Σάββατο 14 Ιουνίου 2025

Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ (ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ)

Υπήρξε σπουδαίος ηθοποιός. Ενσάρκωσε πάντα με μεγάλη επιτυχία πολλούς και απαιτητικούς ρόλους που συνήθως σκηνοθετούσε ο ίδιος ξεχνώντας όμως ή δεν πρόλαβε να παίξει τον εαυτό του. Σπατάλησε τη ζωή του αφιερωμένος στην εφήμερη τέχνη του. Αυτή ήταν η κλήση του και μόνο εκεί πάνω στο σανίδι ένιωθε ευτυχισμένος και πλήρης. Στην αρχή όταν ήταν νέος από καθαρό και τίμιο ιδεαλισμό γιατί μόνο μέσα απ’ τις ατέλειωτες πρόβες και παραστάσεις ανακάλυπτε και πίστευε ότι βελτίωνε τον εαυτό του. Βέβαια μεγαλώνοντας άλλαξαν τα κίνητρα οι προτεραιότητες και οι στόχοι. Πλέον έπαιζε για το χρήμα και τη δόξα. Τη φήμη και τη δημόσια αναγνώριση. Και στο τέλος καθώς πλησίαζαν τα γεράματα και η ώρα της οριστικής αποχώρησης δούλευε για την υστεροφημία του. Για να μην τον ξεχάσουν.

Το βράδυ στο τέλος της ημέρας πήγαινε για ύπνο κατάκοπος από τις συγκινήσεις μα πάντα μόνος. Δεν έκανε οικογένεια ούτε στενούς φίλους απόκτησε. Ούτε και συναισθηματικές σχέσεις ανέπτυξε. Οι έρωτές του ήταν σύντομοι και ευκαιριακοί. Χλιαροί και εφήμεροι. Σαρκικοί της μιας βραδιάς αφού στην πραγματικότητα ήταν ένας ματαιόδοξος νάρκισσος και τίποτα παραπάνω. Αγαπούσε μονάχα τον άγνωστο εαυτό του και την μεταμορφωμένη κάθε φορά μορφή του στον καθρέφτη. Δεν μπορούσε να δοθεί σε κανέναν άλλο. Ήταν περίκλειστος και θωρακισμένος στο υπερμεγέθες εγώ του. Ταγμένος στην τέχνη του έλεγε και γινόταν πιστευτός μόνο από τους αδαής που τον είχαν για θεό τους και τον προσκυνούσαν σαν ίνδαλμα. Ήξερε μόνο να υπογράφει αυτόγραφα. Ζούσε και ανέπνεε αληθινά μόνο μετά το τρίτο κουδούνι και μέχρι να κλείσει η αυλαία και τα φώτα της σκηνής. Και ήταν ευτυχισμένος.

Με τους συναδέλφους του είχε τυπικές σχέσεις αν και για κάποιους ένιωθε κάποια ζήλια πράγμα ανήκουστο για έναν ισόβιο πρωταγωνιστή. Πάντως δεν παρακολουθούσε παραστάσεις τους. Από την άλλη τους κριτικούς και τους δημοσιογράφους τους σνόμπαρε και τους υποτιμούσε. Τους θεωρούσε άσχετους και ακατάλληλους να κρίνουν την υποκριτική του δεινότητα και αξία. Να αναγνωρίσουν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή του στο χώρο. Γι’ αυτό δεν έδινε ποτέ συνεντεύξεις στις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις αλλά ούτε και διάβαζε κριτικές. Δεν έκανε δημόσιες σχέσεις και έμενε έξω απ’ τα ψυχοφθόρα κυκλώματα της συντεχνίας. Πίστευε μόνο στο ταλέντο και την εργατικότητά του όπου μοναδικό και αδιάψευστο κριτήριο αποτελούσε το θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού. Τίποτε άλλο.

Τώρα σε προχωρημένη ηλικία στέκεται στην είσοδο του θεάτρου που δοξάστηκε και χειροκροτήθηκε μανιωδώς ζητιανεύοντας το βλέμμα του φιλότεχνου και φιλοθεάμονος κοινού. Ίσως  και μια κουβέντα θαυμασμού για τις παλιές του επιτυχίες. Όμως κανείς δεν τον προσέχει. Κανείς δεν τον αναγνωρίζει. Κανείς δεν του δίνει σημασία. Τον έχουν όλοι ξεχάσει. Από καιρό μπορεί να τον θεωρούν ήδη νεκρό. Τον προσπερνάνε όλοι αδιάφορα και βιαστικά ανυπομονώντας να απολαύσουν την καινούργια παράσταση. Να αποθεώσουν και να καταχειροκροτήσουν τους νέους ταλαντούχους και πολλά υποσχόμενους ηθοποιούς. Περιμένοντας να χτυπήσει το τρίτο κουδούνι.

 

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

ΔΥΣΠΕΨΙΑ ΑΝΟΗΜΑΤΟΣ

Τι θέλεις να πεις σε τούτο το σημείο ποιητή. Δεν το καταλαβαίνω. Έμπα στον κόπο να μου εξηγήσεις. Μη βαριέσαι και μη μου κάνεις τον δύσκολο. Είναι και για το δικό σου καλό. Εδώ ακριβώς που σου δείχνω με το δάχτυλο. Στη μέση της σελίδας είναι το πρόβλημα. Στο σημείο μηδέν. Δεν βγάζω άκρη. Μου φαίνεται ακατάληπτο. Οι λέξεις άγνωστες. Το νόημα χάνεται. Πνίγεται στα αβαθή. Οι φθόγγοι ακούγονται ακατέργαστοι και ασυνεπείς προς τα γεγονότα. Δεν ανεβαίνουν απ’ το λάρυγγα. Μου ανακατώνουν το στομάχι. Έχω καούρες. Κάψιμο στα σωθικά. Δυσκολεύομαι να τους χωνέψω. Ίσως ένας εμετός να έφερνε τη σωτηρία. Να ήταν η λύση που τόση ώρα ψάχνουμε να βρούμε. Μα θα ήταν κρίμα. Πολύ εξευτελιστικό. Θα λέρωνε το σπουδαίο και βαρυσήμαντο βιβλίο. Το σπάνιο πνευματικό αγαθό του τόπου. Το ακριβό εμπόρευμα. Κι έχει τόσο όμορφο εξώφυλλο. Και μόνο γι’ αυτό του αξίζει το μέγιστο λογοτεχνικό βραβείο. Κάθε επιτροπή θα εκτιμούσε την καλαισθησία του. Θα έμενε έκθαμβη μπροστά στην τελειότητά του. Κι όμως εγώ ο αδαής δεν βγάζω νόημα. Μπερδεύομαι. Βασανίζομαι.

Ούτε νιώθω κάτι να με αρπάζει απ’ τα μαλλιά και να με εκσφενδονίζει με δύναμη μέχρι τον απέναντι τοίχο. Να με συγκλονίζει ολόκληρο. Να ταράζει τα ήρεμα νερά της παγωμένης θάλασσας μέσα μου που έχουν καταντήσει βούρκος. Να με φουρτουνιάζει. Ποιητή της κακιάς ώρας πρέπει ευθαρσώς να στο εξομολογηθώ. Όλα αυτά που γράφεις είναι μπούρδες και ασυναρτησίες. Δεν με ενδιαφέρει καν ότι κάποτε σου δώσανε και το νόμπελ. Τα βραβεία σου δεν αποτελούν εχέγγυα γνησιότητας και αξίας. Υπήρξες πονηρούλης και ψεύτικος. Αυτή είναι τελικά η γνώμη μου και πλέον δεν αλλάζει με τίποτα. Μαζί σου έχασα το χρόνο μου και σε τίποτα δεν ωφελήθηκα. Τουλάχιστον αν μου μιλούσες. Αν μου εξηγούσες. Αν μου έδινες ένα σημάδι. Ίσως τότε να σε θαύμαζα ξανά και να σε χειροκροτούσα. Να σου έλεγα πόσο σπουδαίος είσαι κι ότι έκανα λάθος και φάνηκα επιπόλαιος. Πάντως σε κάθε περίπτωση θα σου έβγαζα το καπέλο. Μόνο να μου μιλούσες έστω και για λίγο. Αυτό θα ήθελα. Εσύ σπουδαίε άνθρωπε των γραμμάτων. Μόνο να άκουγα για λίγο τη φωνή σου.

Δυστυχώς φίλε μου και μοναδικέ μου αναγνώστη δεν μπορώ να σου μιλήσω. Δεν δύναμαι να σου εξηγήσω. Να σε βοηθήσω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για σένα. Ούτε και θέλω. Εδώ και χρόνια είμαι νεκρός και άταφος. Από αιώνες πεταμένος μέσα στην κόκκινη λάσπη του δικού σου βούρκου. Ίσως πάλι και να μην γεννήθηκα ακόμη. Ποιος ξέρει. Δεν είμαι σίγουρος. Και μένα κανείς δεν μου ‘χε δείξει κάποιο σημάδι. Όμως να μην ανησυχείς που δεν κατάλαβες τα μεγάλα νοήματα. Ούτε που δεν ένιωσες τα αβέβαια συναισθήματα της ποιήσεώς μου. Μόνο κάνε λιγάκι υπομονή. Όταν πεθάνεις. Όταν θα έρθει η ώρα σου. Τότε θα καταλάβεις και θα με συγχωρέσεις. Και μόνο τότε θα σου περάσει η δυσπεψία που έπαθες εξαιτίας μου. Ο θάνατος είναι ο μεγάλος δαμαστής θεραπευτής και απελευθερωτής. 

 

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΤΙΑ

Περάσαμε ξυστά ο ένας δίπλα απ’ τον άλλο και αλλάξαμε ματιές και υποσχέσεις. Ήμασταν σύρριζα με την άσφαλτο και τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα που περίμεναν να γίνει το φανάρι πράσινο. Το πεζοδρόμιο ήταν στενό και σμπαραλιασμένο. Δηλαδή ότι πρέπει για να σπάσεις κάνα ποδάρι και να τρέχεις βραδιάτικα στα επείγοντα των νοσοκομείων. Πολύ επικίνδυνο για τέτοιες συναντήσεις. Όμως ήμουν προσεκτικός. Ένιωσα την καυτή του ανάσα να με λιγώνει. Τον αέρα και την αύρα του να με παρασέρνει σε περασμένες μνήμες άλλων εποχών και στιγμών εξόχως ελκυστικών. Τότε που ήμουν νεότερος και πιο θρασύς και πιο τολμηρός. Τώρα μύρισα απλά το άρωμα του κορμιού του. Ψηλάφησα την αθωότητά του. Τα ροδαλά του χείλη και το καθαρό του βλέμμα. Πλέον δεν είχα μεγάλες απαιτήσεις. Δεν ζητούσα τίποτα περισσότερο. Δεν υπήρχαν καταπιεσμένα απωθημένα να εκπληρωθούν. Ούτε ορμές να καταλαγιάσουν.

Καστανομελάχροινος έφηβος δεκάξι χρόνων. Μπορεί και δεκαεφτά. Η σωματική του διάπλαση σε πλήρη ανάπτυξη. Το μυαλό του ακόμη ρομαντικό και αθώο. Οι πορείες μας ήταν αντίθετες μα αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ευτυχώς δηλαδή γιατί αλλιώς δεν θα συναντιόμασταν. Τουλάχιστον όχι εκείνη την στιγμή. Ίσως κάποια άλλη φορά. Μια άλλη μέρα. Ο κόσμος είναι πολύ μικρός. Κοιταχτήκαμε επίμονα και έντονα. Σχεδόν παράφορα. Τρεις φορές γύρισε το κεφάλι του πίσω για να αποτυπώσει την εικόνα μου. Και ποιος ξέρει για τι άλλο. Δεν το περίμενα. Με ξάφνιασε ευχάριστα. Θαύμασα την τόλμη και τη λεβεντιά του. Αγέρωχος και διεκδικητικός μέχρι την τελευταία στιγμή. Με ερέθισε ακόμη πιο πολύ. Πυρπόλησε την φαντασία μου. Τάραξε το ταλαιπωρημένο μου κορμί. Πονηρά βλέμματα από υποψιασμένα κορμιά με θολά και αβέβαια συναισθήματα. Αυτό ήταν το ρεζουμέ της υπόθεσης. Μέχρι που έστριψε τη γωνία και χάθηκε από τα μάτια μου μαζί με τη μητέρα του.

Κι αυτή όμορφη και καλοφτιαγμένη γυναίκα. Σοβαρή και με τύπο. Ίσως όμως και μια δεσποτική και καταπιεστική αράχνη. Έτσι μου φάνηκε. Τον τραβούσε απ’ το χεράκι κοτζάμ λεβεντόπουλο. Κάτι του έλεγε σε έντονο ύφος μα αυτός είχε αλλού το μυαλό του και την έγραφε κανονικά. Που ευτυχώς δεν κατάλαβε τίποτα από την συνομιλία των βλεμμάτων μας. Του γιου της με έναν άγνωστο που είχε την τριπλάσια ηλικία από εκείνον. Χαμπάρι δεν πήρε η μάνα για τα πρώτα του σκιρτήματα. Για το ξύπνημα της άνοιξης. Όσο έξυπνη και ανοιχτομάτα και να ‘ναι δεν μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Δεν μπορεί να προλαβαίνει όλες τις δυσάρεστες καταστάσεις. Ο αγώνας της απελευθέρωσης είναι βέβαια άνισος μα και αδυσώπητος. Όλοι έχουμε μέσα μας ισχυρό το ένστικτο της ελευθερίας. Γι’ αυτό και προσωρινά ο ευνουχισμός του μονογενή της κανακάρη αναβάλλεται. Φαίνεται έξυπνο παιδί. Θα βρει τρόπο να γλυτώσει. Να μην πάει χαμένο κι αυτό όπως τόσα άλλα.

Έτσι συμβαίνει πάντα μα δεν υπάρχει τίποτα το επιλήψιμο. Το κοίταγμα δεν είναι ποινικό αδίκημα και δεν τιμωρείται από το νόμο. Έστω και αν είναι ενοχλητικό. Έστω και αν σε γδύνει ολόκληρο με τρόπο ανάρμοστο και χυδαίο. Έστω και αν ερωτοτροπεί πάνω στην άγουρη σάρκα σου στη μέση του δρόμου και σε ξεπαρθενεύει επειδή το θέλησες κι εσύ. Σ’ αυτή την περίπτωση η φύση διατάζει και νομοθετεί κι άσε τους ηθικολόγους και τους διανοούμενους να λένε τα δικά τους. Πλέον είναι ξεπερασμένοι και γραφικοί και κανείς δεν τους ακούει. Βρίσκονται κλεισμένοι στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ενώ η κοινωνία έστω και φοβισμένα με βήματα μικρά προχωράει μπροστά και απελευθερώνεται από τις προκαταλήψεις και τους βρικόλακες του παρελθόντος. Τα φαντάσματα και τους ζωντανούς νεκρούς. Κανείς δεν τους λογαριάζει και δεν τους δίνει σημασία. Πλέον δεν ασχολούμαστε με ευνούχους και συμπλεγματικούς. Η φαντασία και η επιθυμία στην εξουσία.

Παρ’ όλα αυτά δεν ξέρω τι τον τράβηξε επάνω μου. Τι τον μαγνήτισε με την πρώτη ματιά. Δεν μπορώ να καταλάβω. Ίσως ένας πατέρας που είναι τραγικά απών. Όπως και να το κάνεις είναι μέγα σκάνδαλο. Ακόμη και ένας στιγμιαίος έρωτας κρύβει μέσα του κάτι απ’ το βαθύ και  ανεξιχνίαστο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Για μια στιγμή μου πέρασε απ’ τον νου να τον ακολουθήσω και να τον πάρω από πίσω. Πριν από δέκα χρόνια μπορεί και να το έκανα. Μα τώρα ξέρω πολύ καλά πως αυτό δεν θα ‘βγαζε σε τίποτα. Και από πάνω θα δημιουργούσε άσχημες περιπλοκές και για τους τρεις μας. Θα έμπλεκα πάλι σε άσχημους μπελάδες. Αυτό το όνειρο το έχω ξαναδεί. Μια γνώση που αποκτήθηκε με καιρό και με κόπο και μεγάλο κόστος. Έτσι κι αλλιώς η πόλη είναι μικρή. Δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα ξανασυναντηθούμε. Σύντομα. 

 

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

ΑΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Δεν υπήρχε καμία δυνατότητα επικοινωνίας. Στο έχω ξαναπεί. Ούτε μία στο εκατομμύριο. Πρέπει να το καταλάβεις. Να δείξεις λίγη κατανόηση. Αυτό που οι ψυχολόγοι λένε εκλογίκευση κι εσύ το βάφτισες ατιμία και προδοσία. Διαφορετικά δεν θα σε άφηνα ξεκρέμαστο. Να ‘σουνα σίγουρος γι’ αυτό. Θα ήμασταν ακόμα μαζί. Θα γινόμασταν και πάλι ένα. Θα τους γράφαμε όλους στις ξεχειλωμένες σαγιονάρες μας και θα κάναμε τη ζωή μας. Δίχως ντροπές και αναστολές. Χωρίς περιττές σεμνοτυφίες. Μια ζωή την έχουμε και πρέπει να τη ζήσουμε. Εσύ μου το ‘χες πει μια νύχτα μεθυσμένος που δεν είχε βγει το φεγγάρι στον ουρανό και τα αστέρια τρεμόπαιζαν αβέβαια στον μακρινό γαλαξία. Τότε που σου ‘δωσα το πρώτο φιλί. Το θυμάσαι. Κι ας μην το κατάλαβες γιατί ήσουν τύφλα και παραπατούσες. Κι εγώ είχα πιει κάμποσο μα όπως πάντα ήξερα πολύ καλά τι έκανα και ακόμα περισσότερο τι έλεγα. Όμως εκείνο το βράδυ έμεινα σιωπηλός κι εσύ απόμακρος. Θα το πέρασες για κατά λάθος.

Την άλλη μέρα ξύπνησες και σου πονούσε το κεφάλι κι εγώ σε ένα μπρίκι με σπασμένο χερούλι σου έψησα καφέ και σου ‘δωσα ένα χάπι αναβράζον για να συνέλθεις και να πας στη δουλειά σου γιατί φοβόσουνα μη σε απολύσουν. Δεν μπορούσες να δηλώσεις πάλι ασθένεια. Τελευταία είχες δώσει πολλά δικαιώματα και στη φυλάγανε. Ειδικά ο προϊστάμενός σου που δεν σε χώνευε και σε πυροβολούσε καθημερινά με διάφορα υπονοούμενα. Από δω και στο εξής έπρεπε να είσαι πιο προσεκτικός. Ήταν σιχαμένος μου έλεγες. Δεν τον άντεχες πια και ήθελες να αλλάξεις δουλειά. Ούτε παράπονα μπορούσες να κάνεις στο αφεντικό της εταιρείας. Μάλλον δεν τολμούσες. Μα πρώτα έπρεπε να βρεις κάτι άλλο. Η τεχνική της μαϊμούς. Ποτέ ξεκρέμαστος και μετέωρος. Και πουθενά. Ούτε στα επαγγελματικά ζητήματα μα ούτε και στα ερωτικά.

Η μοναξιά δεν παλεύεται μου ‘πες κάποτε. Μα αυτή δεν είναι αντρίκια στάση. Γιατί δεν πήγες φαντάρος να φυλάξεις ολομόναχος σκοπιά τέσσερις έξι νούμερο γερμανικό. Να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου στα ίσα και κατάματα. Το ‘παιξες μπροστά στην επιτροπή κοπελίτσα χαμηλοβλεπούσα φορώντας ψηλοτάκουνα. Έτσι σε απαλλάξανε με συνοπτικές διαδικασίες. Πάντα στη λούφα ήσουνα. Ούτε θητεία στο στρατό ούτε τίποτα. Άλλοι πάντα σου λύναν τα προβλήματα και σε βάζαν στο βρακί τους. Σε είχαν του χεριού τους και σε κάναν ότι θέλανε. Καμία αξιοπρέπεια από μέρους σου. Μόνο βόλεμα και καλή ζωή ανέφελη και άβρεχτη. Και πάντα στην απέξω. Εγώ όμως αυτά δεν τα μπορώ. Για αυτό σου λέω ότι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Να βγάλουμε μια άκρη. Μα πλέον ούτε και να χωρίσουμε. Είναι πολύ αργά. Φαύλος κύκλος. Μαζί θα προχωρήσουμε κι όποιος αντέξει. 

 

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Τον αναγνώρισα αμέσως παρόλο που είχα να τον δω πάνω από τριάντα χρόνια. Πλέον είχε γίνει πραγματικό χούφταλο αν και από τότε τον νόμιζα για γέρο. Περπατούσε με αργό βάδισμα και κάτασπρα μαλλιά σκεβρωμένος και αδυνατισμένος σαν σκουράτζος. Ήταν πάντα καλοντυμένος με το γκρίζο του κουστούμι να βολτάρει αισιόδοξος κεφάτος και χαμογελαστός αγκαζέ με τη συμβία του μια όμορφη γυναίκα νεότερή του και να κουβεντιάζουν περί ανέμων και υδάτων. Κι όποτε περνούσαν από μπροστά μας εκείνος άφηνε πάντα ένα κέρμα στο απλωμένο χέρι της μητέρας μου. Για το γάλα του παιδιού μου έλεγε κείνη και τον ευχαριστούσε μυξοκλαίγοντας από συγκίνηση ευγνωμοσύνη και λίγη προσποίηση.

Μια μέρα μόνο πέρασε μόνος του. Ήταν Χριστούγεννα. Πλησίασε και μου έδωσε ένα κόκκινο αυτοκίνητο πολύ όμορφο και γυαλιστερό και στη μητέρα μου ένα μεγάλο χαρτονόμισμα. Ήταν το πρώτο μου παιχνίδι. Δεν είχα άλλα. Ούτε καν ένα τόπι. Η μαμά δεν μπορούσε να μου αγοράσει και όλα τ’ άλλα τα δημιουργούσε η μεγάλη μου φαντασία. Κανείς μέχρι τότε αλλά ούτε κι αργότερα δεν μου χάρισε κάτι έστω ευτελές και μηδαμινό. Μα εκείνο το όμορφο αστραφτερό αυτοκινητάκι δεν το αποχωριζόμουν ποτέ. Το είχα πάντα μαζί μου παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του. Κι όταν γυρίζαμε στο σπίτι έπαιζα για πολύ ώρα μ’ αυτό και μετά όταν έπεφτα για ύπνο το είχα στο πλάι μου και ονειρευόμουν όταν μεγαλώσω να γίνω οδηγός ταξί ή λεωφορείου και όλη τη μέρα να βρίσκομαι στους δρόμους με το δικό του πραγματικό αμάξι. Ήμουν πολύ μικρούλης τότε και είχα πολλά και μεγάλα σχέδια για το μέλλον.

Μια φορά μόνο το άφησα απ’ τα χέρια μου κι έγινε το μεγάλο κακό. Δεν ξέρω πώς βρέθηκε στη μέση του δωματίου μόνο και απροστάτευτο μα δεν το πρόσεξε ο πατριός μου και το πάτησε. Τότε αμέσως γλίστρησε και σωριάστηκε στο πάτωμα βογκώντας. Έγινε το σώσε. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Σηκώθηκε βρίζοντας το πήρε στα χέρια του το εκσφενδόνισε με μανία στον τοίχο. Το κόκκινο αυτοκίνητο  έγινε χίλια κομμάτια. Έφυγα απ’ το σπίτι κλαίγοντας για να γλυτώσω απ’ την οργή του. Σίγουρα θα ξεσπούσε και πάνω μου. Μετά από λίγο καιρό ο πατριός και η μητέρα μου μπήκανε στη φυλακή κι εγώ σε ίδρυμα της κοινωνικής πρόνοιας. Στο ορφανοτροφείο.

Τώρα λοιπόν μετά από τόσα χρόνια τον έβλεπα ξανά. Σηκώθηκα απ’ την απόμερη γωνιά μου και τον πλησίασα. Ο γέρος τρόμαξε έτσι όπως με είδε κουρελιάρη βρωμερό και συφοριασμένο. Μάλλον νόμισε ότι ήθελα να του ζητήσω ελεημοσύνη και για να με ξεφορτωθεί έβγαλε απ’ τη τσέπη του ένα κέρμα και μου το ‘δωσε. Τον ευχαρίστησα και μετά με κάποια συστολή του είπα ποιος είμαι. Αρχικά ο ηλικιωμένος με τα γκρι ξαφνιάστηκε. Πλησίασε κοντά μου και με περιεργάστηκε καλύτερα. Με θυμήθηκε και τα μάτια του υγράνθηκαν. Μου είπε ότι ξαφνικά είχαμε εξαφανιστεί απ’ το πόστο μας σαν να είχε ανοίξει η γη και μας κατάπιε εμένα και την μητέρα μου. Μάταια είχε ψάξει να μας βρει βάζοντας λυτούς και δεμένους. Μου χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι.

Με ρώτησε τι κάνω και πώς τα περνάω. Καλά του απάντησα και δόξα το θεό μα για τις φυλακές και τα ναρκωτικά δεν είπα κουβέντα. Με ρώτησε και για την μητέρα μου. Δεν ζει πια. Πέθανε πριν κάμποσα χρόνια. Ο γέρος σκυθρώπιασε. Είχε χάσει κι αυτός πρόσφατα τη γυναίκα του απ’ την παλιαρρώστια. Δεν μιλήσαμε άλλο. Μόνο κοιταχτήκανε για λίγο σιωπηλοί τρέμοντας με τα μάτια υγρά και δώσαμε τα χέρια. Τότε ο γέρος με αγκάλιασε σφιχτά με φίλησε κι έβγαλε απ’ την τσέπη του και μου ‘δωσε κάμποσα μεγάλα χαρτονομίσματα. Μου είπε το όνομά του και τη διεύθυνση που μένει. Σε περίπτωση που χρειαζόμουν κάτι να μην διστάσω να του χτυπήσω την πόρτα.

Τον ευχαρίστησα για όλα. Για το ενδιαφέρον που ‘δειξε μα όχι και για το κόκκινο γυαλιστερό αυτοκίνητο. Εκείνο το μακρινό χριστουγεννιάτικο δώρο που μου ‘χε κάνει κάποτε ο κύριος με τα γκρι. Από ντροπή ή από συγκίνηση. Δεν ξέρω μα δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Ούτε όμως κι αυτός μου αποκάλυψε ότι τότε ήθελε να με υιοθετήσει. Δεν μπορούσε να κάνει δικά του παιδιά. Με είχε ζητήσει απ’ τη μητέρα μου μα εκείνη του είχε αρνηθεί. Από εκείνη τα έμαθα πολύ αργότερα.

Δεν ξαναείδα ποτέ τον κύριο με τα γκρι. Δεν ξανασυναντηθήκαμε. Μετά από ένα μήνα περίπου πέρασα απ’ το σπίτι του και χτύπησα το κουδούνι μα δεν μου άνοιξε κανείς. Από μια γειτόνισσα έμαθα ότι είχε πεθάνει την προηγούμενη βδομάδα στον ύπνο του ήρεμα από ανακοπή καρδιάς.   

 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Περνούσα βιαστικά απ’ το πάνω μέρος της πλατείας όταν άκουσα τις τσιρίδες της. Ήταν γύρω στα πέντε με έξι κι έκλαιγε γοερά ολομόναχη πλάι στο επιβλητικό άγαλμα του ελασίτη καπετάνιου. Ποιος ξέρει. Ίσως να ζητούσε προστασία και παρηγοριά απ’ τον παλιό ήρωα και πολεμιστή. Μην κλαις κοριτσάκι και σε λίγο θα έρθει η μανούλα σου να σε πάρει. Δεν θα αργήσει πολύ ακόμη. Κάνε υπομονή σκεφτόμουν και μου ράγιζε την καρδιά. Οι ταξιτζήδες στην πιάτσα δεν έδιναν σημασία. Ούτε οι θαμώνες του καφενείου στον πεζόδρομο λίγο παρακάτω.

Ρώτησα τον περιπτερά τι έγινε αφού πρώτα αγόρασα τσιγάρα κι έναν αναπτήρα. Η μικρή ήταν εδώ και κάμποση ώρα παρατημένη και δεν είχε σταματήσει το κλάμα. Τους είχε πάρει τα αυτιά. Πάντως εκείνος είχε κάνει το καθήκον του ως υπεύθυνος και ευσυνείδητος πολίτης. Είχε ήδη πάρει τηλέφωνο την αστυνομία και την άμεση δράση. Εκείνοι θα πρέπει να αναζητήσουν τους ανεύθυνους γονείς και να τους χώσουν μέσα για καραμπινάτη παραμέληση ανηλίκου. Υπάρχουν τόσοι μάρτυρες. Ολόκληρη η συνοικία. Όμως μέχρι τότε κανείς δεν είχε πλησιάσει το κοριτσάκι να το ρωτήσει γιατί κλαίει και να την παρηγορήσει. Μου δικαιολογήθηκε. Οι μέρες είναι πονηρές και ο κοσμάκης κακοπροαίρετος. Δεν είναι να μπλέκεις σε ξένες υποθέσεις. Ο καθένας έχει τα δικά του προβλήματα που του φτάνουν και του περισσεύουν. Άσε που στην τελική μπορεί και να σε κατηγορήσουν για παιδόφιλο κι άντε να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας. Ας βγάλει κάποιος άλλος το φίδι απ’ την τρύπα. Εδώ γυναίκες περνάνε και κάνουν τα στραβά μάτια. Ούτε είδαν ούτε άκουσαν τίποτα και συνεχίζουν τον δρόμο τους για τα ψώνια τους και τα μαγειρέματα τους. Δεν είναι να μπλέκεις. Ο καθένας θέλει την ησυχία του.

Ο περιπτεριούχος δεν είχε κι άδικο. Τα επιχειρήματά του είχαν μια ατράνταχτη λογική στο πλαίσιο πάντα του ιερού κι αναφαίρετου ατομικού συμφέροντος. Ο καθένας για την πάρτη του λοιπόν. Μα μένα κάτι με έτρωγε μέσα μου παρ’ όλο που ‘χα να κάνω δουλειές με φούντες κι έτρεχα να τις προλάβω. Δεν μου φαίνεται μα κι εγώ είμαι ένας πολυάσχολος άνθρωπος του καιρού μου. Πλησίασα προς το μέρος της στη μέση της πλατείας. Οι καφενόβιοι και οι ταξιτζήδες κοιτούσαν γεμάτοι περιέργεια και καχυποψία. Της χάιδεψα το κεφαλάκι και της χαμογέλασα. Την ρώτησα τι έπαθε και γιατί κλαίει. Θέλω τη μαμά μου απάντησε. Έφυγε και μ’ άφησε μόνη μου. Φοβάμαι. Μην ανησυχείς και σε λίγο θα γυρίσει. Έλα να σου πάρω ένα παγωτό απ’ το περίπτερο. Ξαφνικά η μικρή ξέχασε την δυστυχία της. Το μουτράκι της έλαμψε από χαρά και μου ‘δωσε το χεράκι της.

Όμως  δεν προλάβαμε να κάνουμε πέντε βήματα κι απ’ την απέναντι μεριά έσκασε μύτη μια γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας. Δεν πρέπει να ‘τανε μεγάλη μα φαινόταν σπασμένη και ταλαιπωρημένη με τα μαλλιά της ανάκατα και το πρόσωπο γεμάτο σημάδια. Τρέκλιζε και παραπατούσε κοιτώντας στα χαμένα. Όταν το κοριτσάκι την είδε κοντοστάθηκε γουρλώνοντας τα μάτια. Τότε με μια απότομη κίνηση ξέφυγε απ’ το χέρι μου και έτρεξε κατά πάνω της φωνάζοντας απ’ τη χαρά του. Ήταν η μαμά της. Έπεσε πάνω της με δύναμη και γαντζώθηκε στα πόδια της. Έσφιγγε το παντελόνι της και δεν την άφηνε να προχωρήσει άλλο. Εκείνη στεκόταν ασάλευτη μα δεν την έβλεπε καν. Με βλέμμα θολό κάρφωνε ψηλά το άγαλμα του κουμουνιστή καπετάνιου που κάποτε πολέμησε και πέθανε για την λευτεριά της πατρίδας και για έναν καλύτερο κόσμο και τον σκότωσαν στα τριάντα τρία του χρόνια.

Εκείνη την ώρα έφτασε φουριόζικο το περιπολικό της άμεσης δράσης με αναμμένο τον φάρο και τέρμα την σειρήνα. Μάλλον βιαζόταν να προλάβει τα χειρότερα. Φρέναρε απότομα σταματώντας ακριβώς μπροστά απ’ το περίπτερο και την πιάτσα των ταξί. Δυο ψηλοί γεροδεμένοι αστυνομικοί βγήκαν έξω. Κάτι είπαν με τον περιπτέραρχο και κατόπιν με βήμα ταχύ πλησίασαν προς το μέρος μας στη μέση της πλατείας πλάι στο άγαλμα του παλιού ηρωικού αντάρτη πατριώτη και πολεμιστή. Έπρεπε κι αυτοί με κάποιο τρόπο να κάνουν το καθήκον τους.             

 

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Ο ΤΙΓΡΗΣ

Μνήμη Γιώργου Ανδριόπουλου (1951-2023)

Ήταν μοναχικός από ευαισθησία. Βαθιές και ανεπούλωτες πληγές από παιδί ακόμα δεν του επέτρεπαν εύκολες επαφές με τους ανθρώπους. Δύσκολος και απόμακρος. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε με τα άντερά του ειδικά όσο μεγάλωνε κλεισμένος στον δικό του κόσμο. Αν και πάντα είχε ανάγκη την καλοσύνη των ξένων. Και παρ’ όλο που στην αγορά το καφενείο και την ταβέρνα ήταν απ’ όλους πολύ αγαπητός. Χαρτζιλίκια κεράσματα και πάσες από αγάπη και συμπόνια. Όμως πιο πολύ αγαπούσε τα ζώα. Κυρίως τα πιστά σκυλιά και τα μελωδικά πουλιά. Τα σπουργίτια και τα κοτσύφια. Τα ελεύθερα πετούμενα του ουρανού.

Δεν προχώρησε στο σχολείο και δεν έμαθε πολλά γράμματα λόγω των συνθηκών παρόλο που το μυαλό του έκοβε σαν ξουράφι. Από μικρός βούτηξε στη βιοπάλη και τραβήχτηκε με διάφορες δουλειές. Σοβατζής στις οικοδομές παραγωγός οπωροκηπευτικών σερβιτόρος στα νυχτερινά μπαρ δίπλα στα μεγαλύτερα αδέρφια του στο λιμάνι της πρωτεύουσας. Δούλευε για να ζήσει κι όχι το αντίθετο. Όμως το μέγα πάθος του έκαψε τα σωθικά. Οικειοθελώς είπαμε. Δεν ήταν κάνα κουτορνίθι. Μονίμως ερωτευμένος, καψούρης και γκομενιάρης με πουτάνες λελούδες τραγουδιάρες και μπαρόβιες τον έσερναν σε δύσκολους δρόμους. Εκεί έφαγε όλα τα λεφτά του. Σ’ αυτές έδωσε τα ρέστα του. Στις γυναίκες. Ευάλωτος με αδυναμίες και λάθη. Δεν σκεφτόταν το αύριο. Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Έζησε φανατικά και ανυστερόβουλα και τη μέρα και τη νύχτα και τις χόρτασε. Έτσι κι αλλιώς μια ζωή την έχουμε. Ας πάει και το παλιάμπελο. Μα όπως και να το κάνεις είναι γλυκιά. Έτσι έλεγε. Και που θα καταλήξουμε; Μέσα στο βαθύ λάκκο κρέας για τα σκουλήκια. Παρόλο που κάπου πίστευε κι αυτός και στις δύσκολες περιστάσεις έκανε τον σταυρό του ζητώντας βοήθεια και σωτηρία.

Δεν υπήρξε συκοφάντης και ψεύτης. Δεν ήθελε να βλάψει κανέναν. Μόνο ένας φαντασιόπληκτος συγγραφέας και σκηνοθέτης ταινιών για τον κινηματογράφο. Ένας ευφάνταστος παραμυθάς. Ξεκινώντας από την άχαρη και μίζερη πραγματικότητα έπλαθε όμορφες ιστορίες και πάνω στην κουβέντα σού τις σερβίριζε για άκρως αληθινές. Είχαν ενδιαφέρον γεμάτες από αίμα και σπέρμα με ποικιλία δράση περιπέτεια σασπένς  και χιούμορ. Και φυσικά με ήρωα και πρωταγωνιστή πάντα τον ίδιο. Σε κρατούσε σε αγωνία και στο τέλος γελούσες με την ψυχή σου γιατί ήξερες πως όλα αυτά ήταν μυθοπλασία. Παραμύθια για μεγάλα παιδιά. Ειδικά ιστορίες από τα ηρωικά χρόνια της νιότης του στον στρατό και αργότερα στα ύποπτα καμπαρέ και στα μπαρ της πρωτεύουσας και του μεγάλου λιμανιού. Αν και καμιά φορά στη θύμηση τους στεναχωριόταν γιατί πλέον ήταν όλοι τους νεκροί και περασμένοι. Ήταν ευαίσθητος άνθρωπος και δεν σε κορόιδευε. Σχεδόν τις πίστευε και ο ίδιος. Πως έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Παρόλο που κάθε φορά διέφεραν λιγάκι. Βέβαια μόνο σε κάποιες ασήμαντες λεπτομέρειες παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα. Σίγουρα δεν έφταιγε εκείνος. Τον ξεγελούσε η μνήμη του και τον παράσερνε η καλπάζουσα και αχαλίνωτη φαντασία του. Δηλαδή κάπου μπερδευόταν. Έπινε ήσυχα το κρασάκι του κάπνιζε το τσιγάρο του και ονειροπολούσε. Καμιά φορά τον έπνιγε ο πόνος από  τη συγκίνηση των αναμνήσεων και τα κενά που αφήνουν πίσω οι απώλειες των αγαπημένων προσώπων που με τα χρόνια όλο και πληθαίνουν. Στρατιές ολόκληρες τα σβησμένα κεριά. Μέχρι να έρθει και η σειρά του να πάει να τους συναντήσει.

Είχε χρόνια προβλήματα με τα πνευμόνια του από τις κακουχίες του βίου και τις ασωτίες της νιότης του. Η υγρασία και το κρύο του έσκαψαν τα σωθικά και του περόνιασαν τα κόκαλα. Σάπισε μα δεν σταμάτησε να καπνίζει. Ήταν αγχώδης και στενάχωρο. Δεν μπορούσε να το κόψει ούτε καν να το ελαττώσει. Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο. Από αυτό έφυγε. Μαζική πνευμονική εμβολή έγραψε ο ιατροδικαστής. Από ασφυξία. Λιποθύμησε και σωριάστηκε κατάχαμα στο δάπεδο. Η πληγή στο μέτωπο το μαρτυρούσε. Το ίδιο βράδυ τον βρήκαν ανάσκελα με το στόμα ορθάνοιχτο και πρησμένο το λαιμό κατακόκκινο απ’ την μεγάλη προσπάθεια να πάρει τις τελευταίες ανάσες και να κρατηθεί στη ζωή. Ήταν άλλη μια κρίση αναπνευστικού. Δεν τα κατάφερε. Κι όμως δεν ζήτησε βοήθεια από κανέναν. Πάλεψε μόνος του με τις σκιές και τα φαντάσματα. Ίσως και να είχε πια συμβιβαστεί με την ιδέα του τέλους που πλησίαζε γι’ αυτό και αφέθηκε. Πλέον δεν υπήρχε νόημα. Τουλάχιστον πέθανε στα πόδια του. Δεν κατάπεσε στο κρεβάτι. Δεν ταλαιπωρήθηκε στα νοσοκομεία. Δεν έγινε βάρος κανενός. Ευτυχώς δεν βασανίστηκε πολύ. Δεν παρατάθηκε η αγωνία. Την τελευταία μέρα μόνο. Τις τελευταίες απογευματινές ώρες ίσως. Τις τελευταίες στιγμές. Ποιος ξέρει. Για όση ώρα το οξυγόνο λιγόστευε τελείωνε ξεψυχούσε. Τότε που τους έβλεπε όλους μαζί να τον καλούν κοντά τους.

Παρά τις αδυναμίες τα πάθη τις παραλείψεις και τα λάθη του όλα συνηθισμένα και ανθρώπινα δεν έβλαψε και δεν ενόχλησε κανέναν παρά μονάχα τον εαυτό του. Δεν τον έκρινα ποτέ. Ήταν ένας καλός ευαίσθητος και συνηθισμένος άνθρωπος που απλά προσπάθησε να τα βγάλει πέρα στη ζωή με αξιοπρέπεια όπως μπορούσε και να παρατείνει την ύπαρξη. Ένας περήφανος και πονεμένος άνθρωπος που δεν κλαιγότανε ποτέ για τις δυσκολίες της ζωής. Έζησε και πέθανε μόνος σαν τίγρης. Η μοναξιά ήταν η πιο βέβαιη και ακριβή του δόξα. Ήταν θείος μου. Ο μικρότερος αδερφός της μάνας μου τελευταίος επιζών και ο πιο αδύναμος κρίκος μιας ταλαιπωρημένης οικογένειας. Κατά βάθος μοιάζαμε. Είχαμε πολλά κοινά σημεία. Τον καταλάβαινα τον ένιωθα και τον αγαπούσα.