Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ


Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου. Εκείνη την ώρα τα παιδιά σχόλαγαν. Ξεχώριζε σαν την μύγα μες στο γάλα. Περπατούσε ανάμεσά τους, τα παρατηρούσε προσεκτικά απ’ την κορφή ως τα νύχια και χαμογέλαγε  ευτυχισμένος. Οι γονείς και οι δάσκαλοι τον κοιτούσαν περίεργα, καχύποπτα. Σίγουρα τον είχαν ξαναδεί να τριγυρίζει έξω απ’ το σχολείο. Εκείνος δεν έδινε σημασία. Συνέχιζε να περπατά κεφάτος πέρα δώθε, να τα χαζεύει  και να χαμογελά. Ώσπου φύγανε όλοι, το πεζοδρόμιο άδειασε, η πόρτα κλείδωσε, ο γέρος κατσούφιασε, το βλέμμα του σκοτείνιασε, το κουρασμένο του κορμί βάρυνε, έγινε ασήκωτο. Πήρε κι αυτός τον δρόμο της επιστροφής. Επομένως, αυτός δεν περίμενε τα εγγονάκια του. Τον κοίταζα απ’ το απέναντι περίπτερο και δεν πίστευα στα μάτια μου. Πλησίασα κοντά του, μα ούτε που με κατάλαβε, αλλού έτρεχε το μυαλό του, όσο τουλάχιστον του είχε απομείνει. Ναι, αυτός ήταν, δεν έκανα λάθος. Είχα να τον δω κοντά σαράντα χρόνια. Είχε γεράσει πολύ, πάνω από ογδόντα. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και σπασμένος. Περπατούσε αργά με μικρά προσεκτικά βήματα, μα δεν χρησιμοποιούσε μπαστούνι. Αν και στην ηλικία του ένα πέσιμο θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Όμως ανέκαθεν ήταν ριψοκίνδυνος. Και αγαπούσε ακόμα τα μικρά παιδιά.

Τότε είχε το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Χωρίς οικογένεια, δίχως συγγενείς και φίλους. Ολομόναχος. Χωρίς αγάπη. Ούτε σπίτι. Ένα δωμάτιο μόνο στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Εκεί κοιμόταν. Η μαμά μού έλεγε να μην πηγαίνω στο μαγαζί του, συμφωνούσε και ο μπαμπάς. Μου είχαν απαγορεύσει να ψωνίζω απ’ αυτόν, ούτε απέξω να περνάω. Ήταν ανώμαλος και επικίνδυνος, έλεγαν, του άρεσαν τα μικρά παιδιά, χάιδευε αγοράκια, γύρευε τι άλλο τους έκανε. Δεν μου έλεγαν περισσότερα για να μη πονηρευτώ πριν την ώρα μου, μα η φαντασία μου φούντωνε, το ίδιο και η περιέργειά μου. Έτσι κι αλλιώς, στην ηλικία των δέκα δεν ξέρεις από τέτοια πράγματα, είσαι ακόμα αγνός και άβγαλτος. Όμως, δεν τους πίστευα εντελώς και πήγαινα. Κρυφά. Τον έβλεπα πάντα  γλυκό, προσηνή και καλοσυνάτο. Δεν μου γέμιζε το μάτι για τέρας και κάθαρμα, όπως λέγανε. Αγόραζα τσιγάρα και εφημερίδες για τον πατέρα κι αυτός με κερνούσε καραμέλες και σοκολάτες, καμιά φορά μου χάιδευε τα μαλλιά και το μάγουλο. «Χαιρετίσματα στον πατέρα σου!» μου ‘λεγε πριν φύγω, μα εγώ δεν τα ‘στελνα. Στο σπίτι νομίζανε ότι ψωνίζω απ’ το περίπτερο. Όταν το μάθανε έγινε το σώσε, χαμός μεγάλος. Φωνές, κακό και άγρια τιμωρία. Όταν τέλειωσε ο εγκλεισμός μου δεν ξαναπέρασα ούτε απέξω. Ο πατέρας ήταν κατηγορηματικός. Αν με ξανάπιανε την είχα βαμμένη. Πάντα για το καλό μου, βέβαια. Λες και είχα κάνει έγκλημα. Παρόλο που του ορκιζόμουνα ότι δεν με είχε πειράξει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να νόμιζε ότι τον καλύπτω. Μάλλον δεν με  εμπιστεύονταν. Έτσι, τέρμα τα κεράσματα.

Μια Κυριακή μόνο, μετά από καιρό, άκουσα ότι κάποιοι αγανακτισμένοι μπαμπάδες τον χτυπήσανε άγρια και βρισκόταν στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση. Το λιντσάρισμα έγινε μέσα στο μαγαζί του, μέρα μεσημέρι, κανείς όμως δεν έτρεξε να τον βοηθήσει ή να καλέσει την αστυνομία. Είπαν ότι το προηγούμενο βράδυ είχε ξεμοναχιάσει στο πίσω δωμάτιο έναν στρουμπουλό και λίγο χαζούλη, συμμαθητής μου ήτανε. Τον πιάσανε στα πράσα ή τον μαρτύρησε το παιδί, δεν κατάλαβα ακριβώς. Πάντως μετά τον ξυλοδαρμό βρισκόταν στα επείγοντα με σπασμένα πλευρά και στραπατσαρισμένη τη μούρη. Τον είχαν κάνει αγνώριστο, μπλε μαρέ. «Καλά του κάνανε, του άξιζε του μασκαρά!» αποφάνθηκε με πρωτόγνωρο μίσος η μητέρα, σαν να είχε μαγαρίσει τον δικό της κανακάρη. Ο πατέρας την κοίταξε βλοσυρός.  «Μη μιλάς έτσι, θύμα είναι κι αυτός!» είπε, χωρίς άλλες εξηγήσεις. Ξαφνιάστηκα, δεν περίμενα να πάρει το μέρος του. Μ’ έπιασε το παράπονο και πλάνταξα απ’ το κλάμα, δεν ξέρω γιατί, έτσι ξαφνικά. Οι γονείς μ’ άφησαν να ξεθυμάνω δίχως ειρωνικά σχόλια και περιττές ερωτήσεις, ούτε έδωσαν συνέχεια. Τελικά το περιστατικό ξεχάστηκε, το μαγαζί δεν ξανάνοιξε και ο ψιλικατζή εξαφανίστηκε απ’ τη γειτονιά. Τον ξέχασα τελείως, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Δεν τον θυμήθηκα ούτε όταν μεγαλώνοντας γεύτηκα διαφόρων ειδών εκστατικές ηδονές, όταν κι εγώ ένιωσα ντροπή και ενοχή για στιγμές απαγορευμένης σωματικής απόλαυσης. Εκείνες οι σπάνιες και εκλεπτυσμένες  που απαιτούσαν αρετή και τόλμη. Υπεροψία και μέθη. Ακόμα και όταν κάποτε πλήρωσα γι’ αυτές ακριβά το τίμημα. Για ένα κβάντο δυνατής ζωώδους καύλας. 

Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω και τον πήρα από πίσω. Διακριτικά όμως κι από απόσταση. Πλέον δεν κινδύνευα να διαφθαρώ πρόωρα, ούτε οι γονείς μου μπορούσαν να μου απαγορεύσουν τις κακές παρέες και τις επικίνδυνες συναναστροφές, ήταν πια πεθαμένοι. Μπήκε σε ένα φούρνο και πήρε λίγο ψωμί και σε ένα μαγέρικο φαγητό σε πακέτο, κατόπιν έστριψε σε ένα στενό δρομάκι και σταμάτησε μπροστά από ένα ερειπωμένο σπίτι με κήπο εγκαταλειμμένο, γεμάτο αγριόχορτα. Αμέσως τον περικύκλωσαν οι γάτες. Νιαούριζαν και τρίβονταν πάνω στα μπατζάκια του, έδειχναν να τον αγαπούν. Έσκυψε και τις χάιδεψε βγάζοντας απ’ το στόμα του κάποια γλυκόλογα. Μετά έψαξε τις τσέπες του, έβγαλε τα κλειδιά του κι άνοιξε το πορτόνι.

Πλησίαζαν οι γιορτές, το δωδεκαήμερο της αναγκαστικής μας ευτυχίας. Όχι όμως γι’ αυτόν. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο μοναχικό άνθρωπο από αυτόν τον ταλαίπωρο παιδόφιλο. Που τον έχει εγκαταλείψει ακόμα κι ο ίδιος του ο εαυτός. Που ένιωσε χιλιάδες εξευτελισμούς πάνω στο πετσί του. Που κάθε βράδυ έφτυνε τη μούρη του στον καθρέφτη και δεν έβρισκε το κουράγιο να κρεμαστεί απ’ το ταβάνι. Που χίλιες φορές σύρθηκε στις αστυνομίες, στα δικαστήρια και στις φυλακές. Που άλλες τόσες του μέτρησαν τα πλευρά και τα παΐδια και του στραπατσάρισαν τα μούτρα οι ηθικοί και τίμιοι συμπολίτες του για να προστατέψουν τα αγνά και αθώα παιδάκια τους από αυτό το τέρας της φύσης, το κάθαρμα, το απόβρασμα της κοινωνίας. Τον απόβλητο της ζωής. Που χίλιοι ψυχίατροι και ειδικοί ψυχολόγοι  μάταια προσπάθησαν να τον θεραπεύσουν με φάρμακα, συνεδρίες και ηλεκτροσόκ, μόνο λοβοτομή δεν θα τόλμησαν να του κάνουν. Που άλλοι τόσοι φανατικοί θρησκευόμενοι προσπάθησαν να τον προσηλυτίσουν στο δρόμο του αληθινού δικού τους θεού, της μοναδικής οδού της σωτηρίας. Που κάποια μέρα ίσως  πληρώσει το έκνομο πάθος του με την ίδια του την ζωή. Αν και πλέον είναι πολύ αργά, δεν θα τον ενοχλήσει, αντίθετα θα τον απαλλάξει μια κι έξω απ’ το σαράκι που του τρώει λίγο λίγο τα σωθικά. Και τότε όλοι θα μιλήσουν για τον τυχαίο θάνατο ενός σεσημασμένου παιδόφιλου, που δεν συμμετείχε βέβαια σε κυκλώματα παιδεραστίας, ούτε ήξερε για τις αμαρτωλές διαδρομές του σκοτεινού διαδικτύου, ούτε ταξίδευε στις μακρινές φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου για να αγοράσει παιδική σάρκα, εκεί που πουλιέται απ’ τους ίδιους τους γονείς με το κιλό. Και τι μ’ αυτό, ένας παλιόπουστας λιγότερος θα πούνε. Ξεβρόμισε ο τόπος. Και όλα αυτά για μια έμφυτη ροπή που δεν την διάλεξε ο ίδιος, για ένα βασανιστικό ρίγος χωρίς την ελπίδα του λυτρωτικού σπασμού. Τόσος πόνος για το τίποτα.

Ξαφνικά, γύρισε το κεφάλι του και με είδε. Πάγωσα. Αυτός δεν ταράχτηκε καθόλου, σαν να είχε καταλάβει ότι τον ακολουθούσα, κι ας μην ήξερε γιατί. Πλέον, όμως, δεν είχε τίποτα να φοβηθεί και κανέναν. Κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια. Ύστερα έσκασε ένα χαμόγελο γεμάτο πικρά και μπήκε στο σπίτι του.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

ΑΣΠΡΟΣ ΠΑΤΟΣ


Άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Είχε μεσημεριάσει. Απ’ το μπαλκόνι έμπαινε ο ήλιος. Εκτυφλωτικός. Εκείνη βρισκόταν ακόμα δίπλα μου. Ολόγυμνη. Ακίνητη.  Παγωμένη. Με τα μάτια ανοιχτά. Στο κομοδίνο το μπουκάλι άδειο. Άσπρος πάτος. Το μήνυμα γραμμένο πάνω στο γυαλί. Με κόκκινο κραγιόν. Της φωτιάς. «Δε φτες εση». Άτονο.

Αυτό με καθησύχασε. Έσβησα το φως, γύρισα πλευρό και συνέχισα τον ύπνο μου.   

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Τρίτη νύχτα και ο πόλεμος συνεχιζόταν ακατάπαυστος. Στον εορτασμό της φετινής επετείου τα πράγματα πήραν άσκημη τροπή, κάηκε ολόκληρη η πόλη. Αμέσως μετά την πορεία φοιτητές, εργάτες και κομματικές οργανώσεις τήρησαν δεόντως την συνηθισμένη εθιμοτυπία. Φτάσανε μέχρι το παλιό πανεπιστήμιο, άφησαν λουλούδια μπροστά στο μνημείο, έβγαλαν πανηγυρικούς λόγους κι αποσύρθηκαν ήρεμα και ήσυχα στα ενδότερα. Μόνο τα μαυροντυμένα παιδιά της γαλαρίας με τις κουκούλες και τα καλυμμένα πρόσωπα, για άλλη μια φορά, δεν κάθισαν φρόνιμα. Δεν ήταν πολλοί, καμιά διακοσαριά. Η ατίθαση μειοψηφία. Aποσπάστηκαν απ’ την κύρια πορεία, τράβηξαν για το αστυνομικό μέγαρο και άρχισαν ο κλεφτοπόλεμος και τα παρατράγουδα. Έβρισαν τους μπάτσους και πέταξαν μολότοφ. Οι σιδηρόφραχτες ομάδες κρούσεις του καθεστώτος έριξαν δακρυγόνα και τους κυνήγησαν. Όλα  κυλούσαν ομαλά. Η μάζα των νεαρών θα διαλυόταν, θα γινόντουσαν κάποιες προσαγωγές (πιο πολύ για τα μάτια του κόσμου) θα περνούσαν τη νύχτα στην ασφάλεια και το πρωί θα αφηνόντουσαν ελεύθεροι λόγω έλλειψης επαρκών ενοχοποιητικών στοιχείων. Μέχρι που έγινε το κακό. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες σκοτώθηκε ένα παιδί δεκαέξι χρόνων, μαθητής ακόμα. Βρέθηκε ποδοπατημένος στη μέση του δρόμου με μια τρύπα εννέα χιλιοστών στο κεφάλι. Όταν μαθεύτηκε το νέο κάηκε η πόλη ολόκληρη.

Τρίτη νύχτα και η πόλη ακόμα καίγεται. Δεν βγήκα καθόλου έξω κι ασφάλισα τις πόρτες τριγύρω και τα παράθυρα μη μπει η κάπνα μέσα. Τα έμαθα όλα απ’ την τηλεόραση, τα κανάλια έδειχναν τα γεγονότα σε ζωντανή μετάδοση. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ανέλαβαν δράση. Έκαναν τις απαραίτητες προμήθειες, σφράγισαν την εξώπορτα και ταμπουρώθηκαν μέσα μέχρι να περάσει η μπόρα, ούτε στα μπαλκόνια δεν τολμούσανε να βγούνε. Μια μεσόκοπη νοικοκυρούλα παραπονιόταν για τα απότιστα λουλούδια της που κινδύνευαν να μαραθούν, καμάρωνε γι’ αυτά. Μικρό το κακό, προσπάθησα να την παρηγορήσω, θα τα ξανάφτιαχνε κι ακόμα πιο όμορφα. Απ’ έξω ακούγονταν πυροβολισμοί. Κανείς τους δεν νοιαζόταν για τις παράπλευρες απώλειες. Μα εμείς έπρεπε να επιβιώσουμε, να βγούμε ζωντανοί κι απ’ αυτή η περιπέτεια, χωρίς άσκοπους ηρωισμούς. Κάθε άλλη σκέψη θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Εμείς. Η φοβισμένη και σιωπηλή πλειοψηφία, οι καλοί και ήσυχοι νοικοκυραίοι, που κοιτάζουμε τη δουλειά και το σπιτάκι μας, που κάθε τέσσερα χρόνια διαλέγουμε στις κάλπες αφέντες και εθνοπατέρες, που σε κάθε επέτειο τιμάμε τους νεκρούς ήρωες των αιώνων. Εμείς. Συνετοί και ώριμοι, κλεισμένοι μέσα σαν τα ποντίκια, μέχρι να περάσει κι αυτή η τρέλα. Γιατί ο φόβος ήταν πάντα ο καλύτερος  σύμβουλος. Αρκεί να μη γινόταν τρόμος. Πανικός.

Ευτυχώς, πέρα από κάποιους δικαιολογημένους εκνευρισμούς, κρατήσαμε όλοι την ψυχραιμία μας. Μόνο τα σκυλιά και τα παιδάκια συνέχισαν ανέμελα τα παιχνίδια τους. Ήταν και μια ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα.  Ξαφνικά οι διάδρομοι και οι σκάλες του κτηρίου απόκτησαν ζωντάνια και χρώμα. Έκανα τις συστάσεις και χαιρετήθηκα με άγνωστες φάτσες από διπλανά διαμερίσματα και διαφορετικούς ορόφους, με ανθρώπους που τόσα χρόνια δεν είχα ξανασυναντήσει μέσα στην πολυκατοικία (στη ζωή μου δε υπήρξα πολύ κοινωνικός) απέφυγα όμως τα πηγαδάκια και τις πολιτικές συζητήσεις, μόνο τσακωμούς και διχόνοιες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν. Έτσι κι αλλιώς, μόνο ο ηλικιωμένος διαχειριστής μας ήξερε όλους, και μάλιστα με τα μικρά μας ονόματα. Πάντως, αν και υπήρχε μια γενική ανησυχία και αναστάτωση, όλοι ελπίζαμε ότι αυτή η ανώμαλη κατάσταση δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμα και σύντομα θα επιστρέφαμε στην πεζή κανονικότητα, στην όμορφη ρουτίνα της καθημερινότητας, στην τάξη και την ασφάλεια. Μόνο το δεύτερο βράδυ τρομάξαμε πολύ, όταν σ’ ολόκληρη την πόλη έγινε ξαφνική διακοπή ρεύματος  (κάποιοι μίλησαν για τρομοκρατική ενέργεια και βαρύ πλήγμα του καθεστώτος) και βυθιστήκαμε στο σκοτάδι, με κεριά και φακούς στα χέρια. Ευτυχώς, δεν κράτησε πολύ, η βλάβη σύντομα αποκαταστάθηκε και είδαμε  ξανά το φως το αληθινό.

Τελικά ο πρωθυπουργός της χώρας κήρυξε την πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Προσωρινά. Στο σχέδιο της εσωτερικής ειρήνευσης πήρε μέρος και ο στρατός με ενισχύσεις απ’ την πρωτεύουσα, ακόμη και άρματα μάχης βγήκαν στους δρόμους. Πρώτη φορά άκουγα ερπύστριες να σέρνονται στην άσφαλτο, ο θόρυβος προκαλούσε δέος. Ο θλιβερός απολογισμός ήταν δέκα πολίτες νεκροί κι άλλοι τόσοι αστυνόμοι, είπαν οι ειδήσεις. Ισοπαλία.  

 

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

ΕΝΤΑΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ


 Πέθανε χτες, το μόνο βέβαιο. Η νύχτα ήταν μεγάλη, μα δεν μπορεί να έκανα λάθος. Και καθόλου δεν μ’ ένοιαζε τι θα έλεγε ο ιατροδικαστής. Έτσι κι αλλιώς, μια μέρα περισσότερη ή λιγότερη δεν έχει και μεγάλη σημασία. Πάντως, έσβησε πριν της δώδεκα, το ρολόι της εκκλησίας δεν είχε σημάνει ακόμα μεσάνυχτα. Δώδεκα χτύποι θανάτου μέσα στην καρδιά της σκοτεινής νύχτας. Έψαξα το φεγγάρι έξω απ’ το παράθυρο της εντατικής, μα δεν το βρήκα. Κι όμως, τις προηγούμενες νύχτες ήταν εκεί, ψηλά, στο πόστο του, φωτεινό, λαμπερό, μισότρελο, σεληνιασμένο και μου ‘κανε παρέα. Δεν ξέρω, ίσως να ‘φταιγαν τα μαύρα σύννεφα. Ήταν πολύ πυκνά, πολύ χαμηλά, τεράστια, σκέπαζαν ολόκληρο τον ουρανό, τα αστέρια και τους γαλαξίες του σύμπαντος, μπορεί και το φεγγάρι, διόλου απίθανο. Ήμουν λοιπόν ολομόναχος μέσα στην παγερή νύχτα. Μαζί της.

Το προηγούμενο βράδυ είχανε πάρει νεκρό έναν αιωνόβιο γέροντα. Δεν έμαθα από τι, μάλλον από γεράματα, μα και στατιστικά να το δεις ελάχιστοι βγαίνουν ζωντανοί από δω μέσα. Και τότε οι πιστοί χριστιανοί μιλάνε για ένα ακόμα θαύμα, εκεί που η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Όμως, για τον ταλαίπωρο γεράκο ο θεός δεν μπορούσε πια να βάλει το χεράκι του. Το κρεβάτι του παρέμενε άδειο. Είχαν αλλάξει σεντόνια και μαξιλαροθήκη και περίμεναν τον επόμενο. Δεν έχασα την ευκαιρία. Ξάπλωσα για λίγο, έκλεισα τα μάτια, σταύρωσα τα χέρια πιάνοντας τ’ αρχίδια μου, όπως κάνουν οι νεκροί μέσα στο φέρετρο, «τώρα εδώ σας γράφω», λένε στους συγγενείς τους. Έμεινα ακούνητος και έκανα κι εγώ τον πεθαμένο. Την τελευταία βδομάδα ήμουν πτώμα στην κούραση, συνέχεια στο πλάι της, ανάμεσα σ’ αυτήν και τον μαθουσάλα, ν’ ακούω τους ρόγχους, τα βογγητά και τις κλανιές του, να πεθαίνει ολομόναχος κι αυτός, χωρίς συγγενείς και φίλους. Έτσι κι αλλιώς δεν τον ένοιαζε, εδώ και χρόνια είχε ολική άνοια, δεν αναγνώριζε κανέναν και κανείς δεν νοιαζόταν. Τότε γιατί τον ταλαιπωρούσαν με μηχανήματα, καλώδια και οξυγόνα, ποιο το όφελος, ρώτησα την νοσοκόμα, μα δεν μου απάντησε. Επειδή έτσι λένε οι κανονισμοί και ο ιερός όρκος των γιατρών. Από ανθρωπισμό. Και κείνη τη στιγμή ο γέρος μας έκλασε ξανά. Γελάσαμε δυνατά.

Το πρόσωπό μου ήταν πολύ χλωμό, για πτώμα θα ήμουν πολύ πιστευτός, μόνο η θερμοκρασία του σώματος με πρόδιδε, ίσως να ‘χα και λίγα δέκατα παραπάνω λόγω της κούρασης. Σκέφτηκα την τρομάρα της νοσοκόμας αν έμπαινε και μ’ έβλεπε σ’ αυτή τη στάση και χαμογέλασα. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε η καμπάνα και σαν να με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα πετάχτηκα όρθιος. Την κοίταξα. Ασάλευτη όπως πάντα, μα πλέον χωρίς σφυγμό, το κούτελο δροσερό και το μηχάνημα ευθεία γραμμή. Βγήκα τρέχοντας στο διάδρομο να φωνάξω την νοσοκόμα. Έφτασε γρήγορα μαζί με τον γιατρό υπηρεσίας, έναν σχετικά νέο και όμορφο άντρα. Ναι, είχε πεθάνει, είπε ο ειδικός. Το πράγμα λοιπόν ήταν τελεσίδικο, δεν έκανα λάθος. Και αναμενόμενο. Μια βδομάδα σε κώμα μετά από ισχυρό εγκεφαλικό, με αδύναμη καρδιά, και πολύ άντεξε. Της βγάλανε τη μάσκα οξυγόνου, τα καλώδια και τα σωληνάκια και σβήσανε τα μηχανήματα. Δεν χρειάστηκε να της κλείσω τα μάτια, μα προτού την σκεπάσουν ολόκληρη με το λευκό σεντόνι της την κοίταξα για τελευταία φορά. Ήταν ήρεμη και χαμογελαστή, έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε. Γελούσε πονηρά και σκανταλιάρικα, όπως τότε που άκουγε τις πορδές του διπλανού της (ίσως να τον ήθελε και για γκόμενο) τα θαύματα της φύσης που έλεγε και νοσοκόμα γελώντας. Τελικά η δύσοσμη διαμαρτυρία των εντέρων είναι η μόνη γνήσια επανάσταση, σκέφτηκα, ακόμα κι ενάντια στο θάνατο. Ο γιατρός με συλλυπήθηκε με μια ζεστή χειραψία κι ένα ελαφρύ χτύπημα στον ώμο. Να ζήσω να την θυμάμαι, είπε, και βγήκε βιαστικά απ’ το δωμάτιο. Έπρεπε να ενημερώσει αρμοδίως για το συμβάν. Τον ευχαρίστησα για το ενδιαφέρον του. Δεν ξέρω τι έδειχνε η φάτσα μου, μάλλον κούραση και κάποια αμηχανία, μα τα λόγια του μου φάνηκαν ειλικρινή. Δεν τον ήξερα, ούτε τον είχα ξαναδεί στο νοσοκομείο. Και μάλλον δεν θα τον ξανάβλεπα. Έτσι κι αλλιώς, η αποστολή μου εδώ μέσα είχε λήξει. Η νοσοκόμα έμεινε για λίγο μαζί μου. Είχε βουρκώσει. Μου χάιδεψε το χέρι κι έπειτα με αγκάλιασε σφιχτά. Μύρισα το όμορφο άρωμά της και ξαφνικά το ηθικό μου αναπτερώθηκε (έπρεπε να συγκρατηθώ) η κούραση και η λύπη έφυγαν μακριά. Απ’ το πρώτο βράδυ ήταν δίπλα της. Στο καθήκον της.

Βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο έπεσα πάνω στα κοράκια. Δεν ξέρω πώς το μάθανε τόσο γρήγορα, ποιος τους ειδοποίησε (τα δυσάρεστα νέα διαδίδονται αστραπιαία) μα έπρεπε να τους αποφύγω. Έτσι κι αλλιώς, τη γυναίκα που μόλις συγχωρέθηκε δεν την ήξερα. Όταν την είδα να σωριάζεται έξω από την πόρτα του ασανσέρ, απλώς κάλεσα το ασθενοφόρο και πήγα μαζί της. Λίγα πράγματα έμαθα γι’ αυτήν απ’ τον διαχειριστή της πολυκατοικίας. Έμενε μόνη, δεν είχε κανέναν δικό της. Δεν μπορώ να καταλάβω γατί μπλέχτηκα σ’ αυτήν την υπόθεση. Στους γιατρούς είπα ότι ήταν θεία μου. Τώρα έπρεπε να γλυτώσω απ’ τους νεκροθάφτες και τους πεθαμενατζήδες. Όσο για τη γυναίκα δεν είχε κάτι περισσότερο να πάθει. Θα την βάζανε για έξη μήνες στον νεκροθάλαμο με τα αζήτητα πτώματα κι ύστερα θα την έχωναν σε ένα λάκκο στο διπλανό νεκροταφείο, γρήγορα και ανέξοδα. Εντάξει, θα πήγαινε άκλαυτη. Μα μικρό το κακό.   

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Ο ΕΥΕΛΠΙΣ


 

Εκείνη την ώρα άρχιζε να σουρουπώνει.  Ο σταθμός ήταν γεμάτος κόσμο και στο βάθος ακούγονταν προειδοποιητικά σφυρίγματα. Το τρένο πλησίαζε αργά. Εγώ καθόμουν και αγνάντευα τη θάλασσα,  όση μου επέτρεπαν τα σώματα και τα κάγκελα της παραλιακής ζώνης. Δεν παραπονιόμουν, μια μικρή στάση είχα κάνει, ευτυχώς που είχε βρεθεί κι αυτό το άδειο παγκάκι. Σε λίγο το τρένο έφτασε. Οι πόρτες άνοιξαν, άνθρωποι μπήκαν και βγήκαν, οι πόρτες ξανάκλεισαν, ξεκίνησε πάλι, σφύριξε δυο φορές και μετά τη στροφή εξαφανίστηκε. Η αποβάθρα άρχισε να αραιώνει, ώσπου μπροστά μου φάνηκαν οι δυο τους. Φορούσαν μπλε στολές, μια κίτρινη ρίγα στο πλάι, πηλήκιο στο κεφάλι και στο χέρι έσερναν από μια βαλίτσα με ρόδες. Ψηλοί, γεροδεμένοι, αρρενωποί και όμορφοι, καμαρωτοί και παρελάσιμοι, γεμάτοι αυτοπεποίθηση, σίγουροι για τον εαυτό τους. Από αυτούς που αρπάζουν τη ζωή απ’ τα κέρατα. Κουβέντιαζαν μεταξύ τους και χαμογελούσαν με δυο σειρές από λευκά αστραφτερά δόντια βγαλμένα από διαφήμιση οδοντόπαστας. Μετά από λίγο ο σταθμός άδειασε. Μείνανε οι δυο τους να περιμένουν. Ξαφνικά φάνηκε μια κοπέλα να τρέχει με λαχτάρα προς το μέρος τους και να πέφτει στην αγκαλιά του ενός. Φύγανε μαζί. Ο άλλος έμεινε μόνος. Έβγαλε το καπέλο, κάθισε στο παγκάκι και μου χαμογέλασε. Μετά άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια τζούρα και κοίταξε βαριεστημένα το ρολόι του. 

Όποτε βλέπω νέους με στολή νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι. Κι ας πέρασαν από τότε πάνω από τριάντα χρόνια. Ο παλιός συμμαθητής ήταν βέβαια κοντός και αδύνατος, πετσί και κόκαλο, μα και το πιο καλό παιδί και πρώτος σε όλα τα μαθήματα. Καθόμασταν στο ίδιο θρανίο. Όπου δυσκολευόμουν με άφηνε και κοίταγα, στα μαθηματικά κυρίως, διαφορετικά δεν θα τέλειωνα το σχολείο ούτε μέχρι τη δευτέρα παρουσία. Κι όμως δεν ήξερε τι ήθελε να γίνει στη ζωή του. Έκανε διάφορα σχέδια, μα όλα μπερδεμένα και θολά, και το πιο σημαντικό, του έλειπε η απαιτούμενη θέληση. Δεν ήταν που λέμε άνθρωπος της δράσης, αλλά εσωστρεφής και λιγομίλητος, δίχως πολλούς φίλους, κλεισμένος στον εαυτό του και κάπως περιορισμένος στα πλαίσια της οικογένειας. «Μόνο να διαβάζω βιβλία και να βλέπω ταινίες μου αρέσει», μου ξεστόμισε κάποτε λυπημένα. Δεν ήξερε τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει. Ήξερε όμως ο πατέρας του κι αυτό αρκούσε. Ταξίαρχος στον στρατό ξηράς με πλάκα τα γαλόνια και τα παράσημα. Ο μοναχογιός και κανακάρης του έπρεπε να ακολουθήσει την παράδοση της οικογένειας, να γίνει αξιωματικός και να δοξάσει με τη σειρά του το βαρύ όνομα που κουβαλούσε στις καχεκτικές του πλατούλες. Δεν τόλμησε να του φέρει αντίρρηση, έτσι κι αλλιώς δεν είχε και κάτι άλλο να του προτείνει, κάτι το ωφέλιμο, επικερδές και πρακτικό, βέβαια. Οι τέχνες και τα βιβλία είναι για τους τεμπέληδες και τους ανεπρόκοπους, θα του έλεγε. Τον φοβόταν πολύ. Ήταν άνθρωπος αυστηρών αρχών και ισχυρογνώμων, αγύριστο κεφάλι. Όχι πως δεν τον αγαπούσε και δεν ήθελε το καλό του, μα στην οικογένεια δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα, όχι όπως στη δουλειά του που εκτελούσε διαταγές. Στο σπίτι αυτός αποφάσιζε για όλους και για όλα, αυτός έκανε κουμάντο. Και ο φίλος μου δεν είχε κανέναν να στηριχτεί. Η μητέρα του μια άβουλη και τρομαγμένη γυναικούλα, η αδερφή του μικρή ακόμα, οι υπόλοιποι συγγενείς μακριά και αγαπημένοι. Δεν είχε καμιά ελπίδα. Πάντως, τα κατάφερε. Έδωσε εξετάσεις και μπήκε πρώτος στη σχολή ευελπίδων, τη «μεγάλη του γένους σχολή», όπως έλεγε και ο πατέρας του. Εκεί που είχε φοιτήσει και ο ίδιος, που είχε πρωτεύσει και διακριθεί. Σ’ αυτήν που είχε γαλουχηθεί με τα υψηλά ιδανικά της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, μα προπαντώς της τάξης και της ασφάλειας, της πειθαρχίας και της υπακοής. Όταν έμαθε την επιτυχία του γιου του γέμισε από χαρά και υπερηφάνεια. Θα ακολουθούσε λοιπόν τα χνάρια του, τον περίμενε κι αυτόν μια λαμπρή καριέρα. Τον πήγε ο ίδιος μέχρι την πύλη της σχολής. Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία. «Θέλω να τιμήσεις το όνομά μας», του είπε λίγο προτού αποχωριστούν και κείνος το υποσχέθηκε με δάκρυα στα μάτια. Κι όμως, μόνο μια βδομάδα άντεξε τα καψόνια και τα ψυχολογικά βασανιστήρια. Τον βρήκαν ξημερώματα, λίγο πριν το εγερτήριο,  στα λουτρά ολόγυμνο, όπως τον είχε γεννήσει η μάνα του. Κρεμόταν δεμένος με την πέτσινη ζωστήρα της στολής του. Τα μάτια γουρλωμένα, η γλώσσα έξω.

Ο εύελπις μου πρόσφερε τσιγάρο. «Ευχαριστώ, δεν καπνίζω», του είπα. Πιάσαμε κουβέντα. Τον ρώτησα πως τα περνάει στη σχολή. «Σκληρά αλλά ωραία, που λέει και ο διοικητής μου!» μου είπε γελώντας δυνατά. Είναι δύσκολα μα την παλεύει, πιο πολύ την μοναξιά φοβάται, μα έτσι κι αλλιώς τα μεγάλα ζόρια έχουν περάσει, του χρόνου με το καλό τελειώνει, ορκίζεται και παίρνει το σπαθί και το πρώτο αστέρι, λίγη υπομονή ακόμα. Έτσι κι αλλιώς, αξίζει τον κόπο, είναι μια πολύ καλή επαγγελματική αποκατάσταση. Δεν ήταν από εδώ, πρώτη φορά ερχόταν, για βόλτα μαζί με τον φίλο του για σαββατοκύριακο, μα εκείνος δεν μπορούσε να τον φιλοξενήσει. Με ρώτησε αν ξέρω κανένα φτηνό ξενοδοχείο. Ήξερα και προσφέρθηκα να τον πάω μέχρι εκεί. «Πάμε!», είπε.     

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΑ ΝΕΦΕΛΙΜ ΤΡΩΝΕ ΝΕΡΑΤΖΙΑ (Ο ΨΕΚΑΣΜΕΝΟΣ)


Ο ψηλός άνοιξε ξαφνικά την πόρτα του καφενείου και τράβηξε φουριόζος για την τουαλέτα. Ήταν τρομοκρατημένος, σε άθλια κατάσταση. Έτρεχαν αίματα (έτσι μου φάνηκαν) στο μέτωπο, στα μάγουλα, στα ρούχα του, παντού. Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο κακό. Κάποιοι τον χτύπησαν, αν και δεν έμοιαζε καβγατζής, πιο πολύ για δειλό τον έκανα. Στο διπλανό τραπέζι ο κοντός κοίταγε απορημένος. Ο φίλος του είχε περάσει σαν σίφουνας από μπροστά του και δεν τον είχε προσέξει. Μετά από λίγο ήρθε πλυμένος και τακτοποιημένος, πιο ήρεμος. Δεν φαίνονταν γδαρσίματα στο κεφάλι του, ούτε αίματα. Κάθισε στην καρέκλα, έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και παράγγειλε καφέ. «Τι έπαθες, ρε μαλάκα;» τον ρώτησε ο κοντός, βγάζοντας τον καπνό από τη μύτη του. Δεν του απάντησε, μόνο ξεφύσηξε άλλες δυο φορές με δύναμη. Όταν ήρθε ο καφές του, κατέβασε μονορούφι το νερό και ήπιε την πρώτη γουλιά. Μετά άνοιξε το στόμα του, μίλησε και δεν πίστευα σε αυτά που άκουγαν τα κακόμοιρα τα αυτάκια μου. Μου φαίνονταν αδιανόητα. Βέβαια, υπάρχουν άνθρωποι που τα πιστεύουν και ο ψηλός είναι μέσα στις προδιαγραφές τους,όμως δεν είχε πάει ποτέ το μυαλό μου σ’ αυτόν, αν και θα ‘πρεπε.

Ήταν λοιπόν ψεκασμένος. Πίστευε σε κάθε παγκόσμια συνωμοσία που ξεφύτρωνε φρέσκια στο ίντερνετ, στα εμβόλια που είναι επικίνδυνα για την υγεία μας, στα νεφελίμ και τα ελοχίμ που θέλουν το κακό μας, σε αποκρυφισμούς και μυστικισμούς που θα σώσουν την ταλαίπωρη ψυχής μας (για το σώμα δεν τους νοιάζει, ας το φάνε τα σκουλήκια) αλλά και σε πολλά άλλα δεινά που απειλούν την ανθρωπότητα με πλήρη αφανισμό. Άκουγα το παραλήρημα ενός παρανοϊκού, το πράγμα σοβάρευε επικίνδυνα. Μετά τη βόλτα του, είπε, καθόταν στο παγκάκι να ξαποστάσει. Δεν είχαν περάσει λίγα λεπτά και δυο ώριμα νεράτζια, σαν να τον σημάδευαν, έπεσαν ταυτόχρονα πάνω στην κεφάλα του και τον έκαναν λούτσα. Είχαν πολύ χυμό. Ξαφνιάστηκε απ’ την βίαιη επίθεση, πετάχτηκε όρθιος κι έκανε δυο βήματα παραπέρα, να βγει απ’ το πεδίο βολής τους, στο ξέφωτο, γλίστρησε όμως πάνω στα πεσμένα νεράτζια και βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο κράσπεδο. Τον είχαν λοιπόν βάλει πάλι σημάδι, δεν μπορεί να ήταν σύμπτωση, ούτε να έγινε ξαφνικά τόσο γκαντέμης. Ο κοντός δάγκωνε τα χείλη του και κούναγε πάνω κάτω το κεφάλι. «Πάλι τις ίδιες μαλακίες, ρε; Δεν θα σοβαρευτείς ποτέ, γαμώ το στανιό μου;» Επομένως, δεν ήταν η πρώτη φορά, το πράγμα είχε παρελθόν, θα είχε και συνέχεια. Όμως, ότι και να του ‘λεγε, εκείνος τον χαβά του. Ορκιζόταν σε θεούς και δαίμονες, με δάκρυα στα μάτια. Τα γεγονότα ήταν πραγματικά, δεν γίνανε στον ύπνο του, ούτε τα φαντάστηκε, ούτε παραισθήσεις είχε, ούτε είχε τρελαθεί ακόμα, έπρεπε να τον πιστέψει.

Αρκετές μαλακίες είχα ακούσει για σήμερα, είχα χορτάσει. Άνοιξα την πόρτα του καφενείου και βγήκα στον καθαρό αέρα. Τα ελοχίμ φυσούσαν μανιασμένα, τα νεφελίμ μασούσαν τα νεράτζια τους και κάποιος από ψηλά κατουρούσε κόκκινη βροχή. 

Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ


 

Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ανάσκελα, ολόγυμνος, με τον ανεμιστήρα κατά πάνω μου. Είχα τραβήξει τις βαριές σκουρόχρωμες κουρτίνες, είχα ανοίξει και το πορτατίφ του κομοδίνου. Ο κακός ήλιος φλόγωνε τα πάντα, σκορπούσε καήλα και κάψα,  και με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να μπει στο διαμέρισμα. Μόνο η τροπική υγρασία ήταν ανίκητη, τρύπωνε απ’ όλες τις μεριές. Πριν από λίγο είχα κάνει ένα δροσιστικό ντουζάκι και πάλι κολλούσα ολόκληρος. Κράτησα στο χέρι μου ένα βιβλίο, μα γρήγορα το πέταξα μακριά, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Η αφόρητη ζέστη με ζάλιζε, ήμουν αποχαυνωμένος, σαν μαστουρωμένος. Άνοιξα την τηλεόραση, η τελευταία μου ελπίδα. Έδειχνε επίσημους και παρατρεχάμενους, πολιτικούς και σώματα ασφαλείας, γλάστρες και μαϊντανούς  να τιμούν τη μεγαλόχαρη και να δοξάζουν τη χάρη της με ταρατατζούμ, ομιλίες και άλλες παρλαπίπες. Είχε πλάκα. Όμως, η επόμενη είδηση ήταν κακή. Οι φωτιές μαίνονταν σε όλη την επικράτεια, καιγόταν ολόκληρη η χώρα, δάση και χωριά. Ευτυχώς, εγώ ήμουν ασφαλής. Έμεινα στην τσιμεντούπολη και σώθηκα. Τουλάχιστον δεν θα πήγαινα από πυρκαγιά, είναι μεγάλο μαρτύριο να καίγεσαι ζωντανός, άσχημος θάνατος. Το φετινό καλοκαίρι πήγε κατά διαόλου, μας πήρε και μας σήκωσε και μας τσουρούφλισε. Ούτε μελτέμια είχε, ούτε ξαφνικές μπόρες, ούτε μπουρίνια κι αεράκια, ούτε άλλες δροσιές. Το χειρότερο όλων των εποχών, είπαν οι ειδικοί, έφταιγε η κλιματική αλλαγή του πλανήτη. Από δω και στο εξής έτσι θα είναι τα πράγματα, ακραία, έπρεπε να προσαρμοστούμε. Το νιώθαμε στο πετσί μας. Εδώ και δυο εβδομάδες μας είχε περιλάβει ένας άγριος καύσωνας, αιμοβόρος και εξουθενωτικός. Η πόλη είχε αδειάσει για τα καλά, έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Το θερμόμετρο σταθερά πάνω απ’ τους σαράντα και η υγρασία στα επίπεδα των τροπικών. Κατάσταση αφόρητη. Οι περισσότεροι έφυγαν για τα νησιά και τα βουνά, για διακοπές με φίλους ή φιλοξενούμενοι σε συγγενείς. Μα και φέτος κάποιοι απ’ αυτούς δεν πρόκειται να γλυτώσουν, θα καούν ολοζώντανοι, σκέφτηκα και παρηγορήθηκα. Εγώ δεν θα το ρισκάριζα, αν και είναι όμορφο θέαμα η μεγάλη φωτιά, έστω κι απ’ την τηλεόραση. Κάτι ξέρουν οι πυρομανείς.

Από παιδί μισούσα τα καλοκαίρια. Δεν ήθελα να αφήνω την πόλη και να χάνω τη σειρά μου, ακόμα κι αν άδειαζε ολόκληρη. Οι γονείς με τραβούσαν με το ζόρι στα βουνά και στις παραλίες, το ιώδιο κι ο φρέσκος αέρας θα κάνανε καλό στην υγεία μου, λέγανε, σαν να ήμουνα κανένα καχεκτικό και αρρωστιάρικο. Ξεκαλοκαιριάζαμε εδώ κι εκεί, σε διάφορους συγγενείς και φίλους, κυρίως του πατέρα. Έτσι, εντελώς ξαφνικά, απ’ την μια μέρα στην άλλη, βρισκόμουν ανάμεσα σε άγνωστα πρόσωπα που με κοιτούσανε περίεργα, δεν ξέρω για πιο λόγο, ακόμα και τα παιδάκια τους, που κάποια ήταν και στην ηλικία μου. Δεν ταίριαζα με κανένα, με τα χίλια ζόρια έπαιζα μαζί τους, κι αυτά σίγουρα το καταλάβαιναν. Μου ήταν από εντελώς αδιάφοροι, έως και απεχθείς. Τους έβλεπα στη χάση και στη φέξη και δεν είχαμε τίποτα ουσιαστικό να πούμε. Μα και μεταξύ τους οι μεγάλοι όλο μαλακίες λέγανε, κάτι άνοστα καλαμπούρια και σαχλαμάρες του κώλου για να περνάει η ώρα. Ο μπαμπάς κι η μαμά τους χαμογελούσαν ευγενικά, με συγκατάβαση, τι άλλο να έκαναν, νιώθανε μεγάλη υποχρέωση, το ιώδιο της θάλασσας και ο καθαρός αέρας της εξοχής έπρεπε να πληρωθούν ακριβά και προκαταβολικά. Γι’ αυτό και τους ενοχλούσαν τα ξινισμένα μου μούτρα, μα δυστυχώς δεν μπορούσα να τ’ αλλάξω, δεν είχα άλλα, καλύτερα να βάλω. «Είσαι ανώριμος, κακομαθημένος και αναίσθητος, τίποτα δεν σε ευχαριστεί!» με μάλωνε η μαμά γεμάτη τσαντίλα όταν με ξεμονάχιαζε, δεν ήθελε να ακούσουν οι άλλοι. Δεν της απαντούσα, αλλά ούτε και κοκκίνιζα απ’ τη ντροπή μου, αντιθέτως έβαζα τα γέλια με τη φάτσα της. Δεν μπορούσα μα συγκρατηθώ, όταν νευρίαζε είχε πολύ πλάκα, πάντα μου έφτιαχνε το κέφι. Έτσι κι αλλιώς, ήταν ακίνδυνη, δεν τη φοβόμουν, ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω μου, ούτε ο μπαμπάς. Πάντως  δεν είχε κι άδικο, ήμουν κάπως ανάγωγος και λίγο αχάριστος εκείνον τον καιρό. Μα δεν το ‘θελα και δεν το ‘κανα επίτηδες, έτσι μου έβγαινε, εντελώς αυθόρμητα, αυτός ήταν ο χαρακτήρας μου και τότε δεν μπορούσα ακόμα να τον ελέγξω.

Ωστόσο, δεν ήταν όλα τόσο μαύρα και άραχνα στις καλοκαιρινές μου διακοπές, υπήρχαν και στιγμές θεσπέσιας απόλαυσης. Όταν έπαιρνα μάτι τις γυναίκες (μικρές και μεγάλες) που αλλάζανε για να πάνε για μπάνιο, μα πιο πολύ τα βράδια που πέφταμε για ύπνο στριμωγμένοι σε κοινά δωμάτια. Με θεωρούσαν μικρό ακόμα και ακίνδυνο και με βάζανε στη μέση, μιας και δεν έπιανα πολύ χώρο. Ερεθιζόμουν και κολλούσα πίσω τους, ανάσαινα βαριά και ακανόνιστα, τριβόμουνα και χαϊδευόμουνα, μα δεν έδειχναν να ενοχλούνται, δεν έδιναν σημασία, μπορεί όμως και να έκαναν και τις κοιμισμένες, ποιος ξέρει. Το πρώιμο ξύπνημα της άγουρης σάρκας μου, που ολόκληρα βράδια (και κάποια μεσημέρια) με άφηνε εξουθενωμένο και άυπνο. Έτσι κι αλλιώς, ήμουν ακόμη μικρός και ακίνδυνος. Αργότερα ήρθαν  και άλλα πιο καυλωμένα καλοκαίρια, και άλλα, όλο και πιο καυτά μεσημέρια, και όσο μεγάλωνα γινόμουνα όλο και πιο επικίνδυνος. Μα, από τότε που πέθανε ο πατέρας, οι επισκέψεις μας στους «βλάχους και τους χωριάτες» (έτσι τους έλεγα στη μαμά για να την τσαντίζω) αραίωσαν. Και κάποτε οι παραθερισμοί και οι βόλτες στις εξοχές σταμάτησαν εντελώς. Όπως και οι ολονύχτιες αγρύπνιες των επικίνδυνων,  άσκοπων και ανέξοδων ερεθισμών. Ευτυχώς. 

Σηκώθηκα και τράβηξα για το ψυγείο. Δεν πεινούσα, μόνο διψούσα και ένιωθα πιασμένος, τόσες ώρες πάνω στο κρεβάτι. Κατέβασα μισή μπουκάλα παγωμένο νερό και για να ξεμουδιάσω άρχισα να βολτάρω πέρα δώθε. Σιγά σιγά ερχόταν το σούρουπο, μα η κάψα δεν έλεγε να κοπάσει. Είχα μέρες να βγω για περπάτημα και τα νεύρα μου είχαν τσιτώσει επικίνδυνα, χώρια η υγρασία, η ζέστη και η μοναξιά, είχα μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο. Όταν σκοτείνιασε για τα καλά έκανα άλλο ένα κρύο ντους κι αποφάσισα να βγω στο μπαλκόνι. Όπου έφτανε το μάτι μου αντίκριζα ερημιά και σιωπή. Και ξαφνικά βγήκε κι αυτή έξω, στο διπλανό μπαλκόνι. Πρώτα την άκουσα και μετά είδα το περίγραμμά της να σχηματίζεται πάνω στο γυάλινο χώρισμα. Δεν ήξερα αν με είχε πάρει είδηση. Μιλούσε στο κινητό της ακατάπαυστα, σε ρυθμό πολυβόλου, το στόμα της πήγαινε ροδάνι. Άραγε ποιος φουκαριάρης την πλήρωνε πάλι, δεν ήξερα, μα δεν έπρεπε να τον λυπάμαι, πλήρωνε κι αυτός τα γαμησιάτικα. Απροσδόκητα, μου έφτιαξε το κέφι. Κάθισα και απόλαυσα τον μονόλογό της, σαν να άκουγα θεατρικό του ραδιοφώνου. Πάλι τσακωνότανε, μάλλον με το τελευταίο της αμόρε. Κάποιες στιγμές γινόταν μελοδραματική, έβαζε τα κλάματα, τον εκλιπαρούσε, μα γρήγορα έπαιρνε και πάλι τα πάνω της, τον άρχιζε στα μπινελίκια και τα γαμωσταυρίδια, «όταν γαμούσες ήταν ωραία, παλιομαλάκα, παλιοκαργιόλη, ε, άντε και στο διάολο, λοιπόν!!!» του είπε στο τέλος και του ‘κλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα. Ευτυχώς, γιατί το βρωμόστομά της είχε αρχίσει να με κουράζει, η υπόθεση όμως είχε πολύ πλάκα. Για λίγο συνέχισε τη μουρμούρα μοναχή της, περπατώντας νευρικά πέρα δώθε και καπνίζοντας, μα δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Και ξαφνικά είδα το κεφάλι της να προεξέχει απ’ το μπαλκόνι, κολλημένη στο χώρισμα και να με κοιτάζει περίεργα. Τα μάτια της γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι. Παρέμεινα να την κοιτάζω σιωπηλός. Η γειτόνισσα μίλησε πρώτη. «Είδες τι τραβάω με όλους τους μαλάκες καλοκαιριάτικα;» Της χαμογέλασα μα και πάλι δεν έβγαλα άχνα, φοβόμουν ότι ερχόταν κι η σειρά μου, με τη θεοπάλαβη που έμενε δίπλα μου. Και κείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι μοιάζαμε με τους πρωτόπλαστους λίγο πριν δαγκώσουνε το μήλο.