρα. Η διάθεσή σου είναι σχεδόν τέλεια. Θα ανοίξεις συγχρόνως τηλεόραση και λάπτοπ για να ενημερωθείς για τις φρέσκιες ειδήσεις μασουλώντας κριτσίνια και πίνοντας καφέ σκέτο χωρίς ζάχαρη. Μετά θα προσπαθήσεις να γράψεις δυο αράδες απ’ την καινούργια σου ιστορία μα σύντομα θα κολλήσεις και θα διαφύγεις σε ατέρμονες ονειροπολήσεις. Όλο και κάποιες καινούργιες ιδέες και εικόνες θα σφηνώσουν στο μυαλό σου πάντα πηγαία και αυθόρμητα δίχως προηγούμενο προγραμματισμό. Αφού εσύ δεν είσαι σοφολογιότατος και δεν διαλέγεις ο ίδιος τα θέματά σου. Κι ας σε κατηγορούν οι ανίδεοι ότι αυτοβιογραφείσαι εξαντλητικά επαναληπτικά και ανερυθρίαστα. Ότι έχεις γίνει προβλέψιμος. Σιγά τα λάχανα. Ποιος νοιάζεται. Έτσι κι αλλιώς δεν έχεις αναγνώστες. Για την πάρτη σου γράφεις και καρφί δεν σου καίγεται τι θα πει ο κάθε άσχετος. Είναι βέβαια ευκολία και τεμπελιά μα η ουσία είναι άλλη. Να είσαι ειλικρινής και έντιμος. Να μην προδίδεις τον εαυτό σου. Και σε όποιον αρέσεις. Κι ας μην πάρεις το βραβείο.

Το μεσημεράκι έχεις ήδη θολώσει. Κουράστηκες. Δύο ώρες εντατικής εργασίας είναι υπεραρκετές. Δεν είναι εύκολο να μετατρέψεις τις εικόνες τις ιδέες και τα συναισθήματα σε λέξεις. Δεν έχεις τις απαραίτητες αντοχές. Εξαντλήθηκες. Θα βγεις για ψώνια και θα αντικρίσεις όμορφους ανθρώπους. Θα αλλάξεις δυο αδιάφορες κουβέντες μαζί τους και θα γυρίσεις σπίτι να φας με την τηλεόραση απέναντί σου πάντα ανοιχτή για συντροφιά. Μετά θα χαλαρώσεις στο κρεβάτι και θα κάνεις την μεσημεριανή σου σιέστα. Θα κλείσεις τα μάτια και θα τον πάρεις για κάνα μισάωρο. Σου είναι αρκετό. Δεν χρειάζεσαι περισσότερο. Δίχως ξυπνητήρι μα με το τηλέφωνο κλειστό γιατί είναι ιερή η ώρα της κοινής ησυχίας.

Το απόγευμα θα πιεις δεύτερο καφέ και κάτι θα βρεις να διαβάσεις για να περάσει η ώρα μέχρι να πέσει ο ήλιος και έρθει το γλυκό σούρουπο. Αν σε τριβελίζει καμιά σκέψη ή έστω μια λεξούλα μπορεί να ξαναπιάσεις το πρωινό γραπτό. Όταν κουραστείς και βαρεθείς θα βγεις για τη μεγάλη βόλτα στην πόλη και ίσως συναντήσεις κάνα γνωστό να πεις καμιά αρλούμπα της προκοπής. Θα περπατήσεις αρκετά χαζεύοντας εδώ κι εκεί και όταν κουραστείς θα κάτσεις στην καφετέρια της κεντρικής πλατείας για τον τρίτο καφέ. Θα βλέπεις τους ανθρώπους να περνούν αδιάφοροι από μπροστά σου και κανείς δεν θα σου δίνει την παραμικρή σημασία. Και τι έγινε. Ποιος νοιάζεται. Εσύ θα βρίσκεσαι στον κόσμο σου και θα ονειροπολείς. Μέχρι να σκοτεινιάσει για τα καλά και το μαγαζί κλείσει.

Τότε θα πάρεις τον δρόμο της επιστροφής χωρίς να ελπίζεις σε τίποτα άλλο καινούργιο και εκπληκτικό που θα μπορούσε να σε ξαφνιάσει ευχάριστα. Στο σπίτι δεν σε περιμένει κανείς. Θα πιεις τσίπουρο ή κόκκινο κρασί ανάλογα με τα κέφια παρέα με ρεμπέτικα τραγούδια και κάπως η διάθεσή σου θα ανυψωθεί στους δεκαεφτά ουρανούς. Θα θυμηθείς όμορφα πράγματα από το παρελθόν και μπροστά σου θα ζωντανέψουν οι παλιοί φίλοι. Έστω και για λίγο θα σου κάνουνε παρέα. Έτσι κι αλλιώς δεν είσαι ποτέ μόνος. Μετά θα ξαπλώσεις πάλι στο κρεβάτι και θα διαβάσεις κάνα βιβλίο ή μπορεί να δεις καμιά ταινία κωμική αισιόδοξη και ευχάριστη συνήθως.        

Κατά τις τρεις πέφτουν οι διακόπτες μα δεν κατάλαβες πώς πέρασε η μέρα τόσο βιαστικά. Ο χρόνος κύλησε γρήγορα. Τεμπέλιασες υπερβολικά και σου φάνηκε πάλι πολύ μικρό το εικοσιτετράωρο. Η πολλή σκέψη βλάπτει. Δεν πήρες χαμπάρι πώς λιγόστεψε πάλι η ζωή σου και τίποτα το φοβερό δεν έγινε και σήμερα. Κάτι άξιο να περισώσει η μνήμη για μελλοντική χρήση. Απλά ήταν άλλη μια επανάληψη. Άλλη μια μονοτονία. Όμως είσαι ακόμα αισιόδοξος ελπίζοντας πως η αυριανή δεν θα είναι ίδια και απαράλλαχτη με τη σημερινή αλλά κάπως καλύτερη και πιο ενδιαφέρουσα. Ή έστω κάποια επόμενη μέρα.

 

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

ΗΣΥΧΕΣ ΜΕΡΕΣ

Μέχρι τώρα έβρισα και χυδαιολόγησα ασύστολα βγάζοντας το άχτι μου. Ξεθύμανα και με το παραπάνω. Όμως βαρέθηκα. Κουράστηκα. Απογοητεύτηκα. Τα παρατώ. Από δω και πέρα θα γίνω κι εγώ ένα καλό παιδάκι μπας και μου δώσουν κάνα βραβείο και μπω καμαρώνοντας με τη σειρά μου και στις σχολικές βιβλιοθήκες. Για να μην έχω άλλα προβλήματα με τον νόμο και την τάξη. Για να μην με σταμπάρουν και με λογοκρίνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την ευαισθησία τους στην πολιτική ορθότητα. Για να μην δημιουργούνται υποψίες και υπόνοιες για παράνομες συμπεριφορές και πράξεις. Για να σωπάσουν επιτέλους οι κήνσορες της ηθικής και οι τιμητές των πάντων. Συμμορφώθηκα πλήρως με τις υποδείξεις τους. Γιατί οι καιροί είναι πονηροί και δύσκολοι.

Πλέον θα γράφω μόνο όταν έχω καλή διάθεση βιβλία για όλη την οικογένεια με ωραίες εκφράσεις και ωφέλιμο περιεχόμενο. Όταν έχω τις μαύρες μου και τα ψυχολογικά μου θα σιωπώ. Θα κάνω μόκο. Τέρμα οι κακιές λέξεις και οι δυσάρεστες καταστάσεις. Φτου κακά και πιπέρι στο στόμα. Χι χι. Θα τα βρίσκω όλα όμορφα και ωραία μέσα σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο. Όχι βέβαια από υποκρισία και ανειλικρίνεια. Εγώ είμαι ένας έντιμος συγγραφέας. Ξεχωρίζω από τους άλλους τους επαγγελματίες του συρμού. Για κανέναν λόγο δεν θα με λογόκρινα και δεν θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Δεν θα τον κορόιδευα. Ούτε και θα τον ξεφτίλιζα. Αφήνω σε άλλους τούτη την θεάρεστη αποστολή. Το λειτούργημα του αυστηρού και αδέκαστου κριτικού είναι ιερό και απαραβίαστο. Εγώ αποτελώ απλά ένα μίασμα. Όσο για τις τιμές και τις διακρίσεις που ανέφερα προηγουμένως φυσικά και δεν σοβαρολογώ. Πλάκα κάνω.  

Τα πέταξα λοιπόν στο χαρτί και ξεθύμανα. Τέλος οι μαυρίλες και τα ντεκαντάνς. Μεγάλωσα και ηρέμησα. Γλύκανα. Καταλάγιασαν τα πάθη τα μίση οι διχόνοιες και οι έριδες. Κυρίως απέναντι στον εαυτό μου. Τα υπόλοιπα τα αφήνω για τους νεότερους. Τώρα έγινα αισιόδοξος  και δοτικός προς τους συνανθρώπους μου. Δεν τους αντιπαθώ ούτε τους φοβάμαι. Αντιθέτως τους εκτιμώ τους αγαπώ και τους σέβομαι. Όπως και τον εαυτό μου. Όλους ανεξαιρέτως αφού κατά βάθος είναι καλοί και άξιοι. Φρονίμεψα απότομα κι έγινα μια καλόβολη και υπάκουη κοπελίτσα. Γριούλα καλύτερα. Τέρμα λοιπόν η άρνηση και η κακομοιριά. Από δω και στο εξής μόνο θετική σκέψη και καλές ελπίδες για το μέλλον. Ξεκινώντας μια δεύτερη λογοτεχνική ζωή. Έρχονται λοιπόν ήσυχες μέρες και ακόμα πιο ειρηνικές και αναμάρτητες νύχτες.

Γι’ αυτό και οι φιλήσυχοι και προπαντός προκομμένοι νοικοκυραίοι που αποτελούν  τη σιωπηλή πλειοψηφία του τόπου μας μπορούν να κοιμούνται ξέγνοιαστοι τον ύπνο του δικαίου. Πλέον δεν κινδυνεύουν. Κανείς δεν πρόκειται να  τους ξαναενοχλήσει. Ούτε και τα βλαστάρια τους.  Κανείς δεν πρόκειται να τους δημιουργήσει άσπλαχνα και ανερυθρίαστα τύψεις συνειδήσεως. Να τους διαπομπεύσει ατιμώρητα. Να τους ταράξει την ησυχία και την γαλήνη τους. Να προκαλέσει και να προσβάλει την μικροαστική τους ηθική. Γιατί εκείνοι έχουν πάντα δίκιο. Λόγω τιμής. Ορκίζομαι και φιλάω σταυρό. Να μην ξημερωθώ που λέγανε και οι παλιοί.  

Δυστυχώς βρισκόμαστε από πάντα στην εποχή της βαρβαρότητας κι αυτό δεν αλλάζει. Κάθε προσπάθεια ριζικής μεταβολής ή έστω μιας μικρής βελτίωσης είναι μάταιη και αυτοκτονική. Δεν αξίζει τον κόπο. Τα τέρατα δεν πρόκειται να εξημερωθούν. Βέβαια η ποινή μας θα πάρει αναστολή. Η ζωή μας θα παραταθεί. Η ελπίδα θα αναπτερωθεί. Ο θάνατος θα αναβληθεί. Έστω και προσωρινά. Όμως ο τρόμος και η αγωνία δεν πρόκειται ποτέ να σβήσουν από μέσα μας. Γι’ αυτό και πριν το τέλος αποφάσισα να ειρηνεύσω και να συμφιλιωθώ με το σύμπαν ολόκληρο. Να υπάρξω κι εγώ σαν ένας κανονικός ευτυχισμένος άνθρωπος. Έστω και για λίγο. Πλάκα κάνω.

 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2025

ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ

Μέσα από την φουρτουνιασμένη θάλασσα της αγάπης

προσαράξαμε μοναχικοί ναυαγοί στο νησί της ηδονής.

Έτσι κάναμε οι πιο πολλοί για να σωθούμε.

 

Μόνο κάποιοι καταραμένοι έπαθαν το αντίθετο.

Μέσα από την φουρτουνιασμένη θάλασσα της ηδονής

προσάραξαν ναυαγοί στο νησί της αγάπης.

 

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Περίπου με τον τρόπο του Νίκου Καρούζου

Μη με διαβάζετε αν δεν βρίσκεστε μόνοι

μέσα στη σκοτεινή νύχτα

αν δεν σας πιέζει το στήθος

η βαριά σας ύπαρξη

και δεν έχετε γνωρίσει

αυτοπροσώπως

τον έρωτα και τον θάνατο.

 

Μη με διαβάζετε αν όλα σας πηγαίνουν καλά

αν είστε σίγουροι για τον εαυτό σας

(κάθε πρωί χαμογελάτε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη

και του στέλνεται φιλιά)

και η οικογένειά σας λέει

ότι σας αγαπάει πολύ.

 

Μη με διαβάζετε αν δεν σας πνίγει η μαύρη χολή

και δεν φουσκώνει μέσα σας το κίτρινο ποτάμι

αν δεν βουλιάζετε μέσα στην κινούμενη άμμο

της αγωνίας της οδύνης και της συνήθειας.

 

Μη με διαβάζετε αν δεν θέλετε

να γίνεται άνθρωποι

και δεν τρέμετε σύγκορμοι όλη την ώρα στην ιδέα

της προσωπικής σας εκμηδένισης

του αφανισμού σας που όλο και πλησιάζει.


(έγραψε ο ποιητής κομπάζοντας

και το στήθος του γέμισε από

υπερηφάνεια και θαυμασμό.)

 

Μα να με διαβάζετε βέβαια

αν δεν έχετε τίποτα

καλύτερο να κάνετε.


Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 12

Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή με μία κραυγή.

                                                                     Φράνσις Μπέικον

Τα κείμενα αυτού του βιβλίου έρχονται από πολύ παλιά ακόμα και είκοσι χρόνια πίσω όταν άρχισα να ψευτογράφω. Εκτός από ένα. Όλα τ’ άλλα αποτελούν σύντομες ιστορίες και μικρά πεζά που μεταγράφηκαν και εξευγενίστηκαν κάπως. Άλλαξε όπου υπήρχε η τριτοπρόσωπη αφήγηση κι έφυγαν τα σημεία στίξης εκτός βέβαια από την τελεία. Άλλαξα και τους τίτλους. Ακόμη και σήμερα με εκφράζουν απόλυτα και νομίζω ότι τους αξίζει μία δεύτερη ευκαιρία. Μιλάω πλέον αποκλειστικά σε πρώτο πρόσωπο μα δεν πρέπει να με παρανοήσετε. Έζησα πολλές ζωές κυρίως στη φαντασία μου. Κατακυριεύτηκα από πολλαπλούς εαυτούς που με τα χρόνια και το γράψιμο  μπόρεσα να γνωρίσω να ελέγξω να τιθασεύσω και να εναρμονίσω καλύτερα σε κάποια σχετική συνειδησιακή ενότητα αυτάρκεια και πληρότητα.

Χαλασμένα γονίδια και δύσκολα παιδικά χρόνια. Τραυματική ενηλικίωση μοναξιά και απόγνωση. Αδυναμίες αποτυχίες ματαιώσεις και χαμένα όνειρα. Τσιγάρα πιώματα ουσίες και χάπια. Πένθη και καύλες. Όπου ο έρωτας είναι κυρίως σαρκικός ως ο μοναξιασμένος αδερφός του θανάτου. Μια παρηγοριά για να συνεχίσεις να ζεις. Και τελικά η ρήξη και η εξέγερση ενάντια σε όλους που έρχεται νομοτελειακά ως φυσική συνέπεια μιας θαρραλέας και ισχυρής θέλησης για αξιοπρέπεια. Μα και αγωνία για τον προσωπικό σου αφανισμό που είναι πανταχού παρούσα αφού άλλη ζωή δεν φαίνεται να υπάρχει στον μακρινό ορίζοντα. Αυτές οι παράμετροι και συντεταγμένες καθορίζουν και περιχαρακώνουν μια ιδιαίτερη ατομική συνθήκη όπου η ύπαρξη αποδεικνύεται βαριά κι ασήκωτη πέρα από κάθε πιθανότητα ευτυχίας αντικατοπτρίζοντας ίσως και την ανθρώπινη κατάσταση στο σύνολό της ολόγυμνη δίχως φιοριτούρες καλλωπισμούς και άλλα ζωτικά ψεύδη. Και πάντα η πόλη την νύχτα είναι ο πολυδιάστατος  χωρόχρονος που κινείται και δρα το φλεγόμενο εγώ. Όπου στο εδώ και τώρα συμπυκνώνεται το παρελθόν και το μέλλον ολόκληρου του σύμπαντος κόσμου. Αφού αναγκαστικά όλα αποτελούν ένα στιγμιαίο και αιώνιο παρόν.

Έτσι τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου είναι εσωστρεφή και δύσκολα. Αδέσποτα και αξιοπρεπή. Απαισιόδοξα μα όχι απελπισμένα γι’ αυτό και σπάνια αυτοκτονούν. Παρ’ όλο που δεν πιστεύουν σε σωτήρες και ουράνιους πατέρες κι έχουν μέσα τους και το καλό μα και το κακό. Και το δίκαιο βέβαια μα κι ένα ισχυρό ένστικτο επιβίωσης και αυτοσυντήρησης με κάθε μέσο και τρόπο. Δεν επιθυμούν να αναπαραχθούν και να διαιωνίσουν το είδος και τη γενιά τους. Πράττουν ενστικτωδώς μα κατά βάθος έχουν έναν αυστηρό αδιαπραγμάτευτο μα και εντελώς προσωπικό κώδικα ηθικής πέρα από τις συνήθειες και τις συμβάσεις των πολλών. Και πάνω απ’ όλα αγαπούν πολύ τον εαυτό τους όσο και τους άλλους ανθρώπους παρ’ όλο που τους κρατούν πάντα σε κάποια απόσταση ασφαλείας.

Γιατί είναι μοναχικοί σημαδιακοί και αταίριαστοι. Μα τουλάχιστον δεν βιώνουν μια σκυφτή χλιαρή και ρηχή ύπαρξη. Είναι εκ γενετής εξεγερμένοι μα ουδέποτε αγανακτισμένοι γιατί γνωρίζουν το παράλογο του κόσμου κι έχουν περιορισμένες απαιτήσεις από αυτόν. Και δεν ζουν διχασμένοι μα ολόκληροι με ανυπότακτη λύπη. Εντός τους είναι ενιαίοι αυτάρκεις και πλήρεις. Κι όσο μπορούν αρνούνται και αντιστέκονται βγάζοντας κραυγές και ουρλιαχτά διαμαρτυρίας απέναντι στην φυσική τάξη πραγμάτων έστω και χωρίς ανταπόκριση. Κανείς δεν τους ακούει. Κανείς δεν τους δίνει σημασία. Κανείς δεν τους λυπάται. Κανείς δεν τους αγαπά. Στο τέλος κουράζονται και απλά σιωπούν. Μα πάντα πρέπει να τους δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία γιατί το αξίζουν.

*Το βιβλίο με τίτλο «Η ΚΡΑΥΓΗ» αποτελείται από τριάντα τέσσερις επιλεγμένες μεταγραφές παλιότερων διηγημάτων και αφιερώνεται στους ομόαιμους και ομογάλακτους που με διαμόρφωσαν. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Μάρτιο 2026 πάντα μόνο για φίλους.