Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

ΠΡΩΤΟ ΦΙΛΙ


 

Όλες οι μέρες των γιορτών πέρασαν γρήγορα, σαν ανεμοστρόβιλος. Όπως το φοβόμουνα, ο κοντός μου έγινε τσιμπούρι. Όχι πως δεν τα ‘θελε κι εμένα ο κώλος μου. Κάθε βράδυ τα πίναμε μαζί μέχρι πρωίας και την άλλη μέρα ξύπναγα με ένα κεφάλι κουδούνι. Δεν μ’ άφηνε να πληρώσω, σαν να ήμουν η γκόμενά του κι αυτός μες στην τρελή καψούρα. Με πείραζε κάπως, μα δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι. Έτσι κι αλλιώς, φαινόταν ματσωμένος, κυκλοφορούσε συνέχεια μ’ ένα πάκο χαρτονομίσματα στην τσέπη. Κάθε απόγευμα συναντιόμασταν στο καφενείο και μετά πηγαίναμε να τσιμπήσουμε στην ταβέρνα ενός φίλου του στην απάνω πόλη με φάτσα το κάστρο, είχε καλό κρασί. Τον ήξερε απ’ τα χρόνια του ορφανοτροφείου, πήγανε και στρατό μαζί, έκαναν ωραίες αλητείες στα νιάτα τους, διαπράξανε όλα τα παραπτώματα, μου ‘λεγε με περηφάνια. Ήταν ωραίος μάγκας, αλανιάρης, παιδί ξηγημένο και τζιμάνι. Μετά αυτός παντρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε, έκανε και δυο παιδάκια, «όχι σαν εμένα τον αχαΐρευτο, τον ανεπρόκοπο, τον ρεμπεσκιέ που έμεινα μπεκιάρης» κατέληγε ο φίλος μου, αναπολώντας τα παλιά. Καμιά φορά βούρκωνε και ήταν έτοιμος να τον πάρουν τα ζουμιά. Παραξενευόμουν. Άγνωστο πού έκρυβε τόση ευαισθησία. Αν κάποιος τον έβλεπε για πρώτη φορά θα έλεγε ότι έχει σκοτώσει δέκα. Δεν ξέρω, μπορεί να είχε κάνει και φόνο, τον είχα ικανό. Τουλάχιστον ήξερα ότι κουβαλούσε μαζί του σιδερικό. «Για ασφάλεια», μου είχε δικαιολογηθεί. Όμως όταν βρισκότανε μαζί μου έβγαζε άλλον εαυτό και γινόταν ένα παραπονιάρικο παιδί. Για να τον παρηγορήσω του έλεγα κι εγώ με τη σειρά μου διάσπαρτα κάποια κομμάτια, τα πιο ανώδυνα και ανεπαίσθητα, απ’ τον έτσι κι αλλιώς ασήμαντο, άχαρο και βαρετό πρότερο βίο μου. Άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον. «Μπράβο ρε, τους τα βρόντηξες όλα και την κοπάνησες, αυτές είναι αποδράσεις!» μου ‘λεγε στο τέλος και μ’ αγκάλιαζε και με φιλούσε σαν ένα χαμένο παλιόφιλο που τον ξανάβρισκε ύστερα από πάρα πολλά χρόνια. Με τόση ζέση και τρυφεράδα.

Λέγαμε πολλά και διάφορα, όχι μόνο για μας, αλλά γενικότερα για την κοινωνία, τη ζωή, τον κόσμο. Περιέργως, στα πιο πολλά συμφωνούσαμε. Αν και εκ πρώτης όψεως δεν του φαινότανε, ήταν άτομο στέρεο και κατασταλαγμένο, την είχε φιλοσοφήσει τη ζωή. Ούτε αυτός πίστευε σε θεούς και σε δαίμονες, ούτε κι αυτός περίμενε κάποιον αυτόκλητο σωτήρα να έρθει να τον σώσει, ούτε πίστευε ότι αυτή η σκατένια κατάσταση μπορεί να αλλάξει. Ήταν απαισιόδοξος. Δεν πίστευε σε θαύματα και ταχυδακτυλουργίες.  Ζούσε χωρίς ελπίδες, μόνο για το παρόν, για την απόλαυση του εδώ και τώρα. Και χαιρόταν απλά και μόνο επειδή ήταν ακόμα πάνω απ’ το χώμα. «Δεν βλέπεις ότι οι περισσότεροι είναι ηλίθιοι;» φώναζε τσαντισμένος για τη μαλακία που δέρνει τον κοσμάκη. Κι άρχιζε ξαφνικά τα μπινελίκια και τις χριστοπαναγίες, όμως γρήγορα ηρεμούσε, πέταγε ένα «δεν πα να γαμηθούν όλοι τους, τι φταίνε κι αυτοί, άντε γεια μας!» και σκασμένοι στα γέλια τσουγκράγαμε τα ποτήρια μας. Μόνο όταν του εκμυστηρεύτηκα ότι μουτζουρώνω κάποια χαρτιά, για να μην με νομίζει εντελώς άεργο και για να του κάνω κάπως εντύπωση, βέβαια, να του παραστήσω τον καμπόσο, τον δήθεν κουλτουριάρη, μ’ έβαλε αμέσως στη θέση μου. «Γιατί χάνεις το χρόνο σου κύριε συγγραφέα, μήπως θέλεις να γίνεις πλούσιος και διάσημος;» Προσγειώθηκα ανώμαλα στην πραγματικότητα. Δεν περίμενα τέτοια αντίδραση και σίγουρα δεν ήταν από ζηλοφθονία. Πειράχτηκα. Ξαφνικά, το ύφος του έγινε ειρωνικό, υποτιμητικό και απαξιωτικό, μ’ έφτυνε κατάμουτρα. Όμως, μου άρεσε κιόλας γιατί, παρ’ όλη τη συμπάθεια που μου ‘δειχνε, ήταν ειλικρινής και ντόμπρος, δεν μασούσε τα λόγια του. Απ’ την άλλη, ίσως και να ‘χε δίκιο, κι ας μην το παραδεχόμουνα. Όλα για μια κάλπικη υστεροφημία, χωρίς αντίκρισμα. Έγραφε κι αυτός, είπε, αλλά μόνο για τον εαυτό του, χωρίς αναγνώστες, κριτικούς και εκδότες. Έγραφε το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής του, κι ας μη γινόταν ποτέ διάσημος. «Μη φοβάσαι, κάποτε θα γράψω εγώ για σένα και θα σε κάνω γνωστό σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αθάνατο μέσα στην αιωνιότητα!» του είπα κι αμέσως σκάσαμε στα γέλια και τσουγκρίσαμε ξανά τα ποτήρια μας. «Γαμώ τη μούρλια που σε διακρίνει!» πρόσθεσε, έτσι για κομπλιμέντο. Λέγαμε κι άλλα πολλά και κατά τις δύο που έκλεινε η ταβέρνα ο φίλος του ο κάπελας μας έδιωχνε με τρόπο. «Άντε, κοντέ, να την κοπανάμε σιγά σιγά, κι αύριο νύχτα είναι!» Δεν είχε κι άδικο. Του ‘χαμε σκοτίσει τ’ αρχίδια του ανθρώπου με την πάρλα μας.

Κατηφορίζαμε με τα πόδια για να μας φυσήξει άπλετος καθαρός αέρας. Κάνα τέταρτο δρόμος ήταν και καταλήγαμε στο μπαρ της φίλης του, της κουτσής. Εκεί, μπαίνοντας μέσα, μεταμορφωνόταν και πάλι στον σκληρό καργιόλη που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του προκαλώντας σε όλους φόβο και δέος. Όσο μπόι του έλειπε τόσο η μαγκιά και ο τσαμπουκάς ξεχείλιζε απ’ τα μπατζάκια του και θα ‘πρεπε να ‘σαι πολύ μαλάκας για να τα βάλεις μαζί του. Ή βαλτός. Η θέση του ήταν στην άκρη της μπάρας πλάι στην τζαμαρία.  Δίπλα υπήρχε κι ένα άδειο σκαμπό για μένα, τον καινούργιο του φίλο. Από κει μπορούσε να επιβλέπει το μαγαζί, αλλά και την κίνηση έξω. Πίναμε κάμποσα ποτά, τα περισσότερα εκείνος. Ήταν σωστή νεροφίδα, μα δεν μεθούσε. Ξημερώματα την κοπανάγαμε. Με συνόδευε μέχρι κάτω απ’ το σπίτι μου, λέγαμε τις καληνύχτες και τις καλημέρες κι αυτός συνέχιζε την πορεία του πάντα προς άγνωστη κατεύθυνση. Μια φορά τον ρώτησα. «Καλή η διασκέδαση, μα πρέπει και να δουλέψουμε!» μου απάντησε με νόημα δίχως περαιτέρω εξηγήσεις. Δεν ήθελε να μου πει, ούτε κι εγώ επέμεινα. Μα το μυαλό μου πήγαινε σε πολλά και διάφορα. Και όχι πάντα στα καλύτερα.

Μου ‘χε πει ότι με την κουτσή τα είχανε τσουγκρίσει πάλι και δεν της έδινε πολλά χνώτα. Η σχέση τους δεν ήταν απλά επαγγελματική, αλλά κάθε τόσο περνούσε από χίλια μύρια κύματα και άγριες θαλασσοταραχές. Αγαπιόντουσαν, ζούσαν μαζί, αν και ανύπαντροι, μα ήταν και οι δυο τους δύσκολοι χαρακτήρες. Έτσι, κάθε τόσο άρχιζαν τα παρατράγουδα, συνήθως από ζήλεια. Αυτός πού και πού ξενογαμούσε, έτσι για ποικιλία. Το γαμήσι ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία του, τα άλλα ερχόντουσαν δεύτερα. Και παρ’ όλο που μεγαλώνοντας γινόταν όλο και πιο επιλεκτικός, δεν μπορούσε να αντισταθεί μπροστά σε ένα όμορφο καλοσμιλεμένο κωλαράκι, ήθελε να το πάρει ατάκα κι επιτόπου. Μεγάλος κωλομπαράς, ο φίλος μου. «Κώλος να ‘ναι, κι ότι να ‘ναι!» έλεγε χαριτολογώντας και συμφωνούσα μαζί του, θέλοντας και μη. Όμως, και κείνη λοξοκοίταζε, πιο πολύ για να του την σπάσει. Σαν να του ‘λεγε «άμα θέλω το κατέχω κι εγώ το άθλημα, κοντέ, γι’ αυτό μία σου και μία μου και άντε και γαμήσου!». Τότε, όταν γύριζαν σπίτι (ποτέ μπροστά σε άλλους) πιωμένος όπως ήτανε, την έπιανε απ’ το μαλλί και της έδινε καμιά ανάστροφή κι αυτή τον πέταγε έξω με βρισιές και κλοτσιές. Οι πρωινιάτικοι καβγάδες τους ήταν ομηρικοί και αναστάτωναν ολόκληρη την πολυκατοικία. Οι γείτονες είχαν συνηθίσει κάθε τόσο τα παρατράγουδα, απ’ την άλλη  δεν τολμούσαν και να καλέσουν την αστυνομία. Ήξεραν τι μεγάλο κουμάσι είναι ο κοντός. Έκαναν υπομονή, ελπίζοντας αυτή η ολέθρια σχέση να καταλήξει στο αναμενόμενο φονικό έγκλημα για να ξεβρομίσει ο τόπος απ’ την παρουσία και των δύο, εδώ που μας ήρθαν. Παρ’ όλα αυτά, η κουτσή κι ο κοντός δεν μπορούσαν να ζήσουν για καιρό χώρια, το πολύ μια βδομάδα. Και πάντα γλεντούσαν το ξανασμίξιμο με μια φλογερή ερωτική πράξη. Μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα.

Ένα βράδυ τον ρώτησα πώς το έπαθε και κουτσάθηκε, το μυαλό μου πήγαινε σε κάποιο ελάττωμα από γεννησιμιού της.  Στην αρχή ο κοντός ξαφνιάστηκε,  πειράχτηκε, δεν περίμενε να τον ρωτήσω γι’ αυτό. Αργότερα κατάλαβα την γκάφα μου, είχα φανεί κάπως αδιάκριτος. Όταν ήταν μικρή έπεσε και έσπασε το ποδάρι της, μου είπε με τα πολλά. Οι γιατροί δεν την πρόσεξαν όπως έπρεπε, το κάταγμα κόλλησε στραβά και της έμεινε κουσούρι. Μασούσε τα λόγια του και κατάλαβα ότι δεν μου ‘λεγε την αλήθεια. Όμως, δεν επέμεινα. Δεν μου ‘πεφτε λόγος και δεν του ξανάκανα κουβέντα.

Τούτη τη φορά τα ξαναβρήκαν την πρωτοχρονιά. Λόγω της ημέρας, η ταβέρνα του φίλου στο κάστρο έμεινε κλειστή. Έτσι, τσιμπήσαμε πρόχειρα στο καφενείο κι ύστερα πήγαμε κατευθείαν στο μπαρ. Το στολισμένο μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο, μα πολύ όμορφο. Μόνο δυο ξέμπαρκοι στην μπάρα και το προσωπικό του μαγαζιού, τρεις νεαρές κοπέλες εκπάγλου καλλονής από τις χώρες του πάλαι ποτέ ενδόξου ανατολικού μπλοκ. Έκαναν κονσομασιόν, κρατούσαν συντροφιά στους μοναχικούς πελάτες και ότι άλλο ήθελε προκύψει. Λεφτά να υπήρχαν κι όλα γίνονταν. Καθίσαμε στη θέση μας και μετά από λίγο ήρθαν και τα ποτά. Η κουτσή με χαιρέτησε εγκάρδια, μα στον κοντό δεν έριξε ούτε ένα υποτιμητικό βλέφαρο, καμία σημασία, τον έφτυσε τελείως. Εκείνος στραβομουτσούνιασε. Είχαν δυο βδομάδες τσακωμένοι και μάλιστα για ασήμαντη αφορμή (αυτή ήταν η άποψή του) δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση, ξεροψηνόταν. Και μάλιστα τέτοια χρονιάρα μέρα. Απ’ την άλλη όμως κώλωνε και να της μιλήσει και να σπάσει πρώτος τον πάγο. Ήταν ζήτημα εγωισμού και τιμής, να πούμε. Και κείνη όμως ανένδοτη. Είχε μουλαρώσει για τα καλά, δεν έκανε πίσω. Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα και μπήκανε δυο αντροπαρέες με γέλια και χαρές. Το μαγαζί ζωντάνεψε, η εορταστική μουσική δυνάμωσε και οι κοπέλες έπιασαν αμέσως δουλειά.

Μεσάνυχτα ακριβώς η μουσική σταμάτησε απότομα, τα φώτα έσβησαν και το μαγαζί σκοτείνιασε, δεν βλέπαμε τη μύτη μας. Έξω ο ουρανός γέμισε από λαμπερά πυροτεχνήματα και πολύχρωμα βεγγαλικά, το θέαμα ήταν όμορφο. Μες στο σκοτάδι κάποιοι μεθυσμένοι άρχισαν να τραγουδάνε σαν τα μικρά παιδιά το «Πάει ο παλιός ο χρόνος» κι ένιωσα μια περίεργη συγκίνηση, ένα φτερούγισμα στο στήθος. Όταν ξανάνοιξαν τα φώτα,  ξέσπασαν όλοι σε παρατεταμένα χειροκροτήματα, σφυρίγματα και αλαλαγμούς. Για λίγο επικράτησε πανδαιμόνιο. Στο βάθος μάλιστα ακούστηκαν να σπάνε κάτι ποτήρια, μα κανείς δεν έδωσε σημασία. Το κέφι είχε απογειωθεί στα ουράνια. Γύρισα να ευχηθώ στον φίλο μου «καλή χρονιά» κι έμεινα στήλη άλατος. Εκείνη είχε καβαλήσει την μπάρα, τον είχε αγκαλιάσει και τον φιλούσε  περιπαθώς, δεν ξέρω πόση ώρα. Τους παρατηρούσα με χαρά και με ζήλια. Όταν επιτέλους ξέμπλεξαν  τις γλώσσες τους και τα κορμιά τους, αγκάλιασε και μένα, μου ευχήθηκε «χρόνια πολλά και καλή χρονιά», μου ‘δωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και γύρισε στο πόστο της. Έστω και ξώφλτσο, ήταν το πρώτο φιλί της καινούργιας χρονιάς, καλό σημάδι. Στο μαγαζί οι ευχές και τα φιλιά έδιναν κι έπαιρναν και το αλκοόλ έρεε άφθονο απ’ τα μπουκάλια και τα ποτήρια στα χείλια, τα στομάχια και τα μυαλά των πελατών. Κάθε τόσο δρόσιζαν και οι κοπέλες το στόμα τους. «Καλή χρονιά, ρε!» ευχήθηκα στον κοντό, μου είπε «επίσης, ρε, ότι επιθυμείς να το πάθεις!» και μ’ αγκάλιασε σφιχτά με τις χερούκλες του, παραλίγο να με σκάσει. Το πρόσωπό του είχε φωτίσει από χαρά κι  έκανε σαν μικρό παιδί. «Την είδες ρε την καργιόλα; την είδες; μ’ αγαπάει, ρε! μ’ αγαπάει!» έλεγε και ξανάλεγε και μου τράνταζε τους ώμους. Με μιας είχε βρεθεί στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας.

Ολόκληρη η νύχτα κύλισε μες στο τσακίρ κέφι, με μουσική, γλέντι και τρελό χορό, με αισθησιακά τσιφτετέλια και ρούμπες απ’ τις κοπέλες και μάγκικα χασάπικα και ζεϊμπέκικα. Και κάθε τόσο όλο και κάποιος έπαιρνε αγκαζέ μια  κοπέλα και τραβούσε στο βάθος για τον ιερό σκοπό. Του κοντού γελούσαν και τα μουστάκια που δεν είχε, ταυτόχρονα όμως δεν ξεχνιόταν, είχε τα μάτια του δεκατέσσερα και διατηρούσε απόλυτα τον έλεγχο της κατάστασης. Όμως, παρ’ όλη την πολυκοσμία και την εξαλλοσύνη της βραδιάς δεν συνέβησαν παρατράγουδα.  Μια φορά μόνο πήγε στο βάθος για κάτι διαπληκτισμούς ανάμεσα σε δυο παρέες και κάτι περίεργα σπασίματα που ακούστηκαν (του έκανε νόημα η κουτσή) κι έκανε τις απαραίτητες συστάσεις, έως εκεί. Ευτυχώς, δεν είχα καμιά όρεξη να μπλεχτώ σε καβγά για χάρη του μαγαζιού. Απ’ τη στιγμή που ήμουνα παρέα του κοντού, και μόνο από φιλότιμο, αν ξέσπαγε, δεν θα μπορούσα να τον αποφύγω. Και ήμουν άμαθος από τέτοια μπλεξίματα, σχεδόν κότα, ρεζίλι θα γινόμουνα. Αν και σε τέτοιες περιπτώσεις το αλκοόλ βοηθάει. Σου δίνει θάρρος, ορμάς σαν λιοντάρι και όποιον πάρει ο χάρος.

«Ποια σου αρέσει;» Η ερώτηση ήταν ξαφνική και αναπάντεχη, δεν την περίμενα. Του ‘δειξα την μικρότερη, την πιο όμορφη. Γύρω στα είκοσι, φρέσκια μάλλον στη δουλειά, μελαχρινή, ψιλή, αδύνατη, κομμένη και ραμμένη στα γούστα μου. Της έκανε νόημα και ήρθε κοντά μας. Έκανε τις συστάσεις, χαιρετηθήκαμε και μετά κάτι της ψιθύρισε στο αυτί. Ήξερε τη γλώσσα της. Αυτή, χωρίς πολλά πολλά, μπήκε κατευθείαν στο νόημα. Με πλησίασε και χωρίς καμιά προειδοποίηση κόλλησε πάνω μου και με μικρές αργές κινήσεις άρχισε να τρίβεται. Δεν είπαμε τίποτα, έτσι κι αλλιώς μιλούσαμε διαφορετικές γλώσσες, δεν θα καταλαβαινόμασταν. Μόνο κοιταζόμασταν στα μάτια, χαμογελούσαμε κι εγώ σιγά σιγά άρχιζα να ερεθίζομαι. Άφησα το ποτό μου στη μπάρα, έσβησα το τσιγάρο και τα χέρια μου την αγκάλιασαν και χούφτωσαν απαλά το στενό εφηβικό της κωλαράκι. Ο κοντός από δίπλα απλά κάπνιζε και έπαιρνε μάτι. Κανείς άλλος μέσα στο μαγαζί δεν έδινε σημασία. Είχα καβλώσει και ο πούτσος μου είχε σφηνώσει κάτω απ’ το καυτό της μίνι, μέσα στην επικίνδυνη περιοχή, στην διακεκαυμένη ζώνη. Το κατάλαβε, ίσως να είχε κι αυτή ερεθιστεί, φαινόταν αναψοκοκκινισμένη. Με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε για το δωματιάκι. Μπήκαμε και κλείδωσε την πόρτα. Μας φώτιζε μόνο ένας μικρός κόκκινος πουτανιάρης. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Όταν πλησίασα το στόμα της δεν αντιστάθηκε, το ήθελε. Όλα γίνανε στα όρθια, ήταν πολύ στενά, μα δεν μ’ ενοχλούσε. Την φιλούσα με πάθος στα χείλη, στο λαιμό, στις ρώγες παντού. Ο χρόνος πάγωσε, όλα κράτησαν μόνο μια στιγμή. Όμως, ήταν ωραία. Την ευχαρίστησα και της έδωσα ένα τελευταίο τρυφερό φιλί. «Αυτά είναι για σένα!» της είπα. Στην αρχή αρνήθηκε, δεν ήθελε να τα πάρει. Επέμεινα. Ήξερα ότι αυτό το όμορφο ερωτικό γαμήσι ήταν κερασμένο απ’ τον φίλο μου, μα ήθελα κι εγώ να κάνω ένα πρωτοχρονιάτικο δωράκι σ’ αυτή την καλή κοπέλα που ήρθε απ’ τα ξένα ολομόναχη στη χώρα μας για να μας προσφέρει λίγες υποσχέσεις ευτυχίας, έστω και στιγμιαίες, απατηλές και ανεκπλήρωτες. Με ευχαρίστησε στην γλώσσα της με σλαβική προφορά και έχωσε τα χρήματα μέσα στο κόκκινο δαντελωτό της κιλοτάκι. Μετά ξεκλείδωσε και βγήκαμε έξω.

Χρειαζόμουν επειγόντως τσιγάρο και ποτό να επανέλθουν τα υγρά και η θερμοκρασία μου στα ίσα τους. Όταν με είδε ο κοντός να πλησιάζω χαμογέλασε. Μου τσίμπησε μαλακά το μάγουλο και μου χάιδεψε τρυφερά το σβέρκο. «Και στην αρχή νόμιζα ότι το τυλίγεις το πούρο!» είπε. Γελάσαμε δυνατά. Δεν ήξερα αν πράγματι μ’ είχε περάσει για καμιά κρυφαδερφή από τις τόσες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας ή έκανε πλάκα, μα δεν πειράχτηκα. «Έτσι κι αλλιώς, δεν είσαι ο τύπος μου!» του είπα αστειευόμενος και τον τσίμπησα δήθεν πονηρά στον μπούτι. Ούτε αυτός παρεξηγήθηκε. Σηκώσαμε τα ποτήρια μας ψηλά κι ευχηθήκαμε για άλλη μια φορά να είναι καλή η χρονιά που έρχεται. Τουλάχιστον, ξεκίναγε με τους καλύτερους οιωνούς. Όχι, όπως η προηγούμενη.        

Πέρσι, τέτοια μέρα, πέθανε η μαμά. Μαζί παράτησα και τη δουλειά και αποφάσισα να απομονωθώ από θεούς κι ανθρώπους και τρία χρόνια να πενθήσω την προηγούμενη ζωή μου που τέλειωνε άδοξα. Δύσκολη απόφαση. Δεν ήξερα πόση ζωή είχα μπροστά μου, ούτε τι θα την έκανα, αλλά έτσι δεν πήγαινε άλλο. Τέλος λοιπόν η αγνεία και η όψιμη παρθενία, τέλος οι στερήσεις, οι μετάνοιες και οι προσευχές. Τέλος οι καταναγκαστικοί και άσφαιροι αυνανισμοί μπροστά στον καθρέφτη. Αρκετά ταπεινώθηκα και ξεφτιλίστηκα στον εαυτό μου. Εξιλεώθηκα πλήρως για τα προηγούμενα ανομήματά μου. Ήταν καιρός να διαπράξω καινούργια, πιο ηδονικά, πιο ευφάνταστα και να πάω χορτάτος στον άλλο κόσμο. Και βέβαια, όχι πριν την ώρα μου. Ο κοντός και το περιβάλλον του, βουτηγμένο στην κραιπάλη, την παρανομία και την αμαρτία ήταν μια κάποια λύση. Πλέον, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ και τίποτα να χάσω. Έπρεπε να ρισκάρω, να ξεπεράσω το μέτρο και τα όρια που μου επέβαλλαν μια ολόκληρη ζωή. Χωρίς τύψεις, ντροπές και ενοχές. Αμετανόητος μέχρι την ύστατη ώρα. Μα ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο, με οποιοδήποτε τίμημα. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα κανέναν να με κλάψει και να στεναχωρηθεί για μένα, κανέναν να ζημιωθεί απ’ την απουσία μου. Κανέναν που να μ’ αγαπάει βαθιά και αληθινά. Ούτε κι εγώ, αλλά φταίω. Αρνήθηκα να διαιωνίσω το είδος μου,  αρνήθηκα να συνεχίσω την πατρική μου γενιά, αρνήθηκα να συνδεθώ με άλλον άνθρωπο.  Μάλλον, δεν μπόρεσα. Προσπάθησα μα δεν τα κατάφερα. Ήμουν κλεισμένος στο καβούκι μου, ανάπηρος, ανίκανος για οποιαδήποτε βαθιά και ουσιαστική επαφή. Μα δεν έφταιγα, έτσι ήταν η φτιαξιά μου. Εκ γενετής,  αντικοινωνικός και απροσάρμοστος, σχεδόν αυτιστικός. Ένα λάθος της φύσης. Μα πλέον τέρμα οι δικαιολογίες, έπρεπε κάτι να κάνω. Αυτές τις αποφάσεις έπαιρνα καπνίζοντας και πίνοντας ήρεμα το ποτό μου. Μες στη σούρα μου, αλλά με μια εκπληκτική διαύγεια πνεύματος, διατηρούσα την ψυχραιμία μου ανάμεσα σε καπνούς, εκτυφλωτικά φώτα και μουσικές. Μόνο κάποιες ανθρώπινες σκιές στροβιλίζονταν γύρω μου μαζί με ολόκληρο το μαγαζί. Πέρσι λοιπόν πέθανε η μαμά, ακριβώς πριν ένα χρόνο, μα ξέχασα να της κάνω το μνημόσυνο. Όχι επίτηδες, απλά μου διέφυγε. Την ξέχασα τελείως. Ούτε ένα κεράκι στον χορταριασμένο της τάφο δεν άναψα. Ούτε μια φορά δεν την επισκέφτηκα. Μα ξέρω ότι θα με συγχωρέσει.

Είχε ξημερώσει όταν έφευγε και η τελευταία παρέα. Μετά από λίγο οι κοπέλες του μαγαζιού φόρεσαν τα παλτά τους, πληρώθηκαν, μας καληνύχτισαν και τράβηξαν για το σπίτι τους. Έμεναν κοντά, λίγο παρακάτω, όλες μαζί, και τέτοια ώρα (έξω είχε φωτίσει) δεν χρειαζόντουσαν συνοδεία. Μείναμε οι τρεις μας τελευταίοι να καπνίζουμε αμίλητοι κοιτώντας το ταβάνι. «Της πουτάνας έγινε απόψε!» έσπασε πρώτος τη σιωπή ο κοντός. Η κουτσή συμφώνησε, ήταν μια πολύ καλή βραδιά με μπόλικη κονόμα. Το μαγαζί έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. Το αφήσαμε όπως ήταν, σε λίγο θα ‘ρχόταν η καθαρίστρια να το συμμαζέψει, κλείσαμε τα φώτα, κλειδώσαμε και χωμένοι στα παλτά μας βγήκαμε έξω στον καθαρό αέρα. Έκανε πουτσόκρυο κι ένας λαμπερός ήλιος ξεπρόβαλε σιγά σιγά πίσω απ’ το χιονισμένο βουνό. Τους πήγα μέχρι το σπίτι τους, είπαμε τις καληνύχτες και τις καλημέρες, ευχηθήκαμε πάντα τέτοια να ‘χουμε και κατόπιν χωρίσαμε. Τους φανταζόμουνα μετά από λίγο αγκαλιασμένους τρυφερά στο κρεβατάκι τους να λένε γλυκόλογα ο ένας στον άλλο και να κάνουν έρωτα και ζήλευα. Εγώ έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι μόνος. Δεν είχα παράπονο, ήταν μια όμορφη νύχτα και είχα καιρό να περάσω τόσο καλά. Μα τώρα είχε τελειώσει και κατά περίεργο τρόπο δεν είχα καμία όρεξη να πάω για ύπνο. Δεν νύσταζα. Το πρωινό ήταν όμορφο, οι δρόμοι και οι πλατείες ακόμη άδειοι. Ευτυχώς, το καφενείο είχε μόλις ανοίξει. Ένας καφές ήταν ότι χρειαζόμουνα.      

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ


 Η ώρα είχε πάει δέκα και το καφενείο είχε σχεδόν αδειάσει. Η τηλεόραση έπαιζε στο αθόρυβο ένα εορταστικό σόου, το ραδιόφωνο ήταν κλειστό. Επικρατούσε εκκωφαντική σιωπή. Το μαγαζί ήταν στολισμένο με πολύχρωμα μπιχλιμπίδια και τα λαμπάκια αναβόσβηναν ρυθμικά, υπήρχε κι ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο στη γωνιά πλάι στην τζαμαρία. Είχαμε μείνει εγώ, λίγο παραπέρα ο κοντός, μόνος του κι αυτός (κάπου κάπου μου έριχνε κλεφτές ματιές μα δεν έδινα σημασία) και μια παρέα στο στρογγυλό τραπέζι του βάθους. Ώρες ολόκληρες έπαιζαν χαρτιά με ανεξάντλητο πάθος, το ‘βλεπες καθαρά στις σφιγμένες και κατακόκκινες φάτσες τους. Η τράπουλα στα χέρια τους έβγαζε φλόγες, τα μάτια τους καρφωμένα στην πράσινη τσόχα, τα τασάκια ξεχείλιζαν αποτσίγαρα. Δεν έλεγαν να ξεκουμπιστούν για το σπιτάκι τους και το καθιερωμένο ρεβεγιόν. Τα μοσχάρια να σεβαστούν τουλάχιστον την  κοπέλα του μαγαζιού που μας κοίταζε με αδημονία και θλίψη, μα ντρεπόταν και να μας στείλει στο διάολο, για να γιορτάσει κι αυτή με τους δικούς της τη γέννηση του θείου βρέφους. Όπως όλος ο κόσμος. Πάντως, εγώ είχα λίγη τσίπα πάνω μου. Σε λίγο θα τέλειωνα το ποτό μου (μια γουλιά είχε μείνει μόνο) θα πλήρωνα το λογαριασμό, θα της άφηνα τα ρέστα για πουρμπουάρ και θα ‘παιρνα τον πούλο προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν ήξερα που να συνεχίσω τη βραδιά,  σίγουρα όμως δεν θα πήγαινα από τώρα για ύπνο.  Σε λίγες ώρες, μέσα στη βαθιά τη νύχτα, θα γεννιόταν και φέτος ο καλός άνθρωπος σε κάποια μακρινή φάτνη ανάμεσα σε άλλα αθώα πλάσματα. Κοίταξα έξω απ’ τη τζαμαρία ψάχνοντας ψηλά στον ουρανό το λαμπρό άστρο της ανατολής. Μάταια. Ήταν θεοσκότεινα, όλο πυκνά απειλητικά σύννεφα. Ούτε αστέρια, ούτε φεγγάρια, ούτε τίποτα απόψε, μόνο μαυρίλα και καταχνιά. Για μια στιγμή απελπίστηκα, έχασα τελείως το κουράγιο μου κι αυτό το λιγοστό κέφι που μου είχε απομείνει λόγω των ημερών. Σήκωσα μηχανικά το ποτήρι ψηλά, ευχήθηκα στην υγειά μου, να ζήσω χίλια χρόνια ακόμη και το κατέβασα άσπρο πάτο. Όταν έκανα νόημα στην κοπελιά το προσωπάκι της έλαμψε από ευτυχία. Την πλήρωσα, της ευχήθηκα καληνύχτα και χρόνια πολλά κι αυτή με ευχαρίστησε με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα κερασένια της χείλη.

Τότε ξαφνικά δημιουργήθηκε φασαρία και αναστάτωση. Άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα τρία παιδάκια κρατώντας τρίγωνα. Έμοιαζαν αδερφάκια, μα μου ήταν άγνωστα, δεν τα είχα ξαναδεί στη γειτονιά. «Να τα πούμε;» Η ερώτηση αποδείχτηκε καθαρά ρητορική. Αμέσως, δίχως να περιμένουν την άδεια κανενός, άρχισαν να παίζουν τα κάλαντα. Απ’ το βάθος τα χαρτόμουτρα ενοχλήθηκαν, δυσανασχέτησαν, ακούστηκε και μια βρισιά στον αέρα, ίσως για κάποιο άσχημο φύλλο που μόλις έπεσε στο τραπέζι. Τα παιδιά με τις ψιλές τους φωνούλες τραγουδούσαν (κάπως παράφωνα και φάλτσα) και το κοριτσάκι στη μέση μπέρδευε τα λόγια του, μα δεν είχε σημασία, τους αφήσαμε να τα πούνε ολόκληρα. Έτσι κι αλλιώς μετά από λίγο δεν πρόσεχα, ήδη είχα πιει τρία ποτά και αυτοσχεδίαζα. Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν, ρε μάγκες, τι χαμπάρια, να μπούμε στ’ αρχοντικό σας, σήμερα που γεννιέται ο βασιλιάς των ουρανών, ο ποιητής των όλων, τουμπεκιαστείτε λοιπόν, ρε χαμούρες, ρε κωλοτρυπήδες, αυτό το αγαθό παιδί, το αθώο, το πιο καλό, που το γαμήσατε και το σταυρώσατε χωρίς να φταίει σε τίποτα, και τα λοιπά και τα λοιπά. Απ’ το πιόμα, η αεριωθούμενη φαντασία μου είχα φτάσει κιόλας στην ανάσταση.  Όταν τέλειωσαν τους έδωσα τα κέρματα που βρέθηκαν στην τσέπη μου και ο κοντός ένα χαρτονόμισμα. Τον είδα μάλιστα να χαμογελά λιγάκι, γεγονός σπάνιο και αξιοπερίεργο. Η τετράδα της τσόχας δεν έδωσε σημασία. Κάποιος μόνο τους πέταξε ανόρεχτα ένα κέρμα στα μούτρα για να τα ξεφορτωθεί. Τα παιδάκια φαίνονταν κουρασμένα από μια δύσκολη παγερή μέρα, ειδικά το κοριτσάκι παραπάταγε εδώ και κει, πλέον δεν το κρατούσαν τα ποδαράκια του. Θα είχαν ξυπνήσει από πολύ νωρίς, σε λίγο θα τέλειωναν, ίσως να ‘μασταν και το τελευταίο μαγαζί που μπαίνανε. Μετά από λίγο φύγανε και στο μαγαζί επικράτησε πάλι νεκρική σιωπή.

Σηκώθηκα κι εγώ απ’ τη θέση μου, άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω. Ήταν περασμένες έντεκα. Απ’ τα φωτισμένα διαμερίσματα των πολυκατοικιών ακούγονταν παιδικές φωνούλες και τραγούδια, γέλια και χαρές. Η πλατεία και οι γύρω δρόμοι ήταν στολισμένοι με πολύχρωμα αγγελάκια που έψελναν και υμνολογούσαν την χαρμόσυνη ελπίδα. Χώθηκα μέσα στο παλτό μου, ανασήκωσα τους γιακάδες και άναψα τσιγάρο. Έκανε ψοφόκρυο, είχε και υγρασία, μα είχα όρεξη για περπάτημα. Να εξατμίσω λίγο αλκοόλ απ’ το αίμα μου, να εκτονώσω λίγη μούρλια, να καταπραΰνω τα τσιτωμένα μου νεύρα. Να χαλαρώσω. Έριξα μια ματιά τριγύρω μα τα παιδάκια είχαν εξαφανιστεί. Τέντωσα το αυτί μου μήπως και ακούσω τα τρίγωνά τους, τίποτα. Εγώ δεν είχα πει ποτέ τα κάλαντα, δεν με άφηναν οι δικοί μου. Μια χρονιά τους ζήτησα να βγω μ’ έναν φίλο μου, μα μου το απαγόρευσαν αυστηρά. Ο πατέρας δεν το θεωρούσε έθιμο, αλλά ζητιανιά. «Τι για το καλό και κουραφέξαλα μου λες, δεν πεινάς και δεν έχεις ανάγκη από ελεημοσύνες!» μου είπε τσαντισμένος και δεν επέμεινα. Για την μητέρα ήταν επικίνδυνο δυο μικρά παιδιά ολομόναχα στο δρόμο. Αν ήθελα μπορούσα να τα πω σ’ αυτούς και στους  συγγενείς μας, έως εκεί, σε σπίτια γνωστά και ασφαλή. Θύμωσα και δεν τα είπα σε κανέναν αδιαφορώντας για τα δώρα και τα χαρτζιλίκια τους. Ούτε τους ξανάκανα κουβέντα. Κρίμα μόνο που δεν τους ρώτησα τότε πώς περνούσαν τις γιορτές όταν κι αυτοί ήτανε παιδιά, αν τους άρεσαν. Δεν μου πέρασε καν  απ’ το μυαλό. Τώρα είναι πολύ αργά για ερωτήσεις.

«Μήπως έχεις ένα τσιγάρο, φίλε;» Η βραχνή φωνή με ξάφνιασε και γύρισα να δω. Ήταν ο κοντός. Με είχε πάρει από πίσω, δεν το ‘χα καταλάβει. Του έδωσα, μαζί και τον αναπτήρα να κάνει τη δουλειά του. Άκουσα ένα ψόφιο ευχαριστώ και μια δειλή ερώτηση αν η παρουσία του με ενοχλούσε. Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους μου και του χαμογέλασα. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ μόνος ήμουν. Ήταν τουλάχιστον ευγενικός και κάπως μαζεμένος απέναντί μου, παρ’ όλο που είχε  τη φήμη του παλιόμουτρου (περίεργο μουσούδι) γι’ αυτό και μέχρι τώρα τον απόφευγα. Όχι ότι μου είχε κάνει τίποτα, αλλά δεν είχαμε πολλά πάρε δώσε, μόνο ένα γεια ή μια καλησπέρα όποτε συναντιόμασταν στο καφενείο ή στο δρόμο. Δεν είχε πολύ καιρό που έσκασε μύτη στην περιοχή, δυο τρία χρόνια περίπου. Συνήθως έκανε παρέα με τον ψηλό και τον χοντρό μα τον τελευταίο καιρό είχαν αραιώσει οι επαφές τους και κυκλοφορούσε μόνος. Στην ηλικία μου πρέπει να ‘τανε, μα ήταν σπασμένος και φαινόταν μεγαλύτερος. Δεν γνώριζα και πολλά για τη ζωή του. Μόνο ότι τραβιότανε με μια καμπαρετζού, την κουτσή, και ότι της τα μάσαγε κανονικά και με τον νόμο. Νταβατζής, προστάτης και αγαπητικός λοιπόν. Και ότι κάθε τόσο έμπλεκε σε βρομοδουλειές, παλιότερα είχε κάνει ένα διάστημα και φυλακή. Αυτά λέγαν οι κακές οι γλώσσες. Γενικά ήταν ψιλοκάθαρμα, γι’ αυτό και δεν του έδινα πολλά χνώτα. Και λόγω της προηγούμενης δουλειάς μου. Να μη βγει βρώμα ότι ένας δημόσιος υπάλληλος, έστω και της κατώτερης βαθμίδας, κάνει παρέα με περίεργους τύπους και σχετίζεται με ανυπόληπτα άτομα του περιθωρίου.  Τώρα πια ήμουνα ένας χαραμοφάης και δεν μ’ ένοιαζε τι θα πούνε. Μα ήθελα την ησυχία μου και δεν είχα σκοπό να μπλέξω με τον υπόκοσμο τώρα στα πίσω πίσω. Ας μην έμπαινε πλέον στη μέση η δουλειά μου. Απλά, δεν είχα συνηθίσει να νταραβερίζομαι με τέτοιου είδους υποκείμενα.  

Περπατούσαμε αμίλητοι εδώ κι εκεί μέχρι που ασυναίσθητα βρεθήκαμε στον μόλο. Τα νερά του λιμανιού ήταν ήρεμα, στο βάθος η θάλασσα σκοτεινή και μαύρη, δεν την ξεχώριζες απ’ τον ουρανό. Απόλυτη ησυχία, απόλυτη ερημιά. Ούτε ένα αραγμένο καράβι, ούτε ένας ψαράς, ούτε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι. Ακόμη και τα φώτα του λούνα παρκ ήταν σβησμένα. Ξαφνικά ο ουρανός φωτίστηκε απ’ τα πολύχρωμα βεγγαλικά και τις φωτοβολίδες. Δεν καταλάβαμε από πού ήρθαν, καθίσαμε όμως στο παγκάκι να απολαύσουμε το φαντασμαγορικό θέαμα. Τότε ο κοντός με κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας και έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Όμορφη νύχτα, ε;», είπε μ’ έναν νοσταλγικό ρομαντισμό που δεν του πήγαινε. Μάλλον έφταιγε η σούρα του. Πρέπει να είχε πιει πολύ, μα δεν είχε μεθύσει, έδειχνε νηφάλιος. Πάντως, έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να πούμε δυο κουβέντες και να τον ξεψαχνίσω. Να γνωριστούμε καλύτερα, σαν δύο ερωτευμένα πιτσουνάκια στο πρώτο  τους ραντεβού. Και πράγματι, ο κοντός ήταν άκρως αποκαλυπτικός.

Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, είπε. Μόλις γεννήθηκε, η μάνα του τον πέταξε έξω απ’ την πόρτα και εξαφανίστηκε. Χωρίς να δώσει κάποιες εξηγήσεις ή να αφήσει τουλάχιστον ένα σημείωμα. Ανεπιθύμητος και γαμημένος εξαρχής, λοιπόν. Δεν έμαθε ποτέ τίποτα γι’ αυτήν, φυσικά ούτε για τον πατέρα του, κανείς δεν τον αναζήτησε, ούτε όμως κι αυτός τους έψαξε ποτέ. Τους ξέγραψε τελείως απ’ τη ζωή του, μα και δεν τους συγχώρεσε ποτέ. Ας μην τους ήξερε, τους καταδίκασε στην αιώνια κόλαση της ψυχής του χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Ακόμα τους μισεί, δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Μιλούσε και τα μάτια του είχανε βουρκώσει, μα δεν ντρεπόταν. Ήθελε κάπου να τα πει, να ξαλαφρώσει, ίσως και για πρώτη φορά στη ζωή του. Ρούφηξε τη μύτη του και μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του και συνέχισε. Στο ίδρυμα ήταν σαν μια μεγάλη οικογένεια, δεν περνούσε άσχημα. Ειδικά τέτοιες γιορτινές μέρες τους έκαναν δώρα, τους έντυναν όμορφα, τους πήγαιναν εκδρομές, λέγανε και τα κάλαντα. Ήταν όμορφα, μα αυτός δεν άντεχε. Κάτι τον έπνιγε, είχε τον διάολο μέσα του. Δεν έπαιρνε τα γράμματα, τα βιβλία τού έφερναν βαρεμάρα και νύστα. Προτιμούσε την περιπέτεια της ζωής, την αλητεία του δρόμου. Όταν ξεπετάχτηκε κάπως, εκεί γύρω στα δεκαπέντε, την κοπάνησε κι έγινε μπουχός. Γυρνούσε εδώ κι εκεί, έκλεβε για να ζήσει, γαμούσε και κάνα πούστη άμα τύχαινε και τους τα ‘περνε χοντρά, τους έριχνε και καμιά σφαλιάρα άμα του κάνανε τον δύσκολο οι παλιαδερφές του κερατά. Κάποια στιγμή τον πιάσανε και τον κλείσανε σε αναμορφωτήριο. «Και μετά φίλε μου η ζωή πήρε τον δρόμο της» κατέληξε θυμόσοφα. Είχε κουραστεί, δεν ήθελε να πει άλλα. Ο ουρανός είχε από ώρα σκοτεινιάσει και το κρύο είχε δυναμώσει. Τρέμοντας σηκωθήκαμε να φύγουμε.

Στην επιστροφή δεν βγάλαμε άχνα. Ούτε ρώτησε τίποτα για μένα. Ίσως να του ήμουνα παντελώς αδιάφορος, απλά μια κάποια λύση στη μοναξιά της χριστουγεννιάτικης νύχτας που κάπως έπρεπε να περάσει. Αυτό δεν μ’ ενόχλησε καθόλου, μάλιστα το ερμήνευσα ως δείγμα διακριτικότητας εκ μέρους του. Έτσι κι αλλιώς, απόψε δεν είχα όρεξη να μιλήσω, και μάλιστα για τον εαυτό μου. Επιστρέφοντας στον πεζόδρομο, περάσαμε μπροστά απ’ μπαρ της κουτσής.   Παρά το περασμένο της ώρας (τέσσερις και είχε πάει) ήταν ανοιχτό. Μου πρότεινε να κεράσει ένα ποτό, με παρακάλεσε, δεν ήθελε να πάει μόνος του. Δεν είχα ξαναμπεί σε κωλάδικο, δεν ήταν του τύπου μου. Δεν γουστάριζα να σαλιαρίζω με τις κακόμοιρες καμπαρετζούδες και να πληρώνω για ένα πήδημα της συμφοράς. Απ’ την άλλη,  δεν μου είπε λεπτομέρειες, αλλά τα όσα ήξερα γι’ αυτόν και τη φίλη του ήταν αρκετά. Ήμουν διστακτικός κι αναποφάσιστος. Μυριζόμουνα μπελάδες, μα δεν μου έκανε και καρδιά να τον αφήσω μόνο τέτοια νύχτα. Απ’ την άλλη, δεν είχα ξαναμπεί εκεί μέσα και είχα μεγάλη περιέργεια. Τελικά υποχώρησα. «Μόνο για ένα!» του είπα και τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη. «Ναι, φίλε μου, μόνο για ένα!» συμφώνησε γελώντας δυνατά και με αγκάλιασε. Προχώρησε πρώτος, άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Ήταν μια  ριψοκίνδυνη απόφαση, αποστολή στην άγρια ζούγκλα. Κι αμέσως, άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια για το ναι που είπα προηγουμένως. Το είχα μετανιώσει αμέσως, την επόμενη στιγμή, μα πλέον δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Μόνο, μπαίνοντας και προτού κλείσει πίσω μας η πόρτα, μου φάνηκε ότι άκουσα τρίγωνα και κάλαντα. Και κάτι ψιλές παιδικές φωνούλες.   

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ


 

Χωμένοι στα σκατά μέχρι το λαιμό

δεν μας απομένει παρά να τραγουδάμε

                                                        Σ. Μπέκετ

 

Το κάτω μέρος της πλατείας, ανάμεσα στις νεραντζιές, έχει γεμίσει από άστεγους. Είναι σκοτεινό και βρωμερό (τα φώτα από καιρό σπασμένα) γεμάτο κουβέρτες, στρώματα, σακούλες, νάιλα και χαρτόκουτα, γάτες και αδέσποτα σκυλιά. Με το δίκιο τους οι γείτονες δυσανασχετούν, η μπόχα φτάνει μέχρι τα μπαλκόνια τους. Δεν μπορούν να περάσουν από εκεί, πρέπει να κάνουν ολόκληρο κύκλο για να παρακάμψουν τη δυσώδη περιοχή. Ακόμη πιο πολύ όταν έχουν μαζί και τα μικρά τους τα παιδιά. Φοβούνται κιόλας, ειδικά όταν βραδιάζει. Τουλάχιστον τα κοπρόσκυλα δεν είναι άγρια και επιθετικά. Μα εκεί έχει μαζευτεί η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα, τα σκουπίδια της κοινωνίας, κι έχει κάνει κατάληψη στα παγκάκια και το πλακόστρωτο. Οι μόνιμοι είναι δυο τσιγγάνοι πρεζάκηδες (φαίνονται για αντρόγυνο) ένας μουρλός που φοράει μόνο το παντελόνι κι ένας ανάπηρος. Ο τελευταίος κάθεται συνέχεια στο καρότσι του, παραδίπλα έχει τις πατερίτσες. Όποτε θέλει να ξεμουδιάσει στηρίζεται στα στιβαρά καλοδουλεμένα του μπράτσα, σηκώνεται όρθιος και περπατάει πέρα δώθε. Κάποιες φορές που έχει κέφι, για να διασκεδάσει, τις αφήνει στην άκρη κι αρχίζει τα πηδήματα στο δεξί πόδι που του έχει απομείνει. Παίζει κουτσό όπως τότε που ήτανε παιδί, μέχρι να κουραστεί, να γλιστρήσει και να σωριαστεί φαρδύς πλατύς στο ίσωμα. Τότε ξεσπά σε δυνατά γέλια και σε κλάματα.

Καμιά φορά περνάω και τον βλέπω, του δίνω και κάνα ψηλό. Μου είναι συμπαθής. Παρά το πρόβλημά του, την παλεύει ακόμα, δεν τον έχει πάρει ακόμα τελείως από κάτω. Σήμερα η επιστήμη κάνει θαύματα, λέει. Ελπίζει σε μια επέμβαση, σε ένα προσθετικό μέλος, εφόσον βρει τα χρήματα. Έχει μάθει κάπως τη γλώσσα μας κι έτσι λέμε δυο κουβέντες και καταλαβαινόμαστε. Είναι από κοντινή χώρα, βαλκάνιος, κι έχασε το πόδι του όταν δούλευε στα χωράφια. Ήταν ατύχημα. Τον πλάκωσε ένα τρακτέρ και του το ‘λιωσε, οι γιατροί αναγκάστηκαν να το κόψουν. Η εύκολη λύση. Δεν τον αποζημίωσε κανείς. Ήταν λαθρομετανάστης, χωρίς άδεια εισόδου στη χώρα μας. Δηλαδή, σαν να μην υπήρχε. Προσωρινά ήρθε στη χώρα μας για δουλειά και κόλλησε. Είναι δυο χρόνια σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν σκέφτεται να γυρίσει πίσω, στον τόπο του θα είναι χειρότερα. Παρ’ όλο που έχει γυναίκα και παιδιά.

Το πρωί, μόλις ξυπνήσει, φτιάχνει τον καφέ του, καπνίζει το τσιγάρο του και μετά από λίγο πιάνει δουλειά. Τσουλάει το καρότσι του μέχρι τη διασταύρωση των πεζόδρομων και ζητιανεύει σιωπηλά, μόνο με τα μάτια. Δεν έχει πολλές ανάγκες, τα τσιγάρα του μόνο και λίγο κρασί. Ευτυχώς, φαγητό παίρνει απ’ τις κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου. Απ’ το πόστο του περνάει πολύς κόσμος. Κάποιοι τον λυπούνται και φιλοτιμούνται να ρίξουν λίγα κέρματα μέσα στο βρώμικο καπελάκι του. Όμως, οι πιο πολύ προσπερνούν αδιάφορα. Ή κοιτώντας τον μοχθηρά. Ή αποστρέφοντας το βλέμμα τους. Ή περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο. Από ντροπή, για να τον αποφύγουν. Δεν παραπονιέται, τους καταλαβαίνει. Ίσως, στη θέση τους να έκανε τα ίδια και χειρότερα. Κάποτε, υπήρξε κι αυτός υγιής και νοικοκύρης. Ξέρει. Μόλις νυχτώσει επιστρέφει στο γιατάκι του. Έρχονται και μερικοί φίλοι να τον δουν. Είναι απ’ τη χώρα του. Μπεκρουλιάζουν, ευθυμούν και πιάνουν το τραγούδι και τον χορό. Μόνο οι μαστουρωμένοι τσιγγάνοι κοιμούνται ήρεμοι τον ύπνο του δικαίου και δεν παίρνουν χαμπάρι απ’ τη φασαρία. Οι ξένοι μιλάνε δυνατά, σαν να τσακώνονται. Οι γείτονες ενοχλούνται και κάθε τόσο φωνάζουν την αστυνομία. Μόλις πλησιάζει το περιπολικό, όλοι το βάζουν στα πόδια, ακόμη και οι γάτες και τα σκυλιά, τρομάζουν κι εξαφανίζονται προς άγνωστη κατεύθυνση. Το γλέντι τους χαλάει. Πίσω μένει μόνο αυτός και ο μουρλός. Οι αστυνομικοί τους κοιτάνε μα δεν λένε κουβέντα, μετά από λίγο φεύγουν. Ο ανάπηρος πίνει ήσυχα το κρασάκι του, καπνίζει το τσιγαράκι του και αποκοιμιέται. Ο μουρλός όλη νύχτα περπατάει στην πλατεία πάνω κάτω σιγομουρμουρίζοντας. Αύριο είναι μια καινούργια μέρα.

Πλησιάζουν οι γιορτές, μα την τελευταία βδομάδα τα απορριμματοφόρα του δήμου απεργούν. Οι κάδοι έχουν ξεχειλίσει και η πόλη είναι γεμάτη από σκουπίδια. Βρωμάει και ζέχνει και κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει αυτό το κακό. Ακόμη και τα περιστέρια και τα άλλα πετούμενα του ουρανού έχουν εξαφανιστεί. Η μπόχα μπαίνει μέσα στα σπίτια μας, μα εμείς δεν έχουμε πού να πάμε. Γίνονται διαπραγματεύσεις μεταξύ δήμου και εργαζομένων. Τα αιτήματά τους είναι ιερά και όσια, μα η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Μόνο τα αδέσποτα κάνουν πάρτι και τα ποντίκια. Οι άστεγοι στο κάτω μέρος της πλατείας δεν ενοχλούνται ιδιαίτερα. Γι’ αυτούς ούτε κρύο ούτε ζέστη, έχει συνηθίσει η μύτη τους. Μάλιστα ο ανάπηρος το διασκεδάζει. Με σταθερά άλματα παίρνει φόρα και μ’ ένα εκπληκτικό πλοζόν προσγειώνεται πάνω στον σωρό τον σκουπιδιών. Κάνει σαν παιδί απ’ τη χαρά του. Στα νιάτα του έπαιζε τερματοφύλακας στην τοπική ομάδα του χωριού του. «Ήμουν πολύ καλός», λέει και συγκινείται. Μα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που περπατά παραπέρα δείχνει φανερά ενοχλημένο με την κατάσταση. Δυσανασχετεί και τα βάζει με τον δήμαρχο. Τους χαμογελώ με συγκατάβαση και τους συμβουλεύω λίγη υπομονή κι όλα θα διορθωθούν. Απομακρύνονται αγανακτισμένοι αναπολώντας την δικιά τους χρυσή εποχή. Τότε που ήταν νέοι και ερωτευμένοι και η πόλη τους πιο καθαρή από ανθρώπους και σκουπίδια. Όχι όπως τώρα.

Αποδείχτηκα προφήτης στον τόπο μου, με σούπερ μαντικές ικανότητες που θα έπρεπε να εκμεταλλευτώ δεόντως. Την άλλη μέρα βγήκαν τα οχήματα στο δρόμο και άρχισαν να μαζεύουν τα σκουπίδια. Τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων κρίθηκαν παράλογα απ’ τις αρχές, κάπως υπερβολικά, και δεν δικαιώθηκαν. Αλλά και η απεργία τους, για λόγους δημόσιας υγείας,  κρίθηκε παράνομη και καταχρηστική. Επομένως, κάτω τα κεφάλια και δουλειά να ξεβρομίσει η πόλη. Σύντομα, το κάτω μέρος της πλατείας πλύθηκε, καθαρίστηκε, φωτίστηκε, αναμορφώθηκε και παραδόθηκε ξανά ολοκαίνουργιο στους κατοίκους της περιοχής. Πλέον, δεν είχε κανένας παράπονο. Όμως, μαζί με τα σκουπίδια εξαφανίστηκαν και οι άστεγοι. Και πεζοί αστυνομικοί άρχισαν να περιπολούν τις στολισμένες γειτονιές μας, ίσως μόνο για την περίοδο των γιορτών. Πλήρης τάξη και ασφάλεια, λοιπόν. Για το καλό μας.    

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Η ΜΑΛΟΥ


 

Είχαν μόλις τελειώσει οι ειδήσεις και σύσσωμα τα κανάλια έδειχναν κάτι ανυπόφορες μεσημεριάτικες μαλακίες. Το ζάπινγκ, αν και επίμονο, αποδείχτηκε μάταιο. Έκλεισα την τηλεόραση τελείως, δεν την άντεχα ούτε στο αθόρυβο. Ίσως να έφταιγε λίγο και η διάθεσή μου. Ένιωθα μια περίεργη νευρικότητα. Και το φαγητό ανόρεχτο πήγε κάτω, καταναγκαστικά. Παλιότερα, σε παρόμοιες περιπτώσεις, έπαιρνα ένα βιβλίο, ξάπλωνα στο κρεβάτι και ξεχνιόμουνα. Ηρεμούσα. Πλέον, έχω καιρό να ανοίξω ένα. Δεν έχω κέφι, μου ‘φυγε η όρεξη. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ πια, το μυαλό τρέχει αλλού. Δεν πειράζει. Ότι έμαθα μου αρκούν.

Μια ολόκληρη ζωή υπήρξα βιβλιοφάγος. Διάβαζα τα πάντα, όλα με ενδιέφεραν. Είχα μια ακόρεστη δίψα για γνώση. Το δωμάτιό μου ήταν γεμάτο βιβλιοθήκες. Ο προσωπικός μου χώρος, το άβατο. Κανείς άλλος δεν έμπαινε μέσα. Τουλάχιστον αυτό τους το είχα επιβάλλει. Η μαμά ανησυχούσε. Όλη την ώρα μ’ έβλεπε μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, ακόμα και στον καμπινέ, τότε που ήμουνα δυσκοίλιος. Το πολύ διάβασμα τρελαίνει, είχε ακούσει από μια φίλη της κουτσομπόλα και σκατόψυχη που ερχόταν καμιά φορά στο σπίτι μας. «Ναι, αλλά βοηθάει στο χέσιμο, μωρή αγάμητη!» ήθελα να της φωνάξω στα μούτρα, αλλά δεν βρήκα το θάρρος. Όμως, η μαμά έπρεπε να λάβει τα μέτρα της, δηλαδή να με παντρέψει, και γρήγορα μάλιστα. Να κάνω και δυο κουτσούβελα να ησυχάσω μια και καλή. Εγώ αντιστεκόμουν. Σθεναρά και μέχρι τέλους. Και στη δουλειά τα ίδια και χειρότερα. Όταν τέλειωνα τις υποχρεώσεις της ημέρας, έκλεινα την πόρτα και διάβαζα. Ευτυχώς, ήμουν χαρτογιακάς, το πόστο μου δεν ερχόταν σε επαφή με ανθρώπους και είχα την ησυχία μου. Πίσω από την πλάτη μου οι συνάδελφοι ψιθύριζαν διάφορα. Βλέπεις, δεν συμμετείχα στα κουτσομπολίστικα πηγαδάκια τους, δεν συμμεριζόμουν τα ανόητα  φλερτάκια τους. Το παίζαν όλοι τους μεγάλοι καρδιοκατακτητές του ασθενούς φύλου, ας ήταν οι περισσότεροι παντρεμένοι με παιδιά.  Κολάκευαν τις χαζοχαρούμενες κοκότες της υπηρεσίας όμως εκείνες τους δούλευαν κανονικά και με τον νόμο και δεν τους κάθονταν. Έσπαγαν την πλάκα τους, τόνωνα την φιλαρέσκειά τους, μα προτιμούσαν να παίζουν πασέντζες στον υπολογιστή και να μελετούν τα ζώδια. Οι ερεθισμοί των συναδέλφων ήταν άσκοποι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων τους οδηγούσαν κατευθείαν στις τουαλέτες της υπηρεσίας για μια γρήγορη και ανακουφιστική εκτόνωση. Εμένα με θεωρούσαν απόμακρο και σνομπ. Κρατούσα τις αποστάσεις μου απ’ όλους και όλες. Όποτε μου πρότειναν να βγούμε για καφέ ή ποτό (γυναίκες και άνδρες) αρνήθηκα ευγενικά.  Ένας σοβαρός και εμφανίσιμος εργένης με σταθερό μισθό είναι πάντα μεγάλο κελεπούρι. Ίσως και να με μισούσαν. Κάποιες φορές γινόμουν ειρωνικός και εριστικός απέναντί τους. Ακόμη και οι προϊστάμενοι δεν μπορούσαν να με κάνουν ζάφτι, δεν ήμουν του χεριού τους. Άψογος στα καθήκοντά μου, φύλαγα πάντοτε τα νώτα μου. Έτσι, όταν πέρσι παραιτήθηκα απ’ την υπηρεσία δεν πολυνοιάστηκαν, καρφί δεν τους κάηκε. Δεν θα τους έλειπε η βαριά και μονόχνοτη σκιά μου. Και η άδεια θέση του γραφείου μου γρήγορα θα καλυπτόταν από κάποιον ταλαντούχο και φέρελπι νέο με μακρόπνοα σχέδια και οράματα για το μέλλον. Μια επιτυχημένη καριέρα δημόσιου υπάλληλου. Μια συμφέρουσα οικογενειακή αποκατάσταση. Δυο παιδάκια για την διαιώνιση του γένους και του ονόματος. Ζηλευτά όνειρα! Πορεία ζωής! Κι όμως εγώ από τότε που έλυσα τα δεσμά μου δεν ξανάνοιξα βιβλίο. Παρ’ όλο που πλέον είχα άπειρο χρόνο για πέταμα.

Ξαφνικά απ’ το μπαλκόνι ακούστηκαν γαβγίσματα. Βγήκα να δω. Οι ενοχλητικές τσιρίδες προέρχονταν απ’ το σκυλάκι του πάνω ορόφου. Έβγαλα το κεφάλι μου και το κοίταξα, φώναξα και το όνομά του να σκάσει. Παραλίγο να στραβολαιμιάσω εξαιτίας του, μα αυτό δεν μου ‘δωσε σημασία. Ούτε όταν του έβγαλα τη γλώσσα συγκινήθηκε. Συνέχισε να επιτίθεται λεκτικά στην ασπρόμαυρη γάτα που εκείνη τη στιγμή διέσχιζε αμέριμνη τον πεζόδρομο της πλατείας. Σε λίγο το παλιόσκυλο θα ξεσήκωνε ολόκληρη τη γειτονιά με τις φωνές του. Έτσι γινόταν κάθε φορά. Μέχρι να προβάλει απ’ την απέναντι πολυκατοικία ο ηλικιωμένος με τις πιτζάμες και τα σπασμένα νεύρα και να αρχίσει μεσημεριάτικα τις χριστοπαναγίες. Με το δίκιο του, βέβαια. Κάποιες φορές η σκυλίτσα γινόταν πολύ ενοχλητική, μάλιστα τις πιο ακατάλληλες ώρες. Ευτυχώς, σχεδόν αμέσως, προτού ξεσπάσει η μπόρα, βγήκε η αφεντικίνα της, τη μάλωσε αυστηρά και την τράβηξε με το ζόρι μέσα. Έκλεισε και την μπαλκονόπορτα.

Πάντως, σε γενικές γραμμές, ήταν καλό σκυλάκι, ζωηρό και παιχνιδιάρικο. Αγαπούσε όλους τους ένοικους της πολυκατοικίας και όταν μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του. Ήταν ένα ημίαιμο καφετί κοκόνι. Πριν από τρία χρόνια το έφεραν. Νεογέννητο μωράκι λίγων ημερών, φοβισμένο, μόλις το είχαν πάρει απ’ την αγκαλιά της μανούλας του. Το  κρατούσε στα χέρια της το κοριτσάκι της οικογένειας. Ήταν πολύ χαρούμενη για το δώρο των γονιών της. «Να σας ζήσει!» τους ευχήθηκα μόλις συναντηθήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας, σαν να ήτανε παιδί τους. Η μητέρα της με ευχαρίστησε, το κοριτσάκι απλά χαμογελούσε ευτυχισμένα. Ήταν μοναχοπαίδι, γύρω στα δέκα. Του πήραν το ζωντανό για να έχει μια παρέα στο σπίτι, για να μην νιώθει μόνη της. Ο πατέρας της ήταν λογιστής σε μια εταιρεία. Δούλευε όλη την μέρα και γύριζε αργά το βράδυ στο σπίτι.  

Με είχε πιάσει μεγάλη μουργέλα και βαρεμάρα. Το απόγευμα βγήκα βόλτα. Στο δρόμο συνάντησα το κορίτσι με το σκυλάκι και χαιρετηθήκαμε. Αυτό κούνησε πέρα δώθε την ουρά του, με μύρισε και σηκώθηκε χαρούμενο στα δυο του πόδια. Πήγε να το μαλώσει, ότι δεν έπρεπε να ενοχλεί τον κύριο, μα της είπα ότι δεν με πείραζε και το χάιδεψα στο κεφαλάκι του. Την ρώτησα πως πάει με τα μαθήματα του σχολείου. Ξαφνικά κατσούφιασε. Δεν της άρεσαν, ήταν πολύ βαρετά. Γενικά, δεν της άρεσε το διάβασμα, προτιμούσε να παίζει με τις κούκλες και τα παιχνίδια της. Μόνο τα παραμύθια αγαπούσε, μάλιστα έγραφε και δικά της, πολύ τρομακτικά, με δράκους και όμορφες πριγκίπισσες. Και η ζωγραφική της άρεσε πολύ. Συμφώνησα μαζί της. Και γω στα χρόνια μου έβρισκα το σχολείο πολύ βαρετό. Κι αυτά που μαθαίναμε ανούσια και άχρηστα. Δεν είχαν αλλάξει πολλά εδώ και σαράντα χρόνια. «Δυστυχώς κάποια από αυτά χρειάζονται» της είπα για να την ενθαρρύνω. Μου είπε με παράπονο ότι η μαμά την μάλωνε επειδή δεν ήταν καλή μαθήτρια, την έλεγε τεμπέλα και ανεύθυνη. Βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Τι να της έλεγα; Μάλλον έπρεπε να της δώσω κουράγιο. Να μην στεναχωριέται. Έτσι κάνουν όλες οι μαμάδες του κόσμου που αγαπούν τα παιδιά τους και θέλουν το καλό τους. Και να καλλιεργήσει τα ταλέντα της, τις ευαισθησίες της, αυτά που της αρέσουν να κάνει. Να ζωγραφίζει και να γράφει τρομακτικές ιστορίες. Και μεγαλώνοντας να παραμείνει ένα ευαίσθητο και φαντασιόπληκτο παιδί. Όμως, δεν πρόλαβα να πω κουβέντα. Είχε έρθει η μητέρα της βαστώντας δύο σακούλες με ψώνια στο χέρι.  Έτσι κι αλλιώς, δεν μου ‘πεφτε λόγος.

Χαιρετηθήκαμε και είπαμε κάποιες άσχετες κουβέντες για τον καιρό και την ακρίβεια της αγοράς. Το κοριτσάκι μαρμαρωμένο κάρφωνε με το απόκοσμο βλέμμα του το άπειρο, πέρα μακριά. Το μικρό κοκόνι κοίταζε με περιέργεια ένα ασπρόμαυρο γατάκι που είχε μόλις πλησιάσει κοντά μας. Νιαούριζε κι έψαχνε τη μαμά του. Δεν το πείραξε. Μόνο του ‘γλυψε τρυφερά τη μουσούδα κουνώντας χαρούμενα την ουρά του πέρα δώθε.     


Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ


Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου. Εκείνη την ώρα τα παιδιά σχόλαγαν. Ξεχώριζε σαν την μύγα μες στο γάλα. Περπατούσε ανάμεσά τους, τα παρατηρούσε προσεκτικά απ’ την κορφή ως τα νύχια και χαμογέλαγε  ευτυχισμένος. Οι γονείς και οι δάσκαλοι τον κοιτούσαν περίεργα, καχύποπτα. Σίγουρα τον είχαν ξαναδεί να τριγυρίζει έξω απ’ το σχολείο. Εκείνος δεν έδινε σημασία. Συνέχιζε να περπατά κεφάτος πέρα δώθε, να τα χαζεύει  και να χαμογελά. Ώσπου φύγανε όλοι, το πεζοδρόμιο άδειασε, η πόρτα κλείδωσε, ο γέρος κατσούφιασε, το βλέμμα του σκοτείνιασε, το κουρασμένο του κορμί βάρυνε, έγινε ασήκωτο. Πήρε κι αυτός τον δρόμο της επιστροφής. Επομένως, αυτός δεν περίμενε τα εγγονάκια του. Τον κοίταζα απ’ το απέναντι περίπτερο και δεν πίστευα στα μάτια μου. Πλησίασα κοντά του, μα ούτε που με κατάλαβε, αλλού έτρεχε το μυαλό του, όσο τουλάχιστον του είχε απομείνει. Ναι, αυτός ήταν, δεν έκανα λάθος. Είχα να τον δω κοντά σαράντα χρόνια. Είχε γεράσει πολύ, πάνω από ογδόντα. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και σπασμένος. Περπατούσε αργά με μικρά προσεκτικά βήματα, μα δεν χρησιμοποιούσε μπαστούνι. Αν και στην ηλικία του ένα πέσιμο θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Όμως ανέκαθεν ήταν ριψοκίνδυνος. Και αγαπούσε ακόμα τα μικρά παιδιά.

Τότε είχε το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Χωρίς οικογένεια, δίχως συγγενείς και φίλους. Ολομόναχος. Χωρίς αγάπη. Ούτε σπίτι. Ένα δωμάτιο μόνο στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Εκεί κοιμόταν. Η μαμά μού έλεγε να μην πηγαίνω στο μαγαζί του, συμφωνούσε και ο μπαμπάς. Μου είχαν απαγορεύσει να ψωνίζω απ’ αυτόν, ούτε απέξω να περνάω. Ήταν ανώμαλος και επικίνδυνος, έλεγαν, του άρεσαν τα μικρά παιδιά, χάιδευε αγοράκια, γύρευε τι άλλο τους έκανε. Δεν μου έλεγαν περισσότερα για να μη πονηρευτώ πριν την ώρα μου, μα η φαντασία μου φούντωνε, το ίδιο και η περιέργειά μου. Έτσι κι αλλιώς, στην ηλικία των δέκα δεν ξέρεις από τέτοια πράγματα, είσαι ακόμα αγνός και άβγαλτος. Όμως, δεν τους πίστευα εντελώς και πήγαινα. Κρυφά. Τον έβλεπα πάντα  γλυκό, προσηνή και καλοσυνάτο. Δεν μου γέμιζε το μάτι για τέρας και κάθαρμα, όπως λέγανε. Αγόραζα τσιγάρα και εφημερίδες για τον πατέρα κι αυτός με κερνούσε καραμέλες και σοκολάτες, καμιά φορά μου χάιδευε τα μαλλιά και το μάγουλο. «Χαιρετίσματα στον πατέρα σου!» μου ‘λεγε πριν φύγω, μα εγώ δεν τα ‘στελνα. Στο σπίτι νομίζανε ότι ψωνίζω απ’ το περίπτερο. Όταν το μάθανε έγινε το σώσε, χαμός μεγάλος. Φωνές, κακό και άγρια τιμωρία. Όταν τέλειωσε ο εγκλεισμός μου δεν ξαναπέρασα ούτε απέξω. Ο πατέρας ήταν κατηγορηματικός. Αν με ξανάπιανε την είχα βαμμένη. Πάντα για το καλό μου, βέβαια. Λες και είχα κάνει έγκλημα. Παρόλο που του ορκιζόμουνα ότι δεν με είχε πειράξει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να νόμιζε ότι τον καλύπτω. Μάλλον δεν με  εμπιστεύονταν. Έτσι, τέρμα τα κεράσματα.

Μια Κυριακή μόνο, μετά από καιρό, άκουσα ότι κάποιοι αγανακτισμένοι μπαμπάδες τον χτυπήσανε άγρια και βρισκόταν στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση. Το λιντσάρισμα έγινε μέσα στο μαγαζί του, μέρα μεσημέρι, κανείς όμως δεν έτρεξε να τον βοηθήσει ή να καλέσει την αστυνομία. Είπαν ότι το προηγούμενο βράδυ είχε ξεμοναχιάσει στο πίσω δωμάτιο έναν στρουμπουλό και λίγο χαζούλη, συμμαθητής μου ήτανε. Τον πιάσανε στα πράσα ή τον μαρτύρησε το παιδί, δεν κατάλαβα ακριβώς. Πάντως μετά τον ξυλοδαρμό βρισκόταν στα επείγοντα με σπασμένα πλευρά και στραπατσαρισμένη τη μούρη. Τον είχαν κάνει αγνώριστο, μπλε μαρέ. «Καλά του κάνανε, του άξιζε του μασκαρά!» αποφάνθηκε με πρωτόγνωρο μίσος η μητέρα, σαν να είχε μαγαρίσει τον δικό της κανακάρη. Ο πατέρας την κοίταξε βλοσυρός.  «Μη μιλάς έτσι, θύμα είναι κι αυτός!» είπε, χωρίς άλλες εξηγήσεις. Ξαφνιάστηκα, δεν περίμενα να πάρει το μέρος του. Μ’ έπιασε το παράπονο και πλάνταξα απ’ το κλάμα, δεν ξέρω γιατί, έτσι ξαφνικά. Οι γονείς μ’ άφησαν να ξεθυμάνω δίχως ειρωνικά σχόλια και περιττές ερωτήσεις, ούτε έδωσαν συνέχεια. Τελικά το περιστατικό ξεχάστηκε, το μαγαζί δεν ξανάνοιξε και ο ψιλικατζή εξαφανίστηκε απ’ τη γειτονιά. Τον ξέχασα τελείως, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Δεν τον θυμήθηκα ούτε όταν μεγαλώνοντας γεύτηκα διαφόρων ειδών εκστατικές ηδονές, όταν κι εγώ ένιωσα ντροπή και ενοχή για στιγμές απαγορευμένης σωματικής απόλαυσης. Εκείνες οι σπάνιες και εκλεπτυσμένες  που απαιτούσαν αρετή και τόλμη. Υπεροψία και μέθη. Ακόμα και όταν κάποτε πλήρωσα γι’ αυτές ακριβά το τίμημα. Για ένα κβάντο δυνατής ζωώδους καύλας. 

Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω και τον πήρα από πίσω. Διακριτικά όμως κι από απόσταση. Πλέον δεν κινδύνευα να διαφθαρώ πρόωρα, ούτε οι γονείς μου μπορούσαν να μου απαγορεύσουν τις κακές παρέες και τις επικίνδυνες συναναστροφές, ήταν πια πεθαμένοι. Μπήκε σε ένα φούρνο και πήρε λίγο ψωμί και σε ένα μαγέρικο φαγητό σε πακέτο, κατόπιν έστριψε σε ένα στενό δρομάκι και σταμάτησε μπροστά από ένα ερειπωμένο σπίτι με κήπο εγκαταλειμμένο, γεμάτο αγριόχορτα. Αμέσως τον περικύκλωσαν οι γάτες. Νιαούριζαν και τρίβονταν πάνω στα μπατζάκια του, έδειχναν να τον αγαπούν. Έσκυψε και τις χάιδεψε βγάζοντας απ’ το στόμα του κάποια γλυκόλογα. Μετά έψαξε τις τσέπες του, έβγαλε τα κλειδιά του κι άνοιξε το πορτόνι.

Πλησίαζαν οι γιορτές, το δωδεκαήμερο της αναγκαστικής μας ευτυχίας. Όχι όμως γι’ αυτόν. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο μοναχικό άνθρωπο από αυτόν τον ταλαίπωρο παιδόφιλο. Που τον έχει εγκαταλείψει ακόμα κι ο ίδιος του ο εαυτός. Που ένιωσε χιλιάδες εξευτελισμούς πάνω στο πετσί του. Που κάθε βράδυ έφτυνε τη μούρη του στον καθρέφτη και δεν έβρισκε το κουράγιο να κρεμαστεί απ’ το ταβάνι. Που χίλιες φορές σύρθηκε στις αστυνομίες, στα δικαστήρια και στις φυλακές. Που άλλες τόσες του μέτρησαν τα πλευρά και τα παΐδια και του στραπατσάρισαν τα μούτρα οι ηθικοί και τίμιοι συμπολίτες του για να προστατέψουν τα αγνά και αθώα παιδάκια τους από αυτό το τέρας της φύσης, το κάθαρμα, το απόβρασμα της κοινωνίας. Τον απόβλητο της ζωής. Που χίλιοι ψυχίατροι και ειδικοί ψυχολόγοι  μάταια προσπάθησαν να τον θεραπεύσουν με φάρμακα, συνεδρίες και ηλεκτροσόκ, μόνο λοβοτομή δεν θα τόλμησαν να του κάνουν. Που άλλοι τόσοι φανατικοί θρησκευόμενοι προσπάθησαν να τον προσηλυτίσουν στο δρόμο του αληθινού δικού τους θεού, της μοναδικής οδού της σωτηρίας. Που κάποια μέρα ίσως  πληρώσει το έκνομο πάθος του με την ίδια του την ζωή. Αν και πλέον είναι πολύ αργά, δεν θα τον ενοχλήσει, αντίθετα θα τον απαλλάξει μια κι έξω απ’ το σαράκι που του τρώει λίγο λίγο τα σωθικά. Και τότε όλοι θα μιλήσουν για τον τυχαίο θάνατο ενός σεσημασμένου παιδόφιλου, που δεν συμμετείχε βέβαια σε κυκλώματα παιδεραστίας, ούτε ήξερε για τις αμαρτωλές διαδρομές του σκοτεινού διαδικτύου, ούτε ταξίδευε στις μακρινές φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου για να αγοράσει παιδική σάρκα, εκεί που πουλιέται απ’ τους ίδιους τους γονείς με το κιλό. Και τι μ’ αυτό, ένας παλιόπουστας λιγότερος θα πούνε. Ξεβρόμισε ο τόπος. Και όλα αυτά για μια έμφυτη ροπή που δεν την διάλεξε ο ίδιος, για ένα βασανιστικό ρίγος χωρίς την ελπίδα του λυτρωτικού σπασμού. Τόσος πόνος για το τίποτα.

Ξαφνικά, γύρισε το κεφάλι του και με είδε. Πάγωσα. Αυτός δεν ταράχτηκε καθόλου, σαν να είχε καταλάβει ότι τον ακολουθούσα, κι ας μην ήξερε γιατί. Πλέον, όμως, δεν είχε τίποτα να φοβηθεί και κανέναν. Κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια. Ύστερα έσκασε ένα χαμόγελο γεμάτο πικρά και μπήκε στο σπίτι του.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

ΑΣΠΡΟΣ ΠΑΤΟΣ


Άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Είχε μεσημεριάσει. Απ’ το μπαλκόνι έμπαινε ο ήλιος. Εκτυφλωτικός. Εκείνη βρισκόταν ακόμα δίπλα μου. Ολόγυμνη. Ακίνητη.  Παγωμένη. Με τα μάτια ανοιχτά. Στο κομοδίνο το μπουκάλι άδειο. Άσπρος πάτος. Το μήνυμα γραμμένο πάνω στο γυαλί. Με κόκκινο κραγιόν. Της φωτιάς. «Δε φτες εση». Άτονο.

Αυτό με καθησύχασε. Έσβησα το φως, γύρισα πλευρό και συνέχισα τον ύπνο μου.   

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Τρίτη νύχτα και ο πόλεμος συνεχιζόταν ακατάπαυστος. Στον εορτασμό της φετινής επετείου τα πράγματα πήραν άσκημη τροπή, κάηκε ολόκληρη η πόλη. Αμέσως μετά την πορεία φοιτητές, εργάτες και κομματικές οργανώσεις τήρησαν δεόντως την συνηθισμένη εθιμοτυπία. Φτάσανε μέχρι το παλιό πανεπιστήμιο, άφησαν λουλούδια μπροστά στο μνημείο, έβγαλαν πανηγυρικούς λόγους κι αποσύρθηκαν ήρεμα και ήσυχα στα ενδότερα. Μόνο τα μαυροντυμένα παιδιά της γαλαρίας με τις κουκούλες και τα καλυμμένα πρόσωπα, για άλλη μια φορά, δεν κάθισαν φρόνιμα. Δεν ήταν πολλοί, καμιά διακοσαριά. Η ατίθαση μειοψηφία. Aποσπάστηκαν απ’ την κύρια πορεία, τράβηξαν για το αστυνομικό μέγαρο και άρχισαν ο κλεφτοπόλεμος και τα παρατράγουδα. Έβρισαν τους μπάτσους και πέταξαν μολότοφ. Οι σιδηρόφραχτες ομάδες κρούσεις του καθεστώτος έριξαν δακρυγόνα και τους κυνήγησαν. Όλα  κυλούσαν ομαλά. Η μάζα των νεαρών θα διαλυόταν, θα γινόντουσαν κάποιες προσαγωγές (πιο πολύ για τα μάτια του κόσμου) θα περνούσαν τη νύχτα στην ασφάλεια και το πρωί θα αφηνόντουσαν ελεύθεροι λόγω έλλειψης επαρκών ενοχοποιητικών στοιχείων. Μέχρι που έγινε το κακό. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες σκοτώθηκε ένα παιδί δεκαέξι χρόνων, μαθητής ακόμα. Βρέθηκε ποδοπατημένος στη μέση του δρόμου με μια τρύπα εννέα χιλιοστών στο κεφάλι. Όταν μαθεύτηκε το νέο κάηκε η πόλη ολόκληρη.

Τρίτη νύχτα και η πόλη ακόμα καίγεται. Δεν βγήκα καθόλου έξω κι ασφάλισα τις πόρτες τριγύρω και τα παράθυρα μη μπει η κάπνα μέσα. Τα έμαθα όλα απ’ την τηλεόραση, τα κανάλια έδειχναν τα γεγονότα σε ζωντανή μετάδοση. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ανέλαβαν δράση. Έκαναν τις απαραίτητες προμήθειες, σφράγισαν την εξώπορτα και ταμπουρώθηκαν μέσα μέχρι να περάσει η μπόρα, ούτε στα μπαλκόνια δεν τολμούσανε να βγούνε. Μια μεσόκοπη νοικοκυρούλα παραπονιόταν για τα απότιστα λουλούδια της που κινδύνευαν να μαραθούν, καμάρωνε γι’ αυτά. Μικρό το κακό, προσπάθησα να την παρηγορήσω, θα τα ξανάφτιαχνε κι ακόμα πιο όμορφα. Απ’ έξω ακούγονταν πυροβολισμοί. Κανείς τους δεν νοιαζόταν για τις παράπλευρες απώλειες. Μα εμείς έπρεπε να επιβιώσουμε, να βγούμε ζωντανοί κι απ’ αυτή η περιπέτεια, χωρίς άσκοπους ηρωισμούς. Κάθε άλλη σκέψη θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Εμείς. Η φοβισμένη και σιωπηλή πλειοψηφία, οι καλοί και ήσυχοι νοικοκυραίοι, που κοιτάζουμε τη δουλειά και το σπιτάκι μας, που κάθε τέσσερα χρόνια διαλέγουμε στις κάλπες αφέντες και εθνοπατέρες, που σε κάθε επέτειο τιμάμε τους νεκρούς ήρωες των αιώνων. Εμείς. Συνετοί και ώριμοι, κλεισμένοι μέσα σαν τα ποντίκια, μέχρι να περάσει κι αυτή η τρέλα. Γιατί ο φόβος ήταν πάντα ο καλύτερος  σύμβουλος. Αρκεί να μη γινόταν τρόμος. Πανικός.

Ευτυχώς, πέρα από κάποιους δικαιολογημένους εκνευρισμούς, κρατήσαμε όλοι την ψυχραιμία μας. Μόνο τα σκυλιά και τα παιδάκια συνέχισαν ανέμελα τα παιχνίδια τους. Ήταν και μια ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα.  Ξαφνικά οι διάδρομοι και οι σκάλες του κτηρίου απόκτησαν ζωντάνια και χρώμα. Έκανα τις συστάσεις και χαιρετήθηκα με άγνωστες φάτσες από διπλανά διαμερίσματα και διαφορετικούς ορόφους, με ανθρώπους που τόσα χρόνια δεν είχα ξανασυναντήσει μέσα στην πολυκατοικία (στη ζωή μου δε υπήρξα πολύ κοινωνικός) απέφυγα όμως τα πηγαδάκια και τις πολιτικές συζητήσεις, μόνο τσακωμούς και διχόνοιες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν. Έτσι κι αλλιώς, μόνο ο ηλικιωμένος διαχειριστής μας ήξερε όλους, και μάλιστα με τα μικρά μας ονόματα. Πάντως, αν και υπήρχε μια γενική ανησυχία και αναστάτωση, όλοι ελπίζαμε ότι αυτή η ανώμαλη κατάσταση δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμα και σύντομα θα επιστρέφαμε στην πεζή κανονικότητα, στην όμορφη ρουτίνα της καθημερινότητας, στην τάξη και την ασφάλεια. Μόνο το δεύτερο βράδυ τρομάξαμε πολύ, όταν σ’ ολόκληρη την πόλη έγινε ξαφνική διακοπή ρεύματος  (κάποιοι μίλησαν για τρομοκρατική ενέργεια και βαρύ πλήγμα του καθεστώτος) και βυθιστήκαμε στο σκοτάδι, με κεριά και φακούς στα χέρια. Ευτυχώς, δεν κράτησε πολύ, η βλάβη σύντομα αποκαταστάθηκε και είδαμε  ξανά το φως το αληθινό.

Τελικά ο πρωθυπουργός της χώρας κήρυξε την πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Προσωρινά. Στο σχέδιο της εσωτερικής ειρήνευσης πήρε μέρος και ο στρατός με ενισχύσεις απ’ την πρωτεύουσα, ακόμη και άρματα μάχης βγήκαν στους δρόμους. Πρώτη φορά άκουγα ερπύστριες να σέρνονται στην άσφαλτο, ο θόρυβος προκαλούσε δέος. Ο θλιβερός απολογισμός ήταν δέκα πολίτες νεκροί κι άλλοι τόσοι αστυνόμοι, είπαν οι ειδήσεις. Ισοπαλία.