Κυριακή 9 Απριλίου 2023

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Ήταν αχώριστοι. Ζούσανε στην ίδια γειτονιά, κοντά στο κάστρο, πηγαίνανε στο ίδιο σχολείο, καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο. Κολλητοί μέχρι παρεξηγήσεως. Κάποια ζωηρά και πονηρά κοριτσάκια, πρόωρα ξεπεταγμένα, είχαν βγάλει βρώμα ότι οι δυο τους τα είχανε. Μάλιστα, μια φορά στο διάλλειμα τους είχαν δει να χαϊδεύονται και να φιλιούνται περιπαθώς μέσα στις τουαλέτες, λέγανε. Όλα ψέματα βέβαια, μικρά άγουρα παιδάκια πού ξέρανε από τέτοια πράγματα. Μα εκείνα τα παλιοκόριτσα είχαν τρομερή φαντασία και κακές προθέσεις. Οι δυο φίλοι τις γράφανε στα παλιά τους τα παπούτσια. «Ναι, τα ‘χουμε, ζηλεύεται;» είχανε πει με ένα στόμα και μια μιλιά στις τρεις πονηρές καρακαηδόνες και τις αποστόμωσαν. Και που έγιναν κατακόκκινες σαν παντζάρια απ’ την κακία τους και τη ζήλια τους, όταν τους είδαν να φιλιούνται μπροστά τους, στα αλήθεια αυτή τη φορά. Όλα τα άλλα παιδιά γέλασαν, μα εκείνες αποχώρησαν συντετριμμένες, ψελλίζοντας μόνο ότι θα το μαρτυρούσαν στη δασκάλα τους για να τους μαλώσει.

Πέρα από όλα αυτά τα κακοήθη και ευτράπελα, οι δυο φίλοι έκαναν καλή παρέα. Με τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχαν πολλά πάρε δώσε. Παράξενα αγόρια. Δεν ήθελαν να γίνουν τίποτα όταν μεγαλώσουν (έτσι απαντούσαν στις αδιάκριτες ερωτήσεις μικρών και μεγάλων) μόνο να φύγουνε απ’ την πόλη και να κάνουνε μαζί ένα μεγάλο ταξίδι για να γνωρίσουν τον κόσμο ολόκληρο. Γι’ αυτό και το μάθημα της γεωγραφίας ήταν το αγαπημένο τους. Είχανε μάθει απέξω κι ανακατωτά όλους τους χάρτες και τα ονόματα, τις πόλεις, τις θάλασσες, τα βουνά και τα ποτάμια, τα πάντα. Και αγγλικά βέβαια για να μπορούν να συνεννοούνται με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Μόνο σε χώρες που γίνονταν πόλεμοι, ταραχές, αιματοχυσίες και επαναστάσεις δεν θα πήγαιναν. Ήταν ευαίσθητα παιδιά, μισούσαν τη βία και την βαρβαρότητα.

Θυμόντουσαν καλά όταν, μαζί με τους γονείς τους, πήγαν να παρακολουθήσουν μια δημόσια ομαδική εκτέλεση. Ήταν τραυματική εμπειρία, έκλαιγαν ολόκληρα μερόνυχτα και δεν μπορούσαν να συνέλθουν. Στην χώρα, μετά από άλλη μία αποτυχημένη εξέγερση και το χάος που ακολούθησε, είχε κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος και την εξουσία είχε αναλάβει μία σκληρή δικτατορία. Πλέον την πόλη τους  κυβερνούσαν οι πέντε άρχοντες και όλοι, μικροί και μεγάλοι, ήταν υποχρεωμένοι να παρακολουθούν τη θανάτωση των αντιφρονούντων για παραδειγματισμό και συμμόρφωση. Είχαν στηθεί και πάλι γκιλοτίνες στην κεντρική πλατεία, ενώ προηγουμένως γίνονταν φριχτά και τρομερά βασανιστήρια, δηλαδή επιστροφή στο Μεσαίωνα. Το ποτήρι ξεχείλισε, δεν πήγαινε άλλο. Τότε πήραν την τελική απόφαση, σίγουρα θα έφευγαν για μακριά. Καλύτερα να ζήσουν στη ζούγκλα μαζί με τα άγρια θηρία, παρά σε τέτοιες κοινωνίες ανθρώπων, είπαν με ένα στόμα και μια φωνή. Για την ηλικία τους ήταν πολύ ώριμα παιδιά.

Όμως, τα σχέδιά τους ανατράπηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Ο ένας εξορίστηκε ατιμασμένος απ’ την πόλη και ο άλλος με τη βία κλείστηκε εσώκλειστος από τον αυστηρό του πατέρα στη μεγάλη των μπάτσων σχολή και έγινε αξιωματικός της αστυνομίας, δηλαδή άνθρωπος του καθεστώτος και της νέας τάξης πραγμάτων, με λαμπρές προοπτικές για καριέρα και επαγγελματική εξέλιξη. Δεν του άρεσε η δουλειά του, μα προσπαθούσε να μην το δείχνει, να είναι τουλάχιστον συνεπής στα καθήκοντά του και να μην δίνει δικαιώματα (ήταν έξυπνος κι έπαιζε καλά τον ρόλο του) γιατί ανά πάσα στιγμή κινδύνευε το κεφάλι του. Τα πράγματα είχαν σφίξει πολύ. Κάθε λάθος θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο. Επιπλέον, έπρεπε και να παντρευτεί, να κάνει και δύο παιδιά, ξεπληρώνοντας έτσι το χρέος του προς το κράτος και την κοινωνία. Όμως, τον καλό του φίλο, τον παλιό συμμαθητή, δεν τον ξέχασε ποτέ, όπου κι αν εκείνος γύριζε, όπου κι αν βρισκόταν. Και δεν έχανε τις ελπίδες του, έστω και τυφλές ότι κάποτε θα τον συναντούσε ξανά. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Και τότε θα κάνανε μαζί το μεγάλο ταξίδι. 

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας, επέστρεφα σε μια σχεδόν άγνωστη πόλη. Ίσως να είχε αλλάξει πολύ από τότε. Πάντως, λίγα πράγματα θυμόμουν. Σίγουρα τον μώλο, το παλιό λιμάνι και τα δύο απέναντι βουνά στο βάθος του θολού ορίζοντα. Πηγαίναμε καμιά φορά οικογενειακώς, καθόμασταν στην ακριανή καφετέρια, έτρωγα γλυκό ή παγωτό, οι γονείς μου έπαιρναν καφέ ή ούζο, κι αμίλητοι αγναντεύαμε τη θάλασσα. Κάθε τόσο, σφύριζε πίσω μας το τρένο πλησιάζοντας στο σταθμό, στρίγκλιζαν τα φρένα του πάνω στις σκουριασμένες ράγες. Δεν ήταν κι άσχημα.

Περιπλανήθηκα άσκοπα για κάμποση ώρα. Η πόλη ήταν έρημη και άδεια, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα καταστήματα κλειστά. Δεν συνάντησα κανέναν, ψυχή ζώσα. Ούτε μια γάτα, ένα αδέσποτο σκυλί, κάνα τσουρομαδημένο περιστέρι. Σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Πετούμενο ουδέν, μόνο πυκνά μαύρα σύννεφα. Σφίχτηκε η καρδιά μου και τότε θυμήθηκα ότι πεινούσα και διψούσα μέχρι θανάτου. Είχα πολλές μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου, μα πιο πολύ ένιωθα μια αβάσταχτη κούραση, έπρεπε κάπου να κοιμηθώ. Ευτυχώς, μετά από λίγο, σκοτείνιασε για τα καλά. Ξάπλωσα και κουλουριάστηκα σε ένα παγκάκι. Παραξενεύτηκα που δεν υπήρχαν άλλοι αλήτες και άστεγοι τριγύρω,  μα γρήγορα τα μάτια μου έκλεισαν και το μυαλό μου έσβησε. Κατέβασα διακόπτες.

Τότε ένιωσα ένα δυνατό σκούντημα και πετάχτηκα απότομα πάνω. Δυο μπάτσοι με κοιτούσαν βλοσυροί και συνοφρυωμένοι σαν να τους σκότωσα την μάνα. Δεν κατάλαβα τι είχα κάνει. Ίσως η φάτσα μου να τους φάνηκε ύποπτη. Με κόλλησαν όρθιο στον τοίχο, με ξεβράκωσαν και προχώρησαν σε σωματική έρευνα και αυστηρό κωλοδάχτυλο. Ο πιο σκληρός και μοβόρος έχωσε το βρωμόχερό του μέσα στον κώλο μου και με πόνεσε. Αυτά δεν αλλάζουν με τα χρόνια, σκέφτηκα. Δεν ξέρω τι έψαχναν, μα είχα φοβηθεί και δεν έβγαλα άχνα. Ήμασταν και μόνοι μέσα στη μαύρη κατασκότεινη νύχτα, ποιος να ακούσει και ποιος να βοηθήσει. Όμως, όταν είδαν ότι είμαι εντελώς ευνουχισμένος, δεν έχω πούτσο ούτε αρχίδια, φρίκαραν εντελώς. Αν και δεν μου ζήτησαν εξηγήσεις, το πώς και το γιατί, ίσως να κατάλαβαν. Πάντως, όσο κι αν έψαξαν, χαμένος κόπος, δεν βρήκαν τίποτα. Ήμουν μια αθώα περιστερά. Στο τέλος μου ζήτησαν ταυτότητα, να καταγράψουν τα στοιχεία μου. Δεν έχω, τους είπα, αλλιώς θα την είχατε βρει, την έχω χάσει, σήμερα ήρθα στην πόλη, μπορεί κάπου να μου έπεσε, δεν ξέρω. Με περισσή αναίδεια, προσπάθησα να βρω και να αραδιάσω και άλλες δικαιολογίες, μα με έκοψαν απότομα, ήταν και το μυαλό μου ακόμα νυσταγμένο και θολό. Μου είπαν να το βουλώσω, να βγάλω το σκασμό γιατί τους έσπαγα τα νεύρα, τους εκνεύριζα χειρότερα. Γεμάτοι τσαντίλα, με έσπρωξαν, μου πέρασαν χειροπέδες, με έδεσαν πισθάγκωνα και με έχωσαν στο πίσω κάθισμα του περιπολικού. Είχα ορισμένες απορίες, ήθελα να τους ρωτήσω κάποια πράγματα, μα δεν βρήκα το θάρρος να τους ανοίξω κουβεντούλα και σε όλη τη διαδρομή έμεινα σιωπηλός. Την είχα άσχημα, αυτό καταλάβαινα, και δεν ήθελα να επιβαρύνω περισσότερο την θέση μου.

Φτάσαμε στο αστυνομικό μέγαρο, με κατέβασαν από το όχημα και με οδήγησαν στον αξιωματικό υπηρεσίας. Κάτι ψιθύρισαν μέσα στο αυτί του και κατόπιν βγήκαν απ’ το γραφείο κλείνοντας πίσω τους την πόρτα. Μου είπε να καθίσω και άναψε τσιγάρο. Πρόσφερε και σε μένα, μα αρνήθηκα ευγενικά. Ευχαριστώ, δεν καπνίζω, του είπα.  Μου χαμογέλασε. Ίσως λυπήθηκε την ταλαιπωρία μου, σκέφτηκα. Ήταν όμορφος άντρας, ξανθός με γαλανά μάτια, πάνω κάτω στην ηλικία μου, μα έδειχνε νεότερος. Του χαμογέλασα κι εγώ και κάπως ηρέμησα, μου έφυγε ένα βάρος, μα ξαφνικά το στομάχι μου άρχισε πάλι να γουργουρίζει και να επαναστατεί. Ένιωσα ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ, να γίνουμε κατά κάποιο τρόπο φίλοι, έστω και για μια νύχτα. Πεινούσα και διψούσα, του είπα αφελώς, με κάποια άγνοια κινδύνου, και αμέσως έκανε ένα τηλέφωνο. Μετά από λίγο μπήκε μέσα ένα τσιράκι του βαστώντας ένα μπουκάλι νερό και δυο σάντουιτς, τα άφησε πάνω στο γραφείο και έφυγε. Δεν υπάρχει κάτι άλλο, ο αξιωματικός δικαιολογήθηκε και γύρισε το πρόσωπό του προς το παράθυρο. Κατέβασα μονοκοπανιά το μισό μπουκάλι και άρχισα να μασουλάω. Δεν άφησα τίποτα, τα ξεπάστρεψα όλα και συνήλθα κάπως, ήρθα στα ίσα μου. Τον ευχαρίστησα και περίμενα την συνέχεια.

 Κανονικά θα έπρεπε να περάσω αμέσως αυτόφωρο στον εισαγγελέα μου είπε γιατί υπέπεσα σε σοβαρά παραπτώματα. Κατά αρχήν, είχα παραβιάσει την καραντίνα και τη γενική απαγόρευση κυκλοφορίας που ισχύει σε όλη την πόλη εδώ και τρεις ημέρες και κανείς δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει.   Επιπλέον, δεν είχα ταυτότητα. Όμως, είχα κάποιο ελαφρυντικό. Είχα μόλις επιστρέψει στην πόλη και δεν γνώριζα τίποτα για την κατάσταση. Ήξερε πολύ καλά την περίπτωσή μου, είπε, και μου έδειξε τον φάκελό μου πάνω στο γραφείο του. Χαμογελούσε αινιγματικά, όση ώρα τον άκουγα ξαφνιασμένος και αποσβολωμένος. Όσο για την ταυτότητα, συνέχισε, θα του χορηγούσαν φρέσκια και ολοκαίνουργια το πρωί, μόλις θα ξημέρωνε. Του ζήτησα να μου πει κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, την προηγούμενη ζωή μου, να ρίξω τουλάχιστον μια ματιά στο φάκελο, να δω έστω καμιά παλιά φωτογραφία, μήπως και θυμηθώ κάτι. Μου αρνήθηκε ευγενικά και τον καταχώνιασε στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου του. Δεν θυμάμαι τίποτα απ’ το παρελθόν, του είπα και παραλίγο να βάλω τα κλάματα. Μην απελπίζεσαι, θα θυμηθείς, μου είπε και με χτύπησε ελαφρά στον ώμο. Μετά φώναξε έναν βοηθό του να με οδηγήσει στο κρατητήριο του υπογείου για μια ολιγόωρη φιλοξενία. Ξάπλωσα στο σκληρό κρεβάτι, μα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι απ’ την αγωνία μου. Κάθε τόσο, από το ματάκι της πόρτας, ο φρουρός έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου.

Όταν ξημέρωσε, βγάλανε φωτογραφίες, πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα, σκανάρανε την ίριδα του ματιού μου και πήρα την καινούργια μου ταυτότητα. Τα στοιχεία που έγραφε μου ήταν παντελώς άγνωστα, δεν μου θύμιζαν απολύτως τίποτα. Ο αξιωματικός υπηρεσίας μου ευχήθηκε καλός πολίτης, καλή δεύτερη ζωή και από δω και στο εξής να είμαι πιο προσεχτικός. Δεν έχω κάπου να μείνω και δεν ξέρω κανέναν στην πόλη, του είπα. Δεν σε φοβάμαι, έρχεσαι από δρόμο, θα την βρεις την άκρη, είπε χαμογελώντας και με ξεπροβόδισε μέχρι την έξοδο του αστυνομικού μεγάρου. Τον είχα συμπαθήσει, φαινόταν καλό παιδί και σαν κάτι να μου θύμιζε από το πολύ μακρινό παρελθόν. Λίγο πριν χωρίσουμε και τραβήξω προς άγνωστη κατεύθυνση με προορισμό το πουθενά βρήκα το θάρρος να τον ρωτήσω για ποιο λόγο μου ζήτησαν να επιστρέψω στην πόλη. Δεν γνωρίζω, ίσως θα ‘πρεπε να ρωτήσω τους ίδιους, μου είπε χαμογελώντας μυστηριωδώς. Και φυσικά  δεν τον πίστεψα.   

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2023

ΟΙ ΔΙΔΥΜΟΙ


Ήταν ολόιδιοι, φτυστοί, σαν δυο σταγόνες νερού. Και πολύ αγαπημένοι, δεμένοι, αχώριστοι. Από παιδιά. Δεν τσακώθηκαν ποτέ. Όλα τα μοιραζόντουσαν μεταξύ τους. Τα παιχνίδια, τα βιβλία, τα χαρτζιλίκια, ακόμη και τις περιστασιακές χαζογκόμενες, που συνήθως τους μπέρδευαν και τις έπαιρναν εναλλάξ. Όταν κουραζόταν ο ένας την έκανε πάσα στον άλλο και χαμπάρι δεν έπαιρναν οι χαζοβιόλες. Έτσι κι αλλιώς, εκείνες ήταν μιας χρήσης, εφήμερες κι ύστερα στο καλάθι των αχρήστων, ενώ η αγάπη των αδερφών αιώνια, για μια ολόκληρη ζωή.

Όμως, για τους χαρακτήρες τους λίγα πράγματα θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν έμοιαζαν σε όλα, είχαν μερικές διαφορές, μα τις έκρυβαν επιμελώς. Ήταν και οι δύο κρυψίνοες και μυστικοπαθείς, άλλη μία τους ομοιότητα, δεν τους έπαιρνες εύκολα λόγια. Και με τα χρόνια, όσο μεγάλωναν, κλεινόντουσαν όλο και πιο πολύ στον εαυτό τους, στο καβούκι τους. Έτσι, οι κοσμικές τους επισκέψεις και οι κοινωνικές συναναστροφές αραίωσαν, μέχρι που σταμάτησαν εντελώς. Η ζωή τους, πέρα από τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, περιορίστηκε στο διώροφο νεοκλασικό κτήριο στην απάνω πόλη, με θέα το κάστρο, κληρονομιά των γονιών τους, θεός σχωρέστους εκεί που βρίσκονται. 

Ο μπάτσος ήταν κατά δέκα λεπτά μεγαλύτερος, αντικρίζοντας πρώτος το λαμπερό φως του ήλιου. Στην υπηρεσία του φορούσε στολή, είχε και πιστόλι και τη φήμη σκληρού αστυνομικού, αφοσιωμένου στο καθήκον του. Κάποτε, για σύντομο διάστημα, είχε αφήσει και μουστάκι. Πίστευε ότι έτσι θα γινόταν λίγο περισσότερο άντρας, σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα της φυλής. Και σίγουρα θα ξεχώριζε απ’ τον ολόφτυστο αδερφό του, κανείς πλέον δεν θα τους μπέρδευε.  Όμως, ακολούθησε γενική κατακραυγή. Δεν του πήγαινε, αποφάνθηκαν όλοι γύρω του, συγγενείς, συνάδελφοι, φίλοι, με ένα στόμα και μια φωνή. Τον μεγάλωνε και τον έκανε μπουρτζόβλαχο, είπαν. Ακόμα και η γυναίκα του, όταν ρωτήθηκε σχετικά (απίστευτο, γιατί σπανιότατα ζητούσε τη γνώμη της για κάτι) με θράσος έκανε μια ασυνήθιστη γκριμάτσα αποδοκιμασίας και με τα χίλια ζόρια κρατήθηκε να μην γελάσει και τον εξοργίσει. Έκανε γκάλοπ, από όλους πήρε μια γνώμη, δυστυχώς απορριπτική. Μόνο ο γιος του θα του ‘λεγε (από φόβο) ότι του πάει, τον ομορφαίνει και τον κάνει λεβέντη και πιο άντρα. Μα δεν τον ρώτησε. Ήταν πολύ μικρός για να έχει απόψεις. Τελικά, τους άκουσε και το ‘κοψε σύριζα. Πάντα λογάριαζε τη γνώμη των άλλων, ίσως από κάποια έλλειψη αυτοπεποίθησης, που όμως ο υπέρμετρος εγωισμός του ουδέποτε θα παραδεχόταν, ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Ομολογουμένως, ήταν ένα από τα αρνητικά του.

Ο άλλος, ανώτερος υπάλληλος του δημοσίου, προϊστάμενος και τμηματάρχης άλφα σε κάποιο υπουργείο, εξελίξιμος, αγέρωχος, επιβλητικός, φορούσε πάντα σκουρόχρωμο κουστούμι και κολλαριστό άσπρο πουκάμισο και γραβάτα για τις πιο επίσημες περιστάσεις. Ήταν ανύπαντρος και κατά τα λεγόμενά του αφοσιωμένος στα υπηρεσιακά του καθήκοντα και την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Πάνω από όλα η καριέρα του. Είχε βλέψεις για πολύ ψηλά στην ιεραρχία, ίσως αργότερα και για πολιτική σταδιοδρομία, φυσικά με κάποιο κόμμα της δεξιάς, εκεί που παραδοσιακά ανήκε η οικογένεια. Επομένως, δεν υπήρχε καιρός για παντρολογήματα, κουτσούβελα και λοιπές υποχρεώσεις, που θα τον αποσπούσαν απ’ τον μοναδικό προορισμό του, αυτόν που έδινε νόημα στην κατά τ’ άλλα ασήμαντη ζωούλα του. Όμως, και καμιά υπόνοια για κρυφαδερφή, αφού κατά καιρούς είχε διάφορες περιστασιακές σχέσεις με γυναίκες. Μόνο για σεξ, βέβαια, χωρίς δεσμεύσεις, και για αυτό τις άλλαζε πριν χρονίσουν. Σαν τα πουκάμισα.  

Η σύζυγος του μπάτσου ήταν μια απλή γυναικούλα του λαού, σχετικά όμορφη, που μπήκε μικρή στο σπίτι τους πριν από κάμποσα χρόνια ως νοσοκόμα και υπηρέτρια για να φροντίζει τους γέρους. Τα δυο αδέρφια σέβονταν και υπολήπτονταν τους γονείς  τους. Ειδικά τον πατέρα τους, ανώτερο δικαστικό λειτουργό, αρεοπαγίτη και πάλαι ποτέ υπουργός της ένδοξης χουντικής κυβερνήσεως που κυβέρνησε για επτά συναπτά έτη τον τόπο. Εκείνος ήταν το πρότυπό τους, ο ήρωάς τους, που τους μεταλαμπάδευσε με τα υψηλά ιδανικά της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Την υπηρέτρια και νοσοκόμα την πηδούσαν εναλλάξ. Μέχρι που οι γέροι πέθαναν, εκείνη την κράτησαν να φροντίζει το σπίτι, κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, δεν γινόταν να το ρίξει και κάποιος έπρεπε να την παντρευτεί, παρόλο που δεν ήξεραν τίνος είναι το παιδί. Έριξαν κλήρο, ο μπάτσος έχασε, ο άλλος έγινε ο κουμπάρος κι εκείνη παραδόξως και ανέλπιστα κυρία με δόξα και τιμή. Όμως, στη συμφωνία ήταν ο αδερφός να κόψει τις επαφές μαζί της. Τώρα τα πράγματα άλλαζαν. Ήταν παντρεμένη, του ανήκε, μητέρα του παιδιού του, δεν ήταν σωστό και πρέπον να την μοιράζονται. Στο πάνω σπίτι θα έμενε η οικογένεια του μπάτσου και στο κάτω ο εργένης ανώτερος υπάλληλος του δημοσίου. Όμως, από τότε κάτι ράγιζε ανάμεσα στους δίδυμους.   

Ο γιος ήταν το καμάρι τους και συνεχιστής της οικογενειακής παράδοσης. Είχε πάρει το όνομα του πατέρα τους και παππού του, που ευτυχώς δεν πρόλαβε να γνωρίσει, και τα δυο αδέρφια είχαν εναποθέσει πάνω του όλες τις μελλοντικές τους ελπίδες. Ακόμα δεν είχαν αποφασίσει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, μα σίγουρα κάτι σπουδαίο και τρανό. Από την άλλη μεριά, για την μητέρα του ήταν η παρηγοριά της, ο αρσενικός που αγαπούσε περισσότερο από όλους μέσα στο σπίτι. Και εκείνος την αγαπούσε. Μα πιο πολύ την λυπόταν, όποτε με διάφορες ασήμαντες αφορμές ο σκληρός σύζυγος την ξυλοφόρτωνε, ξεσπώντας πάνω της τα σμπαραλιασμένα του νεύρα από τα προβλήματα και τα ζόρια της δουλειάς. Όταν περνούσε η μπόρα και ο μπάτσος πήγαινε να τα κοπανήσει, έπαιρνε τον γιο της αγκαλιά κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Όλα αυτά τον είχαν κουράσει. Όταν θα μεγάλωνε και δεν θα τους είχε πια ανάγκη, θα ‘φευγε και θα ‘ριχνε μαύρη πέτρα πίσω του. Και σίγουρα θα ‘παιρνε και τη μητέρα του μαζί. Μα με τον πατέρα και το θείο θα ‘κοβε κάθε επαφή. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Όμως, μέχρι τότε, έπρεπε να κάνει υπομονή.

Κάθε Κυριακή, μετά την εκκλησία, ο πατέρας έπαιρνε τον γιο του και πήγαιναν στο σκοπευτήριο για εξάσκηση. Ο μικρός είχε γίνει άσσος στο σημάδι. Ότι και να έκανε αργότερα στη ζωή του, έπρεπε να μάθει να προστατεύει τον εαυτό του, γιατί η κοινωνία έχει γίνει ζούγκλα, γεμάτη με άγρια θηρία, του ‘λεγε ο πατέρας του, που λόγω της δουλειάς του έβλεπε παντού γύρω του κακοποιούς, παλιανθρώπους, βιαστές και δολοφόνους. Ίσως και να μην είχε άδικο, τα πράγματα είχαν αγριέψει, γι’ αυτό και η κυβέρνηση εδώ και χρόνια είχε κηρύξει στρατιωτικό νόμο, μα στο μικρό αγόρι δεν άρεσε να πολεμάει και να σκοτώνει συνανθρώπους του, ακόμα κι αν ήταν καθάρματα ανάξια να ζουν. Ούτε τα όπλα του άρεσαν, ούτε καν έπαιζε με στρατιωτάκια και τανκς. Όμως, θέλοντας και μη, έκανε το χατίρι του πατέρα του, γιατί φοβόταν το βαρύ χέρι του. Και στην εκκλησία με μισή καρδιά πήγαινε, το λιβάνι και η ζέστη εκεί μέσα του έφερναν ζάλη. Και ήταν μόνο δώδεκα χρονών. Σε λίγο θα τέλειωνε το δημοτικό και θα πήγαινε στο γυμνάσιο.

Οι υποσχέσεις δίνονται για να μην τηρούνται. Όποτε ο μπάτσος είχε νυχτερινή βάρδια, ο αδερφός του ανέβαινε πάνω και ξάπλωνε με την νύφη του. Στην αρχή τρώγανε, βλέπανε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, βάζανε τον μικρό για ύπνο και ύστερα πήγαιναν στην κρεβατοκάμαρα. Το παιδί έκανε τον κοιμισμένο, μα μετά από λίγο άκουγε τα αγκομαχητά τους, σηκωνόταν από το κρεβάτι και κολλούσε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Τα έβλεπε όλα πολύ καθαρά,  τα υπόλοιπα τα φανταζόταν και ερεθιζόταν πρωτόγνωρα για την ηλικία του. Ο θείος του ήταν πολύ βίαιος στο σεξ, την έβριζε και την χτυπούσε δυνατά. Την είχε γεμίσει μελανιές και σημάδια, που ευτυχώς ο αδερφός του δεν θα μπορούσε να ανακαλύψει, γιατί εδώ και χρόνια πήγαινε αποκλειστικά με άλλες, μπαρόβιες και λελούδες, ως επί το πλείστον, κι όχι με τη γυναίκα του. Επομένως, δεν υπήρχε κίνδυνος να φανερωθεί η απιστία και η προδοσία τους. Και φυσικά ούτε απ’ τη γυναίκα και το παιδί. Όταν ο θείος του τέλειωνε και γύριζε ξαλαφρωμένος στο σπίτι του, το παιδί πήγαινε και ξάπλωνε στο κρεβάτι πλάι της και την αγκάλιαζε για να την παρηγορήσει. Εκείνη, ολόγυμνη, βογκούσε και αναστέναζε ακόμη. Μετά γύριζε από την άλλη μεριά και γεμάτη ντροπή έβαζε τα κλάματα. Το παιδί χάιδευε το γυμνό σώμα, κολλούσε πάνω του, τριβόταν και έμπαινε μέσα του. Γινόταν ένα.   

Ένα βράδυ ο μπάτσος γύρισε ξαφνικά στο σπίτι και τους έπιασε στα πράσα. Άγνωστο πώς το έμαθε ή αν είχε ψυλλιαστεί κάτι ή απλώς ήταν μια κακοτυχία. Έβγαλε το υπηρεσιακό του πιστόλι και το άδειασε επάνω στα ιδρωμένα κορμιά τους. Κοκκίνισε ο τόπος. Μετά το κόλλησε στον κρόταφό του και πάτησε την σκανδάλη. Ακούστηκε μόνο ένα άψυχο κλικ. Δεν περίσσευε σφαίρα για κείνον. Έβγαλε μια μεγάλη ανάσα. Δεν μπορούσε πλέον να βλέπει τα πτώματα. Βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Πηγαίνοντας προς το σαλόνι άλλαξε γρήγορα τη γεμιστήρα. Ο γιος του στεκόταν απέναντί του σαν άγαλμα και τον παρακολουθούσε με τρόμο. Κάθισε στην καρέκλα και ξανάβαλε το όπλο στο κεφάλι του. Μα αυτή τη φορά δείλιασε, δεν βρήκε το θάρρος να πατήσει τη σκανδάλη, να δώσει τέλος στο μαρτύριο. Πέταξε το πιστόλι παραπέρα κι έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε για ώρες. Ο γιος του τον λυπήθηκε. Πήρε το πιστόλι απ’ το πάτωμα, το κόλλησε πίσω απ’ το κεφάλι του και πάτησε την σκανδάλη.

Δεν ήξερε ακριβώς τις συνέπειες της πράξης του, μα ένα ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης τον έτρεψε σε φυγή. Έβαλε λίγα ρούχα σ’ ένα σάκο, πήρε όσα χρήματα βρήκε και βγήκε έξω. Όμως οι γείτονες είχαν ακούσει τους πυροβολισμούς και είχαν βγει αναστατωμένοι και έντρομοι με τις πιτζάμες και τις νυχτικιές έξω στα μπαλκόνια και στα παράθυρα. Είδαν το παιδί να τρέχει μόνο του μέσα στην κατασκότεινη νύχτα, του φώναξαν, μα κείνο δεν γύρισε πίσω ούτε το κεφάλι του. Συνέχισε να τρέχει. Κρύφτηκε για κάμποσες μέρες και νύχτες. Τον βοήθησαν κάποιοι άστεγοι και περιπλανώμενοι αλήτες. Συγκινήθηκαν όταν άκουσαν το δράμα του, την οικογενειακή του τραγωδία, παρόλο που δεν τους είπε όλη την αλήθεια. Είχαν και κείνοι ανάλογα βιώματα, δεν ήταν ικανοί να τον κρίνουν και να τον δικάσουν.

Τελικά τον βρήκαν και τον έπιασαν. Αν και ήταν ακόμα παιδί, το νυχτερινό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε ότι έπρεπε να τιμωρηθεί αυστηρά. Για παραδειγματισμό. Η ιστορία του είχε μαθευτεί σ’ ολόκληρη την πόλη και δεν ήθελαν να τον μιμηθούν και άλλα παιδιά. Δεν έπρεπε η πόλη να γεμίσει από πατροκτόνους και αιμομίκτες. Με κάποιον άγνωστο τρόπο, τα ήξεραν όλα. Ίσως να είχαν τοποθετήσει παντού κρυφές κάμερες, όχι μόνο σε δρόμους, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους, αλλά ακόμα και μέσα στα σπίτια, ακόμα και μέσα στις κρεβατοκάμαρες, ακόμα  και μέσα τις τουαλέτες. Ήθελαν να γνωρίζουν και να ελέγχουν τα πάντα, για όλα ήταν ικανοί. Δεν τον άφησαν καν να απολογηθεί, να δώσει κάποιες εξηγήσεις για τις αποτρόπαιες πράξεις του. Έτσι, οι πέντε άρχοντες αποφάσισαν την εσχάτη των ποινών, δημόσιο ριζικό ευνουχισμό χωρίς αναισθησία και εξορία.

Η εκτέλεση της απόφασης έγινε στη μεγάλη κεντρική πλατεία και μαζεύτηκε να την παρακολουθήσει ολόκληρη η πόλη. Το πλήθος ούρλιαζε, παραληρούσε και χειροκροτούσε. Το παιδί δεν θυμάται πολλά πράγματα από την τελετή γιατί, στη θέα του δήμιου με το μεγάλο ψαλίδι στο χέρι, λιποθύμησε. Όταν συνήλθε στο νοσοκομείο, έμεινε λίγες μέρες μέχρι να επουλωθεί κάπως η πληγή και κατόπιν έφυγε απ’ την πόλη. Πλέον, ήταν εξόριστος.


Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΑΟΡΑΤΗ ΠΟΛΗ

Επέστρεφα μετά από τριάντα χρόνια απ’ την εξορία. Χαμηλή πυκνή ομίχλη σκέπαζε ολόκληρη την πόλη, δεν έβλεπα την μύτη μου. Στα διόδια με περίμεναν οι άρχοντες, παραταγμένοι στη σειρά. Ήταν τυπικοί, επίσημοι, συγκρατημένοι, οι μόνοι που ξεχώριζαν μέσα σε όλη αυτή την πάχνη και την καταχνιά. Παρόντες ήταν και οι πέντε, το νυχτερινό συμβούλιο, οι υπαίτιοι του άδικου εξοστρακισμού μου. Δεν περίμενα να τους ξαναδώ μπροστά μου. Από τότε ακόμα ήταν υπερήλικες, ενώ εγώ μικρό παιδάκι. Εκείνο το βράδυ έσφαξαν τους γονείς και τα αδέρφια μου, και όχι μόνο, αφάνισαν ολόκληρο το σόι, φίλους και συγγενείς. Περιέργως, εμένα δεν με πείραξαν. Δεν ήξερα τον λόγο, ούτε μου έδωσαν ποτέ εξηγήσεις. Δεν ήταν υποχρεωμένοι. «Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις», είπαν μόνο και με έδιωξαν μακριά.    

Δεν περίμενα να τους ξαναδώ μπροστά μου. Τόσα χρόνια ευχόμουν απ’ τα βάθη της ματωμένης μου καρδιάς τον βίαιο και μαρτυρικό αφανισμό τους. Όταν πήρα το μήνυμα δεν γνώριζα τον αποστολέα, ούτε καν πώς με βρήκε. Μα έπρεπε να τον πιστέψω. Έξω απ’ τον φάκελο έγραφε τα στοιχεία μου, όνομα και επίθετο, εκείνης της μακρινής εποχής, γιατί στο μεταξύ τα είχα αλλάξει δύο και τρεις φορές. Και πάντα κυκλοφορούσα χωρίς ταυτότητα. Ήθελα να χάσουν τα ίχνη μου, μα δεν τα κατάφερα, με εντόπισαν εύκολα. Βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια της άσκοπης περιπλάνησης εδώ και κει, είχα έναν αδιόρατο φόβο ότι κάποιος με παρακολουθεί. Έτσι, χωρίς λόγο. Ότι, όπου κι αν πήγαινα, ερχόταν από πίσω μου, πως είχε γίνει η σκιά μου. Παρότι ήμουνα παντού και πάντα μόνος κι έρημος. Ξένος.

Τόσα χρόνια χωρίς ρίζες, ταυτότητα και προορισμό το μόνο που προσπάθησα ήταν να μάθω ποιος είμαι και γιατί ζω, να γνωρίσω τον εαυτό μου και να τον καταλάβω. Ελάχιστα θυμόμουν απ’ την προηγούμενη ζωή μου, προτού γίνει το μεγάλο κακό, το άγριο μακελειό, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν τον μεγαλεπήβολο στόχο της ζωής μου. Αυτό που έδινε σκοπό και νόημα στην ύπαρξή μου. Μα τώρα όλα αυτά διακόπηκαν απότομα, αν και τίποτα δεν κατάφερα όλον αυτόν τον καιρό. Μάταιη προσπάθεια.

«Εάν θέλεις, μπορείς να γυρίσεις πίσω», έγραφε το γράμμα, μονολεκτικά, σαν τελεσίγραφο, που όμως σου έδινε την ελευθερία και το δικαίωμα κάποιας επιλογής. Για μέρες αμφιταλαντεύτηκα, δεν ήξερα τι να κάνω. Όχι ότι φοβόμουν ακόμα για τη ζωή μου, μα είχα συνηθίσει στο πέρα δώθε και την αλητεία του κόσμου. Και επιστρέφοντας, δεν ήξερα τι θα συναντήσω. Όχι πάντως αυτούς, τους δήμιους. Τελικά το αποφάσισα. Θα έπαιρνα το ρίσκο μου και θα ξεκίναγα τη ζωή μου (όση μου απέμενε) ξανά απ’ την αρχή. Και πάλι θα μηδένιζα το κοντέρ, ίσως για τελευταία φορά. Δεν ήξερα τι να ευχηθώ και σε τι να ελπίζω. Έπρεπε πάλι να βρω έναν τρόπο να ζω.

Δεν με χαιρέτησαν, δεν έβγαλαν άχνα απ’ το στόμα τους, δεν κουνήθηκαν καν από τη θέση τους. Τους προσπέρασα βιαστικά και ούτε μια φορά δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω μου, το είχα για γρουσουζιά. Μα και φοβόμουν. Έτσι μπήκα ξυπόλυτος και ρακένδυτος σαν ταπεινός προσκυνητής στην αόρατη πόλη. Δεν φαινόταν διόλου, σαν να μην υπήρχε. Μα ήξερα καλά πως πλέον ήμουνα μέσα.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 7


Κάθε ηθική της μοναξιάς θέλει δύναμη

                                              Αλμπέρ Καμύ

 

Είμαι με τον μοναχικό άνθρωπο,

όποιος κι αν είναι αυτός

                                        Ζαν Ζενέ


Είναι ημερολόγια επιβίωσης μέσα στον άδικο, αφιλόξενο και παράλογο κόσμο που αναγκάζομαι να ζω. Για να βρίσκομαι ταυτόχρονα στο εδώ και στο αλλού, για να ξορκίζω το φόβο του θανάτου και τον τρόμο της ζωής, προσπαθώντας να σταματήσω (αλλά και να διαστείλω) τον γαμημένο χρόνο που τρέχει όλο και πιο γρήγορα. Για να ξαναγίνομαι κάπου κάπου και πάλι παιδί. Για να παίζω ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, δίχως τύψεις και ενοχές. Όχι όμως εξομολογητικά, για εξιλέωση και μια δήθεν απελευθέρωση. Απλά, ένα μοναχικό παιχνίδι, χωρίς νικητές και ηττημένους…

Όμως, ήδη, έφτασε το απόγευμα υγρό και τσουχτερό. Τον χειμώνα ευτυχώς βραδιάζει νωρίς. Οι μέρες είναι μικρές κι ασήμαντες, οι νύχτες όμως, αν και σιωπηλές, γεμάτες υποσχέσεις. Εκεί όπου δεν χωράει καμία προφητεία, κανένας προγραμματισμός. Όμως ενδιάμεσα, το ήσυχο σούρουπο, άδειο από έγνοιες και σκοτούρες, άδειο από επιθυμίες και προαισθήματα, είναι όλα τα λεφτά! Κι εγώ κάθε δεκαεφτά χρόνια να αλλάζω πουκάμισο. Μεγαλώνοντας. Γερνώντας. 

*Το βιβλίο με τίτλο «ΑΔΕΙΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ» αποτελείται από τριάντα τέσσερα ημερολόγια επιβίωσης και αφιερώνεται σε όλους τους μοναχικούς ανθρώπους που αντέχουν και συνεχίζουν να αγωνίζονται. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2023, πάντα, μόνο για φίλους.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Είχα καιρό να γράψω, πολλά χρόνια. Δεν έβρισκα κάποιο σοβαρό λόγο, ούτε είχα κάτι καινούργιο να πω. Τα θέματα είχαν εξαντληθεί. Πέρασα και μια μεγάλη περίοδο κατάθλιψης. Άγρια φάση. Η μοναξιά με βούτηξε απ’ το σβέρκο και με χτύπησε κάτω σαν χταπόδι. Με τσάκισε. Έπινα και κάπνιζα πολύ, έτρωγα ελάχιστα, στη χάση και στη φέξη, και δεν έβγαινα καθόλου έξω. Είχα καταντήσει ερείπιο, σκιά του παλιού μου εαυτού, ένα αδέσποτο φάντασμα στην κρίσιμη ηλικία των πενηνταφεύγα και εξηντακάτι. Δεν ξέρω πώς κατάφερα να επιβιώσω. Ίσως, επειδή υπήρχαν και άλλοι ομοιοπαθείς, σχεδόν ολόκληρη η κοινωνία. Ένα μεγάλο και ατέλειωτο τρελάδικο, σφαγείο και μπουρδέλο. Η μεγάλη φυλακή. Όλα αυτά μαζί.

Έτσι, κάποια στιγμή ήρθε η πανδημία, ξανά το μεγάλο ξεκαθάρισμα της φύσης. Πέθανε πολύς κόσμος, κυρίως ηλικιωμένοι και άρρωστοι, και όσοι επέζησαν φόρεσαν μάσκες και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους με εντολή της κυβέρνησης και τα σκυλιά δεμένα. Το κράτος κήρυξε επίσημα την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και άρχισε ο μεγάλος εγκλεισμός. Τα μαγαζιά της ανάπαυσης, της διασκέδασης και του πολιτισμού έκλεισαν. Η κυκλοφορία μετά τη δύση του ηλίου απαγορεύτηκε, όπως και οι άσκοπες μετακινήσεις της ημέρας. Μια ώρα μόνο για τα απαραίτητα ψώνια και μετά πάλι μέσα. Αν είχες και κάνα σκυλάκι να βγάλεις βόλτα ήσουν πιο τυχερός. Τότε ξαφνικά γίνανε όλοι φιλόζωοι, μα όταν έληξε ο συναγερμός τα αμόλησαν στους δρόμους απροστάτευτα. Μαθαίναμε τα νέα απ’ την τηλεόραση και το ίντερνετ, μα τι να πρωτοπιστέψεις, ο καθένας έλεγε το κοντό του και το μακρύ του. Η δημόσια υγεία βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, τα νοσοκομεία και οι κλινικές είχαν γεμίσει από ετοιμοθάνατους και βαριά πάσχοντες, ο κοσμάκης είχε πανικοβληθεί. Άλλοι φοβόντουσαν για τη ζωή τους και άλλοι για τη στέρηση της ελευθερίας τους. Είχε φτάσει το τέλος του κόσμου και η δευτέρα παρουσία, ανέκραζαν ωρυόμενοι κάποιοι θρησκόληπτοι. Οι ψεκασμένοι, καχύποπτοι απέναντι σε όλους και σε όλα, έβλεπαν συνωμοσίες και το τέλος της ανθρωπότητας. Είχαν όλοι τους αποτρελαθεί. Μέχρι που βρέθηκαν τα εμβόλια, τα μέτρα χαλάρωσαν και ο κόσμος επέστρεψε κάπως στην πεζή και άχαρη πραγματικότητα. Μα ο φόβος έμεινε.

Για μένα δεν άλλαξαν πολλά πράγματα. Οι καραντίνες ήταν η παρηγοριά μου, τώρα θα μου έλειπαν. Είχα αρχίσει να μιλάω μόνος μου και να βλέπω φαντάσματα. Σκεφτόμουν πολύ σοβαρά την αυτοκτονία. Σε όλο αυτό το αδιέξοδο θα ήταν μια κάποια λύση. Δεν έβρισκα κάποιο νόημα να συνεχίσω όλη αυτή τη μεγάλη φάρσα της ύπαρξης, να παρατείνω τη μπλόφα τη ζωής. Δεν υπήρχε και κάτι να με κρατήσει σ’ αυτήν. Το θολωμένο μου μυαλό προσπαθούσε να βρει τον καλύτερο τρόπο, τον πιο θεαματικό, κάτι που θα έκανε εντύπωση και θα προξενούσε τον γενικό θαυμασμό. Που τουλάχιστον θα μ’ έβγαζε απ’ την ασημαντότητά μου. Θα έπαυα, έστω και την ύστατη ώρα, να είμαι ένα μεγάλο μηδενικό, όπως και τόσοι άλλοι, βέβαια. Έστω και την τελευταία στιγμή, κάποιοι θα έδειχναν λίγο ενδιαφέρον για το άτομό μου, έστω μια περιέργεια. Σίγουρα έπρεπε να αφήσω και μία μακροσκελή επιστολή για να εξηγήσω τους λόγους του απονενοημένου διαβήματος. Έτσι κι αλλιώς, τον τελευταίο καιρό είχαν αυξηθεί πολύ οι αυτόχειρες. Τελικά κατέληξα. Την ώρα που σουρουπώνει θα έπεφτα απ’ την ταράτσα της πολυκατοικίας και θα γινόμουν χίλια κομματάκια στον πεζόδρομο, ενώ προηγουμένως θα είχα βάλει φωτιά και θα έκαιγα το διαμέρισμά μου. Να μην έμενε τίποτα πίσω που θα θύμιζε το πέρασμά μου απ’ τον μάταιο τούτο κόσμο. Την αβλαβή μου διέλευση. Διπλό το ευχάριστο θέαμα για το σαρκοβόρο και αιμοδιψές κοινό. Μα αποδείχτηκα δειλός. Κάθε φορά έβρισκα χίλιες δικαιολογίες για να αναβάλλω την απόφαση που θα με λύτρωνε. Ότι πλέον ήμουν αρκετά μεγάλος, έλεγα στον εαυτό μου, για να αυτοκτονήσω και έπρεπε να υπομείνω το πεπρωμένο μου. Ότι ενδεχομένως να έπαιρνα και κάποιους άλλους στο λαιμό μου που δεν έφταιγαν σε τίποτα. Περαστικοί διαβάτες ή ανυποψίαστοι γείτονες θα γίνονταν οι παράπλευρες απώλειες της απελπισμένης πράξης μου. Και θα ήμουν πλέον πολύ νεκρός για να βασανίζομαι από τύψεις. Ναι, αυτό θα ήταν πολύ άδικο και δεν το άντεχα. Αν και σε διαρκή κατάσταση μεθυστικής χαύνωσης, διατηρούσα ακόμη κάποια ελάχιστα ίχνη ηθικής.

Μέχρι που ήρθε ο καρκίνος για να δώσει τη λύση του δράματος. Και ως δια μαγείας τα άλλαξε όλα. Φοβόμουνα να πεθάνω και γαντζώθηκα απ’ τη ζωή. Έτρεξαν στους γιατρούς να με βοηθήσουν. Ευτυχώς, είχα προλάβει, είπαν. Έπρεπε να μου αφαιρέσουν το πνευμόνι, αλλά δεν πειράζει, ζούσα και με το ένα. Εκείνο δεν είχε πειραχτεί πολύ, με λίγες ακτινοβολίες και χημειοθεραπείες θα το σώζανε. Ο καθηγητής που με ανέλαβε, εγνωσμένου κύρους και αξίας, ήταν αισιόδοξος. Με το αζημίωτο, βέβαια. Έδωσα ένα χοντρό φακελάκι, με έβαλαν στο νοσοκομείο ως επείγον περιστατικό, έγινε η εγχείριση και όλα πήγαν καλά. Μου ευχήθηκαν «σιδερένιος», μου έδωσαν κάτι φάρμακα και μετά από μια βδομάδα με ξαπόστειλαν κακήν κακώς, για να αδειάσει το κρεβάτι και να πάρει σειρά ο επόμενος. Προσωρινά, την είχα σκαπουλάρει. Είχα πάρει παράταση.

Για νοσοκόμα έψαξα στις μικρές αγγελίες της εφημερίδας. Μέχρι να αναρρώσω πλήρως, έπρεπε να βρω ένα άτομο να με φροντίζει. Είδα τρεις τέσσερις και διάλεξα εκείνη. Ήταν δώρο θεού με όλες τις χάρες του κόσμου. Ανύπαντρη, λίγο πάνω απ’ τα σαράντα, όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή. Με το μελαγχολικό της χαμόγελο μου έδωσε κουράγιο και με βοήθησε να συνέλθω. Ζούσε μόνη της σε μια γκαρσονιέρα. Της είπα, αν ήθελε, να έρθει να μείνει μαζί μου. Το σπίτι ήταν αρκετά ευρύχωρο για να χωρέσει και τους δύο. Δέχτηκε. Νομίζω, με είχε συμπαθήσει κι αυτή. Μετά από λίγο καιρό, αφού είχα γίνει εντελώς περδίκι, ήρθε στο δωμάτιό μου και εκμεταλλευόμενη τη θλίψη μου με αποπλάνησε. Από κείνο το βράδυ κοιμόμασταν μαζί. Απέναντί της εξαρχής ήμουν ειλικρινής. Δεν ένιωθα πόθο γι’ αυτήν, ούτε ήμουν ερωτευμένος, απλά τη συμπαθούσα και νομίζω ότι μπορούσα να την αγαπήσω. Το ίδιο και κείνη, μου είπε. Αν και είκοσι χρόνια μικρότερή μου, η ζωή την είχε κιόλας κουράσει. Δηλαδή η μοναξιά. Και αυτή πλέον έψαχνε έναν άνθρωπο να ακουμπήσει πάνω του και να γαληνέψει. Ούτε αυτή ήθελε παιδιά. Ο κόσμος που ζούσαμε δεν ευνοούσε την αναπαραγωγή του είδους μας. Και δεν υπήρχε λόγος να αυξήσουμε τη δυστυχία του σύμπαντος, να πάρουμε άλλους στο λαιμό μας, μόνο και μόνο για να σπρώξουμε παρά πέρα τις ζωούλες μας. Μόνοι οι δυο μας θα πορευόμαστε μέχρι το τέλος, με αγάπη και συμπόνια. Από δω και μπρος μας περίμενε μια απλή, λιτή και ήσυχη ζωή. Τουλάχιστον, στα βασικά συμφωνούσαμε.

Αυτό ήταν το τελευταίο σημείωμα και κλείνει απότομα χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Πλέον, τα μάγια είχαν λυθεί, δεν υπήρχε λόγος να ξαναγράψω. Έσβησα το λάπτοπ και βγήκα στο μπαλκόνι. Είχε βάλει ψύχρα και σιγά σιγά ο μπλε ουρανός έπαιρνε το χρώμα της νύχτας. Από αύριο ο καιρός θα άλλαζε. Έφευγε το φθινόπωρο κι ερχόταν ο δύσκολος παγερός χειμώνας. Όμως, πάντα διατηρούσα τις ελπίδες μου για όμορφες λιακάδες και χαμογελαστούς ήλιους με δόντια να ζεσταίνουν τα κουρασμένα μου κόκαλα. Το άδειο σούρουπο ξεψυχούσε ηρωικά και πένθιμα και πλησίαζε η μεγάλη νύχτα. Μα πλέον δεν ήμουν μόνος και δεν φοβόμουν.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

Ο ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

Ήταν ξαφνικό και απρόσμενο. Άγριο. Κανείς δεν το περίμενε, και μάλιστα σε κοινή θέα, στη μέση του δρόμου. Όλοι κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κανείς δεν αντέδρασε, κανείς δεν προσπάθησε να εμποδίσει το μοιραίο. Εκείνος για πολύ ώρα βάδιζε ξυπόλυτος πάνω κάτω, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη, έξω από την τράπεζα, εκεί που πρόσφατα είχαν πέσει νεκρά τα φιλαράκια του. Φαινόταν σκεφτικός και αναποφάσιστος. Και νευρικός, σαν αγρίμι στο κλουβί. Οι περαστικοί δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία. Έριχναν μια λοξή ματιά και προσπερνούσαν αδιάφοροι. Πολλοί απ’ αυτούς τον ήξεραν και ότι από καιρό του είχε λασκάρει η βίδα κι έκανε παλαβομάρες. Όμως, κατά βάθος ήταν ακίνδυνος, ούτε μυρμήγκι δεν μπορούσε να πειράξει. Ξαφνικά, μετά από ώρα, πέταξε από πάνω του το μαύρο παλτό, έμεινε ολόγυμνος και μουγκρίζοντας άρχισε να κατουράει έξω απ’ την πόρτα του καταστήματος. Για να ξεπλύνει το αίμα των φίλων του. Προκλήθηκε πανδαιμόνιο, ο κόσμος τρόμαξε  απ’ το θέαμα, σοκαρίστηκε. Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν στη μέση του δρόμου και κοιτούσαν. Και τότε έγινε το κακό. Εκείνη σαν σίφουνας πετάχτηκε απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, διέσχισε τον δρόμο και έτρεξε κατά πάνω του. Κρατούσε ένα σιδερένιο λοστό και άρχισε να τον χτυπάει από πίσω με μανία στο κεφάλι. Εκείνος σωριάστηκε χάμω. Συνέχισε να τον χτυπάει μέχρι που κουράστηκε. Πέταξε το αιματοβαμμένο λοστάρι κάτω και έφυγε τρέχοντας, ας ήτανε κουτσή. Ο νεκροθάφτης ήταν ήδη νεκρός, με το κεφάλι λιωμένο και τα λίγα μυαλά του κολλημένα στην τζαμαρία της τράπεζας.      

Το έμαθα απ’ την τηλεόραση και ταράχτηκα. Και στεναχωρέθηκα, σφίχτηκε το στομάχι μου. Πολλοί μαζεμένοι θάνατοι τελευταία. Ο χάρος είχε βγει παγανιά και πλησίαζε προς το μέρος μου, με κύκλωνε από παντού. Οι ειδήσεις είπαν για μια αποτρόπαιη και φρικιαστική αδελφοκτονία. Ένας περαστικός σήκωσε από κάτω το μακρύ του παλτό και τον σκέπασε. Από σεβασμό. Αμέσως ειδοποιήθηκε το ασθενοφόρο που παρέλαβε τη σωρό του νεκρού. Η αστυνομία πήγε στο σπίτι της κουτσής και την συνέλαβε. Εκείνη δεν αντιστάθηκε. Ήταν ψύχραιμη και τους περίμενε. Είχε ήδη ετοιμάσει την τσάντα της με λίγα πράγματα, τα πιο απαραίτητα. Μετά τον χαμό του κοντού ήρθε για όλους η καταστροφή, σκέφτηκα. Ακόμα και η μπεμπέκα άλλαξε κινητό και εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση. Και η καλή μου η γειτόνισσα τα μάζεψε κι έφυγε μέσα στη μαύρη νύχτα για την πρωτεύουσα, ούτε ένα γεια δεν είπε, ούτε ένα σημείωμα. Είχα μείνει ολομόναχος. Τα τελευταία χρόνια, μετά το θάνατο της μαμάς, αυτοί ήταν οι άνθρωποί μου, που κάπως με νοιάζονταν, που όποτε χανόμουν ρωτούσαν ανήσυχα αν ζούσα ή αν πέθανα. Κι ας ήμασταν άλλοι κόσμοι. Κι ας με γνώριζαν τόσο λίγο. Τώρα είχε απομείνει μόνο η κουτσή, μα κι αυτή μακριά μου, πίσω απ’ τα κάγκελα, και μάλλον για όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Πήγα και την είδα. Την είχαν στο ψυχιατρείο της φυλακής και την χαπακώνανε πρωί βράδυ για να είναι ήρεμη. Πράγματι, ήταν απαθής, χαμένη στον κόσμο της. Την ρώτησα για τον αδερφό της και τότε φάνηκε κάπως το μάτι της να πεταρίζει, σαν να συνερχόταν από λήθαργο. Δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να ξεφτιλίζεται, είπε. Μετά τον θάνατο του κοντού, κι αυτός πήρε την κάτω βόλτα. Τον περιμάζεψε στο σπίτι. Δεν έπαιρνε τα φάρμακά του και βρισκόταν εκτός εαυτού. Κατουριόταν και χεζόταν πάνω του, σαν να το έκανε επίτηδες για να την μουρλάνει. Καμιά φορά έβγαινε στο δρόμο γυμνός. Τη νύχτα στον ύπνο του ούρλιαζε. Δεν ήθελε να γυρίσει στο τρελάδικο, ούτε να ζήσει άλλο. Σε στιγμές νηφαλιότητας κλαίγοντας της ζητούσε να τον βοηθήσει να τελειώνει από αυτή τη γαμημένη ζωή. Εκείνος ήταν δειλός, δεν μπορούσε να το κάνει. Δυστυχώς, δεν τα είχε εντελώς χαμένα και δεν άντεχε άλλο όλη αυτή την ξεφτίλα. Κάθε μέρα όλο και χειροτέρευε. Τον λυπόταν. Και δεν τον άντεχε άλλο, την είχε κουράσει. Έκανε αυτό που έπρεπε, το καλύτερο για όλους. Και δεν μετανιώνει.

Φεύγοντας σκέφτηκα ότι δεν ήξερα πολλά πράγματα για κείνη και τον αδερφό της, δηλαδή ότι μου είχε πει ο κοντός. Κατάγονταν από ένα μακρινό χωριό του βορρά. Από εκεί έφυγαν πολύ μικρά, ολομόναχα, πεταμένα από γονείς και συγγενείς. Χωρίς οικογένεια. Και άγνωστο που περιπλανήθηκαν και πώς κατέληξαν εδώ, σ’ αυτή την πόλη. Γαμημένες ζωές εξαρχής και τελεσίδικα. Κι ας λένε ότι γουστάρουν οι ηθικολόγοι για σκουπίδια της κοινωνίας και τα ρέστα. Όταν μετά από δυο βδομάδες πήγα να την ξαναδώ μου είπαν ότι δεν ήταν πλέον εκεί. Πριν δυο μέρες είχε βάλει τέλος στη ζωή της. Την βρήκαν κρεμασμένη στις τουαλέτες να τους κοιτάζει αδιάφορα, με μια ειρωνική απάθεια.  

Πήγα αμέσως στο νεκροτομείο, λάδωσα τον υπεύθυνο και την είδα. Την είχαν βάλει δίπλα στον κοντό, τον ψηλό και τον χοντρό, στους δικούς της ανθρώπους. Και λίγο παραπέρα ο αδερφός της με το παραμορφωμένο κρανίο. Περιμένανε να περάσει ο καιρός για να πεταχτούν στον μεγάλο λάκκο. Όχι βέβαια πως τους ένοιαζε. Την ζωή τους την έζησαν όπως μπορούσαν και σε κανέναν δεν χρωστούσαν τίποτα. Όσο για  μένα, είχα μείνει ολομόναχος. Πλέον, το μόνο που περίμενα ήταν μια θέση στο πλάι τους, στα αζήτητα του νεκροτομείου, χωρίς κανένας να μας επισκέπτεται και να ταράζει τη γαλήνη μας. Ξεχασμένοι απ’ όλους. Σαν να μη ζήσαμε ποτέ. Χωρίς να αφήσουμε απογόνους, διαιωνίζοντας το όνομα των γεννητόρων μας και τη δυστυχία του είδους μας. Χωρίς κοινωνική προσφορά, χωρίς πλούτο και τιμές. Και σύντομα κανείς δεν θα μας θυμόταν. Αυτά σκεφτόμουν καπνίζοντας μέσα στον παγωμένο θάλαμο, όταν είδα τον κοντό κάπως να μου χαμογελά. Ο γαμημένος μπάσταρδος! Ήταν έτοιμος να ανοίξει τα μάτια και να ριχτεί στην αγκαλιά μου.