Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Η ΜΑΣΚΑ


Την τσικνοπέμπτη έγινε μεγάλος φραμπαλάς. Τρεις οπλισμένοι κλόουν μπήκαν στην τράπεζα της γειτονιάς και ξάφρισαν στο πι και φι  το παραδάκι. Λίγα μόλις λεπτά κράτησε η επιχείρηση. Βγαίνοντας μοίρασαν κεφάτοι και χαμογελαστοί λουλούδια, σοκολάτες και γκοφρέτες στους σαστισμένους περίοικους και περαστικούς. Κάποιοι νεαροί, ενθουσιασμένοι απ’ τον πρόωρο σοκολατοπόλεμο, τους επεφήμησαν αγρίως με χειροκροτήματα και μπράβο. Γρήγορα οι χαρούμενοι ληστές χώθηκαν  στο μασκαρεμένο πλήθος που διασκέδαζε στο δρόμο και στην πλατεία και χάθηκαν ανάμεσα σε εκατοντάδες κλόουν. Η μπάζα ήταν γερή και τα σαΐνια της αστυνομίας δεν μπόρεσαν να τους πιάσουν, ακόμα τους ψάχνουνε. Έγινε μεγάλο ντόρος και αναδείχθηκαν πανηγυρικώς σε ήρωες της ημέρας. Την επόμενη οι τοπικές εφημερίδες έγραψαν ως συνήθως πολλές μαλακίες. Εκείνη την ώρα περνούσα τυχαία έξω απ’ την τράπεζα και τα είδα όλα σε απευθείας μετάδοση. Δώσανε και σε μένα ένα κίτρινο γαρίφαλο και μου ευχήθηκαν καλές μπούλες. Τους χαμογέλασα κι εγώ, είχαν μεγάλη πλάκα. Μετά από λίγο έφτασαν και τα κανάλια και πήραν συνέντευξη από κάποιους αυτόπτες μάρτυρες. Ο κάθε χλεχλές έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη. Εγώ δεν βγήκα στο γυαλί,  έκανα τον ανήξερο και την κοπάνησα με ελαφριά πηδηματάκια. Ήρθαν και οι μπάτσοι, όπως πάντα τελευταίοι και καταϊδρωμένοι, έφραξαν τον χώρο με κόκκινες κορδέλες και το κατάστημα σφραγίστηκε. «Κλειστό λόγω ληστείας», έγραφε το χαρτί πάνω στην πόρτα. Το γεγονός προβλήθηκε και από τα κεντρικά κανάλια της πρωτεύουσας και για άλλη μια φορά η πόλη μας έγινε διάσημη στο πανελλήνιο, δεν είναι και λίγο. 

Το απόγευμα στο καφενείο πήγα με το λουλούδι καρφιτσωμένο στο πέτο, σαν καρνάβαλος, μα δε μ’ ένοιαζε. Η κοπελίτσα του μαγαζιού μου ‘φερε τον καφέ και μου χαμογέλασε. Ακόμα ψήνανε σουβλάκια, τσίκνιζαν και έπιναν κρασιά και μπίρες. Κάποιοι κουβέντιαζαν για την πρωινή ληστεία, τους είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Πάντως μεγάλο θράσος ρε παιδιά, φώναζε ο χοντρός απ’ το διπλανό τραπέζι. Ο κοντός κι ο ψηλός  συμφωνούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους πάνω κάτω. Μαγκιά τους ρε μαλάκες, την έκαναν γερά τη μπάζα και τώρα τα πουλάκια ταξιδεύουν για τα νησιά του παραδείσου, συμπλήρωνε με θαυμασμό και δέος ο κοντός. Όχι σαν εμάς που καθόμαστε εδώ, μινάρουμε και βράζουμε στο ζουμί μας. Για να μας κλαιν’ οι ρέγκες είμαστε. Πρέπει να του μπήκαν μεγάλες ιδέες στο μυαλό του τύπου, μα δεν εξήγησε παραπέρα τι εννοούσε. Έτσι κι αλλιώς, τέτοιες κινηματογραφικές ληστείες δεν γίνονται κάθε μέρα. Τους ήξερα μόνο φατσικά, απ’ το μαγαζί. Οι τρεις καμπαλέρος. Δεν είχαμε πολλές παρτίδες και πάρε δώσε, ένα γεια μόνο, μια καλησπέρα, άντε και καμιά καληνύχτα. Έστηνα όμως αφτί κι άκουγα, με τρόπο πάντα, μην παρεξηγηθώ και με περάσουν για κάνα ασφαλίτη. Είχανε μεγάλη πλάκα και μου φτιάχνανε το κέφι. Ειδικά ο κοντός, που το ‘παιζε μεγάλος τσιρίμπασης, κάτι σαν αρχηγός να πούμε. Και κάθε τόσο έκανε καινούργια μεγαλεπήβολα σχέδια, προσπαθώντας να πιάσει την καλή. Και τα ξεφούρνιζε στους άλλους. Ήταν τακτικός στο καφενείο, σχεδόν κάθε απόγευμα, κάπου εδώ κοντά πρέπει να ‘μενε. Τα φιλαράκια του φερτοί και της προσκολλήσεως, Δεν γνώριζα τι επαγγέλλεται, ούτε από πού κρατά η σκούφια του και τι καπνό φουμάρει, μα τον έκανα χάζι. Ο τύπος έπλαθε ωραίες ιστορίες με τη φαντασία του. Ήταν μεγάλος παραμυθατζής.

Το βράδυ είδα στον ύπνο μου ένα περίεργο όνειρο. Ήθελα, λέει, να σκαρώσω στα φιλαράκια μου μια γουστόζικη φάρσα που θα την θυμόντουσαν σε όλη τους τη ζωή. Να σκηνοθετήσω την κηδεία μου! Πήγα σε δυο τρία γραφεία και τους εξήγησα το σχέδιό μου, μα δεν φάνηκαν συνεργάσιμοι. Εμείς είμαστε σοβαρή επιχείρηση, δεν κάνουμε τέτοια μακάβρια αστεία, κύριε, δεν τρομάζουμε για πλάκα τον κόσμο, έπαιζε σ’ όλους η ίδια κασέτα, ούτε συνεννοημένοι να ήταν. Ο επαγγελματισμός τους και η αυστηρή τήρηση της δεοντολογίας με άφησε άναυδο, δεν το περίμενα. Και δεν τους ζητούσα ούτε πολλά ούτε δύσκολα, και θα πληρωνόντουσαν καλά και με το παραπάνω. Να τυπώσουν το αγγελτήριο του θανάτου μου και να το κολλήσουν στη γειτονιά, αυτό μόνο ήθελα. Τελικά έκανα όλη τη δουλειά μονάχος. Έψαξα και βρήκα ένα υπόδειγμα στο ίντερνετ, το συμπλήρωσα με τα στοιχεία μου, έβαλα κι ένα ανύπαρκτο γραφείο τελετών «Ο ΑΠΑΝΩ ΚΟΣΜΟΣ» και το φωτοτύπησα σε καμιά εικοσαριά αντίτυπα. Δεν ήταν κάτι το δύσκολο, γλύτωσα και τα έξοδα. Όταν νύχτωσε, βγήκα μεταμφιεσμένος σε κλόουν και τα κόλλησα. Η κηδεία θα γινόταν μεθαύριο στις δώδεκα στην εκκλησία της ενορίας μας. Δεν είχα ούτε στενούς ούτε μακρινούς συγγενείς, μόνο τα λιγοστά μου φιλαράκια. Και φυσικά πλήρης ημερών, αυτά έγραφε το κηδειόχαρτο. Ξημερώματα τέλειωσα τη δουλειά και με κάθε προφύλαξη τράβηξα για το σπίτι. Οι δρόμοι ήταν πήχτρα από όμορφα νιάτα γεμάτα ορμή και πάθος που έβραζαν. Έπιναν, χόρευαν και τραγουδούσαν, φιλιόντουσαν και αγαπιούνταν και δεν έδιναν λογαριασμό σε κανέναν. Διονυσιακή ατμόσφαιρα, η χαρά της ζωής. Σε μια σκοτεινή γωνία ένα ζευγάρι είχε ξεβρακωθεί και πηδιόταν στα όρθια. Τους χάζεψα για λίγο δίχως να με πάρουν είδηση και συνέχισα το δρόμο μου. Όμως, λίγο παρακάτω, περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, δεν πρόσεξα κι ένα φορτηγάκι, τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έπεσε πάνω μου και με τσάκισε. Το οδηγούσε ο ψηλός και δίπλα του καθόταν ο κοντός, κρατώντας στο χέρι ένα κίτρινο γαρίφαλο. Ούτε που σταμάτησαν να δουν τι έγινε, ίσως νόμισαν ότι χτύπησαν κάνα ψωραλέο σκύλο. Εγώ πετάχτηκα είκοσι μέτρα μακριά και καρφώθηκα σε μια κολώνα. Η μάσκα μου ‘φυγε απ’ το πρόσωπο, το κεφάλι άνοιξε στα δύο και τα μυαλά μου χύθηκαν στο πεζοδρόμιο. Μια γκρίζα αλανιάρα γάτα πλησίασε με προφύλαξη και άρχισε να τα γλύφει και να τα τρώει. Μετά γαντζώθηκε πάνω στο πρόσωπό μου μπήγοντας βαθιά τα νύχια της στους κροτάφους μου και άρχισε να μασουλάει με βουλιμία μέσα απ’ το σπασμένο κρανίο. Μπροστά μου στεκόταν η μάσκα,  με  κοίταζε και χαμογελούσε. Κάποια στιγμή μου έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα έξω.

Ξύπνησα τίγκα στον ιδρώτα κι απ’ το στόμα μου έτρεχαν σάλια. Τι βλέπει κανείς στον ύπνο του. Αφού πλέον δεν έχω κολλητά φιλαράκια, μου τελειώσανε. Τα σεντόνια και τα σκεπάσματα ήταν πεταμένα στο πάτωμα και στο κομοδίνο το ρολόι έδειχνε τρεις παρά. Άλλη μια νύχτα είχε γαμηθεί για τα καλά. Βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο. Έκανε ψοφόκρυο, όμως από κάτω μια παρέα νεαρών μασκαράδων συνέχιζε το γλέντι τους με μαυροδάφνες στο χέρι τρεκλίζοντας και παραπατώντας. Οι φωνές και τα γέλια τους πρέπει να με ξύπνησαν, μα πριν ολοκληρώσω τη σκέψη μου, απ’ το απέναντι μπαλκόνι, φάνηκε ένας ηλικιωμένος με ριγέ πιτζάμες και άρχισε να τους σκυλοβρίζει. Τι αλήτες τους είπε, τι χαραμοφάηδες και κοπρίτες και στο τέλος απείλησε ότι αν δεν ξεκουμπιστούν από κει θα φωνάξει την  αστυνομία. Τα παιδιά απτόητα τον στόλισαν με διάφορα ευφάνταστα μπινελίκια και μου έφτιαξαν το κέφι βραδιάτικα. Στο τέλος οι μπούλες και οι μασκαράδες αποχώρησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. «Είδες θράσος και αναίδεια τα κωλόπαιδα νυχτιάτικα!», φώναξε ο κωλόγερος προς το μέρος μου, μα δεν του απάντησα. Έσβησα τη γόπα στο μαραμένο φυτό της μαμάς και μπήκα μέσα.  

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

ΑΔΕΙΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Πέρασαν και φέτος τα χριστούγεννα. Στο καλό και να μας γράφουν! Από παιδί δεν με ενθουσίαζαν ιδιαίτερα. Η έμφυτη μελαγχολία μου δεν συμβιβαζόταν με το χαρούμενο κλίμα των ημερών, με καταπίεζαν. Παρ’ όλο που κάπου κει μέσα, ανάμεσα στις τόσες σπουδαίες και μεγάλες, βρισκόταν ξεχασμένη και η δικιά μου, μικρή και ασήμαντη, ονομαστική μου γιορτή. Κανείς απ’ τους φίλους, γνωστούς και συναδέλφους δεν την γνώριζαν, ούτε κι εγώ την διέδωσα παραπέρα. Ένα μυστήριο δισύλλαβο υποκοριστικό, σαν καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, ήταν το τέλειο καμουφλάζ. Μόνο η μαμά με θυμόταν κάθε χρόνο και μια μακρινή θεια απ’ την πρωτεύουσα. Κανείς άλλος, και είχα την ησυχία μου.  

Ούτε έβαζα στόχους για τον καινούργιο χρόνο, ούτε προχωρούσα σε επώδυνους απολογισμούς και προσωπικές εκθέσεις πεπραγμένων. Τα βαριόμουν όλα αυτά, τα έβρισκα πολύ περιττά, ανούσια και μάταια. Έτσι κι αλλιώς, ότι είναι να γίνει θα γίνει (το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο, που λέγανε και οι αρχαίοι μας, γαρνιρισμένο με μπόλικες δόσεις γκαντέμικων αναποδιών) και ότι έγινε δεν μπορεί να αλλάξει ούτε να ξαναγίνει. Δεν υπάρχει λόγος να το σκέφτεσαι το παρελθόν, ειδικά όταν είναι δυσάρεστο και ενοχλητικό. Αναγκαστικά, βαδίζεις στα τυφλά, ελπίζοντας σε κάτι, ψύχραιμος πάντα και προετοιμασμένος για τα χειρότερα. Και ότι βρέξει ας κατεβάσει! Πάντως, ο περσινός χρόνος ήτανε σκατά, ένας απ’ τους χειρότερους της ζωής μου. Ο νέος, ευτυχώς, μπήκε καλά. Πέθανε η μαμά και παραιτήθηκα απ’ τη δουλειά. Είμαι δηλαδή σχεδόν ελεύθερος, με άπειρο χρόνο για πέταμα στη διάθεσή μου. Αν και πρέπει να σκεφτώ σοβαρά και ώριμα με ποιον τρόπο θα τον αξιοποιήσω.

Η κακομοίρα η μαμά ήταν μεγάλη και ταλαιπωρημένη, γριούλα πια, κοντά στα ενενήντα, με πολλά προβλήματα υγείας και αφόρητους πόνους σε όλο της το λειψό κορμάκι. Έκανε όμως υπομονή, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των γιατρών, παίρνοντας κανονικά τα φάρμακά της και γενικά υποφέροντας αξιοπρεπώς τα άθλια γηρατειά της. Της κρατούσα απαλά το χεράκι, της χάιδευα τα λευκά της μαλλιά και τη φιλούσα στο μάγουλο, όπως έκανε κι αυτή όταν ήμουνα παιδί. Με κοίταζε με τα όμορφα γαλανά της μάτια και μου χαμογελούσε. Κάπου κάπου βούρκωνε κιόλας, δεν ξέρω, μπορεί και από ευτυχία. Έτσι κι αλλιώς, δεν μιλούσαμε πολύ. Όμως τον τελευταίο χρόνο, μετά από ένα άσχημο πέσιμο, έσπασε τη λεκάνη της  και κατέπεσε τελείως. Έτσι, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Και την πρωτοχρονιά, την ώρα που άλλαζε ο χρόνος και οι γείτονες αναβοσβήνανε τα φώτα δίνοντας και παίρνοντας ευχές για υγεία και αγάπη, ξεψύχησε ήρεμα και απλά, δίχως να γίνει πρώτο θέμα στα δελτία των ειδήσεων. Ήμουνα μόνος στο σπίτι. Κάθισα δίπλα της στο κρεβάτι, έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα στις παλάμες κι άρχισα να κλαίω, για πολύ ώρα, μέχρι που ξεθύμανα. Έβλεπα ότι πλησίαζε τούτη η ώρα, ήξερα ότι κάποια στιγμή θα ‘ρχότανε, μα δεν μπορείς τόσο εύκολα να το δεχτείς. Πάντα ελπίζεις σε άλλη μια παράταση, σε άλλη μια αργοπορία. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που μ’ αγαπούσε αληθινά, αν και κάποιες φορές όχι με το σωστό τρόπο. Δεν θα άκουγα ξανά απ’ τα χείλη της τα «χρόνια πολλά γιόκα μου, να μου ζήσεις». Πλέον ήμουν μόνος και τουλάχιστον για τις φετινές γιορτές είχα ένα σοβαρό λόγο να είμαι σκυθρωπός και αγέλαστος, κανένας δεν θα μπορούσε να με παρεξηγήσει.

Όταν συνήλθα κάπως πήρα τηλέφωνο τη γυναίκα που μας καθαρίζει το σπίτι. Στην αρχή παραξενεύτηκε που άκουσε τη φωνή μου, δεν το περίμενε. Της ευχήθηκα καλή χρονιά και χάρηκε. Γιόρταζε την αλλαγή του χρόνου με τα παιδιά της και την οικογένεια της αδερφής της. Άντρα δεν είχε. Την είχαμε χρόνια στο σπίτι, καλός άνθρωπος, από κάποια ταλαιπωρημένη χώρα του πάλαι ποτέ ένδοξου ανατολικού μπλοκ. Όταν της είπα ότι η μαμά πέθανε συγκινήθηκε κι έβαλε τα κλάματα. Σε δέκα λεπτά ήταν στο πλάι της, τη φιλούσε και της χάιδευε τα μαλλιά. Καλέσαμε το ασθενοφόρο, ήρθε γρήγορα και την πήρε. Της είπα να γυρίσει στο σπίτι της, της έδωσα και χρήματα για το ταξί. Εγώ έπρεπε να τρέξω στο γραφείο κηδειών για τα περαιτέρω. Ήξερα ότι με περίμενε μια δύσκολη νύχτα. Έκανε πολύ κρύο και η υγρασία σου περόνιαζε τα κόκαλα. Όμως ο ουρανός είχε γεμίσει από βεγγαλικά που γιόρταζαν με κρότο και λάμψη τον ερχομό του καινούργιου χρόνου. Της καινούργιας ελπίδας. 

Η κηδεία έγινε μετά από δυο μέρες. Λίγος κόσμος. Η οικιακή βοηθός που ήταν όλη την ώρα βουρκωμένη, κάποιοι γείτονες που θεώρησαν υποχρέωσή τους να παρευρεθούν και να μου συμπαρασταθούν και κάποιοι ξεχασμένοι μακρινοί συγγενείς, απ’ τους λιγοστούς που μας είχαν απομείνει,  που δεν ξέρω κι εγώ πως το έμαθαν και ήρθαν. Εγώ πάντως δεν το είπα σε κανέναν. Στην εκκλησία είδα και κάποιες άγνωστες φάτσες που δεν μου θύμιζαν τίποτα. Τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε επαφές με συγγενείς και σόγια. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς, η μαμά έκοψε κάθε επαφή με το «βρωμόσογο», όπως το αποκαλούσε, δεν ήθελε πλέον πάρε δώσε μαζί τους. Φαίνεται είχαν παλιές διαφορές και άλυτες παρεξηγήσεις που ποτέ δεν είχα την περιέργεια να μάθω. Καλύτερα έτσι. Κι εγώ την ησυχία μου ήθελα, μπελάς ήταν όλες αυτές οι θειάδες και τα ξαδέρφια. Αλλά και απ’ το δικό της το σόι οι περισσότεροι ήταν από καιρό πεθαμένοι, κάποιοι είχαν μεταναστεύσει σε πλούσιες πολιτείες του εξωτερικού, ενώ άλλοι βρίσκονταν διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη τη χώρα. Δηλαδή, τρέχα γύρευε. Έτσι κι αλλιώς, και η ίδια η μαμά είχε ξεκόψει από όλους αυτούς, κάνα τηλέφωνο μόνο κι αυτό τυπικά για τις ευχές των εορτών. Ο χρόνος μάς είχε απομονώσει εντελώς, ενώ οι κοινωνικές μας επαφές είχαν περιοριστεί στα στενά πλαίσια της γειτονιάς. Μετά την εξόδιο ακολουθία πήγαμε στο νεκροταφείο, χώσαμε τη μαμά στη μεγάλη γούβα πλάι στον μπαμπά και κατόπιν όλοι πέρασαν από μπροστά μου και μου ευχήθηκαν συλλυπητήρια, να ζω να τη θυμάμαι. Δεν ξέρω αν παρεξηγήθηκαν, μα δεν κανόνισα για καφέ της παρηγοριάς, δεν ήθελα. Γύρισα μόνος σπίτι και ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι. Ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, η τελευταία υποχρέωση. Δεν είχα πλέον κάποιον άλλο κοντινό μου συγγενή για να θάψω και να κλάψω, ενδεχομένως να μην παρευρισκόμουν ποτέ ξανά σε κηδεία, να μην περνούσα καν έξω από εκκλησία. Ένιωθα χαρούμενος και έκανα όμορφα σχέδια για το μέλλον. Όμως ήμουν πολύ κουρασμένος, ένα ανάλαφρο πτώμα που του έλειπαν τουλάχιστον είκοσι ώρες ύπνου. Με κόπο σηκώθηκα και τράβηξα τα παντζούρια, έκλεισα και την μπαλκονόπορτα να μην ακούω τους θορύβους της πλατείας. Επικράτησε σκότος βαθύ και άκρα του τάφου σιωπή. Αμέσως με πήρε ο ύπνος.

Την επομένη πέρασα απ’ τη δουλειά. Η εθελούσια έξοδος που αποφάσισε η σοφή κυβέρνηση του τόπου μου ήρθε γάντι. Ήταν μεγάλη ευκαιρία. Πενήντα χρονών ήμουνα ακόμη, δεν με είχαν πάρει δα και τα χρόνια. Έφευγα την κατάλληλη στιγμή και με μια γενναία αποζημίωση για τις υπηρεσίες που πρόσφερα αγόγγυστα τόσα χρόνια. Οι συνάδελφοι του γραφείου έλεγαν ότι κάνω μαλακία που αποχωρώ με μειωμένη σύνταξη, έπρεπε να περιμένω λίγο ακόμα να τους τα πάρω όλα. Δεν τους άκουσα. Μια ζωή δημόσιοι υπάλληλοι, καρφωμένοι στις καρέκλες τους, θα γεράσουν εκεί μέσα, σκέφτηκα. Ότι κάποιοι είναι και κάτι κάνουν. Δεν είπα σε κανέναν τίποτα για το θάνατο της μαμάς, ούτε και αυτοί πρέπει να το έμαθαν. Τέλειωσα γρήγορα κάποιες τελευταίες διατυπώσεις και έριξα μαύρη πέτρα πίσω μου. Με κοίταζαν περίεργα. Δεν χαιρέτησα κανέναν. Ούτε θα με ξανάβλεπαν εκεί μέσα. Στο ανήλιαγο μπουντρούμι.

Οι γιορτές λοιπόν έφυγαν, μπήκε ο καινούργιος χρόνος και σιγά σιγά επιστροφή στην κανονικότητα, στην όμορφη καθημερινότητα. Φέτος θα πρωτοτυπήσω, κάνοντας όμορφα σχέδια για το μέλλον. Τέρμα το ξύπνημα απ’ τα ά-γρια χαράματα. Θα σηκώνομαι κατά τις δέκα, θα παίρνω ένα δυναμωτικό πρωινό, θα ενημερώνομαι για τα νέα της ημέρας, θα βγαίνω στα γρήγορα για τα ψώνια της ημέρας, μετά φαγητό, χαλάρωση, ονειροπόληση, διάβασμα και λίγο γράψιμο, μην πάθουμε και υπερκόπωση σ’ αυτή την κρίσιμη ηλικία! Θα αρχίσω να κρατώ ημερολόγιο, όχι ψυχαναγκαστικά, σε καθημερινή βάση, πάντως τακτικά. Όποτε νιώθω την ανάγκη. Όποτε νιώθω ταραχή και συναισθηματική υπερδιέγερση. Όποτε έχω ύπαρξη. Θα είναι ημερολόγια επιβίωσης μέσα στον άδικο, αφιλόξενο και παράλογο κόσμο που αναγκάζομαι να ζω. Για να βρίσκομαι ταυτόχρονα στο εδώ και στο αλλού, για να ξορκίζω το φόβο του θανάτου και τον τρόμο της ζωής, προσπαθώντας να σταματήσω (αλλά και να διογκώσω) τον γαμημένο χρόνο που τρέχει όλο και πιο γρήγορα, για να γίνομαι κάπου κάπου και πάλι παιδί, για να παίζω ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα πλέον δίχως τύψεις και ενοχές. Μικρά κείμενα που θα μπορούσες να τα ονομάσεις και ημερολόγια ευτυχίας, αφού εκείνες τις ώρες της φλογερής έκστασης, σίγουρα θα είμαι χαρούμενος και ευτυχισμένος, παραδόξως, και λίγο αισιόδοξος για το μέλλον, με το ποτήρι διαρκώς μισογεμάτο απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Και κάθε απόγευμα θα βγαίνω για τη μεγάλη βόλτα. Περπάτημα για καμιά ώρα στην πόλη, σπάνια να μπω σε κάνα βιβλιοπωλείο και σίγουρα αποκλείεται να χαζέψω στις βιτρίνες των καταστημάτων, ούτε καν από περιέργεια. Στάση στην κεντρική πλατεία για τον τρίτο καφέ της ημέρας τον φαρμακερό, σε ψηλό σκαμπό στην άκρη της μπάρας, πλάι στην τζαμαρία και με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Τα παιδιά του μαγαζιού θα φοράνε γαλάζιες μπλούζες και θα είναι ευγενικά και εξυπηρετικά. Θα μου χαμογελούν. Τότε θα μπορεί να περάσει ο νεαρός με τα χαρτομάντιλα στο χέρι και στην πλάτη το σακίδιο. Δρομέας μεγάλων αποστάσεων, θα φοράει πάντα καπελάκι και κάποιες φορές θα μυρίζει ιδρώτα, απλυσιά και σκόνη, άλλες πάλι θα είναι καθαρός, ξυρισμένος και περιποιημένος. Καμιά φορά θα του δίνω κάτι, ανάλογα με τη διάθεση. Τον ξέρω από παλιά.    

 Ναι, μπήκε ο καινούργιος χρόνος και είμαι πολύ ευτυχισμένος. Όμως, ήδη, έφτασε το απόγευμα υγρό και τσουχτερό. Τον χειμώνα ευτυχώς βραδιάζει νω-ρίς. Οι μέρες είναι μικρές κι ασήμαντες, οι νύχτες όμως, αν και σιωπηλές, γεμάτες υποσχέσεις. Εκεί όπου δεν χωράει καμία προφητεία, κανένας προγραμματισμός. Όμως ενδιάμεσα, το ήσυχο σούρουπο, άδειο από έγνοιες και σκοτούρες, άδειο από επιθυμίες και προαισθήματα, είναι πλέον όλα τα λεφτά! Κι εγώ κάθε δεκαεφτά χρόνια να αλλάζω πουκάμισο σαν τα βρωμερά και τρισάθλια φίδια. Μεγαλώνοντας. Γερνώντας.   


Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 6


Ήθος ανθρώπω δαίμων
              Ηράκλειτος

Εν αρχή ην ο Πόνος και ο Φόβος, στο τέλος πάντα ο Θάνατος. Δεν μπορείς να ξεφύγεις, ούτε όμως και να κάνεις αλλιώς. Ζώντας στο ψεύδος και στην άγνοια, αντέχεις με κάθε μέσο. Με  ψυχραιμία και μετριασμένο εγωισμό και θεμελιώνεις την υπόθεσή σου στην ομορφιά και την αγάπη. Έτσι κι αλλιώς, είμαστε όλοι για λύπηση και λίγοι οι ωραίοι.
 Τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου είναι ύποπτα και  περιθωριακά. Χλευάζουν τους προκομμένους και μισούν κάθε είδους εξουσία. Φευγάτοι και ελαττωματικοί. Με πολλά λάθη και πάθη. Μα και συμπονετικοί. Και με αξιοπρέπεια. Γιατί αγαπούν πολύ τη ζωή.
Ουσιαστικά, πρόκειται για λεπτές φέτες ζωής, κρίσιμες στιγμές αλήθειας ενός μοναχικού ανθρώπου που κάθε του μέρα ήταν και μια δύσκολη μάχη με μια έμφυτη απαισιοδοξία και έναν απροσπέλαστο μηδενισμό. Από νωρίς ένιωσε ξένος και απόβλητος και ένα αίσθημα ματαιότητας να τον πνίγει. Προσπάθησε πολύ, έκανε ότι μπορούσε, μα δεν τα κατάφερε. Βλέπεις, είχε πάντα το χρόνο εναντίον του.
*Το βιβλίο με τίτλο «ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ», Άπαντα τα μικρά (2006-2020) , αποτελεί τη σούμα των κειμένων που έχω γράψει μέχρι σήμερα και αφιερώνεται στη μνήμη του επιστήθιου φίλου μου Παναγιώτη Σάββα, ανθρώπου που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με επηρέασε βαθιά. Η ομώνυμη συλλογή ποιημάτων που περιέχεται στο βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη της θείας μου Καλλιόπης Πλιάκα, η οποία βοήθησε –όσο μπορούσε- στα δύσκολα χρόνια. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2021, μόνο για φίλους.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ



Χτύπησε το κουδούνι, μια φορά μόνο, μετά σιωπή. Μόλις είχα βγει απ’ το μπάνιο και ασχολιόμουν με τις τρίχες μου, περιποίηση μανικιούρ πεντικιούρ, που λένε και οι κυρίες. Φόρεσα κάτι πάνω μου και άνοιξα την πόρτα. Ήταν η διπλανή. Το αριστερό της μάτι κοιτούσε στο Θεό και χαμογελούσε. Ήθελε λίγη ζάχαρη. Αυτή την ώρα η γιαγιά έχει φάει για μεσημέρι, έχει πάρει τα χάπια της και κοιμάται. Έτσι, ξεκλέβει λίγο χρόνο για μια επίσκεψη στο γείτονα. Η ζάχαρη είναι η πρόφαση, μάλλον με συμπαθεί, έτσι κι αλλιώς τον καφέ της σκέτο τον πίνει. Την άφησα να περάσει. Δεν δέχομαι επισκέψεις στο χώρο μου, αυτή μόνο. Η σκόνη πάει σύννεφο, μα τουλάχιστον υπάρχει τάξη. Συμφωνεί και μου προτείνει να το καθαρίσει. «Δεν θέλω λεφτά, ούτε να πληρωθώ σε είδος», λέει και λιγώνεται στα γέλια. Της αρνούμαι ευγενικά. Μου αρέσει έτσι όπως είναι, επιπλέον δεν θέλω να αποκτήσει και δικαιώματα. Έφτιαξα καφέ, ανάψαμε τσιγάρο και καθίσαμε στο μπαλκόνι, μήπως και ακούσει κάνα περίεργο θόρυβο από δίπλα. Έχει την έγνοια της. Από κάτω ο πεζόδρομος άδειος, τα μαγαζιά κλειστά. Τέτοια ώρα μόνο οι καφετέριες είναι ανοικτές και το περίπτερο στη γωνία. Ανησυχεί, η γριά δεν πάει καλά. Κοντεύει τα ενενήντα βέβαια, έχει και χίλια δυο προβλήματα, φοβάται ότι θα τα κακαρώσει και θα μείνει πάλι χωρίς δουλειά. Παίρνει καλό μηνιάτικο, επιπλέον τρώει και κοιμάται τσάμπα, δεν έχει παράπονο. Η γριά δεν είναι περίεργη, με ιδιοτροπίες. Καλόβολος, γλυκός άνθρωπος. «Μην ανησυχείς, αν χρειαστεί σε φιλοξενώ εγώ» της είπα μεταξύ σοβαρού και αστείου και γελάσαμε. Πάντως είναι γεγονός ότι μεγαλώνω και χρειάζομαι έναν άνθρωπο δίπλα μου. Καλή και άγια η ελευθερία αλλά έρχονται και γεράματα. Αρρώστιες, ανημπόριες, ανασφάλειες πλησιάζουν επικίνδυνα. Κι ο φόβος του έρημου θανάτου, δίχως ένα χέρι να σε κρατάει. Αυτή μάλλον είναι λίγο μικρότερή μου. Εντάξει, δεν είναι όμορφη, αλλά και τι έγινε. Λίγο γκαβή,  λίγο κοκαλιάρα, πίνει και καπνίζει πολύ, μα είναι καλή, πονεμένη και συμπονετικιά, ότι πρέπει για νοσοκόμα. Βλέπεις, πάντα χρειάζεσαι μια γυναίκα για να σε γεννήσει και μια άλλη να σου κλείσει τα μάτια. Ενδιάμεσα, το χάος.
Την πρώτη φορά που την αντίκρισα ήρθα σε δύσκολη θέση. Ήταν στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς που με είδε να χώνω στην τσέπη ένα κουτί με καπότες. Όχι ότι δεν είχα χρήματα, ούτε και τις είχα απόλυτη ανάγκη.  Έτσι κι αλλιώς, σπάνια έβαζα προφυλαχτικό -μου ‘πεφτε αμέσως!- εξυπηρετούσα όμως άλλους, κάνα γνωστό,  κάνα φίλο, κάνα γκόμενο. Ευτυχώς μέχρι σήμερα την είχα βγάλει καθαρή. Ούτε έιτζ, ούτε ηπατίτιδες, μόνο κάτι βλεννόρροιες και κάτι ουρηθρίτιδες είχα κολλήσει, ψιλοπράγματα δηλαδή, έπαιρνα μια αντιβίωση και σε καμιά βδομάδα ήμουνα και πάλι περδίκι, ενεργός, έτοιμος για νέες περιπέτειες.  Έτσι κι αλλιώς, κόντευα πλέον τα εξήντα και είχα ηρεμήσει κάπως. Όταν βγήκαμε απ’ το κατάστημα με πλησίασε και μου χαμογέλασε. «Κλέβουμε τους καπιτάλες;» ρώτησε πονηρά και μου ‘κλεισε το μάτι. Θρασσύτατη, λες και μ’ ήξερε κι από χτες. Της χαμογέλασα κι εγώ, τι να ‘κανα, πρώτη φορά με πιάνανε στα πράσα. Δεν ήταν αυτό που φανταζόταν. Μου άρεσε που και που να κλέβω μαγαζιά, δεν φοβόμουν τις κάμερες και τους σεκιουριτάδες, μα δεν το έκανα ούτε από ιδεολογία ούτε και από σύστημα. Δεν ήμουν κλεπτομανής, ούτε αντιεξουσιαστής, απλά μου την έδινε, έτσι απότομα, χωρίς να το έχω προσχεδιάσει, για παιχνίδι και το σασπένς. Έτσι κι αλλιώς πάντα έπαιρνα και άλλα πράγματα, περνούσα απ’ το ταμείο, πλήρωνα και οι υπάλληλοι μ’ ευχαριστούσαν ευγενικά. Κατά βάθος λοιπόν ήμουν ένας συνηθισμένος πελάτης, μόνο λίγο ζιζάνιο, ένα σκανταλιάρικο παιδί που του άρεσε κάθε τόσο να κάνει και μια αταξία, έτσι για πλάκα. Και κάπως θαρραλέο βέβαια, που δεν φοβόταν μην το πιάσουν και ρεζιλευτεί. Όμως εκείνη τη φορά είχα σοβαρή δικαιολογία. Μου είχαν φανεί κάπως ακριβές οι καπότες, τσιμπημένη τιμή για έξι πλαστικά σακουλάκια, η αδικία έπρεπε να αποκατασταθεί αμέσως. Δεν της το είπα. «Τις χρειάζομαι, είμαι βλέπεις σεξομανής», δικαιολογήθηκα και γελάσαμε δυνατά. «Δεν πειράζει, και γω τους κλέβω καμιά φορά, δεν έχουν ανάγκη αυτοί, βγάζουν λεφτά με τη σέσουλα, δεν θα τους λείψουν». Δεν είχε πιάσει ακόμα δουλειά στη γριά. Μετά από μια βδομάδα μου χτύπησε την πόρτα για λίγη ζάχαρη. Κοιταχτήκαμε με έκπληξή και βάλαμε τα γέλια.
Είχε δίκιο, η γριούλα μετά από ένα μήνα τα κακάρωσε. Η κόρη της είπε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα, δεν την χρειαζότανε πια. Της πλήρωσε το τελευταίο μηνιάτικο και της έδωσε ένα μήνα προθεσμία να της αδειάσει τη γωνιά. Δεν είχα πρόβλημα να την φιλοξενήσω, τουλάχιστον μέχρι να βρει μια λύση. Το διαμέρισμα ήταν διάρι, θα βολευόταν στον καναπέ του σαλονιού. Καθάρισε, σκούπισε, σφουγγάρισε, γίνανε όλα λαμπίκο, ακόμα και το μπαλκόνι έπλυνε και άστραψε. Μάλιστα αγόρασε τρεις γλάστρες και μια ζαρντινιέρα να ομορφύνει κάπως. Φύτεψε κάλες, ορχιδέες και μαύρα τριαντάφυλλα, ολόκληρο κήπο έφτιαξε. Της άρεσαν τα φυτά και τα λουλούδια, τα αγαπούσε και τα θαύμαζε που μύριζαν τόσο όμορφα, κι από πάνω τα ζήλευε που δεν ένιωθαν ούτε πόνο ούτε θάνατο. Πρωί μεσημέρι βράδυ τα πότιζε, τα χάιδευε και τους μιλούσε. Εγώ δεν ήξερα απ’ αυτά, μα δεν είχα πρόβλημα, μου άρεσαν όπως τα είχε φτιάξει, ήταν μαστόρισσα, έπιαναν τα χέρια της. Μόνο ζώα δεν ήθελα στο σπίτι, ούτε κι αυτή. Ούτε και τρίτους ανάμεσα στα πόδια μας. Συμφώνησε,  κι αυτή την ησυχία της ήθελε, την είχε κουράσει ο κόσμος. Ένα βράδυ, χωρίς πολλές εξηγήσεις, ήρθε και ξάπλωσε πλάι μου και κάναμε έρωτα. Στο τέλος με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και με αγκάλιασε σφιχτά. Μπορεί και να μ’ αγαπούσε. Εγώ δεν ξέρω, την πόναγα όμως και την λυπόμουν. Ήταν καλός άνθρωπος, βασανισμένος. Από κείνο το βράδυ κοιμόμασταν μαζί. Δεν ήταν ανάγκη να ψάχνει για άλλο σπίτι, της είπα και συμφώνησε. Μου χαμογέλασε και μου χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Όπως έκανε τα πολύ παλιά χρόνια η μάνα μου.
Εδώ και πολύ καιρό είχαν τελειώσει τα έτοιμα και τα ‘φερνα δύσκολα πέρα. Δεν τα είχα υπολογίσει καλά. Αποδείχτηκα επιρρεπής στη ντόλτσε βίτα και τη χλίδα, μα και ψυχοπονιάρης, κάνοντας κάποιες γενναίες πάσες σε φίλους και γνωστούς που είχανε ανάγκη, δανεικά και αγύριστα που λένε. Εντάξει, για λίγο είχα μπλέξει και με το τζόγο, όχι χοντρά πράγματα, μα δεν είχα την εύνοια της τύχης, έχασα αρκετά. Και μ’ όλα αυτά, μια μέρα ξύπνησα και ήμουν άφραγκος, ταπί και ψύχραιμος. Μα δεν μ’ ένοιαζε, είχα περάσει ζωή χαρισάμενη.  Αναγκάστηκα να δουλέψω πάλι, υπάλληλος από δω κι από κει με τρεις κι εξήντα που άλλοτε μου τις δίνανε κι άλλοτε όχι. Μα κι εγώ δεν καθόμουνα με σταυρωμένα χέρια, τους έκλεβα, όσο μπορούσα, μέχρι που το παίρνανε χαμπάρι, κάτι ψυλλιαζόντουσαν και με ‘διωχναν με τις κλωτσιές. Δεν μ’ ένοιαζε, ούτε τύψεις ούτε ενοχές είχα, όπως μου φερόντουσαν τους φερόμουνα, δίκαια πράγματα. Και το καταχάρηκα όταν ένα βράδυ στο βενζινάδικο που δούλευα τρεις μασκοφόροι μου πήρανε όλες τις εισπράξεις. Δεν έφερα καμιά αντίσταση, μάλιστα τους χαμογέλασα και τους έκλεισα συνωμοτικά το μάτι. Πρέπει να χάρηκαν και να με θεώρησαν δικό τους γιατί φεύγοντας μου έχωσαν στην τσέπη ένα καλό πουρμπουάρ, στα κρυφά, μην το πάρουν είδηση οι κάμερες. Τους ευχαρίστησα και τους είπα να προσέχουν. Δεν τους ήξερα ούτε αναγνώρισαν κάποιον απ’ αυτούς, μπορεί να ‘ταν τα μεγαλύτερα καθάρματα, οι πιο στυγνοί εγκληματίες, εμένα όμως, του κακόμοιρου και ταλαίπωρου υπάλληλου μου φερθήκανε σπαθί. Όταν το έμαθε το αφεντικό, ένα κάθαρμα που δεν ήξερε τι είχε, πήγε να πάθει συγκοπή απ’ το κακό του. Την άλλη μέρα με απέλυσε, λες κι εγώ έφταιγα για την κακοτυχία του. Έπρεπε, λέει, να αντισταθώ, να φωνάξω βοήθεια, να κάνω κάτι. Μουρλός ήταν, τρεις κάννες με σημάδευαν. Ίσως πάλι να με υποψιαζόταν για συνεργάτη τους, ποιος ξέρει. Τον έβρισα, τον έφτυσα κι έφυγα. Όμως, το είχα καταχαρεί και μπράβο στα παιδιά. Του άξιζε, του πούστη.
Όταν ήρθε εκείνη στο σπίτι ήμουν πάλι χωρίς δουλειά, όμως με τάιζε το ταμείο ανεργίας, και όταν με το καλό θα τελείωνε κι αυτό είχα να λαμβάνω το μικρό κοινωνικό επίδομα του τεμπέλη, του αχαΐρευτου και του ακαμάτη, κάτι ήταν κι αυτό. Ευτυχώς, μετά από λίγο καιρό μεσολάβησε ο διαχειριστής μας -καλός άνθρωπος- και βρήκε δουλειά ως καθαρίστρια σε μια πολυκατοικία λίγο παρακάτω. Έπλενε σκάλες, σφουγγάριζε πατώματα, καθάριζε και κάνα διαμέρισμα. Της έφευγε ο πάτος και γύριζε αργά το απόγευμα πτώμα. Της είπα να μην κουράζεται, μα δεν είχε πρόβλημα, άντεχε ακόμα, δεν την είχαν πάρει δα και τα χρόνια. Χρειαζόμασταν χρήματα, είπε. Το βράδυ βγαίναμε στη γειτονιά για κάνα ποτό. Αυτή γύριζε σπίτι κι εγώ πήγαινα να περπατήσω, να ξεμουδιάσω λιγάκι. Επέστρεφα αργά τη νύχτα, κατάκοπος, εξαντλημένος και ξάπλωνα πλάι της. Ήταν έξυπνη γυναίκα, περπατημένη, ίσως κάτι να υποπτευόταν. Έβλεπε τα σημάδια του λαιμού, μύριζε το κορμί μου, μιλούσε το σώμα, μα κείνη έκανε πως δεν άκουγε. Ποτέ δεν με ρώτησε που πήγα και τι έκανα. Της αρκούσε που πάντα επέστρεφα και ξάπλωνα πλάι της. Όταν ξύπναγα την άλλη μέρα αυτή έλειπε. Πάνω στο μαξιλάρι της έβρισκα ένα μαύρο τριαντάφυλλο να μοσχοβολά. 
Ένα βράδυ την είχα ρωτήσει τι έπαθε το μάτι της. Δεν ήταν εκ γενετής βλαμμένο, μου είπε. Παλιά είχε μπλέξει με ουσίες και άλλα καργιόλια και πάνω σε ένα καβγά ο τότε γκόμενός της πήγε να της χαρακώσει τη μουσούδα, αυτή τραβήχτηκε και την πέτυχε στο μάτι. Απ’ αυτό δεν έβλεπε καθόλου, μα μικρό το κακό, είχε συνηθίσει. Δεν την ένοιαζε η εμφάνισή της, ήταν αυτή που ήταν και σ’ όποιον άρεσε. Μόνο απόφευγε να κοιτάζεται στους καθρέπτες. Στα νιάτα της –προτού μπλέξει- ήταν πολύ όμορφη, σκέτη κούκλα, μου έδειξε και κάποιες φωτογραφίες. Βέβαια δεν ήθελε να τρομάζει τους ανθρώπους, μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Μου μιλούσε βουρκωμένη και έπινε ούζο κατ’ ευθείαν απ’ το μπουκάλι. Απ’ την αρχή είχα καταλάβει ότι είναι αλκοολικιά. Έπινε πολύ και τα μπέρδευε, μα ευτυχώς μόνο το βράδυ. Καμιά φορά έπαιρνε και κάνα χάπι. Ήταν ο δικός της τρόπος για να μπορεί να κοιμάται και ν’ αντέχει τις δύσκολες νύχτες. Την πρέζα την είχε κόψει εδώ και πολύ καιρό, και τις κακές παρέες. Είχε μπει φυλακή για λίγο, μετά πήγε σε κέντρο αποτοξίνωσης, καθάρισε, μα τη μοναξιά πώς να την αντέξεις. Μου χρώσταγε μεγάλη χάρη, είπε και μ’ αγκάλιασε σφιχτά.
Ένα πρωί δεν ξύπνησε. Με μάτια ορθάνοιχτα μου χαμογελούσε σφίγγοντας  μέσα στις χούφτες της το χέρι μου μαζί μ’ ένα μαύρο τριαντάφυλλο. Ασάλευτο το αριστερό της μάτι κοιτούσε ψηλά τον ουρανό.  

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ



Τη σκέφτηκα μεσημεριάτικα, μετά το φαγητό, και δεν κρατήθηκα. Βάρεσα μαλακία. Χαλάρωνα στο κρεβάτι διαβάζοντας, μα δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Έκανε ζέστη, ήταν και το βιβλίο κάπως βαρύ, αχώνευτο. Οι ηδονικές αναμνήσεις έμπαιναν απρόσκλητες μέσα στα πολιτικά δοκίμια, οι ουτοπικές ιδέες της κοινωνικής απελευθέρωσης και της εκδίκησης του καλού χόρευαν ανάμεσα σε εικόνες ανεξέλεγκτου πόθου και καύλας. Γρήγορα το παράτησα και άρχισα να χαϊδεύομαι. Χαμηλά και με επιτυχία.

Ήταν η γυναίκα του καλύτερού μου φίλου, του τελευταίου. Από παιδιά γνωριζόμαστε, αδερφός. Εγώ τον πάντρεψα, πριν από κάμποσα χρόνια. Μου το ζήτησε και δεν μπορούσα να αρνηθώ, παρ’ όλο που γνώριζε καλά την απέχθειά μου για εκκλησίες, διάκους και παπάδες. Είναι παραδοσιακός τύπος, αρκετά συντηρητικός. Ήθελε θρησκευτικό γάμο. Μέχρι και το χέρι του παπά φίλησα, και για πολύ καιρό έβλεπα εφιάλτες στον ύπνο μου. Η συνείδησή μου, αυστηρή και πάντα άγρυπνη, με είχε εκδικηθεί. Μα δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, ήταν πολύ καλός φίλος. Αδερφός.

Όμως έλειπε συνέχεια για δουλειές. Αντιπρόσωπος μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, αλώνιζε τη χώρα ολόκληρη προωθώντας τα προϊόντα της. Από καιρό περίμενε μια προαγωγή, να ηρεμήσει σ’ ένα γραφείο, μα δεν του κάνανε τη χάρη. Έλειπε συνέχεια. Και η γυναίκα του έμενε μόνη. Δεν είχαν και παιδιά, να περνάει κάπως την ώρα της κι αυτή. Καμιά φορά μ’ έπαιρνε τηλέφωνο να βγούμε για καφέ. Επέμενε, κλαψούριζε ότι ένιωθε αφόρητη μοναξιά. Το ψυλλιαζόμουν ότι θα συμβεί το μοιραίο, μα τι να ‘κανα, υπέκυψα. Μόνος είμαι κι εγώ και επιρρεπής στην καλή συνουσία, όταν υπάρχει κιόλας κάποια ψευδαίσθηση συναισθηματικής επαφής. Εντάξει, είμαι σεξομανής, δεν το κρύβω. Τουλάχιστον έτσι θα έλεγε ο μέσος άνθρωπος, ο τυπικός μικροαστός δηλαδή που πηδάει τη γυναικούλα του αργά και που, στην καλύτερη των περιπτώσεων κάθε σαββατόβραδο. Εγώ πάλι θα το ‘θελα κάθε μέρα και δεν το θεωρώ υπερβολή. Σαν βιολογική ανάγκη ας πούμε, όπως το φαγητό. Δεν μ’ αρέσουν οι νηστείες, οι στερήσεις και οι δίαιτες, βλάπτουν το νευροφυτικό. Θέλω κάθε μέρα το φιξάκι μου, κι αφού δεν το ‘χω παίρνω μεθαδόνη. Το μινάρισμα είναι το καλύτερο υποκατάστατο, το πιο εκστατικό, ειδικά αν είναι πετυχημένο. Εκεί που μπερδεύεται η φαντασία με τη μνήμη και όποτε χρειαστεί βοηθάει και η όραση, η αφή, η ακοή, όλες οι εγκεφαλικές λειτουργίες σε δράση.

Και είναι και του γούστου μου η κουμπάρα. Ψηλή, αδύνατη, με σφιχτή γυμνασμένη κωλάρα, μικρά μαζεμένα βυζάκια και αρρενωπότητα στο βλέμμα, έξυπνη γυναίκα και πρώην αθλήτρια που με άναβε απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα. Τυχερός ο φίλος μου, έλεγα, μα που ήταν να την χαρεί. Έτρεχε από δω κι από κει πουλώντας μαλακίες στα ανυποψίαστα χαϊβάνια της επαρχίας. Έκανε καριέρα, ήταν επαγγελματίας, έβγαζε λεφτά και ούτε μια μαλακία της προκοπής δεν μπορούσε να τραβήξει. Μα δεν τον κακολογώ παραπάνω γιατί είναι παλιός καλός φίλος, μαζί μεγαλώσαμε, μαζί παίξαμε, μαζί πήγαμε σχολείο, δώδεκα χρόνια στο ίδιο θρανίο. Αδερφός. Όποτε χρειάστηκε ο ένας δίπλα στον άλλο. Παρ’ όλο που μετά το γάμο του χαθήκαμε κάπως. Όμως η κουμπαρομπεμπέκα στις ώρες της μεγάλης μοναξιάς με θυμότανε και δεν μπορούσα να της αρνηθώ.

Εκείνο το βράδυ είχαμε βγει για φαγητό και ποτό και μας πήρε αργά. Την άφησα όπως πάντα έξω απ’ το σπίτι, μα δεν μου είπε καληνύχτα. Ήθελε να ανέβω μαζί της στο διαμέρισμα. Δεν αρνήθηκα. Είχα πιει και λίγο παραπάνω και ήμουν σε τρελό κέφι. Κι αυτή. Μέσα στο ασανσέρ σμίξανε τα υγρά χείλη του επικίνδυνου γκρεμού, κόλησαν τα φλογισμένα σώματα, οι καρδιές χτυπήσαν δυνατά και γρήγορα, τα χέρια άγγιξαν με τέχνη τις καυτές σάρκες, ψαχούλεψαν βαθιά στα απόκρυφα σημεία. Ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν. Ο χρόνος σταμάτησε, όπως και το ασανσέρ στον πέμπτο όροφο. Μετά από λίγο βρεθήκαμε γυμνοί στο υπέρδιπλο κρεβάτι και ο φίλος μάς κοιτούσε χαμογελαστός από την παραλία φορώντας το μαγιό του και κρατώντας μια ρακέτα. Ήταν ωραία. Κοιμήθηκα εκεί, πλάι της κι ένιωσα κάπως τα καλά της οικογενειακής φροντίδας.

Ξαναβρεθήκαμε αρκετές φορές χωρίς να το κάνουμε θέμα. Ήταν πάντα ωραία. Ώσπου σε έναν καβγά τους η κουμπάρα με πρόδωσε, του τα είπε όλα, παρ’ όλο που είχαμε ανταλλάξει όρκους σιωπής ότι δεν θα μάθαινε τίποτα. Να μην πικραθεί και χαλάσουμε τις καρδιές μας. Ο φίλος μου δεν έχασε την ψυχραιμία του. «Ήξερα ότι είσαι μεγάλη καργιόλα!» της είπε. Μα κι αυτός δεν πήγαινε πίσω -σιγανό ποταμάκι- της είχε κάνει τις ατασθαλίες του και τις ξεφούρνισε φόρα παρτίδα. Μπράβο, και δεν του φαινότανε! Σε μένα είπε ότι δεν τον ένοιαζε, τώρα ήμαστε πάτσι. Στο παρελθόν είχε κοτουπώσει μια δυο φορές τη γυναίκα μου –τότε που ήμασταν παντρεμένοι ακόμα- αυτή όμως στάθηκε κυρία, δεν το έκανε βούκινο, απλά με χώρισε αργότερα για άλλους όμως λόγους. Όταν μου τα ‘λεγε στην καφετέρια δεν του ‘πα τίποτα, μόνο του χαμογέλασα και κούνησα με νόημα το κεφάλι. Δεν βαριέσαι, ανθρώπινα πράγματα, πολύ ανθρώπινα, σκέφτηκα.

Με την κουμπάρα δεν ξαναβρεθήκαμε, ούτε για να δοθούν κάποιες εξηγήσεις. Δεν είχε νόημα. Μετά από λίγο καιρό έμαθα ότι χώρισαν, κοινοί συνεναίσει. Δεν τους ξανάδα ποτέ.

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Η ΞΑΝΘΙΑ




Η μέρα ήταν όμορφη, ανοιξιάτικη. Έπινα καφέ στην πλατεία και ξεφύλλιζα τις πρωινές εφημερίδες. Τώρα που δε δουλεύω, ούτε άλλες σκοτούρες έχω στο κεφάλι μου, κάθε πρωί ξυπνάω κατά τις δέκα –όνειρο ζωής!- κλείνω τα μάτια και χουζουρεύω για κάμποση ώρα στο τεράστιο υπέρδιπλο κρεβάτι μου, τελευταίο απομεινάρι του άδοξου γάμου μου. Τελικά σηκώνομαι, παίρνω ένα κεφάτο πρωινό και στις δώδεκα ξεκινώ τη βόλτα μου, καταλήγοντας για ένα εσπρεσάκι στην κεντρική πλατεία. Κάθομαι πάντα έξω, χειμώνα καλοκαίρι, για να μπορώ να καπνίζω και να χαζεύω καλύτερα τον κόσμο. Ρουφάω άπληστα τη βαβούρα της πόλης, τα κορναρίσματα και το καυσαέριο των αυτοκινήτων δεν μ’ ενοχλούν. Οι νοικοκυραίοι έχουν τελειώσει τις δουλειές τους, τα ψώνια τους, την περατζάδα τους, έχουν πάρει τα παιδιά απ’ το σχολείο και γυρίζουν σπίτι για φαγητό και ξάπλα. Η πόλη αδειάζει σιγά σιγά, μα εγώ και λίγοι ακόμα αργόσχολοι χαραμοφάηδες μένουμε πίσω, μαζεύοντας ήλιο και βροχή. Αναλόγως.

Ο κόσμος τα φέρνει δύσκολα βόλτα, προσωπικά όμως δεν έχω παράπονο. Ανήκω στους προνομιούχους που τρώνε από τα έτοιμα της μαμάς και του μπαμπά, ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα τους εκεί που βρίσκεται. Βέβαια, όπως τα υπολόγισα πρόσφατα με χαρτί και μολύβι, δεν φτάνουν να με βγάλουν για άλλα πενήντα και πλέον χρόνια που φιλοδοξώ να ζήσω. Παρ’ όλο που ζω δίχως υπερβολικές απαιτήσεις και περιττά έξοδα, το φαγητό μου μόνο, τα τσιγάρα μου και λίγο κρασί ή κάνα τσίπουρο στο τέλος της ημέρας για να ζαλίσω το μυαλό και να ‘χω έναν ξέγνοιαστο ύπνο με όμορφα όνειρα. Έτσι, αποφάσισα να πουλήσω το διαμέρισμα. Είναι αρκετά μεγάλο και σε καλή περιοχή και ο μεσίτης πιστεύει ότι θα πιάσει καλά φράγκα, παρ’ όλη την κρίση που περνάμε. Κι όλα αυτά γιατί δεν θέλω να ξαναδουλέψω, αυτό είναι το ζήτημα. Όχι ότι σνομπάρω τον άγιο βιοπορισμό, ούτε θεωρώ αυτούς που εργάζονται μαλάκες, μα δυστυχώς δεν κάνω για καμιά δουλειά, αυτό είναι το συμπέρασμα που έβγαλα αφού εργάστηκα, θέλοντας και μη, για κάμποσα χρόνια. Είμαι από τη φύση μου τεμπέλης και μάλιστα αμετανόητος. Αν και προσπάθησα πολύ βάζοντας όλες μου τις δυνάμεις, δεν κατάφερα να προσαρμοστώ στην τρέχουσα ηθική της εργασίας, δηλαδή ξύπνημα από τ’ άγρια χαράματα, υπακοή στην κάθε εξυπνάδα που θα ξεφουρνίσει ο προϊστάμενος ή το αφεντικό, καλή διάθεση, θετική ενέργεια και εξυπηρέτηση του πελάτη με το πιο χαζοχαρούμενο χαμόγελο στη φάτσα μη και χάσουμε το κελεπούρι. Όλα αυτά τα αηδιαστικά και ανόητα. Δεν μ’ αρέσουν. Προτιμώ να γυρίζω εδώ και κει σαν το τελευταίο παραλυμένο κοπρόσκυλο. Είναι πολύ σύντομη η ζωή για να τη σπαταλώ  παριστάνοντας τον χρήσιμο και τον ωφέλιμο, ας δώσουν σε άλλους τα παράσημα. Δεν είναι μόνο αυτό. Το πατρικό είναι το τελευταίο μου βαρίδι, φορτισμένο με αναμνήσεις που πρέπει, όσο πιο γρήγορα γίνεται, να σβηστούν απ’ τη μνήμη μου. Θέλω να ξεφορτωθώ μια και καλή το παρελθόν και ν’ αρχίσω μια καινούργια ζωή. Να ξαναγεννηθώ. Να μηδενίσω το κοντέρ και να φύγω για την πρωτεύουσα, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω. Και κει, μέσα στο μεγάλο πλήθος, να εξαϋλωθώ. Η πόλη αυτή δεν με χωράει πια, ούτε υπάρχει και κάποιος άνθρωπος να με κρατήσει πίσω.

Εντάξει, υπάρχει και η ξανθιά, μα αυτή είναι προσωρινή, αναλώσιμη, μόνο για ξεκάβλωμα. Δεν την ξέρω πολύ, δυο τρία χρόνια. Σ’ αυτή εδώ την καφετέρια γνωριστήκαμε, μεσημεράκι, τέτοια ώρα. Καθόταν μόνη της παραδίπλα, κάπνιζε κι έπινε ούζα, σκέτα με ξυροκάρπια. Ήμασταν μόνοι μας, οι τελευταίοι άνθρωποι πάνω στον πλανήτη πριν την ολοκληρωτική καταστροφή, ακόμα και τα περιστέρια μάς είχαν εγκαταλείψει. Μία κοιτούσε την άδεια πλατεία μία εμένα με γρήγορες λοξές ματιές. Ψαχνόταν η κυρία. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, ακόμα κι όταν χαμογελαστή μου ζήτησε αναπτήρα γιατί ο δικός της δεν άναβε. Όσο περνούσε η ώρα και το ποτήρι της άδειαζε οι ματιές της αποκτούσαν άλλο νόημα και υπόσχονταν πράγματα και θαύματα μεσημεριάτικα. Καταλάβαινα που το πήγαινε, μα έκανα τον αδιάφορο. Την έψηνα. Βλέπεις, η επαφή με μια άγνωστη δεν σου τυχαίνει κάθε μέρα, οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα προσεκτικές σε κάτι τέτοια, δεν τα συνηθίζουν. Θέλουν τα ραντεβού τους, τα γλυκόλογά τους, τις ευγενικούρες τους, το παραμύθι τους δηλαδή. Να τις πεις ότι είναι κούκλες, ότι νιώθεις πράγματα για αυτές, όμορφα συναισθήματα, ότι τις αγαπάς και θέλεις να προχωρήσει η σχέση τους, ότι εκτιμάς τον χαρακτήρα τους και την προσωπικότητά τους -όλα αυτά τα παπατζιλίκια- να τις βγάλεις για καφέ, φαγητό και χορό, να τις κάνεις και κάνα ακριβό δωράκι στη γιορτή τους, όλα βαρετά και κουραστικά, μόνο και μόνο για να πηδήξεις, κι αυτό με τα χίλια ζόρια. Αυτοί όμως είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και δεν μπορείς να τους αλλάξεις, αλλιώς τράβα σε κάνα μπουρδέλο να ξεχαρμανιάσεις. Απ’ την άλλη βέβαια το απρόοπτο έχει και κάποιο ρίσκο, αφού μπορεί να πέσεις σε καμιά θεοπάλαβη και ν’ αρχίζει στα καλά καθούμενα να φωνάζει «βοήθεια, αστυνομία, με βιάζουνε!» ή να τα’ ακούσεις κι από πάνω, «ποιος σου έδωσε τέτοιο δικαίωμα, ρε μαλάκα;» και τα ρέστα. Τα είχα υπόψη μου αυτά τα μπλεξίματα, μα το μουνί σέρνει και καράβι. Και η ξανθιά, παρ’ όλη τη μούρλια της, δεν φαινόταν τέτοιος άνθρωπος. Να γαμηθεί ήθελε μόνο και φυσικά σε μία κυρία δεν πρέπει ποτέ να λες όχι, πέρα από οποιοδήποτε ζήτημα αισθητικής. Σίγουρα, δεν ήταν του γούστου μου, μα για την ηλικία της –πρέπει να μου ‘ριχνε καμιά δεκαριά χρονάκια- κρατιότανε καλά. Κοντοπούτανος στα πενηνταφεύγα με αγριεμένη σκυλόφατσα απ’ την καύλα και το πιώμα, τα χείλη και τα νύχια βαμμένα πουτανέ, μύριζε πατσουλί και φορούσε μαύρο εφαρμοστό κολάν με ψιλοτάκουνα. Την έσωζε η κωλάρα της, η αδυναμία μου και σαν να το ‘ξερε κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθια κι έσκυψε προκλητικά μπροστά μου για να σάξει δήθεν τα παπούτσια της. Κατόπιν, κουνάμενη λιγάμενη, τράβηξε για την τουαλέτα του μαγαζιού κοιτάζοντας δυο φορές προς το μέρος μου. Μετά από λίγο σηκώθηκα κι εγώ. Το γκαρσόνι κάτι πρέπει να κατάλαβε, μα δεν έδωσε σημασία και συνέχισε τη δουλειά του. Όταν μπήκα μέσα φρεσκάριζε τα χείλη της στον καθρέφτη. Κοιταχτήκαμε εχθρικά, έτοιμοι για μάχη. Την πλησίασα γρήγορα και χωρίς δεύτερη κουβέντα της έβαλα χέρι. «Όχι εδώ» ψιθύρισε με λαγνεία, μα δεν επέμεινε. Σαν βεντούζα κόλλησα πίσω της και τη φίλησα στο λαιμό. Άρχισε να αναστενάζει, χωρίς προσποίηση, και το κερασένιο κραγιόν έφυγε απ’ το χέρι της. Αναστέναζα κι εγώ βαθιά. Με είχε ανάψει, ερεθίσει και καυλώσει η πουτάνα, όλα μαζί. Την τράβηξα παραμέσα, κλείδωσα την πόρτα και όλα γίνανε πολύ γρήγορα, στα βιαστικά, όπως τα είχα σχεδιάσει στο μυαλό μου. Όση ώρα μου τον  έγλυφε, το χέρι μου μπαινόβγαινε βαθιά μέσα στο μουνί της. Σαν ψάρι σπαρταρούσε ολόκληρη, τα βογγητά της όλο και δυνάμωναν και κάποια στιγμή απ’ το τσιμπούκι πήγε να πνιγεί. Ο χώρος ήταν στενός, δεν  έδινε πολλές επιλογές, είχαμε και κάποια διαφορά ύψους που δυσκόλευε τα πράγματα. Μου είχε γίνει τούρμπο. Της κατέβασα το κολάν και την κυλότα, κάθισα πάνω στη λεκάνη και ανέβηκε πάνω μου. Αυτή έκανε όλη τη δουλειά, ορμητικά, παθιασμένα, με λύσσα. Στο τέλος είχαμε αγκαλιαστεί σφιχτά και βογκούσαμε κι οι δυο. Έχυσα μέσα της πονώντας. Την ώρα που ο νεαρός του μαγαζιού χτυπούσε την πόρτα και ρωτούσε με αγωνία αν ήμαστε καλά.  

Απλή ξεπέτα ήταν, αλλά κανονίσαμε να βρισκόμαστε κάθε Παρασκευή, τότε μπορούσε. Ερχόταν σπίτι. Αν καμιά φορά τύχαινε κάτι και δεν μπορούσε, μ’ έπαιρνε απ’ το μεσημέρι τηλέφωνο να με ενημερώσει. Δεν είχαμε πολλά λόγια, κατ’ ευθείαν στο ψητό. Ήξερα μόνο πως ήταν παντρεμένη, είχε και δυο παιδιά, μεγάλα πια, είχανε φύγει απ’ το σπίτι. Ο άντρας της είχε μια εταιρεία –δεν μου ‘δωσε περισσότερες λεπτομέρειες- ήταν άνετοι οικονομικά, παρ’ όλη την κρίση των τελευταίων χρόνων, αυτός είχε κάνει τα κουμάντα του και δεν τον άγγιξε. Έχουν καλές σχέσεις, αγαπιούνται και είναι μονιασμένοι, όμως εδώ και χρόνια ο καθένας κάνει τη ζωή του. Είναι εμφανίσιμος, συνομήλικος της και τσιλημπουρδίζει με μικρούλες. «Σίγουρα, γι’ αυτόν είναι πιο εύκολο» διαπίστωνε με κάποια πικρία η ξανθιά. Μόνο, έχουν συμφωνήσει να μη φέρνουν τρίτο άνθρωπο στο σπίτι και το βράδυ να κοιμούνται πάντα μαζί. Δεν ζήλευε ο ένας τον άλλο, αντιθέτως τους άρεσε να διηγούνται τις περιπέτειές τους, τους αναζωογονούσε αυτό, τους άναβε κάπου κάπου και γαμιόντουσαν. Δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό τους να χωρίσουν, όλοι οι άλλοι ήταν περαστικοί απ’ τη ζωή τους. Μοντέρνο αντρόγυνο, σκέφτηκα, προοδευτικό και κατασταλαγμένο, σέβονται τις ανάγκες της σάρκας. Τους ζήλευα. Προχωρούσαν μαζί στη ζωή και την απολάμβαναν χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις. Εγώ ήμουν μόνος. Και περαστικός, όπως το εννοούσε η ξανθιά, ας μην μου το ‘λεγε κατάμουτρα. Η μικρή μου η ξανθούλα. Που όταν η ώρα κόντευε δέκα κάπνιζε ευτυχισμένη το τελευταίο της τσιγάρο και σαν καλή μητερούλα μου χάιδευε στοργικά τα μαλλιά. Κατόπιν, έντρομη κοίταζε το ρολόι –«έχω αργήσει, αγόρι μου!»-  ντυνόταν βιαστικά, ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, μια τελευταία ζεστή αγκαλιά, «θα τα ξαναπούμε και να προσέχεις», ένα ταξί απ’ την πλατεία και πίσω στο σπίτι. Μπάνιο θα έκανε την άλλη μέρα. Έτσι, μυρίζοντας πούτσα, λαμπερή και χαμογελαστή, θα αγκάλιαζε τον άνθρωπό της και θα κοιμόταν ανάλαφρη, σαν πουλάκι. Και κείνος το ίδιο.

Την ώρα που χάζευα τις σφίγγες του σιντριβανιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνη. Μου φάνηκε παράξενο, γιατί δεν ήταν η μέρα μας. Ακουγόταν κλαμένη και φοβισμένη. Ο θείος ήταν με εγκεφαλικό στο νοσοκομείο. Μόλις τώρα το έμαθε, τυχαία, από ένα κοινό τους γνωστό. Τα λόγια της έφταναν μπερδεμένα στ’ αυτί μου, μαζί με λυγμούς και αναφιλητά, απ’ όσα έλεγε τα μισά έπιανα. Της είπα να ηρεμήσει και να μην ανησυχεί. Θα πηγαίναμε μ’ ένα ταξί να τον δούμε.

Ήταν παλιός της γκόμενος. Μια ζωή του σκοινιού και του παλουκιού ο θείος, πλέον πάνω απ’ τα εξήντα, μα το ‘λεγε ακόμα η καρδούλα του. Παντρεμένος, χωρισμένος, είχε και μια κόρη. Ταξίδευε πολύ. Οδηγούσε νταλίκες στο εξωτερικό, μέχρι του διαόλου τη μάνα έφτανε, «όπου γης και πατρίς», έλεγε. Όποτε για λίγο επέστρεφε στα άγια χώματα συναντιόντουσαν -εκτός προγράμματος- έτσι, για να θυμηθούνε τα παλιά, συνήθως, στο μπαρ ενός φίλου του δίπλα στο λιμάνι, με χαμηλά φώτα, καψουροτράγουδα, νερομένα ποτά και γυναίκες που κάνανε κονσομασιόν και πουλούσαν ψεύτικες ελπίδες. Η ξανθιά δεν είχε πρόβλημα, μάλιστα μία απ’ τις κοπέλες ήταν και φίλη της. Την τελευταία φορά, πριν κάνα τρίμηνο, είχα πάει κι εγώ μαζί τους και το είχα γνωρίσει. Ωραίος μάγκας, κεφάτος, καλαμπουριτζής. Έπινε πολύ, χωρίς όμως να μεθάει, έστριβε και κάνα τσιγάρο. Πρέπει κι αυτός να με συμπάθησε. Βέβαια, έξυπνος άντρας, άνθρωπος της πιάτσας πρέπει αμέσως να κατάλαβε ότι ένιωθα κάπως άβολα εκεί μέσα. Ήμουν κάπως μαζεμένος. Δεν συνήθιζα να συχνάζω σε  κωλόμπαρα, όχι μόνο γιατί πήγαινε ακριβά η βίζιτα, έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι εκεί μέσα δεν πήγαιναν για να πηδήξουν, αλλά γενικότερα δεν μου ταίριαζε όλο αυτό το παραμύθι, αυτή η δήθεν ερωτική συναναστροφή, αλλά ούτε και οι διάφοροι περίεργοι τύποι που μπαινόβγαιναν. Το περιβάλλον ήταν πολύ παρακμιακό για τον χαρακτήρα μου. Ο θείος το κατάλαβε και για να με κάνει να νιώσω λίγο πιο άνετα άρχισε να διηγείται ιστορίες από τα ταξίδια του στο εξωτερικό, ως επί το πλείστον πιπεράτες, με σεξουαλικό περιεχόμενο, για διάφορες ξέμπαρκες τύπισσες που μάζευε απ’ τον δρόμο, νεαρές συνήθως, αλλά και νεαρούς που ήθελαν να ζήσουν την περιπετειώδη περιπλάνηση που είχαν δει σε ταινίες και τους είχαν βάλει φωτιά στα μυαλά. Έτσι ξεθάρρεψα κάπως. Η κουβέντα μάς είχε απορροφήσει για τα καλά και η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Δίπλα μας η ξανθιά έπινε το ποτό της χαζεύοντας τον μεγάλο καθρέφτη πίσω από την μπάρα. Δεν έδινε σημασία στα λόγια του, πρέπει να τα είχε ξανακούσει. Μετά από λίγο έπιασε κουβέντα με τη φίλη της. Τα ποτήρια μας άδειασαν και παραγγείλαμε κι άλλα ποτά, και μετά άλλα. Ερχόντουσαν συνέχεια ποτά, «γεια μας» τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας, ώσπου του είπα ότι έχω ζαλιστεί, δεν μπορώ να  πιω άλλο και τότε γέλασε δυνατά και μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Είπε στο φίλο του να βάλει κάνα ρεμπέτικο, είχε βαρεθεί τα παλιοσκυλάδικα. «Ότι γουστάρει ο θείος, του χαλάω χατίρι εγώ!» είπε το αφεντικό με τη βραχνή μάγκικη φωνή του. Μετά από λίγο ήρθε στο τσακίρ κέφι, σηκώθηκε απ’ το σκαμπό, πήγε  στη μέση του μαγαζιού και χόρεψε ωραία ένα παλιό απτάλικο. Η ξανθιά καθισμένη στα γόνατα συνόδευε με ρυθμικά παλαμάκια φωνάζοντας κάθε τόσο «γεια σου λεβέντη μου, γεια σου καμάρι μου, γεια σου θείε, ώπα, ώπα!». Όταν τέλειωσε το τραγούδι ξέσπασαν χειροκροτήματα και επιφωνήματα χαράς και θαυμασμού. Κάποιοι απ’ τους θαμώνες που τον ήξεραν και τον εκτιμούσαν πήγαν κοντά του και τον αγκάλιασαν. Μετά πλήρωσε το λογαριασμό, καληνύχτισε τον φίλο του και φύγαμε. Δεν δέχτηκε να πάρει χρήματα από μένα και τη ξανθιά. «Απόψε κερνάω εγώ» είπε και το θέμα έληξε εκεί. Ο θείος δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Πήγαμε σπίτι του και την πήραμε μαζί, απ’ όλες τις μεριές και μ’ όλους τους τρόπους. Όλοι τη νύχτα τη γαμούσαμε και το ξημέρωμα μας βρήκε ξέπνοους στο κρεβάτι πλ’αι πλάι καπνίζοντας και να κοιτάζουμε το ταβάνι.

Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακίνητος και ανέκφραστος, με κοιτούσε σαν σκυλάκι.  Δεν ήξερα αν με είχε αναγνωρίσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει ή δεν ήθελε, ποιος ξέρει. Του είχαν βάλει ορό απ’ τη μύτη. Όλη η δεξιά  πλευρά νεκρή, χέρι και πόδι. Του χαμογελούσα, προσπαθούσα να του δώσω κουράγιο, αυτός όμως δεν αντιδρούσε, ούτε ένα χαμόγελο, ούτε μια κίνηση του κεφαλιού, τίποτα. Έκλεινε μια βδομάδα στο νοσοκομείο. Δίπλα του, από την πρώτη στιγμή βρέθηκε η κόρη του. Το εγκεφαλικό ήταν βαρύ και η κατάστασή του δεν είχε ακόμη σταθεροποιηθεί. Πάθαινε συνέχεια ισχαιμικά επεισόδια και οι γιατροί τού δίνανε λιγοστές ελπίδες. Ήταν βεβαρημένη η υγεία του, έλεγαν, ειδικά τα πνευμόνια του, δύσκολα θα την έβγαζε καθαρή. Διέγνωσαν και καρκίνο επιθετικό και μεταστατικό σε προχωρημένο στάδιο, όλα μαζί. Στην κατάστασή του δεν έπαιρνε θεραπεία, ούτε ακτινοβολίες ούτε χημειοθεραπείες. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει. Κάθισα δίπλα του και του έπιασα απαλά το χέρι. Δεν αντέδρασε, ούτε γύρισε να με κοιτάξει. Η ξανθιά με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά της, του χάιδεψε τα μαλλιά κι έσκυψε και τον φίλησε. Η κόρη του με κοιτούσε θλιμμένη. «Έπινε και κάπνιζε πολύ, δεν πρόσεχε» ψέλλισε και κούνησε με απόγνωση το κεφάλι της πέρα δώθε. Μετά από λίγο την πήρα και φύγαμε. «Είναι τελειωμένος, δεν υπάρχει λόγος», της είπα και τότε αυτή έβαλε τα κλάματα. Το ταξί την άφησε έξω απ’ το σπίτι της. 

Τον συνάντησα μετά από χρόνια στο δρόμο και δεν πίστευα στα μάτια μου. Είχα φύγει απ’ την πόλη, είχα κόψει και τις επαφές με την ξανθιά, ενώ από κάπου είχα ακούσει ότι ο θείος τα είχε κακαρώσει. Βρισκόμουν μόνο για λίγες μέρες εδώ για να πουλήσω το πατρικό μου –τελικά ο μεσίτης τα είχε καταφέρει- και έπεφτα πάνω του μούτρα με μούτρα! Ήταν απίστευτο, μα δεν μπορούσα να κάνω τόσο λάθος. Προχωρούσε με αργά βήματα καπνίζοντας, έδειχνε σκεφτικός και κάπως κουρασμένος, μα ήταν αυτός, ολοζώντανος. Σταμάτησα και του μίλησα. Παραξενεύτηκε, δεν έδειξε να με θυμάται. Μιλούσε αργά και το βλέμμα του ήταν κάπως θολό, λες και βρισκότανε αλλού. «Ο θείος δεν είσαι;» τον ρώτησα για να σιγουρευτώ. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά κι ένα χαμόγελο έσκασε στα χείλη του. «Ναι έτσι με φωνάζουνε», είπε. Τον ρώτησα και για την υγεία του, το νοσοκομείο, το εγκεφαλικό, τον καρκίνο. «Τη σκαπούλαρα προσωρινά», μου είπε και το πρόσωπό του κάπως σκοτείνιασε. Του ανάφερα το όνομά μου, ποιος είμαι, πως είχαμε γνωριστεί, μα δεν με θυμόταν. Ούτε και την  ξανθιά.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Ο ΓΕΤΟΝΑΣ



‘‘Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης’’
                                                                       Α. Παπαδιαμάντης

«Καλημέρα, γείτονα», του είπα βγαίνοντας απ’ την πολυκατοικία και τον προσπέρασα βιαστικά. Χωμένος μέσα στις κουβέρτες του, μ’ έναν πράσινο σκούφο στο κεφάλι –χειμώνας βαρύς- χαμογέλασε. Συνήθως, όποτε δεν έχω αργήσει στη δουλειά, κοντοστέκομαι και αλλάζουμε δυο κουβέντες,  για τον καιρό ή πως πέρασε το βράδυ του, αν κοιμήθηκε καλά, τέτοια πράγματα. Δηλαδή εγώ μιλάω, εκείνος συνήθως δεν απαντά, μόνο χαμογελά και κουνά το κεφάλι του με συγκατάβαση. Καμιά φορά μόνο, όποτε έχει κέφια, μου λέει «δόξα το θεό, ξημερώσαμε και σήμερα», ως εκεί φτάνει η πολυλογία του. Ο γείτονας. Έτσι τον ξέρουν όλοι, έτσι τον φωνάζουν και τον χαιρετούν. Κι αν κάποτε είχε ένα όνομα το ξέχασε κι αυτό, έτσι κι αλλιώς πλέον δεν του χρειάζεται. Κάτω απ’ το υπόστεγο, στη γωνιά της πολυκατοικίας, είναι το νοικοκυριό του. Χαρτόκουτα στρωμένα στο πεζοδρόμιο, μπόλικες κουβέρτες, ένα κεσεδάκι με λίγο φαί, μια μπουκάλα κρασί, ένα ραδιοφωνάκι, λίγα βιβλία και πάνω πάνω το ευαγγέλιο. Πιστεύει πολύ στο θεό και όποτε ακούει να χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησίας αρχίζει να σταυροκοπιέται. Δεν πιάνει πολύ χώρο πάνω στη γη. Λίγες οι ανάγκες του, λίγα και τα προβλήματά του, ανενόχλητος. Πλήρης και αυτάρκης, τίποτα δεν του λείπει, και πιο πολύ η καλοσύνη των ξένων, η έγνοια τους. Γιατί δεν έχει συγγενείς και φίλους, τους έχασε όλους πριν από πολλά χρόνια, μαζί με την ταυτότητα και τ’ όνομά του. Δεν δηλώνει πλέον καμία ιδιότητα, κι όμως δεν έχει κανένα παράπονο απ’ τη ζωή.

«Έχεις ένα τσιγάρο;» άκουσα τη βραχνή φωνή του. Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και γύριζε τις σελίδες. Θαύμασα την πρωινιάτικη όρεξή του για διάβασμα, με τέτοιο μάλιστα παλιόκαιρο, είχε βάλει και τα γυαλιά του. Κοντοστάθηκα, έβγαλα το πακέτο και του ‘δωσα τρία τσιγάρα. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η καμπάνα της εκκλησίας κι ο γείτονας σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια. Ο φίλος του δίπλα, ένας καφεκίτρινος ξεθωριασμένος κοπρίτης του δρόμου, έχει το δικό του θεό. Τον έχει μαζί του από κουτάβι. Ορφανό και ταλαίπωρο γυρνούσε εδώ και κει,  με τη μουσούδα του κολλημένη στο έδαφος, τον μύριζε διερευνητικά, ψαχούλευε τα πράγματά του και κατόπιν έμπαινε κάτω απ’ τις κουβέρτες για να ζεσταθεί. Το λυπήθηκε  και το περιμάζεψε, να ‘χει μια παρέα κι αυτός. Τώρα γερνάνε μαζί, σ’ αυτή την ήσυχη γωνιά του κόσμου. Απ’ το ίδιο κεσεδάκι τρώνε, το βράδυ καμιά φορά του δίνει και λίγο κρασάκι -«για να βλέπει όμορφα όνειρα» λέει- και κάθε πρωί ξυπνάνε από νωρίς και κάνουν τη γυμναστική τους, το γύρο του τετραγώνου δηλαδή, μια, δυο, μπορεί και τρεις φορές, ανάλογα με τη διάθεση, να ξεμουδιάσουν λιγάκι από την υγρασία της νύχτας μαζέυοντας λίγο ήλιο αναζωογονητικό. Και στο τέλος, πάντα, μια στάση στο περίπτερο για το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Όμως ο σκύλος δεν έχει ξυπνήσει ακόμα κι ο γείτονας τον περιμένει διαβάζοντας. «Λίγες ανάγκες, μικρά προβλήματα», φώναξα προχωρώντας για τη δουλειά μου. Δυο χοντρές κυρίες φορτωμένες με ψώνια γύρισαν και με κοίταξαν.

Επιστρέφοντας το μεσημέρι απ’ το γραφείο, έκανα μια στάση στο περίπτερο για τσιγάρα κι άκουσα τραγούδια. «Ψόφησε ο σκύλος του και το γλεντάει» είπε ο περιπτεράς κι έτρεξα βιαστικά να δω. Πράγματι, ο γείτονας άκουγε στο τέρμα λαϊκά και χόρευε αργά και κάπως άτσαλα ένα ζεϊμπέκικο δικής του επινόησης. Στα ένα του χέρι κρατούσε το τσιγάρο και στ’ άλλο ένα πλαστικό ποτήρι με κρασί. Είχαν σταματήσει κάποιοι περαστικοί, είχαν κατέβει και κάποιοι άλλοι απ’ την πολυκατοικία που μάλλον ενοχλήθηκαν μεσημεριάτικα απ’ τη δυνατή μουσική. Δεν μιλούσε κανείς. Στη γωνία, κάτω απ’ τα σκεπάσματα βρισκόταν παγωμένος ο σκύλος, με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται. Κάποια στιγμή, προτού τελειώσει το τραγούδι, ο γείτονας έκανε μια επικίνδυνη για την ηλικία του φιγούρα και σωριάστηκε πάνω στα στρωσίδια. Το κρασί χύθηκε πάνω του. Προσπάθησε να ξανασηκωθεί μα δεν τον κρατούσαν τα πόδια του. «Έλα, κάθισε, τώρα, ηρέμησε!» του είπα, έκλεισα το ραδιόφωνο και τον έβαλα να ξαπλώσει πλάι στο νεκρό φίλο του. Τον χάιδεψε και του φίλησε το κεφάλι. Τα μάτια του κατακόκκινα, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί κι έτρεμε ολόκληρος. Του είπα ότι θα φώναζα έναν κτηνίατρο να σιγουρευτούμε και κατόπιν θα τον βοηθούσα να τον θάψουμε στο πάρκο. Συμφώνησε, δεν ήθελε να τον πετάξουν στα σκουπίδια, «ψυχή είχε κι αυτό, σαν άνθρωπος ήταν», ψέλλισε με δυσκολία ο ανήμπορος και καταρρακωμένος γέρος που δεν είχε όνομα, παρελθόν και ηλικία, τίποτα δεν είχε παρά μόνο έναν τετράποδο φίλο, τον σύντροφο της ζωής του, που τα βράδια κοιμόταν πλάι του και που τώρα τον έχανε κι αυτόν. Οι περίεργοι είχαν σκορπίσει για τα σπίτια τους, μόνο ο διαχειριστής της πολυκατοικίας έμεινε πλάι μας, προσπαθώντας να ελέγξει κι αυτός τη συγκίνησή του. «Έχω κι εγώ σκυλιά, ξέρω απ’ αυτά», είπε και έτρεξε να ειδοποιήσει τον κτηνίατρο.