Κυριακή 29 Μαΐου 2016

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΟΔΙΑ

Σε τρία λεπτά το λεωφορείο ξεκινά. Το δρομολόγιο είναι εξπρές, με ανοιχτό το εισιτήριο της επιστροφής, για κάθε ενδεχόμενο. Σάββατο μεσημέρι, μέρα ζεστή, φωτεινή, ανοιξιάτικη. Το ποτήρι φαίνεται για λίγο πάνω από τη μέση, μετά αδειάζει τελείως. Δεν το κάνει θέμα, ούτε δυσανασχετεί. Μόνο που έχει είκοσι χρόνια να περάσει τα διόδια.
Ο οδηγός έχει κιόλας ανάψει τσιγάρο, ρουφάει καφέ απ’ το καλαμάκι και ψάχνει στο ραδιόφωνο για λαϊκά. Το πούλμαν είναι γεμάτο, μόνο η διπλανή του θέση παραμένει άδεια. Μεγάλη κωλοφαρδία. Σχεδιάζει να απλώσει το κουρασμένο του κορμί, να κλείσει  τα μάτια και να ξαναγίνει ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.  Μα τα όμορφα  όνειρα κρατάνε λίγο.  Είναι ψιλή, αδύνατη και χαμογελαστή και του ζητάει ευγενικά να περάσει στη θέση της. Έφτασε με την ψυχή στο στόμα, του δικαιολογείται, μα ευτυχώς πρόλαβε. Τα μαλλιά της είναι μακριά, κατάμαυρα, τα χέρια της λεπτά και απαλά, μοιάζει με φοιτήτρια, γύρω στα είκοσι. Δεν έχει βάψει τα νύχια, ούτε τα ροδαλά της χειλάκια, όλα είναι αγνά και απόρνευτα ακόμα. Τις κάνει χώρο να περάσει και μαζεύεται στη θέση του. Οι πόρτες κλείνουν σφυρίζοντας και το λεωφορείο  ξεκινά. Σταματά να την κοιτάζει επίμονα και ρίχνει το κεφάλι του πίσω στο κάθισμα. Παρακαλεί για λίγο ύπνο. Από παιδί έχει να προσευχηθεί. Μα ο θεός δεν τον ακούει, είναι κακός και μοχθηρός. Αν υπάρχει.
 Είκοσι χρόνια είναι πολλά, σχεδόν μισή ζωή. Ακόμα αναρωτιέται αν πρέπει να γυρίσει πίσω. Όλα αυτά τα χρόνια έκοψε κάθε επαφή, μ’ όλους, μόνο με τον αδερφό του κράτησε μια επικοινωνία, κι αυτή τυπική βέβαια, απ’ το τηλέφωνο. Κι αυτός το μέρος της πήρε τότε, όλοι –φίλοι, συγγενείς- απέναντι βρεθήκανε, αυτό δεν μπορεί να το ξεχάσει.  Πήρε τα μάτια του και έφυγε. Τώρα όμως τα ψέματα τέλειωσαν. Τουλάχιστον με τον μεγάλο πρέπει να δοθούν οι σοβαρές  εξηγήσεις, οι  τελεσίδικες. Αυτές δεν πρόκειται να τις δει, ότι είχαν να πουν το είπαν τότε, πριν απ’ το διαζύγιο. Και θα μείνει σε ξενοδοχείο, αυτό είναι σίγουρο. Έτσι κι αλλιώς δεν τον περιμένουν, δεν τους έχει ειδοποιήσει  ότι κατεβαίνει. Ούτε και για την αρρώστια θα τους πει.
Το κινητό της μικρής χτυπά όλο και πιο δυνατά. Είναι  η μητέρα της. Διαρκώς ανησυχεί και της λέει να προσέχει. Όταν θα φτάσει να την πάρει τηλέφωνο. «Εντάξει, μαμά, εντάξει!» επαναλαμβάνει κάθε τόσο αυτή και στο τέλος κλείνει τη συσκευή τσαντισμένη. Ανταλλάσουν ματιές συνενοχής και χαμογελούν. «Έτσι είναι οι μαμάδες!» της λέει για  παρηγοριά κι αυτή ξεφυσά με παράπονο. Δεν λένε κάτι άλλο, μόνο κάθε τόσο κοιτάζονται λοξά. Κάποια στιγμή την πιάνει να τον κρυφοκοιτάζει από το τζάμι. Αυτή σαστίζει απ’ την ντροπή και κλείνει απότομα τα μάτια, κάνει πως κοιμάται. Στην επόμενη στροφή  οι γοφοί τους αγγίζονται, κολλάει ο ένας με τον άλλο, μα δεν ενοχλούνται. Το εφαρμοστό παντελόνι και η ξέσκεπη μέση τον ερεθίζουν. Μπορεί να ‘ταν και κόρη του, μα έχει σάρκα σφιχτή και απαλή, κωλαράκι στενό και καλοσμιλεμένο. Πλησιάζει με την άκρη των δαχτύλων του μα τελευταία στιγμή σταματά.  Πλέον στα εξήντα του μπορεί και σταματά, γλυτώνει τα χειρότερα. Ίσως πάλι να μην την ενοχλούσε, συμβαίνει καμιά φοράν, μα δεν είναι κανάς λιγούρης, και το κορίτσι αυτό δίπλα του μπορεί να ‘ταν και κόρη του. Γυρνάει  από την άλλη, κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να ονειρευτεί.
 Ούτε ο φίλος του ξέρει για το ταξίδι. Στο σημείωμα του γράφει ότι πάει για λίγες μέρες  κάτω, για δουλειές, θα τα πούνε σύντομα. Όταν το απόγευμα το διαβάσει, θα τον πάρει και θα του ζητήσει εξηγήσεις. Ξέρει για την παλιά ιστορία, η ξαφνική αναχώρηση θα τον βάλει σε υποψίες. Γι’ αυτό έκλεισε το κινητό.  Ούτε αυτός ξέρει για την αρρώστια, όλα γίνανε πολύ γρήγορα, όμως κάποια στιγμή πρέπει να του πει. Έτσι κι αλλιώς πλέον κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει. Η στατιστική των ειδικών δίνει μόνο τρεις μήνες, μετά τέλος. Και αυτό τελικά  είναι το πρόβλημα, τι να κάνει με το χρόνο που απομένει. Λίγες μέρες στην πόλη του βέβαια, για τελευταία φορά, μετά ότι μένει θα το πετάξει στα σκουπίδια. Ποτέ δεν άντεχε τις αντίστροφες μετρήσεις, πόσο μάλλον αυτή που είναι και η τελική. Και ο κακός θεούλης δεν κάνει πλέον θαύματα. Αν υπάρχει.
Πέρασαν κιόλας τον ισθμό και τα πρώτα διόδια,  τώρα όμως πάνε αργά. Ο κωλόδρομος έχει γίνει μια λωρίδα, παντού έργα, μπουλντόζες, διαχωριστικές κορύνες και επικίνδυνες στροφές. Μπροστά ο οδηγός συνέχεια  ιδρώνει και ξεϊδρώνει, μ’ ένα πανί σκουπίζει το καραφλό του κεφάλι. Το ραδιόφωνο είναι στο σπινό, ίσα που ακούγεται. Όλοι οι άλλοι κοιμούνται. Το κορίτσι έχει γύρει στον ώμο του, μυρίζει το άρωμα των μαλλιών της και απ’ το βάθος έρχεται ένα μακρόσυρτο ροχαλητό που τον νανουρίζει. Επιτέλους, μετά από τέσσερα μερόνυχτα καταφέρνει να τον πάρει ο ύπνος. Βλέπει μόνο όμορφα όνειρα, πολλά όνειρα, που του λείψανε όλες αυτές τις μέρες και που μόλις ξυπνήσει θα τις τα διηγηθεί και μετά θα της πει πόσο όμορφη κοπέλα είναι και πόσο πολύ του αρέσει, ότι μοιάζει με την κόρη του, και με την μάνα του λίγο, και θα αλλάξουνε τηλέφωνα και θα βρεθούνε στην πόλη τους για έναν καφέ, να γνωριστούνε καλύτερα, τρεις μήνες είναι πολύ, και αυτή δεν θα του αρνηθεί, τα σοβαρά του λόγια θα την κολακέψουν, η ωριμότητά του, η ομορφιά του, παρά τα χρόνια δεν τον έχει εγκαταλείψει, η κοφτερή του σκέψη και η καλή του η καρδιά, όλα αυτά, που θα θαυμάσει πάνω του, θα την μαγέψουν και θα την αποπλανήσουν και θα την σύρουν οικειοθελώς σε σκοτεινά πάρκα και θλιμμένα δωμάτια, όπου εκεί θα γυμνώνουν τα κορμιά τους και θα σμίγουν, κάθε νύχτα, όλη νύχτα, τρεις μήνες είναι πολύ, με το φως του κεριού μόνο, μέχρι να σβήσει κι αυτό, και με τραβηγμένες τις βαριές κόκκινες κουρτίνες, με μισόκλειστα τα παντζούρια, θα τις χαϊδεύει το μακρόστενο κορμί της, απ’ την κορυφή ως τα νύχια και θα της γλύφει τις ρώγες, θα της φυλάει το λαιμό, τα χείλη, τα μάτια, όλα,  και μέσα της θα μπαίνει μόνο  όταν αυτή του το ζητάει επιτακτικά, όχι πιο πριν, ποτέ βιαστικά, ποτέ βίαια, πλέον μπορεί. Τρεις μήνες μόνο…
Ξύπνησαν απότομα και κοιτάχτηκαν έντρομοι στα μάτια. Η κραυγή μαρτυρούσε άπειρο πόνο και ερχόταν από μπροστά. Αμέσως μετά ακούστηκαν χοντρά σίδερα  να σπάνε και το λεωφορείο  αναποδογύρισε και μπήκε σε καθοδική πορεία. Βρεθήκανε χάμω, στη μέση του διαδρόμου, πλακωμένοι από άλλα κορμιά, ματωμένοι και χτυπημένοι, αμίλητοι, να κοιτάζονται με απορία. Για μια στιγμή μόνο. Μετά ακούστηκε η έκρηξη.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ


Το ουζερί είναι γεμάτο από νωρίς. Αυτός κάθεται μόνος, πίνει το ούζο του και φουμάρει αργά. Κάθε τόσο ρίχνει καμιά ματιά έξω στην πλατεία. Οι παρέες είναι κεφάτες, πολύβουες, το κασετόφωνο παίζει λαϊκά στη διαπασών και τα τζιτζίκια έχουν αρχίσει το φάλτσο τραγούδι τους μέσα στα αυτιά του. Προσπαθεί να τα αγνοήσει, να σκεφτεί κάτι ευχάριστο, κάπου αλλού να στρέψει την προσοχή του, μα δεν τα καταφέρνει. Δεν πειράζει. Μετά το δεύτερο καραφάκι, θα μεθύσουν, θα ζαλιστούν και θα σταματήσουν από μόνα τους. 
 Έξω δεν κυκλοφορεί ψυχή. Γενάρης στα τελειώματα, δέκα παρά, απόβραδο παγερό, μοναξιασμένο και το ψιλόβροχο να σου περονιάζει τα κόκαλα. Ακόμα και τα αδέσποτα έχουν εξαφανιστεί. Μόνο ένας γάτος κατάμαυρος, έχει ανέβει σ’ έναν ξέσκεπο κάδο και ψάχνει στα σκουπίδια. Ξαφνικά, γυρνάει το κεφάλι προς το μέρος του και τον κοιτά. Αυτός του χαμογελά, σβήνει την γόπα του στο τασάκι και παραγγέλνει άλλο ένα καραφάκι.
Τις τελευταίες μέρες δεν κοιμάται καλά, τα νεύρα του έχουν γίνει σμπαράλια. Είναι στα μαύρα πανιά. Από τη μια εκείνο το κωλοόνειρο που τον ξυπνάει κάθε βράδυ μούσκεμα στον ιδρώτα, από την άλλη κάθε τόσο ζαλάδες και ίλιγγοι, τρία χρόνια τραβιέται στους ωριλάδες, μα δεν βρίσκουν τι έχει. Είναι ψυχολογικό, του λένε κάποιοι, πρέπει να τον δουν οι ειδικοί,  χρειάζεται άλλη θεραπεία. Γελιούνται αν νομίζουν ότι χάφτει μύγες, να πάνε αλλού να πουλήσουν τα παραμύθια τους. Στο τέλος θα τον βγάλουν και τρελό, οι κομπογιαννίτες, επιστήμονες,  σου λένε. Δεν τους έχει ανάγκη, θα βρει μόνος του την άκρη.
Στο τηλέφωνο είναι ο γιος του. Μόλις τέλειωσε από το φροντιστήριο, έγραψε καλά στο διαγώνισμα, δυστυχώς, δεν μπορεί να τον δει σήμερα, έχει κανονίσει με τους φίλους του, αύριο όμως σίγουρα. Καλύτερα έτσι, σήμερα δεν έχει όρεξη να δει κανέναν. Ακόμη κι  αυτόν, που του έχει αδυναμία.
Δεκαπενταύγουστος, πριν από  δέκα χρόνια, στη γιορτή της πεθεράς του. Τον βαστάει στην αγκαλιά του, δίπλα του εκείνη και γαντζωμένη στο παντελόνι η κόρη του. Είναι όλοι μαζί, χαμογελάνε, η φωτογραφία τους δείχνει ευτυχισμένους και αυτός έχει ακόμα τα  σγουρά του  μαλλιά. «Ότι κι αν πω δεν σε ξεχνώ…» παίζει στο κασετόφωνο. Τα τζιτζίκια σταμάτησαν και πήγανε για ύπνο. Το έχει τσεκάρει, στο δεύτερο καραφάκι πάντα σταματούν. Παραγγέλνει και άλλο.
Χώρισαν το επόμενο καλοκαίρι. Μήνες πριν είχε προσέξει κάποια αλλαγή, μα δεν έδωσε σημασία. Μάλλον δεν ήθελε να το πιστέψει, μα αναγκάστηκε όταν, κατά διαβολική σύμπτωση, τους είδε μαζί, με τα ίδια του τα μάτια, στο αμάξι του λεγάμενου. Στην αρχή προσπάθησε να τον βγάλει τρελό, ότι δεν πρόσεξε καλά, πρέπει να ήταν κάποια που της έμοιαζε, όχι αυτή, αποκλείεται, αυτή που τον αγαπάει τόσο. Έπρεπε να την πιστέψει, τον αγαπούσε, του ορκιζόταν σε θεούς και  δαίμονες, ποτάμι έτρεχαν τα δάκρυα. Στο τέλος δεν άντεξε και τα παραδέχτηκε όλα. Ήταν ερωτευμένη, του είπε, έπρεπε όμως να τη συγχωρέσει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό, ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις της, μα έφταιγε κι αυτός. Δεν την συγχώρησε, αμέσως  ζήτησε διαζύγιο και γύρισε στο πατρικό του. Και ο πατέρας του ήταν απόλυτος. Δεν έπρεπε να της δώσει δεύτερη ευκαιρία, πάλι θα του την ξανάκανε. Και η γειτονιά κουβέντιαζε, στη δουλειά  θα γελούσαν πίσω από την πλάτη του, θα είχε μαθευτεί παντού για τον κερατά, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.  Όσο για τα παιδιά, θα μεγάλωναν και θα καταλάβαιναν. Τον άκουσε  και χώρισε. Πάντα τον άκουγε.
Κατεβάζει το ποτήρι μονοκοπανιά. Το τασάκι έχει γεμίσει στάχτες κι αποτσίγαρα, το βλέμμα πάντα καρφωμένο στην κάφτρα να την διαπερνάει. Το κασετόφωνο μιλάει για ένα λυπημένο σαββατόβραδο, μουντό συννεφιασμένο, και τον χάρο που θα ‘ρθει την άλλη μέρα να τον πάρει. Μια νύχτα μόνο μένει και μετά τέλος. Ήταν το τραγούδι του, του άρεσε, το  χόρευε όμορφα. Σαν σήμερα τον έχασε, του λείπει, ήταν σερνικός, λεβεντάντρας, τον καταλάβαινε. Δεν ήξερε να χορεύει, μα ήθελε να σηκωθεί, για  πρώτη φορά στη ζωή του, κι ας γελούσε όλο το μαγαζί με την πάρτη του. Ίσως και να μη γελούσαν.
Βρίσκεται όρθιος στη μέση του μαγαζιού. Τα χέρια μισάνοιχτα, σκυφτός, τα μάτια του στο δάπεδο. Περιστρέφεται αργά γύρω απ’ τον εαυτό του, μετά λίγο πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Γύρω του ακούει παλαμάκια και όπα και  το τραγούδι δυναμώνει, δυναμώνει πιο πολύ, τα αυτιά του πονάνε, είναι έτοιμα να σπάσουν, μα δεν σταματά. Τα τζιτζίκια τρομαγμένα εγκαταλείπουν τη φωλιά τους και μιλιούνια γεμίζουν το πάτωμα. Πατάει όσα περισσότερα μπορεί, μα είναι πολλά, δεν τα προλαβαίνει. «Μπράβο μάγκα, έτσι, συνέχισε!», ακούει τις φωνές, τα σπασίματα, τα γέλια. Κάποιοι βαράνε ακόμα παλαμάκια, ένας έχει πάρει το κασετόφωνο στα χέρια και χορεύει πλάι του. Αυτός δεν βλέπει τίποτα, με το κεφάλι κατεβασμένο πατάει όσα περισσότερα τζιτζίκια μπορεί…
Το ρολόι στον τοίχο δείχνει περασμένες τέσσερις. Το ουζερί έχει αδειάσει, άδειο και το πακέτο με τα τσιγάρα. Φουμάρει αργά. Έχει μείνει τελευταίος. Το πάτωμα γεμάτο κομμάτια και θρύψαλα. Ο κάπελας πίσω από τον πάγκο πλένει ποτήρια, θα σκουπίσει αύριο. Τα τζιτζίκια κοιμούνται ακόμα του καλού καιρού.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Η ΠΑΡΤΙΔΑ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ

                                                        Καινούργιο φέρετρο η καινούργια μέρα
                                                                                                         Ν.Κ.

Στο υπόγειο του Καρούζου οι τοίχοι είναι υγροί και ξεφτισμένοι, τα έπιπλα λιγοστά, ένα κρεβάτι εκστρατείας από τα χρόνια του εμφυλίου, ένα ερμάριο γεμάτο από  βιβλία και αποκόμματα εφημερίδων, δυο ψάθινες καρέκλες, ένα μικρό τραπέζι. Ο κύριος Νίκος μένει μόνος στο υπόγειο και δεν δέχεται επισκέψεις, πλέον δεν είναι διαθέσιμος. Το ούζο του το πίνει σε πλαστικό κυπελάκι πάντα σκέτο -ξεροσφύρι και χωρίς νερό- και απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο βλέπει τα πόδια να περνούν ασπόνδυλα, χωρίς κεφάλια. Κάπου κάπου ένας κανελής σκύλος στέκεται στο πεζοδρόμιο και τον κατουρά, μα δεν δείχνει να ενοχλείται. Και όταν σκοτεινιάσει για τα καλά, αυτός, ο γιος του χάους και της νύχτας, φοράει το καλό του το κουστούμι και παίρνει αμπάριζα τους δρόμους και τα μπαρ ως το πρωί. Μόνο την Πέμπτη το απόγευμα κάνει μια εξαίρεση, ανοίγει το τάβλι και τον περιμένει. Ο Λοΐζος έρχεται πάντα αργοπορημένος, δίνει ένα σάλτο και μπαίνει μέσα απ’ το παράθυρο. Πίνουνε ούζα, καπνίζουν άφιλτρα και παίζουν πόρτες, πλακωτό και φεύγα, ατέλειωτες παρτίδες όλη νύχτα. Κάποια στιγμή ο Μάνος παίρνει την κιθάρα και παίζει το τελευταίο του τραγούδι ή πιο σπάνια κάποια ξεχασμένη μελωδία του Γιάννη Σεβαστιανού Μπαχ. Αυτός, πάνω στο τσιγαρόχαρτο, γράφει ένα ποίημα και του το χαρίζει. Παραπέρα κάθεται στη γωνιά του, σεμνός κι ακριβοδίκαιος, ο κυρ Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης.  Πίνει αμίλητος το κρασάκι του και τους παρακολουθεί. Είναι ο αυτόπτης μάρτυρας, ο κριτής των τελευταίων ημερών, ο διαιτητής τους. Αυτός, ο ανοξείδωτος, που το πρωί, στο τέλος της κοπιαστικής ολονυχτίας, θα επικυρώσει το αποτέλεσμα.
Ισοπαλία.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΦΙΛΟΣ

Ήταν σίγουρα ο καλύτερός του φίλος. Ο μοναδικός. Το φώναζε και το διατυμπανούσε σε κάθε ευκαιρία και καμάρωνε γι’ αυτόν. (Του έλεγε πάντοτε πως κάπως υπερβάλει).
Γνωρίστηκαν τυχαία σε μια ταβέρνα της παλιάς πόλης, κοντά στο κάστρο. Δεν ξέρει πως, μα τον εμπιστεύτηκε και του ανοίχτηκε αμέσως. Εκείνο το βράδυ του μίλησε για τη γυναίκα του –την πρώην- που του γάμισε τη ζωή, για τη δουλειά του στο γραφείο που πλέον δεν αντέχει, για τα παιδιά του που δεν τον καταλαβαίνουν, για όλα. (Άκουγε αμίλητος, φυσώντας τον καπνό προς το ταβάνι).
Φίλους πολλούς δεν είχε πλέον, παντρεύτηκαν και χάθηκαν. Για συνάδελφους ούτε λόγος να γίνεται, όλο μουρμούρες και μισόλογα πίσω απ’ την πλάτη του, θα λέγαν για τον κερατά. Μίλησε και για τα οράματα της νιότης που ρίμαξαν και σάπισαν, για την κοινωνία την καλύτερη που αργούσε να ‘ρθει, για το κόμμα –δεν έλειπε από πορείες και συλλαλητήρια- μα ακόμα δεν είχε χάσει την ελπίδα του. (Έπινε αμίλητος, καρφώνοντας τα μάτια προς την πόρτα).
Τον συμπάθησε αμέσως, δεν ήξερε γιατί. Ίσως για τους γονείς που έχασε μικρός, για τον αδερφό με την παράξενη αρρώστια, γι’ αυτά που ήθελε να κάνει μα δεν μπόρεσε. Για την δική του τη σκλαβιά στην εργασία. Που ήταν μόνος κι αυτός. Ίσως. (Γνώριζε καλά από τέτοια. Του είπε και τα δικά του κοιτώντας τον στα μάτια).
Έγιναν αχώριστοι, κάθε βράδυ μαζί. Ποτά, τσιγάρα, μουσικές και αλητείες, καλαμπούρια, πικρή κουβέντα δεν αλλάξανε. Μα και στις στεναχώριες πλάι, τότε που έχασε τη μάνα του κι αυτός αρρώστησε βαριά. Ήταν σίγουρα ο καλύτερός του φίλος, ο μοναδικός. Το φώναζε και το διατυμπανούσε σε κάθε ευκαιρία και καμάρωνε γι’ αυτόν. (Του ‘λεγε πάντοτε πως κάπως υπερβάλει).
Όταν τα έμαθε του ήρθε πυραμίδα στο κεφάλι, ούτε που του ‘χε περάσει απ’ το μυαλό. Δεν ήθελε να τα πιστέψει, μα του τα είπαν άνθρωποι νοικοκυραίοι, μειλίχιοι μικροαστοί, σοβαροί και μετρημένοι. Κάτι για ύποπτες παρέες, βόλτες παράωρες στα σκοτεινά, συναλλαγές που δεν ενέκρινε καθόλου. «Ξεφτιλίστηκες τελείως, ρεζίλι έγινες», παραμιλούσε. Τουλάχιστον να του τα αρνιόταν κάπως, πως ήταν όλα ψέματα, λόγια του κακού κόσμου, Μα αυτός δεν είχε τίποτα να πει, δεν έπεφτε λόγος σε κανέναν. Καρφί δεν του καιγόταν τι λέει ο ένας και ο άλλος. Σιγά μη του χαλάσουν τη διαγωγή και πάει στράφι η καριέρα του. (Στα αρχίδια του τον έγραφε τον κόσμο).
Τα τηλέφωνα αραίωσαν, οι βόλτες λιγόστεψαν και σιγά σιγά έκοψε παρτίδες. Κάποτε έχασε τελείως τα ίχνη του, είχε αλλάξει και τηλέφωνο. Ίσως να είχε φύγει κι απ’ την πόλη. Κανείς δεν ήξερε. (Τουλάχιστον να τον ξανάβλεπε για να του εξηγήσει).
Συναντήθηκαν ξανά τυχαία μετά από χρόνια. Περπατούσε μόνος και ανάλαφρος, ελαφρά γκριζαρισμένος, μα με μια περίεργη λάμψη στα μάτια. Είχε αφήσει γένια και μακριά μαλλιά, δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει. Πέρασε με τον φίλο του στο απέναντι πεζοδρόμιο, έκανε πως δεν τον είδε, μα δεν μπόρεσε να τον αποφύγει. (Δεν είχε εξηγήσεις).
Είχε παρατήσει τη δουλειά του, πρόωρη σύνταξη για λόγους υγείας. Η εκδίκηση της μαύρης χολής, είπε. Τώρα σπούδαζε τη φύση, τους αριθμούς και τους ανθρώπους, ποτέ δεν είναι αργά. Όχι, δεν είχε παντρευτεί, συνήθισε μόνος. (Αυτή η περίεργη λάμψη στα μάτια).

Αυτός τα ίδια, όπως τα ήξερε. Ίδια δουλειά, ίδια στέκια, τίποτα δεν αλλάζει. Του σύστησε και τον φίλο, εισαγγελέας στο επάγγελμα, δικαστικός καριέρας, δεν είναι σαν τους άλλους, ετούτος ξεχωρίζει. Είναι ο καλύτερός του φίλος, ο μοναδικός. Το φώναζε και το διατυμπανούσε σε κάθε ευκαιρία και καμάρωνε γι’ αυτόν. (Του έλεγε πάντοτε πως κάπως υπερβάλει).

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Η ΠΡΟΑΓΩΓΗ

Είχε βαρύνει από το φαγητό και χάζευε στην τηλεόραση τις τελευταίες ειδήσεις της ημέρας. Σήμερα έμεινε σπίτι, δεν πήγε πουθενά, ούτε για έναν καφέ δεν βγήκε. Χρειαζότανε ξεκούραση. Αύριο ξεκινούσε άλλη μια δύσκολη βδομάδα.
Χτες γιορτάσανε μέχρι αργά όλοι μαζί -γονείς, αδέρφια, πεθερικά- στην κοντινή ταβέρνα την προαγωγή του. Από απλός ταμίας γινόταν υπεύθυνος δανείων, δεν ήταν μικρό πράγμα. Δούλευε στην τράπεζα κοντά τέσσερα χρόνια και οι ικανότητές του επιτέλους αναγνωρίζονταν. Δεν τον ένοιαζαν οι  παραπάνω ώρες της δουλειάς, ούτε οι περισσότερες ευθύνες. Ήταν τριάντα χρονών και λαμπρές προοπτικές καριέρας ανοίγονταν πλέον μπροστά του.
«Πω, πω, τι πράγματα είναι αυτά; πάει, χάλασε ο κόσμος», σχολίαζε έκπληκτη η πεθερά του, με το φρύδι της διαρκώς σηκωμένο και ύφος τριακοσίων και βάλε καρδιναλίων. Το ρεπορτάζ έδειχνε κάποιες γυναίκες χωρίς πρόσωπο και γδαρμένη τη φωνή να περιγράφουν το οικογενειακό τους δράμα. Παραδίπλα τα παιδιά τους, με σβησμένα πρόσωπα κι αυτά, έκλαιγαν τρομαγμένα. Η κοινή γνώμη για άλλη μια φορά παρακολουθούσε σοκαρισμένη την κτηνωδία της ανθρώπινης φύσης, σχολίαζε η παρουσιάστρια του καναλιού. «Μα υπάρχουν τέτοια τέρατα που δέρνουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους;» συνέχισε η πεθερά να απορεί. Ο άντρας της, σιωπηλός, τακτοποιούσε τα κούτσουρα στο τζάκι  και η φωτιά κάθε τόσο δυνάμωνε. Η κοπέλα κρατούσε τρυφερά το χέρι του αρραβωνιαστικού της και χαμογελούσε. Είχαν πρόσφατα δώσει λόγο, μετά από τρία χρόνια σχέσης, και σύντομα θα παντρευόντουσαν.  Ειδικά τώρα, μετά και από την προαγωγή του.
«Ντουφέκι χρειάζονται τα καθάρματα»  συμπλήρωσε  και κείνος, θυμωμένος από την επιείκεια του νομοθέτη και μετά από λίγο ρεύτηκε σιγανά. Όμως πιο πολύ τον εκνεύριζε  η δειλία των θυμάτων.  Καλά τα παιδιά, αυτά μπορούσε κάπως να τα δικαιολογήσει, μα κι αυτές οι γυναίκες, πως ανέχονταν τέτοιες συμπεριφορές; Σ’ αυτό συμφωνούσε και η πεθερά του, μα και η αρραβωνιαστικιά του χαμογελώντας κουνούσε κι αυτή με συγκατάβαση το κεφάλι. Προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Δεν μπορείς  να βγάλεις άκρη με τους ανθρώπους, ποιος ξέρει τι κουβαλά ο καθένας μέσα του, έλεγε, έτσι είναι η ζωή, δύσκολη και επικίνδυνη. Τα παιδιά, αυτά τα αδύναμα πλάσματα λυπόταν πιο πολύ, που δεν φταίγανε σε τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, αυτή ήταν πάντα των ήρεμων και φυσιολογικών πραγμάτων. Αυτά του έλεγε και τον χάιδευε για να ηρεμήσει. Η μητέρα της παρακολουθούσε έκπληκτη και λίγο με δυσφορία. Ήταν αυτά λόγια της μονάκριβης κορούλας της ή μήπως δεν είχε ακούσει καλά; Μόνο ο πεθερός παραπέρα χάζευε αμίλητος την φωτιά που κάθε τόσο δυνάμωνε.
Η δημοσιογράφος, φανερά στεναχωρημένη, μιλούσε τώρα για τα καραβάνια των εξαθλιωμένων προσφύγων από τις χώρες της ανατολής  και μετά από λίγο κάπως τα έμπλεξε με την συνεχιζόμενη πτώση του χρηματιστηρίου και την αύξηση της ανεργίας.  Ήταν αργά και όλα αυτά μπερδεύονταν μέσα στο κεφάλι του, μαζί με τα αθλητικά που ακολούθησαν και το ντέρμπι των αιωνίων που δεν άρχισε καν λόγω αιματηρών επεισοδίων.  Ο καιρός αύριο θα είναι αίθριος με λίγες νεφώσεις στα δυτικά, είπαν στο τέλος, μα τουλάχιστον αυτά δεν τον αφορούσαν άμεσα. Ρεύτηκε για δεύτερη φορά και ταυτόχρονα η πεθερά του χασμουρήθηκε, σταυρώνοντας το ορθάνοιχτο στόμα της.
Αυτό ήταν τουλάχιστον ένα ευχάριστο μήνυμα. Σε λίγο η κωλόγρια με το διαρκώς υψωμένο φρύδι και το αγέρωχο ύφος τριακοσίων και βάλε καρδιναλίων που είχε μπαστικωθεί απ’ το πρωί στο σπίτι τους θα έδινε εντολή στον άντρα της για αναχώρηση. Ήταν ώρα για ύπνο και αυτός ο σκυφτούλης ο άντρας της άχνα δεν θα έβγαζε και θα υπάκουε. Δεν θα πηγαίνανε μακριά, από πάνω μένανε, μα τουλάχιστον θα μπορούσε επιτέλους να κλειδώσει την πόρτα του. Είναι αυτός ο άντρας του σπιτιού ή δεν είναι, απορούσε κάποιες φορές. Και μπορεί να είχε όλους τους γαμημένους διευθυντές και  προϊστάμενους  να του σκοτίζουνε τ’ αρχίδια στη δουλειά, είχε κι αυτόν τον διάολο  στο κεφάλι του μόλις γύριζε σπίτι. Μα έφταιγε κι αυτός. Ας μην έμπαινε σώγαμπρος στο κωλόσπιτο. Μιλιά δεν μπορούσε να βγάλει εκεί μέσα, κιχ. Μόνο απ’ την αρραβωνιαστικιά του δεν είχε κανένα παράπονο, αυτή δεν του χάλαγε χατίρι.   
Όταν φύγανε οι γονείς, μείνανε τους και κάνανε έρωτα. Απ’ την αρχή της φάνηκε πολύ βίαιος. Βέβαια είχαν καιρό να βρεθούν στο κρεβάτι, είχε κι αυτός τρεχάματα με τη δουλειά, κουραζόταν πολύ τελευταία. Όμως παλιότερα ήταν πιο τρυφερός, πιο μαλακός, την φιλούσε παθιάρικα, την χάιδευε σ’ όλο της το κορμί, της έλεγε γλυκόλογα. Σήμερα όρμηξε πάνω της σαν ταύρος, της χούφτωσε με δύναμη το βυζί, δάγκωσε τις ρόγες πεινασμένα και έχωσε το χέρι του βαθιά μέσα στο μουνί της. Ούρλιαξε απ’ τον πόνο, μα κείνος το πέρασε για κραυγή ηδονής και καύλωσε πιο πολύ. «Μη, σταμάτα, δεν μπορώ!» τον παρακαλούσε κλαίγοντας, μα ήδη αυτός της είχε σκίσει την κιλότα και είχε μπει μέσα της. Της έριχνε χαστούκια στο πρόσωπο, της τραβούσε τα μαλλιά και της δάγκωνε τα χείλη μέχρι που μάτωσαν. Μετά την γύρισε ανάποδα και την γάμησε από πίσω. Την έβριζε χυδαία και την τραβούσε με δύναμη απ’ τα μαλλιά. «Θα σε φάω καριόλα!» της έλεγε και δάγκωνε τον αφράτο λαιμό της, κάποια στιγμή της χτύπησε και το κεφάλι στον τοίχο. Αυτή συνέχιζε να κλαίει και να ουρλιάζει με όλη της τη δύναμη  ώσπου λιποθύμησε. Αυτός δεν κατάλαβε τίποτα. Συνέχισε να την γαμάει με δύναμη μέχρι που έχυσε μέσα στον κώλο της και έπεσε ξέπνοος επάνω της.
Την άλλη μέρα προφασίστηκε ασθένεια και δεν πήγε στη δουλειά.  Έκλαιγε και την παρακαλούσε γονατιστός να τον συγχωρέσει. Και οι γονείς της, προπαντός η μάνα της, δεν έπρεπε να μάθουνε τίποτα. Δεν κατάλαβε πως  θόλωσε ξαφνικά, πως έκανε τέτοια πράγματα, αυτός που τόσο την αγαπούσε. Δεν θα ξαναγινόταν, έπαιρνε όρκους, φύλαγε σταυρούς. Έπρεπε να τον πιστέψει και να τον συγχωρέσει.

 Μα αυτή δεν τον συγχώρεσε.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ήταν ολομόναχος στο σπίτι και ψόφιος στην κούραση. Δεν πεινούσε, μόνο το κεφάλι του ήταν έτοιμο να σπάσει. Βρήκε στην κουζίνα κάτι παυσίπονα και τα πήρε. Δεν πρόσεξε, μπορεί να ήταν και ληγμένα. Η σημερινή μέρα πήγε τελείως στραβά. Στη δουλειά το αφεντικό τον είχε παρασκοτίσει. Ύστερα αυτό.
Το έμαθε τυχαία στο δρόμο από έναν παλιό τους συμφοιτητή.  Όλα γύρω του σκοτείνιασαν, ίσα που κρατήθηκε από μια κολώνα να μην πέσει χάμω. Πάει ο φίλος μας, του είπε, σκοτώθηκε σε τροχαίο πριν από δυο χρόνια. Πάντως δεν έφταιγε εκείνος, ένας μαλάκας κάγκουρας πέρασε με κόκκινο και τον πήρε παραμάζωμα. Εκατό μέτρα μακριά τον έστειλε, αλλού αυτός αλλού το μηχανάκι. Ευτυχώς, ο θάνατός του ήταν ακαριαίος -έτσι είπαν οι γιατροί- ούτε που τον κατάλαβε ο φίλος μας.
Είχανε χαθεί από τότε, πέρασαν και τριάντα χρόνια. Κάπου κάπου τον σκεφτότανε, ήθελε να τον ξανάβλεπε, να μάθει νέα του, να θυμηθούνε τα παλιά -όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις- να συνδέσουν και πάλι το  νήμα της ζωής τους. Μα δεν τον πήρε ένα τηλέφωνό, δεν τον έψαξε τόσα χρόνια, αν ζει ή αν πέθανε. Ούτε και κείνος.
Ο παλιός συμφοιτητής ήταν βιαστικός, δεν είπανε πολλά. Αυτοί είχαν κρατήσει μια επικοινωνία, είχαν βρεθεί και από κοντά, δηλαδή ο άλλος ήταν που τον θυμόταν κάπου κάπου για δανεικά κι αγύριστα, μα δε βαριέσαι, ο μακαρίτης είχε παραμείνει αδιόρθωτος, τίποτα δεν είχε καταφέρει. Και τη σχολή την παράτησε στη μέση –ναι, αυτό το θυμότανε κι ο ίδιος- ούτε στο στρατό πήγε, ούτε παντρεύτηκε, ούτε πολυδούλεψε, τίποτα. Μια ζωή του σχοινιού και του παλουκιού. Ευτυχώς που είχε η μάνα του μια ψευτοσύνταξη,  ήταν και το σπίτι δικό τους και κάπως την ψιλοέβγαζε. Αυτή τον έθαψε. Είχε πάει στην κηδεία, λίγος ο κόσμος, μόνο κάτι γερόντια. Μα ένα  περίεργο πράγμα, το πρόσωπό του, παρά τη σύγκρουση,  ανέπαφο, χαμογελαστό και ροδοκόκκινο όπως πάντα, πανέμορφο, και ο χρόνος δεν είχε αφήσει πάνω του σημάδια. «Έφυγε ευτυχισμένος ο μακαρίτης», του είπε στο τέλος χαχανίζοντας ο παλιός συμφοιτητής και του έκλεισε με νόημα το μάτι.
Ήτανε κολλητοί. Σούρες ολονύχτιες στα ουζερί και στα μπαράκια, καυγάδες για τα πολιτικά, κουλτουριτζίδικες κουβέντες για βιβλία και ταινίες, ώρες ατέλειωτες μαζί, αχώριστοι. Ακόμα και όταν τσακώνονταν –μια φορά είχανε παίξει και μπουνιές, δεν θυμάται γιατί- μετά από λίγο τα ξανάβρισκαν, γελούσαν και  αγκαλιάζονταν σαν τα μικρά παιδιά. Δεν έκανε ο ένας μακριά απ’ τον άλλο. Μια-δυο φορές είχε πάει και στο σπίτι του, την είχε γνωρίσει την μητέρα του, καλή γυναίκα. Τον πατέρα του τον είχε χάσει από παιδί, αδέρφια δεν είχε. Ήταν ο κολλητός του. Και όμως, όταν βρέθηκε σε ανάγκη δεν ζήτησε βοήθεια από αυτόν, αλλά από κείνον τον γλοιώδη, τον χοντρομπαλά συμφοιτητή τους,  τον φύτουλα της σχολής, που όλοι τον είχαν του κλώτσου και του μπάτσου τότε. Δεν μπορούσε να καταλάβει.
Το καυτό ντους ξεπέτσιασε το κορμί του και ένιωσε καλύτερα.  Έσταζε ολόγυμνος πάνω στη μοκέτα του καθιστικού. Ευτυχώς που η γυναίκα και η κόρη του λείπαν απόψε σε ένα γιορτάσι και θα αργούσαν να γυρίσουν. Τους το είχε υποσχεθεί, μόλις θα γύριζε από τη δουλειά θα πήγαινε κι αυτός, θα προσπαθούσε να μην αργήσει. Μα η ώρα είχε περάσει. Κάθε τόσο το κινητό αναβόσβηνε. Στην πρώτη τους κλήση το έβαλε στο αθόρυβο, τώρα που έγιναν έντεκα δεν άντεξε άλλο, το έκλεισε τελείως.
Έβαλε ουίσκι και άναψε τσιγάρο. Άρχισε να περπατά με γρήγορο βήμα πάνω κάτω, από το χωλ στο σαλόνι, στροφή και πάλι πίσω, ώσπου ζαλίστηκε. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει με τίποτα. Ήταν όλα πολύ στενάχωρα μέσα σ’ αυτό το τριάρι των ενενήντα τετραγωνικών, τα νεύρα του παρέμεναν τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν. Σταμάτησε στην είσοδο μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Το προικίλι του έμοιαζε με έγγυο στον ένατο μήνα, έπρεπε κάπως να χάσει κιλά. Έσκυψε το κεφάλι του μπροστά μα τα χαμνά του δεν φαίνονταν. Μόνο μέσα απ’ το γυαλί διέκρινε με δυσκολία δυο μικρά  μπαλάκια και μια ζαρωμένη προβοσκίδα. Αν και είχε πολύ καιρό να τα παρατηρήσει,  αυτά δεν έμοιαζαν με τα δικά του. Ακόμα  και όταν τα ψαχούλεψε, πάλι δεν τα αναγνώρισε. Αν τον έσπαζε θα ένιωθε μεγάλη ανακούφιση, μα ύστερα θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις, να απολογηθεί στις γυναίκες, να τις πείσει πως ήταν ατύχημα, πως ήταν λιγάκι απρόσεκτος, σκόνταψε και έπεσε πάνω του με όλα τα κιλά του, γι’ αυτό έγινε θρύψαλα.  Έπρεπε να  δείξει και τις πληγές του, το χαρακωμένο του κορμί για να  πιστέψουν. Πάλι όμως δεν θα την γλύτωνε, ούτε και θα τον λυπόντουσαν. Είναι σκληρές και παμπόνηρες, δεν τους ξεφεύγει τίποτα. Αυτός στα ψέματα δεν είναι καλός, ποτέ δεν ήταν, θα τον παίρνανε χαμπάρι. Σίγουρα, δεν θα την γλύτωνε. Τώρα μάλιστα που τις είχε στήσει και στο γιορτάσι, που δεν θα πήγαινε καν, και σε λίγο θα γύριζαν μανιασμένες, όλο νεύρα και υποψίες, ναι, σίγουρα δεν θα την γλύτωνε. Έριξε μια χοντρή ροχάλα στο γιαλί και γύρισε να μην τον βλέπει.
 Ξαφνικά θυμήθηκε το δίσκο που του είχε χαρίσει –αν και άφραγκος- σε κάποια γιορτή του. Του άρεσαν πολύ τα ρεμπέτικα. Μάλιστα είχε αγοράσει και ένα μπουζούκι από δεύτερο χέρι και προσπαθούσε να μάθει μόνος του. Εκείνα τα χρόνια, που τα ρεμπέτικα δεν ήταν ακόμα στη μόδα, τότε που όλοι παρίσταναν τους ροκάδες και οι γκόμενες ψοφάγαν για κιθάρες και βιολιά. Όμως αυτός δεν ήταν της μπαλάντας και της καντάδας, τα έβρισκε πολύ φλώρικα για τα γούστα του, έτσι κι αλλιώς δεν είχε ανάγκη από τέτοιες τσιριμόνιες για να ρίχνει τις γυναίκες. Τον βρήκε στο κάτω ράφι χωμένο γεμάτο σκόνες. Τον φύσηξε και τον έβαλε στο πικάπ. Δεν τον είχε ακούσει ποτέ. «Μια φούντωση μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά…»
Του άρεσαν αυτά τα τραγούδια γιατί μύριζαν έρωτα και θάνατο, έλεγε, έρωτα όμως όχι δήθεν, κοιτάτε μας γειτόνισσες και της τρελλής χαράς, με χαχαχούχα και χλειαρά ερωτόλογα, όχι τέτοιον, αλλά απ’ τον άλλο που σου τρώει τα σωθικά και σιγοβράζεις στο ζουμί σου, τον ανεκπλήρωτο και τον καταστραμένο, τον μοναξιασμένο, του ζωντανού του χωρισμού που είναι χειρότερος και από θάνατο. Όλα τα άλλα είναι για να ξεχνιόμαστε φίλε μου, έλεγε, μόνο για την πούτσα μας, να χύνουμε και να ξεχνάμε ότι κάποτε θα ψοφίσουμε. Και μιλούσε πολύ για θάνατο ο φίλος του, τόσο νέος,  ειδικά κάτι άγρια χαράματα προτού να φέξει που  περπατούσαν στρεκλώντας οι δυο τους στους άδειους δρόμους της πόλης, όταν δεν ήταν και στα καλύτερά του, όλο εκεί την πήγαινε την κουβέντα. «Γιατί ρε φίλε, άδικο έχω, κάποια μέρα όλοι δεν θα πεθάνουμε;» και άλλα παρόμοια έλεγε  κι έγερνε πάνω στον ώμο του ξεσπώντας σε κλάμματα.  Τέτοιες ώρες, άγρια χαράματα, ήταν που σχεδίαζε και την κηδεία του με κάθε λεπτομέρεια. Τόν είχε ορίσει γενικό εντολοδόχο του. Ίσως κάποια μέρα να του τα έδινε και γραμμένα, επίσημα, με σφραγίδες και υπογραφή, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος. Όμως τα πράγματα γίνανε αλλιώς.
Στο συρτάρι με τις φωτογραφίες γινότανε χαμός. Όλο έλεγε να τις βάλει σε μια σειρά, σε μια τάξη μα δεν έβρισκε την όρεξη και γρήγορα το ξέχναγε. Έψαξε πολύ ώρα με τσαντίλα και χριστοπαναγίες, ευτυχώς κάποια στιγμή την βρήκε. Παρά τα χρόνια, θυμότανε καλά ότι υπάρχει. Οι δυο τους, εκείνη και μια φίλη της καθισμένοι σε μια καφετέρια να πειράζονται και να τραντάζονται απ’ τα γέλια. Κανείς δεν κοίταζε την κάμερα. Δεν θυμόταν ποιος τους είχε τραβήξει ούτε το μέρος. Γέμισε πάλι το ποτήρι του με ουίσκι, άναψε και άλλο τσιγάρο και ξάπλωσε στον καναπέ. Κάπως είχε αρχίσει να χαλαρώνει. «Πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα…»
Πάντα τσαντιζόταν που ήταν τόσο ντροπαλός με τις γυναίκες. «Ρε σπασίκλα, σ’ έχει φάει  το μινάρισμα και το διάβασμα» του φώναζε κάθε τόσο. Αυτός δεν διάβαζε καθόλου, ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε σ’ αυτή την κωλοσχολή, μα ήταν  μουνάκιας,  είχε πολλές κατακτήσεις, ποτέ όμως κάτι το σοβαρό και σίγουρο. Ήθελε την ελευθερία του, έλεγε, και πώς να το κάνουμε, του άρεσε και η ποικιλία. Με κείνη γνωρίστηκαν κάποιες απόκριες. Ήταν πεντ’ έξι χρόνια μεγαλύτερη και μάλλον αυτή πρέπει να τον αποπλάνησε. Ήταν το κάτι άλλο, του ‘λεγε, σκέτη δασκάλα, είχε ξετρελαθεί μαζί της. Δεν είχε ξανακάνει τέτοια πράγματα. «Σκέτη δασκάλα, φίλε μου, σκέτη δασκάλα!», του κοπάναγε συνέχεια και τον τσίτωνε. Είχε αρχίσει να ανάβει. Τον χάιδευε και μεγάλωνε. Το τσιγάρο από ώρα σβηστό, το ποτήρι άδειο. Το βλέμμα του διαπερνούσε τη φωτογραφία, το πικάπ συνέχιζε να παίζει. «Κάνε κουράγιο καρδιά μου, μη τυχόν και μ’ αρρωστήσεις…»
«Έλα και συ ρε, αφού σε γουστάρει. Ξέρεις, καυλώνει με τους ντροπαλούς» του ‘λεγε, μα αυτός δείλιαζε. Μέχρι τότε δεν είχε κάνει τίποτα, ακόμα και σ’ ένα μπουρδέλο που είχανε πάει ένα βράδυ μετά από άγρια σούρα, σκέτη αποτυχία ήτανε, φοβήθηκε και λάκιξε. Τελικά ένα απόγευμα πήγανε στην γκαρσονιέρα της, μόνο για καφέ, έτσι του είχε πει ο κολλητός του για να τον ψήσει. Έβγαλε μια βαθειά ανάσα. Ο δίσκος είχε τελειώσει και μόνο η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Είχε γίνει πέτρα, σκληρός και κατακόκκινος και άρχισε να μουδιάζει γλυκά. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω…
Μετά τις καλησπέρες, τις χαιρετούρες και τα τυπικά βρέθηκαν στο κρεβάτι, ούτε τον καφέ δεν πρόλαβαν να πιουν. Την βάλανε στη μέση, ο ένας από μπροστά, αργά και τρυφερά, με φιλιά και χάδια, ο άλλος από πίσω, γρήγορα και μανιασμένα, με σκαμπίλια και δαγκώματα. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο μουγκρητά και αγκομαχητά άκουγες. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω…
Στο τέλος έμειναν ξέπνοοι να κοιτάζουν το ταβάνι. Αυτή πήγε στην τουαλέτα. «Καλό ήταν;» τον ρώτησε ήρεμος πια και χαμογελαστός και του χάιδεψε τα πυκνά του μαλιά. Πριν προλάβει να απαντήσει τον φίλησε στο στόμα.

Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω! Έσυρε κραυγή θριάμβου και έχυσε στη μνήμη του.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Την πρωτοείδε καθισμένη στα σκαλοπάτια, έξω από το σπίτι της, μαζί με τη φίλη της. Χτενίζανε τις κούκλες τους και τις μάλωναν αυστηρά για κάποια αταξία τους. Αυτός βοηθούσε τους γονείς στη μετακόμιση, κουβαλούσε τα μικροπράγματα. Ο πατέρας του στρατιωτικός, είχε πάρει πάλι μετάθεση. Πέρασε από μπροστά τους και τις χαιρέτησε, μα αυτές δεν καταδέχτηκαν να του μιλήσουν. «Είναι ψηλομύτες!», σκέφτηκε.
Του άρεσε πολύ και της έγινε κολλιτσίδα. Ήταν όλο κόνξες και νάζια και δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί του, μα ούτε και με τα άλλα αγόρια τις γειτονιάς έπαιζε. Προτιμούσε τις φίλες της και πιο πολύ εκείνο το  αγοροκόριτσο που όλα τα παιδιά το τρέμανε, ακόμα και τα πιο μεγάλα. Όλο μαζί τις έβλεπες, στο κυνηγητό, στο σκοινάκι, στις κούκλες, ήταν αχώριστες . Αυτός έπαιζε με τα αγόρια μπάλα, πόλεμο, κάποιες φορές ανάβανε τα αίματα, τσακωνότανε και λίγο. Μα αυτή την αγαπούσε, ας ήταν στριμμένη, κι ας μη του έδινε σημασία, και ζήλευε πολύ που την έβλεπε συνέχεια με κείνο το αγοροκόριτσο.
 Ένα απόγευμα που καθόταν μόνη της στα σκαλοπάτια βρήκε το θάρρος και της τό ‘πε. Ναι, την αγαπούσε πολύ, όταν θα μεγαλώνανε θα  την παντρευότανε. Είχε γίνει κατακόκκινος απ’ την ντροπή του και έτρεμε. Παρ’ όλα αυτά την κοίταξε κατάματα και της έπιασε τα ολόλευκα χεράκια της. Πάνω στην ταραχή του προσπάθησε να της δώσει και ένα φιλί στο μάγουλο, μα  αυτή πρόλαβε και τραβήχτηκε μακριά του. Θύμωσε και τον απείλησε ότι θα τα πει όλα στους γονείς της. Έτσι κι αλλιώς ήταν ήδη αρραβωνιασμένη, ερχόταν δεύτερος, του είπε με κακία. Με τη φίλη της θα παντρευόταν αργότερα, όταν θα τέλειωναν το σχολείο, όχι εκείνον που ήταν τόσο άσχημος, κοντός και χοντρός. Το είχανε πει και στους γονείς τους. «Έχουμε φιληθεί κιόλας. Εσύ ζουμπά έχεις φιλήσει κορίτσι;», τον ειρωνεύτηκε και έβαλε τα γέλια. Την κοίταζε στεναχωρημένος, μα δεν μπορούσε και να καταλάβει. Δεν πρόλαβε να ζητήσει περισσότερες εξηγήσεις ή και να τις αστράψει κάνα χαστούκι, αυτό τις άξιζε. Είδε από μακριά το αγοροκόριτσο να πλησιάζει βιαστικά προς το μέρος τους, φοβήθηκε και το έβαλε στα πόδια. Έκανε πολλές μέρες να ξαναβγεί στη γειτονιά.
Κάποτε, ο πατέρας είπε ότι έπρεπε να φύγουν πάλι για κάποια άλλη  πόλη μακρινή. Η κατάρα της αράχνης. Έκλαψε πολύ. Της είπε τα δυσάρεστα, μα δεν την ένοιαξε καθόλου. «Καλά να πάθεις», του είπε με κακία και έβαλε τα γέλια. Της ζήτησε τουλάχιστον μια φωτογραφία για να τη θυμάται, μα κι αυτή του την αρνήθηκε. Την μίσησε πολύ. Ήθελε να πεθάνει, να την σκοτώσει, να την κάνει χίλια κομματάκια, να την τρυπήσει με το σπαθί του, να της κόψει το κεφάλι και να το δώσει στους φίλους  του να παίζουν μπάλα. Μα ήταν βέβαιος πως και τότε αυτή θα γέλαγε μαζί του, δεν θα την ένοιαζε.
Ξανάβλεπε το πρόσωπό της στην εφημερίδα, είκοσι χρόνια μετά. Φαινόταν ανέμελη κι ευτυχισμένη, όπως τότε. Ίδιο βλέμμα, ίδιο χαμόγελο, ακόμη και το χτένισμά της ολόιδιο είχε μείνει. Παραδίπλα ο άντρας της και στην αγκαλιά κρατούσε το γιο της μωρό ακόμα. Μόνο το αγοροκόριτσο έλειπε από τη φωτογραφία.
Την αναγνώρισε αμέσως, προτού καν διαβάσει το όνομά της, στο ρεπορτάζ που ακολουθούσε. Σκοτώθηκε το προηγούμενο βράδυ σε τροχαίο, έγραφε. Επί τόπου. Ο άντρας της χαροπάλευε στην εντατική κάποιου κρατικού νοσοκομείου. Το παιδί της ήταν σώο και αβλαβές, δεν είχε πάθει τίποτα. «Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, το κεφάλι αποκολλήθηκε απ’ το σώμα, έσπασε το παρμπρίζ και…»

Δεν ήθελε να διαβάσει άλλες λεπτομέρειες. Έκοψε προσεκτικά την μικρή  φωτογραφία, τη δίπλωσε και τη φύλαξε στο πορτοφόλι του.