Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Ο ΑΛΗΤΗΣ


Πάντα μ’ αρέσει να περπατώ στη βροχή,
εκεί κανείς δεν μπορεί να με δει να κλαίω
                                                                                         Τσάρλι Τσάπλιν

Όλη τη μέρα γύριζε στους δρόμους σαν αλήτης, με τα βρώμικα παλιόρουχα,  τα παπούτσια δίχως σόλες, χωρίς φράγκο στις τρύπιες του τσέπες, χωρίς σχέδια για το μέλλον, χωρίς σκοτούρες στο κεφάλι, μα πάντα με το καπέλο και το μπαστούνι του, και ευγένεια, και περπατησιά με χάρη και κομψότητα, δείγμα καλής ανατροφής και κάποιας ξεπεσμένης αρχοντικής καταγωγής. Δεν είχε οικογένεια, συγγενείς και φίλους, μόνος κι έρμος ήταν, μα αγαπούσε τα παιδιά και τους ανήμπορους, ήταν ευαίσθητος, η αδικία τον πλήγωνε, όλους όσο μπορούσε τους βοηθούσε, ας μην είχε ποτέ φράγκο μες στη τσέπη. Και ερωτευόταν σφόδρα τις καλές και όμορφες κοπέλες –το φιλί τους μόνο ζητιάνευε, τίποτα παραπάνω-  πάντα χωρίς ανταπόκριση, χωρίς ανταπόδοση. Μα δεν τον πείραζε, τουλάχιστον ένα χαμόγελο να του έδιναν, του έφτανε.
Δεν εκτελούσε εργασία μήτε είχε αφεντικά. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε ανάγκες. Μόνο όταν τον έκοβε καμιά φορά η λόρδα έκλεβε, για να φάει μόνο, τίποτα παραπάνω. Και τους φοβότανε τους μπάτσους -ίσως και να τους μισούσε- όταν τους έβλεπε να πλησιάζουν το ‘βαζε στα πόδια. Κι αν τον στριμώχναν στη γωνία και δεν γινότανε αλλιώς, τους κατάφερνε –αυτός ο  αδύναμος μα τόσο σβέλτος- καμιά κλωτσιά στα παχουλά τους κωλομέρια, καμιά ροπαλιά στο ξερό τους το κεφάλι, και ξέφευγε.
Και μόλις νύχτωνε, ο Σαρλώ έπεφτε κατάκοπος για ύπνο, κάτω από κάνα παλιό γεφύρι κι έβλεπε όμορφα όνειρα. Αύριο θα ξημέρωνε πάλι μια καινούργια μέρα.   

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 2

                                      
                                                Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
                                                χαρτοπαίζοντας με τον θάνατο στα ψέματα
                                                                            Νίκος Καρούζος     

Τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου κάποτε έτρεχαν πέρα δώθε χωρίς λόγο, παίζανε και γελούσαν, ερωτεύονταν και αγαπούσαν. Τώρα μεγάλωσαν και κουράστηκαν. Και κατάλαβαν –κάπως αργά, βέβαια- πως η ηδονή δεν χορταίνεται. Και η αγάπη αργεί, ίσως και να μην υπάρχει. Πλέον δεν ελπίζουν σε τίποτα, ούτε καν σ’ έναν ευτυχισμένο θάνατο. Έγιναν μονόχνοτοι και υστερικοί, απαισιόδοξοι, αδιάφοροι για όλα. Τελευταίο τους καταφύγιο  η φλεγόμενη ενδοχώρα, εκεί όπου συνήθως –όχι πάντα- έχουν αυτοί τον πρώτο λόγο. Και η τρέλα, ως μοναδική έξοδος κινδύνου. Άλλες δεκαεπτά ιστορίες πένθους και καύλας, ασθμαίνουσες εξεγέρσεις ενός περίκλειστου μέσα απέναντι στη χυδαία και βάρβαρη πραγματικότητα, προσπάθειες μάταιες και αυτοκτονικές, καταδικασμένες εξαρχής σε αποτυχία. Και πάλι, ούτε το κακό ούτε ο θάνατος πρόκειται να νικηθούν.Το βιβλίο έχει τίτλο «ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙ-ΖΩΗΣ» και είναι  αφιερωμένο στους πεθαμένους μου γονείς Θόδωρο και Μαρία. Είναι, αυστηρά, μόνο για φίλους. Καλή και δημιουργική χρονιά, με υγεία και αγάπη!

*Διατίθεται δωρεάν σε μορφή e-book από το www.24grammata.com.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Η ΓΙΟΡΤΗ

Ο μικρός στεκόταν στην φωτισμένη είσοδο και έδινε το χέρι στους καλεσμένους. Κάποιοι έσκυβαν και  τον φιλούσαν στο μάγουλο. Κοκκίνιζε. Ήταν κλειστό παιδί, συνεσταλμένο. Φέτος πέρασε και η νουνά του, για λίγο, του έφερε δώρο ένα ποδοσφαιράκι. Οι καλεσμένοι ήταν συγγενείς και φίλοι του πατέρα. Γιόρταζε κάθε χρόνο   την ονομαστική εορτή του γιου του. Την δική του τη γιόρταζε , μετά από ένα μήνα, με φίλους στην ταβέρνα. Οι πιο πολλοί δίνανε λεφτά,  κάποιος του έφερε έναν όμορφο στυλό, τον έχει ακόμα .Τα χρήματα που μάζευε –κάμποσα καφετιά χιλιάρικα- τα έδινε  στον πατέρα. Την άλλη μέρα πήγαιναν μαζί να του αγοράσει κάτι. Φέτος ήθελε στρατιωτάκια, του είπε, ας είχε πολλά, του άρεσε να παίζει πόλεμο, μικρότερος θυμάται  έπαιζε με τανκ. 
Πέρασα τελευταίος μέσα απ’ την κλειστή πόρτα. Δεν περίμενα ότι θα με καταλάβει. Με κοίταξε τρομαγμένος. Του χάιδεψα το κεφαλάκι και του ‘πα να μη φοβάται, είμαι φίλος, ο φύλακας άγγελός του, η φωνή που ακούει καμιά φορά μέσα του όταν χρειάζεται βοήθεια. Δεν ξέρω αν με πίστεψε, προχώρησε στο βάθος σαν υπνωτισμένος. Ήταν όλοι μαζεμένοι στο σαλόνι. Ο πατέρας έπινε χαμογελαστός το κρασάκι του –πρέπει να είχε πιει αρκετά γιατί η καράφλα του είχε γίνει κατακόκκινη- και κουβέντιαζε με τον καλό του φίλο τον νεκροθάφτη. Αυτός δεν έπινε, είχε όμως γεμίσει το στόμα του με τα κεφτεδάκια της μαμάς κι άλλους μεζέδες. Παραδίπλα, ο ξάδελφος κουβέντιαζε με τη θεία τη κουτσάβλω, αυτή έπινε το ουισκάκι της –θα πήγαινε αργότερα στη δουλειά- και γελούσε δυνατά. Δεν άκουγα τι έλεγαν, μόνο μέτρησα τα έντεκα δόντια που της είχαν απομείνει.  Ο αδερφός της μαμάς δεν μιλούσε, ήταν κακοδιάθετος. Μόλις χτες ξεμπαρκάρισε, θα καθόταν τρεις μέρες και θα ξανάφευγε. Ο μικρός μιλούσε με τα αδέρφια του και παραμέσα στη κουζίνα η μαμά με την άλλη τη θεία ετοίμαζαν το φαγητό. Είδα να βγαίνει απ’ την τουαλέτα και η νοσοκόμα. Φορούσε τη λευκή της στολή με το καπέλο. Ήταν όμορφη. Μόλις φάνηκε στο  σαλόνι, ο  θείος της έριξε σουβλερή ματιά, σηκώθηκε απ’ τη θέση του και τράβηξε στο βάθος προς τα υπνοδωμάτια. Κανείς δεν με πήρε χαμπάρι, μόνο ο μικρός που γιόρταζε μου έριχνε καμιά τρομαγμένη ματιά, μα δεν έβγαζε άχνα παραπέρα. Σε λίγο στρώθηκε το τραπέζι, ευχήθηκαν όλοι στον μικρό τα χρόνια πολλά και ρίχτηκαν στη μάσα. Και συνέχισαν να πίνουν ακατάπαυστα. Εγώ προχώρησα στα πίσω δωμάτια, στα σκοτεινά, και είδα τον θείο μου τον ναυτικό να πηδάει στα όρθια τη νοσοκόμα, τη φίλη της μαμάς. Ο θείος είναι νέος και νταβραντισμένος, άντρας με τα όλα του. Μετά από λίγο επέστρεψαν μαζί ξαλαφρωμένοι στο γιορτινό τραπέζι και άρχισαν κι αυτοί με όρεξη να τρώνε και να πίνουν. Κάποια στιγμή  ο μπαμπάς του έκλεισε με νόημα το μάτι κι αυτός του χαμογέλασε. Η μαμά κάθισε τελευταία στο τραπέζι, όπως το συνήθιζε, δίπλα στο γιο της που γιόρταζε. Αμίλητη έβαλε κι αυτή μια μπουκιά μέσα της. Το κασετόφωνο έπαιζε λαϊκά, κάποιοι σιγοτραγουδούσαν. Κανείς όμως δεν  σηκώθηκε όρθιος να χορέψει…

Στις τρεις έφυγαν αγκαλιασμένοι οι τελευταίοι καλεσμένοι, ο νεκροθάφτης με τη κουτσή μπαρόβια. Κάπου αλλού θα συνέχισαν την νύχτα τους, είπαν. Η μαμά έστρωσε στο θείο τον ναυτικό να κοιμηθεί μαζί με τον μεγαλύτερο γιο που γιόρταζε. Ο μπαμπάς είχε πιει πολύ και τον πήρε αμέσως ο ύπνος. Η μαμά για λίγο ξάπλωσε ανάμεσα στο γιο και στον αδερφό της και  μιλούσαν σιγανά. Εγώ πήγα στο άλλο δωμάτιο και είδα τη νοσοκόμα την ώρα που γδυνόταν. Φορούσε άσπρη δαντελωτή κυλότα, είχε όμορφη πλάτη και ωραίο κώλο. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα και μακριά. Ερεθίστηκα  μα δεν μπορούσα να την αγγίξω. Ήθελα πολύ να κολλήσω πάνω της, μα δεν μπορούσα. Σε λίγο όλα τα φώτα του σπιτιού έσβησαν. Έριξα μια τελευταία ματιά στο παιδί που σήμερα γιόρταζε, είχε αποκοιμηθεί και ήδη έβλεπε τον εφιάλτη του. Δυστυχώς, δεν μπορούσα να τον βοηθήσω.Προχώρησα στο θεοσκότεινο διάδρομο, πέρασα μέσα απ’ την κλειδωμένη εξώπορτα και βγήκα στο δρόμο. 

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ

Πήγαινε μόνη της, την πρώτη Κυριακή του μήνα, του το είχε υποσχεθεί. Βράδυ πάντα, να μην τη δει κανείς, έδινε κάτι στον φύλακα –τρία χρόνια τώρα είχαν γνωριστεί καλά-  άνοιγε την πόρτα και τη συνόδευε μέχρι κάτω. Ήταν παγερά στο υπόγειο,  η καρδιά της σφιγγόταν, ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει. Μετά το μεγάλο σκοτεινό διάδρομο, το φως του θαλάμου της φαινόταν σκληρό, κουραστικό. Υπήρχαν καμιά εικοσαριά φοριαμοί, αριθμημένοι, δεν ήταν όλοι γεμάτοι, οι περισσότεροι στα αζήτητα – κάποιοι  μετανάστες και άλλοι αγνώστου ταυτότητος-  χωρίς κανείς για μήνες να ενδιαφερθεί, στο εξάμηνο δυο ευχές, μια φτηνή κάσα όλοι μαζί στο λάκκο. Οι δωρεές ήταν μόνο τρεις. Οι μόνιμοι. Ο φύλακας ξεκλείδωνε το δεκαεπτά, τραβούσε έξω τη λαμαρίνα, τραβούσε από πάνω του και το λευκό σεντόνι. Ύστερα τους άφηνε μόνους, για μισή ώρα, τρία τέταρτα, ανάλογα,  όχι όμως παραπάνω. 
Οι μύες ήταν ακόμα μαλακοί, όπως και το δέρμα, και οι αρθρώσεις εύκαμπτες. Ντυμένος με μια πορτοκαλί ρόμπα από μετάξι, χαμογελαστός, τα μάτια ανοιχτά, να την κοιτάζει, λες και ήταν ζωντανός. Τα όμορφα γαλάζια του μάτια, αγέραστα και αθάνατα, τα ηδονικά του χείλη ροδοκόκκινα. Τον κοιτούσε, τον χάιδευε, τον φιλούσε και χαμογελούσε. Δεν είχε πια κάτι καινούργιο να του πει, έτσι σώπαινε. Ήτανε επιθυμία του να βαλσαμωθεί, δεν ήθελε να τον φάνε τα σκουλήκια, ούτε να τον ψάλουν οι χοντροπαπάδες, το ερωτικό του σώμα διαθέσιμο στην επιστήμη, τιμητική δωρεά στους νεκρόφιλους φοιτητές της ιατρικής, αγόρια και κορίτσια, να του κάνουν ότι γουστάρουν, εκεί κάτω, στα μπουντρούμια, κρυφά, μετά τα μαθήματα, στις πιο τρελές παρτούζες, της έλεγε και ξεραινότανε στα γέλια, τότε που ζούσε ακόμα. Δεν ήταν  καλαμπούρια για να ξορκίζει το κακό, σοβαρολογούσε. Από τότε είχε σχεδιάσει τα πάντα, πήγε στο νοσοκομείο, ρώτησε, του είπανε τη διαδικασία, όλα γίνανε σύμφωνα με το γράμμα του νόμου. «Θα ‘ρχεσαι να με βλέπεις καμιά φορά;» την είχε ρωτήσει μια φορά χωρίς γέλια, σοβαρός και κάπως λυπημένος. 
Ακόμα και τον θάνατό του ο ίδιος τον σκηνοθέτησε. Η νεκροψία έδειξε ότι είχε καταπιεί αρκετά διεγερτικά χαπάκια. Η πράξη έγινε με δυο κοπέλες κι έναν νεαρό  και κράτησε ολόκληρο το βράδυ. Η καρδιά δεν άντεξε. Ανακοπή από υπερβολική δόση καύλας σε άκρως προχωρημένη ηλικία, έγραφε η γνωμάτευση του ιατροδικαστή. Μαζί με λελογισμένη  κατανάλωση αλκοόλ και χασίς. Ο πιο ένδοξος θάνατος. Εκείνη τη στιγμή ξαναμπήκε στο νεκροτομείο ο φύλακας. Του χαμογέλασε. 





Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Περπατούσε μεσημεριάτικα στη γιορτινή πόλη. Κάθε λίγο σταματούσε μπροστά από τις στολισμένες βιτρίνες και χάζευε τα αγιοβασιλιάτικα παιχνίδια. Δεν είχε ακόμα αποφασίσει για το δώρο του ανιψιού του, δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του, το βράδυ ήταν καλεσμένος σπίτι τους για το ρεβεγιόν. Δεν ήξερε να διαλέγει δώρα, μάλλον λεφτά θα του έδινε και φέτος, κι ας ξίνιζε τα μούτρα του ο μπόμπιρας. Τις γιορτές, από παιδί,  έπεφτε η διάθεσή του, ξεβολευόταν, έβγαινε απ’ την ρουτίνα του, τις συνήθειές του, την καθημερινότητά του. Την μοναξιά του. Τις γιορτινές μέρες έπρεπε να είναι χαρούμενος –πάση θυσία- να χαμογελά σαν βλαμμένο, να δίνει και να παίρνει ευχές, ακόμα και σε αγνώστους, χρόνια πολλά, και του χρόνου, υγεία και χαρά, να βλέπει συγγενείς και παλιούς γνωστούς, μαζί τους να αναπολεί νοσταλγικά τις παλιές καλές  εποχές, να τον ρωτάνε τι κάνει, πως περνάει, με τι ασχολείται τώρα, αν παντρεύτηκε, που δουλεύει, κι αυτός να χαμογελά σαν ηλίθιος. Πάντα τον καλούσε τέτοιες μέρες ο μεγάλος του αδερφός να φάνε μαζί, να χαρούνε, σαν μια οικογένεια, γιόρταζε κι ο μικρός, είχε το όνομα του πατέρα τους. Το είχε πάρει απόφαση. Θα τους έτρωγε και φέτος όλους στη μάπα. Και δεν είχε καμία όρεξη. Κάθε χρόνο έλεγε να μην πάει –έψαχνε μια καλή δικαιολογία- και πάντα πήγαινε, ας ένιωθε παρείσακτος ανάμεσά τους, ξένος, χρόνια τώρα. Προτιμούσε μια βόλτα στην πόλη, μόνος, μα λιγότερο ξένος, ανάμεσα σε αγνώστους. Κι αν έπεφτε πάνω σε κάνα γνωστό, σίγουρα θα άλλαζε πεζοδρόμιο. Δρόμοι με πολύ κόσμο, πολλά παιδιά, χαρούμενα πρόσωπα, τσάντες στα χέρια, τα μαγαζιά σήμερα ήταν ανοιχτά όλη τη μέρα. Και στη μεγάλη πλατεία, δίπλα στη φάτνη,  πέντε έξι άγιοι στη σειρά με μακριές γενειάδες, ντυμένοι στα κόκκινα, να βγαίνουν γελαστές φωτογραφίες  με τα παιδάκια και τις μαμάδες, και πιο πέρα αυτοί που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι κουρελήδες, οι πρεζάκηδες και οι ανάπηροι στα καροτσάκια τους, μαζί με πεινασμένους μετανάστες και εξαθλιωμένα τσιγγανόπουλα, χωρίς ντροπή,  στους δρόμους, στις πλατείες και απέξω από τις εκκλησίες, να ζητιανεύουν λίγα κέρματα. Και όλο και κάτι τους έδιναν, τέτοιες μέρες που οι άνθρωποι γίνονται φιλεύσπλαχνοι.
Χωρίς να το καταλάβει έφτασε μέχρι κάτω, το μόλο, στο παλιό λιμάνι. Είχε και δω πολύ κόσμο, οικογένειες, παρέες νεαρών, ζευγαράκια, κάποια από αυτά έδειχναν τρελά ερωτευμένα, ευτυχισμένα. Από ένα σημείο και μετά προχωρούσε με δυσκολία, ο συνωστισμός μεγάλωνε, και στο βάθος, μέσα από τη θάλασσα, άκουγε μουσικές και τραγούδια, είδε κι ένα σημαιοστολισμένο καραβάκι,  εκδήλωση του δήμου πρέπει να ‘ναι. Ξαφνικά, ο ηλικιωμένος που περπατούσε μπροστά του έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και σωριάστηκε χάμω. Προς στιγμή δημιουργήθηκε ένταση και αναστάτωση. Οι πιο πολλοί τρόμαξαν και απομακρύνθηκαν από γύρω του, δυο τρεις έτρεξαν να τον βοηθήσουν. Δεν κουνιόταν καθόλου, δεν ανέπνεε, του άνοιξαν το παλτό να πάρει αέρα. Ένας που ήξερε του έδωσε τις πρώτες βοήθειες, μ’ αυτός τίποτα, ασάλευτος. «Πέθανε ο παππούς;» ρώτησε ένα παιδάκι τη μαμά του, μα δεν πήρε απάντηση, μόνο το τράβηξε απότομα απ’ το χέρι και κατευθύνθηκαν προς το γιορτινό καράβι του δήμου. Σε λίγο ήρθε και το ασθενοφόρο, μπήκε κι αυτός μαζί του, τους είπε πως ήτανε γνωστός του. Ήταν ακόμα  ζωντανός, του είπε ο τραυματιοφορέας, όμως έπρεπε να βιαστούν, κινδύνευε. Του φόρεσαν τη μάσκα οξυγόνου και κάποια στιγμή τα μάτια του πετάρισαν, έδειξε κάποια σημάδια ζωής. Στη διαδρομή για το νοσοκομείο του κρατούσε το χέρι σφιχτά.  Ίσως και να την γλίτωνε ο παππούς χριστουγεννιάτικα.
Δεν τον ήξερε προσωπικά, κι από κοντά πρώτη φορά τον έβλεπε. Όμως αυτός πρέπει να ‘ταν, τέτοια ομοιότητα του φαινόταν αδιανόητη. Στο ίντερνετ τον είχε πρωτοδεί. Τα βράδια, πριν κλείσει τα μάτια του, που παίρνει στο κρεβάτι τον μικρό του υπολογιστή και βάζει καμιά τσόντα να χαλαρώσει. Κάθε βράδυ, σαν το φαγητό ή το χέσιμο, ας πούμε, ανάγκη κι αυτή. Αν του περίσσευαν, τότε τα πράγματα θα ήταν κάπως διαφορετικά. Θα γαμούσε κάθε βράδυ, τις καλύτερες, θα τις πλήρωνε και θα τις γαμούσε, κάθε βράδυ και άλλη, δούναι και λαβείν, χωρίς δεσμεύσεις και ψεύτικες αγάπες, σου ανήκω μου ανήκεις, χωρίς ατυχήματα, χωρίς εκβιασμούς το επόμενο πρωί, με χρησιμοποίησες, έκανες το κέφι σου και τώρα με πετάς, ήμουν μόνο ένα αντικείμενο ηδονής για σένα, χωρίς καβγάδες, φωνές και κλάματα. Το είχε δει το όνειρο, αρκετές φορές, και ήταν προσεχτικός. Μόνος του και για πάρτη του, πλέον. Ο αυνανισμός είναι ελευθερία, έλεγε, αυτονομία και αξιοπρέπεια. Και καύλα, όταν η φαντασία ξεχειλίζει. Ναι, η φαντασία στην εξουσία, και να πάει να γαμηθεί η πραγματικότητα, όλοι τους στο διάολο, κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι του. Αν του περίσσευαν θα γυρνούσε στα πάρκα και στα κωλόμπαρα, μα και πάλι το ‘ξερε, δεύτερο πράμα θα αγόραζε, σκάρτο πράγμα, πολυχρησιμοποιημένο. Όσο μεγάλωνε, γινόταν και πιο απαιτητικός, έβαζε πιο ψιλά τον πήχη, ας περνούσε συνήθως από κάτω. Γι’ αυτό λοιπόν, μόνο τσόντες στο κρεβάτι πλέον, με το φορητό υπολογιστή στην αγκαλιά. Και  ούτε αρρώστιες να φοβάσαι μη κολλήσεις, ούτε να κινδυνεύεις μη σε ψειρίσουν ή να σε πλακώσει κάνας νταβατζής στο ξύλο. Να σου βγει δηλαδή το γαμήσι ξινό. Μα ο παππούς αυτός ήταν από άλλο νομοσχέδιο. Πριν δέκα μέρες εμφανίστηκε στην οθόνη του γυμνός και απρόσκλητος. Άλλα έψαχνε, και ξαφνικά άνοιξε το παραθυράκι με την ζωντανή κάμερα. Ο πορνόγερος χάιδευε το ζαρωμένο του κορμί και του χαμογελούσε, είχε καλή στύση για την ηλικία του, γύρισε και στο πλάι και του έδειξε με νόημα τον λευκό πισινό του. Μετά δεν είδε τίποτα άλλο, τον έκλεισε. Δεν τον ενόχλησε το απρόοπτο περιστατικό. Τα χρόνια μόνο για τους νεκρούς δεν περνάνε. Είδε στο κοντινό μέλλον τον εαυτό του γέρο και ανήμπορο, χωρίς στύση, μαραμένο, μα με επιθυμία να κρατηθεί στη ζωή, να καταπίνει με τις χούφτες τα διεγερτικά μπλε χαπάκια –μια ξαφνική ανακοπούλα σε τέτοιες ηλικίες είναι πάντα ευπρόσδεκτη- να γαντζώνεται απ’ την εικόνα της γυμνής σάρκας, απ’ την οσμή του φρέσκου σπέρματος, από την γλυκόπικρη γεύση του. Να ξεχνά ότι κάποιο πρωινό δεν θα ξυπνήσει. Δεν τον ξανάδε από κείνο το βράδυ τον διεστραμμένο γέροντα, πουθενά στην παγκόσμια χώρα των παιδικών παραμυθιών. Μα ποιος να το φανταστεί ότι θα μένανε και στην ίδια πόλη, πως θα περπατούσαν στους ίδιους δρόμους, και πως κάποια μέρα θα τον συναντούσε ολοζώντανο, με σάρκα και οστά. Ή μισοζώντανο έστω…

Τελικά τον προλάβανε. Από τα επείγοντα κατ’ ευθείαν στην εντατική της καρδιολογικής κλινικής για εξετάσεις και αμέσως μετά χειρουργείο. Είχε συνέλθει κάπως, μα δεν είχε δυνάμεις για πολλές κουβέντες. Τον ρώτησε μόνο αν έχει κάποιον συγγενή, κάποιον δικό του άνθρωπο ή φίλο να ειδοποιήσει. Δεν είχε κανέναν. Έμεινε συνέχεια δίπλα του, αυτός τον έγδυσε, ας μην ήξερε καν το όνομά του, αυτός του φόρεσε το σκουφάκι και το πράσινο δίχτυ –κάθε λίγο και λιγάκι χτυπούσε το κινητό του,  στο τέλος το έκλεισε- αυτός τον ακολούθησε με το φορείο μέχρι την πόρτα του χειρουργείου, αυτός του χαμογέλασε και του χάιδεψε το μάγουλο. Όλα θα πήγαιναν καλά, του είπε. Ας είχε τις επιφυλάξεις του ο αναισθησιολόγος. Ήταν ταλαιπωρημένη η καρδιά του, το χειρουργείο ήταν δύσκολο, μα ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, έπρεπε να γίνει. Ίσως και να μην άντεχε. Όμως όλα πήγανε καλά. Μετά από έξι ώρες τον ξανάδε να βγαίνει από το χειρουργείο με τα μάτια ανοιχτά. Χαμογέλασαν, σχεδόν ταυτόχρονα, ο ένας στον άλλο και τράβηξαν για το δωμάτιο της κλινικής. Τότε ξανάνοιξε το τηλέφωνο, ήταν γεμάτο αναπάντητες και μηνύματα από τον αδερφό του. Ανησυχούσαν και ρωτούσαν αν είναι καλά, γιατί δεν πήγε στο ρεβεγιόν. Αύριο πρωί πρωί έπρεπε να σκεφτεί μια καλή δικαιολογία να τους πει.

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ

Εκείνα τα χρόνια, παιδάκι δέκα χρονών, έβλεπε κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. ‘Άγνωστοι άντρες οπλισμένοι, με στολές, έμπαιναν στο σπίτι και τον κυνηγούσαν. Μαζί και η μαμά του. Ο μπαμπάς πάντα έλειπε απ’ το σπίτι, δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Αδέρφια δεν είχε. Άκουγε τα ποδοβολητά απ’ τις βαριές μπότες και κρυβόταν κουλουριασμένος κάτω απ’ το κρεβάτι. Όταν ανακάλυπταν την κρυψώνα του, το έσκαγε από την αυλή, και περιπλανιόταν μονάχος στην πόλη όλη τη νύχτα. Το ‘βλεπε και δεν φοβόταν πια, είχε συνηθίσει. Ήξερε ότι ο τρόμος αυτός ήταν ψεύτικος. Και κάθε φορά άνοιγε απότομα τα μάτια του, τη μια καθισμένος στη λεκάνη της τουαλέτας, την άλλη σαν στήλη άλατος στη μέση του διαδρόμου, μπροστά στον άδειο καθρέφτη του πορτ-μαντώ. Άλλες φορές, κοιμισμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα, τον έπαιρνε η μητέρα του προσεχτικά απ’ το χεράκι –δεν έπρεπε να τον ξυπνήσει- και τον πήγαινε σιγά σιγά στο κρεβάτι του. Το άλλο πρωί δεν θυμόταν τίποτα. Ένα βράδυ τα πράγματα έγιναν επικίνδυνα. Άνοιξε την εξώπορτα, κατέβηκε τα τρία σκαλοπάτια και βγήκε στο δρόμο. Το πρωί η διπλανή γειτόνισσα τον βρήκε με τα εσώρουχα ακουμπισμένο σε μια κολόνα. Την κοίταζε μα δεν την έβλεπε.  Τον έπιασε απ’ το χεράκι του και τον πήγε πίσω στο σπίτι. Από κείνη τη μέρα τα βράδια οι γονείς του  κλείδωναν την πόρτα και έξω απ’ το δωμάτιό του βάζανε ένα βρεγμένο ταπέτο. Ξυπνούσε πάνω σ’ αυτό και το όνειρο έμενε στη μέση.
Τα απογεύματα το στενό γέμιζε από παιδιά, αγόρια τα πιο πολλά. Παίζανε μπάλα, κάνανε φασαρία και τσακώνονταν. Μόλις νύχτωνε σταματούσαν κουρασμένα το παιχνίδι και γύρναγαν στα σπίτια τους. Μια κολώνα του δήμου στη μέση φώτιζε τη γειτονιά. Αυτός συνήθως καθόταν στο πεζούλι μέχρι αργά και έμπαινε τελευταίος μέσα. Κάποιες φορές του έκανε παρέα ένα  ξανθό κορίτσι. Ήταν δυο τρία χρόνια μεγαλύτερή του, καινούργια στη γειτονιά κι έμενε λίγο παραπάνω, σ’ έναν κάθετο δρόμο. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός, πέρσι είχαν έρθει με μετάθεση στην πόλη. Ήταν μοναχοπαίδι, παράξενη κοπέλα, μοναχική, ίσως και λίγο ντροπαλή,  δεν είχε πολλές φιλίες με τα άλλα παιδιά, ούτε με αγόρια ούτε με κορίτσια, δεν έπαιζε μαζί τους, ούτε κουβέντιαζε πολύ,  καθόταν σε μια άκρη μόνο και κοιτούσε. Αργούσε κι αυτή τα βράδια να γυρίσει στο σπίτι της, κάποια στιγμή  έβγαινε στο μπαλκόνι η μητέρα της και της φώναζε.
Είχε πάει μεσάνυχτα και καθόντουσαν ακόμα στα σκαλοπάτια. Δεν μιλούσαν μεταξύ τους. «Είσαι ακόμα υπνοβάτης;» τον ρώτησε ξαφνικά. Γύρισε και την κοίταξε. Μαγκώθηκε. Μετά από λίγο κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και ξανακοίταξε αλλού, ίσως και να κοκκίνισε λιγάκι. Αυτή πως το ήξερε, ήταν το οικογενειακό τους μυστικό, δεν το κουβέντιαζε με κανέναν, έτσι του είχαν πει οι δικοί του, αλλά και κανένας μέχρι σήμερα δεν τον είχε ρωτήσει. «Δεν βγαίνεις πλέον τα βράδια από το σπίτι σου κοιμισμένος;» συνέχισε αυτή χαμογελώντας. «Όχι, δεν βγαίνω, και σένα τι σε νοιάζει;» της απάντησε τσαντισμένος και σηκώθηκε όρθιος, έτοιμος να φύγει.    

Εκείνο το βράδυ, είπε, ένιωθε περίεργα και δεν είχε ύπνο. Καθόταν μόνη της στο μπαλκόνι και περίμενε να ξημερώσει. Μέσα η μητέρα της κοιμόταν, ο πατέρα της έλειπε απ’ το σπίτι, είχε υπηρεσία. Τότε τον είδε. Προχωρούσε αργά στο πεζοδρόμιο και σταμάτησε στη γωνία. Ο δρόμος ήταν άδειος, ούτε αμάξια, ούτε άνθρωποι, παντού ερημιά και σκοτάδι. Κοιτούσε προς το μέρος της, του έκανε νόημα, ψιτ-ψιτ, μα αυτός δεν κατάλαβε τίποτα. Τότε κατέβηκε κάτω όπως ήταν, με τις πιτζάμες γεμάτες αίματα και πήγε προς το μέρος του. Την κοιτούσε στα μάτια, μα δεν την έβλεπε. Αυτή νόμιζε ότι έκανε για πλάκα τον υπνοβάτη και του χαμογέλασε. Μόνο δεν είχε τα χέρια τεντωμένα, όπως είχε δει σε μια ταινία στην τηλεόραση. Τον έπιασε απ’ το χέρι, πέρασαν τον δρόμο και ανέβηκαν στο σπίτι. Ήθελε να του δείξει το δωμάτιό της, ροζ και οι τοίχοι του γεμάτοι πριγκίπισσες, νεράιδες και βασιλόπουλα. Του έδειξε και το κρεβάτι της, ήταν γεμάτο αίματα. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τη μαμά της, θα της το έλεγε το πρωί. «Να, κοίτα του είπε, από εδώ βγήκε» κατέβασε τα ρούχα της και του έδειξε την πληγή. Αυτός άπλωσε το χέρι του και την ακούμπησε. Ζεστό αίμα κύλησε στα δάχτυλά του, αιμορραγούσε ακόμα. «Με κυνηγούνε» της είπε τρομαγμένος «αν με πιάσουν θα με σκοτώσουν» κι έτρεμε ολόκληρος. Του είπε ότι κι αυτή φοβάται πολύ και τον αγκάλιασε. Την αγκάλιασε κι αυτός…

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Η ΕΚΔΡΟΜΗ


Μνήμη Τάκη Κανελλόπουλου
Ο έρως είναι μάχη, πόλεμος ανηλεής και αδυσώπητος, χωρίς νικητές. Ψέματα, ψέματα  και υστεροβουλίες, ψεύτικα φιλιά, κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, χλιαρές αγκαλιές, κάλπικες φιλίες και αιώνιοι όρκοι που την επόμενη στιγμή προδίδεις, δολοπλοκίες, βασανίζεσαι να κρύψεις την αλήθεια, δεν είναι απλά ένα παιχνίδι, ποτέ, ας ξεκινάει έτσι, μας βρίσκει πάντα ανίδεους κι απροετοίμαστους, άβγαλτους, και κάποια στιγμή μας μαγκώνει, το γλυκόπικρο όρπετο χωρίς ουρά, η σάρκα θολώνει το νου, τα φλογισμένα υγρά αδειάζουν, έχει πολλά ονόματα η αγάπη, διαλέγεις, κι ο τρίτος άνθρωπος ανάμεσά μας, οι αδαείς το λένε απιστία, εσύ μοναξιά, και βουλιμία, πρόσεχε ποιους βάζεις στη ζωή σου, κι αυτούς που μπαίνουν δίχως άδεια απ’ το παράθυρο, αυτοί δε σε ρωτούν, τρεις άνθρωποι στην ερημιά του κόσμου, δύο ποτέ δεν είναι αρκετοί, το μπέρδεμα, η προσωρινή λιποταξία, το σκέφτεσαι και τρομάζεις, μια παρένθεση λες, μα αυτές πληθαίνουν,  περνά η ζωή μέσα στις παρενθέσεις και στα διαλείμματα. Διπλές ζωές, μισές ζωές. Ίσως. Το σφρίγος και η ορμή της νιότης, απ’ την άλλη το βαθύ αίσθημα της ωριμότητας.  Τα θέλεις όλα. Τα τραύματα είναι επιπόλαια, μικρές οι εκδορές της θλίψης, μόνο οι ουλές αφήνουνε σημάδια, σε ακολουθούν, τις βλέπεις στον καθρέφτη θυμάσαι, τις αγγίζεις απαλά, δεν σε αφήνουν να ξεχάσεις, και κάθε τόσο τις ξύνεις με ηδονή να χυθεί το πύον, κάποτε τις καυτηρίασες, μα δεν ήταν αρκετό. Αγκάθι που ματώνει πρέπει να βγαίνει, είπες, το μαχαίρι ήταν δίκοπο, η λάμα μπηγμένη βαθειά στα σωθικά σε πάγωσε.

Ο θάνατος είναι μια κάποια λύση, σώζει. Παρακαλάς, μα δεν έρχεται. Πικρή η αργοπορία. Τα κορμιά παλεύουν, οι ψυχές νωθρές, λιποτακτούν. Δεν έχει πέρασμα, ούτε επιστροφή. Κουράστηκες. Αυτός ο πόλεμος δεν έχει τέλος, δεν είναι η ατέλειωτη εκδρομή στην εξοχή που ονειρευόσουνα μικρή στο λιβάδι με τις ανθισμένες μαργαρίτες.  Μόνο ο θάνατος σώζει. Το τέλος του παραμυθιού.