Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ



«Σήκω, θα αργήσεις». Προσπαθεί να με ξυπνήσει και τοκ τοκ, χτυπά δυο φορές την πόρτα. Κοτζάμ μαντράχαλος, η μαμά  έχει ακόμα την έγνοια μου. Κάνω κακό ύπνο, μα ανέκαθεν είχα πρόβλημα με το πρωινό ξύπνημα. Από παιδί, ήταν το μαρτύριό μου. Μετά τις πρώτες άκαρπες προσπάθειες της μαμάς, ο πατέρας μπουκάριζε αγριεμένος στο δωμάτιο, πέταγε τα σκεπάσματα μακριά και έβαζε τις φωνές. «Σήκω τεμπελόσκυλο, μεσημέριασε!» Η καρδιά μου άρχιζε να χτυπά δυνατά, έτοιμη να σπάσει και πεταγόμουν πάνω σαν ελατήριο, τα πόδια μου έβγαζαν φτερά, μα το χτυποκάρδι δεν έλεγε να σταματήσει. Έφταιγε ο «κιρκάδιος κύκλος» μου, μα το έμαθα πολύ αργότερα απ’ τον βιολόγος μου στο λύκειο. Τον είχαμε πρώτη ώρα και μάλιστα δευτεριάτικα. Έφτανα πάντα καθυστερημένος, μα έδειχνε κατανόηση και δεν το πήρε ποτέ προσωπικά το ζήτημα, όπως κάποιοι άλλοι. Μελετούσε νευροεπιστήμες και τον ανθρώπινο εγκέφαλο, δαρβινιστής, υλιστής και άθεος, με σοβαρά όμως επιχειρήματα. Ήμουν, λοιπόν, ένα δείγμα του ελαττωματικού «τύπου βήτα», όπως έλεγε, ανήκα δηλαδή σ’ εκείνη την ισχνή μειοψηφία που ο εγκέφαλός τους λειτουργεί καλύτερα την νύχτα παρά τη μέρα, ένα λάθος της φύσης, ας πούμε. Είχα, λοιπόν, μια πολύ καλή δικαιολογία για τις αργοπορίες μου, αν και οι καθηγητές έδειχναν επιείκεια και σ’ αυτό, σίγουρα, θα ‘παιξε το ρόλο του το επάγγελμα και η κοινωνική θέση του πατέρα. Ο λυκειάρχης τον γνώριζε προσωπικά.

Ήμουν πάλι με δυο ώρες ύπνο και το κεφάλι μου έτοιμο να σπάσει. Ντύθηκα βιαστικά, ήπια ένα χάπι και πήρα ένα κουλούρι για το δρόμο. Η μαμά μού είχε ψήσει καφέ μα δεν προλάβαινα, μια ρουφηξιά μόνο στα όρθια, τη φίλησα βιαστικά και έφυγα τρέχοντας. Στην είσοδο συνάντησα το διαχειριστή της πολυκατοικίας που ψαχούλευε την αλληλογραφία και αλλάξαμε βιαστικές καλημέρες. Ήταν ένα καλοσυνάτο γεροντάκι, πρώην καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού που ακόμη έστεκε καλά στα πόδια του. Έξω, θέριζε. Φλεβάρης μήνας, χειμώνας βαρύς και η θερμοκρασία λίγο πάνω απ’ το μηδέν. Άναψα τσιγάρο, σήκωσα τους γιακάδες της καπαρντίνας και χώθηκα βαθιά μέσα στις τσέπες μου. Πρέπει να κρύωσα χτες, γιατί είχα έντονα ρίγη, μπορεί όμως να ήταν μόνο απ’ την κούραση. Δεν είχα κοιμηθεί καλά, μου έλειπε ύπνος. Ευτυχώς η υπηρεσία ήταν πέντε λεπτά δρόμος με τα πόδια, γιατί ούτε αυτοκίνητο είχα ούτε μηχανάκι, ούτε καν ποδήλατο ήξερα να οδηγώ. Λένε πως το πρωινό περπάτημα κάνει καλό στην υγεία, όχι όμως όταν είσαι κακονύχτης, ειδικά μ’ αυτό το ψοφόκρυο.

Στην είσοδο χαιρέτησα το φρουρό και μπήκα μέσα. Ο κλητήρας καθόταν στο γραφείο του και μουτζούρωνε κάτι χαρτιά. Όταν με είδε να μπαίνω τα έχωσε βιαστικά στο συρτάρι και σηκώθηκε όρθιος. «Καλημέρα σας», είπε και με πλησίασε  προσεχτικά ρίχνοντας μια διερευνητική ματιά γύρω του. Έδειχνε ανήσυχος και κάπως φοβισμένος. «Σας ψάχνει ο διευθυντής, είναι έξω φρενών», μου ψιθύρισε συνωμοτικά στ’ αυτί. Του είπα να μην ανησυχεί και τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη. Ήθελα μόνο να ειδοποιήσει για τον καφέ μου. Ήταν καλός άνθρωπος, λίγο ελαφρούλης μόνο, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες, μα για το πόστο του ο πιο κατάλληλος. Να εξυπηρετεί, δηλαδή, το υπόλοιπο προσωπικό, να βγάζει φωτοτυπίες, να μεταφέρει φακέλους και έγγραφα απ’ το ένα γραφείο στο άλλο, για ότι χρειαζόταν αυτός έτρεχε χωρίς να δυσανασχετεί. Αντίθετα καμάρωνε. «Και τι θα κάνατε χωρίς εμένα, εδώ μέσα», έλεγε συνέχεια.

Εκείνη τη στιγμή πέρασαν από μπροστά μας βιαστικοί δύο συνάδελφοι από άλλα γραφεία. «Χαζολογάμε, κύριε κλητήρα;» του είπαν με δήθεν αυστηρό ύφος. Αμέσως έγινε κατακόκκινος και μπερδεύοντας  τα λόγια του προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Κάτι πήγαν να πουν και σε μένα, μα τους γύρισα την πλάτη. Δεν ήθελα να ‘χω  πάρε δώσε με κανέναν τους, μόνο με τους αναγκαίους, αυτούς που για καθαρά υπηρεσιακούς λόγους δεν μπορούσα ν’ αποφύγω. Τόσα χρόνια στη δουλειά, δεν είχα κάνει ούτε ένα φίλο. Τους βαριόμουνα, ήταν όλοι τους πολύ προβλέψιμοι. Τα ίδια κρύα αστεία, το ίδιο σνομπ ύφος, η ίδια ψευτομαγκιά, η ίδια υποκρισία. Βαριόμουνα τις συζητήσεις τους για την μπάλα και το χρηματιστήριο, για τις γυναίκες και τα πεθερικά τους, για τα σπουδαία και πανέξυπνα κουτσούβελα που μεγαλώνουν και τους μοιάζουν σε όλα -τα δύστυχα- για τις σοβαρές υπηρεσιακές υποθέσεις που έχουν αναλάβει, για την προαγωγή που περιμένουν, για την κρίση  και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μετά την άδικη μείωση των μισθών τους, για τη ρευστή και επικίνδυνη πολιτική κατάσταση, για τα κουτσομπολιά και τις γκόμενες που τάχα μου έχουν οι κακόμοιροι. Για όλα αυτά που μου φαίνονταν μακρινά, βαρετά και αδιάφορα. Απ’ την άλλη, οι γυναίκες να βάφουν τα χείλη και τα μάτια, να κουνάνε προκλητικά τον πισινό τους πέρα δώθε, να ρίχνουν στα βαρβάτα αρσενικά τις φλογερές ματιές τους, να διαβάζουν στη ζούλα ιλουστρασιόν περιοδικά της μόδας για τα ζώδια και τον ονειροκρίτη, να παίζουν πασιέντζα στον υπολογιστή και να ψάχνουν να τυλίξουν κάποιο καλό κελεπούρι  από κει μέσα μην τυχόν και μείνουν στο ράφι. Μα και τότε, ως γεροντοκόρες δηλαδή, κάποια δικαιολογία θα ‘βρουν να παρηγοριούνται. Ότι δώσανε προτεραιότητα στην επαγγελματική τους καριέρα, ας πούμε, και τι έγινε που δεν παντρευτήκαν και δεν κάνανε παιδιά, βλέπουν κι αυτούς που χωρίζουν στο χρόνο επάνω, τουλάχιστον αυτές γλέντησαν τη ζωή τους, θα λέγανε με κακεντρέχεια οι έρημες κι αγάμητες. Κι όλο θα χοντραίνουν. Μέσα σ’ όλη αυτή την ανυπόφορη ανθρωπίλα, με τις χρυσές μετριότητες και τις κινούμενες δυστυχίες, μόνο ο κλητήρας δεν με ζάλιζε με παπαριές, δεν με κούραζε με ανοησίες και πολλές φορές μου έφτιαχνε το κέφι με την παιδιάστικη αφέλειά του. Ήταν ανύπαντρος και ζούσε με τη γριά μητέρα του. Ακόμα, από τότε που τον πρωτογνώρισα. 

Έκλεινα δέκα χρόνια στο Εφετείο. Ο πατέρας με βόλεψε. Έγινε, βέβαια, και ένας γραπτός διαγωνισμός, πέρασα κι από μια συνέντευξη, όλα για τα μάτια του κόσμου, αφού αν δεν χρησιμοποιούσε τις γνωριμίες και τα μέσα του, αν δεν έβαζε λυτούς και δεμένους, αν δεν μεσολαβούσε ακόμα και ο αρχιμανδρίτης, δεν θα ‘παιρνα τη θέση. Από καιρό είχα τελειώσει με το σχολείο και το στρατό και μ’ όλα τα πρωινά βασανιστήρια και γύριζα σαν κοπρόσκυλο εδώ και κει ξενυχτώντας με διάφορους τυχάρπαστους χαραμοφάηδες. Βέβαια, είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, πιο πολύ για τους δικούς μου, να νιώσουν λίγο υπερήφανοι κι αυτοί για τον κανακάρη τους, μα και για δικό μου όφελος, αφού έτσι θα έπαιρνε παράταση τουλάχιστον μια πενταετία η τεμπέλικη ανεμελιά μου. Φυσικά δεν πάτησα το πόδι μου ποτέ, ούτε τα δωρεάν συγγράμματα δεν τους έκανα την τιμή να παραλάβω. Ο πατέρας με προόριζε για τη νομική, όπως είχε σπουδάσει και ο ίδιος, και γι’ αυτό πλήρωσε αδρά για ιδιαίτερα μαθήματα, αλλά τσάμπα ο κόπος. Το μόνο που μετά βίας κατάφερα ήταν να περάσω στο τμήμα φιλοσοφίας που είχε τις χαμηλότερες βάσεις. Όταν κατάλαβε ότι το πήγαινα για αιώνιος και αχαΐρευτος φοιτητής, διέκοψε την οικονομική βοήθεια και μ’ έστειλε φαντάρο στα σύνορα. Επιστρέφοντας θεώρησε ότι πλέον είχα γίνει πραγματικός άντρας κι έπρεπε να φροντίσει για την επαγγελματική μου αποκατάσταση. Δεν ήταν δα και καμιά κουραστική εργασία, απλή καθημερινή ρουτίνα. Συμβουλευόμουν τους νόμους και τους κώδικες κι έγραφα τα κατηγορητήρια των υποθέσεων. Αργότερα αναλάμβανα ολόκληρες υποθέσεις και αυξήθηκε κάπως η δουλειά. Όμως δεν είχα σκεφτεί το πιο μεγάλο πρόβλημα, το ωράριο. Σπάνια ήμουν συνεπής  και, κάθε φορά που αργούσα, η προϊσταμένη μού τόνιζε  ότι η παραβίασή του  συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα και αιτία απόλυσης. Ευτυχώς είχα την κάλυψη του πατέρα. Ο διευθυντής τον υπολόγιζε και τον φοβόταν και δεν τολμούσε να με πειράξει. Ως δικαστικός καριέρας, ήταν λίγο χέστης κι αυτός με τους ανωτέρους του. Όπως και όλοι οι άλλοι φυσικά.

Μπήκα στο γραφείο μου. «Σε ψάχνουν όλοι, που είσαι;» μου είπε αναστατωμένος ο νεαρός συνάδελφος κι εκείνη τη στιγμή άνοιξε την πόρτα η κυρία προϊσταμένη. Όταν με είδε έβαλε τις φωνές, αρκετά δυνατές για να τσιτώσουν ακόμα περισσότερο τα νεύρα μου. Το έχω παραξηλώσει, είπε, ότι ώρα θέλω έρχομαι, ότι ώρα θέλω φεύγω, αυτό το βιολί δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο, ούτε μπορεί συνέχεια να με καλύπτει. Δεν είπα τίποτα, μόνο χαμήλωσα τα μάτια. Είχε παρουσιαστεί στο διευθυντή για την υπόθεση της μαστροπείας. Με ρώτησε που βρίσκεται ο φάκελος, έφαγε τον τόπο, μα δεν τον βρήκε πουθενά. «Πήγαινε να καθαρίσεις εσύ τώρα μαζί του» είπε, άνοιξε την εσωτερική πόρτα και μπήκε αλαφιασμένη στο γραφείο της. Ο συνάδελφος, σουφρώνοντας τα χείλη, μου ‘ριξε ένα βλέμμα συμπόνιας και κατόπιν συνέχισε τη δουλειά του. Το γραφείο του βρισκόταν ακριβώς απέναντι απ’ το δικό μου, γεμάτο φακέλους, χαρτιά και δικαστικές υποθέσεις. Τελευταία, είχε φορτωθεί και κάποιες δικές μου, τις λιγότερο σημαντικές, μα δεν έδειχνε να δυσανασχετεί. Ήταν νέος στην υπηρεσία, μόνο ένα χρόνο είχε στο τμήμα,  απ’ την πρώτη στιγμή όμως έδειξε εργατικότητα και ευσυνειδησία. Από μακριά έκανε μπαμ ότι πήγαινε για καριέρα, εγώ πάλι όχι. Τώρα όμως έπρεπε να βρω το φάκελο και να δω το διευθυντή  κι ούτε καφέ δεν είχα πιει ακόμα. Θυμήθηκα ότι τον είχα κλειδώσει στο συρτάρι, κάτω κάτω. Τις σημαντικές υποθέσεις δεν τις αφήνω ποτέ έκθετες σε γραφεία και φωριαμούς, πολλά γίνονταν στις μέρες μας. «Να μην εμπιστεύεσαι κανέναν και να προσέχεις που βάζεις την υπογραφή σου», ήταν οι πρώτες συμβουλές του πατέρα. Ως έμπειρος εφέτης ανακριτής, σίγουρα, κάτι παραπάνω θα ήξερε.

Ένιωθα τα πόδια μου κομμένα, με τα χίλια ζόρια ανέβαινα τα σκαλιά. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο διευθυντής, σκυμμένος πάνω απ’ το γραφείο του, με κοίταξε βλοσυρά μέσα απ’ τα γυαλιά του. Πριν προλάβω να του πω καλημέρα, είχε σηκωθεί όρθιος κι άρχισε να με κατσαδιάζει, πρώτα για το ωράριο, κατόπιν για την υπόθεση των μαστροπών. Την είχα αργήσει, μου είπε, και οι ανώτεροί του τον πίεζαν. Του θύμισα ότι αυτός ο ίδιος μου είχε πει να την βάλλω τελευταία στη σειρά, ότι έχουμε άλλες πιο επείγουσες υποθέσεις. Έτσι κι αλλιώς απ’ τη δική μου μεριά είναι έτοιμη, μπορούσα να την προωθήσω για υπογραφή ανά πάσα στιγμή. «Εγώ ποτέ δεν σου έδωσα τέτοια εντολή, και να προσέχεις τα λόγια σου!» φώναξε οργισμένος. Με ύφος απόμακρο και πολύ υπηρεσιακό με αποκάλεσε ψεύτη και κοινό συκοφάντη, υπάλληλο χαμηλής ηθικής στάθμης που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες των πράξεων και των παραλείψεών του. Είχε κοκκινίσει απ’ το κακό του και συνέχιζε να με κατηγορεί, μα πλέον δεν τον άκουγα. Φταίει που ήμουν άυπνος και δεν είχα πιει καφέ ακόμα, έκανε και μια κωλοζέστη εκεί μέσα, είχε στο φουλ το καλοριφέρ, μα ένιωθα τις φωνές του -πρέπει ν’ ακούστηκαν σ’ ολόκληρο το δικαστικό μέγαρο- σαν σουβλιά να τρυπάνε το κρανίο μου. Τα νεύρα μου ήταν σμπαράλια, πολύ τεντωμένα για ν’ αντέξουν έναν πρωινό εξάψαλμο. Ένιωθα παράλυτος, αποχαυνωμένος, έτοιμος να σωριαστώ χάμω. Ευτυχώς, ο ξαφνικός θυμός με συνέφερε. Ήξερα πολύ καλά, τόσα χρόνια στην υπηρεσία, για τις συναλλαγές που γίνονται σε ανώτερο επίπεδο, για τις μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή αυτηνής που λένε δικαιοσύνης, για τα γραφειοκρατικά εμπόδια μέχρι την τελεσίδικη παραγραφή μιας υπόθεσης, για τις παρεμβάσεις των ανωτέρων και τα τηλεφωνήματα των παρατρεχάμενων. Ήξερα, πολύ καλά, τι σημαίνει «βάλε τον φάκελο στο συρτάρι τελευταίο», μα δεν μ’ ένοιαζε. Δεν θα ‘βγαζα εγώ το φίδι απ’ την τρύπα ούτε θα το ‘παιζα ήρωας και προστάτης του δίκαιου για να μου δώσουν το παράσημο, αυτές ήταν δουλειές άλλων. Να μη βρω τον μπελά μου ήθελα, μόνο, την ησυχία μου. Δεν ξέρω τι είχε αλλάξει με την περίπτωση των μαστροπών και των ανήλικων αλλοδαπών γυναικών που είχαν πέσει θύματα στα δίχτυα τους, κάποιο καινούργιο τηλεφώνημα ίσως, μια αντίθετη εντολή του υπουργείου, μα αυτό το καθίκι προσπαθούσε να φορτώσει πάνω μου όλη την καθυστέρηση, ότι δήθεν φταίνε οι αργοπορίες μου, η ασυνέπειά μου στην τήρηση του ωραρίου, μια γενικότερη αμέλεια  στην εκτέλεση των καθηκόντων μου. Αυτά σκεφτόμουν και στάθηκα πάλι δυνατά στα πόδια μου. «Τι με κοιτάς σαν χάνος, σου μιλάω!» άκουγα ξανά την οργισμένη του φωνή. Αυτό όμως που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν όταν μου είπε χαιρέκακα ότι πλέον «δεν είναι δω ο μπαμπάκας σου για να σε ξελασπώσει». Θόλωσα, μου μπήκε ο διάολος μέσα και, χωρίς να πω κουβέντα, πλησίασα προς το μέρος του. Ξαφνικά πάνιασε, έχασε το χρώμα και τη μιλιά του κι απ’ το βλέμμα μου, μάλλον, γέμισε με άσχημα προαισθήματα. Έφτασα μπροστά του σε απόσταση αναπνοής. Μέχρι το στήθος με πήγαινε το λιπόσαρκο ανθρωπάκι που ήθελε να παραστήσει και τον αυστηρό και άτεγκτο διευθυντή. Του χάρισα ένα πικρό χαμόγελο κουνώντας με νόημα το κεφάλι μου, του ‘βγαλα τα γυαλιά και τα έκανα θρύψαλα. Κατόπιν του ‘σκασα ένα γερό μπάτσο στο πρόσωπο και σωριάστηκε στο πάτωμα. Με κοίταζε κοκαλωμένος. Κιχ δεν έβγαλε το αρχίδι, μιλιά.

Δεν υπήρχαν μάρτυρες, σίγουρα, όμως, την είχα βαμμένη. Πάντως, θα αρνιόμουν εντελώς το συμβάν και, μάλιστα, θα τον κατηγορούσα στα ίσια για μυθομανή και κοινό συκοφάντη. Αυτός θα στηριζόταν στη συστηματική –και δόλια, όπως θα ισχυριζόταν- αργοπορία μου που μπορεί να αποδειχθεί από χίλιες μαρτυρίες, ζητώντας με συνοπτικές διαδικασίες την απόλυσή μου. «Φταίει ο κιρκάδιος κύκλος μου, παλιοκαριόλη, είμαι ο ελαττωματικός τύπος βήτα, παλιογαμιόλη!» θα του απαντούσα γελώντας δυνατά. Βέβαια,  θα γινόταν και πειθαρχικό συμβούλιο, μα δεν θα ‘χα καμιά ελπίδα. Αν ζούσε ο πατέρας δεν θα ‘φτανα σ’ αυτό το σημείο, ας μην είχαμε άμεση υπηρεσιακή σχέση, πάντα βοηθούσε. Τον έφαγε η πολύ δουλειά κι αυτόν, όλη τη μέρα στο γραφείο να μελετάει υποθέσεις, να προχωρά σε ανακρίσεις και έρευνες και να σκαλίζει τους κώδικες και τους νόμους του κράτους. Εκεί τον βρήκαν ένα πρωί, από ανακοπή καρδιάς. Ήταν έντιμος, ποτέ δεν μπλέχτηκε σε βρωμοδουλιές, τους έκλεινε το τηλέφωνο στα μούτρα, κι ας έμεινε, για το λόγο αυτό, τα τελευταία χρόνια στάσιμος. Τους είχε σιχαθεί όλους, αν και απέφευγε τέτοιου είδους κουβέντες μαζί μου. Δεν ήθελε να με αποθαρρύνει και να χάσω την εμπιστοσύνη μου στην ηθική και το δίκαιο, μα το ‘βλεπα στο πρόσωπό του, είχε απογοητευτεί. Του χρόνου θα ‘βγαινε στη σύνταξη. Δεν πρόλαβε.

Έξω απ’ την πόρτα του γραφείου μου περίμενε ο κλητήρας με τον καφέ και το νερό στο χέρι. Μετά το ξέσπασμα στο διευθυντή είχα κάπως χαλαρώσει. Όταν τον είδα μου ‘φτιαξε το κέφι. «Ο καφετζής είχε πολύ δουλειά, γι’ αυτό και άργησε ο καφές σας», δικαιολογήθηκε, στο τέλος αναγκάστηκε να μου τον φέρει ο ίδιος. Τον ευχαρίστησα. Δεν τον ρώτησα γιατί δεν τον άφησε στο γραφείο μου, σίγουρα θα είχε τους λόγους του. Διψούσα από ώρα, τον κατέβασα μονορούφι, εκεί μπροστά του, μετά ήπια και το νερό. Με ρώτησε για τον διευθυντή και του είπα ότι το ζήτημα είχε κανονιστεί, δε έπρεπε να ανησυχεί πια. Αμέσως, η διάθεσή του άλλαξε και τα μάτια του βγάλανε μια χαρούμενη λάμψη. Μου θύμισε ότι αύριο γιορτάζει, είναι μεγάλη μέρα για κείνον, δεν θα ήθελε να απουσιάζω, ειδικά εγώ που με θεωρούσε τόσα χρόνια έναν καλό του φίλο. Του ευχήθηκα από τώρα τα χρόνια πολλά και μ’ ευχαρίστησε, μα για την αυριανή μέρα δεν έκανα κουβέντα, δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω. Σίγουρα, γι’ αυτόν θα ήταν μια μεγάλη μέρα, η πιο σημαντική της χρονιάς. Παρ’ όλο που θα ‘χε άδεια, θα ερχόταν μετά την εκκλησία στην υπηρεσία με την επίσημη περιβολή του, κουστουμαρισμένος και γραβατωμένος, θα καθόταν στο αγαπημένο του γραφειάκι, θα δεχόταν τις ευχές και τις φιλοφρονήσεις των συναδέλφων και θα τους κερνούσε γλυκά. Θα ένιωθε σημαντικός, αξιοπρεπής και ευτυχισμένος, μα δυστυχώς, εγώ δεν θα ‘μουν εδώ για να του ευχηθώ. Στην πραγματικότητα, δεν θα ξαναπατούσα το ποδάρι μου μέσα σ’ αυτό το μουχλιασμένο κτίριο με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τα καταθλιπτικά γραφεία και τους βαρετούς συναδέλφους. Αυτός ο ευγενικός και καλοκάγαθος άνθρωπος αποτελούσε την φωτεινή εξαίρεση μέσα σ’ όλον τον υπηρεσιακό ζόφο. Ήταν σύμμαχός μου, ο μοναδικός και στην κατάθεση που θα του ‘παιρναν ίσως να ‘λεγε ένα καλό λόγο. Αν δεν τους φοβόταν.

Η μέρα έξω ήταν ηλιόλουστη και χαμογελαστή, το κρύο είχε σπάσει λιγάκι. Οι δρόμοι είχαν πολύ κίνηση, αυτοκίνητα σταματημένα απ’ το μποτιλιάρισμα και άνθρωποι να τρέχουν βιαστικοί και αλαφιασμένοι για τις δουλειές τους. Εγώ πλέον είχα πολύ χρόνο για πέταμα και πολύ καιρό να βολτάρω τέτοια ώρα. Ακόμα πιο πολύ να κάτσω να πιω ένα ούζο στην πλατεία  χαζεύοντας τα περιστέρια και μαζεύοντας καταπραϋντικό χειμωνιάτικο ήλιο. Δίπλα μου καθόταν αγκαλιασμένο ένα ζευγαράκι  πίνοντας καφέ, παραδίπλα μια κεφάτη αντροπαρέα τσιμπολογούσε, κουτσόπινε και καλαμπούριζε και όλοι είχαν ξεραθεί στα γέλια με τα σόκιν ανέκδοτα του καραφλού τεραστίων διαστάσεων χοντρομπαλά που είχε σφηνώσει στην καρέκλα του. Τους άκουγα και γελούσα μόνος μου, είχαν πολύ πλάκα, σαν παιδιά κάνανε. Το ζευγαράκι δίπλα μου είχε αρχίσει να χαϊδεύεται και να φιλιέται περιπαθώς. Όταν κατάλαβαν ότι τους κοιτάζω μου χαμογέλασαν και μαζεύτηκαν κάπως. Σε λίγο πλησίασε το τραπέζι μου ένας ευγενικός νεαρός για να πάρει παραγγελία. «Ούζο και κάτι να τσιμπήσω», του είπα, με είχε κόψει  λόρδα απ’ το πρωί. Δεν ήθελα να γυρίσω από τώρα στο σπίτι, δεν υπήρχε λόγος και η μαμά, σίγουρα, θα παραξενευόταν και θα ανησυχούσε, θα την ζώνανε τα μαύρα φίδια. Δεν είχα σκοπό να της πω τίποτα, ακόμα, να μην τη στεναχωρήσω. Παρ’ όλο που μετά το δεύτερο ποτήρι είχα πάρει οριστικά τις αποφάσεις μου.

Από καιρό σχεδίαζα να υποβάλλω παραίτηση, όχι όμως μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν ήθελα τα πράγματα να φτάσουν στα άκρα. Απ’ την μέρα που πέθανε ο μπαμπάς το σκεφτόμουν πιο σοβαρά. Την δουλειά αυτή, του δημόσιου υπάλληλου που μουτζουρώνει χαρτιά μέσα σ’ ένα μουντό και ανήλιαγο γραφείο ποτέ δεν την αγάπησα. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν μέσα στα όνειρά μου, αν και την περίοδο που το αποφάσισα ούτε όνειρα είχα ούτε σχέδια για το μέλλον. Το μόνο που ήθελα ήταν να γλεντήσω τη ζωή, να πιω, να πηδήξω, να ταξιδέψω και να ερωτευτώ. Ούτε για δουλειά είχα όρεξη, τότε, πόσο μάλλον για οχτάωρη μισθωτή σκλαβιά, και πρωί μάλιστα, ούτε για οικογένεια και άλλες δεσμεύσεις. Είχα περάσει εικοσιπέντε χρόνια καταπίεσης από γονείς, δασκάλους και καραβανάδες και επιθυμούσα πλέον κάποια ανεξαρτησία. Με δυο συμφοιτητές από εκείνη την εποχή σχεδιάζαμε μόλις ξεμπερδέψουμε με το στρατιωτικό να τα παρατήσουμε όλα και να κάνουμε ένα μεγάλο ταξίδι, κάτι σαν τον γύρο του κόσμου, ας πούμε, να φτάσουμε μέχρι τα πέρατα της γης. Πράγματι, αυτοί το έκαναν, πήρανε τις κιθάρες τους παραμάσχαλα και φύγανε μακριά, δεν τους ξανάδα από τότε. Εγώ δείλιασα κι έμεινα πίσω, με τη μαμά και το μπαμπά, στο παιδικό μου δωμάτιο. Κι όταν μου προτάθηκε μια βόλεψη ακόμα δεν την αρνήθηκα, λίγο από φόβο, λίγο από σεβασμό στο πρόσωπο του πατέρα, λίγο από δειλία και ανασφάλεια απέναντι στη ζωή. Τώρα, όμως, όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν πρόκειται να παραιτηθώ και να τους κάνω το χατίρι, ας με διώξουν αυτοί, αν θέλουν, έχω όμως πολλά ράμματα για τη γούνα τους, θα πουλήσω πολύ ακριβά το τομάρι μου, τον διευθυντής ειδικά θα τον εκθέσω ανεπανόρθωτα, δεν θα την βγάλει καθαρή μαζί μου. Μα στο γραφείο, ότι κι αν γίνει, δεν πρόκειται να ξαναπατήσω το πόδι μου. 

Καμιά δεκαριά περιστέρια είχαν μαζευτεί γύρω μου, τους πετούσα ψίχουλα και τσιμπολογούσαν ευτυχισμένα. Παραπέρα, ένας μαύρος γάτος λιαζόταν και τριβόταν στο πλακόστρωτο γουργουρίζοντας, μα τον αγνοούσαν επιδεικτικά και δεν έδειχναν να πολυνοιάζονται. Το ζευγαράκι είχε ήδη φύγει κι απ’ την διπλανή αντροπαρέα ένας ένας πήγαινε στο σπίτι του. Είχαν απομείνει ο χοντρός καλαμπουριτζής κι ένας κοντός μουστακαλής να καπνίζουν αμίλητοι και να χαζεύουν τα γκρίζα σύννεφα. Ήταν μουντός ο καιρός, ο ήλιος είχε κρυφτεί πια, μα δεν το πήγαινε για βροχή. Κοίταξα το κινητό μου. Το είχα στο αθόρυβο. Υπήρχαν τρεις αναπάντητες απ’ την προϊσταμένη, θα την ενημέρωσε ο διευθυντής για το συμβάν. Το γκαρσόνι μού ‘φερε ένα ούζο ακόμη, διπλό και σκέτο, το πλήρωσα και του ‘κανα κίνηση να κρατήσει τα ρέστα. «Γιορτάζω σήμερα», είπα και πρέπει να του φάνηκε παράξενο που μ’ έβλεπε να πίνω μόνος μου. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά, η πλατεία σχεδόν άδεια κι εγώ δεν κρύωνα πια. Ένιωθα το πρόσωπο να καίει και τ’ αυτιά μου είχαν γίνει κατακόκκινα απ’ τα ούζα, μα τώρα, έπρεπε να σηκωθώ απ’ την καρέκλα, να βρω το δρόμο για  την τουαλέτα του μαγαζιού, να κατουρήσω και να γυρίσω σπίτι, να κλείσω τελείως το τηλέφωνο, να πέσω με τα ρούχα στο κρεβάτι και να ξεραθώ μέχρι την άλλη μέρα. Στη μαμά θα έλεγα ότι σήμερα είχαμε πολύ δουλειά στο γραφείο κι αναγκάστηκα να μείνω παραπάνω. Μόνο ευχόμουν να μην μυρίσει το στόμα μου, γιατί παρά την ηλικία της έχει γερή μύτη. Τότε θα αναγκαζόμουν να της πω την αλήθεια. Ότι είχε γενέθλια ένας συνάδελφος, προσφέρθηκε να μας κεράσει και δεν μπορούσα να του αρνηθώ. Μα με τίποτα δεν θα ‘πρεπε να μάθει ακόμα για το περιστατικό. Χωρίς να ‘χω παραγγείλει, το γκαρσόνι μου ‘φερε άλλο ένα ούζο. Απόρησα. Ήταν κερασμένο απ’ το μαγαζί, μου εξήγησε. Είχα πιει αρκετά, μα δεν ήθελα να τον προσβάλω. Με ρώτησε τι γιορτάζω. «Σήμερα με διώξανε απ’ τη δουλειά» του είπα χαμογελώντας και κατέβασα το ούζο άσπρο πάτο. Για κάποιες στιγμές έμεινε να με παρατηρεί αμήχανα κι εγώ να κοιτώ στο βάθος τα σιντριβάνια της πλατείας που δεν έβγαζαν νερό.

Ο θάνατός του ήταν πολύ ξαφνικός. Δεν είχαμε βέβαια και τις καλύτερες σχέσεις, έλπιζα όμως ότι με τα χρόνια θα δινόντουσαν οι κατάλληλες εξηγήσεις, θα γνώριζε καλύτερα ο ένας τον άλλο και θα τα βρίσκαμε οι δυο μας. Δεν προλάβαμε. Είχε βαριά σκιά ο μακαρίτης, αυστηρός και λιγομίλητος, στην ουσία μοναχικός, δεν έκανε, μάλλον, για οικογένεια. Δεν θυμάμαι να έπαιξε ποτέ μαζί μου, ούτε με πήγε μια βόλτα, να με κρατήσει λίγο απ’ το χέρι. Βέβαια, ούτε ακούμπησε ποτέ χέρι πάνω μου, ένα βλέμμα του όμως ήταν αρκετό για να παραλύσουν τα πόδια μου. Κάποιες φορές σκοτείνιαζε πολύ. Ήταν και νευρικός άνθρωπος, έβαζε συχνά τις φωνές, για ψήλου πήδημα. Και στη μαμά. Αυτή δεν μιλούσε, τα υπέμενε όλα. Κι εγώ μαζί. Όσο μεγάλωνα προσπαθούσα να τον αποφεύγω. Αν και μέναμε στο ίδιο σπίτι, σπάνια συναντιόμασταν. Τα βράδια γυρνούσα αργά, αυτός συνήθως ήταν στο γραφείο του. Δούλευε πολύ, σχεδόν όλη μέρα. Και με τη μαμά δεν πρέπει να είχε πολλές κουβέντες τελευταία. Φαινόταν απόμακρος, στον κόσμο του. Δεν ξέρω τι μπορεί να τον απασχολούσε, μα σίγουρα δεν πρέπει να ‘ταν μόνο η απογοήτευση απ’ τη δουλειά. Βέβαια, τα πράγματα χειροτέρεψαν από πέρσι, που έμεινε στάσιμος. Κλείστηκε τελείως στον εαυτό του.

Είπα στον νεαρό να καλέσει ένα ταξί. Τα περιστέρια είχαν καθαρίσει τα πλακάκια απ’ τα ψίχουλα και είχαν απομακρυνθεί. Δυο τσιγγανάκια πλησίασαν το χοντρό και τον φίλο του. Φαινόντουσαν καθαρά και περιποιημένα. Το αγόρι τούς πρόσφερε τα γαρύφαλλα που κρατούσε στο χέρι, «πήγαινε παραπέρα, για γκόμενες μας πέρασες!» του φώναξε εκνευρισμένος ο μουστακαλής και ο χοντρός συμπλήρωσε με ειρωνεία ότι αυτά πουλιούνται το βράδυ και όχι μέρα μεσημέρι. Πιο πίσω το κατσαρομάλλικο κοριτσάκι κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα τους δυο άντρες. «Πεινάμε, να πάρουμε κάτι να φάμε» παρακάλεσε το αγόρι και ο μουστάκιας το ‘σπρωξε πέρα να φύγει. Κοίταξα τριγύρω την πλατεία. Συνήθως, από κάπου μακριά τα παρακολουθεί η μάνα τους ή κάποιος άλλος συγγενείς, μα τώρα ήταν ολομόναχα. Ήρθαν σε μένα. Τους χαμογέλασα και τους έδωσα ένα χαρτονόμισμα. Το κοίταξαν με έκπληξη, μ’ ευχαρίστησαν και μου πρόσφεραν ευγενικά τα τρία γαρύφαλλα. Δεν  ήθελα να τα πάρω, μα επέμειναν. Τους ρώτησα τα ονόματά τους, μου είπαν κι απομακρύνθηκαν ευχαριστημένα. Το αγόρι κρατούσε την αδελφούλα του προστατευτικά απ’ τον ώμο. Οι δυο άντρες με κοιτούσαν περίεργα, μα δεν έδωσα σημασία. Έτσι κι αλλιώς, εκείνη τη στιγμή ήρθε το ταξί.   

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ



Τα βράδια πλέον δεν έχω ύπνο. Στριφογυρίζω για ώρα στο κρεβάτι, ανοίγω ένα βιβλίο κάπως να ζαλίσω το μυαλό μου, βγαίνω στο μπαλκόνι και μετράω τα αστέρια. Τίποτα, ακόμα και η μισερή σελήνη με προδίδει. Ντύνομαι βιαστικά, φοράω κάτι πρόχειρο και βγαίνω έξω. Μια βόλτα καμιά φορά σώζει την κατάσταση. Η πόλη είναι ήρεμη και άδεια, ούτε αυτοκίνητα ούτε διαβάτες, κι εγώ ο τελευταίος άνθρωπος του πλανήτη. Καταλήγω εδώ, στην εκκλησία. Καμιά φορά έχει ολονυχτία και μαζεύεται κόσμος, οι άνθρωποι πιστεύουν ακόμα. Άλλες πάλι φορές σταθμεύουν απ’ έξω μπάτσοι με μοτοσικλέτες, πάνοπλοι σαν αστακοί και έτοιμοι να επέμβουν για να σώσουν την κοινωνία απ’ τους κακούς. Δεν τους πιάνω ποτέ κουβέντα, τους αποφεύγω, μα ένα βράδυ πέσαμε μούτρα με μούτρα και μου ζήτησαν τα στοιχεία μου, πρέπει να τους φάνηκα ύποπτος. Δεν είχα μαζί μου ταυτότητα, κάλεσαν ένα περιπολικό και με πήγαν στο τμήμα. Ξημερώματα τελείωσε η εξακρίβωση, ευτυχώς δεν βρέθηκε τίποτα εναντίον μου.

Ήμουν και σήμερα εδώ, έξω από την εκκλησία. Ούτε αστυνόμους ούτε αγρύπνια είχε. Ένα μελαψό αγόρι με κουκούλα καθόταν στο σκοτεινό παγκάκι και έπαιζε με το κινητό του. Πρώτη φορά το ‘βλεπα, δεν μου θύμιζε κάτι. Το φεγγάρι δεν είχε βγει απόψε, όμως τα μάτια του γυάλιζαν στον ξάστερο ουρανό. Ο γέρος το ζαχάρωνε εδώ και κάμποση ώρα. Περπατούσε αργά και κουρασμένα πάνω κάτω στο προαύλιο της εκκλησίας, περνώντας συνέχεια από μπροστά του, καμιά φορά έκανε ασυναίσθητα το σταυρό του. Το κοιτούσε με λαγνεία, μα κείνο δεν έδινε σημασία.

Τον είχα δει κάμποσες φορές, μα δεν είχα πολλά πάρε δώσε μαζί του. Περπατά κι αυτός μονάχος μέσα στη νύχτα, κι αυτός εδώ καταλήγει, στο προαύλιο της εκκλησίας, ζητώντας βοήθεια από τον άγιο. Μόνο μια φορά μου ζήτησε τσιγάρο, του είπα δεν καπνίζω, κάπως θυμωμένα, και δεν με ενόχλησε ξανά. Είναι κοντός, σκυφτός, ξερακιανός, χωρίς δόντια, ούτε μασέλα, με ρουφηγμένα μάγουλα και καραφλό ξεφλουδισμένο κεφάλι. Απροσδιόριστης ηλικίας. Η φωνή του ψιλή και  θηλυπρεπής.  Ίσως στα νιάτα του να ήταν όμορφος και μοδάτος, να περπατούσε με κομψότητα και χάρη, με γυναικωτά φερσίματα, να γλέντησε και κορμί και ψυχή του, μα τώρα είναι σχεδόν ετοιμόρροπος, με το ένα πόδι στον τάφο. Φτωχός, άσχημος και πούστης. Κι όμως τον τρώει ακόμα το σαράκι. Μια ολόκληρη ζωή.

Κάθομαι στην άκρη και τους χαζεύω, δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω, ούτε ένα κοπρόσκυλο ούτε μια γάτα δεν περνά τέτοια ώρα. Η καμπάνα χτυπά τρεις φορές. Ο γέρος πλησιάζει το παιδί τρέμοντας. Θα μπορούσε να είναι και εγγόνι του. Κάτι του ψιθυρίζει. Αυτό σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζονται στα μάτια. Ο γέρος του χαμογελά και κάνει να τον χαϊδέψει στο μάγουλο. Το αγόρι τον χτυπά στο κεφάλι και πέφτει πάνω του. Ο γέρος σωριάζεται στο έδαφος και αρχίζει να βογγάει. Το παιδί του ρίχνει κλοτσιές ασταμάτητα. «Λεφτά, δώσε λεφτά!» του φωνάζει και συνεχίζει να τον χτυπά. Το κεφάλι του γέρου γεμίζει αίματα και γίνεται κατακόκκινο. Φωνάζει βοήθεια, μα δεν έχω διάθεση να επέμβω, παραμένω θεατής.  Δεν ξέρω καν αν έχουν καταλάβει ότι κάποιος τους παρακολουθεί. Μα έχω μεγάλη περιέργεια να δω πως θα καταλήξει ο καυγάς. Το παιδί συνεχίζει να χτυπά άγρια το γέρο με κλοτσιές και μπουνιές σε όλο του το κορμί. Φωνάζει ακόμα για λεφτά και κάποια στιγμή πλησιάζει πιο κοντά, σε απόσταση αναπνοής. Αρχίζει να ψάχνει τα σκισμένα ρούχα. Ο γέρος, δεν ξέρω από πού, βγάζει έναν μικρό αστραφτερό σουγιά, και μ’ όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει τον μπήγει στην κοιλιά του αγοριού. Αυτό ξαφνιάζεται, γουρλώνει τα μάτια και τον κοιτάζει με απορία. Του φαίνεται ανήκουστο, πραγματικό σκάνδαλο, ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του από αυτό το χλεμπονιάρικο γεροντάκι μπροστά του. Αυτός που ξέφυγε από τόσους κινδύνους και περιπέτειες και ένιωθε άτρωτος. Είναι άδικο, είναι πολύ νέος ακόμα, με πολλά όνειρα, με πολύ μέλλον. Σωριάζεται πάνω του και ξεψυχά. Ο γέρος τον κρατά στην αγκαλιά του. Του βγάζει την κουκούλα και του χαϊδεύει τα πυκνά μαύρα μαλλιά. Είναι ένα όμορφο νεκρό αγόρι που μπορούσε να ‘ταν και εγγόνι του. Κάποια στιγμή κολλάει τα χείλη του στα δικά του.

Όταν συνέρχεται, κάπως πιο ήρεμος, γυρνάει προς το μέρος μου. Με κοιτάζει με απόγνωση. Η τελευταία πράξη του δράματος. Του κάνω νόημα να φύγει, δεν είδα τίποτα. Δεν έχω καμιά όρεξη να με ανακρίνουν οι μπάτσοι και να παρασταίνω στα δικαστήρια τον μάρτυρα κατηγορίας. Και να με βάζουν να ορκίζομαι σε θεούς και δαίμονες ότι θα πω την αλήθεια και μόνο αυτή. Και άντε να εξηγώ στην αγάμητη πρόεδρο και στον καχύποπτο γυαλάκια εισαγγελέα ότι δεν πιστεύω ούτε σε θεούς ούτε σε δαίμονες ούτε καν στην υπόληψή μου και στη συνείδησή μου. Δεν έχω κάπου να ορκιστώ, αλλά και ποιος θα καταλάβει. Ο γέρος με πολύ προσπάθεια σηκώνεται όρθιος, περνά απέναντι απ’ τον φωτισμένο δρόμο και χάνεται μέσα στις σκοτεινές γραμμές του τραίνου. Νιώθω κουρασμένος και άυπνος. Επιστρέφω σπίτι και πέφτω ξερός στο κρεβάτι. Είμαι πολύ περίεργος τι θα γράψουν αύριο οι εφημερίδες.           

ΜΕΣΑ




Είμαι μέσα από χτες, μπορεί και προχτές, δεν ξέρω, ολόγυμνος, ζαρωμένος και κουλουριασμένος πάνω στο καφετί ταπέτο. Απ’ την εξώπορτα μπαίνει λίγο φως, θαμπό, ξεθωριασμένο κι έξω στο δρόμο κάποιες σκιές βαδίζουν πάνω κάτω. Μιλούν ψιθυριστά, ακατάληπτα. Χτυπώ το τζάμι να μου ανοίξουν, φωνάζω δυνατά, μα δεν δίνουν σημασία. Δεν βλέπουν, δεν ακούν, μόνο μικραίνουν και φαρδαίνουν, στο τέλος χάνονται. Προσπαθώ ν’ ανοίξω την πόρτα, μα είναι κλειδωμένη, το τζαμάκι σφραγισμένο, το γυαλί άθραυστο. Ουρλιάζω πάλι. Η γδαρμένη φωνή είναι άγνωστη. Ταξιδεύει  μέχρι την άλλη άκρη του διαδρόμου (είκοσι πέντε βήματα μετρημένα), χτυπάει στη μεσαία πόρτα του σαλονιού, σκοντάφτει στο παλιό σκοροφαγωμένο πορτ-μαντώ και επιστρέφει παραμορφωμένη, τρομακτική. Εκκρεμεί για κάμποση ώρα, πέρα δώθε, πέρα δώθε, μετά από λίγο σβήνει και χάνεται. Όπως οι σκιές κι αυτή. Κάθε τόσο όλα σβήνουν και χάνονται από γύρω μου. Δεν ξέρω γιατί δε φοράω ρούχα, ούτε γιατί η είσοδος είναι άδεια. Λείπουν τα μικρά κάδρα του τοίχου, αλλά και οι γλάστρες με τα σπαθιά της μαμάς, κι ούτε μια κατσαρίδα δεν βρίσκεται να μου κάνει παρέα. Μοιάζει με εφιάλτη, μα είναι ζωντανός, πολύ ζωντανός. Τσιμπιέμαι για να ξυπνήσω, κλείνω τα μάτια, μετράω μέχρι το δέκα και τα ξανανοίγω, κυλιέμαι πάνω στο βρώμικο ταπέτο κι οι σκληρές τρίχες μού σκίζουν την πλάτη, χρησιμοποιώ όλα μου τα κόλπα, όμως δεν πιάνει κανένα. Μάταια προσπαθώ να ξυπνήσω και τότε γύρω μου σκοτεινιάζει απότομα, σκρατς, σαν να τραβήχτηκε πάλι μια βαριά σκουρόχρωμη κουρτίνα.

Το πρωί ήταν όλα μια χαρά. Σάββατο, χωρίς σχολείο, χωρίς άσχημα όνειρα. Σηκώθηκα τρέχοντας για την τουαλέτα, αποφεύγοντας μια χοντρή δυσκίνητη κατσαρίδα. Πάνω στο πλυντήριο η χτεσινή εφημερίδα έγραφε για τις εκλογές της Κυριακής, για την αλλαγή που έρχεται, από αύριο κιόλας, όπως τόνιζε με έμφαση και μεγάλα γράμματα ο δημοσιογράφος για να ανασάνει επιτέλους ο τόπος, και άλλα τέτοια ακαταλαβίστικα. Το τασάκι είχε μια γόπα μέσα, παραδίπλα το κόκκινο πακέτο του πατέρα άδειο. Μυρίζω το τσιγαρόχαρτο, το σαλιώνω και κάνω πως φουμάρω. Η ξανθιά κοπέλα χαμογελά με νόημα κι εγώ της κλείνω πονηρά το μάτι. Ο μπαμπάς καπνίζει ακόμα σαντέ, παρ’ όλο που οι γιατροί, μετά το έμφραγμα, τού το ‘χουν απαγορέψει. Το έπαθε στο γραφείο, την ώρα της δουλειάς και ο βοηθός του, τρομαγμένος, τηλεφώνησε αμέσως να έρθει το ασθενοφόρο. Στο τσακ τον προλάβανε. Εγχειρίστηκε, έμεινε κάμποσες μέρες στο νοσοκομείο, τελικά την σκαπούλαρε. Μια θρησκόληπτη θεια, δεύτερη ξαδέλφη του,  μίλησε για νεκρανάσταση και θαύμα κι έκανε έντεκα φορές τον σταυρό της. «Ήταν θέλημα θεού», είπε. Απ’ την άλλη, οι γιατροί διέγνωσαν οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, επομένως, κομμένες οι καταχρήσεις και τα πιώματα, από δω και στο εξής έπρεπε να προσέχει. Συνέστησαν  αυστηρή δίαιτα, περπάτημα και λιγότερη δουλειά, μα αυτός τον χαβά του, ισχυρογνώμων κι αγύριστο κεφάλι, όπως έλεγε κι η μαμά.  «Τι κάνεις τόση ώρα, γεννάς;» ακούστηκε θυμωμένη η φωνή της και χωρίς να χάσω λεπτό πατίκωσα το τσιγαρόχαρτο στο τασάκι, τράβηξα το καζανάκι  και βγήκα γρήγορα έξω.

Ανακάτευε το φαγητό μουρμουρίζοντας έναν εύθυμο σκοπό. Ήταν χαρούμενη. Έπρεπε  να βιαστώ, είπε, σε λίγο θα ‘ρχόταν ο πατέρας με το θείο. Την τελευταία φορά είχε μπαρκάρει για πολύ μακριά, έλειπε κοντά ένα χρόνο. Ήταν το τελευταίο του ταξίδι και τώρα θα ‘βγαινε στη σύνταξη. Πενηντάριζε, είχε κουραστεί. Ταξίδευε από παιδί, τριάντα τόσα χρόνια βαρέα και ανθυγιεινά. Είχε ασπρίσει, τον είχε σκάψει η αλμύρα της θάλασσας, μέσα στις μηχανές και στα αμπάρια, σε φορτηγά και γκαζάδικα, μια ζωή χωμένος στην καταπακτή. Τώρα επιτέλους θα ξεκουραζόταν και θα μπορούσε βέβαια να βρει και μια καλή γυναίκα, δεν τον είχαν πάρει δα και τα χρόνια, να αποκατασταθεί κι αυτός.  Ενώ ετοιμαζόμουν, άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει και ρίχτηκα τρέχοντας στην αγκαλιά του. «Ψήλωσες, ρε, κοτζάμ άντρας έγινες!» φώναξε με τη βραχνή του φωνή και μ’ έσφιξε δυνατά. Πόνεσα λίγο μα προσπάθησα να μη το δείξω. Του χαμογέλασα. Ύστερα αγκάλιασε τρυφερά και φίλησε τη μικρή του αδερφή. Ο μπαμπάς, βαστώντας κάτι φακέλους με χαρτιά, χαμογελούσε κι αυτός, μα έδειχνε κουρασμένος. Κάθε μέρα σηκωνόταν απ’ τ’ άγρια χαράματα και δούλευε πολύ, δεν πρόσεχε. Στο τραπέζι μίλησαν για δουλειές, κουτσομπολέψαν τους παλιόφιλους –θα τους βλέπανε το βράδυ- και στο τέλος η κουβέντα γύρισε στις εκλογές. Θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες, πίστευε ο μπαμπάς, μα ο θείος δεν ήταν το ίδιο αισιόδοξος. «Παραμύθια λένε, μην ακούτε κανένα, ο καθένας μόνο την πάρτη του κοιτάει», έλεγε την ώρα  που χτύπησε το κουδούνι. Ευτυχώς, η κουβέντα κόπηκε στη μέση, προτού ανάψουν τα αίματα, είχαν κοπανήσει και τα ποτηράκια τους. Ήταν η φίλη της μαμάς με τη λευκή στολή. Μας καλησπέρισε όλους, ιδιαίτερα τον θείο που είχε καιρό να τον δει και σκύβοντας μου ‘δωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Είχε μόλις τελειώσει την υπηρεσία της στην κλινική. Σπούδαζε νοσηλεύτρια κι έκανε την πρακτική της. Η μαμά της έβαλε να φάει, αντάλλαξαν και κάποιες αδιάφορες γυναικείες κουβέντες, μα τα μάτια και το χαμόγελο της νοσοκόμας ήταν συνέχεια πάνω στο θείο. Μετά από λίγο οι άντρες σηκώθηκαν απ’ το τραπέζι και πήγαν να ξαπλώσουν. Το δωμάτιο του θείο ήταν στο βάθος του σπιτιού, μετά την κουζίνα. Μ’ έστειλαν και μένα στο δωμάτιό μου με το ζόρι. Η νοσοκόμα έχει όμορφες γάμπες και κόκκινα χείλη. Την σκέφτηκα για λίγο με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι κι έβγαλα έναν μικρό αναστεναγμό. Υπήρχε βέβαια μια διαφορά ηλικίας, μα θα την ήθελα για θεία μου.

Θαμπό φως ξεθωριασμένο μπήκε πάλι μέσα κι έτσουξε τα μάτια μου. Κόλλησα στο τζάμι και προσπάθησα να δω τι γίνεται έξω. Οι σκιές τον χαβά τους, πέρα δώθε, πέρα δώθε, δεν μ’ άκουγαν που φώναζα. Προσπάθησα πάλι ν’ ανοίξω την πόρτα, τσάμπα ο κόπος. Σκέφτηκα να πάω στην άλλη άκρη του διαδρόμου, ίσως η μεσαία πόρτα που οδηγεί στο σαλόνι να ήταν ξεκλείδωτη και να κατάφερνα να βγω απ’ την αυλή στο πίσω μέρος.  Προσπάθησα να σταθώ όρθιος, μα δεν με κρατούσαν τα πόδια μου και τότε κατάλαβα πως είχα παραλύσει. Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας, μα σιγά σιγά σύρθηκα μέχρι την μέση του διαδρόμου. Όσο προχωρούσα τόσο λιγόστευε το φως. Ο μεγάλος καθρέφτης  ήταν σκεπασμένος μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Το τράβηξα κι έπεσε στο πάτωμα. Ήταν ραγισμένος. Τέσσερις παραμορφωμένες φάτσες με κοίταζαν γεμάτες απορία. Ήμουν και δεν ήμουν εγώ. Γκρίζα μαλλιά, ρυτίδες στο κούτελο, ζάρες και ουλές στο μάγουλο, μόνο το λεπτό άτριχο κορμάκι έδειχνε πως σε ένα μήνα έκλεινα τα δώδεκα. Δεν μπορεί να ‘φταιγε το αχνό φως ούτε η κούραση των ημερών. Πλέον είχα βεβαιωθεί πως είναι εφιάλτης. Η σκέψη αυτή λιγόστεψε κάπως τους φόβους μου, αφού, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα ξυπνούσα και η ζωή θα συνεχιζόταν κανονικά. Μερικά βήματα παραπέρα φαινόταν η μεσαία πόρτα του σαλονιού. Ήταν κλειστή κι εγώ πολύ κουρασμένος για να φτάσω μέχρι εκεί. Ακούμπησα προσεκτικά το μάγουλό μου στο ραγισμένο καθρέφτη και σκέφτηκα τις δυο φιλενάδες  ξαπλωμένες πλάι πλάι να μιλούν ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά. Το βλέμμα μου διέσχισε τις όμορφες γάμπες, έφτασε ψηλά, μέχρι τις κόκκινες δαντελωτές κυλότες κι ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά γρήγορα και δυνατά, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, και το σκουλίκι ανάμεσα στα σκέλη μου άρχισε να μεγαλώνει, να διογκώνεται, να γεμίζουν οι φλέβες του με αίμα, να γίνεται σκληρό σαν πέτρα, κοτζάμ δράκος, και να βγάζει με ορμή την πηχτή και δύσοσμη φλόγα του κατακαίγοντας το ραγισμένο γυαλί. Πρώτη φορά. Συνέχισα για λίγο να ανασαίνω βαθειά και άρρυθμα. Ανακουφισμένος και ήρεμος τύλιξα γύρω μου το λευκό σεντόνι κι έκλεισα τα μάτια. Σκρατς, έπεφτε πάλι το μαύρο σκοτάδι.

Το απόγευμα με ξύπνησαν τα γέλια και οι φωνές τους. Έπιναν καφέ στην αυλή, κάτω απ’ την ξεραμένη μουσμουλιά. Ο θείος και η νοσοκόμα, πλάι-πλάι, είχαν πιάσει κουβέντα και κάθε τόσο εκείνη ξεσπούσε σε γέλια. Ο μπαμπάς, βαρύς κι αμίλητος, ρουφούσε το φλιτζάνι του και φουμάριζε αργά. Οι άντρες θα πήγαιναν στο καφενείο κι αργότερα στο μπαρ της κουτσής. Έτσι την φώναζαν, παλιά γκόμενα του θείου, μεγαλύτερή του σε ηλικία και «παλιά καραμπαμπάμ!» που έλεγε κι ο θείος, φαφούτα κι ασχημομούρα πλέον, που όμως στα νιάτα της είχε κάνει μεγάλη θραύση. Η μαμά τής είχε απαγορεύσει να έρχεται στο σπίτι, όπως και στον νεκροθάφτη με το μακρύ μαύρο παλτό –το φορούσε χειμώνα καλοκαίρι- τον παρασάνταλο αδερφό της, παλιός φίλος του θείου κι αυτός, γιατί τους θεωρούσε «κακή επίδραση για το παιδί», αν κι εγώ έσπαγα πολύ πλάκα μαζί τους. Όμως, η μαμά ήταν ανένδοτη, μα και ο μπαμπάς δεν τους πολυγούσταριζε, αντίθετα με άλλους φίλους του θείου που τους θεωρούσε πιο νοικοκυραίους, καθωσπρέπει και εντάξει. Ο θείος δεν είχε πρόβλημα με κανέναν. Μ’ όλους έκανε παρέα και στον καθένα φερότανε ανάλογα. Τούς ξεπροβοδίσαμε μέχρι την πόρτα κι η μαμά τούς είπε να μην αργήσουν, μην πιουν πολύ, τα γνωστά, μα αυτοί δεν έδωσαν σημασία. Εγώ βγήκα στο στενό κι έπαιξα μπάλα με τα παιδιά της γειτονιάς. Όταν σκοτείνιασε μπήκα πάλι μέσα, έφαγα για βράδυ, χάζεψα λίγο τηλεόραση και έπεσα για ύπνο. Πλησίαζαν μεσάνυχτα και στο σαλόνι η μαμά με τη νοσοκόμα άκουγαν τις τελευταίες ειδήσεις της ημέρας. Για τον μπαμπά και το θείο ήταν νωρίς ακόμη.

Μέσα στη μαύρη νύχτα φωνές και καυγάδες με ξύπνησαν απότομα. Πίσω από την πόρτα τρεμόπαιξε το κόκκινο φωτάκι. Ακούστηκαν ουρλιαχτά, μαζί με τρεις εκκωφαντικούς πυροβολισμούς. Βγήκα τρομαγμένος στο διάδρομο και κατά λάθος πάτησα την κακομοίρα την κατσαρίδα. Η νοσοκόμα στεκόταν ολόγυμνη στη μέση της κουζίνας, φορώντας μόνο την κόκκινη δαντελωτή κυλότα και προσπαθούσε να κρύψει τις ρόγες της. Είχα κοκαλώσει απ’ το φόβο μου, δεν μπορούσα να βγάλω μιλιά. Ακούστηκαν άλλες δυο ντουφεκιές απ’ το βάθος, στο δωμάτιο του θείου. Η φίλη της μαμάς με κοίταξε με απόγνωση και μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Έτρεμε ολόκληρη. Ο μπαμπάς με το σώβρακο μόνο και την καραμπίνα στο χέρι στεκόταν μπροστά στη πόρτα. Πιο μέσα, ίσα που φαίνονταν τα χιλιοτρυπημένα από τα σκάγια σώματα αγκαλιασμένα στο κρεβάτι. Για λίγες στιγμές ο χρόνος πάγωσε, δεν κουνιόταν κανείς, δεν ακουγόταν τίποτα. Τότε, σε αργή κίνηση, ο μπαμπάς γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε. Πρώτα αντίκρισα το δασύτριχο στήθος του αγριεμένου γορίλα, μετά το ιδρωμένο του πρόσωπο. Τα όμορφα γαλανά του μάτια είχαν εξαφανιστεί. Στη θέση τους έβλεπα δυο μεγάλες κόκκινες λίμνες. Με κοίταζε αλλά δεν ξέρω αν μ’ έβλεπε. Σήκωσε το όπλο και μας σημάδεψε. Η κοπέλα έβγαλε μια στριγκλιά και έτρεξε προς την εξώπορτα. Απορώ που βρήκε το κουράγιο. Εγώ δεν είχα τόσο δυνατό ένστικτο αυτοσυντήρησης, τα αντανακλαστικά μου είχαν νεκρώσει κι έμεινα άγαλμα να κοιτάζω το στόμιο της αχνισμένης κάνης, μέχρι που ξεπρόβαλλε μπροστά μου μια τεράστια φλόγα και ένας εκκωφαντικός θόρυβος τρύπησε τα τύμπανα των αυτιών μου. Έκπληκτος ένιωσα ένα τσούξιμο σ’ όλο μου το κορμί και σωριάστηκα χάμω. Ένιωθα τα ζεματισμένα σκάγια να τρυπούν το τρυφερό μου μάγουλο, να χώνονται βαθιά στο στόμα, να ξεροψήνουν τη γλώσσα και τις ευαίσθητες αμυγδαλές μου και να σταματούν την τρελή πορεία τους στο στενό μου φάρυγγα. Δε μ’ ένοιαζε πια τίποτα. Απολάμβανα την εξαγνιστική θερμότητα που έλουζε όλο μου το κορμί, τη θαλπωρή που με είχε τυλίξει και το καυτό φρέσκο αίμα που άχνιζε από παντού. Όμως, δεν ήξερα σε τι είχα φταίξει. Ήταν απλά η θολούρα της στιγμής, δεν κατάλαβε ποιος ήμουν ή είχε τους λόγους του; Έτσι κι αλλιώς, τα παιδιά είναι πάντα αθώα, έχουν το ακαταλόγιστο, έτσι τουλάχιστον λένε οι μεγάλοι, ότι κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να τα δικάσει, ότι κι αν έχουν κάνει. Μα εγώ δεν είχα κάνει τίποτα. Πλέον, τον κοιτούσα με μισό μάτι, με ότι είχε μείνει απ’ αυτό κι αυτός μαρμαρωμένος κάρφωνε μπροστά του το άπειρο, πέρα μακριά. Ίσως, τη γυμνή κοπέλα που έτρεχε τρομαγμένη προς την είσοδο, άνοιγε βιαστικά την εξώπορτα  και χάλαγε με τα τσιρίγματά της την ησυχία της γειτονιάς. Δεν κουνιόταν καθόλου ο μπαμπάς, μόνο κοιτούσε μπροστά και μακριά. Και κάποια στιγμή, σαν να συνήλθε, έχωσε την κάνη στο στόμα του και πάτησε τη σκανδάλη.

Σκρατς, άκουσα τη βαριά σκουρόχρωμη κουρτίνα ν’ ανοίγει και να μπαίνει πάλι μέσα φως θαμπό ξεθωριασμένο. Τα μάτια μου έτσουξαν. Μάταια προσπάθησα να τ’ ανοίξω, λες και ήταν ραμμένα. Προσπάθησα να κουνήσω τα χέρια, τα πόδια, τίποτα, δεν τα ένιωθα. Ολική παραλυσία. Το κορμί μου δεν υπάκουγε στις εντολές. Ευτυχώς κατάφερα να στρίψω λίγο το κεφάλι δεξιά κι αριστερά. «Ελάτε γιατρέ να δείτε, κουνιέται!» άκουσα μια γυναικεία φωνή κάπως ταραγμένη. Γρήγορα το κρεβάτι μου γέμισε σκιές. Τουλάχιστον απ’ τα μισόκλειστα σκεβρωμένα μάτια μου έβλεπα γκρίζες θαμπές σκιές, κάτι ήταν κι αυτό. Μια αντρική φωνή μου συστήθηκε ως ο διευθυντής της κλινικής και με ρώτησε αν καταλάβαινα τι μου λένε. Προσπάθησα να μιλήσω μα δεν τα κατάφερα, βγήκε μόνο ένα ξεψυχισμένο μουγκρητό. Τουλάχιστον μπορούσα να επικοινωνώ μαζί τους, έστω και μ’ αυτή τη μικρή κίνηση του κεφαλιού. Αυτοί θα μάντευαν τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τις ανάγκες μου, θα διατύπωναν τις εύστοχες ερωτήσεις τους και εγώ θα απαντούσα. Ναι αριστερά, όχι δεξιά. «Η μόνη λύση σ’ αυτή τη δύσκολη περίσταση», είπε ο διευθυντή. Έστριψα το κεφάλι αριστερά κι αμέσως ακούστηκαν πολλά μπράβο και χειροκροτήματα, λες και έκανα κάποιο κατόρθωμα. «Τελικά γίνονται και θαύματα» κόμπιασε συγκινημένος ο διευθυντής και θέλησε να με ενημερώσει για την κατάστασή μου. Αρχικά, με ρώτησε αν θυμάμαι κάτι απ’ την προηγούμενη ζωή μου. Γύρισα το κεφάλι δεξιά. Δεν θυμόμουν τίποτα απ’ το παρελθόν. Ούτε ποιος είμαι, ούτε για πιο λόγο  βρίσκομαι στο νοσοκομείο, ούτε γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω, να δω και να κουνηθώ. Τουλάχιστον τους άκουγα, έβλεπα κάποιες σκιές και επιπλέον μπορούσα να σκεφτώ και να νιώσω. Όμως, παρ’ όλα αυτά, η κατάστασή μου ήταν δραματική. Δεν είχα αναμνήσεις, ταυτότητα και εαυτό, ήμουν ο κανένας, και το χειρότερο αναγκασμένος να πιστεύω σε ότι μου λένε. Όμως, δεν μπορούσα να τους πω τίποτα από όλα αυτά που σκεφτόμουν.

Ο διευθυντής παρακολουθούσε τη σπάνια στα ιατρικά χρονικά περίπτωσή μου εδώ και σαράντα χρόνια, από τότε που ήταν ακόμη ειδικευόμενος. «Ήμουν νιος και γέρασα» διαπίστωσε με κάπως εύθυμο τρόπο, προσπαθώντας να κρύψει την μελαγχολία του. Η τραγωδία μου ξεκίνησε από ένα μοιραίο τροχαίο, όταν επιστρέφοντας νύχτα από μια εκδρομή το αυτοκίνητο του μπαμπά έγινε σμπαράλια. Ο οδηγός της νταλίκας –πιωμένος  όπως έδειξαν αργότερα οι τοξικολογικές εξετάσεις- πρέπει να αποκοιμήθηκε πάνω στο τιμόνι, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κι έπεσε πάνω μας. Σκοτώθηκε ακαριαία, μαζί και οι γονείς μου και η μικρότερη αδερφή μου. Εγώ σώθηκα από θαύμα, το κεφάλι μου όμως είχε γίνει λιώμα απ’ τη σύγκρουση. Η κατάστασή μου ήταν κρίσιμη, κινδύνευε η ζωή μου και έπρεπε άμεσα να χειρουργηθώ. Με νάρκωσαν, έγινε η επέμβαση -επιτυχημένη σύμφωνα με τους γιατρούς αφού γλύτωσα τα χειρότερα- όμως δεν μπόρεσαν να με ξυπνήσουν. Δώδεκα χρονών ήμουν τότε. Έπεσα σε κώμα, με έβαλαν σε μηχανική υποστήριξη, με τάιζαν ορούς και φάρμακα και περίμεναν να συνέλθω. Όλα αυτά τα χρόνια ερχόταν τακτικά και με έβλεπε μια θεία μου, η μεγαλύτερη αδερφή της μαμάς που ζούσε ολομόναχη, γεροντοκόρη, δεν παντρεύτηκε ούτε έκανε παιδιά.  Όμως, όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο λιγόστευαν και οι ελπίδες  των γιατρών. Όλοι οι άλλοι συγγενείς με είχανε ξεγραμμένο, αραίωσαν τις επισκέψεις και στο τέλος σταμάτησαν να έρχονται. Δεν υπήρχε λόγος, έλεγαν, το παιδί αυτό είναι πλέον φυτό, ένας ζωντανός νεκρός και  μάλιστα, συμφωνούσαν με τους γιατρούς να διακόψουν την μηχανική μου υποστήριξη. Όμως, η θεία ήταν ανένδοτη. Προσευχόταν στο θεό και δεν έχανε τις ελπίδες της. Κάθε Κυριακή ήταν δίπλα μου και μου μιλούσε. Πίστευε ότι άκουγα τα παρηγορητικά της λόγια και ότι μου κάνανε καλό. Κάπου κάπου, μου διάβαζε και κάποια ευαγγελική περικοπή και μου ψιθύριζε στο αυτί «αγόρι μου, μη χάνεις τις ελπίδες σου, να πιστεύεις στη δύναμη του θεού», Θεός σχωρέσ’ την. Πέθανε πριν έξι μήνες, μα θα ήταν πολύ ευτυχισμένη και θα ένιωθε δικαιωμένη αν μάθαινε τις ευχάριστες εξελίξεις. «Μέχρι το τέλος πίστευε ότι θα τα καταφέρεις» κατέληξε ο διευθυντής και με χάιδεψε στο κεφάλι. Πρέπει να με είδε βουρκωμένο, και από μια άποψη θα του φάνηκε καλό σημάδι, τουλάχιστον σχετικά με τις συναισθηματικές λειτουργίες του κατεστραμμένου εγκεφάλου μου. Τα μισάνοιχτα μάτια μου είχαν πλημυρίσει με νερά, μα μόνο ένα θαρραλέο δάκρυ αψήφησε τα προκαθορισμένα όρια και τόλμησε να ξεφύγει, διασχίζοντας το αριστερό  μάγουλο και καταλήγοντας στα μαραμένα χείλη, που τόσα χρόνια κανείς δεν σκέφτηκε να δροσίσει. Ένιωσα τη θαλασσινή του αλμύρα μα και πάλι η μνήμη μου παρέμεινε κενή.  Δυστυχώς, παρ’ όλες τις προσπάθειες του διευθυντή να μου τη σκαλίσει με κάποια ευχάριστα οικογενειακά γεγονότα –«ήσασταν μια πολύ ευτυχισμένη οικογένεια», τόνισε-  δεν μπόρεσα να θυμηθώ τίποτα. Τα είχε πληροφορηθεί απ’ την καλή μου θεία, που δυστυχώς ούτε κι αυτή μπορούσα να φέρω στο μυαλό μου. Η αμνησία μου ήταν ολική. «Δεν πειράζει, αυτά τα πράγματα θέλουν τον χρόνο τους», κατέληξε και μετά από λίγο βγήκε απ’ το δωμάτιο μαζί με τους άλλους. Σίγουρα χρειαζόμουν ηρεμία. Οι σκιές χάθηκαν πάλι. Έμεινε μόνο η νοσοκόμα να ελέγχει τα μηχανήματα και την κανονική ροή του ορού.

Τα πράγματα είναι άσχημα, λοιπόν. Έχω ξυπνήσει ανυπεράσπιστος και άοπλος μέσα σ’ έναν εχθρικό και άγνωστο κόσμο. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι ότι πάντα φοβόμουν τη μοναξιά και ήθελα όλοι να μ’ αγαπούν. Μα οι προσπάθειες του διευθυντή δεν ωφελούν σε τίποτα. Ακόμα και αν μου έρθουν κάποιες αναλαμπές της προηγούμενης ζωής μου, ακόμα κι αν ξεμπλοκάρει τελείως, η τωρινή μου κατάσταση, μάλλον,  δεν πρόκειται να αλλάξει. Έχουν περάσει από τότε σαράντα χρόνια που εγώ δεν τα έζησα. Κατά μία άποψη είμαι μόνο δώδεκα χρονών, κι αυτά με κάθε επιφύλαξη. Και πέρα από την ολική μου αναπηρία, είμαι πλέον ολομόναχος στον κόσμο, χωρίς αγάπη και ελπίδα, χωρίς σκοπό. Η καλοσύνη των ξένων δε φτάνει, η επαγγελματική συμπόνια του διευθυντή και της νοσοκόμας θα διαρκεί μόνο λίγα λεπτά της μέρας, ψίχουλα δηλαδή που δεν μπορούν να σε χορτάσουν. Έχω επιστρέψει στην ταλαιπωρία της ζωής, κάτω απ’ τις χειρότερες συνθήκες. Είναι εφιάλτης, μα ζωντανός, πολύ ζωντανός και δίχως ξύπνημα. Όταν ήμουν μέσα ίσως να ήταν καλύτερα, δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. Οι γιατροί βέβαια πανηγυρίζουν, μιλούν για νεκρανάσταση, «να που τελικά υπάρχει θεός και κάνει θαύματα»  θα διαλαλούν σε λίγο οι θρησκόληπτοι στις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις. Οι ειδικοί θα σέρνουν την περίπτωσή μου στα διάφορα συνέδρια, θα δημοσιεύουν εργασίες, κάθε τόσο το κρεβάτι μου θα γεμίζει από θολές μακρόστενες σκιές και ακατάληπτες φράσεις, θα περιεργάζονται το αθώο παιδικό μου κορμί, θα το πασπατεύουν φορώντας λευκά πλαστικά γάντια και θα πειραματίζονται πάνω του για να διαπιστώσουν σε ποια σημεία του ανταποκρίνονται τα νευρικά μου κύτταρα και σε ποια όχι. Και εγώ δεν θα μπορώ να τους μιλήσω, να τους πω ότι δεν θέλω άλλο να ζήσω, ότι τέτοια ζωή δεν αξίζει, ότι οι προσευχές της καλής μου θείας μού έκαναν μεγάλη ζημιά, ότι ο δικός της κι ο δικός τους θεός είναι ένας κακόβουλος δαίμονας, ένας διεστραμμένος σαδιστής, ένας παλιάνθρωπος που ηδονίζεται όταν τα δημιουργήματά του βασανίζονται και μόνο αν δεν είναι ούτε παντογνώστης ούτε παντοδύναμος, ακόμα καλύτερα, μόνο αν δεν υπάρχει, τότε μόνο απαλλάσσεται των κατηγοριών που επισύρουν τη θανατική του ποινή. Να τους πω ότι αν μπορούσα θα έβγαζα τα καλώδια απ’ τη πρίζα, θα έσβηνα τα μηχανήματα ή τουλάχιστον θα πρόσταζα την καλή νοσοκόμα να μου σφηνώσει το μαξιλάρι στο πρόσωπο και να με απαλλάξει απ’ το μαρτύριο. Ήθελα, πλέον, με κάθε τρόπο να επιστρέψω μέσα, εκεί που ίσως να ήμουν λιγότερο μόνος, λιγότερο ξένος. Ευχόμουν σύντομα να μου γίνει η σωστή ερώτηση, η τελευταία κρίσιμη ερώτηση και δίχως να το πολυσκεφτώ να γυρίσω το κεφάλι αριστερά. Γιατί όλοι είναι αξιολύπητοι και αξιοθρήνητοι, δεν χωρά καμιά αμφιβολία σ’ αυτό, μα πιο πολύ εγώ. Και ολομόναχοι. Μα πιο πολύ εγώ. Και κανείς δεν μας λυπάται. Σκρατς, η νοσοκόμα τράβηξε απότομα την βαριά σκουρόχρωμη κουρτίνα και πάλι το δωμάτιο σκοτείνιασε. Μου είπε καληνύχτα,  μου χάιδεψε τα μαλλιά και με φίλησε στο μάγουλο. Έμεινα μόνος.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ



Μνήμη Παναγιώτη Σάββα

Σκέψου η ζωή να τραβά τον δρόμο της, και συ να λείπεις
να ‘ρχονται οι Άνοιξες, με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις
                                                                              Γιάννης Ρίτσος

Τον είδα πρώτη φορά πριν από τριάντα χρόνια στο μαγαζί της μάνας του, την «ταβέρνα της χήρας», όπως την ξέρανε οι παλιοί. Τριάντα κάτι, με πυκνά γένια και κατάμαυρα σγουρά μαλλιά, κεφάτος και χαμογελαστός, έπινε και κάπνιζε ασύστολα, που και που σερβίριζε και κανά πελάτη. Με πρωτοπήγε  η αδερφή μου και ο Γιάννης ο Ντρες, με τον οποίο συσχετιζόταν εκείνη την εποχή, φίλος καλός του Παναγιώτη, που σιγά σιγά έγινε και δικός μου. Δεν είχα κλείσει τα είκοσι, εσώκλειστος στη μεγάλη του γένους σχολή και σπάνια, κανά σαββατοκύριακο το μήνα, κατέβαινα στην Πάτρα. Όμως, κάθε φορά, θα περνούσα να πιω ένα ποτό και ν’ ακούσω κάνα ρεμπέτικο, στην αρχή παρέα με φίλους παιδικούς απ’ τη γειτονιά ή με το Γιάννη, αργότερα μόνος. Έτσι πέρασε η δύσκολη δεκαετία του ενενήντα, από δω κι από κει λόγω της κωλοδουλειάς, συντροφιά με παλιά ρεμπέτικα –είχα αρχίσει να μαθαίνω μόνος μου και λίγο μπουζούκι και λίγο μπαγλαμά- και τα πρώτα λογοτεχνικά διαβάσματα, και πάντα να έρχομαι και να φεύγω σαν επισκέπτης με τα υπεραστικά λεωφορεία, τα τραίνα και τα πλοία της γραμμής, από Αθήνα, Λαμία, Σάμο, Πρέβεζα, με κλεισμένο εκ των προτέρων το εισιτήριο της επιστροφής.  Και πάντα να περνάω απ’ την ταβέρνα του Σάββα για ένα δύο τρία όμορφα ξενύχτια, και κατόπιν στο ρεμπετάδικο του Σκέντζου ή στο ουζάδικο του Νεζερίτη ή αλλού μέχρι πρωίας και για ούλτιμο που και που ένας δυναμωτικός πατσάς. Ώσπου ξημέρωνε, φώτιζε το αχνό γαλάζιο του ουρανού, έβγαινε ο πρώτος ήλιος και αποκαμωμένος, μα γεμάτος ζωντάνια και ευθυμία, απρόθυμος να πάω ακόμα για ύπνο, σ’ ένα παγκάκι παρέα με τον Γιάννη να κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων για ένα λίγο πιο αισιόδοξο παρόν, αφού το μέλλον κανείς δεν το ‘ξερε, και ποιος νοιαζόταν τότε γι’ αυτό. Στιγμές εκστατικής ευτυχίας που σου δίνει άπαξ η απρόσμενη νύχτα, συντροφιά μ’ έναν καλό φίλο και κάμποσο αλκοόλ, που δεν ξεθώριασαν διόλου απ’ την αχλή του χρόνου. Μα την επόμενη πάντα έφευγα, με προορισμό απομακρυσμένα στρατόπεδα και καταθλιπτικά γραφεία για να συναντήσω αγέλαστους προϊστάμενους και οξύθυμους διοικητές καριέρας. Πάντα για το καλό του έθνους και της πατρίδας. Μέχρι που έγινε ο μεγάλος σεισμός, η ταβέρνα κατεδαφίστηκε, στη θέση της χτίστηκε άλλη, πιο γερή, πέθανε και η μάνα του Σάββα, πέθανε κι η δική μου, χάσαμε και τον φίλο μας, όλα μαζί και τόσο πρόωρα, σκληρά και αδυσώπητα στο γύρισμα της χιλιετίας.

Παρ’ όλα αυτά η ζωή συνεχίζεται, τρέχουμε και εμείς ασθμαίνοντας από πίσω της να προφτάσουμε. Το μαγαζί άνοιξε πάλι. Ως «1871» το μαθαίνανε πλέον οι φουρνιές των φοιτητών που ανηφορίζανε κατά κει -τιμής ένεκεν στην ένδοξη παρισινή κομμούνα που τόσο θαύμαζε ο Παναγιώτης-  μα για μας, τους πιο παλιούς και τους πιο γνωστούς, ανέκαθεν ήταν η «ταβέρνα του Σάββα», απάγκιο και κρυψώνα για κάθε πληγωμένο και μοναχικό νυχτοπούλι. Ώσπου η βόλτα μου στην Ελλάδα έλαβε τέλος. Ήρθα με κατ’ εξαίρεση μετάθεση στην Πάτρα για να φορέσω για άλλα τέσσερα χρόνια την επίσημη στολή με τα αστέρια και τα παράσημα και κατόπιν να την κλειδώσω μια για πάντα στην ντουλάπα. Είχα ξεμείνει από κίνητρα και φιλοδοξίες, είχα κουραστεί. Τότε άρχισα να κάνω άλλα πράγματα. Να σπουδάζω φυσική, να παίζω σκάκι στα τουρνουά, να τραγουδάω ρεμπέτικα σε καφενεία και ταβέρνες και να ξοδεύω αφειδώς και ποικιλοτρόπως τον άπειρο χρόνο μου. Στον Σάββα είχα γίνει πιο τακτικός. Τουλάχιστον μια δυο φορές τη βδομάδα θα πέρναγα να του πω μια καλησπέρα, να πιω κάνα τσίπουρο και να ακούσω κάνα τραγούδι. Μα όταν τέλειωσα οριστικά -και έγκαιρα- με το στρατό, καθάρισα κι απ’ το πανεπιστήμιο, ξανάφυγα για τέσσερα χρόνια στην Αθήνα, έτσι, ας πούμε για αλλαγή περιβάλλοντος, μα και σαν κάτι να με κυνηγούσε ή κι εγώ σαν κάτι να έψαχνα. Αγόρασα μια γκαρσονιέρα στο Κουκάκι κι άρχισα να ασχολούμαι λίγο με τη φωτογραφία και το σινεμά, να γράφω που και που καμιά ιστορία, να παρακολουθώ και κάνα μάθημα στην Πάντειο, να βολτάρω δίχως μεγάλη περιέργεια πια στα Εξάρχεια της ξεθυμασμένης αναρχίας και να γνωρίζω μια άλλη νύχτα, πιο σωματική και μοναξιασμένη, περπατώντας τη δεξιά όχθη της γυμνής λεωφόρου ή ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα των σκοτεινών πάρκων. Έτσι, οι επισκέψεις μου στη ταβέρνα αραίωσαν και πάλι, μια φορά το μήνα μόνο που κατέβαινα απ’ την πρωτεύουσα, όμως άρχισαν να γίνονται όλο και πιο ουσιαστικές. Με τα χρόνια αναπτύχθηκε, ας πούμε, μια αμοιβαία κατανόηση και εμπιστοσύνη με τον Παναγιώτη, μια φιλία δηλαδή. Ειδικά κάποιες καθημερινές, παράωρα, που μέναμε μόνοι στο μαγαζί ή τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, κουβεντιάζοντας ανοιχτά και χωρίς υπεκφυγές για τα προσωπικά μας, τα οικογενειακά μας, την πολιτική, την ιστορία, την φιλοσοφία, την τέχνη, για το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, για όλα όσα μας πλήγωναν και μας πονούσαν, ξορκίζοντας –έστω και προσωρινά-  τους δαίμονές που απειλούσαν να μας καταπιούν. Σε πολλά συμφωνούσαμε, σε κάποια όχι, καμιά φορά τσακωνόμασταν κιόλας, χωρίς όμως να δίνουμε συνέχεια και να το κάνουμε θέμα. Περασμένα ξεχασμένα, που λένε.

Και οι δυο μας δεν πιστεύαμε σε πανάγαθους και παντεπόπτες θεούς, ούτε σε αιώνιες ψυχές, δεύτερες και τρίτες παρουσίες, ούτε ψάχναμε για μεταφυσικές παρηγοριές, παρ’ όλο που από πολύ νωρίς είχαμε γνωρίσει το σκληρό πρόσωπο της ζωής, ειδικά ο Πάνος. Ίσως γι’ αυτό είχαμε απορρίψει και την ύπαρξη ενός υπέρτατου και παντοδύναμου όντος, που αν υπήρχε θα  ήταν σίγουρα, πάντα με τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά,  ένα μεγάλο σαδιστικό κάθαρμα, ένας τρισάθλιος παλιόπουστας, αφού μας έβαζε σε τέτοιες φοβερές δοκιμασίες. Επομένως, δεν υπήρχε. Απλά, ήμασταν απόγονοι της μητέρας φύσης, παιδιά της τύχης ή της ατυχίας -όπως το πάρει κανείς- πλάσματα αδύναμα και προσωρινά πάνω στον μάταιο τούτο κόσμο που αργά ή γρήγορα θα γινόμασταν χώμα και νερό, όπως και όλοι οι άλλοι ζωντανοί οργανισμοί γύρω μας. Όμως κοινή μας μοίρα δεν θα μπορούσε να αποτελεί μια κάποια παρηγοριά, αφού μόνο εμείς το γνωρίζαμε. Αυτή ήταν η δυστυχία μας, μα δεν υπήρχε κανείς να μας λυπηθεί. Το ζήτημα του θανάτου με απασχολούσε έντονα, εκείνον πάλι όχι -τουλάχιστον έτσι δήλωνε- θεωρώντας την φθορά και τον τελικό αφανισμό μας ως μια φυσική διαδικασία, τίποτα περισσότερο, ούτε καλό ούτε κακό, ούτε δίκαιο ούτε άδικο, κάτι που έπρεπε να αποδεχτούμε και να συμφιλιωθούμε μαζί του.  Όχι ότι μου προκαλούσε τρόμο η ιδέα του ολοκληρωτικού αφανισμού μου, μα το θεωρούσα μέγα σκάνδαλο να μην υπάρχω και η ζωή, αυτό το μεγάλο πανηγύρι, να συνεχίζεται σαν να μην τρέχει τίποτα. Το εγώ δεν μπορεί να διανοηθεί την ανυπαρξία του, την επιστροφή στο Μεγάλο Τίποτα. Με τα χρόνια, η σκέψη αυτή με βούλιαζε, σαν κινούμενη άμμος, όλο και πιο πολύ μέσα στη ματαιότητας των πραγμάτων, δυναμώνοντας επικίνδυνα την έμφυτη απαισιοδοξία μου. Η ζωή λοιπόν δεν είχε κανένα νόημα, κι αυτό ήταν ένα θλιβερό και οδυνηρό συμπέρασμα. Καθημερινά ένιωθα όλο και πιο απειλητικό έναν μηδενιστικό κυνισμό να με αρπάζει απ’ το λαιμό και να προσπαθεί να με στραγγαλίσει. Εκείνος φαινόταν πιο ψύχραιμος. Ήταν ζήτημα ιδιοσυγκρασίας.

Ήταν σίγουρα πιο αισιόδοξος από μένα, περιμένοντας να ξημερώσει ένας καλύτερος και δικαιότερος κόσμος. Αυτό ήταν η παρηγοριά και το αποκούμπι του. Ορθόδοξος μαρξιστής και θαυμαστής του Λένιν –αλλά και των κομμουνάρων επαναστατών του 1871!- πίστευε στα οράματα του κομμουνισμού, στην απελευθέρωση της εργατικής τάξης και του προλεταριακού κινήματος, αλλά και ολόκληρου του λαού, σταθερά και αταλάντευτα, πίσω απ’ τις γραμμές του Κόμματος, στο οποίο όμως ασκούσε σκληρή κριτική, όταν διαπίστωνε συντηρητικές, μουχλιασμένες και οπισθοδρομικές νοοτροπίες –που δεν ήταν και λίγες ούτε απλά περιστασιακές- και μικροαστισμούς, ειδικά σε πρόσωπα και πράγματα που γνώριζε πολύ καλά και από μέσα. Δεν ήταν κανένας αφελής ούτε ανυποψίαστος. Και δεν φοβότανε να συγκρουστεί για τα ιδανικά του, να χαλάσει ακόμα και μακρόχρονες φιλίες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τσακώθηκε άγρια με παλιούς του φίλους, συντρόφους και συνοδοιπόρους. Δεν είχε πάντα δίκιο και σε κάποια επί μέρους θέματα ήταν αρκούντως δογματικός. Αδυναμίες, θα πεις, για άλλους όμως συνεπής, αταλάντευτος και ανυποχώρητος στις απόψεις του, σε κάποιες τουλάχιστον, αφού στις υπόλοιπες ήταν συζητήσιμος και ανοιχτός στην καλόπιστη κριτική. Καθαρά ζήτημα οπτικής, λοιπόν. Σίγουρα όμως, τέτοιες κουβέντες, δεν πρέπει να γίνονται αργά, μέσα στη ζάλη της νύχτας, γιατί συνήθως οι διαφωνίες διογκώνονται, οι απόψεις διαστρεβλώνονται, τα επιχειρήματα γεμίζουν τρύπες και μπάζουν νερά, και όλα αυτά έχουν άσχημη κατάληξη. Εγώ, από ένα σημείο και μετά, απέφευγα τις πολιτικές συζητήσεις για να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις και χαλάμε τις καρδιές μας. Έτσι κι αλλιώς σε θεωρητικά και ιδεολογικά ζητήματα –όπου ο καθένας έτσι κι αλλιώς έδινε τη δική του ερμηνεία- ήμουν μπερδεμένος και ημιμαθής, ένα κουμφούζιο. Πάντως, σε γενικές γραμμές διαφωνούσα. Ο πεσιμισμός μου ήταν πλέον τελεσίδικος και αδιαπραγμάτευτος. Δεν ήμουν με κανένα, εκ γενετής ανένταχτος και πλάνης. Ήμουν ενάντια στον φιλελεύθερο καπιταλισμό, αλλά έπαιρνα τις αποστάσεις μου και απ’ τον υπαρκτό σοσιαλισμό –τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη- και φυσικά απέναντι σε κάθε άσκοπη και αναποτελεσματική μορφή τρομοκρατικής βίας, αποτέλεσμα μίσους και οργής και καταφύγιο της λύπης των από κάτω. Δεν ήταν ο κατάλληλος τρόπος, ο σκοπός δεν πρέπει να αγιάζει τα μέσα. Από την άλλη, έβλεπα πως αυτός είναι ο τρόπος που βαδίζει η Ιστορία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Παραδεχόμουν ως ορθή την οξυδερκή κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό, αλλά και το ίδιο ορθή την αναρχική κριτική πάνω στο πρόβλημα της μετάβασης και στην κριτική της εξουσίας και του τρόπου διακυβέρνησης.  Επιθυμούσα κι εγώ έναν καλύτερο κόσμο για τους πολλούς και τους από κάτω, δεν πίστευα όμως ότι μπορούσε αυτό να επιτευχθεί στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Οποιαδήποτε επαναστατική προσπάθεια ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία ή εκφυλισμό, όπως και όλες οι προηγούμενες. Έτσι έπαιρνα τις αποστάσεις μου τόσο απ’ τον ορθόδοξο λενινιστικό μαρξισμό όσο και απ’ τον κλασικό αναρχισμό, παρ’ όλο που ορισμένοι νεαροί υπερεπαναστάτες ποικίλων ιδεολογικών αποχρώσεων που σύχναζαν στην ταβέρνα με θεωρούσαν ηττοπαθή, συντηρητικό, εγωτικό, αλαζόνα και υπερόπτη, συμβιβασμένο, βολεμένο και άλλα ηχηρά. Τουλάχιστον, δεν μπορούσαν να με κατηγορήσουν για χαφιέ ή πράκτορα του «εχθρού», εφόσον ήμουν ανένταχτος, μη συνωμωτικός και ανοιχτά διαφωνών με όλους, αν και συμπαθών προς όλες τις αριστερές και επαναστατικές παρατάξεις και γκρουπούσκουλα. Είπαμε, σκέτο κουμφούζιο!  Ίσως και να ‘χαν δίκιο. Εγώ πάντως πίστευα ότι απλά είμαι ρεαλιστής και ορθολογιστής, και δεν ήθελα να είμαι ούτε θύτης αλλά ούτε και θύμα. Ασκούμε κριτική προς όλες τις κατευθύνσεις –ειδικά προς τον εσώτερο κωλοεαυτό μας!- αρνούμαστε το υπάρχον και αντιστεκόμαστε με κάθε μέσον, είμαστε επαναστατημένοι και εξεγερμένοι, τηρούμε στάση ολικής ανυπακοής και αμφισβήτησης, είμαστε αντιεξουσιαστές, αλλά ως εκεί. Γιατί είμαστε τραγικά λίγοι και πάντα ήμασταν λίγοι. Δεν υπάρχει κίνημα που θα διεκδικήσει την ελευθερία και δικαιοσύνη για όλη την κοινωνία. Δυστυχώς, ο κόσμος δεν γίνεται να αλλάξει, τουλάχιστον στο εδώ και τώρα, για το μακρινό μέλλον ποιος ξέρει. Δεν είχα ψευδαισθήσεις ούτε έτρεφα αυταπάτες. Η εξουσία είναι κυνική, αδίστακτη και πανίσχυρη και –το σημαντικότερο- η μάζα φοβισμένη, ιδιοτελής, ανορθολογική, παθητική και αδιάφορη. Εθελόδουλη, ένα μάτσο σκυφτούληδες και ραγιάδες, κατά τ’ άλλα σεβάσμιοι και αξιοπρεπείς νοικοκυραίοι. Η κότα και το αυγό. Είμαστε οι αδύναμοι και αυτοί οι ισχυροί. Μόνο κλεφτοπόλεμο και αντάρτικο μπορούμε να κάνουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, κάτι που ούτε εύκολο είναι ούτε ακίνδυνο, μα ούτε και λίγο. Διχασμένος και αντιφατικός, με το ένα πόδι στο παρόν της Ανάγκης και με το άλλο στο μέλλον Ουτοπίας, μόνο δυσφορία και θλίψη θα μπορούσες να νιώθεις, και πώς να βγει έτσι πέρα μια ζωή. Προτιμότερο βέβαια απ’ το να είσαι προβατάκι του θεού ή κάθαρμα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να διασώσεις τον αυτοσεβασμό και την  αξιοπρέπειά σου, να συνεχίσεις να αισθάνεσαι άνθρωπος, να δίνεις αξία και νόημα στη ζωή σου, να μην φτύνεις το πρόσωπό σου στον καθρέφτη και να πέφτεις το βράδυ στο κρεβάτι με λιγότερες τύψεις και ενοχές, αφού έκανες και σήμερα ότι μπορούσες, έστω κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό. Και πάλι να αργεί να σε πάρει ο ύπνος.

Πάντως, ο Παναγιώτης, παρ’ όλο που δεν το ‘παιξε ποτέ υπερεπαναστάτης ή υπέρμαχος της τυφλής βίας, δεν είχε άδικο που καμιά φορά με κατσάδιαζε. Είναι αλήθεια ότι, επηρεασμένος τόσο απ’ τον ατομικιστικό αναρχισμό του Στίρνερ όσο και απ’ τον νιτσεϊκό ελιτισμό, έχοντας μεγάλη έπαρση, υπέρμετρο και απρόσβλητο εγωισμό, έβλεπα με καχυποψία όλη αυτή την χριστιανική ηθική της αλληλεγγύης προς τον διπλανό, τον ξένο, τον κάθε συνάνθρωπο που πρέσβευαν οι κομμουνιστές. Τη θεωρούσα υποκριτική και ψεύτικη. Ποιος νοιαζόταν για κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, λίγοι ήταν αυτοί, πολύ λίγοι. Γινόμουν ειρωνικός και σαρκαστικός, εξόχως προκλητικός! Ο Παναγιώτης, με το δίκιο του, φούντωνε. «Πρόσεξε, βγάζεις πολύ εγώ!» μου φώναζε αγριεμένος. Όταν έπινα, μετά από κάποια ώρα, δεν πρόσεχα τις εκφράσεις και τα λόγια μου, όπως και αυτός βέβαια. Μας ξέφευγαν διάφορα. Έβγαζα έναν άγριο και ισοπεδωτικό μισανθρωπισμό, έναν πνευματικό ναρκισσισμό που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στο μηδενισμό. Δεν πίστευα στην αγάπη. Κρίνοντας μάλλον εξ ιδίων τα αλλότρια, έβλεπα παντού γύρω μου εγωιστές που κοιτούσαν μόνο την πάρτη τους. Έπρεπε λοιπόν να προφυλαχθώ. Ήμουν σε διαρκή -κατά τ’ άλλα νόμιμη - άμυνα, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Ένιωθα αβοήθητος και μόνος, ριγμένος στο λάκκο των λεόντων. Από παιδί. Αυτό κατάφερα να το συνειδητοποιήσω μόνο μέσα απ’ τις σκληρές του κουβέντες εκείνες τις όμορφες αλκοολικές νύχτες. Μου έσουρνε διάφορα, άκουγα χωρίς να απαντώ.  Έτσι κι αλλιώς στο τέλος, αφού ξεθύμαινε, έδειχνε πάντα κατανόηση. «Γαμώ την ψυχοπάθειά σου, Λοχαγέ, είσαι μεγάλο μουρλοκομείο, άντε γεια μας!» μου ‘λεγε τρυφερά και συμπονετικά, τσουγκράγαμε τα ποτήρια μας και ξεσπούσαμε σε γέλια. Είχαμε και οι δυο μας πολλά ελαφρυντικά. Δεν χαλάσαμε ποτέ τις καρδιές μας. Όμως, από αυτόν κατάλαβα ότι έπρεπε να προσπαθήσω απ’ την άμυνα να περάσω στην επίθεση, δηλαδή απ’ τον εγωισμό στον αλτρουισμό, να βγω απ’ το εγώ μου και να προσεγγίσω τον άλλον, με όλους τους κινδύνους που περιέχει ένα τέτοιο εγχείρημα, ειδικά όταν είσαι σχεδόν ανίδεος στις ανθρώπινες σχέσεις. Από αυτές τις συζητήσεις κατάλαβα πως η περιλάλητη νιτσεϊκή «επιμέλεια εαυτού» δεν μπορεί να σταματάει στο εγώ μας, χρειάζεται και η αγάπη και η συμπόνια του άλλου. Όπως και ότι η δύναμη της θέλησης δεν είναι μόνο για να επιβιώσεις με αξιοπρέπεια σε αυτή τη δύσκολη ζωή, αλλά και για να βοηθήσεις και τους άλλους να κάνουν το ίδιο, ακόμα και αν δεν περιμένεις ανταπόδοση. Μόνος του δεν μπορεί να σωθεί κανένας. Η νυχτερινή συναναστροφή μαζί του με οδήγησε σε ένα υψηλότερο επίπεδο αυτογνωσίας, με έκανε λίγο καλύτερο άνθρωπο. Του το οφείλω και μόνο γι’ αυτό θα τον θυμάμαι όσο ζω.

Μα πέρα από όλα αυτά τα πολύ ιδιαίτερα και προσωπικά, όλοι όσοι αγάπησαν τον  Σάββα είχαν άλλους, πιο σημαντικούς λόγους. Ήταν όλη αυτή η ευδιαθεσία και το χιούμορ του, ο ερωτισμός που εξέπεμπε και πλημύριζε όλο το μαγαζί, η τρυφερή αθυροστομία του, η διονυσιακή του έκσταση. Κατά μία έννοια, έζησε με γνήσια νιτσεϊκούς όρους –αυτός, ένας μαρξιστής!- αφού πρόβαλε με τον δικό του τρόπο τη χαρά της ζωής, κάνοντας τη δικιά του ζωή άξια να την αφηγηθεί ως μυθιστόρημα. Αγαπούσε πολύ την τέχνη, μα ο ίδιος έκανε τη ζωή του τέχνη, ήταν ένας αυθεντικός καλλιτέχνης της ζωής, ένας γνήσιος απόγονος της Νύχτας και μύστης του θεού Διόνυσου. Από την άλλη,  δεν ήταν φετιχιστής του χρήματος και δεν του έδωσε μεγαλύτερη αξία απ’ ότι έχει, δηλαδή ως απλό μέσο επιβίωσης. Επίσης, δεν κοίταξε ποτέ την εικόνα και το φαίνεσθαι, αλλά μόνο την ουσία και το περιεχόμενο των πραγμάτων, δηλαδή την αυθεντική σχέση με τον εαυτό του και με τους άλλους. Ακόμα και όταν γινόταν δυσάρεστος για τους συνανθρώπους του, το έκανε από αγάπη, για να τους ωφελήσει, ποτέ για προσωπικό του όφελος. Δεν είδε ποτέ τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη καταστήματος, ούτε έβαλε πάνω απ’ όλα το οικονομικό κέρδος. 

Την τελευταία πενταετία, μόνιμα πια στην Πάτρα σπουδάζοντας φιλοσοφία, η σχέση μας ήρθε σε ισορροπία. Τα Σαββατόβραδα έπαιζα και να τραγούδαγα ρεμπέτικα κι ο Παναγιώτης, όπως πάντα, έπινε, καπνίζε και καμιά φορά, όποτε ερχόταν στο τσακίρ κέφι, σηκωνόταν και χόρευε με ένταση και πάθος, σαν εκστατική χθόνια θεότητα του κάτω κόσμου κάνα απτάλικο. Οι συζητήσεις μας είχαν αραιώσει, δεν λέγαμε πλέον πολλά πολλά, μα συνεννοούμασταν τέλεια με τα βλέμματα, κάπου κάπου σκάγαμε και κάνα χαμόγελο σύμπνοιας και συνενοχής. Δεν υπήρχαν πλέον σοβαρές διαφωνίες μεταξύ μας.  

Ο Παναγιώτης Σάββας υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση «ταβερνιάρη». Όχι μόνο γιατί δεν έβαζε πάνω από όλα τα οικονομικό του συμφέρον, όχι μόνο γιατί ήταν έντιμος και καθαρός στις σχέσεις του με τους πελάτες, όχι μόνο γιατί δεν είχε υπαλλήλους να τους εκμεταλλεύεται και έφερνε βόλτα το μαγαζί μόνος του –με την πολύτιμη βοήθεια βέβαια της Σοφίας, της γυναίκας της ζωής του- όχι μόνο επειδή ήταν ένας συμπονετικός άνθρωπος, όχι μόνο γιατί ήταν ένας αφοσιωμένος συμπαραστάτης για τους φίλους και συνοδοιπόρους του, αλλά και επειδή υπήρξε μια σπάνια και ολοκληρωμένη προσωπικότητα λαϊκού διανοούμενου, ένας ποιητής της νύχτας και καλλιτέχνης της ζωής που οραματιζόταν ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα συνολικά. Μα ο Παναγιώτης πάνω απ’ όλα ήταν ένας ευαίσθητος και πονεμένος άνθρωπος που όμως δεν φοβήθηκε να ζήσει τη ζωή του με ένταση και πάθος. Έπινε και κάπνιζε πολύ, αγχωνόταν και στεναχωριόταν πολύ, κάθε βράδυ πάλευε με τέρατα και δαίμονες. Και η μοίρα, σκληρή και άδικη όπως πάντα, του επιφύλαξε την τελευταία δύσκολη μάχη, που αναπόφευκτα έπρεπε να χάσει.     

Τέλος εποχής, λοιπόν, αρχή μιας άλλης. Ο χρόνος κύλισε, ο φίλος μας έφυγε, το μαγαζί μας έκλεισε. Αυτός καθάρισε. Εμείς να δούμε τώρα.

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

ΣΚΑΡΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



                                                                                 Στη μνήμη της θείας μου
                                                                                Καλλιόπης Πλιάκα

Πριν από πολλά χρόνια υπήρχε ένα μικρό αγόρι, μόνο και λυπημένο, που μεγάλωνε ανάμεσα σε γέρους και γριές με μαύρα ρούχα. Η γιαγιά τού είχε χαρίσει έναν ωραίο ξύλινο σταυρό κι ένα χρυσαφένιο λιβανιστήρι και για να την ευχαριστήσει συνέχεια έψελνε και ευλογούσε. Ήθελε να γίνει παπάς, μα λίγο μετά που αυτή πέθανε -και όλοι οι άλλοι- και τα μαύρα ρούχα έγιναν σκιές, άλλαξε γνώμη. Αποφάσισε να γίνει πόρνη, αφού πάντα του άρεσε να χαϊδεύει λευκές και απαλές σάρκες. Δυσκολεύτηκε να μεγαλώσει. Στον ελεύθερο χρόνο του έφτιαχνε ποιήματα, απλά και μόνο για να αποδείξει στον εαυτό του ότι πραγματικά υπάρχει. Αυτά όμως έβγαιναν σκάρτα. Οι λέξεις κλοτσούσαν, οι φράσεις μπερδεύονταν, δεν έβγαινε νόημα. Δεν έχανε το κουράγιο του. Τα δούλευε συνέχεια, χρόνια ολόκληρα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ώσπου ξαφνικά γέρασε. Πλέον δεν υπήρχε λόγος, πήρε τα χαρτιά στα χέρια του και τα ‘κανε χίλια κομμάτια. Ετοιμοθάνατος στο κρεβάτι του φέρανε τον ιερέα να μεταλάβει για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του. Τα μαύρα ρούχα τον τρόμαξαν, στο νου του ξαφνικά ήρθαν οι παλιοί εφιάλτες, οι νυχτερινές ουρήσεις και οι υπνοβασίες. Τον έδιωξε κακείν κακώς, στο διάολο ψεύτη. Έμεινε μόνος. Σκατά, μια μαλακία ήταν, είπε και η κομματιασμένη ψυχή τράβηξε ασθμαίνοντας για τον ουρανό.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

ΑΠΛΗ ΣΥΝΩΝΥΜΙΑ



Είχα χρόνια να περάσω απ’ την παλιά μου γειτονιά. Στην κολώνα το χαρτί έγραφε πως χτες πέθανε ο πατέρας. Η κηδεία θα γινόταν σήμερα το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα. Μου φάνηκε παράξενο. Ήξερα καλά πως ο μπαμπάς έφυγε πριν από τριάντα χρόνια κεφάτος και χαμογελαστός. Επιπλέον, έγραφε πως δεν είχε απογόνους, δεν ήταν καν παντρεμένος. Ούτε συγγενείς είχε, ούτε φίλους, ούτε καν ηλικία. Τίποτα. Ένα αγγελτήριο θανάτου γυμνό και άδειο. Σίγουρα θα πρόκειται για απλή συνωνυμία, σκέφτηκα. Όμως, θα πήγαινα το βράδυ να το εξακριβώσω.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ



Έψηνε καφέδες και χαμογελούσε
ευγενικός γύρω στα είκοσι
μπορεί και παραπάνω μα δεν του φαινόταν
είχε μάθει πλέον και δεν ρωτούσε
γαλλικό σκέτο καυτό
χειμώνα καλοκαίρι
κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο
αδιάφορα δήθεν
σε άσχετες στιγμές
με πλάγιες ματιές
ή μέσα απ’ τους καθρέφτες
και τη τζαμαρία
μα πάντα ανάμεσά μας
ο πάγκος

σε τέτοιες περιπτώσεις
δε χαϊδεύεις
δεν αγκαλιάζεις
δεν φιλάς
κοιτάζεις μόνο την ομορφιά
κι ας μη την χορταίνεις
οτιδήποτε άλλο
και ως σκέψη μόνο
είναι ιεροσυλία

κι όμως το βράδυ
τα λεπτά ρόδινα χείλη υγράνθηκαν
το κορμί ίδρωσε
τα ξανθά μακριά μαλλιά ανακατώθηκαν
η πλάτη γδάρθηκε
τα σεντόνια τσαλακώθηκαν επικίνδυνα
τύλιξαν τον αλαβάστρινο λαιμό

για άλλο ένα βράδυ
το θείο πρόσωπο
λερώθηκε αναίσχυντα
διαπράττοντας
ιεροσυλία