Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΩΝ

Την ακολουθούσα από περιέργεια εδώ και κάμποση ώρα, από την κεντρική πλατεία μέχρι τον πεζόδρομο της γειτονιάς μου. Δεν την ήξερα, δεν την είχα ξαναδεί, μα μου έκανε εντύπωση. Τάιζε τα περιστέρια της πλατείας δίπλα στο σιντριβάνι όταν ένα από αυτά ανέβηκε και κάθισε στον δεξί της ώμο. Συνεχίζοντας την βόλτα της,  δεν το έδιωξε. Αλλά ούτε κι αυτό τρόμαξε, μόνο κούρνιαξε πάνω της. Σε όλη τη διαδρομή του έλεγε παιχνιδιάρικα γλυκόλογα  και κάπου κάπου το χάιδευε απαλά. Αυτό διαρκώς ασάλευτο, σαν να κοιμάται. Οι περαστικοί των σκονισμένων δρόμων την κοιτούσαν παράξενα, ενώ μερικοί απ’ αυτούς χαμογελούσαν. Κάποια στιγμή, συνάντησε τρεις φιλενάδες της, μεσόκοπες, στην ηλικία της. Καθόντουσαν, λιάζονταν και έπιναν καφέ. Της φώναξαν και πλησίασε τους. Το περιστέρι την ακολουθεί εδώ και ένα μισάωρο, τους είπε. Αν το ήθελε κι εκείνο, θα το υιοθετούσε. Μάλλον είχε χάσει τον σύντροφό του κι ένιωθε μοναξιά. Τις πρότειναν να καθίσει μαζί τους, να την κεράσουν κάτι, μα αυτή αρνήθηκε. Βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι της και να φροντίσει το γκρίζο πουλί της. Ήταν πολύ χαρούμενη που την εμπιστεύτηκε, σπάνιο για πτηνό. Δεν είχε άλλο κατοικίδιο, αυτό θα ήταν το πρώτο της. Έτσι κι αλλιώς, έμενε μόνη της,  δεν θα ενοχλούσε κανέναν. Θα του παρείχε τροφή και στέγη και κάπου κάπου θα το άφηνε να βγαίνει έξω να κάνει τις ανάγκες του, να μη γεμίσει τον τόπο κουτσουλιές. Και κάθε απόγευμα θα βγαίνανε μαζί βόλτα στην πόλη. Βέβαια, έπρεπε να του βρει κι ένα όνομα. Αν  το φώναζε απλά «πουλί μου!» ίσως κάποιοι πονηροί να την παρεξηγούσαν. Αυτά τους είπε, τις αποχαιρέτησε και συνέχισε τον δρόμο της.

«Πάει, αυτή το ‘χει χάσει!» σχολίασε μία. «Προσέξατε τα παπούτσια της;» συμπλήρωσε μια άλλη. Πράγματι, δεν τα είχα προσέξει. Φορούσε αθλητικά, διαφορετικές μάρκες, το ένα κόκκινο, το άλλο μπλε. Παράξενος συνδυασμός, βέβαια, αλλά οι φιλενάδες της βιάστηκαν να την βγάλουνε τρελή. Ίσως απλά να ξεχάστηκε, φεύγοντας βιαστικά απ’ το σπίτι, και τα φόρεσε βιαστικά. Ίσως πάλι από εκκεντρικότητα και παιχνιδιάρικη διάθεση ήθελε να προκαλέσει την συντηρητική και καθωσπρέπει κοινή γνώμη. Ίσως πάλι της άρεσε αυτός ο συνδυασμός και ήθελε να τον λανσάρει ως μια καινούργια μόδα. Μέχρι τότε κανείς δεν είχε σκεφτεί να φορέσει παπούτσια διαφορετικών χρωμάτων. Ήταν πράγματι μια πρωτότυπη ιδέα και θα άρεσε πολύ στην εναλλακτική και προχωρημένη νεολαία μας. Θα μπορούσε να αποφέρει πολλά κέρδη στην εταιρία που θα την υιοθετούσε, παίρνοντας βέβαια και το ανάλογο ρίσκο. Όμως, δεν θα ‘ταν λίγοι και κείνη που θα την έβρισκαν γελοία. Πάντως, θα προκαλούσε συζητήσεις και μεγάλο ντόρο, δηλαδή η καλύτερη διαφήμιση. Μα οι μάρκες ήταν διαφορετικές, κάτι που μπέρδευε την κατάσταση. Ίσως η γυναίκα να ήταν φτωχή, να μην είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει ένα καινούργιο ζευγάρι και να φόρεσε ότι βρήκε απ’ τα παλιά της. Ναι, κι αυτή είναι μια εύλογη εξήγηση, πολύ πιθανή. Πάντως, οι φιλενάδες της βιάστηκαν να βγάλουν την ετυμηγορία τους και να την καταδικάσουν ομόφωνα. Ήταν τρελή, θεόμουρλη, είπαν.      

Εκείνη τη στιγμή, λίγο παρακάτω, το γκρίζο περιστέρι σηκώθηκε όρθιο και άνοιξε τα φτερά του για να ξεμουδιάσει. Τότε παρατήρησα κάτι που σίγουρα δεν είχε προσέξει κανένας, ούτε η γυναίκα ούτε οι φιλενάδες της ούτε οι διαβάτες του δρόμου. Του έλειπε ολόκληρο το αριστερό του πόδι, κομμένο από τη ρίζα. Το ανάπηρο πουλί έδωσε μια και πέταξε ψηλά, σκαρφαλώνοντας στα ηλεκτρικά καλώδια. Η γυναίκα με τα αταίριαστα παπούτσια σήκωσε το χέρι της και το χαιρέτησε χαμογελώντας λυπημένα. Όμως, εκείνο ήταν ελεύθερο να αποφασίσει για το μέλλον του. Η γυναίκα αυτό το γνώριζε εξαρχής και το είχε αποδεχτεί. Ο καθένας κάνει κουμάντο στη ζωή του. Μόνο δεν πρόσεξε την μικρή κίτρινη κοτσιλιά που της άφησε στον δεξί της ώμο. Έτσι, ένα ενθύμιο προσωρινής φιλίας.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΝΑΓΙΟ

Στο καφενείο η κατάσταση ήταν δραματική. Απ’ το πρωί είχαν κρεμάσει τον βαλέ στη μέση της τσόχας και σερβίριζαν μόνο νηστίσιμα. Δηλαδή, μύριζε μεγάλη θανατίλα. Ένα μαυσωλείο γεμάτο σαρκοφάγους και μούμιες. Ξαφνικά, ο κοντός, σαν από μηχανής θεός, μπήκε φουριόζος στο νεκροταφείο των ζωντανών και με ξεσήκωσε άρον άρον. «Πάμε, σου ‘χω μια έκπληξη!» είπε και γελούσαν ακόμα και τα αυτιά του. Τον κοίταξα περίεργα, μα δεν είχα εναλλακτική. Τον ακολούθησα. Ψωνίσαμε δυο σακούλες ποτά απ’ το σούπερ μάρκετ και πήραμε ταξί για την άλλη άκρη της πόλης. Δεν μου είπε πού ακριβώς πάμε. Τελικά φτάσαμε στο παλιό καρνάγιο, πλάι στην μαρίνα των ιστιοπλοϊκών. Ήταν όμορφη μέρα. Ο ουρανός πεντακάθαρος, ο ήλιος λαμπερός, η θάλασσα λάδι. Τα ‘παιξα! Η τσίκνα απ’ την ψητούρα σου ‘σπαγε τη μύτη από μίλια μακριά. Κι ένα ραδιόφωνο έπαιζε ανάκατα δημοτικά και λαϊκά στη διαπασών. Το γλέντι είχε ξεκινήσει απ’ το μεσημέρι. Οι αθεόφοβοι δεν λογάριαζαν ούτε Μεγάλη Παρασκευή ούτε εβδομάδα των παθών ούτε νηστείες ούτε τίποτα. Αμαρτωλοί εκ γενετής, μέχρι το μεδούλι. Κι όταν θα ‘ρχόταν η ώρα να πάνε στον αγύριστο, θα τραβούσαν ντουγρού για τα καζάνια της κολάσεως, μακριά απ’ τους νωθρούς και αγάμητους παραδείσους. Και τότε κανένας πανάγαθος, ακόμα και να ‘θελε, δεν θα μπορούσε να τους σώσει. Ήταν έθιμο που κρατούσε δεκαετίες, μου είπε ο κοντός. Δεν το ‘ξερα, δεν είχα ακούσει κάτι σχετικό και λόγω της ημέρας μου φάνηκε αρκετά προκλητικό. «Έλα μωρέ, τι χολοσκάς; Αφού αύριο θα αναστηθεί. Μούφα θάνατος είναι, τους κορόιδεψε όλους ο τύπος. Γιατί να μην το γλεντήσουμε από τώρα;» Ο φίλος μου, αν και άπιστος, είχε σοβαρά επιχειρήματα. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ ήμουν αδιάφορος για θρησκευτικά και μεταφυσικά ζητήματα. Καρφί δεν μου καιγόταν για τα επουράνια, αν ο τύπος πέθανε ή αναστήθηκε, ούτε έψαχνα να βρω ιστορικές αποδείξεις και τεκμήρια αληθείας, όπως κάποιοι άλλοι επαγγελματίες άθεοι και φανατικοί. Και απών βέβαια από κάθε λατρευτική εκδήλωση. Έτσι κι αλλιώς, δεν μ’ αφορούσαν οι παραδόσεις της πατρίδας μου. Μα  το έθιμο αυτό, αν και κάπως βέβηλο, ανόσιο και αιρετικό,  ήταν ξεχωριστό και μου φάνηκε ωραίο. Πάντως, ο κοντός είχε δίκιο. Μούφα θάνατος ήταν.

Μέτρησα καμιά τριανταριά κεφάλια. Αντρικός πληθυσμός, απ’ όλες τις ηλικίες. Υπήρχε κέφι και ευθυμία στην ατμόσφαιρα. Καθόντουσαν ανάμεσα στις μαούνες, πάνω σε πάγκους και καρέκλες και γύρω από καφάσια και αυτοσχέδια τραπεζάκια. Έτρωγαν, έπιναν, γελούσαν και τραγουδούσαν. Κάποιο έψηναν, άλλοι σερβίριζαν. Μπύρες, κρασιά, ούζα, τσίπουρα, απ’ όλα είχε ο μπαχτσές. «Γεια σας μάγκες και χρόνια πολλά!» Ο κοντός απηύθυνε έναν εγκάρδιο  χαιρετισμό στην εκλεκτή ομήγυρη, απίθωσε τη σακούλα με τα ποτά και τράβηξε για την παράγκα στην άκρη της παραλίας. Τον ακολούθησα. Μέσα τσιμπολογούσαν και κουτσόπιναν ένας ξερακιανός και κοτσονάτος γέρος κι ένας παπάς, της ίδιας περίπου ηλικίας. Τα άσπρα τους γένια ήταν μακριά και ανάκατα, σωστοί προφήτες, μα το ράσο του παπά σωστό κουρέλι. Φθαρμένο, ξεθωριασμένο και μέσ’ στη λίγδα. Ο κοντός με σύστησε ως έναν καλό του φίλο, καινούργιο και νεοφώτιστο στην παρέα. Αν και ντροπαλός και λίγο μαζωμένος, ήμουν καλό παιδί, είπε. «Ναι, πρώτη φορά έρχομαι εδώ» προσπάθησα να δικαιολογηθώ. Με κοίταξαν περίεργα, χάιδεψαν σχεδόν ταυτόχρονα τις γενειάδες τους, κοιτάχτηκαν με νόημα και ξέσπασαν σε γέλια. Γελάσαμε κι εμείς, για να μην τους προσβάλουμε, αν και δεν πολυκατάλαβα το λόγο. Μας κέρασαν τσίπουρο και έβαλαν άλλα δυο πιρούνια στο τραπέζι. Γεμίσαμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας. «Άντε, καλή ανάσταση και άσπρο πάτο!» ευχηθήκαμε. Κοίταξα τριγύρω την παράγκα με περιέργεια. Ήταν γεμάτη εργαλεία και σιδερικά για τη συντήρηση των πλεούμενων. «Μην τα κοιτάς καθόλου. Άχρηστα είναι πλέον. Έχει πέσει πολύ η δουλειά», παραπονέθηκε ο ξερακιανός. Αυτός ήταν το μεγάλο αφεντικό. Μια ολόκληρη ζωή εδώ, πλάι στο κύμα, με τις βάρκες της στεριάς. «Δεν μας προτιμούνε πλέον, τα πάνε αλλού. Αλλά, και το ξύλο πέθανε», είπε. Το καρνάγιο είχε ζήσει ένδοξα χρόνια, μα τώρα είχε καταντήσει νεκροταφείο παρατημένων σαπιοκάραβων. Άντε δυο-τρία απ’ αυτά να ταξίδευαν και πάλι στα αλμυρά νερά, ίσως και κάνα μικρότερο ψαροκάικο. Όλα τα άλλα θα αναπαύονταν γαλήνια στη στεριά στους αιώνες τους άπαντες. Τσάμπα χώρο πιάνανε, μα λυπόταν να τα διαλύσει. Πλέον, το μαγαζί το κρατούσαν οι δυο του γιοι. Ήταν έξω με τους άλλους και τα πίνανε. «Να, αυτοί εκεί είναι!», είπε και τους έδειξε με το χέρι του. Όμορφα, ψηλά  και δυνατά παλικάρια, τα καμάρωνε. Αυτός είχε πια κουραστεί, δεν ασχολιόταν. Από συνήθεια ερχόταν, για να περνάει την ώρα του αγναντεύοντας την θάλασσα. Είχε βγει στη σύνταξη, είχε γίνει και παππούς, τρία εγγονάκια είχε, τίποτε άλλο δεν ήθελε απ’ τη ζωή του. Όλα καλά και άγια, παράπονο ουδέν. Μόνο για τα παιδιά του ανησυχούσε. Οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά.

Ο παπάς άκουγε, αλλά δεν μιλούσε. Σίγουρα τα ήξερε όλα αυτά. Εμένα δεν με ρώτησαν κάτι, δεν πέρασα από ανάκριση, να μάθουν τι κάνω κι από πού κρατά η σκούφια μου. Ούτε καν πώς με λένε. Δηλαδή, πλήρης περιφρόνηση και απάθεια για το πρόσωπό μου. Όμως μπορεί να ήταν κι από διακριτικότητα, ποιος ξέρει. «Πάμε να λιαστούμε με τους σκύλους και τις γάτες, μας έφαγε η υγρασία εδώ μέσα!» είπε ξαφνικά ο παπάς με τη βροντερή του φωνή. Ακουγόταν αγριεμένος και κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Αδειάσαμε τα ποτήρια μας, σηκωθήκαμε και βγήκαμε έξω. Τα αδέσποτα της περιοχής τρώγανε κόκαλα και αποφάγια και ανακλαδίζονταν του καλού καιρού, χωρίς αγωνία και άγχος, με λιγοστές ανάγκες. Γι’ αυτά ήταν η ζωή. Στην άκρη της ακρογιαλιάς ο παπάς αγνάντευε την ηρεμία της φύσης. Στο βάθος διακρίνονταν δύο ιστιοπλοϊκά με τα πανιά τους ανοιχτά να κόβουν βόλτες στην ήρεμη θάλασσα, προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν το ελαφρύ αεράκι. Ξαφνικά μέσα από μια μαούνα πετάχτηκε το φρικιό κουνώντας τα χέρια του αλλοπρόσαλλα. «Γεια σου τράγο με την παρέα σου!» είπε και σκάσαμε όλοι στα γέλια.  Είχε πλάκα ο τύπος. Ήταν ο ξακουστός νεκροθάφτης, ο μικρότερος αδερφός της κουτσής, και τον έβλεπα για πρώτη φορά. «Δηλαδή, σαν να λέμε, το κουνιαδάκι μου!», μου εξήγησε γελώντας ο κοντός. Κούνησα το κεφάλι μου με απορία. Αγνοούσα παντελώς  τις περίπλοκες συγγενικές διαβαθμίσεις. Γαμπρός, κουνιάδος, μπατζανάκης, συμπέθερος και τα ρέστα. Χρειαζόμουν λεξικό για καταλάβω τι σημαίνουν. Όμως, για τον νεκροθάφτη είχα ακούσει πολλά και διάφορα και τώρα τον έβλεπα μπροστά μου ολοζώντανο, με σάρκα και οστά, φορώντας με το αιωνίως μαύρο του παλτό, κουμπωμένο μέχρι το λαιμό. Μόλις το είχε σκάσει απ’ το τρελάδικο και κοιμόταν μέσα στις βάρκες. Τον έψαχνε ο μπόγιας να τον μαντρώσει ξανά κι αυτός είχε βρει άσυλο και απάγκιο στο καρνάγιο. Δεν έπαιρνε τα χάπια του, μα δεν ήταν επικίνδυνος. Ούτε εριστικός, δεν έβριζε ποτέ. «Μόνο λίγο παλαβιάρης είναι», μου εξήγησε ο κοντός και είχε την πλάκα του ο χαζοβιόλης.

Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν πλησίασε μια παρέα τσιγγάνων με κλαρίνο, κιθάρα και τουμπερλέκι κι άρχισαν να παίζουν έναν εύθυμο σκοπό. Τότε έγινε πανζουρλισμός. Όλοι ανέβηκαν πάνω στις καρέκλες και τα τραπέζια κι άρχισαν να χορεύουν με ζητωκραυγές και άλλα ενθουσιώδη επιφωνήματα. Ο ρυθμός γινόταν όλο και πιο γρήγορος, ο χορός όλο και πιο διονυσιακός. Είχαν ανάψει και κάμποσα τρίφυλλα, η ατμόσφαιρα ντουμάνιασε απ’ τα χόρτα και τα μαύρα, τα κεριά και τα λιβάνια. Παραπάνω, στον κεντρικό δρόμο, κάποιοι περαστικοί σταμάτησαν και μας χάζευαν. Πρέπει να μας πέρασαν για καλικάντζαρους και δαίμονες, μέρα που ήταν, μα δεν δώσαμε σημασία. Μέχρι που στο βάθος φάνηκε ο επιτάφιος και ίσα που ακούστηκαν οι θρηνώδεις ψαλμωδίες των ιερέων. Τα όργανα σταμάτησαν και οι τσιγγάνοι τράπηκαν σε φυγή. Δεν είχα πιει αρκετά και ντράπηκα. «Είναι αργά και πρέπει να φύγω», είπα στον κοντό, καληνυχτίζοντας την εκλεκτή ομήγυρη. «Περίμενε, έρχομαι κι εγώ μαζί σου!» άκουσα να μου φωνάζει ο παπάς.

Η βραδιά ήταν γλυκιά, ανοιξιάτικη και φεγγαρόλουστη και βρισκόμουν σε σχετική ευθυμία. Περπατούσαμε αμίλητοι. Αυτός πήγαινε μπροστά κλωτσώντας κάθε τόσο πετρούλες στη μέση του δρόμου, εγώ απλά ακολουθούσα. Παραξενεύτηκα. Για την ηλικία του είχε καλό βηματισμό και γερά πόδια. Δεν ήξερα που πηγαίναμε. Κάποια στιγμή, σπάζοντας τη βουβαμάρα, βρήκα το θάρρος να τον ρωτήσω. «Δηλαδή, εσύ τώρα είσαι πραγματικός παπάς;» Κοκάλωσε. Γύρισε προς το μέρος μου και με κάρφωσε για λίγο με το βλέμμα του. Στο τέλος έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο και συνέχισε το περπάτημα. «Αμ’ τι νόμιζες ότι είμαι μασκαρεμένος; Τα καρναβάλια αργούνε ακόμα!» Δεν τον πίστεψα, ο πάτερ πρέπει να με δούλευε ψιλό γαζί. Μετά από λίγο μου τα ξεφούρνισε όλα με το νι και με το σίγμα. Αν και δεν είχε καμιά υποχρέωση.

Ναι, κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, ήταν ένας πιστός ιερέας που υπηρετούσε με ζήλο τον θεό του, κι ας παρέμενε εκείνος σιωπηλός και απόμακρος, δεν τον ένοιαζε. Μάλιστα, είχε και μεγάλα όνειρα. Να κάνει πανεπιστημιακές σπουδές, να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία, να φτάσει μέχρι και αρχιεπίσκοπος, ωφελώντας τα μέγιστα το ποίμνιο και όσους τον είχανε ανάγκη. Όμως, τα μεγαλεπήβολα σχέδια ανατράπηκαν, όλα πήγανε στράφι. Κάποια στιγμή μπήκε ο διάβολος μέσα του και ερωτεύτηκε μια συμφοιτήτριά του στη θεολογική σχολή. Ήταν πολύ όμορφη και πέντε χρόνια μικρότερη. Αυτός πολύ νέος τότε, υπέκυψε στον πειρασμό. Κι όμως, ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του. Και κείνη ήταν θεοσεβούμενη και πολύ πιστή κοπέλα, είχαν πολλά κοινά. Την αγάπησε πραγματικά, χωρίς τύψεις και ενοχές. Έτσι κι αλλιώς, «θεός είναι η αγάπη», του έλεγε και σ’ αυτό συμφωνούσαν. Όπως και σε όλα. Ήταν ο άνθρωπος της ζωής του, το ιδανικό άλλο του μισό. Σχεδιάζανε να παντρευτούνε, να κάνουνε πολλά παιδιά και να ζήσουνε ευτυχισμένα, δοξάζοντας το όνομα και την χάρη του μεγαλοδύναμου. Όμως ο σατανάς τους έβαλε να κάνουν έρωτα πριν το γάμο τους. Μεγάλο αμάρτημα. Ήδη γνωρίζονταν ένα ολόκληρο χρόνο και δεν άντεχαν άλλο. Ήταν πολύ νέοι. Κάθε φορά που τα κορμιά τους πλησίαζαν το ένα στο άλλο ριγούσαν απ’ τον πόθο. Όποτε αγκαλιαζόντουσαν και φιλιόντουσαν έπαιρναν φωτιά. Εκείνη τη βραδιά της αμαρτίας την θυμάται πολύ καλά. Η πιο ευτυχισμένη της ζωής του. Η μοναδική φορά που συνουσιάστηκε με άνθρωπο, πρώτη και τελευταία. Δεν μπορεί να την ξεχάσει. Όποτε τη θυμάται ξαναπαίρνει φωτιά, καίγεται ολόκληρος, τσουρουφλίζεται στα πύρινα καζάνια της κολάσεως. Όμως, η κοπέλα έμεινε έγκυος. Έπρεπε σύντομα να παντρευτούν. Μα δεν πρόλαβαν. Ο μουγγός θεός τους τιμώρησε. Μετά από λίγο καιρό διαγνώσθηκε με μια σπάνια ασθένεια που την έστειλε γρήγορα στον άλλο κόσμο. Ταλαιπωρήθηκε και βασανίστηκε πολύ μέχρι να βγει η ψυχή της. Ένα μήνα κράτησε το μαρτύριο, μια ολόκληρη ζωή. Ήταν συνέχεια στο πλάι της. «Μας τιμωρεί ο θεός, εμένα πιο πολύ, την αμαρτωλή!» ψέλλιζε συνέχεια και παραμιλούσε. Όχι, εκείνον τιμώρησε πιο πολύ, σαράντα χρόνια τώρα, μια ολόκληρη ζωή. Κι όμως, δεν έκαναν κάνα έγκλημα, αλλά αυτό που τους επέβαλλε η φύση τους. Με αγάπη και όμορφα συναισθήματα. Και με καλούς σκοπούς. Τότε κατάλαβε ότι ο θεός του ήταν σκληρός και άδικος. Ένας σαδιστής που του αρέσει να βασανίζει τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους. Και σαν άλλος εωσφόρος τον απέρριψε. Δεν εξομολογήθηκε, δεν ζήτησε συγχώρεση, ούτε μετάνιωσε για τίποτε. Φούντωσε μέσα του ο εγωισμός και η οργή. Αφού έψαλε το «δεύτε τελευταίον ασπασμό» και έθαψε την κοπέλα αποποιήθηκε το σχήμα του κι έγινε αιρετικός. Κατασκεύασε και λάτρεψε έναν δικό του, πιο ανθρώπινο, θεό. Μα τα μαύρα δεν τα έβγαλε ποτέ από πάνω του. Ούτε κουρεύτηκε ούτε ξυρίστηκε ποτέ. Συνέχισε να πενθεί. Κι αυτήν και τον εαυτό του και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Πλέον, εκείνον που του πήρε την αγάπη του τον έχει συγχωρέσει. «Όχι, δεν είναι κακός. Απλά, δεν υπάρχει!» κατέληξε.

Ο γέρος παπάς είχε κουραστεί να μιλάει και να εξομολογείται τις αμαρτίες που τον βαραίνανε τόσα χρόνια. Είχε γίνει κατακόκκινος, σεληνιασμένος και δαιμονισμένος. Η συντριβή και η οδύνη ζωγραφίζονταν στο ζαρωμένο του πρόσωπο. Τότε γονάτισε μπροστά μου, γαντζώθηκε απ’ τα πόδια μου και ξέσπασε σε κλάματα. Χείμαρροι δακρύων, σαν να μην είχε ξανακλάψει ποτέ στη ζωή του. Για ώρα πολύ έκλαιγε με βογγητά που κάποια στιγμή έγιναν σπαραχτικά ουρλιαχτά, εκεί, στη μέση του δρόμου, στην μέση του πουθενά, κάτω απ’ το άπλετο φως της μάνας σελήνης, μπροστά σ’ έναν άγνωστο άνθρωπο, σ’ έναν ξένο, και σίγουρα πιο αμαρτωλός από εκείνον. Οι πιστοί με τα αναμμένα τους κεριά επέστρεφαν απ’ τον επιτάφιο στα σπίτια τους. Μας κοίταζαν έντρομοι, σταυροκοπιόντουσαν και προσπερνούσαν βιαστικοί. Έμεινα σιωπηλός να ακούω την κραυγή του γέρικου πληγωμένου λύκου κάτω απ’ το φως της ολόγιομης συμπονετικής σελήνης. Δεν είχα κάτι να του πω. Ίσως, μόνο «υπομονή, άνθρωπε, υπομονή!» μα κι αυτό απλά το σκέφτηκα, δεν τόλμησα να το προφέρω. Υπομονή, γέρο! Όλοι κάποιον μαρτυρικό σταυρό κουβαλάμε στους ώμους μας, όλοι για κάτι υποφέρουμε. Υπομονή, μέχρι να βγει η ψυχή μας. Έβαλα τα χέρια μου πάνω στο γέρικο κεφάλι του και χάιδεψα απαλά τα άσπρα του μαλλιά. Τουλάχιστον, από μένα είχε τη συγχώρεση που ζητούσε η ψυχή του. Μετά από λίγο τον βόηθησα να σηκωθεί, να σκουπίσει τα μάτια του και συνεχίσαμε αμίλητοι το δρόμο μας.      

«Φτάσαμε, εδώ είναι το φτωχικό μου!» Ήταν ένα μικρό οικόπεδο με μια παράγκα από πλίθες και λαμαρίνες στο βάθος, κάτι σαν αποθήκη. Και γεμάτο από αδέσποτα, σαν να ήταν παράρτημα της φιλοζωικής εταιρίας. Απ’ την μια πλευρά κοιμόντουσαν οι γάτες, απ’ την άλλη τα σκυλιά. Ξύπνησαν, ανασήκωσαν γεμάτα περιέργεια τα κεφάλια τους, ο γέροντας τους είπε δυο γλυκόλογα και κατόπιν συνέχισαν μακάρια τον ύπνο τους. Με ένα φακό μπήκαμε αθόρυβα στην παράγκα. Επικρατούσε ησυχία. Μέτρησα επτά κεφάλια. Είχαν πιάσει τις γωνίες και κοιμόντουσαν  στρωματσάδα μέσα σε υπνόσακους. «Είναι οι φτωχοί μου», δικαιολογήθηκε ο παπάς με συμπόνια. Στη μέση υπήρχε μια σβησμένη ξυλόσομπα με μπουριά, ένα τραπέζι και γύρω του μπόλικες καρέκλες. Καθίσαμε σιωπηλοί και αποκαμωμένοι μέσα στη βαθιά νύχτα. Έφερε τσίπουρο, γέμισε τα ποτήρια και ήπιαμε άσπρο πάτο. Απ’ το παράθυρο η σελήνη έλουζε με ασήμι και μαλάματα το σιωπηλό κοινόβιο και φώτιζε τις ωχρές, κουρασμένες και αδέσποτες φάτσες μας. Πήρα το φακό και περιεργάστηκα τη γωνιά όπου έκαιγε το καντήλι. Ήταν το εικονοστάσι του. Εκεί προσευχόταν γονατιστός τρεις φορές τη μέρα. Ανάκατες οι μορφές των αγίων με ήρωες της επανάστασης και του αντάρτικου. Επομένως, πίστευε ακόμα σε ένα καλύτερο μέλλον για την άνθρωπο, με λιγότερο πόνο. Αντίθετα από μένα,  δεν είχε χάσει τελείως τις ελπίδες του. Μια φωτογραφία έδειχνε τον αρχικαπετάνιο περιτριγυρισμένο απ’ τους γενειοφόρους μαυροσκούφηδες και  πλάι του ένας παπάς με όπλο και σταυρωτά φυσεκλίκια. «Ο παπά-Ανυπόμονος, μακρινός μου συγγενής!» ψιθύρισε περήφανος για τα ανυπότακτα γονίδιά που κουβαλούσε μέσα του, καταλαβαίνοντας πού σταμάτησε το ανήσυχο βλέμμα μου. Γέμισε πάλι τα ποτήρια και τα κατεβάσαμε ξανά άσπρο πάτο. Μα ήταν αργά κι έπρεπε να φύγω. Θα ξαναρχόμουν, του υποσχέθηκα, είχαμε πολλά πράγματα να πούμε. Να του εξομολογηθώ κι εγώ με τη σειρά μου τα μεγάλα αμαρτήματα μιας νωθρής και ασάλευτης ζωής. Χωρίς θεό, χωρίς πίστη, χωρίς νόημα. «Όποτε θες, παιδί μου. Οι καλοί άνθρωποι είναι πάντα ευπρόσδεκτοι στον οίκο του θεού. Να ‘χεις την ευλογία μου!» είπε και αγκαλιαστήκαμε. Έφυγα και έφτασα παραπατώντας μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Ευτυχώς, εκείνη την έρημη ώρα περνούσε ένα ταξί. Η μεθυσμένη μου φάτσα δεν προξενούσε ανησυχία, ούτε πρόδιδε κάποιο επικίνδυνο κακοποιό στοιχείο με άσχημες προθέσεις. Σταμάτησε και με πήρε. Με διπλή ταρίφα. Μετά από λίγο, βρισκόμουν ψόφιος πάνω στο κρεβάτι μου. Ούτε τα ρούχα δεν πρόλαβα να βγάλω.          

Την επόμενη μέρα έμαθα το κακό. Έπιασε φωτιά στο παλιό καρνάγιο και κάηκε ολοσχερώς. Και οι μαούνες και τα καΐκια και η παράγκα, τα πάντα. Εμπρησμός ή ατύχημα, κανείς δεν ήξερε με σιγουριά, το έψαχνε ακόμα η πυροσβεστική. Πάντως, πολλά ακούγονταν. Ευτυχώς δεν υπήρχαν ανθρώπινες απώλειες, νεκροί ή τραυματίες. «Ήταν ωραίο θέαμα!» είπαν κάποιοι. Οι λίγοι που είχαν απομείνει μέχρι αργά το βράδυ, λιώμα απ’ το πιόμα,  ροχάλιζαν του καλού καιρού, μα ξύπνησαν εγκαίρως και πρόλαβαν να απομακρυνθούν και να γλυτώσουν. Κάποιοι απ’ την τρομάρα τους βούτηξαν στη θάλασσα. Ένιωσα τύψεις και ενοχές. Τους είχα κάνει κακό ποδαρικό των ανθρώπων. Παρ’ όλο που δεν είμαι προληπτικός, αυτό ήταν το πρώτο που σκέφτηκα. Κι ύστερα τον νεκροθάφτη που θα έχανε το κρεβάτι του και το σπιτικό του κι θα έμενε πάλι άστεγος και απροστάτευτος απ’ τον μπόγια. Ίσως πάλι να ‘βρισκε απάγκιο στο σπιτικό του γέροντα παπά. Εκεί σίγουρα θα ήταν καλοδεχούμενος. Όπως και όλα τα αθώα πλάσματα του άσπλαχνου και μάταιου τούτου κόσμου.

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

ΤΟ ΦΑΚΕΛΑΚΙ

Ο κοντός είχε τα μαύρα του τα χάλια. Κάπνιζε τα τσιγάρα απανωτά και κατέβαζε το ουίσκι σαν νερό. Δεν τον είχα ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση, νόμιζα ότι θα του ‘ρθει συμφόρηση. Μιλούσε κι έτρεμε ολόκληρος. Χτες, ήρθε και τον βρήκε ο χοντρός. Είχαν καιρό να μιλήσουν. Του τα περιέγραψε πολύ τραγικά. Ο ψηλός δεν είναι καλά, τον χάνουμε. Πρέπει επειγόντως να εγχειριστεί. Χρειάζονταν αρκετά λεφτά και δεν υπήρχε σάλιο, έπρεπε να βοηθήσει. Ο γιατρός που τον φρόντιζε ήταν ο καλύτερος στο είδος του, μα μεγάλη κουφάλα. Διευθυντής της ογκολογικής κλινικής, με σπουδαία φήμη στο χώρο, μα δεν είχε μάνα μου και πατέρα μου. Απαιτούσε χοντρό φακελάκι και το μπαγιόκο μπροστά, πριν την επέμβαση. Η ταρίφα του  ξεκίναγε από τρία χιλιάρικα. Επιπλέον, η περίπτωση του ψηλού ήταν δύσκολη, με λίγες πιθανότητες επιτυχίας. Δηλαδή, σχεδόν πεταμένα λεφτά. Ο καρκίνος στον εγκέφαλο είχε προχωρήσει πολύ. Το πρόβλημα ξεκίνησε πριν από ένα τρίμηνο με ζαλάδες και πονοκεφάλους, μα δεν έδωσε σημασία. Την έβγαζε με κάνα ντεπόν και ξάπλα στο κρεβάτι. Φοβόταν τους γιατρούς και δεν ήθελε να πάει να κοιταχτεί. Μα όταν πριν από μια βδομάδα σωριάστηκε ξαφνικά φαρδύς πλατύς στη μέση του δρόμου, τον πήγαν σηκωτό στα επείγοντα, του έκαναν εξετάσεις και τον κράτησαν μέσα. Ο καρκίνος ήταν επιθετικός, μα ευτυχώς δεν είχε κάνει ακόμα μετάσταση. Πάνω στην ταραχή του ο χοντρός του τα ‘λεγε κάπως μπερδεμένα, όπως και ο κοντός σε μένα, δηλαδή δούλευε χαλασμένο τηλέφωνο. Ίσως ο καρκίνος αυτός να μην ήταν μεταστατικός, δεν κατάλαβαν καλά, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Ούτε κι εγώ. Πάντως, ο ψηλός έπρεπε αμέσως να εγχειριστεί και ο παλιόπουστας ο γιατρός ήθελε τα λεφτά μπροστά. Αυτό ήταν το ρεζουμέ της κατάστασης.

Προσπάθησα να τον ηρεμήσω. Αφού υπήρχαν ακόμα ελπίδες να γίνει καλά δεν έπρεπε να χάνει το θάρρος του και να πανικοβάλλεται. Η περίσταση απαιτούσε ψυχραιμία, που όμως ο κοντός δεν διέθετε. Είχε πολύ καιρό να βρεθεί και να μιλήσει με τον χοντρό και τον ψηλό. Τελευταία, είχαν ψυχρανθεί ή τσακωθεί για κάτι δικά τους, δεν ξέρω ακριβώς, ούτε και μου είπε ποτέ. Μα ήταν παλιά φιλαράκια, είχαν φάει ψωμί κι αλάτι μαζί, σε ζόρικες καταστάσεις, κι έπρεπε να τους βοηθήσει. Δεν είχε πρόβλημα με τα χρήματα, τα είχε, απλά ήθελε να πάνε όλα καλά και ο ψηλός να την σκαπουλάρει. Ούτε και ηθικές αναστολές είχε. Ήξερε πως στην κωλοχώρα μας έτσι λειτουργούν τα πράγματα, με λάδωμα και δεν θα αλλάξουν ποτέ. Με νταβατζήδες, φακελάκια και μεσάζοντες. Γιατροί, δικαστές, μπάτσοι, πολιτικοί και όλοι οι γαμημένοι, όταν τους έχεις ανάγκη πρέπει να τους τα σκάσεις. Όλους αυτούς που επιτελούν τάχα μου λειτούργημα και δίνουν όρκους με φανφάρες και τυμπανοκρουσίες ότι θα εκτελούν πάντα το καθήκον τους για το καλό της κοινωνίας.  Και που στο τέλος τον καταντούν ένα κουρελόχαρτο. Επίορκοι, δούλοι του χρήματος και της μάσας. Βέβαια, πάντα με κάποιες εξαιρέσεις, που ξεπλένουν όλους τους υπόλοιπους. Τους πολλούς. «Μα δεν είναι όλοι έτσι», σου λένε και καθαρίζουν, βάζοντας ανάμεσα στους άμεμπτους και τον εαυτό τους. Ναι, έπρεπε να καταργηθούν οι ορκωμοσίες, δεν είχαν νόημα. Έτσι κι αλλιώς, ο καθένας έδινε λόγο μόνο στη συνείδησή του. Και σε κανέναν άλλο.

Ανέκαθεν, δεν μπορούσα να χωνέψω το νταβατζιλίκι και τον εκβιασμό όταν βρίσκεσαι σε ανάγκη. Ένιωθα συνένοχος. Πρότεινα στον κοντό να ειδοποιήσουμε την αστυνομία, να προσημειώσουν τα χαρτονομίσματα και ο κωλογιατρός να πιαστεί στη φάκα. Αν ήθελε, μπορούσα να το αναλάβω εγώ. Ήξερα ότι είχε άσχημα προηγούμενα με τους μπάτσους και δεν γούσταρε πάρε δώσε μαζί τους. Τον ήξεραν χαρτί και καλαμάρι, κι αυτόν και τον ψηλό και τον χοντρό. Αρνήθηκε κατηγορηματικά. Δεν ήθελε να βάλει σε μεγαλύτερο κίνδυνο την έτσι κι αλλιώς επισφαλή και ετοιμόρροπη ζωή του φίλου του, να εξανεμίσει και τις ελάχιστες έστω πιθανότητες που είχε να γίνει καλά. Γύρευε στα χέρια ποιανού χασάπη θα έπεφτε μετά απ’ αυτό ο φίλος του. Και τι θα του κάνανε του κύριου διευθυντή; Τίποτα. Σιγά μην τον διώχνανε. Μια προσωρινή αργία και παύση των καθηκόντων του και μια ένορκη διοικητική εξέταση, όλα για τα μάτια του κόσμου, πιο πολύ για να το βουλώσουν οι εφημερίδες, και ένα πόρισμα μετά από πού καιρό που θα τον έβγαζε λάδι λόγω αμφιβολιών. Και η υπόθεση θα κουκουλωνόταν, το σκάνδαλο θα ξεχνιόταν και ο πουστογιατρός θα επέστρεφε στο πόστο του με δάφνες και τιμές. Θα ‘παιρνε και τους μισθούς για την περίοδο που έλειπε, την οποία θα υπολόγιζαν και στα συντάξιμα χρονάκια του. Σαν να μην έφυγε ποτέ. «Και τότε θα έπρεπε να τον καθαρίσω» κατέληξε. Ο κοντός είχε ξαναβρεί την ηρεμία του και αν και πιωμένος μιλούσε ορθά. Τίποτα δεν θα του κάνανε του κύριου διευθυντή, που για να βρίσκεται σ’ αυτή τη θέση θα είχε σίγουρα πολιτικές άκρες και γνωριμίες. Μπορεί και μέσα στην αστυνομία, ακόμα και στα δικαστήρια. Θα ‘βγαινε λάδι ο παλιόπουστας. Άσε που μπορεί να βρίσκαμε και τον μπελά μας από πάνω. 

Την επόμενη κιόλας μέρα κανονίσαμε συνάντηση με τον βοηθό του διευθυντή και μας εξήγησε τις λεπτομέρειες. Ο χοντρός κι ο κοντός δεν μιλούσαν. Όταν του παραπονέθηκα ότι είναι πολλά τα χρήματα και είμαστε φτωχοί άνθρωποι και που θα τα βρούμε, η απάντησή του με αποστόμωσε. Ήταν λίγο κυνική, αλλά και πολλή λογική. Αφού ήταν φίλος μας και τον αγαπούσαμε, θα ‘πρεπε να τσοντάρουμε όλοι ρεφενέ, να γίνει κάτι σαν ένας μικρός έρανος για να σωθεί. Βέβαια, δεν ήταν πολλές οι ελπίδες της επιτυχίας, μα ο κύριος διευθυντής θα έκανε ότι καλύτερο μπορούσε. Ήταν αυθεντία στο είδος του και εμείς πολύ τυχεροί που τον είχαμε στην πόλη μας και που δεν έφυγε κι αυτός, όπως τόσοι άλλοι, για το εξωτερικό ή τουλάχιστον για την πρωτεύουσα, εκεί όπου οι απολαβές του θα ήταν σίγουρα μεγαλύτερες. Τα λεγόμενά του σχεδόν μας είχαν πείσει. Και επιπλέον, τα χρήματα δεν θα έμπαιναν όλα στην τσέπη του, θα γινόταν δίκαιη διανομή σε όλη την ομάδα, τους βοηθούς και την αναισθησιολόγο, μέχρι και οι νοσηλευτές και οι τραυματιοφορείς θα παίρνανε μερίδιο. Ναι, όλοι τους, δίκαια πράγματα. Σαν τους μισθοφόρους και πλιατσικολόγους άλλων εποχών, που μετά από κάθε επιδρομή μοιράζανε τα λάφυρα. Τα μισά τα ‘παιρνε ο αρχηγός, τα υπόλοιπα τα γενναία του παλικάρια. Δίκαια πράγματα. Τελικά, ο βοηθός του κύριου καθηγητή μας είχε πείσει. 

Φέραμε τα μπικικίνια και μετά από τρεις μέρες ο ψηλός ετοιμάστηκε και μπήκε στο χειρουργείο. Η επέμβαση ήταν δύσκολη, κράτησε αρκετές ώρες, όμως στέφθηκε με επιτυχία. Αφαιρέθηκε ο κακοήθης όγκος και την επόμενη μέρα ο ασθενής συνήλθε. Ο κύριος διευθυντής μας ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να μείνει λίγες μέρες στην κλινική για παρακολούθηση. Ίσως τον πρώτο καιρό να είχε κάποια προβλήματα διαύγειας και ομιλίας, κάτι σαν προσωρινή αφασία, ας πούμε, μα γρήγορα ο εγκέφαλος θα επανερχόταν στην προηγούμενη κατάσταση. Ίσως να του άφηνε ένα μικρό κουσούρι στη γλώσσα ή στο περπάτημα. Ίσως και να γινόταν λίγο πιο νευρικός και ευερέθιστος, δεν μπορούσε ακόμη να ξέρει.

Ο κοντός και ο χοντρός τον ευχαρίστησαν συγκινημένοι, ήταν υπόχρεοι, του είπαν. Εγώ δεν είπα τίποτα, μόνο κρατήθηκα να μη γελάσω. Ανέκαθεν ο ψηλός ήταν ανεγκέφαλος, μπουμπούνας και μαλακοκαύλης, άτομο μειωμένης σκέψης και αντίληψης. Τώρα θα απογινόταν τελείως. Πάντως, προσωρινά, είχε διαφύγει τον κίνδυνο, την είχε σκαπουλάρει. Κάτι ήταν κι αυτό. Και ο εντιμότατος κύριος διευθυντής με τα παχυλά φακελάκια, χωρίς να το ξέρει, είχε σώσει το όμορφο κεφαλάκι του. Προσωρινά κι αυτός.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022

Ο ΑΡΧΟΝΤΑ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ

 


Καθόντουσαν έξω απ’ την καφετέρια του σταθμού και κοιτούσαν τα τρένα να περνούν. Μητέρα και γιος, δυο στρουμπουλοί αμίλητοι διοπτροφόροι. Έμοιαζαν πολύ. Εκείνη έπινε τσάι, αυτός σοκολάτα. Σταμάτησα και τον χαιρέτησα. Με κοίταξε με απορία. Άργησε να με αναγνωρίσει, αν και δεν είχε περάσει πολύς καιρός απ’ την τελευταία μας συνάντηση, ένας χρόνος και κάτι, τη μέρα που έφυγα απ’ τη δουλειά. Τελικά με θυμήθηκε και σαν ελατήριο πετάχτηκε όρθιος απ’ την καρέκλα του. Μου ‘σφιξε με θέρμη το χέρι, είχε χαρεί που με ξανάβλεπε. «Έχετε αλλάξει!» παρατήρησε κομπιάζοντας. Σίγουρα, θα με βρήκε υπερβολικά αξύριστο και ατημέλητο, μα από ευγένεια δεν μου το ‘πε. Ένα φάντασμα του παλιού καλού μου εαυτού, αν και ουδέποτε υπήρξα αστραφτερός και ατσαλάκωτος. Συνέχιζε να μου μιλάει στον πληθυντικό, από σεβασμό κι από συνήθεια. Σε όλους έτσι μιλούσε. «Ε, τι να κάνουμε, μεγαλώνουμε!» προσπάθησα να δικαιολογηθώ. Με παρακάλεσε να καθίσω και να με κεράσει κάτι. «Μόνο για λίγο», του είπα, ήμουν βιαστικός και προφασίστηκα κάποιο σημαντικό ραντεβού. Δεν είχε την περιέργεια να μάθει λεπτομέρειες, μόνο χάρηκε που δέχτηκα την πρόσκλησή του και αμέσως μου σύστησε την μητέρα του. Δεν την είχα ξαναδεί. Ήξερα μόνο ότι ζουν μαζί και ότι είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, με σημαντικότερο το ζάχαρο, που της είχε πειράξει και τα μάτια και δεν έβλεπε καλά. Με κοίταξε προσεκτικά πίσω απ’ τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά της και είπε «χάρηκα πολύ, παιδί μου», προσπαθώντας να μου χαμογελάσει. Μετά έστρεψε πάλι το πρόσωπό της προς το λιμάνι κι έμεινε σιωπηλή και αδιάφορη. Τουλάχιστον, δεν έδειξε να ενοχλείται απ’ την παρουσία μου. Σουρούπωνε και ο μόλος είχε πολύ κόσμο, νεαρούς κυρίως, που βολτάριζαν ανέμελα πάνω κάτω. Κάποιοι καθόντουσαν στα παγκάκια χαζεύοντας την ήρεμη θάλασσα και το όμορφο ηλιοβασίλεμα. Κάποια ζευγαράκια χαϊδεύονταν και φιλιόντουσαν περιπαθώς.

Αυτή πρέπει να πλησίαζε τα ογδόντα, παχιά και μαυροφορεμένη, με μουστάκια και τρίχες στο πρόσωπο. Ο κλητήρας ήταν στην ηλικία μου, ανύπαντρος, πάντα φρεσκοξυρισμένος και περιποιημένος. Αυτός την φρόντιζε. Δεν είχε αδέρφια και ο πατέρας του ήταν από χρόνια πεθαμένος. Τον ρώτησα πώς πάνε τα πράγματα στη δουλειά, «όπως τ’ αφήσατε» μου απάντησε. Μόνο που κάποιοι συνταξιοδοτήθηκαν και δεν έγιναν νέες προσλήψεις, πλέον υπήρχε έλλειψη προσωπικού στην υπηρεσία. Έτσι, του φόρτωσαν και δεύτερο πόστο, στην αρχειοθέτηση. Είχε περισσότερη δουλειά τώρα, αναγκαζόταν να κατεβαίνει και στο υπόγειο, εκεί βρισκόταν το αρχείο, μα δεν τον πείραζε. Έτσι ένιωθε πιο χρήσιμος. Μάλιστα, για κάποιες υποθέσεις τον καλούσε στο γραφείο του ο κύριος διευθυντής αυτοπροσώπως, παρακάμπτοντας την ιεραρχία. Τότε ένιωθε ακόμη πιο περήφανος, ακόμη πιο  άξιος. Ήταν σαν είχε πάρει προαγωγή, είπε, αν και ο μισθός του παρέμενε ακόμα μικρός και στάσιμος. Ευτυχώς που υπήρχε και η σύνταξη της μητέρας, απ’ τον πατέρα του που ήταν σιδηροδρομικός, έστω και κουτσουρεμένη. Του έδωσα συγχαρητήρια για την αναβάθμισή του κι αυτός με ευχαρίστησε. Ήταν χαρούμενος και χαμογελαστός. Η μητέρα του δεν μας άκουγε. Κοιτούσε πέρα μακριά τη θάλασσα.

Κι όμως, στη δουλειά τον είχαν όλοι του κλότσου και του μπάτσου, το θυμάμαι καλά. Ο αγαθούλης κλητήρας ήταν για όλους μια ξεκούραση, ένα ευχάριστο διάλλειμα στην μίζερη υπηρεσιακή τους ρουτίνα. Τον δούλευαν ψιλό γαζί, έσπαγαν μεγάλη πλάκα με την πάρτη του.  Γινόταν άγριος ντόρος, η καζούρα πήγαινε σύννεφο, μα αυτός δεν αντιδρούσε, απλά προσπαθούσε να χαμογελάσει και να το πάρει το ζήτημα ελαφριά. Την μια του λέγανε ότι τον ψάχνει νευριασμένος ο προϊστάμενός του, την άλλη ότι τον ζητάει μια όμορφη γυναίκα στην είσοδο ή κάποιος παπάς, την τρίτη ότι τον πήρε τηλέφωνο η μητέρα του και τον ζητούσε. Τον βάζανε να τρέχει πέρα δώθε χωρίς λόγο. Μια φορά τον κλείδωσαν στην τουαλέτα, από τότε δεν ξαναπήγε ούτε για κατούρημα. Αυτά γινόντουσαν σε καθημερινή βάση, μέρα παρά μέρα, μα δεν δυσανασχετούσε. Κάπου πρέπει να τα είχε συνηθίσει και να μην τα έχαφτε. Απ’ την άλλη, θα του άρεσε και λίγο που ασχολιόντουσαν όλοι μαζί του, που βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Δεν είχε φίλους, ήταν μοναχικός άνθρωπος. Οι μόνοι γνωστοί του ήταν οι συνάδελφοί του στη δουλειά, αυτοί που τον κορόιδευαν. Εμένα με συμπαθούσε γιατί δεν τον ενοχλούσα κι όσο μπορούσα τον προστάτευα απ’ τους μαλάκηδες. Καμιά φορά του έλεγα κι έναν καλό λόγο, του ανέβαζα κάπως το ηθικό.

Όλοι ξέρανε τη συστολή του απέναντι στις γυναίκες. Του πετούσαν διάφορα υπονοούμενα και βάζανε τις συναδέλφισσες να του κάνουνε κόρτε. Καλές καργιόλες κι αυτές. Τότε ντρεπόταν αφάνταστα και γινόταν κατακόκκινος σαν το παντζάρι. Μα κατ’ ιδίαν, πίσω απ’ την πλάτη του, λέγανε τα χειρότερα, τα πιο ανήκουστα και ακατανόμαστα. Ότι ζαχαρώνει μικρά αγοράκια, ότι φέρνει αλλοδαπούς στο σπίτι του για να τον πηδήξουν, ακόμη κι ότι πλακώνεται με την μάνα του λέγανε κάποιοι ξεφτιλισμένοι. Και όλα αυτά χωρίς αποδείξεις, ούτε καν την παραμικρή ένδειξη. Δεν πίστευα λέξη απ’ τις βρωμιές τους. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έκανε. Απλά είχε παραμείνει ένα μεγάλο παιδί δίχως ερωτική ζωή. Και τι έγινε, δεν έχανε και τίποτα το σοβαρό. Μπορεί και να ‘παιζε ακόμα με τα τρενάκια, τα αυτοκινητάκια και τα στρατιωτάκια του. Και τι έγινε. Στη χειρότερη να ήταν άλλος ένας σολίστας, όπως τόσοι και τόσοι. Μόνος του, αυτός και η χούφτα του. Και τι έγινε. Έτσι κι αλλιώς, ήταν άνθρωπος της θρησκείας, όπως και η μητέρα του. Πίστευε ολόψυχα και αληθινά και εκκλησιαζόταν κάθε Κυριακή. Αυτό ήταν το αποκούμπι του στις δυσκολίες της ζωής, ο θεός, όπως και σε τόσους άλλους. Και στη δουλειά είχε πάντα μαζί του το ευαγγέλιο. Και τι έγινε.

Είχε όρεξη για τσιλάγρα, σαν να ‘χε χρόνια να μιλήσει σε άνθρωπο. Εγώ είχα τις δικές μου σκοτούρες και όπως πάντα αυτήν την ώρα ανάγκη για απόλυτη ηρεμία. Μάλλον δεν έπρεπε να καθίσω στο τραπέζι τους, θα με παραζάλιζε, αλλά τώρα είχε γίνει το κακό. Άρχισε να μου μιλάει για τον πατέρα του. Ήταν σιδηροδρομικός κι όταν ήταν παιδί τον έπαιρνε συχνά μαζί στη δουλειά του, ειδικά τα σαββατοκύριακα που δεν είχε σχολείο. Τον έβλεπε με την υπηρεσιακή του στολή, το πηλήκιο και τη σφυρίχτρα του και καμάρωνε. Ήταν το πρότυπό του, ο θεός του και ήθελε να του μοιάσει, να γίνει σαν κι αυτόν, σταθμάρχης, ο άρχοντας των τρένων, ο ελεγκτής των επιβατών, ο τροχονόμος των γραμμών, ο γενικός κουμανταδόρος του σταθμού, που δίχως το δικό του νεύμα ή σφύριγμα δεν θα κουνιόταν φύλλο. Αυτά ονειρευόταν τότε που ήτανε παιδί. Και σκαρφάλωνε στα σταματημένα τρένα κι έτρεχε μέσα στα βαγόνια και στους διαδρόμους κι έπαιζε τους καουμπόηδες και τους ινδιάνους που ‘βλεπε στα γουέστερν της τηλεόρασης. Μάλιστα μια φορά ξεχάστηκε απ’ το παιχνίδι, δεν άκουσε τα προειδοποιητικά σφυρίγματα και το τρένο ξεκίνησε. Ταξίδεψε μόνος του λαθρεπιβάτης μέχρι τον επόμενο σταθμό που τον ανακάλυψαν και τον κατέβασαν άρον άρον. Τουλάχιστον, τον κέρασαν τυρόπιτα, γλυκό και πορτοκαλάδα, αυτό το θυμάται καλά.  Ο πατέρας του είχε πεθάνει απ’ την αγωνία του, μέχρι να επιστρέψει με την επόμενη αμαξοστοιχία. Μα  ήταν καλός. Τον μάλωσε, του αγρίεψε, του έβαλε τις φωνές, μα δεν τον χτύπησε. Ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω του. Μόνο όταν πήγε σπίτι με τη μητέρα του και μείνανε οι δυο τους έφαγε της χρονιάς του. Για να το θυμάται καλά και να μην το ξανακάνει, του είπε. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ζωηρό παιδί, δεν έκανε αταξίες, μόνο μέσα στα τρένα ξεχνιόταν. Από εκείνο το περιστατικό ο μπαμπάς δεν τον ξαναπήρε μαζί του, αυτή ήταν η τιμωρία του, του είπε η μαμά. Και μετά από λίγο καιρό πέθανε. Τον βρήκαν ακουμπισμένο πάνω στο γραφείο του σαν να κοιμάται. Από ανακοπή καρδίας, είπαν. Αυτή ήταν η τιμωρία του. Η μητέρα του δεν ξαναπαντρεύτηκε και κείνος από τότε δεν ξαναμπήκε σε τρένο, δεν ξαναταξίδεψε, δεν ξανάγινε λαθρεπιβάτης, δεν ξανάπαιξε ινδιάνους και καουμπόηδες, ούτε κλέφτες κι αστυνόμους. Όμως, έρχονταν συχνά με την μητέρα του στην καφετερία, έπαιρναν ένα τσάι ή μια σοκολάτα και αμίλητοι αναπολούσαν τα παλιά. Σαράντα χρόνια πίσω. Δεν έγινε σιδηροδρομικός, ούτε σπούδασε κάτι. Στο σχολείο ήτανε σκράπας, δεν τα ‘παιρνε τα γράμματα και με το ζόρι πήρε το απολυτήριο. Ευτυχώς, ένας θείος έβαλε μέσο και τον διόρισε στο δημόσιο. Κλητήρα. Τώρα είχε αναβαθμιστεί και σε αρχειοθέτη.     

Μιλούσε ψυχρά, μηχανικά και αδιάφορα για τα περασμένα, για την παιδική του ηλικία, σαν ρομπότ, δίχως ίχνος συγκίνησης στη φωνή του, ούτε ένα σπάσιμο, ούτε μια σύσπαση στο πρόσωπο, σαν να αφορούσαν όλα αυτά κάποιον άλλον, κάποιον ξένο. Την φωνή του την κάλυψε το σφύριγμα του τρένου που πλησίαζε στο σταθμό. Τα φρένα του στρίγκλισαν πάνω στις ράγες, μέχρι που σταμάτησε. Κάποιοι κατέβηκαν, άλλοι ανέβηκαν, ο σταθμάρχης σφύριξε τρεις φορές, το τρένο ξεκίνησε πάλι για το μακρινό του ταξίδι. Η αποβάθρα είχε αδειάσει και τώρα ο παλιός μου συνάδελφος παρέμενε σιωπηλός. Η ακατάπαυστη φλυαρία του είχε εξαντληθεί. Είχε περάσει η ώρα κι είχε νυχτώσει για τα καλά. «Πρέπει να φύγω», του είπα. Σηκωθήκαμε όρθιοι και χαιρετηθήκαμε. «Εις το επανειδείν» μου ευχήθηκε χαμογελαστός. Καληνύχτισα και την μητέρα του, μα δεν μου απάντησε. Βουβό πρόσωπο με βλέμμα απλανές, συνέχιζε να κοιτάζει τη μαύρη θάλασσα και τον έναστρο ουρανό πέρα μακριά.      


Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

Τα τελευταία λόγια του παπά πάνω απ’ τη γούβα ήταν και τα πιο καταπραϋντικά για τους των θλιμμένους συγγενείς και φίλους. Προσπαθούσε να τους παρηγορήσει, όχι όμως και κείνον. Ο εκπρόσωπος του θεού κουνούσε νευρικά το θυμιατήρι του πέρα δώθε, μα ο νεκρός παρακολουθούσε ατάραχος το ιερό μυστήριο που γινόταν προς τιμήν του. Ξαπλωμένος ανάσκελα, κάπως χλωμός και αδύνατος, όμως πανέμορφος και χαμογελαστός, σαν να ‘βλεπε κάποιο ευχάριστο όνειρο, μάλλον ερωτικού περιεχομένου, και από στιγμή σε στιγμή ανοίγοντας τα μεγάλα γαλαζοπράσινα μάτια του και  βλέποντας γύρω του όλες αυτές τις σκυθρωπές κακορίζικες φάτσες να τον μοιρολογούν θα έβαζε σίγουρα τα γέλια. Κατόπιν θα πεταγόταν απ’ την κάσα και θα μοίραζε αγκαλιές και φιλιά, αφού πάλι τους  την έφερε, έστω και κακόγουστα αυτή τη φορά. Θα αδιαφορούσε σε βαθμό αναισθησίας για τις ολέθριες συνέπειες του αστείου του, δηλαδή τις ξαφνικές ανακοπές των πιο ευάλωτων συναισθηματικά ηλικιωμένων που παρακολουθούσαν τη σεπτή τελετή και είχαν κάποιο θέμα με την αχώνευτη ιδέα του θανάτου και πιο πολύ βέβαια του δικού τους τελεσίδικου αφανισμού. Δύσκολα πράγματα, θα πεις, που προκαλούν δυσπεψία ακόμα και στα πιο γερά στομάχια.

Δυστυχώς, τίποτα από όλα τα παραπάνω δεν έγινε, καμία πλεονάζουσα ταραχή, καμία έκτακτη συγκοπή ή αποπληξία. Απίθανες φαντασιοπληξίες του ξεχαρβαλωμένου μου μυαλού ήταν, λόγω της συγκίνησης των στιγμών, αλλά και μιας παρατεταμένης αϋπνίας των τελευταίων ημερών για άλλους, δικούς μου και άσχετους με την περίσταση λόγους. Λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου κράτησε η ελπιδοφόρα παραίσθηση κι αμέσως επέστρεψα στη δύσοσμη κι αποκρουστική πραγματικότητα του νευρόσπαστου λιβανίσματος και των φάλτσων υψίσυχνων κυρελέησον του παπά. Η πριμαντόνα του θεού ήθελε κούρδισμα. Πάντως, όλα γίνονταν σύμφωνα με το καθιερωμένο τυπικό, καμία παράβαση, καμία παρεκτροπή. Παραδίπλα, ο επίτροπος του κοιμητηρίου, ένα χλωμό λιπόσαρκο ανθρωπάκι με μισοσβησμένο μουστάκι και σκοτεινά μάτια, σιγοντάριζε μουρμουριστά, κρατώντας το βυζαντινό ίσο. Οι ήχοι έβγαιναν απ’ τα χείλη τους κακοποιημένοι και άτσαλοι, τουλάχιστον για τη δική μου εκλεπτυσμένη αισθητική, και έσβηναν και χάνονταν πάνω στις πλαγιές του φαλακρού βουνού, δίχως επιπλέον παρηχήσεις, διακροτήματα και ενοχλητικούς αντίλαλους. Επιτέλους, μετά από λίγο σώπασαν. Το φέρετρο κατέβηκε αργά και προσεκτικά μέσα στο λάκκο, σκεπάστηκε με το καφετί γυαλιστερό καπάκι και ένας ένας με τη σειρά περάσαμε από μπροστά του ρίχνοντας μια χούφτα φρέσκο νοτισμένο χώμα ή κάνα κόκκινο τσουρομαδημένο γαρίφαλο. Ο κοντός πέταξε στη ζούλα και δύο τσιγάρα στριφτά για να βολεύεται ο φίλος του τις δύσκολες ώρες της μεγάλης χαρμάνας. Έτσι, για το καλό κατευόδιο.

Βέβαια, ο θάνατος του ξανθού δεν με αφορούσε προσωπικά. Δεν τον ήξερα, πρώτη φορά τον συναντούσα στη ζωή μου και σίγουρα τελευταία. Όμως, η ομορφιά πάντα συγκινεί, ακόμα και σε τέτοιες δύσκολες περιστάσεις, έστω και κάπως ξεθυμασμένη. Ήταν φίλος του κοντού, στην ηλικία μας, κάποτε πολύ καρδιακός, μου είπε χτες στο απόγευμα στο τηλέφωνο, ο καλύτερος. Δεν ήξερε το πώς και το γιατί του δυσάρεστου συμβάντος, τυχαία είδε στην κολώνα το κηδειόχαρτο με το όνομά του κι από κάτω της μητέρας και της αδερφής του. Εδώ και χρόνια είχανε χαθεί. Ήξερε μόνο ότι είχαν φύγει απ’ την πόλη και μένανε στην πρωτεύουσα. Τίποτα άλλο. Και τώρα θα γυρνούσαν στη γενέτειρα, τη μικρή τους επαρχιακή πόλη για να τον θάψουν. Μιλούσε με αναφιλητά και μεγάλες παύσεις. Δεν ήθελε να είναι μόνος του στην κηδεία, με παρακάλεσε να πάω μαζί του. Έτσι κι αλλιώς, ο μακαρίτης ήταν καλό παιδί, είπε. Μακάρι να τον είχες γνωρίσει και συ.  

Σήκωσα το βλέμμα μου προς τον ουρανό. Ήταν σκοτεινός, γεμάτος από πυκνά σύννεφα και άσχημα προαισθήματα. Πλησίαζε καταιγίδα από τα δυτικά. Έτσι κι αλλιώς, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά κι ασήκωτη, μα προς το παρόν τουλάχιστον δεν κινδυνεύαμε να γίνουμε από πάνω και λούτσα. Τα δελτία ειδήσεων προειδοποιούσαν για απότομη επιδείνωση του καιρού από σήμερα το βράδυ. Προλαβαίναμε λοιπόν να τον κηδέψουμε, να σκεπάσουμε τη γούβα προτού μπάσει λασπόνερα και να χύσουμε στα μάγουλά μας λίγα υφάλμυρα δάκρυα προτού ξεπλυθούν κι αυτά απ’ τις άγριες σταγόνες της βροχής. Τουλάχιστον από δω πάνω, στην κορυφή του λόφου των αγωνιστών, ο φίλος μας θα είχε την καλύτερη θέα. Ολόκληρο τον πατραϊκό κόλπο στο πιάτο, από τη γέφυρα μέχρι την παλιοβούνα και τη βεράσοβα. Θα ξεκουραζόταν μακάριος στους αιώνες τους άπαντες, πλάι στους προγόνους του αρματολούς και κλέφτες, προύχοντες και κοτσαμπάσηδες και λοιπούς αμαρτωλούς της μεγάλης επανάστασης του γένους, μέχρι τη δεύτερη, τρίτη και χιλιοστή παρουσία. Θα χόρταινε το μάτι του απ' το γαλάζιο όλων των αποχρώσεων, παρ’ όλο που το αγαπημένο του χρώμα ήταν το κόκκινο της φωτιάς. Έτσι, τουλάχιστον, μου είπε ο κοντός. Ο φίλος του καμάρωνε για την καταγωγή του, ένιωθε περήφανος που κάποιοι πρόγονοί του πολέμησαν  και απελευθέρωσαν τη χώρα απ’ τον βάρβαρο κατακτητή. Τώρα δίπλα τους θα ξάπλωνε κι αυτός μακάριος που δεν πολέμησε κανέναν κι ήταν απλά ένας αγωνιστής της ζωής, όπως και τόσοι άλλοι απλοί άνθρωποι, δίχως βαριά ονόματα και ιστορικές κληρονομιές στους ώμους τους. Συνηθισμένοι, απλοί και ανώνυμοι. Που ήρθαν, είδαν κι έφυγαν. Και που θα σκεπαστούν απ’ την αδυσώπητη σκόνη του χρόνου και γρήγορα θα ξεχαστούν. Ο κοντός δεν είχε τέτοιους φόβους κι αγωνίες. Ήταν παιδί του ορφανοτροφείου. Δεν είχε ούτε συγγενείς να τον κλάψουν ούτε οικογενειακό τάφο να τον χώσουνε μέσα με δόξες και τιμές. Αυτός σίγουρα θα παρέμενε στα αζήτητα. Μα δεν τον ένοιαζε.

Κατηφορίζαμε για τον καφέ της παρηγοριάς ανάμεσα από τα ψηλά κυπαρίσσια κι έριχνα βιαστικές ματιές στα διάσπαρτα εδώ και κει μαρμάρινα μνημεία. Είχα ξανάρθει στο πρώτο νεκροταφείο πριν κάμποσα χρόνια για την κηδεία ενός συναδέλφου. Ήταν λίγο μεγαλύτερός μου, σαρανταπεντάρης τότε, μα αγχώδης και κάπως παχύσαρκος. Του ήρθε νταμπλάς, μια κι έξω. Καλό ανθρωπάκι, αισιόδοξος και συνεργάσιμος τύπος. Μάης μήνας ήταν, ηλιόλουστη μέρα και η φύση στα ντουζένια της. Τότε είχα βρει την ευκαιρία να κάνω μια μεγάλη βόλτα, για καμιά ώρα, και να θαυμάσω την ματαιοδοξία της πάλαι ποτέ ακμάζουσας μεγαλοαστικής τάξης της πόλης μου, εκείνα τα ανέμελα χρόνια της μακρινής μπελ επόκ με την πλούσια σταφιδική παραγωγή. Έμποροι, τραπεζίτες και τσιφλικάδες (πολλοί από αυτούς πολιτεύτηκαν) ανταγωνίζονταν για τιμές, πλούτη και υστεροφημίες ακόμα και μετά θάνατο. Το νεκροταφείο βρισκόταν πάνω σε τέσσερεις λόφους. Χιαστοί πυρσοί πάνω σε επιτάφιες στήλες, στεφανωμένοι σταυροί και ταφόπλακες, φτερωτοί ερωτιδείς που κρατούν ανάποδα τη δάδα της ζωής, παπαρούνες, πεταλούδες και αναμμένα λυχνάρια, σοφές κουκουβάγιες, κράνη μέσα σε δάφνες, κανόνια, παράσημα και άγκυρες με σταυρούς, άδειες και άχρηστες τεφροδόχες, γρύπες με κεφάλι αετού, σώμα λιονταριού και ουρά φιδιού να συμβολίζουν την αρμονική ισορροπία ανάμεσα στον ουράνιο, επίγειο και υποχθόνιο κόσμο (η αρχαιοπληξία στο φόρτε της) λογχωτές σιδεριές και επιτύμβιες στήλες να δείχνουν τον ουρανό, όπως και τα λυγερόκορμα κυπαρίσσια, νεοκλασικά ταφικά μνημεία, επιτάφιοι ναΐσκοι, λυχνάρια και σαρκοφάγοι, λάρνακες και οβελίσκοι, προτομές, σταυροί, ανθέμια και ταφόπλακες, περίτεχνοι κορμοί δέντρων και τέλεια κιγκλιδώματα εναρμονισμένα με την αρχιτεκτονική των μαρμάρινων γλυπτών και μνημείων. Δηλαδή, κενοδοξία, αλαζονεία και απληστία, μια χιμαιρική επιδίωξη για αιώνια αναγνώριση και ζωή, πλάι στους δρόμους και τις πλατείες που έφεραν τα σπουδαία ονόματά τους. Αυτοί, οι μεγάλοι ευεργέτες και οι ταγοί του έθνους. Η απέλπιδα προσπάθεια δειλών καλοταϊσμένων ανθρώπων να ξορκίσουν το αναπόφευκτο τέλος του θανάτου. Και σήμερα όλα αυτά να βρίσκονται σε πλήρη εγκατάλειψη. Αυτή είναι και η τιμωρία τους. Σπασμένες κολόνες, φθαρμένα μάρμαρα, σκουριασμένες επιγραφές και σκουπίδια που τα σκεπάζουν όλα. Και απ’ την άλλη πλευρά οι μικροί ασήμαντοι άνθρωποι μέσα στους απλοϊκούς τάφους και τα γυμνά κενοτάφια, εκεί που έλιωνε και ο παλιός μου καλόκαρδος συνάδελφος. Ωραία όλα αυτά, σκέφτηκα, μα οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Έφτυσα τρεις φορές τον κόρφο μου και βιάστηκα να φύγω από κει μέσα.

Το κυλικείο βρισκόταν χαμηλά, πλάι στην είσοδο του κοιμητηρίου. Λιγοστοί είχαμε απομείνει. Μπροστά προχωρούσε η μαυροφορεμένη γριά μάνα. Για να μη σωριαστεί χάμω τη βαστούσαν κι απ’ τις δυο μεριές η κόρη της και μια χοντρή που κάθε τόσο έσκουζε «κουράγιο, θεια, κουράγιο!» Γελάσαμε, είχε πολύ πλάκα. Πιο πίσω ακολουθούσαν και άλλες μαυροντυμένες και κάποιοι άντρες, οι πιο πολλοί προχωρημένης ηλικίας, με το ένα πόδι στον τάφο κι αυτοί. Τελευταίοι είχαμε ξεμείνει εγώ κι ο κοντός, με το τσιγάρο στο στόμα και τα χέρια χωμένα  στο παλτό. Είχε αρχίσει να φυσάει παγωμένος αέρας. Όλοι μπήκανε στο κυλικείο, εμείς προχωρήσαμε για την έξοδο. Δεν είχαμε καμιά όρεξη να γευτούμε μεσημεριάτικα νερουλά μαυροζούμια, κονιάκ μπόμπες των δυόμισι αστέρων και τα ξεραμένα κουλουράκια που περίσσεψαν απ’ το προπέρσινο μνημόσυνο. Θέλαμε να πιούμε τσίπουρα και ούζα για το συχώριο, μα το κατάστημα δεν διέθετε. Επιπλέον, δεν ξέραμε και κανέναν τους για να μάθουμε το πώς και το γιατί χάθηκε τόσο νέος ο άνθρωπος.   

Μόνο την μητέρα του και την αδερφή γνώριζε ο κοντός. Μα όταν τις συλλυπηθήκαμε στην εκκλησία δεν ξέρω αν κατάλαβαν ποιος ήταν, αν τον θυμήθηκαν. Είχαν περάσει πολλά χρόνια. Η μητέρα του, σχεδόν πεθαμένη,  δεν μας είδε καν. Είχε μόνιμα απλωμένο το δεξί της χέρι για τις απαραίτητες χειραψίες και το βλέμμα καρφωμένο στο δάπεδο. Μόνο πόδια έβλεπε να περνούν από μπροστά της και άκουγε να επαναλαμβάνονται μηχανικά τα λόγια της παρηγοριάς. Συλλυπητήρια, ζωή σε σας, να ζείτε να τον θυμόσαστε και τα παρόμοια. Μάλλον δεν το ήθελε πια. Θα προτιμούσε να πάει μια ώρα αρχύτερα να τον συναντήσει και να αναπαύσει πλάι του το κουρασμένο της κορμί.   Η αδερφή του ήταν όμορφη, αξιοπρεπής και μόνη. «Ευχαριστώ πολύ» είπε και της ξέφυγε ένα θλιμμένο χαμόγελο. Λίγο πιο πριν, ο κοντός με δάκρυα στα μάτια είχε σκύψει πάνω του να του χαϊδέψει τα μακριά του ξανθά μαλλιά, να του ψιθυρίσει κάτι στο αυτί και του φιλήσει όλο του το πρόσωπο. Εγώ απλά άγγιξα απαλά το παγωμένο του μέτωπο. Κι ας μην τον ήξερα. Τέτοια ομορφιά πάντα συγκινεί, σε κάθε περίσταση. Οι ωραίοι αυτού του μάταιου κόσμου δεν θα ‘πρεπε να πεθαίνουν. Τουλάχιστον, όχι πριν σταφιδιάσουν, σκεβρώσουν, ζαρώσουν και μαραθούν. Όχι όσο παραμένουν νέοι, ακμαίοι και όμορφοι σαν άγγελοι.

Όταν ο επίτροπος μας είδε να προχωρούμε προς την πύλη νόμισε ότι μπερδευτήκαμε. «Από δω» μας είπε επιτακτικά κι έδειξε την πόρτα του κυλικείου. «Άλλη φορά» του είπε χαμογελώντας ο κοντός και με κοίταξε με νόημα. Του ανταπέδωσα το συνωμοτικό χαμόγελο. Πριν μπούμε στο ταξί μας πρόλαβε η αδερφή του. Τελικά τον είχε αναγνωρίσει τον κοντό. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, μας ευχαρίστησε που ήρθαμε και μας είπε πως για δυο τρεις μέρες θα έμενε με τη μητέρα της σε κάποιον συγγενή. Αν θέλαμε, να περνούσαμε να τα πούμε. Μετά θα φεύγανε πάλι για την πρωτεύουσα. Σημείωσα το κινητό της. Θα περνούσαμε σίγουρα, της είπε ο κοντός, αύριο κιόλας. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, την συλλυπηθήκαμε ξανά και μπήκαμε στο ταξί. Μύριζε όμορφα. Αν και είχαν περάσει τόσα χρόνια, ο κοντός θυμήθηκε το  άρωμά της. Ήταν το ίδιο κι απαράλλαχτο με τότε.

Ο οδηγός σεβάστηκε το πένθος μας, έκλεισε το ραδιόφωνο και σ’ όλη τη διαδρομή έμεινε αμίλητος. Μείναμε κι εμείς βουβοί στο πίσω κάθισμα, ο καθένας στις σκέψεις του. Το ταξί μας άφησε έξω απ’ το παραλιακό ουζερί, πλάι στη μαρίνα των ιστιοπλοϊκών. Μέσα ήταν μόνο ένα ζευγάρι. Όταν μπήκαμε μας έριξαν μια κλεφτή ματιά, Ο ηλικιωμένος, πάνω από εβδομήντα, φορούσε γυαλιά, λευκό ριγέ πουκάμισο και μπεζ υφασμάτινο παντελόνι. Μύριζε για συνταξιούχος υπάλληλος του δημοσίου. Έπινε χαμογελαστός το κρασάκι του και κουβέντιαζε χαμηλόφωνα με την κοπέλα του. Χαμογελούσε κι αυτή, μια νεαρή τροφαντή τσιγγάνα γύρω στα είκοσι, τρώγοντας με βουλιμία το μπιφτέκι της και κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Καθίσαμε στην άκρη, πλάι στη τζαμαρία, με θέα τα αγριεμένα κύματα. Όποτε είναι στεναχωρημένος θέλει να βλέπει θάλασσα, τον ηρεμεί, ακόμα και η φουρτουνιασμένη, μου εξήγησε ο κοντός. Στα νιάτα του είχε κάνει ένα φεγγάρι στα καράβια και την αγαπούσε. Παραγγείλαμε ούζα και κάτι πρόχειρο να στυλωθούμε. Ειδικά ο κοντός είχε να βάλει μπουκιά στο στόμα του από χτες  που έμαθε τα δυσάρεστα. Το στομάχι του είχε γίνει κόμπος, δεν πήγαινε τίποτα κάτω, μου είπε, μόνο έπινε και κάπνιζε και το βλέμμα του χανόταν στο βάθος μακριά, πέρα απ’ τη γραμμή του ορίζοντα. «Τελικά, η αδερφή του σε θυμήθηκε» είπα έτσι κάτι για να σπάσω την ενοχλητική βουβαμάρα. «Δεν μπορούσε να με έχει ξεχάσει, δεν έχω αλλάξει πολύ από τότε» μου απάντησε και μετά από ώρα γέλασε λίγο το χειλάκι του. Κατεβάζαμε κιόλας το δεύτερο καραφάκι και η γλώσσα του είχε αρχίσει να λύνεται.

Την είχε γνωρίσει πριν από πολλά χρόνια σε μια καφετέρια, δούλευε σερβιτόρα. Του άρεσε πολύ και την φλέρταρε. Μετά από λίγο έπεσε στα δίχτυα του, είπε με καμάρι. Όσο μπόι του έλειπε, τόσο λέγειν είχε με τις γυναίκες. Δεν μπορούσαν να του ξεφύγουν, είχε τον τρόπο του να τις καμακώνει. Άρχισαν να βγαίνουν μαζί και σύντομα η σχέση τους ολοκληρώθηκε. Όχι ότι πήγαιναν για γάμο, δεν είχε  σοβαρέψει τόσο το πράγμα, μα κάποια στιγμή τον πήγε και σπίτι της να γνωρίσει τον αδερφό και την μητέρα της. Τον πατέρα τους τον είχαν χάσει από χρόνια, μα τους είχε αφήσει μια μικρή σύνταξη. Κάνανε στενή παρέα οι τρεις τους, κάπου κάπου έσκαγε μύτη και καμιά γκόμενα του ξανθού, μέχρι να την σχολάσει κι αυτή και να πάει στην επόμενη. Τις άλλαζε σαν τα πουκάμισα τις γυναίκες ο μακαρίτης, μικρές και μεγάλες, παντρεμένες και χωρισμένες,  δεν είχε προτιμήσεις και δυσκολίες, ο καλός ο μύλος όλα τα άλεθε. Μάλιστα, κάποιες φραγκάτες τον χαρτζιλίκωναν για τις υπηρεσίες του. Εκείνον τον καιρό έτσι βιοποριζόταν. Ήταν ματσωμένος κι όποτε βγαίναμε δεν άφηνε άλλον να πληρώσει, επιπλέον τα μαγαζιά τον γνώριζαν και μας κερνούσαν. Είχε βγάλει καλό όνομα ο ξανθός στην πιάτσα. Μπεσαλής, με όμορφες εξηγήσεις. Κάποια στιγμή του βάλανε ένα ράντζο στο δωμάτιο του ξανθού και τον σπίτωσαν κανονικά. Έτσι κι αλλιώς εκείνο τον καιρό σε σπίτια φίλων και γνωστών κοιμόταν, εδώ κι εκεί, όπου έβρισκε, συνέχεια με ένα σάκο στον ώμο γύριζε ανέστιος και πλάνης και σπάνια εκτελούσε εργασία, καμιά δουλειά του ποδαριού στη φέξη και στη χάση. Η μητέρα τους δεν έφερε αντίρρηση. «Αφού έχει ανάγκη το παιδί και είναι καλός φίλος σας να τον βοηθήσουμε» σχολίασε μόνο. Ήταν καλή γυναίκα. Δούλευε κι αυτή όπου έβρισκε, αφού η σύνταξη του μακαρίτη του άντρα της δεν έφτανε. Και από πάνω ήταν περήφανη και δεν καταδεχόταν να την χαρτζιλικώνουν τα παιδιά της. Έπλενε σκάλες, φύλαγε γέρους τα βράδια, έκανε ότι μπορούσε για να βγαίνουν τα έξοδα του σπιτιού και να υπάρχει ένα ζεστό πιάτο στο τραπέζι. Ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του. Είχε επιτέλους αποκτήσει κι αυτός μια οικογένεια. Με τον καιρό τον συμπάθησε κι αυτή πολύ. Τον φώναζε «γιόκα μου» κι αυτός «μητερούλα μου» και με την πρώτη ευκαιρία έπεφτε στην αγκαλιά της. «Σίγουρα, θα δεις αύριο πως θα με θυμηθεί» κατέληξε με νόημα.

Ο κοντός έκανε μια παύση. Είχε βουρκώσει. Ρούφηξε την μύτη του, σκούπισε τα μάτια του και ξαναγέμισε τα ποτήρια μας. Σιγά σιγά σουρούπωνε. Η θάλασσα είχε αγριέψει για τα καλά και μαστίγωνε την τζαμαρία του μαγαζιού. Ο ηλικιωμένος ζήτησε τον λογαριασμό, πλήρωσε το γκαρσόνι, κι έφυγε κεφάτος και χαμογελαστός μαζί με την κοπέλα του. Πιθανώς, θα πήγαινε να τη γαμήσει ή κάτι τέτοιο, ότι μπορούσε τέλος πάντων. Σήμερα που η επιστήμη κάνει θαύματα. Μείναμε μόνοι στο μαγαζί και επικράτησε απόλυτη σιωπή. Απέξω ο άνεμος όλο και δυνάμωνε. Κάθε τόσο το γκαρσόνι έριχνε λοξές ματιές προς το μέρος μας περιμένοντας να ξεκουμπιστούμε να φύγουμε. Ο κοντός ήπιε άλλη μια γουλιά απ’ το ποτήρι του, ρούφηξε μια τζούρα, πήρε θάρρος και συνέχισε την ιστορία του.       

Ένα βράδυ γυρίσανε οι τρεις τους λιώμα. Ήταν περασμένη η ώρα και η μάνα τους κοιμόταν του καλού καιρού. Παραπατούσαν αγκαλιασμένοι στις μύτες των ποδιών τους με προσοχή να μην την ξυπνήσουν πνίγοντας τα γέλια και τα χάχανά τους. Τραβήξανε στο βάθος για το δωμάτιο της κοπέλας, έκλεισαν πίσω τους την πόρτα και έριξαν τα κουρασμένα τους κορμιά στο κρεβάτι της. Ο ξανθός έβγαλε ένα γεμιστό τσιγάρο απ’ την τσέπη του, το άναψε, «άντε γεια μας» είπε, τράβηξε την πρώτη βαθιά ρουφηξιά και το πρόσφερε στον κοντό κι αυτός με τη σειρά του στην κοπέλα. Το τσιγάρο άλλαξε πολλά χέρια, έκανε τέσσερις πέντε κύκλους και στο τέλος ότι έμεινε το ‘σβησε ο ξανθός στο τασάκι. Πλέον, δεν μιλούσε κανείς. Μόνο τα σφριγηλά νεανικά τους κορμιά είχαν κολλήσει το ένα δίπλα στο άλλο και φούντωναν. Ο ξανθός άρχισε να την χαϊδεύει. Το χέρι του ξεκινούσε από χαμηλά και ανέβαινε. Σταμάτησε στο στήθος της, πέρασε κάτω από την μπλούζα και άρχισε να πασπατεύει τις ρόγες της. Εκείνη δεν έφερε καμία αντίσταση, της άρεσε κι άρχισε να καβλώνει.  Ο κοντός κόλλησε από πίσω της. Εναλλάξ, άρχισαν να φιλιούνται με πάθος, οι γλώσσες και τα χέρια τους μπερδεύονταν, έβγαλαν τα ρούχα και τα πέταξαν στο πάτωμα. Αναστέναζε βαθιά κι εκείνοι της βούλωναν το στόμα για να μην ακούσει η μάνα τους και ξυπνήσει. Το ξημέρωμα τους βρήκε γυμνούς και αποσταμένους να κοιμούνται πλάι πλάι.           

Ένα μήνα κράτησε η ευτυχία τους. Κάθε βράδυ γυρνούσαν σπίτι, κλειδώνονταν στο δωμάτιό της και γαμιόντουσαν ποικιλοτρόπως μέχρι πρωίας. Μόνο τις μέρες που είχε περίοδο τους άφηνε μονάχους στο δωμάτιό τους. Κι αυτοί συνέχιζαν το χαβά τους. Πίνανε, μαστουρώναν και γαμιόντουσαν μέχρι πρωίας, χωρίς αυτήν. Ήταν ένα θεσπέσιο όνειρο μέσα σ’ έναν επίγειο παράδεισο. Δεν ξανάζησε τέτοιο πράγμα σ’ όλη του τη ζωή. Η μάνα τους κάτι πρέπει να είχε καταλάβει, μα δεν είπε τίποτα. Ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του. Και ξαφνικά ένα πρωινό, έτσι, χωρίς λόγο, του την βίδωσε, πήρε τον σάκο του στον ώμο και μπάρκαρε στα καράβια. Δεν είπε τίποτα σε κανέναν, ούτε καν τους αποχαιρέτησε. Βλέπεις, είχε τον διάολο μέσα του, δεν μπορούσε ν’ αντέξει τόση ευτυχία. Πνιγόταν. Μόνο απ’ το πρώτο λιμάνι που πιάσανε τους έστειλε μια κάρτα, τίποτε άλλο. Ξεμπαρκάρισε μετά από δεκαεφτά μήνες, τους έψαξε, μα δεν τους βρήκε. Είχανε φύγει για την πρωτεύουσα, του είπε μια γειτόνισσα. Από τότε δεν τους ξανάδε. Σχεδόν τριάντα χρόνια. 

Είχε νυχτώσει για τα καλά και εμείς είχαμε γίνει σκνίπα από τα ούζα. Ζητήσαμε τον λογαριασμό, πληρώσαμε και βγήκαμε έξω στρεκλώντας. Ξαφνικά, άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Έριχνε κατακλυσμό κι ο ουρανός μας είχε βάλει στο σημάδι. Δεν μας ένοιαζε. Σηκώσαμε τα χέρια ψηλά κι αρχίσαμε να βγάζουμε άναρθρες κραυγές. Όταν ξεθυμάναμε, αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Συνέχισε για ώρα να βρέχει. 


Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

ΠΡΩΤΟ ΦΙΛΙ


 

Όλες οι μέρες των γιορτών πέρασαν γρήγορα, σαν ανεμοστρόβιλος. Όπως το φοβόμουνα, ο κοντός μου έγινε τσιμπούρι. Όχι πως δεν τα ‘θελε κι εμένα ο κώλος μου. Κάθε βράδυ τα πίναμε μαζί μέχρι πρωίας και την άλλη μέρα ξύπναγα με ένα κεφάλι κουδούνι. Δεν μ’ άφηνε να πληρώσω, σαν να ήμουν η γκόμενά του κι αυτός μες στην τρελή καψούρα. Με πείραζε κάπως, μα δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι. Έτσι κι αλλιώς, φαινόταν ματσωμένος, κυκλοφορούσε συνέχεια μ’ ένα πάκο χαρτονομίσματα στην τσέπη. Κάθε απόγευμα συναντιόμασταν στο καφενείο και μετά πηγαίναμε να τσιμπήσουμε στην ταβέρνα ενός φίλου του στην απάνω πόλη με φάτσα το κάστρο, είχε καλό κρασί. Τον ήξερε απ’ τα χρόνια του ορφανοτροφείου, πήγανε και στρατό μαζί, έκαναν ωραίες αλητείες στα νιάτα τους, διαπράξανε όλα τα παραπτώματα, μου ‘λεγε με περηφάνια. Ήταν ωραίος μάγκας, αλανιάρης, παιδί ξηγημένο και τζιμάνι. Μετά αυτός παντρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε, έκανε και δυο παιδάκια, «όχι σαν εμένα τον αχαΐρευτο, τον ανεπρόκοπο, τον ρεμπεσκιέ που έμεινα μπεκιάρης» κατέληγε ο φίλος μου, αναπολώντας τα παλιά. Καμιά φορά βούρκωνε και ήταν έτοιμος να τον πάρουν τα ζουμιά. Παραξενευόμουν. Άγνωστο πού έκρυβε τόση ευαισθησία. Αν κάποιος τον έβλεπε για πρώτη φορά θα έλεγε ότι έχει σκοτώσει δέκα. Δεν ξέρω, μπορεί να είχε κάνει και φόνο, τον είχα ικανό. Τουλάχιστον ήξερα ότι κουβαλούσε μαζί του σιδερικό. «Για ασφάλεια», μου είχε δικαιολογηθεί. Όμως όταν βρισκότανε μαζί μου έβγαζε άλλον εαυτό και γινόταν ένα παραπονιάρικο παιδί. Για να τον παρηγορήσω του έλεγα κι εγώ με τη σειρά μου διάσπαρτα κάποια κομμάτια, τα πιο ανώδυνα και ανεπαίσθητα, απ’ τον έτσι κι αλλιώς ασήμαντο, άχαρο και βαρετό πρότερο βίο μου. Άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον. «Μπράβο ρε, τους τα βρόντηξες όλα και την κοπάνησες, αυτές είναι αποδράσεις!» μου ‘λεγε στο τέλος και μ’ αγκάλιαζε και με φιλούσε σαν ένα χαμένο παλιόφιλο που τον ξανάβρισκε ύστερα από πάρα πολλά χρόνια. Με τόση ζέση και τρυφεράδα.

Λέγαμε πολλά και διάφορα, όχι μόνο για μας, αλλά γενικότερα για την κοινωνία, τη ζωή, τον κόσμο. Περιέργως, στα πιο πολλά συμφωνούσαμε. Αν και εκ πρώτης όψεως δεν του φαινότανε, ήταν άτομο στέρεο και κατασταλαγμένο, την είχε φιλοσοφήσει τη ζωή. Ούτε αυτός πίστευε σε θεούς και σε δαίμονες, ούτε κι αυτός περίμενε κάποιον αυτόκλητο σωτήρα να έρθει να τον σώσει, ούτε πίστευε ότι αυτή η σκατένια κατάσταση μπορεί να αλλάξει. Ήταν απαισιόδοξος. Δεν πίστευε σε θαύματα και ταχυδακτυλουργίες.  Ζούσε χωρίς ελπίδες, μόνο για το παρόν, για την απόλαυση του εδώ και τώρα. Και χαιρόταν απλά και μόνο επειδή ήταν ακόμα πάνω απ’ το χώμα. «Δεν βλέπεις ότι οι περισσότεροι είναι ηλίθιοι;» φώναζε τσαντισμένος για τη μαλακία που δέρνει τον κοσμάκη. Κι άρχιζε ξαφνικά τα μπινελίκια και τις χριστοπαναγίες, όμως γρήγορα ηρεμούσε, πέταγε ένα «δεν πα να γαμηθούν όλοι τους, τι φταίνε κι αυτοί, άντε γεια μας!» και σκασμένοι στα γέλια τσουγκράγαμε τα ποτήρια μας. Μόνο όταν του εκμυστηρεύτηκα ότι μουτζουρώνω κάποια χαρτιά, για να μην με νομίζει εντελώς άεργο και για να του κάνω κάπως εντύπωση, βέβαια, να του παραστήσω τον καμπόσο, τον δήθεν κουλτουριάρη, μ’ έβαλε αμέσως στη θέση μου. «Γιατί χάνεις το χρόνο σου κύριε συγγραφέα, μήπως θέλεις να γίνεις πλούσιος και διάσημος;» Προσγειώθηκα ανώμαλα στην πραγματικότητα. Δεν περίμενα τέτοια αντίδραση και σίγουρα δεν ήταν από ζηλοφθονία. Πειράχτηκα. Ξαφνικά, το ύφος του έγινε ειρωνικό, υποτιμητικό και απαξιωτικό, μ’ έφτυνε κατάμουτρα. Όμως, μου άρεσε κιόλας γιατί, παρ’ όλη τη συμπάθεια που μου ‘δειχνε, ήταν ειλικρινής και ντόμπρος, δεν μασούσε τα λόγια του. Απ’ την άλλη, ίσως και να ‘χε δίκιο, κι ας μην το παραδεχόμουνα. Όλα για μια κάλπικη υστεροφημία, χωρίς αντίκρισμα. Έγραφε κι αυτός, είπε, αλλά μόνο για τον εαυτό του, χωρίς αναγνώστες, κριτικούς και εκδότες. Έγραφε το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής του, κι ας μη γινόταν ποτέ διάσημος. «Μη φοβάσαι, κάποτε θα γράψω εγώ για σένα και θα σε κάνω γνωστό σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αθάνατο μέσα στην αιωνιότητα!» του είπα κι αμέσως σκάσαμε στα γέλια και τσουγκρίσαμε ξανά τα ποτήρια μας. «Γαμώ τη μούρλια που σε διακρίνει!» πρόσθεσε, έτσι για κομπλιμέντο. Λέγαμε κι άλλα πολλά και κατά τις δύο που έκλεινε η ταβέρνα ο φίλος του ο κάπελας μας έδιωχνε με τρόπο. «Άντε, κοντέ, να την κοπανάμε σιγά σιγά, κι αύριο νύχτα είναι!» Δεν είχε κι άδικο. Του ‘χαμε σκοτίσει τ’ αρχίδια του ανθρώπου με την πάρλα μας.

Κατηφορίζαμε με τα πόδια για να μας φυσήξει άπλετος καθαρός αέρας. Κάνα τέταρτο δρόμος ήταν και καταλήγαμε στο μπαρ της φίλης του, της κουτσής. Εκεί, μπαίνοντας μέσα, μεταμορφωνόταν και πάλι στον σκληρό καργιόλη που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του προκαλώντας σε όλους φόβο και δέος. Όσο μπόι του έλειπε τόσο η μαγκιά και ο τσαμπουκάς ξεχείλιζε απ’ τα μπατζάκια του και θα ‘πρεπε να ‘σαι πολύ μαλάκας για να τα βάλεις μαζί του. Ή βαλτός. Η θέση του ήταν στην άκρη της μπάρας πλάι στην τζαμαρία.  Δίπλα υπήρχε κι ένα άδειο σκαμπό για μένα, τον καινούργιο του φίλο. Από κει μπορούσε να επιβλέπει το μαγαζί, αλλά και την κίνηση έξω. Πίναμε κάμποσα ποτά, τα περισσότερα εκείνος. Ήταν σωστή νεροφίδα, μα δεν μεθούσε. Ξημερώματα την κοπανάγαμε. Με συνόδευε μέχρι κάτω απ’ το σπίτι μου, λέγαμε τις καληνύχτες και τις καλημέρες κι αυτός συνέχιζε την πορεία του πάντα προς άγνωστη κατεύθυνση. Μια φορά τον ρώτησα. «Καλή η διασκέδαση, μα πρέπει και να δουλέψουμε!» μου απάντησε με νόημα δίχως περαιτέρω εξηγήσεις. Δεν ήθελε να μου πει, ούτε κι εγώ επέμεινα. Μα το μυαλό μου πήγαινε σε πολλά και διάφορα. Και όχι πάντα στα καλύτερα.

Μου ‘χε πει ότι με την κουτσή τα είχανε τσουγκρίσει πάλι και δεν της έδινε πολλά χνώτα. Η σχέση τους δεν ήταν απλά επαγγελματική, αλλά κάθε τόσο περνούσε από χίλια μύρια κύματα και άγριες θαλασσοταραχές. Αγαπιόντουσαν, ζούσαν μαζί, αν και ανύπαντροι, μα ήταν και οι δυο τους δύσκολοι χαρακτήρες. Έτσι, κάθε τόσο άρχιζαν τα παρατράγουδα, συνήθως από ζήλεια. Αυτός πού και πού ξενογαμούσε, έτσι για ποικιλία. Το γαμήσι ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία του, τα άλλα ερχόντουσαν δεύτερα. Και παρ’ όλο που μεγαλώνοντας γινόταν όλο και πιο επιλεκτικός, δεν μπορούσε να αντισταθεί μπροστά σε ένα όμορφο καλοσμιλεμένο κωλαράκι, ήθελε να το πάρει ατάκα κι επιτόπου. Μεγάλος κωλομπαράς, ο φίλος μου. «Κώλος να ‘ναι, κι ότι να ‘ναι!» έλεγε χαριτολογώντας και συμφωνούσα μαζί του, θέλοντας και μη. Όμως, και κείνη λοξοκοίταζε, πιο πολύ για να του την σπάσει. Σαν να του ‘λεγε «άμα θέλω το κατέχω κι εγώ το άθλημα, κοντέ, γι’ αυτό μία σου και μία μου και άντε και γαμήσου!». Τότε, όταν γύριζαν σπίτι (ποτέ μπροστά σε άλλους) πιωμένος όπως ήτανε, την έπιανε απ’ το μαλλί και της έδινε καμιά ανάστροφή κι αυτή τον πέταγε έξω με βρισιές και κλοτσιές. Οι πρωινιάτικοι καβγάδες τους ήταν ομηρικοί και αναστάτωναν ολόκληρη την πολυκατοικία. Οι γείτονες είχαν συνηθίσει κάθε τόσο τα παρατράγουδα, απ’ την άλλη  δεν τολμούσαν και να καλέσουν την αστυνομία. Ήξεραν τι μεγάλο κουμάσι είναι ο κοντός. Έκαναν υπομονή, ελπίζοντας αυτή η ολέθρια σχέση να καταλήξει στο αναμενόμενο φονικό έγκλημα για να ξεβρομίσει ο τόπος απ’ την παρουσία και των δύο, εδώ που μας ήρθαν. Παρ’ όλα αυτά, η κουτσή κι ο κοντός δεν μπορούσαν να ζήσουν για καιρό χώρια, το πολύ μια βδομάδα. Και πάντα γλεντούσαν το ξανασμίξιμο με μια φλογερή ερωτική πράξη. Μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα.

Ένα βράδυ τον ρώτησα πώς το έπαθε και κουτσάθηκε, το μυαλό μου πήγαινε σε κάποιο ελάττωμα από γεννησιμιού της.  Στην αρχή ο κοντός ξαφνιάστηκε,  πειράχτηκε, δεν περίμενε να τον ρωτήσω γι’ αυτό. Αργότερα κατάλαβα την γκάφα μου, είχα φανεί κάπως αδιάκριτος. Όταν ήταν μικρή έπεσε και έσπασε το ποδάρι της, μου είπε με τα πολλά. Οι γιατροί δεν την πρόσεξαν όπως έπρεπε, το κάταγμα κόλλησε στραβά και της έμεινε κουσούρι. Μασούσε τα λόγια του και κατάλαβα ότι δεν μου ‘λεγε την αλήθεια. Όμως, δεν επέμεινα. Δεν μου ‘πεφτε λόγος και δεν του ξανάκανα κουβέντα.

Τούτη τη φορά τα ξαναβρήκαν την πρωτοχρονιά. Λόγω της ημέρας, η ταβέρνα του φίλου στο κάστρο έμεινε κλειστή. Έτσι, τσιμπήσαμε πρόχειρα στο καφενείο κι ύστερα πήγαμε κατευθείαν στο μπαρ. Το στολισμένο μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο, μα πολύ όμορφο. Μόνο δυο ξέμπαρκοι στην μπάρα και το προσωπικό του μαγαζιού, τρεις νεαρές κοπέλες εκπάγλου καλλονής από τις χώρες του πάλαι ποτέ ενδόξου ανατολικού μπλοκ. Έκαναν κονσομασιόν, κρατούσαν συντροφιά στους μοναχικούς πελάτες και ότι άλλο ήθελε προκύψει. Λεφτά να υπήρχαν κι όλα γίνονταν. Καθίσαμε στη θέση μας και μετά από λίγο ήρθαν και τα ποτά. Η κουτσή με χαιρέτησε εγκάρδια, μα στον κοντό δεν έριξε ούτε ένα υποτιμητικό βλέφαρο, καμία σημασία, τον έφτυσε τελείως. Εκείνος στραβομουτσούνιασε. Είχαν δυο βδομάδες τσακωμένοι και μάλιστα για ασήμαντη αφορμή (αυτή ήταν η άποψή του) δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση, ξεροψηνόταν. Και μάλιστα τέτοια χρονιάρα μέρα. Απ’ την άλλη όμως κώλωνε και να της μιλήσει και να σπάσει πρώτος τον πάγο. Ήταν ζήτημα εγωισμού και τιμής, να πούμε. Και κείνη όμως ανένδοτη. Είχε μουλαρώσει για τα καλά, δεν έκανε πίσω. Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα και μπήκανε δυο αντροπαρέες με γέλια και χαρές. Το μαγαζί ζωντάνεψε, η εορταστική μουσική δυνάμωσε και οι κοπέλες έπιασαν αμέσως δουλειά.

Μεσάνυχτα ακριβώς η μουσική σταμάτησε απότομα, τα φώτα έσβησαν και το μαγαζί σκοτείνιασε, δεν βλέπαμε τη μύτη μας. Έξω ο ουρανός γέμισε από λαμπερά πυροτεχνήματα και πολύχρωμα βεγγαλικά, το θέαμα ήταν όμορφο. Μες στο σκοτάδι κάποιοι μεθυσμένοι άρχισαν να τραγουδάνε σαν τα μικρά παιδιά το «Πάει ο παλιός ο χρόνος» κι ένιωσα μια περίεργη συγκίνηση, ένα φτερούγισμα στο στήθος. Όταν ξανάνοιξαν τα φώτα,  ξέσπασαν όλοι σε παρατεταμένα χειροκροτήματα, σφυρίγματα και αλαλαγμούς. Για λίγο επικράτησε πανδαιμόνιο. Στο βάθος μάλιστα ακούστηκαν να σπάνε κάτι ποτήρια, μα κανείς δεν έδωσε σημασία. Το κέφι είχε απογειωθεί στα ουράνια. Γύρισα να ευχηθώ στον φίλο μου «καλή χρονιά» κι έμεινα στήλη άλατος. Εκείνη είχε καβαλήσει την μπάρα, τον είχε αγκαλιάσει και τον φιλούσε  περιπαθώς, δεν ξέρω πόση ώρα. Τους παρατηρούσα με χαρά και με ζήλια. Όταν επιτέλους ξέμπλεξαν  τις γλώσσες τους και τα κορμιά τους, αγκάλιασε και μένα, μου ευχήθηκε «χρόνια πολλά και καλή χρονιά», μου ‘δωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και γύρισε στο πόστο της. Έστω και ξώφλτσο, ήταν το πρώτο φιλί της καινούργιας χρονιάς, καλό σημάδι. Στο μαγαζί οι ευχές και τα φιλιά έδιναν κι έπαιρναν και το αλκοόλ έρεε άφθονο απ’ τα μπουκάλια και τα ποτήρια στα χείλια, τα στομάχια και τα μυαλά των πελατών. Κάθε τόσο δρόσιζαν και οι κοπέλες το στόμα τους. «Καλή χρονιά, ρε!» ευχήθηκα στον κοντό, μου είπε «επίσης, ρε, ότι επιθυμείς να το πάθεις!» και μ’ αγκάλιασε σφιχτά με τις χερούκλες του, παραλίγο να με σκάσει. Το πρόσωπό του είχε φωτίσει από χαρά κι  έκανε σαν μικρό παιδί. «Την είδες ρε την καργιόλα; την είδες; μ’ αγαπάει, ρε! μ’ αγαπάει!» έλεγε και ξανάλεγε και μου τράνταζε τους ώμους. Με μιας είχε βρεθεί στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας.

Ολόκληρη η νύχτα κύλισε μες στο τσακίρ κέφι, με μουσική, γλέντι και τρελό χορό, με αισθησιακά τσιφτετέλια και ρούμπες απ’ τις κοπέλες και μάγκικα χασάπικα και ζεϊμπέκικα. Και κάθε τόσο όλο και κάποιος έπαιρνε αγκαζέ μια  κοπέλα και τραβούσε στο βάθος για τον ιερό σκοπό. Του κοντού γελούσαν και τα μουστάκια που δεν είχε, ταυτόχρονα όμως δεν ξεχνιόταν, είχε τα μάτια του δεκατέσσερα και διατηρούσε απόλυτα τον έλεγχο της κατάστασης. Όμως, παρ’ όλη την πολυκοσμία και την εξαλλοσύνη της βραδιάς δεν συνέβησαν παρατράγουδα.  Μια φορά μόνο πήγε στο βάθος για κάτι διαπληκτισμούς ανάμεσα σε δυο παρέες και κάτι περίεργα σπασίματα που ακούστηκαν (του έκανε νόημα η κουτσή) κι έκανε τις απαραίτητες συστάσεις, έως εκεί. Ευτυχώς, δεν είχα καμιά όρεξη να μπλεχτώ σε καβγά για χάρη του μαγαζιού. Απ’ τη στιγμή που ήμουνα παρέα του κοντού, και μόνο από φιλότιμο, αν ξέσπαγε, δεν θα μπορούσα να τον αποφύγω. Και ήμουν άμαθος από τέτοια μπλεξίματα, σχεδόν κότα, ρεζίλι θα γινόμουνα. Αν και σε τέτοιες περιπτώσεις το αλκοόλ βοηθάει. Σου δίνει θάρρος, ορμάς σαν λιοντάρι και όποιον πάρει ο χάρος.

«Ποια σου αρέσει;» Η ερώτηση ήταν ξαφνική και αναπάντεχη, δεν την περίμενα. Του ‘δειξα την μικρότερη, την πιο όμορφη. Γύρω στα είκοσι, φρέσκια μάλλον στη δουλειά, μελαχρινή, ψιλή, αδύνατη, κομμένη και ραμμένη στα γούστα μου. Της έκανε νόημα και ήρθε κοντά μας. Έκανε τις συστάσεις, χαιρετηθήκαμε και μετά κάτι της ψιθύρισε στο αυτί. Ήξερε τη γλώσσα της. Αυτή, χωρίς πολλά πολλά, μπήκε κατευθείαν στο νόημα. Με πλησίασε και χωρίς καμιά προειδοποίηση κόλλησε πάνω μου και με μικρές αργές κινήσεις άρχισε να τρίβεται. Δεν είπαμε τίποτα, έτσι κι αλλιώς μιλούσαμε διαφορετικές γλώσσες, δεν θα καταλαβαινόμασταν. Μόνο κοιταζόμασταν στα μάτια, χαμογελούσαμε κι εγώ σιγά σιγά άρχιζα να ερεθίζομαι. Άφησα το ποτό μου στη μπάρα, έσβησα το τσιγάρο και τα χέρια μου την αγκάλιασαν και χούφτωσαν απαλά το στενό εφηβικό της κωλαράκι. Ο κοντός από δίπλα απλά κάπνιζε και έπαιρνε μάτι. Κανείς άλλος μέσα στο μαγαζί δεν έδινε σημασία. Είχα καβλώσει και ο πούτσος μου είχε σφηνώσει κάτω απ’ το καυτό της μίνι, μέσα στην επικίνδυνη περιοχή, στην διακεκαυμένη ζώνη. Το κατάλαβε, ίσως να είχε κι αυτή ερεθιστεί, φαινόταν αναψοκοκκινισμένη. Με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε για το δωματιάκι. Μπήκαμε και κλείδωσε την πόρτα. Μας φώτιζε μόνο ένας μικρός κόκκινος πουτανιάρης. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Όταν πλησίασα το στόμα της δεν αντιστάθηκε, το ήθελε. Όλα γίνανε στα όρθια, ήταν πολύ στενά, μα δεν μ’ ενοχλούσε. Την φιλούσα με πάθος στα χείλη, στο λαιμό, στις ρώγες παντού. Ο χρόνος πάγωσε, όλα κράτησαν μόνο μια στιγμή. Όμως, ήταν ωραία. Την ευχαρίστησα και της έδωσα ένα τελευταίο τρυφερό φιλί. «Αυτά είναι για σένα!» της είπα. Στην αρχή αρνήθηκε, δεν ήθελε να τα πάρει. Επέμεινα. Ήξερα ότι αυτό το όμορφο ερωτικό γαμήσι ήταν κερασμένο απ’ τον φίλο μου, μα ήθελα κι εγώ να κάνω ένα πρωτοχρονιάτικο δωράκι σ’ αυτή την καλή κοπέλα που ήρθε απ’ τα ξένα ολομόναχη στη χώρα μας για να μας προσφέρει λίγες υποσχέσεις ευτυχίας, έστω και στιγμιαίες, απατηλές και ανεκπλήρωτες. Με ευχαρίστησε στην γλώσσα της με σλαβική προφορά και έχωσε τα χρήματα μέσα στο κόκκινο δαντελωτό της κιλοτάκι. Μετά ξεκλείδωσε και βγήκαμε έξω.

Χρειαζόμουν επειγόντως τσιγάρο και ποτό να επανέλθουν τα υγρά και η θερμοκρασία μου στα ίσα τους. Όταν με είδε ο κοντός να πλησιάζω χαμογέλασε. Μου τσίμπησε μαλακά το μάγουλο και μου χάιδεψε τρυφερά το σβέρκο. «Και στην αρχή νόμιζα ότι το τυλίγεις το πούρο!» είπε. Γελάσαμε δυνατά. Δεν ήξερα αν πράγματι μ’ είχε περάσει για καμιά κρυφαδερφή από τις τόσες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας ή έκανε πλάκα, μα δεν πειράχτηκα. «Έτσι κι αλλιώς, δεν είσαι ο τύπος μου!» του είπα αστειευόμενος και τον τσίμπησα δήθεν πονηρά στον μπούτι. Ούτε αυτός παρεξηγήθηκε. Σηκώσαμε τα ποτήρια μας ψηλά κι ευχηθήκαμε για άλλη μια φορά να είναι καλή η χρονιά που έρχεται. Τουλάχιστον, ξεκίναγε με τους καλύτερους οιωνούς. Όχι, όπως η προηγούμενη.        

Πέρσι, τέτοια μέρα, πέθανε η μαμά. Μαζί παράτησα και τη δουλειά και αποφάσισα να απομονωθώ από θεούς κι ανθρώπους και τρία χρόνια να πενθήσω την προηγούμενη ζωή μου που τέλειωνε άδοξα. Δύσκολη απόφαση. Δεν ήξερα πόση ζωή είχα μπροστά μου, ούτε τι θα την έκανα, αλλά έτσι δεν πήγαινε άλλο. Τέλος λοιπόν η αγνεία και η όψιμη παρθενία, τέλος οι στερήσεις, οι μετάνοιες και οι προσευχές. Τέλος οι καταναγκαστικοί και άσφαιροι αυνανισμοί μπροστά στον καθρέφτη. Αρκετά ταπεινώθηκα και ξεφτιλίστηκα στον εαυτό μου. Εξιλεώθηκα πλήρως για τα προηγούμενα ανομήματά μου. Ήταν καιρός να διαπράξω καινούργια, πιο ηδονικά, πιο ευφάνταστα και να πάω χορτάτος στον άλλο κόσμο. Και βέβαια, όχι πριν την ώρα μου. Ο κοντός και το περιβάλλον του, βουτηγμένο στην κραιπάλη, την παρανομία και την αμαρτία ήταν μια κάποια λύση. Πλέον, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ και τίποτα να χάσω. Έπρεπε να ρισκάρω, να ξεπεράσω το μέτρο και τα όρια που μου επέβαλλαν μια ολόκληρη ζωή. Χωρίς τύψεις, ντροπές και ενοχές. Αμετανόητος μέχρι την ύστατη ώρα. Μα ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο, με οποιοδήποτε τίμημα. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα κανέναν να με κλάψει και να στεναχωρηθεί για μένα, κανέναν να ζημιωθεί απ’ την απουσία μου. Κανέναν που να μ’ αγαπάει βαθιά και αληθινά. Ούτε κι εγώ, αλλά φταίω. Αρνήθηκα να διαιωνίσω το είδος μου,  αρνήθηκα να συνεχίσω την πατρική μου γενιά, αρνήθηκα να συνδεθώ με άλλον άνθρωπο.  Μάλλον, δεν μπόρεσα. Προσπάθησα μα δεν τα κατάφερα. Ήμουν κλεισμένος στο καβούκι μου, ανάπηρος, ανίκανος για οποιαδήποτε βαθιά και ουσιαστική επαφή. Μα δεν έφταιγα, έτσι ήταν η φτιαξιά μου. Εκ γενετής,  αντικοινωνικός και απροσάρμοστος, σχεδόν αυτιστικός. Ένα λάθος της φύσης. Μα πλέον τέρμα οι δικαιολογίες, έπρεπε κάτι να κάνω. Αυτές τις αποφάσεις έπαιρνα καπνίζοντας και πίνοντας ήρεμα το ποτό μου. Μες στη σούρα μου, αλλά με μια εκπληκτική διαύγεια πνεύματος, διατηρούσα την ψυχραιμία μου ανάμεσα σε καπνούς, εκτυφλωτικά φώτα και μουσικές. Μόνο κάποιες ανθρώπινες σκιές στροβιλίζονταν γύρω μου μαζί με ολόκληρο το μαγαζί. Πέρσι λοιπόν πέθανε η μαμά, ακριβώς πριν ένα χρόνο, μα ξέχασα να της κάνω το μνημόσυνο. Όχι επίτηδες, απλά μου διέφυγε. Την ξέχασα τελείως. Ούτε ένα κεράκι στον χορταριασμένο της τάφο δεν άναψα. Ούτε μια φορά δεν την επισκέφτηκα. Μα ξέρω ότι θα με συγχωρέσει.

Είχε ξημερώσει όταν έφευγε και η τελευταία παρέα. Μετά από λίγο οι κοπέλες του μαγαζιού φόρεσαν τα παλτά τους, πληρώθηκαν, μας καληνύχτισαν και τράβηξαν για το σπίτι τους. Έμεναν κοντά, λίγο παρακάτω, όλες μαζί, και τέτοια ώρα (έξω είχε φωτίσει) δεν χρειαζόντουσαν συνοδεία. Μείναμε οι τρεις μας τελευταίοι να καπνίζουμε αμίλητοι κοιτώντας το ταβάνι. «Της πουτάνας έγινε απόψε!» έσπασε πρώτος τη σιωπή ο κοντός. Η κουτσή συμφώνησε, ήταν μια πολύ καλή βραδιά με μπόλικη κονόμα. Το μαγαζί έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. Το αφήσαμε όπως ήταν, σε λίγο θα ‘ρχόταν η καθαρίστρια να το συμμαζέψει, κλείσαμε τα φώτα, κλειδώσαμε και χωμένοι στα παλτά μας βγήκαμε έξω στον καθαρό αέρα. Έκανε πουτσόκρυο κι ένας λαμπερός ήλιος ξεπρόβαλε σιγά σιγά πίσω απ’ το χιονισμένο βουνό. Τους πήγα μέχρι το σπίτι τους, είπαμε τις καληνύχτες και τις καλημέρες, ευχηθήκαμε πάντα τέτοια να ‘χουμε και κατόπιν χωρίσαμε. Τους φανταζόμουνα μετά από λίγο αγκαλιασμένους τρυφερά στο κρεβατάκι τους να λένε γλυκόλογα ο ένας στον άλλο και να κάνουν έρωτα και ζήλευα. Εγώ έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι μόνος. Δεν είχα παράπονο, ήταν μια όμορφη νύχτα και είχα καιρό να περάσω τόσο καλά. Μα τώρα είχε τελειώσει και κατά περίεργο τρόπο δεν είχα καμία όρεξη να πάω για ύπνο. Δεν νύσταζα. Το πρωινό ήταν όμορφο, οι δρόμοι και οι πλατείες ακόμη άδειοι. Ευτυχώς, το καφενείο είχε μόλις ανοίξει. Ένας καφές ήταν ότι χρειαζόμουνα.      

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ


 Η ώρα είχε πάει δέκα και το καφενείο είχε σχεδόν αδειάσει. Η τηλεόραση έπαιζε στο αθόρυβο ένα εορταστικό σόου, το ραδιόφωνο ήταν κλειστό. Επικρατούσε εκκωφαντική σιωπή. Το μαγαζί ήταν στολισμένο με πολύχρωμα μπιχλιμπίδια και τα λαμπάκια αναβόσβηναν ρυθμικά, υπήρχε κι ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο στη γωνιά πλάι στην τζαμαρία. Είχαμε μείνει εγώ, λίγο παραπέρα ο κοντός, μόνος του κι αυτός (κάπου κάπου μου έριχνε κλεφτές ματιές μα δεν έδινα σημασία) και μια παρέα στο στρογγυλό τραπέζι του βάθους. Ώρες ολόκληρες έπαιζαν χαρτιά με ανεξάντλητο πάθος, το ‘βλεπες καθαρά στις σφιγμένες και κατακόκκινες φάτσες τους. Η τράπουλα στα χέρια τους έβγαζε φλόγες, τα μάτια τους καρφωμένα στην πράσινη τσόχα, τα τασάκια ξεχείλιζαν αποτσίγαρα. Δεν έλεγαν να ξεκουμπιστούν για το σπιτάκι τους και το καθιερωμένο ρεβεγιόν. Τα μοσχάρια να σεβαστούν τουλάχιστον την  κοπέλα του μαγαζιού που μας κοίταζε με αδημονία και θλίψη, μα ντρεπόταν και να μας στείλει στο διάολο, για να γιορτάσει κι αυτή με τους δικούς της τη γέννηση του θείου βρέφους. Όπως όλος ο κόσμος. Πάντως, εγώ είχα λίγη τσίπα πάνω μου. Σε λίγο θα τέλειωνα το ποτό μου (μια γουλιά είχε μείνει μόνο) θα πλήρωνα το λογαριασμό, θα της άφηνα τα ρέστα για πουρμπουάρ και θα ‘παιρνα τον πούλο προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν ήξερα που να συνεχίσω τη βραδιά,  σίγουρα όμως δεν θα πήγαινα από τώρα για ύπνο.  Σε λίγες ώρες, μέσα στη βαθιά τη νύχτα, θα γεννιόταν και φέτος ο καλός άνθρωπος σε κάποια μακρινή φάτνη ανάμεσα σε άλλα αθώα πλάσματα. Κοίταξα έξω απ’ τη τζαμαρία ψάχνοντας ψηλά στον ουρανό το λαμπρό άστρο της ανατολής. Μάταια. Ήταν θεοσκότεινα, όλο πυκνά απειλητικά σύννεφα. Ούτε αστέρια, ούτε φεγγάρια, ούτε τίποτα απόψε, μόνο μαυρίλα και καταχνιά. Για μια στιγμή απελπίστηκα, έχασα τελείως το κουράγιο μου κι αυτό το λιγοστό κέφι που μου είχε απομείνει λόγω των ημερών. Σήκωσα μηχανικά το ποτήρι ψηλά, ευχήθηκα στην υγειά μου, να ζήσω χίλια χρόνια ακόμη και το κατέβασα άσπρο πάτο. Όταν έκανα νόημα στην κοπελιά το προσωπάκι της έλαμψε από ευτυχία. Την πλήρωσα, της ευχήθηκα καληνύχτα και χρόνια πολλά κι αυτή με ευχαρίστησε με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα κερασένια της χείλη.

Τότε ξαφνικά δημιουργήθηκε φασαρία και αναστάτωση. Άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα τρία παιδάκια κρατώντας τρίγωνα. Έμοιαζαν αδερφάκια, μα μου ήταν άγνωστα, δεν τα είχα ξαναδεί στη γειτονιά. «Να τα πούμε;» Η ερώτηση αποδείχτηκε καθαρά ρητορική. Αμέσως, δίχως να περιμένουν την άδεια κανενός, άρχισαν να παίζουν τα κάλαντα. Απ’ το βάθος τα χαρτόμουτρα ενοχλήθηκαν, δυσανασχέτησαν, ακούστηκε και μια βρισιά στον αέρα, ίσως για κάποιο άσχημο φύλλο που μόλις έπεσε στο τραπέζι. Τα παιδιά με τις ψιλές τους φωνούλες τραγουδούσαν (κάπως παράφωνα και φάλτσα) και το κοριτσάκι στη μέση μπέρδευε τα λόγια του, μα δεν είχε σημασία, τους αφήσαμε να τα πούνε ολόκληρα. Έτσι κι αλλιώς μετά από λίγο δεν πρόσεχα, ήδη είχα πιει τρία ποτά και αυτοσχεδίαζα. Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν, ρε μάγκες, τι χαμπάρια, να μπούμε στ’ αρχοντικό σας, σήμερα που γεννιέται ο βασιλιάς των ουρανών, ο ποιητής των όλων, τουμπεκιαστείτε λοιπόν, ρε χαμούρες, ρε κωλοτρυπήδες, αυτό το αγαθό παιδί, το αθώο, το πιο καλό, που το γαμήσατε και το σταυρώσατε χωρίς να φταίει σε τίποτα, και τα λοιπά και τα λοιπά. Απ’ το πιόμα, η αεριωθούμενη φαντασία μου είχα φτάσει κιόλας στην ανάσταση.  Όταν τέλειωσαν τους έδωσα τα κέρματα που βρέθηκαν στην τσέπη μου και ο κοντός ένα χαρτονόμισμα. Τον είδα μάλιστα να χαμογελά λιγάκι, γεγονός σπάνιο και αξιοπερίεργο. Η τετράδα της τσόχας δεν έδωσε σημασία. Κάποιος μόνο τους πέταξε ανόρεχτα ένα κέρμα στα μούτρα για να τα ξεφορτωθεί. Τα παιδάκια φαίνονταν κουρασμένα από μια δύσκολη παγερή μέρα, ειδικά το κοριτσάκι παραπάταγε εδώ και κει, πλέον δεν το κρατούσαν τα ποδαράκια του. Θα είχαν ξυπνήσει από πολύ νωρίς, σε λίγο θα τέλειωναν, ίσως να ‘μασταν και το τελευταίο μαγαζί που μπαίνανε. Μετά από λίγο φύγανε και στο μαγαζί επικράτησε πάλι νεκρική σιωπή.

Σηκώθηκα κι εγώ απ’ τη θέση μου, άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω. Ήταν περασμένες έντεκα. Απ’ τα φωτισμένα διαμερίσματα των πολυκατοικιών ακούγονταν παιδικές φωνούλες και τραγούδια, γέλια και χαρές. Η πλατεία και οι γύρω δρόμοι ήταν στολισμένοι με πολύχρωμα αγγελάκια που έψελναν και υμνολογούσαν την χαρμόσυνη ελπίδα. Χώθηκα μέσα στο παλτό μου, ανασήκωσα τους γιακάδες και άναψα τσιγάρο. Έκανε ψοφόκρυο, είχε και υγρασία, μα είχα όρεξη για περπάτημα. Να εξατμίσω λίγο αλκοόλ απ’ το αίμα μου, να εκτονώσω λίγη μούρλια, να καταπραΰνω τα τσιτωμένα μου νεύρα. Να χαλαρώσω. Έριξα μια ματιά τριγύρω μα τα παιδάκια είχαν εξαφανιστεί. Τέντωσα το αυτί μου μήπως και ακούσω τα τρίγωνά τους, τίποτα. Εγώ δεν είχα πει ποτέ τα κάλαντα, δεν με άφηναν οι δικοί μου. Μια χρονιά τους ζήτησα να βγω μ’ έναν φίλο μου, μα μου το απαγόρευσαν αυστηρά. Ο πατέρας δεν το θεωρούσε έθιμο, αλλά ζητιανιά. «Τι για το καλό και κουραφέξαλα μου λες, δεν πεινάς και δεν έχεις ανάγκη από ελεημοσύνες!» μου είπε τσαντισμένος και δεν επέμεινα. Για την μητέρα ήταν επικίνδυνο δυο μικρά παιδιά ολομόναχα στο δρόμο. Αν ήθελα μπορούσα να τα πω σ’ αυτούς και στους  συγγενείς μας, έως εκεί, σε σπίτια γνωστά και ασφαλή. Θύμωσα και δεν τα είπα σε κανέναν αδιαφορώντας για τα δώρα και τα χαρτζιλίκια τους. Ούτε τους ξανάκανα κουβέντα. Κρίμα μόνο που δεν τους ρώτησα τότε πώς περνούσαν τις γιορτές όταν κι αυτοί ήτανε παιδιά, αν τους άρεσαν. Δεν μου πέρασε καν  απ’ το μυαλό. Τώρα είναι πολύ αργά για ερωτήσεις.

«Μήπως έχεις ένα τσιγάρο, φίλε;» Η βραχνή φωνή με ξάφνιασε και γύρισα να δω. Ήταν ο κοντός. Με είχε πάρει από πίσω, δεν το ‘χα καταλάβει. Του έδωσα, μαζί και τον αναπτήρα να κάνει τη δουλειά του. Άκουσα ένα ψόφιο ευχαριστώ και μια δειλή ερώτηση αν η παρουσία του με ενοχλούσε. Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους μου και του χαμογέλασα. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ μόνος ήμουν. Ήταν τουλάχιστον ευγενικός και κάπως μαζεμένος απέναντί μου, παρ’ όλο που είχε  τη φήμη του παλιόμουτρου (περίεργο μουσούδι) γι’ αυτό και μέχρι τώρα τον απόφευγα. Όχι ότι μου είχε κάνει τίποτα, αλλά δεν είχαμε πολλά πάρε δώσε, μόνο ένα γεια ή μια καλησπέρα όποτε συναντιόμασταν στο καφενείο ή στο δρόμο. Δεν είχε πολύ καιρό που έσκασε μύτη στην περιοχή, δυο τρία χρόνια περίπου. Συνήθως έκανε παρέα με τον ψηλό και τον χοντρό μα τον τελευταίο καιρό είχαν αραιώσει οι επαφές τους και κυκλοφορούσε μόνος. Στην ηλικία μου πρέπει να ‘τανε, μα ήταν σπασμένος και φαινόταν μεγαλύτερος. Δεν γνώριζα και πολλά για τη ζωή του. Μόνο ότι τραβιότανε με μια καμπαρετζού, την κουτσή, και ότι της τα μάσαγε κανονικά και με τον νόμο. Νταβατζής, προστάτης και αγαπητικός λοιπόν. Και ότι κάθε τόσο έμπλεκε σε βρομοδουλειές, παλιότερα είχε κάνει ένα διάστημα και φυλακή. Αυτά λέγαν οι κακές οι γλώσσες. Γενικά ήταν ψιλοκάθαρμα, γι’ αυτό και δεν του έδινα πολλά χνώτα. Και λόγω της προηγούμενης δουλειάς μου. Να μη βγει βρώμα ότι ένας δημόσιος υπάλληλος, έστω και της κατώτερης βαθμίδας, κάνει παρέα με περίεργους τύπους και σχετίζεται με ανυπόληπτα άτομα του περιθωρίου.  Τώρα πια ήμουνα ένας χαραμοφάης και δεν μ’ ένοιαζε τι θα πούνε. Μα ήθελα την ησυχία μου και δεν είχα σκοπό να μπλέξω με τον υπόκοσμο τώρα στα πίσω πίσω. Ας μην έμπαινε πλέον στη μέση η δουλειά μου. Απλά, δεν είχα συνηθίσει να νταραβερίζομαι με τέτοιου είδους υποκείμενα.  

Περπατούσαμε αμίλητοι εδώ κι εκεί μέχρι που ασυναίσθητα βρεθήκαμε στον μόλο. Τα νερά του λιμανιού ήταν ήρεμα, στο βάθος η θάλασσα σκοτεινή και μαύρη, δεν την ξεχώριζες απ’ τον ουρανό. Απόλυτη ησυχία, απόλυτη ερημιά. Ούτε ένα αραγμένο καράβι, ούτε ένας ψαράς, ούτε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι. Ακόμη και τα φώτα του λούνα παρκ ήταν σβησμένα. Ξαφνικά ο ουρανός φωτίστηκε απ’ τα πολύχρωμα βεγγαλικά και τις φωτοβολίδες. Δεν καταλάβαμε από πού ήρθαν, καθίσαμε όμως στο παγκάκι να απολαύσουμε το φαντασμαγορικό θέαμα. Τότε ο κοντός με κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας και έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Όμορφη νύχτα, ε;», είπε μ’ έναν νοσταλγικό ρομαντισμό που δεν του πήγαινε. Μάλλον έφταιγε η σούρα του. Πρέπει να είχε πιει πολύ, μα δεν είχε μεθύσει, έδειχνε νηφάλιος. Πάντως, έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να πούμε δυο κουβέντες και να τον ξεψαχνίσω. Να γνωριστούμε καλύτερα, σαν δύο ερωτευμένα πιτσουνάκια στο πρώτο  τους ραντεβού. Και πράγματι, ο κοντός ήταν άκρως αποκαλυπτικός.

Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, είπε. Μόλις γεννήθηκε, η μάνα του τον πέταξε έξω απ’ την πόρτα και εξαφανίστηκε. Χωρίς να δώσει κάποιες εξηγήσεις ή να αφήσει τουλάχιστον ένα σημείωμα. Ανεπιθύμητος και γαμημένος εξαρχής, λοιπόν. Δεν έμαθε ποτέ τίποτα γι’ αυτήν, φυσικά ούτε για τον πατέρα του, κανείς δεν τον αναζήτησε, ούτε όμως κι αυτός τους έψαξε ποτέ. Τους ξέγραψε τελείως απ’ τη ζωή του, μα και δεν τους συγχώρεσε ποτέ. Ας μην τους ήξερε, τους καταδίκασε στην αιώνια κόλαση της ψυχής του χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Ακόμα τους μισεί, δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Μιλούσε και τα μάτια του είχανε βουρκώσει, μα δεν ντρεπόταν. Ήθελε κάπου να τα πει, να ξαλαφρώσει, ίσως και για πρώτη φορά στη ζωή του. Ρούφηξε τη μύτη του και μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του και συνέχισε. Στο ίδρυμα ήταν σαν μια μεγάλη οικογένεια, δεν περνούσε άσχημα. Ειδικά τέτοιες γιορτινές μέρες τους έκαναν δώρα, τους έντυναν όμορφα, τους πήγαιναν εκδρομές, λέγανε και τα κάλαντα. Ήταν όμορφα, μα αυτός δεν άντεχε. Κάτι τον έπνιγε, είχε τον διάολο μέσα του. Δεν έπαιρνε τα γράμματα, τα βιβλία τού έφερναν βαρεμάρα και νύστα. Προτιμούσε την περιπέτεια της ζωής, την αλητεία του δρόμου. Όταν ξεπετάχτηκε κάπως, εκεί γύρω στα δεκαπέντε, την κοπάνησε κι έγινε μπουχός. Γυρνούσε εδώ κι εκεί, έκλεβε για να ζήσει, γαμούσε και κάνα πούστη άμα τύχαινε και τους τα ‘περνε χοντρά, τους έριχνε και καμιά σφαλιάρα άμα του κάνανε τον δύσκολο οι παλιαδερφές του κερατά. Κάποια στιγμή τον πιάσανε και τον κλείσανε σε αναμορφωτήριο. «Και μετά φίλε μου η ζωή πήρε τον δρόμο της» κατέληξε θυμόσοφα. Είχε κουραστεί, δεν ήθελε να πει άλλα. Ο ουρανός είχε από ώρα σκοτεινιάσει και το κρύο είχε δυναμώσει. Τρέμοντας σηκωθήκαμε να φύγουμε.

Στην επιστροφή δεν βγάλαμε άχνα. Ούτε ρώτησε τίποτα για μένα. Ίσως να του ήμουνα παντελώς αδιάφορος, απλά μια κάποια λύση στη μοναξιά της χριστουγεννιάτικης νύχτας που κάπως έπρεπε να περάσει. Αυτό δεν μ’ ενόχλησε καθόλου, μάλιστα το ερμήνευσα ως δείγμα διακριτικότητας εκ μέρους του. Έτσι κι αλλιώς, απόψε δεν είχα όρεξη να μιλήσω, και μάλιστα για τον εαυτό μου. Επιστρέφοντας στον πεζόδρομο, περάσαμε μπροστά απ’ μπαρ της κουτσής.   Παρά το περασμένο της ώρας (τέσσερις και είχε πάει) ήταν ανοιχτό. Μου πρότεινε να κεράσει ένα ποτό, με παρακάλεσε, δεν ήθελε να πάει μόνος του. Δεν είχα ξαναμπεί σε κωλάδικο, δεν ήταν του τύπου μου. Δεν γουστάριζα να σαλιαρίζω με τις κακόμοιρες καμπαρετζούδες και να πληρώνω για ένα πήδημα της συμφοράς. Απ’ την άλλη,  δεν μου είπε λεπτομέρειες, αλλά τα όσα ήξερα γι’ αυτόν και τη φίλη του ήταν αρκετά. Ήμουν διστακτικός κι αναποφάσιστος. Μυριζόμουνα μπελάδες, μα δεν μου έκανε και καρδιά να τον αφήσω μόνο τέτοια νύχτα. Απ’ την άλλη, δεν είχα ξαναμπεί εκεί μέσα και είχα μεγάλη περιέργεια. Τελικά υποχώρησα. «Μόνο για ένα!» του είπα και τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη. «Ναι, φίλε μου, μόνο για ένα!» συμφώνησε γελώντας δυνατά και με αγκάλιασε. Προχώρησε πρώτος, άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Ήταν μια  ριψοκίνδυνη απόφαση, αποστολή στην άγρια ζούγκλα. Κι αμέσως, άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια για το ναι που είπα προηγουμένως. Το είχα μετανιώσει αμέσως, την επόμενη στιγμή, μα πλέον δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Μόνο, μπαίνοντας και προτού κλείσει πίσω μας η πόρτα, μου φάνηκε ότι άκουσα τρίγωνα και κάλαντα. Και κάτι ψιλές παιδικές φωνούλες.