Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Έβαλα τρέμοντας το κλειδί στην πόρτα. Είχα μεγάλη ταραχή. Ένιωθα αγωνία και μεγάλη περιέργεια. Πέντε μέρες έλειπα στην αόρατη πόλη. Επιστρέφοντας δεν ήξερα τι θα αντικρίσω μπροστά μου. Σαν να είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή. Πριν φύγω η κοπέλα με είχε ενημερώσει ότι θα κάνει κάποιες αλλαγές στην γκαρσονιέρα και της είχα δώσει  απόλυτη ελευθερία. Τουλάχιστον κατάφερα να ανοίξω. Κάτι ήταν κι αυτό. Δεν είχε αλλάξει κλειδωνιά. Μπήκα με το δεξί και άναψα το φως. Μέσα όλα ήταν τακτοποιημένα και πεντακάθαρα. Άστραφταν πάστρα και νοικοκυριό. Εδώ κι εκεί μπιχλιμπίδια και ζωγραφιές. Έμοιαζε με κουκλόσπιτο. Έβγαζε θαλπωρή και φροντίδα χωρίς να μ’ ενοχλεί. Χαμογέλασα. Μου ‘χε φύγει ένα μεγάλο βάρος. Το υπόγειο καταφύγιό μου φαινόταν ολοκαίνουργιο. Του κουτιού. Οι μαυρίλες και οι υγρασίες απ’ τους τοίχους είχαν εξαφανιστεί. Ούτε σημάδια από σκοτωμένα κουνούπια υπήρχαν πια ούτε καμιά ψόφια κατσαρίδα στο πάτωμα. Όχι πάντως με τρόπο μαγικό. Ήταν φρεσκοβαμμένη. Τότε πρόσεξα ότι είχαν αλλάξει και τα χρώματα των τοίχων. Κίτρινο και πορτοκαλί μα το ταβάνι πάντα λευκό. Ο χώρος είχε ομορφύνει κάπως και μου ‘χε φτιάξει την διάθεση.

Άφησα τον σάκο μου στον καναπέ και πλησίασα το παράθυρο. Τα παντζούρια ήταν ανακουφωτά. Τα άνοιξα διάπλατα να μπει κι άλλο φως. Κοίταξα έξω τον ακάλυπτο. Η καθαρίστρια με το λάστιχο έπλενε το τσιμέντο και πότιζε τις γλάστρες. Ήταν μεσόκοπη και ξερακιανή με ξενική προφορά. Με είδε ξαφνικά και τρόμαξε η κακομοίρα. Χαιρετηθήκαμε με κάποιες τυπικές καλημέρες χωρίς να συστηθούμε ή να πούμε περισσότερα. Με κοίταξε λοξά και καχύποπτα. Δεν γνωριζόμαστε καλά και δεν πρέπει να της γεμίζω το μάτι. Σε κάθε περίπτωση είναι επιφυλακτική και κρατάει ασφαλείς αποστάσεις. Αν και νομίζω πως δεν είναι προσωπικό το ζήτημα. Έτσι είναι μ’ όλους. Δεν έχει πολλά λόγια μα κάνει καλά τη δουλειά της. Τα περιστέρια είχαν σκαρφαλώσει ψηλά στα καλώδια και τα σύρματα. Οι γάτες είχαν εξαφανιστεί. Άθελά της είχε διαταράξει το πρόγραμμά τους και περίμεναν να τελειώσει για να επιστρέψουν. Να επικρατήσει και πάλι ησυχία και ηρεμία στον ακάλυπτο. Να θριαμβεύσει ξανά η ρουτίνα της άγιας καθημερινότητας.

Τράβηξα για την τουαλέτα να πλύνω τη φάτσα μου. Έδειχνε ταλαιπωρημένη και λυπημένη. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη χωρίς να αναγνωρίσω τον παλιό καλό μου εαυτό. Είχα αλλάξει. Τόσες μέρες απέφευγα να με δω. Να με κοιτάξω κατάμουτρα. Ο θερμοσίφωνας είχε νερό κι εγώ χρειαζόμουν επειγόντως ένα καυτό μπάνιο για να καθαρίσω και να ξεβρομίσω. Να τρίψω καλά την πέτσα μου και να αλλάξω δέρμα. Βγήκα μετά από κάνα μισάωρο με τη μούρη μου ολοκαίνουργια. Κατάφερα και να ξυριστώ. Πληθαίνουν οι άσπρες τρίχες. Κοιτάχτηκα πάλι προσεκτικά μέσα απ’ την θολή ατμόσφαιρα των υδρατμών. Χαμογέλασα. Είχα γίνει και πάλι ο ίδιος. Ξαφνικά ένιωσα μια εξάντληση. Δεν με κρατούσαν άλλο τα πόδια και τα χέρια μου. Τώρα έβγαινε η κούραση πέντε ολόκληρων ημερών αϋπνίας. Οριζοντιώθηκα πάνω στο κρεβάτι κι αμέσως έπεσαν οι διακόπτες. Δεν πρόλαβα ούτε το ξυπνητήρι να βάλω. Δεν υπήρχε και κάποιος σοβαρός λόγος. Δεν βιαζόμουν για τίποτα πια. Το ρολόι πάνω στο κομοδίνο έλεγε απλά την ώρα. Εννιά και είκοσι προ μεσημβρίας. Και ο ήχος του με νανούριζε γλυκά. Τικ τοκ. Τικ τακ.     

Όταν εκείνη γύρισε στο σπίτι εγώ κοιμόμουν ακόμα ολόγυμνος στο κρεβάτι του καλού καιρού. Καμιά δεκαριά ώρες. Έξω είχε νυχτώσει. Πρέπει να είδα κάτι μπερδεμένα όνειρα μα δεν θυμόμουν τίποτα. Ίσως κι εκείνον τον παλιό εφιάλτη που με κυνηγούσε η μητέρα με άγριες διαθέσεις μέσα στο πατρικό μας σπίτι. Η κοπέλα άφησε τις τσάντες και τις σακούλες της πάνω στον καναπέ πλάι στον σάκο μου και με πλησίασε. Στην αρχή πρέπει να ξαφνιάστηκε λιγάκι από την παρουσία μου. Αν και γενικά είναι ψύχραιμη και δεν τα χάνει εύκολα. Μετά θα χαμογέλασε. Σίγουρα θα χάρηκε. Κάτι θα ρίγησε μέσα της. Δεν ήξερε πότε θα γύριζα. Όταν θα ξεμπερδέψω και μπουν όλα τα πράγματα στην θέση τους. Έτσι της είχα πει. Μα ήθελα να της κάνω έκπληξη. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και μου χάιδεψε τρυφερά την πλάτη. Έσυρε απαλά τα νύχια της πάνω στην κοιμισμένη μου σάρκα και με έκανε να αναριγήσω. Θυμήθηκα που τα έχωνε με πάθος μέσα μου σχηματίζοντας μουσικά πεντάγραμμα και κλειδιά του σολ σε πλήρη στύση. Που με μάτωνε βογκώντας και κλαίγοντας.

Είχα ξυπνήσει απότομα μόνο με τα μάτια ανοιχτά. Το υπόλοιπο σώμα ακόμα δεν υπάκουε. Ήταν σαν παράλυτο. Νεκρό. Ένιωθα την θερμή ανάσα και το άρωμά της. Μοσχοβολούσε ολόκληρη. Έμεινα για κάμποση ώρα ακίνητος. Εκείνη συνέχισε να με κανακεύει. Ώσπου με κόπο κατάφερα να στρίψω το κεφάλι προς τη μεριά της και να την δω. Μου φάνηκε πιο όμορφη. Είχε αλλάξει και τα μαλλιά της. Τα είχε κόψει κοντά και τα είχε βάψει κόκκινα. Πριν φύγω την θυμόμουν μελαχρινή μα παρέμενε πάντα λεπτή και αέρινη. Ψηλή και αρρενωπή. Της χαμογέλασα κι εγώ. Ακόμα δεν μπορούσα να μιλήσω. Να βγάλω άχνα. Μόνο κάποια μουγκρητά. Ξάπλωσε πλάι μου. Με αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε με πάθος στο στόμα. Άρχισε να γδύνεται αργά και τελετουργικά κοιτώντας με κατευθείαν στα μάτια. Το κορμί μου κάπως ζωντάνεψε. Τα μέλη μου άρχισαν και πάλι να κινούνται. Ζωήρεψα. Ερχόταν κατά πάνω μου με άγριες δολοφονικές διαθέσεις και μάλλον σκεφτόταν πρώτα να με βιάσει. Κι ούτε καφέ δεν είχα πιει ακόμα.

Όταν τελειώσαμε μείναμε κάμποση ώρα ανάσκελα. Χαλαρώναμε καπνίζοντας και κοιτάζοντας το ταβάνι. Αναπολούσαμε τα περασμένα ρουφώντας άπληστα την απόλαυση των στιγμών. Έξω είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Ξαφνικά ένιωσα το στομάχι μου να γουργουρίζει. Πεινούσα σαν λύκος. Εκείνη την ώρα μπορούσα να την φάω ολόκληρη. Της το είπα και γέλασε. Ήμασταν κι οι δυο πολύ ευδιάθετοι. Θα έφτιαχνε στα γρήγορα κάτι πρόχειρο να στυλωθούμε. Τηγάνισε μπριζόλες και πατάτες. Έκοψε και μια σαλάτα. Φάγαμε με όρεξη χωρίς να μιλάμε. Ήπιαμε και κόκκινο κρασί για να γιορτάσουμε την ξαφνική επιστροφή μου σαν να έλειπα αιώνες. Στο τέλος ανάψαμε πάλι τσιγάρο. Εκείνη έσπασε πρώτη την σιωπή. Ήταν πολύ χαρούμενη. Επιτέλους είχε πιάσει μια κανονική πρωινή δουλειά. Πωλήτρια στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Ωραία. Σκέφτηκα ότι θα μπορώ να κλέβω από κει πράγματα πιο άνετα. Όμως βρήκε και τον χρόνο να σουλουπώσει και το σπίτι. Προκομμένη κοπέλα. Της είπα ότι μου άρεσε. Είχε γίνει αγνώριστο. Μετά με ρώτησε για τον ξάδερφο στην πρωτεύουσα. Πώς ήταν η κηδεία. Τι έγινε με την κληρονομιά.     

Ήταν ωραία της είπα. Η εκκλησία ήταν γεμάτη από κόσμο κι ήμασταν όλοι πολύ στεναχωρημένοι που έφυγε τόσο νέος. Παρά τις αδυναμίες και τα κουσούρια του ήταν πολύ αγαπητός. Όμως πλέον ο καλός ξάδελφος είχε περάσει στην αιωνιότητα. Γι’ αυτόν είχαν αρχίσει οι μεγάλες κι ατέλειωτες ξάπλες. Μέσα στο φέρετρο έδειχνε ήρεμος και αμέριμνος. Χορτάτος από τη ζωή. Την γλέντησε καλά. Τώρα δεν νοιαζόταν για τίποτα. Όσο για την κληρονομιά αποδείχτηκε μάπα το καρπούζι. Έκανα αποποίηση. Ο συμβολαιογράφος ήταν απέναντί μας απόλυτα ειλικρινής και διαφωτιστικός. Ο συγχωρεμένος είχε πολλά χρέη και κόκκινα δάνεια. Ήταν μαυρισμένος και όλη η περιουσία του υποθηκευμένη μέχρι τα μπούνια. Θα την πάρουν οι τράπεζες και το δημόσιο μας είπε. Πάντως καλοσύνη του που με ανέφερε στη διαθήκη του και μάλιστα με τα καλύτερα λόγια. Που με έβαλε στους κληρονόμους του. Κάποτε ήμασταν κολλητοί και αχώριστοι. Είχαμε φάει ψωμί κι αλάτι μαζί. Δεν μπορούσε να με αγνοήσει. Όσο για κείνον ο καθένας με την σειρά του. Ο καθένας στην ώρα του. Έτσι κι αλλιώς όλοι περαστικοί είμαστε. Δεν γλυτώνει κανείς.

Με άκουγε συγκινημένη και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Τον ήξερε κι εκείνη πολύ καλά. Όμως δεν ήθελε να έρθει μαζί μου για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Όταν πριν από πέντε χρόνια την έδιωξαν απ’ το χωριό οι δικοί της κακήν κακώς και βρέθηκε στην μεγάλη πόλη εκείνος την περιμάζεψε και την σπίτωσε για τα καλά. Από αυτόν την γνώρισα. Μέχρι που ο ξάδερφος αρρώστησε και παραξένεψε. Τσακώθηκαν και χώρισαν μα δεν ήθελε να την πετάξει στον δρόμο. Κατά κάποιον τρόπο μου την έκανε πάσα. Κάτι σαν δώρο που αποδείχτηκε πολύτιμο. Το ήθελε και κείνη. Δεν είχε άλλους γνωστούς. Δεν ήξερε  πού να πάει και πού να μείνει. Δεν της ήμουν και αδιάφορος. Έτσι ήρθε σε μένα. Κάνα δυο χρόνια ήμαστε μαζί και τα πάμε σχετικά καλά. Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα για να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Δεν ξέρω ακόμα τι θα γίνει. Πώς θα καταλήξει το πράμα μαζί της. Θα το δείξει ο καιρός. Έτσι κι αλλιώς ο χρόνος κυλάει γοργά.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025

Η ΜΠΕΜΠΑ (ΤΟ ΑΠΑΛΟ ΧΑΔΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)

Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και άνοιξα. Μπήκα μέσα και άναψα το φως. Έξω ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει. Σε λίγο θα ξεκίναγε μια καινούργια μέρα. Όμως εγώ σε λίγο θα έπεφτα ξερός στο κρεβάτι και θα κοιμόμουν μέχρι το μεσημέρι. Τρέκλιζα και παραπατούσα. Στηριζόμουν στον τοίχο. Ένιωθα βαρύς κι ασήκωτος. Δεν με κρατούσαν τα πόδια μου. Το πρωινό φαινόταν κι αυτό μουντό και συννεφιασμένο. Το πήγαινε για βροχή. Δεν με ένοιαζε. Δεν θα άνοιγα καν τα παντζούρια. Ακούω θόρυβο έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Τικ τοκ. Η γάτα χτυπάει το τζάμι συνθηματικά. Είναι μια τρίχρωμη αλανιάρα ταρταρούγα που τριγυρνάει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Την ταΐζω και μου επιτρέπει να την χαϊδεύω. Τη φωνάζω μπέμπα γιατί την γνωρίζω από πολύ μικρή. Είναι μια παρέα κι αυτή στις δύσκολες νύχτες. Καμιά φορά όταν βρέχει και έχει παλιόκαιρο την βάζω και μέσα. Φοβάται τις βροντές και τις αστραπές. Παθαίνει ψυχικό τραλαλά. Με περίμενε όλη νύχτα πεινασμένη. Της ζητάω συγνώμη. Είμαι αδικαιολόγητος. Απόψε έμπλεξα και άργησα. Της βάζω φαγητό και τρώει βιαστικά. Είναι λαίμαργη γιατί είναι έγκυος. Έχει φουσκώσει και είναι στις μέρες της. Τρία ή τέσσερα υπολογίζω να κάνει. Σήμερα δεν θέλει να μπει μέσα. Αδειάζει το πιατάκι της και φεύγει. Δεν μου λέει ούτε ένα ευχαριστώ. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι υποχρεωμένη. Καλημέρα ομορφούλα και να προσέχεις.

Γδύνομαι και τραβάω ντουγρού για το κρεβάτι. Είναι λίγα βήματα δρόμος μα βασανίζομαι. Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει στην καφέ δερμάτινη βαλίτσα. Στέκεται όρθια σε μια άκρη και με παρακολουθεί. Μου φαίνεται παράξενο. Τόσα χρόνια την είχα ξεχάσει εντελώς. Σαν να μην την έβλεπα μπροστά μου. Σαν να ήταν αόρατη. Σαν να μην υπήρχε. Δεν την έχω ανοίξει ποτέ. Θυμάμαι πως κάποτε είχα την περιέργεια να δω τι πράγματα έχει μέσα μα φοβήθηκα. Λίγα πρέπει να ‘ναι. Όση ώρα την κρατούσα μου φαινόταν ελαφριά. Ίσως να μην έχει και τίποτα. Να ‘ναι εντελώς άδεια. Δεν θυμάμαι αν κουδούνιζε κάτι. Εύκολο θα ήταν να μάθω. Δεν ήταν κλειδωμένη. Απλά θα κατέβαζα το φερμουάρ και θα την άνοιγα. Όμως δεν το ‘κανα. Τελικά είμαι δειλός και προληπτικός. Την έφερα σπίτι και την παράτησα σε μια γωνιά. Και την ξέχασα εκεί. Ούτε ένα βλέμμα δεν έριξα πάνω της. Δεν ήταν δικιά μου αλλά μίας κυρίας που κάποια νύχτα με φεγγάρι βούτηξε στον μόλο του παλιού λιμανιού. Υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας. Έκανε μπλουμ και πήγε στον πάτο της θάλασσας. Από τότε φυσικά δεν την ξανάδα. Όμως μου άφησε την βαλίτσα της αμανάτι κι εγώ την κράτησα. Ούτε πήγα στην αστυνομία να αναφέρω το δυσάρεστο γεγονός. Δεν ήθελα άλλα μπλεξίματα. Μου έφταναν οι τύψεις και οι ενοχές που κουβαλούσα γιατί δεν προσπάθησα να την βοηθήσω και να την σώσω. Έτσι κι αλλιώς δικιά της απόφαση ήταν να αυτοκτονήσει βγάζοντας μια στριγκλή απόκοσμη κραυγή. Να τελειώσει μ’ αυτό τον τρόπο τη ζωή της. Δεν μου έπεφτε λόγος να επέμβω. Έπρεπε να την σεβαστώ. Αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κουβαλούσε μαζί της την βαλίτσα.

Τραβάω το φερμουάρ και την ανοίγω. Τελικά ήταν εύκολο. Δεν χρειάστηκε βία. Παρά τα χρονάκια του έκανε καλά την δουλειά του. Λειτούργησε στην εντέλεια. Δεν είχε χαλάσει και δεν σκάλωσε πουθενά. Μέσα βρίσκονταν οι αναμνήσεις της ζωής εκείνης της μεσόκοπης κυρίας μαζί με το άρωμά της. Ένιωσα το απαλό χάδι των πραγμάτων της. Μια σπασμένη κουδουνίστρα που έπαιζε η μπέμπα πριν ακόμη πει τις πρώτες της λεξούλες. Μια ξανθιά τσουρομαδημένη κούκλα μπάρμπι που είχε καταντήσει σχεδόν καραφλή με μισοσκισμένο ροζ φουστανάκι. Τα μοναχικά βράδια η μικρή έπαιζε μαζί της την χάιδευε και της μιλούσε. Αν και γριούλα πια είχε ακόμα όμορφα γαλανά μάτια και λεπτό καλλίγραμμο σώμα. Μια κόκκινη οδοντόβουρτσα για να καθαρίζει την αστραφτερή της μασέλα. Της δικιάς της και του άντρα της. Μια αστυνομική ταυτότητα που την έδειχνε ακόμη χαμογελαστή νέα και όμορφη γεμάτη όνειρα για το μέλλον. Ένα κλειστό πακέτο με σερβιέτες όλο σκόνη και στάχτη. Ένα άδειο πακέτο σαντέ. Πάνω στο τσιγαρόχαρτο είχε σχεδιάσει μία βαρκούλα με πανιά. Το ξεραμένο λουλούδι από το πρώτο της ραντεβού. Ένα ρολόι με δυνατό ξυπνητήρι για να σηκώνεται το πρωί για τη δουλειά της. Ένα άδειο κάδρο με ραγισμένο τζάμι.  Η βέρα της και κάποια λιγοστά χρυσαφικά που φορούσε σε επίσημες περιστάσεις. Το πράσινο φουστάνι της και δυο μαύρες γόβες. Η τσαλακωμένη φωτογραφία κάποιου μελαγχολικού νέου. Ένα γεμάτο πιστόλι για μελλοντική χρήση που έπαθε αφλογιστία και δεν εκπυρσοκρότησε έγκαιρα. Αντικείμενα μιας ασήμαντης και λησμονημένης ζωής μέσα σε μια παλιά δερμάτινη βαλίτσα που μυρίζει ακόμα το άρωμά της. Όλοι πια την έχουν ξεχάσει. Κανείς δεν την θυμάται. Εκτός από μένα.

Ξαφνικά ανοίγει η εξώπορτα και μπαίνει μέσα μια μεσόκοπη παχουλή γυναίκα που μοιάζει με τη μαμά. Είμαι γυμνός μα δεν την ντρέπομαι. Εκείνη φοράει ένα καφεκίτρινο λουλουδιστό φουστάνι. Μην τρομάζεις μου λέει. ‘Ήρθα να πάρω αυτά που μου ανήκουν και θα φύγω.  Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί μα νιώθω ότι με απειλεί. Τα μάτια της είναι κατακόκκινα και με κοιτάζουν με μίσος. Η φωνή της δεν μου θυμίζει τίποτα. Κρατάω ακόμη στα χέρια μου το πιστόλι μα δεν θέλω να το χρησιμοποιήσω. Δεν είμαι φονιάς. Εκείνη τη στιγμή απ’ την κουζίνα έρχεται η μπέμπα. Μάλλον είχα ξεχάσει το παράθυρο ανοιχτό και μπήκε μέσα. Κοιτάζει την γυναίκα και αγριεύει. Εκείνη προσπαθεί να της χαμογελάσει μα δεν τα καταφέρνει. Ορμάει κατά πάνω της. Με νύχια και με δόντια ξεσκίζει το φουστάνι της. Δαγκώνει τις ρόγες της. Προσπαθεί να την κατασπαράξει. Τώρα είναι ολόγυμνη γεμάτη αίματα και ουρλιάζει πανικόβλητη. Η γάτα σκαρφαλώνει στο κεφάλι της και της βγάζει τα μάτια. Μετά της ξεριζώνει όλα τα μαλλιά απ’ το κεφάλι. Ήταν βαμμένα καφέ. Απ’ τον τρόμο της η γυναίκα σωριάζεται στο πάτωμα με γδούπο. Συνεχίζει να κλαίει και να φωνάζει από τους πόνους και την ταραχή. Ζητάει βοήθεια. Η μπέμπα παραμένει γαντζωμένη πάνω της και γρυλίζει λυσσασμένα. Δεν δείχνει να την λυπάται.  

 

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

ΚΡΥΟ ΠΙΑΤΟ (ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ)

Καθόμουν στην άκρη της μπάρας και έπινα ήσυχα το ποτό μου. Από τα ηχεία έβγαινε απαλή μουσική τζαζ. Όλη μέρα δεν είχα βάλει μπουκιά στο στόμα μου. Για να μη με κόψει είχα πάρει ένα κρύο πιάτο και τσιμπούσα. Ήταν η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού. Έτσι μου είπαν καμαρώνοντας. Καναπέ γαρίδας με μπρικ και πικάντικη μαγιονέζα. Δεν ήταν άσχημο. Κάτι έλεγε. Παρόλο που δεν συνηθίζω να μπαίνω σε μπιστρό πολυτελείας και να δοκιμάζω τα γκουρμέ των σπουδαγμένων σεφ τους. Οι τιμές είναι τσουχτερές για την τσέπη μου και το περιβάλλον κάπως δήθεν για τα γούστα μου. Κι οι θαμώνες καλοντυμένες και αρωματισμένες χαζόφατσες. Ρομαντικές ψυχές με στιλ και κουραφέξαλα. Δεν έχουν πολλά να μου πουν. Εδώ μέσα νιώθω σαν το ψάρι έξω απ’ τα νερά του. Κάπως άβολα και αμήχανα. Σαν να είναι όλα τα μάτια στραμμένα πάνω μου και με παρακολουθούν.

Τουλάχιστον ο νεαρός πίσω από την μπάρα με το λευκό πουκάμισο και το κόκκινο γιλέκο φαίνεται πιο ευγενικός και δείχνει κατανόηση. Όποτε τα βλέμματα μας διασταυρώνονται μου χαμογελά κι εγώ του ανταποδίδω. Χωρίς να το θέλει αυτός είναι η αιτία του κακού που με τράβηξε μέσα στο μαγαζί σαν τον μαγνήτη. Μια ξαφνική παρόρμηση που δεν μπόρεσα να ελέγξω. Όμως η ομορφιά του με ξεκουράζει και με κάνει να ονειροπολώ. Επιπλέον φαίνεται καλό παιδί. Κι ας μην έχουμε συστηθεί ακόμα. Κι ας μην έχουμε ανταλλάξει δυο κουβέντες πέρα απ’ τις απόλυτα απαραίτητες. Τις καθαρά τυπικές και επαγγελματικές. Δεν έχει σημασία. Πλέον δεν έχω υπερβολικές απαιτήσεις απ’ τους άλλους ούτε τρέφω μεγάλες ελπίδες για τίποτα. Τα αφήνω όλα στην τύχη και όπως τα φέρει η ζωή. Παρασύρομαι μέσα στο ορμητικό της ποτάμι χωρίς να φέρνω αντίσταση. Ξέμαθα να κολυμπώ. Μόνο προσέχω να μην βουλιάξω. Να μην πάω στον πάτο και πνιγώ.

Τότε την είδα ξαφνικά να έρχεται σαν σίφουνας κατά πάνω μου. Ήταν μελαχρινή αέρινη και ευδιάθετη. Φορούσε ένα πράσινο φουστάνι και μου χαμογελούσε. Με ρώτησε γιατί κάθομαι μόνος μου και είμαι τόσο μελαγχολικός. Της είπα πως δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Δυστυχώς έτσι γεννήθηκα. Λυπημένος και μοναχικός. Αυτή είναι η φτιαξιά μου. Δεν φταίω εγώ. Μην χάνεις το ηθικό σου. Όλα διορθώνονται μου είπε. Ήταν αισιόδοξη κι έλαμπε από νιάτα και ομορφιά. Ποιος ξέρει γιατί είχε αφήσει την παρέα της στο τραπέζι κι ασχολιόταν μαζί μου. Μάλλον ήταν κυνηγός κεφαλών κι εγώ ένα υποψήφιο θύμα. Συστηθήκαμε με χειραψία. Πρόσεξε ότι τέλειωνε το ποτό μου και προσφέρθηκε να με κεράσει άλλο ένα. Δεν αρνήθηκα. Παράγγειλε και δικό της. Φώναξε τον μπάρμαν με το μικρό του όνομα. Ήταν ο μικρότερος αδερφός της μου είπε. Έμοιαζαν κάπως. Είχαν και οι δύο χαρούμενα και φωτεινά πρόσωπα. Δώσαμε και με κείνον τα χέρια μα δεν κάθισε μαζί μας. Είχε πολύ δουλειά κι έπρεπε να γυρίσει γρήγορα στο πόστο του. Να φτιάξει ποτά και να σερβίρει κρύα πιάτα στις ρομαντικές ψυχές του μαγαζιού. Δούλευε κι αυτή εδώ μα πρωινή βάρδια. Αύριο είχε ρεπό κι απόψε μπορούσε να το ρίξει λίγο έξω. Την φώναζαν οι φίλοι της να πάει κοντά τους μα κείνη τους αγνοούσε. Έκανε πως δεν άκουγε.

Κάτσε της είπα και της έδειξα το σκαμπό δίπλα μου. Τσίμπα αν θες κι απ’ το πάτο. Πήρε το πιρούνι μου και δοκίμασε. Με ρώτησε αν μου άρεσε. Ναι ωραίο ήταν της είπα. Πολύ νόστιμο. Εκείνη το είχε φτιάξει. Είχε σπουδάσει μαγειρική και δούλευε στην κουζίνα του μαγαζιού. Εγώ εκείνη την περίοδο δούλευα σε γραφείο τελετών. Είμαι κοράκι της είπα και γελάσαμε ταυτόχρονα. Της έδωσα και την κάρτα μου που έγραφε και το κινητό μου. Αχρείαστη να ‘ναι παρόλο που δεν είναι προληπτική. Μου υποσχέθηκε ότι αύριο κιόλας θα με έπαιρνε τηλέφωνο να πάμε για καφέ. Τώρα έπρεπε να επιστρέψει στην παρέα της. Την φωνάζουν την ψάχνουν και την αναζητούν εναγωνίως. Προσπάθησε να σηκωθεί μα την σταμάτησα πιάνοντας το χέρι της. Την κοίταξα στα μάτια έντονα και βαθιά. Εδώ κοντά μένω της είπα. Πάμε τώρα. Μην αργούμε. Μην το καθυστερούμε. Είναι η γνωριμία της μιας βραδιάς και το ζήτημα επείγει. Μην το αναβάλλουμε. Δεν θα προλάβουμε. Με κοίταξε διστακτικά. Δεν ήξερα τι έλεγε το ένστικτό της. Αν έπρεπε να με εμπιστευτεί ή όχι. Μάλλον ήθελε μα δεν μπορούσε απόψε. Την περίμεναν οι φίλοι της. Δεν επέμεινα περισσότερο ούτε μ’ αρέσει και να παρακαλώ. Κάνε ότι νομίζεις της είπα και την άφησα να γυρίσει στο τραπέζι της. Πλήρωσα τον  νεαρό μπάρμαν αφήνοντας τα ρέστα δικά του κι έφυγα.     

Την άλλη μέρα το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο από άγνωστο νούμερο. Ήμουν στη δουλειά. Άκουσα μια κλαμένη γυναικεία φωνή. Για άλλη μια φορά η μοίρα της είχε χτυπήσει την πόρτα κι έπρεπε να αντέξει. Η κόρη της είχε τρακάρει τα ξημερώματα και σκοτώθηκε ακαριαία. Και ήταν τόσο νέα και γεμάτη από ζωή. Είχε βρει την κάρτα μου πάνω της. Ήμασταν φίλοι παραδέχτηκα. Ναι την γνώριζα. Ήθελε να αναλάβω εγώ την κηδεία της. Να πάω στο νεκροτομείο και να παραλάβω το πτώμα της. Είχε τελειώσει η έρευνα των αρχών. Εκεί ήταν κι εκείνη και θα με περίμενε μαζί με τον γιο της. Ήθελε να την θάψουν με το πράσινο φουστάνι που φορούσε την χτεσινή νύχτα. Ήταν το αγαπημένο της και είχε μείνει άθικτο από το τροχαίο. Όπως και εκείνη. Και χαμογελαστή.  

Δέχτηκα αμέσως την δουλειά χωρίς δεύτερη κουβέντα. Πλέον δεν έπρεπε να ανησυχεί για τίποτα. Ούτε για το οικονομικό. Θα αναλάμβανα προσωπικά την υπόθεση της είπα. Όχι πάντως χωρίς κάποια ιδιοτέλεια. Είχαμε αφήσει κάτι στη μέση οι δυο μας. Μια εκκρεμότητα. Δεν προλάβαμε. Της το είχα πει μα δεν μ’ άκουσε. Δεν έχουμε άπειρο χρόνο μπροστά μας. Τώρα έπρεπε να πάρω μόνος μου τις κρίσιμες αποφάσεις. Δεν έχω βέβαια ηθικές αναστολές εφόσον δεν βλάπτω κάποιο άλλο πλάσμα. Και ούτε είμαι συστηματικός νεκρόφιλος. Δεν ταιριάζει στη φύση και στον χαρακτήρα μου. Μα ίσως θα ‘πρεπε να ολοκληρωθεί η σχέση μας έστω και κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες. Έστω κι αν εκείνη είναι πια παγωμένη. Πρώτα όμως έπρεπε να το σκεφτώ πολύ καλά.

Την επομένη έγινε η κηδεία και αργότερα το μνημόσυνο. Συλλυπήθηκα τη μητέρα και τον αδερφό. Να ζήσουν να την θυμούνται. Ήταν καλή κοπέλα. Μέσα στον πόνο τους μου φάνηκαν περήφανοι και αξιοπρεπείς. Μετά από καιρό ξαναπέρασα απ’ το μπιστρό μα δεν είδα μέσα τον νεαρό μπάρμαν. Στη θέση του ήταν ένας καραφλός μεσήλικας που φορούσε κι αυτός λευκό πουκάμισο και κόκκινο γιλέκο φτιάχνοντας ποτά και δίνοντας κρύα πιάτα στις ρομαντικές ψυχές του μαγαζιού. Τον ρώτησα για το παιδί και μου είπε ότι μετά τον θάνατο της αδερφής του είχε σταματήσει πια να δουλεύει εκεί. 

 

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Ο ΜΠΙΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΠΗ

Το αποφάσισα τελευταία στιγμή. Πήγα έστω και απροειδοποίητα. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν έκανα για να τους προετοιμάσω και να τους ζητήσω την άδεια. Αν μπορούν και θέλουν να με δεχτούν στο σπιτικό τους. Ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα μεσοβδόμαδα και η επίσκεψη άτυπη δίχως κουστούμι και γραβάτα. Φορούσα τα καθημερινά μου και δεν κρατούσα κάποιο δώρο στα χέρια. Χτύπησα κατά τις οκτώ το κουδούνι ακούγοντας από μέσα τα γαβγίσματα κάποιου εκνευριστικού κοπρόσκυλου. Την πόρτα άνοιξε η αδερφή μου κι έμεινε στήλη άλατος. Δεν με περίμενε. Ξαφνιάστηκε μα δεν κατάλαβα αν χάρηκε ή όχι που με έβλεπε μετά από τόσο καιρό. Πάντως δεν ξίνισε και τα μούτρα της. Δίπλα της το άσπρο κατσαρομάλλικο τετράποδο με κοίταζε καχύποπτα και μοχθηρά. Γρύλιζε μα δεν τόλμησε να ορμίσει. Μονάχα μύρισε τα πόδια μου. Ήμουν σε επιφυλακή και έτοιμος για όλα. Αν τολμούσε να με δαγκώσει θα ‘τρωγε μια ξεγυρισμένη κλοτσιά που θα ‘ταν όλη δική του.   

Ο γαμπρός μου έβλεπε μπάσκετ στην τηλεόραση της κουζίνας και χαλάρωνε ύστερα από άλλη μία κουραστική μέρα στη δουλειά. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και με υποδέχτηκε κεφάτος και χαμογελαστός. Ήταν πολύ εγκάρδιος χτυπώντας με φιλικά στην πλάτη. Πάλι καλά. Περίμενα καμιά σβουριχτή καρπαζιά στο σβέρκο. Το συνήθιζε πολύ παλιότερα όταν είχαμε μεγαλύτερες οικειότητες και πάρε δώσε. Γεια σου κουνιαδάκι μου. Καλώστονε κι ας άργησε. Τελικά μας θυμήθηκες μετά από τόσα παρακάλια. Πάπη βάλε μας κάτι να πιούμε. Έδωσε την εντολή στη γυναίκα του και με ρώτησε τι κάνω και πώς τα περνάω. Πού χάθηκα τόσο καιρό. Σαν να με κατάπιε η γη. Όλα καλά και ανθηρά του είπα δίχως να μπω σε λεπτομέρειες. Τελικά το σκυλάκι τους με συμπάθησε και αποδείχτηκε δραστήριο και αθλητικό. Συνέχεια πήγαινε πέρα δώθε με ένα κίτρινο μπαλάκι του τένις στο στόμα. Του το πετάγαμε μακριά κι εκείνο το κυνηγούσε το έπιανε και μας το ‘φερνε στα πόδια μας και πάλι απ’ την αρχή το ίδιο βιολί. Μέχρι που κουράστηκε είπιε λίγο νερό και ξάπλωσε φαρδύ πλατύ στο πάτωμα.

Είχε την πλάκα του. Για κάμποση ώρα ασχοληθήκαμε μαζί του. Μούκη την λένε και είναι θυληκό πέντε χρονών με ενημέρωσε η αδερφή μου. Μετά από λίγο επικράτησε μια ενοχλητική και αμήχανη σιωπή. Ξαφνικά ο γαμπρούλης μου θυμήθηκε και ξεφούρνισε ένα άσχετο σόκιν ανέκδοτο. Όμως γέλασε μόνος του. Η αδερφή μου τον κοίταξε περίεργα κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι και σφίγγοντας τα χείλη μα δεν το σχολίασε. Εγώ για να τον σιγοντάρω απλά χαμογέλασα. Ρε τον μπίμπη. Πάντα ευτράπελος και καλαμπουριτζής. Τους ρώτησα για τα παιδιά. Έλειπαν. Ήταν στο φροντιστήριο. Όμως είχαν θυμώσει με το αστείο που τους έκανα τις προάλλες στην πλατεία που συναντηθήκαμε τυχαία για την δήθεν οικογένειά μου και μου κρατούσαν μούτρα. Δεν ήθελαν να με ξαναδούν στα μάτια τους μα σύντομα θα τους περνούσε. Έτσι είναι οι έφηβοι σήμερα. Δεν σηκώνουν τέτοια χωρατά και πλάκες. Είναι σοβαρά και συνεσταλμένα μα κατά βάθος καλά παιδιά. Και σε μια συναισθηματικά κρίσιμη ηλικία. Η μάνα τους προσπαθούσε να τα δικαιολογήσει.

Ο μπίμπης και η πάπη λοιπόν. Έτσι φωνάζονταν χαϊδευτικά στην αρχή της γνωριμίας τους όταν ήταν ερωτευμένοι και μέσα στα μέλια. Φαίνεται ότι ακόμα αγαπιούνται μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια γάμο. Και στέκονται καλά στα πόδια τους χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας. Τους ζήλευα και τους θαύμαζα. Για μεσήλικες είναι όμορφοι ακόμα και ερωτεύσιμοι. Μεγαλώνουν γλυκά. Τότε δούλευαν στην ίδια εταιρεία. Αυτή γραμματέας κι εκείνος ένα μεσαίο στέλεχος επιχειρήσεων που είχε μπροστά του μια λαμπρή και αξιοθαύμαστη καριέρα όπως αποδείχτηκε. Ένα χρυσό αγόρι και σώγαμπρος σε τιμή ευκαιρίας. Τον συμπαθούσε πολύ και η μητέρα. Τώρα έχει γίνει διευθυντής μεγάλος και τρανός με παχουλό μισθό και μπόλικα μπόνους κι η αδερφή μου μια απλή νοικοκυρά που του μεγαλώνει τα ατίθασα δίδυμα. Μεγαλοπιάστηκαν μα δεν άλλαξαν σπίτι. Απλά το ανακαίνισαν πολυτελώς.    

Δεν είχαν τίποτα πρόχειρο να τσιμπήσουμε και παράγγειλαν απ’ έξω σουβλάκια. Ήταν πολύ νόστιμα μαλακά και καλοψημένα. Τα χλαπάκιασα παραβλέποντας προσωρινά τις χορτοφαγικές μου ευαισθησίες. Για την περίσταση άνοιξαν και ένα κόκκινο εμφιαλωμένο κρασί πολλών αστέρων. Για να με ευχαριστήσουν. Τρώγαμε και πίναμε με όρεξη. Είπαμε λίγες βαριεστημένες κουβέντες για τα πολιτικά και την ακρίβεια της αγοράς μα γρήγορα η συζήτηση πήρε άσχημη τροπή τουλάχιστον για μένα. Τα αίματα άναψαν. Η αδερφή μου έκανε πρώτη την επίθεση. Φαίνεται ότι από καιρό μου τα είχε μαζεμένα και καλά φυλαγμένα. Σε γενικές γραμμές είπε ότι κοιτάζω μόνο τον εαυτούλη μου και δεν ενδιαφέρομαι για κανέναν άλλο. Αν ζουν ή αν πεθαίνουν. Είμαι παρτάκιας και καλοπερασάκιας. Δουλεύω στη χάση και στη φέξη. Ζω επικίνδυνα. Διάφοροι καλοθελητές τους φέρνουν τα νέα για τον βίο και την πολιτεία μου. Έχω καταντήσει ρεμάλι και ρεζίλης των σκυλιών. Ούτε καν για την μητέρα νοιάστηκα τόσα χρόνια. Με τον καημό μου έφυγε. Ούτε στην κηδεία της δεν πήγα.

Ο γαμπρός μου συμφωνούσε κουνώντας το κεφάλι του. Μου είχε προτείνει να με βολέψει σε μια θεσούλα στην εταιρεία του μα εγώ είμαι μπούφος και κουφιοκεφαλάκης και του αρνήθηκα. Παλιότερα είχα κι άλλες ευκαιρίες μα τις πέταξα στο καλάθι των αχρήστων. Και να πεις ότι δεν έχεις τα προσόντα. Πανέξυπνος είσαι μα και πανίβλακας. Συμπλήρωσε η καλή μου η αδερφούλα. Με είχαν στριμώξει στη γωνία και με σφυροκοπούσαν ανελέητα μα νομίζω ότι με αδικούσαν. Ίσως πάλι και να ‘χαν δίκιο. Δεν ήμουν σίγουρος γι’ αυτό και δεν έβγαλα άχνα. Δεν προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Όχι πάντως από ενοχή και τύψεις συνειδήσεως. Απλά με αιφνιδίασαν κι είχα πιει αρκετό κρασί. Είχα φτιάξει κεφαλάκι και τους κοιτούσα χαμογελώντας αδιάφορα με το βλέμμα μου χαμένο να καρφώνει το άπειρο. Από ένα σημείο και μετά δεν τους άκουγα. Το μυαλό μου έτρεχε πίσω στα χαρούμενα παιδικά μου χρόνια μέσα σε αυτό το σπίτι που μεγάλωσα και έπαιξα που όμως δεν κατάφερα να ενηλικιωθώ. Τότε που ακόμα ζούσε ο πατέρας. Είχαμε και ωραίες στιγμές. Περάσαμε ευτυχισμένες μέρες.

Μα πλέον δεν με συνέδεε τίποτα μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Δεν καταλαβαινόμασταν. Ήμασταν διαφορετικοί κόσμοι και ερχόμασταν από άλλους πλανήτες. Όπως και με τη συγχωρεμένη τη μητέρα. Γι’ αυτό και δεν ζήτησα τίποτα από την περιουσία της. Δεν έκανα αποδοχή της κληρονομιάς και βέβαια όχι από την υποψία χρεών και υποθηκών. Αυτό τουλάχιστον έπρεπε να μου το αναγνωρίσουν. Ή μπορεί κι αυτό να τους πείραξε. Ο κύριος είναι υπεράνω χρημάτων και ακινήτων θα είπαν. Είναι κατά του θεσμού της ιδιοκτησίας. Ήταν αλήθεια. Δεν ήθελα τίποτα. Μόνο να μείνω στην υπόγεια γκαρσονιέρα των τριάντα τετραγωνικών. Εφόσον είχαν την καλοσύνη. Και το δέχτηκαν. Όλα αυτά τα μπερδεμένα σκεφτόμουν και ονειρευόμουν μέχρι που άκουσα ένα δυνατό χτύπημα στο τραπέζι και το ουρλιαχτό της αδερφής μου και ξύπνησα. Είσαι αναίσθητος και μας γράφεις κανονικά φώναξε μέσα στα αυτιά μου. Ταράχτηκα μα και πάλι δεν έβγαλα άχνα απ’ το στόμα. Συγκρατήθηκα μα είχα ήδη μετανιώσει για την επίσκεψη. Δεν έπρεπε να πάω. Τώρα ήθελα μόνο να φύγω από κει μέσα το γρηγορότερο και να μην ξαναπατήσω το πόδι μου ποτέ.  

Ευτυχώς απ’ τη δύσκολη θέση μ’ έβγαλαν τα αγαπημένα μου ανιψάκια. Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα φουριόζικα και χαρούμενα. Όταν με είδαν ξίνισαν απότομα τα μούτρα τους μα αυτό δεν με στενοχώρησε καθόλου. Είχαν την πλάκα τους. Το αγόρι με περιφρόνησε επιδεικτικά ενώ το κορίτσι μου ‘βγαλε τη γλώσσα. Χωρίς να πουν ούτε μια καλησπέρα τράβηξαν στο βάθος για το δωμάτιό τους. Η αγένειά τους ήταν μεγάλη μα έτσι ο εξάψαλμος των γονιών τους κόπηκε μαχαίρι και τα πνεύματα κάπως ηρέμησαν. Ξαφνικά ο γαμπρός μου χασμουρήθηκε και σταύρωσε το στόμα του. Το ρολόι έδειχνε έντεκα και ήταν ώρα για ύπνο. Αύριο θα ξημέρωνε για τους εργατικούς και τους προκομμένους άλλη μια δύσκολη μέρα. Ο μπίμπης μας καληνύχτισε και τράβηξε για το κρεβάτι του. Ήταν ψόφιος απ’ την κούραση. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι ακούγαμε τα μακρόσυρτα ροχαλητά του.

Για λίγο έμεινα μόνος με την αδερφή μου. Της χαμογέλασα. Μην έχεις τύψεις της είπα. Εσύ έκανες ότι μπορούσες. Κανείς μας δεν φταίει. Με κοίταζε αμίλητη και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Δεν είχε κάτι άλλο να πει. Της είχαν τελειώσει τα λόγια. Σηκώθηκα και την αγκάλιασα για να της δώσω κουράγιο. Της χάιδεψα τα μαύρα μακριά της μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Μην κλαις πάπη της είπα. Όλα θα περάσουν. Μετά με καληνύχτισε κι αυτή και τράβηξε αργά για το δωμάτιό της. Έμεινα ολομόναχος στην κουζίνα για να τελειώσω το κρασί μου. Η μικρή λουλού που την φωνάζανε μούκη κοιμόταν κι αυτή κουλουριασμένη τον ύπνο του δικαίου. Οι φωνές των ανθρώπων δεν κατάφεραν να την ταράξουν.

Το μπουκάλι είχε αδειάσει και η ώρα είχε πάει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Σηκώθηκα να φύγω μα πρώτα χρειαζόμουν επειγόντως την τουαλέτα. Έσκαγε η φούσκα μου. Πήγα σχεδόν τρέχοντας. Ξαλάφρωνα κι άκουγα από δίπλα τα συντονισμένα ροχαλητά του μπίμπη και της πάπης. Βγαίνοντας πέρασα έξω απ’ το δωμάτιο των παιδιών. Δεν επιτρεπόταν να μπαίνουν μέσα οι μεγάλοι. Ο χώρος τους ήταν άβατο. Η πόρτα τους ήταν κλειστή και δεν τόλμησα να την ανοίξω. Μόνο πλησίασα κι έστησα αυτί. Αύριο το πρωί είχαν σχολείο μα δεν κοιμόντουσαν. Ακόμα δεν τους είχε πάρει ο ύπνος. Άκουγα τους ψίθυρους τα γελάκια και τα αγκομαχητά τους. Αγαπιόντουσαν αληθινά ανακαλύπτοντας τις χαρές της άγουρης σάρκας τους. Βογκούσαν και αναστέναζαν σιγανά μην τους ακούσουν οι δικοί τους αγκαλιασμένα σφιχτά σαν ένας άνθρωπος.

Γλυκά και ξένοιαστα δεκάξι. Τους άφησα να ζήσουν την ευτυχία των στιγμών τους που αργότερα μεγαλώνοντας θα θυμόντουσαν με νοσταλγία. Τότε που θα συνειδητοποιούσαν πικρά ότι ο αληθινός έρωτας δεν είναι καθαρή και αμόλυντη ηδονή αλλά πόλεμος στην έρημο κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Εκεί όπου είσαι μόνος και απροστάτευτος. Και συνήθως νικημένος γεμάτος ουλές και τραύματα. Τσαλαπατημένος. Τράβηξα βαρύθυμος για την έξοδο. Ακόμη είχα μπόλικη νύχτα μπροστά μου. Μόνο ένα δεν καταλάβαινα. Γιατί τα παιδιά κοιμούνται ακόμα μαζί αφού τώρα το δωμάτιο της μητέρας είναι άδειο. Εκτός κι αν περιμένουν κάποια στιγμή να επιστρέψει. Καληνύχτισα το μικρό σκυλάκι κι έκλεισα πίσω μου απαλά την πόρτα.    

 

Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

ΟΥΤΕ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ

Είχα καιρό να την δω. Κάνα εξάμηνο απ’ την κηδεία του θείου. Στο μνημόσυνο δεν πήγα. Δεν ξέρω αυτή τι έκανε κι ούτε με νοιάζει. Πάντως δεν ήπιαμε τον καφέ της παρηγοριάς για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα μας. Έτσι κι αλλιώς ήμασταν κι οι δυο ανεπιθύμητοι απ’ τους άλλους συγγενείς. Ούτε λόγος να γίνεται. Και το χαρτί με το νούμερο του τηλεφώνου που μου ‘δωσε το πέταξα. Περσινά ξινά σταφύλια και ξαναζεσταμένο φαγητό. Δεν ήθελα καινούργιες επαφές. Ποιο το νόημα. Το πολύ να με μπέρδευαν και να μου μόλυναν τις αναμνήσεις μου. Τώρα η φίλη του θείου καθόταν με έναν όμορφο νεαρό στην καφετέρια  απέναντι απ’ το δημοτικό θέατρο. Είχε σουρουπώσει και η πλατεία είχε αρκετή κίνηση. Τα μαγαζιά ήταν ακόμα ανοιχτά και ο κόσμος σουλατσάριζε πέρα δώθε. Τα μπρούτζινα λιοντάρια μας κοιτούσαν αμίλητα. Τα σιντριβάνια δεν είχαν νερό.

Την χαιρέτησα και μου είπε να καθίσω. Μου σύστησε τον νεαρό. Εκείνος μου χαμογέλασε. Μάλλον δεν τους διέκοψα από κάτι σοβαρό. Σέρνανε κι αυτοί την ώρα να περάσει. Χαθήκαμε σχολίασε μα δεν βρήκα κάποια εύκαιρη δικαιολογία να ξεφουρνίσω. Δεν είχα προετοιμάσει κάτι για την περίσταση. Δουλειές της είπα μόνο. Τρέχω και δεν φτάνω. Δεν ξέρω αν με πίστεψε. Παράγγειλα κι εγώ καφέ γιατί κάτι μου ‘λεγε πως η αποψινή νύχτα θα ήτανε μεγάλη. Έτσι κι αλλιώς ο ύπνος με έπαιρνε πάντα χαράματα. Του κρατούσε το χέρι σφιχτά κάτω απ’ το τραπέζι και τον κοίταζε στα μάτια. Κάτι πρέπει να ‘χαν οι δυο τους. Η κυρία ήταν τεκνατζού και μάλλον το χαρτζιλίκωνε το τεκνό. Δεν ζήλεψα. Μόνος μου και να ‘χω την ησυχία μου. Μακριά από μπερδέματα. Το ‘χα δει το όνειρο. Όμως τώρα δεν είχαμε να πούμε κάτι σημαντικό. Για τον καιρό ή την ακρίβεια της αγοράς θα ήταν μια συνηθισμένη σαχλαμάρα. Καλύτερα σιωπηλοί κι ο καθένας στην κοσμάρα του. Κι όμως δεν ένιωθα κάποια αμηχανία. Αντιθέτως οικειότητα. Εκείνη με κοίταζε μόνο και χαμογελούσε. Μάλλον δεν ήθελε να μιλήσει για τον θείο μπροστά σε τρίτο. Σίγουρα θα είχε πολλά να μου πει. Ήταν πρόσφατος ο χαμός του.

Η ώρα περνούσε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Η πλατεία είχε αραιώσει. Ο ουρανός σκοτεινός. Εκείνη τη στιγμή δυο σκιές στάθηκαν πάνω απ’ το κεφάλι μου σαν τον χάρο. Γεια σου θείε. Με χαιρέτησαν ταυτόχρονα με μια φωνή. Ταράχτηκα. Πανικοβλήθηκα. Πού με αναγνώρισαν τα μπασμένα. Είχαν χρόνια να με δουν. Μάλλον δεν είχα αλλάξει πολύ. Εκείνα είχαν μεγαλώσει και ομορφύνει. Τα δίδυμα ήταν όλο παράπονα απ’ τη συμπεριφορά μου κι άρχισαν να με πετροβολούν. Το κορίτσι είπε ότι τους είχα στήσει στη γιορτή του μπαμπά τους. Ήταν ανεπίτρεπτο. Τους το είχα υποσχεθεί. Με περιμένανε και δεν πήγα. Το αγόρι με ενημέρωσε και για ένα δυσάρεστο νέο. Η υγεία της γιαγιάς επιδεινώθηκε ραγδαία. Πλέον έχει προχωρημένη άνοια και δεν αναγνωρίζει κανέναν. Έγινε φυτό κι αναγκάστηκαν να την κλείσουν σε ίδρυμα. Καλά που μου το ‘πε για να μ’ απαλλάξει από περιττές τύψεις και ενοχές. Αχ καημένη μητερούλα. Τώρα μπορεί να ‘ναι καλύτερα για σένα και να μην βασανίζεσαι. Καμιά φορά οι μνήμες γίνονται σκληρές και εκδικητικές για τους ηλικιωμένους. Σίγουρα επώδυνες. Είναι καλό να ξεχνάς. Με μια φωνή με ρώτησαν γιατί δεν περνάω απ’ το σπίτι τους και γιατί δεν παίρνω ούτε ένα τηλέφωνο. Ρε τα μόμολα. Τελικά είναι πολύ ευαίσθητα. Ανησυχούν για το αν είμαι καλά ή αν έχω τσακωθεί με τους γονείς τους. Θέλουν να ξέρουν τα μυξιάρικα. Πάντως δεν μου κρατούν κακία για την συμπεριφορά μου. Με αγαπούν ότι κι αν έκανα. Τελικά τα ανιψάκια μου είναι καλά παιδιά. Πολύ τα γουστάρω. Αυτά τα μογγολάκια έχουν και μπόλικη πλάκα. Μου ‘ρχεται να τους τσιμπήσω το μάγουλο και να τα πλακώσω στις φάπες.

Ξαφνικά τα βλαμμένα πρόσεξαν ότι είχα παρέα. Τα βλέμματά τους στράφηκαν με απορία σε εκείνη και τον νεαρό. Τους σύστησα. Από δω η γυναίκα μου κι από κει ο γιος μου και ξάδερφός σας. Είναι η οικογένειά μου. Τόσα χρόνια υπήρξε το μεγάλο μου μυστικό. Το παραδέχομαι. Είχα διπλή ζωή. Έμειναν κόκαλο μ’ ανοιχτό το στόμα. Μπέρδεψαν την γλώσσα τους και χάσανε τη μιλιά τους. Δεν είχαν τι να πουν και τι να ομολογήσουν. Μόνο τους κοιτούσαν με γουρλωμένα τα πανέξυπνα ματάκια τους. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα ξεψυχισμένο γεια σας και χαίρω πολύ. Τους υποσχέθηκα ότι σύντομα θα περνούσαμε απ’ το σπίτι τους να γνωριστούμε καλύτερα. Τα χαιρετίσματά μας στους αγαπητούς σας γονείς. Όμως τα ευγενικά μου εφηβάκια ήταν βιαστικά. Είχαν να πάνε σε ένα πάρτι. Έτσι είπαν. Μας καληνύχτισαν κι έφυγαν τρέχοντας.     

Μόλις απομακρύνθηκαν και χάθηκαν απ’ το οπτικό μας πεδίο κοιταχτήκαμε με νόημα και ξεσπάσαμε κι οι τρεις σε ασυγκράτητα γέλια. Εκείνη τα βρήκε πολύ συμπαθητικά και με μάλωσε. Δεν είναι σωστό να τα δουλεύω. Άσε που μπορεί να ‘χα προβλήματα με τους δικούς τους. Πάντως κρίμα για την μαμά που έσβησε το μοχθηρό και τετραπέρατο μυαλουδάκι της τόσο άδοξα. Πλήρωσε το λογαριασμό στο γκαρσόνι και του άφησε πουρμπουάρ. Εγώ ήμουνα κερασμένος. Θα πήγαιναν σπίτι. Άμα ήθελα μπορούσα να τους ακολουθούσα για ένα ποτό. Θα τσιμπούσαν και κάτι. Κοίταξα τον νεαρό με νόημα. Σήκωσε τους ώμους του χαμογελώντας. Δεν είχε κανένα πρόβλημα. Ρε το τσόλι. Με είχε κι αυτός συμπαθήσει. Εντάξει τους είπα. Και δε πάμε. Δεν είχα τίποτα να χάσω. Να σπάσει κάπως και η μοναξιασμένη μου ρουτίνα.

Όμως εκείνο το βράδυ θα μου μείνει αξέχαστο. Πέρασα πολύ όμορφα. Όλα κύλισαν όπως τα είχα υπολογίσει. Το ξημέρωμα μας βρήκε ολόγυμνους και ξέπνοους στο κρεβάτι. Τη φίλη του θείου δεν την ξαναείδα από τότε. Μετά από χρόνια έμαθα νέα της απ’ τον όμορφο νεαρό. Τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο μαζί με την γυναίκα του. Είχε παντρευτεί πρόσφατα. Είχαν κι ένα παιδάκι. Εκείνη βρισκόταν μόνιμα πλέον στην πρωτεύουσα. Είχε φύγει ξαφνικά και απροειδοποίητα. Πήγε να φουσκώσει τα βυζιά της για να φαίνονται πιο όμορφα. Για τα από κάτω ούτε λόγος να γίνεται. Δεν θα πείραζε τίποτα. Καλά ήταν και περνούσε φίνα. Είχαν κρατήσει επαφή. Καμιά φορά τον έπαιρνε τηλέφωνο και τα λέγανε. Ρωτούσε και για μένα μα δεν ήξερε τι να της πει.    

 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

ΕΛΑ ΡΕ ΘΕΙΟ

Η εκκλησία δεν είχε πολύ κόσμο. Οι περισσότεροι ήταν γέροι και γριές. Ο ιερέας έψελνε και θυμιάτιζε τον νεκρό. Η οικογένεια της αδερφής του στεκόταν πλάι στο φέρετρο με τα χέρια σταυρωμένα σε στάση προσευχής και τα κεφάλια κατεβασμένα να κοιτάζουν το πάτωμα. Αυτοί τον βγάλανε ως οι κοντινότεροι συγγενείς. Δεν είχε δικιά του οικογένεια. Ο θείος απολάμβανε τις μεγάλες ξάπλες ανάμεσα σε λουλούδια και κορδέλες. Έφευγε από τον μάταιο τούτο κόσμο με δόξα και τιμή. Ότι έφτασε τα εβδομήντα με τη ζωή που έκανε αποτελούσε έκπληξη πρώτου μεγέθους. Τουλάχιστον για όσους τον ήξεραν καλά. Γερή κράση ο μπαγάσας. Είχε μεγάλα πάθη και δοκίμασε όλων των ειδών τις αμαρτίες. Με τα μπούνια μέσα στις καταχρήσεις και τις ασωτίες.

Είχα χρόνια να τον δω. Από τότε που έφυγα για την πρωτεύουσα. Τυχαία έμαθα για τον θάνατό του. Στην εξόδιο ακολουθία του δεν με κάλεσε κανείς. Ίσως να ήμουν και ανεπιθύμητος. Γι’ αυτό και καθόμουν παράμερα στην άκρη περιμένοντας τον πάτερ να τελειώσει. Δίπλα μου ξεχώρισα και τρεις φίλους του από τα παλιά. Τους θυμόμουν αχνά από εκείνα τα χρόνια. Αυτοί μάλλον όχι. Δεν μου ‘δωσαν καμία σημασία. Πλάι στην πόρτα στεκόταν κι εκείνη. Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου για να προστατεύουν τα κατακόκκινα μάτια της από την κακία των λοιπών συγγενών. Σίγουρα ένιωθε κι αυτή παράταιρη. Έλα ρε θείο. Ξύπνα. Μην κάνεις τον πεθαμένο. Άσε την πλάκα. Δεν το χάφτω τούτο το παραμύθι. Σήκω πάνω να φύγουμε από δω μέσα. Αυτό δεν είναι μέρος για μας. Πάμε κάπου πιο όμορφα να πιούμε και να γλεντήσουμε. 

Του χρωστάω πολλά. Ήταν ο μικρότερος αδερφός του πατέρα. Όταν ήμουνα μικρός δεν πολυερχόταν στο σπίτι γιατί δεν τον ήθελαν οι γυναίκες του σπιτιού. Δηλαδή το σόι της μάνας μου. Για αυτές ήταν ένας ανεπρόκοπος και αχαΐρευτος. Το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ούτε κι αυτός της χώνευε. Μα όταν έφυγα απ’ το σπίτι μου κακήν κακώς εκείνος με περιμάζεψε από τους πέντε δρόμους. Για κάμποσες μέρες γύριζα ανέστιος και πλάνης και κοιμόμουν όπου έβρισκα. Ντρεπόμουν να του χτυπήσω την πόρτα. Τυχαία με είδε στο δρόμο και με βούτηξε απ’ τον σβέρκο. Είχε μάθει τα κατορθώματά μου  κι ότι ήμουν αγνοούμενος. Τότε δούλευε ταξί και ήταν εργένης. Εκείνος σαραντάρης κι εγώ στα είκοσι. Με πήγε στο σπίτι του ένα μικρό δυάρι. Κοιμόμουν στον καναπέ του σαλονιού. Κάνα χρόνο κάθισα μαζί του. Περνούσαμε καλά οι δυο μας. Το βράδυ που τέλειωνε τη δουλειά βγαίναμε έξω και τα πίναμε με τα φιλαράκια του. Γνώρισε και τα δικά μου. Του άρεσαν. Δεν είχε κανένα πρόβλημα με τις παρέες μου. Ήταν περπατημένος και άνθρωπος της πιάτσας. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Μην μασάς ανιψιέ. Εσύ τη δουλειά σου. Κι άσε τον κόσμο να λέει τα δικά του. Έτσι μου είπε για να μου δώσει θάρρος.     

Ώσπου γνώρισε εκείνη και την σπίτωσε κανονικά. Ψηλή αρρενωπή κοκκινομάλλα. Κουκλάρα. Πλέον είχαμε γίνει πολλοί μέσα στο διαμερισματάκι. Δεν χωρούσαμε. Κι ούτε ήθελα να τους γίνομαι βάρος. Όμως εκείνος ήταν ανένδοτος. Είσαι ο γιος του συγχωρεμένου του αδερφού μου και η θέση σου είναι εδώ για όσο καιρό γουστάρεις. Δεν μας ενοχλείς καθόλου. Όλοι οι καλοί χωράνε. Οι γυναίκες είναι περαστικές και οι πιο πολλές μόνο μπελάδες φέρνουν. Αράχνες. Πεταμένα λεφτά. Αυτά μου ‘λεγε μα κείνη φαινόταν να την αγαπά και να την νοιάζεται. Με έναν τρόπο ταιριάζανε σε όλα. Ειδικά στο κρεβάτι. Τους άκουγα τα βράδια που κάνανε έρωτα και τρελαινόμουνα. Με έπιανε άγρια μούρλια. Μου ‘ρχόταν να πάρω τους δρόμους και τα άγρια βουνά. Κι ένα απόγευμα που ο θείος έλλειπε στη δουλειά άνοιξα την πόρτα της τουαλέτας και την είδα. Ήταν ολόγυμνη κι έπαιρνε το λουτρό της. Έπαθα σοκ. Έμεινα άναυδος. Ξύλιασα. Κοκάλωσα. Μπλοκάρισα τελείως. Είδα φάτσα κάρτα δυο καλοσχηματισμένα πεταχτά βυζάκια και παρακάτω ένα μεγάλο πέος μαζί με όλα τα παρελκόμενα. Η αγία τριάδα σε πλήρη παράταξη. Όταν με είδε ξαφνιάστηκε μα δεν ντράπηκε καθόλου. Ούτε προσπάθησε να κρύψει τα κάλλη της. Μου χαμογέλασε και συνέχισε να ρίχνει νερό πάνω στο όμορφο κορμί της για να φύγουν οι σαπουνάδες. Με κόπο κατάφερα να ψελλίσω μια συγνώμη και βγήκα τρέχοντας από το μπάνιο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα.     

Με τον θείο δεν σχολιάσαμε ποτέ το ατυχές περιστατικό. Σίγουρα θα το έμαθε και κάθε τόσο μου πέταγε διάφορες μπηχτές κι υπονοούμενα και περίεργες κουβέντες γελώντας τρανταχτά. Και μου ‘κλεινε με νόημα το μάτι. Κυρίως όποτε τα ‘πίνε κι ευθυμούσε κι ερχόταν στο τσακίρ κέφι. Τότε εγώ γινόμουν κατακόκκινος σαν παντζάρι. Τον ντρεπόμουν παρ’ όλο που ήξερα ότι τα λόγια του ήταν πάντα καλοπροαίρετα. Ώσπου μια μέρα μάζεψα τα μπογαλάκια μου κι έφυγα για άλλα μέρη για άλλη γη. Άνοιξα τα φτερά μου και πέταξα μακριά. Για άλλους λόγους βέβαια. Όμως στεναχωρέθηκε. Το είδα στα μάτια του όταν αγκαλιαστήκαμε για τελευταία φορά. Κόμπιαζε. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία απ’ το στόμα του. Καλή τύχη ανιψιέ και να ξέρεις ότι το σπίτι μου είναι πάντα ανοιχτό για σένα. Ότι πρόβλημα και να ‘χεις μη διστάσεις να έρθεις να με βρεις. Το ΄ξερα πως μ’ αγαπούσε όπως κι εγώ εκείνον. Γεια σου θείο και θα τα ξαναπούμε. Με αγκάλιασε κι αυτή δίνοντάς μου ένα στοργικό φιλί στο μάγουλο. Δεν τους ξαναείδα από τότε. Ούτε χρειάστηκε να τους ενοχλήσω.

Η λειτουργία είχε τελειώσει και ο κόσμος περνούσε μπροστά απ’ την κάσα για να ασπαστεί τον νεκρό. Έλα ρε θείο. Μη μου το χαλάς. Άσε τα ψόφια και σήκω να φύγουμε. Νομίζω ότι μου χαμογέλασε μα δεν κουνήθηκε ρούπι απ’ τη θέση του. Δεν πήγα κοντά του να τον φιλήσω. Ούτε κι εκείνη. Βγαίνοντας την πλησίασα για να την συλλυπηθώ. Στην αρχή δεν με αναγνώρισε. Όταν της είπα ποιος είμαι απ’ τη χαρά της δεν κρατήθηκε. Με αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάματα. Εκείνη δεν είχε αλλάξει πολύ. Ήταν ακόμα νέα και όμορφη. Έξυπνη γυναίκα με χαρακτήρα. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν μαζί με τον θείο ζευγάρι και πέρασαν μια καλή ζωή. Πέθανε ξαφνικά στον ύπνο του από ανακοπή μετά από άλλη μια ηδονική νύχτα. Ο συγχωρεμένος τα γλέντησε όλα κι έφυγε χορτάτος. Δεν ήταν παντρεμένοι με παπά και με κουμπάρο. Δεν είχαν νομιμοποιήσει τη σχέση τους. Δεν το ήθελε εκείνος. Είχε στεναχωρηθεί πολύ που έκοψα τις επαφές μαζί τους. Το είχε πάρει κατάκαρδα μα δεν μου κρατούσε κακία. Να ‘ναι καλά το παιδί. Έτσι της έλεγε και το πίστευε βαθιά. Ήταν αλήθεια. Είχα φανεί κάπως αχάριστος απέναντί του. Λάθη της νεότητας που είναι πάντα βιαστική και επιπόλαια. Όμως δεν είχα καμιά δικαιολογία. Έφταιγα κι ένιωθα τύψεις.  

Η νεκροφόρα και τ’ άλλα αμάξια ξεκίνησαν για την τελευταία κατοικία του θείου. Σε τόπο χλοερό και μέρος αναψύξεως και αναπαύσεως μέχρι τη δευτέρα παρουσία. Δεν θα ακολουθούσαμε τους άλλους συγγενείς στο νεκροταφείο. Μάλλον αισθανόμασταν λίγο απόμακροι και παρείσακτοι. Δεν κολλάγαμε. Κάτι σαν μαύρα πρόβατα ας πούμε. Λίγο πριν φύγουμε απ’ την εκκλησία και χωρίσουμε μου ‘δωσε το τηλέφωνό της. Αν ήθελα θα μπορούσαμε να βρεθούμε για ένα καφέ να θυμηθούμε τα παλιά. Εντάξει της είπα. Της το υποσχέθηκα. Μόλις μπορέσω. Με την πρώτη ευκαιρία.

 

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ (Η ΓΡΑΒΑΤΑ)

 Μες στη σιωπή δεν γνωρίζεις. Πρέπει να συνεχίσεις.

Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω.

                                                     Σάμιουελ Μπέκετ

Έχω ψάξει παντού σ’ όλο το διαμέρισμα. Σε συρτάρια και ντουλάπες. Έχω φάει τον κόσμο να την βρω. Όμως χωρίς αποτέλεσμα. Άφαντη. Δεν είναι πουθενά. Σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Αποκλείεται να την χάρισα ή να την πέταξα. Ίσως να χάθηκε στην προηγούμενη μετακόμιση. Κρίμα. Ήταν η αγαπημένη μου γραβάτα και η μοναδική. Μπλε σκούρα από φίνο μετάξι. Δεν την είχα ξαναφορέσει. Θα την εγκαινίαζα σήμερα το βράδυ στη γιορτή του γαμπρού μου μαζί με το καλό μου το κουστούμι. Με λευκό πουκάμισο και μαύρα λουστρίνια βέβαια. Είμαι καλεσμένος και ήθελα να εμφανιστώ πολύ επίσημα ντυμένος. Στην πένα που λένε. Φρεσκοξυρισμένος και αρωματισμένος. Όχι τόσο για να τιμήσω την περίσταση όσο για να κάνω εντύπωση. Να καταπλήξω τα πλήθη. Συγγενείς και γνωστούς που έχω χρόνια να δω. Πρόσωπα άλλης εποχή. Ήθελα να πάω με τα ρούχα που θα μου φορούσαν όταν θα ερχόταν η ώρα μου για το τελευταίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα. Καθαρά και σιδερωμένα. Μόνο η γραβάτα έλλειπε.

Χτες με πήρε η αδερφή μου τηλέφωνο. Δεν ξέρω πού βρήκε το νούμερο γιατί το έχω απόρρητο. Τελικά σήμερα δεν είναι κανείς ασφαλής. Μου είπε και για τη μητέρα. Δεν είναι πολύ καλά. Με ζητάει συνέχεια και μάλλον είναι στα τελευταία της. Σύντομα θα τα κακαρώσει. Βέβαια αυτός δεν είναι σοβαρός λόγος για να παρευρεθείς σε ένα γιορτάσι. Κι όμως μετά από τριάντα χρόνια με λύγισε. Τελευταία έχω γίνει πολύ ευσυγκίνητος. Της είπα εντάξει κι έχω σκοπό να τηρήσω τον λόγο μου. Ανησυχούν για μένα. Πού δουλεύω και πώς τα βγάζω πέρα με την ζωή μου. Μια χαρά είμαι. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Έτσι της απάντησα. Μόνο που δεν βρίσκω την γραβάτα του πατέρα. Εκείνη που έδεσε γύρω απ’ το λαιμό του και κρεμάστηκε μέσα στο μπάνιο απ’ τους σωλήνες του θερμοσίφωνα. Με διπλό κόμπο για σιγουριά. Φορούσε το γαμπριάτικο κουστούμι του κι ήταν έτοιμος για την κάσα. Ξημερώματα σαββάτου κι είχε ακόμα τα μάτια ανοιχτά. Είχα βγει βόλτα με κάποιους συμφοιτητές μου κι όταν γύρισα τον βρήκα. Οι άλλοι κοιμούνταν του καλού καιρού. Πάνω στο πλυντήριο βρισκόταν το χαρτί με τα ορνιθοσκαλίσματά του. Με δυσκολία τα έβγαζα. Έβριζε χυδαία τα γύναια του σπιτιού που του φάγανε ολόκληρη τη ζωή. Με μίσος και οργή τις κατονόμαζε ευθέως ως ηθικούς αυτουργούς της απελπισμένης του πράξης. Ήθελε να ξεφύγει και να απελευθερωθεί από σύζυγο πεθερά κι αδερφή. Εκείνες φταίγανε. Όχι βέβαια η κορούλα του που ήταν ακόμα ένα αθώο νήπιο. Είχε πέσει θύμα της γυναικοκρατίας. Αυτές κάνανε κουμάντο. Το υστερόγραφο αναφερόταν σε μένα αποκλειστικά. Τον γιο του τον λεβέντη που κάποτε έδωσε μεγάλη μάχη για να πάρει το όνομα του δικού του πατέρα ενάντια σε όλο το βρωμόσογο της μητέρας. Μου ζητούσε συγνώμη μα δεν άντεχε άλλο. Θα τον καταλάβαινα αργότερα όταν θα μεγάλωνα. Δηλαδή τώρα που είμαι στην ηλικία του πενήντα χρονών. Κι όμως ακόμα να βγάλω άκρη.   

Με κάποιο μαγικό τρόπο το σημείωμα του πατέρα εξαφανίστηκε κι εκείνος χώθηκε βιαστικά στο λάκκο του νεκροταφείου. Οι μαυροφόρες τού κλείσανε  τα μάτια. Μόνο την γραβάτα του κατάφερα να κρατήσω για ενθύμιο και ενδεχομένως για κάποια μελλοντική χρήση. Πειστήριο και όργανο του εγκλήματος. Το πένθος τους δεν κράτησε πολύ. Η μητέρα σύντομα ξαναπαντρεύτηκε. Ήτα νέα ακόμα για να παραμείνει χήρα. Αν και μετά από κάποια χρόνια ξέκανε και τον ευκατάστατο πατριό μου. Πάει κι αυτός. Εγώ αποτραβήχτηκα στη γωνιά μου μα σύντομα με βάλανε στην μπούκα. Δεν τους άρεσαν οι παρέες και οι συναναστροφές μου. Οι καινούργιοι μου φίλοι τους βρώμαγαν. Δεν ήταν του επιπέδου μου. Πλέον δεν συμφωνούσαν με τις επιλογές μου μα δεν με ένοιαζε καθόλου. Και ξαφνικά μια μέρα έγινε η μεγάλη έκρηξη. Ξέσπασα πάνω τους για όλα όσα τους είχα μαζεμένα τόσα χρόνια. Και στην τελική αυτός είμαι και σε όποιον αρέσω. Έτσι τους είπα. Μετά μάζεψα τα μπογαλάκια μου κι έφυγα απ’ το σπίτι. Ξέκοψα από όλους μια και καλή ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω μου. Τον πρώτο καιρό πήγα κι έμεινα στον αδερφό του πατέρα μου. Με δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ήταν εργένης και ταξιτζής. Παράτησα και το πανεπιστήμιο. Άφησα στη μέση τα οικονομικά. Πλέον δεν υπήρχε κανένα λογιστικό γραφείο για να κληρονομήσω και να συνεχίσω την οικογενειακή μας παράδοση. Άσε που δεν μου άρεσαν. Αγγαρεία έκανα για να μην τον στεναχωρήσω. Για να μην του δώσω άλλη μια πίκρα. Δεν υπήρχε λοιπόν πλέον κανένας λόγος να πάρω το πτυχίο. Όμως το θύμα επιστρέφει πάντα στο τόπο του εγκλήματος για να ξαναδολοφονηθεί.

Η ώρα περνούσε. Ήμουν πια απελπισμένος κι είχα σταματήσει να ψάχνω. Τότε χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και τον είδα μπροστά μου. Μου χαμογελούσε δειλά σαν σκανταλιάρικο παιδί που έχει μετανιώσει για κάποια αταξία του. Ή που το πιάνουνε στα πράσα. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Ήρθε απροειδοποίητα από την πρωτεύουσα για να μου κάνει έκπληξη. Αν τον θέλω θα μείνει όλο το σαββατοκύριακο. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Τον είχα ήδη συγχωρέσει. Εγώ είμαι μια μεγάλη καρδιά κι εκείνος μικρός και άμυαλος ακόμη. Του ρίχνω δεκαεφτά χρόνια στο κεφάλι αλλά με τον καιρό θα στρώσει. Έχε χάρη που είναι καλό και όμορφο παιδί. Δεν θυμάμαι καν γιατί τα είχαμε τσουγκρίσει πριν κάνα εξάμηνο. Μου είχε στείλει απευθείας τελεσίγραφο χωρίς υστερόγραφα και υποσημειώσεις μα δεν το είχα πάρει στα σοβαρά. Έκανε ζαβολιές και η απάντησή μου ήταν εξίσου τηλεγραφική. Έτσι τσακωθήκαμε. Χωρίς κάποιο σοβαρό λόγο. Από κουτά πείσματα και ηλίθιους εγωισμούς. Είχαμε λοιπόν καιρό να τα πούμε. Ούτε ένα τηλέφωνο. Τον τράβηξα στα ενδότερα και πέσαμε με φόρα στο κρεβάτι για χάδια και φιλιά. Γδυθήκαμε γρήγορα και κάναμε έρωτα παθιασμένα. Η μάχη ήταν σκληρή και αμφίρροπη. Όταν τελειώσαμε είχαμε απομείνει δυο ξέπνοα ιδρωμένα κορμιά πλήρη από ηδονή.    

Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τότε ήταν που θυμήθηκα το γιορτάσι του γαμπρού μου και την ετοιμοθάνατη μαμά. Τον ενημέρωσα. Θα πηγαίναμε μαζί να τον γνωρίσουν κιόλας. Θα είχε μεγάλη πλάκα και συγκινήσεις μέχρι λιποθυμίας. Είχαμε αργήσει μα πεινούσαμε και θα τρώγαμε του σκασμού. Λίγο θα καθόμασταν. Μετά όλη η νύχτα θα ήταν και πάλι δικιά μας. Τον ρώτησα αν του βρίσκεται πρόχειρη καμιά γραβάτα. Με κοίταξε περίεργα νομίζοντας ότι του κάνω πλάκα. Μετά έβαλε τα γέλια. Αφού το ξέρεις ότι δεν έχω φορέσει ποτέ. Με πνίγει στο λαιμό. Έτσι μου είπε ο ζαβολιάρης. Δεν το θυμόμουν μα δεν είχα και λόγους να μην τον πιστέψω.