Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΠΟΤΑΜΙ

Επιστρέφω από το πάρκο κατεβαίνοντας τη δεξιά πλευρά του ποταμού. Όπως πάντα, κάθε βράδυ, μετά την απογευματινή βόλτα και ότι άλλο προκύψει. Η κίτρινη λεωφόρος είναι αδιάβατη, πήχτρα στα αυτοκίνητα και τα λεωφορεία, μα έτσι κι αλλιώς η απέναντι όχθη είναι μια άγνωστη χώρα και με αφήνει αδιάφορο.  Τέτοια ώρα η ακρόπολη είναι πάντα φωτισμένη, πλάι της ο πράσινος λόφος σκοτεινός. Οι φανταχτερές ταμπέλες με τα μεγάλα γράμματα και οι κόκκινες βιτρίνες των μαγαζιών με τα σεξουαλικά βοηθήματα και άλλα όργανα ηδονής τραβούν το άγρυπνο βλέμμα μου. Διανυκτερεύουν και με προσκαλούν να μπω μέσα. Υπερμεγέθη πλαστικά πέη, διχτυωτά καλσόν, μαστίγια, φετίχ του έρωτα και της καύλας. Σε κάποιους αρέσουν, μα για μένα είναι πεταμένα λεφτά, άχρηστα πράγματα, δεν είναι του γούστου μου, δεν τα έχω ανάγκη, συνεχίζω το δρόμο μου. Περπατώ αργά και νιώθω, άδειος, γλιστερός και γλοιώδης σαν πατημένη μπανανόφλουδα. Αλλά κι ένα αίσθημα ελαφρότητας, πληρότητας και ευφορίας. Μπερδεμένα πράγματα, η σύνθεση των αντιθέτων, πώς γίνονται όλα αυτά μαζί, αναρωτιέμαι, μα δεν προλαβαίνω να δώσω απάντηση. Ένα ύπουλο φθινοπωρινό αεράκι με κάνει να ανατριχιάσω. Ανοίγω το βήμα μου. Βιάζομαι να φτάσω στο σπίτι, να κάνω ένα καυτό μπάνιο, να πετάξω την κουρασμένη μεσήλικη πέτσα από πάνω μου μαζί με τα ξεραμένα υγρά των ξένων. Είμαι ιδρωμένος, πυρακτωμένος και αφυδατωμένος, φοβάμαι μην αρπάξω καμιά πούντα ή ψύξη στο σβέρκο. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, κάποτε ήμουν πολύ απρόσεχτος, πλευρίτωνα συχνά, γυρνούσα συνέχεια συναχωμένος, έσπερνα ιούς και μικρόβια στους ανυποψίαστους συμπολίτες μου, ειδικά τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Συγγρού, η κίτρινη λεωφόρος, το μεγάλο αδιάβατο ποτάμι, ο δρόμος της απωλείας ψυχών τε και σωμάτων, η συντομότερη οδός για την κόλαση, δίχως ενδιάμεσες στάσεις, όπως φοβερίζουν υψώνοντας τον δείκτη οι ηθικολογούντες και τα φαιά φορούντες. Τους ανταποδίδουμε ένα μακρύ και αυστηρό κωλοδάκτυλο και είμαστε πάτσι. Με τη ζωή του ας κάνει ο καθένας ότι νομίζει. Συγκρούομαι, συγκρατούμαι, συγκροτώ, συγκρίνω. Με πιάνει σύγκρυο όταν τα σκέφτομαι. Περπατώ μες στο δάσος όταν ο λύκος δεν είναι δω. Κουκάκι, όπως κουτάκι, σκουτάκι, σκατουλάκι, τσουτσουνάκι, πουλάκι. Γεμίζω με υποκοριστικά της ευγενείας και της καλοσύνης. Σε λίγο φθάνω, δεν είναι πολύ αργά, δεν έχουν βγει ακόμα τα φαντάσματα, ούτε τα τραβέλια της δεξιάς όχθης, η νύχτα είναι ακόμα μπροστά μου και κάπως πρέπει να περάσει κι αυτή, όπως λάχει, δεν έχει σημασία, όχι πάντως με ήσυχο και ειρηνικό ύπνο στο κρεβατάκι μου, μέσα στις ριγέ πιτζαμούλες μου, αυτά είναι για τους άλλους, τους πιο τυχερούς, τους τακτοποιημένους, που ξυπνάνε νωρίς το πρωί για τη δουλειά, αχάραγα, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, γεμάτοι υγεία, ζωντάνια και ευρωστία, κέφι και χαρά, να τσουλήσουν και πάλι τον βράχο προς την κορυφή. Εγώ έχω πετάξει από πάνω μου το άχρηστο φορτίο, μα έχω γίνει ο ίδιος βαρύς και ασήκωτος, δεν μετακινούμαι εύκολα, ούτε έχω κάποιον να με βοηθήσει διακριτικά, σίγουρα πιο ανάλαφρο, πιο μικροσκοπικό, μα με την πελώρια δύναμη του μυρμηγκιού και τη συμπόνια του σκύλου. Να με απαλλάξει ευγενικά από το μέσα βάρος μου. Έστω, να μου δώσει μια γερή σπρωξιά για να τσουλήσω στον κατήφορο.

Συνέχιζα να περπατώ και τότε τον είδα. Ερχόταν από πίσω μου και με προσπέρασε φουριόζος, καλοφτιαγμένος, απροσδιόριστης νεανικής ηλικίας, όχι πάντως άγουρος, στην πρώτη του φρεσκάδα, έχω πια την εμπειρία να την διακρίνω, πολύχρωμος, στολισμένος, αρωματισμένος και θηλυπρεπής, βαστώντας στον αριστερό του ώμο μία καφετιά γυναικεία τσάντα, με τα μαλλιά του βαμμένα σε πρασινοκίτρινες αποχρώσεις και πορτοκαλί ανταύγειες, εξωτικό φρούτο, γλυκό και μυρωδάτο. Τον κοίταξα έντονα και κείνος μου χαμογέλασε συνωμοτικά, μα δεν σταμάτησε, ούτε καν έκοψε το βήμα του. Η επαφή μας ήταν σχεδόν αστραπιαία, ίσως ανεπαίσθητα να με άγγιξε και στον ώμο. Μα κι απ’ τους δυο μας δεν υπήρχε ενδιαφέρον, έτσι τουλάχιστον φάνηκε. Εγώ μόλις είχα χύσει και ξαλαφρώσει, εκείνος μάλλον πήγαινε σε κάποιο σοβαρό ραντεβού, ίσως να ήταν και σε σχέση, ποιος ξέρει, αν και αυτό συνήθως δεν αποτελεί εμπόδιο για ένα φάσωμα στα γρήγορα, μια ξεπέτα γνωριμίας, μια πρώτη χειραψία στα όρθια σε μια σκοτεινή γωνιά. Όλα επιτρέπονται, μα κάποια άλλη φορά, γλυκούλη, σκέφτηκα και χαμογέλασα. Ο κόσμος είναι μικρός, δεν πρόκειται να χαθούμε.

Όμως, όπως προχωρούσαμε, σε κάποια απόσταση πλέον, λίγο παρακάτω, κοντά στην στάση του μετρό, τρεις λεβέντες με δερμάτινα και ξυρισμένα κεφάλια, που ανέβαιναν γελαστοί, θορυβώδεις και προκλητικοί, κάτι του είπαν, δεν κατάλαβα καλά, μόνο τη λέξη παλιόπουστα έπιασα, παχιά, ζηλόφθονη και εκδικητική. Παρ’ όλα αυτά, δεν τα ‘χασε, αντέδρασε αστραπιαία, με ισχυρά αντανακλαστικά επιβίωσης, αρχίζοντας να φωνάζει δυνατά μέσα στον κόσμο που τώρα κοιτούσε περίεργα προς το μέρος τους. Έτσι να πείτε τον πατέρα και τη μάνα σας, γαμημένοι κομπλεξικοί παλιοκαργιόληδες! Τους έσουρε και άλλα κοσμητικά επίθετα, είχε μεγάλη γκάμα και πλούσιο λεξιλόγιο, και τους έκανε ξεφτίλα μες στον κόσμο. Για πούστης ο τύπος είχε μεγάλα αρχίδια, σκέφτηκα, δεν κώλωνε μπροστά σε τίποτα. Οι τρεις μαλάκες δεν έβγαλαν άχνα, ξαφνικά έχασαν το χρώμα τους, πάνιασαν και τους κόπηκαν τα γέλια, μόνο κοίταξαν ανήσυχα γύρω τους, είδαν πολλά βλέμματα να τους αγριοκοιτάζουν, κάποιοι να τους λυπούνται και σχεδόν τρέχοντας μπήκαν βιαστικά σε ένα κάθετο δρομάκι και εξαφανίστηκαν. Κρύφτηκαν στο λαγούμι τους οι αρουραίοι. Εκείνος σταμάτησε για λίγο, άναψε τσιγάρο και άνοιξε το κινητό του. Όταν τον προσπέρασα, κοιταχτήκαμε ξανά. Να προσέχεις, όμορφε, του είπα από μέσα μου, και σαν να κατάλαβε, χαμογελώντας μου έκλεισε το μάτι. Μετά μπήκε σε ένα ταξί, για το γκαζοχώρι, άκουσα να λέει με την ψιλή αδελφίστικη φωνούλα του και ο νυσταγμένος ταρίφας κατέβασε τη σημαία και ξεκίνησε.

Συνεχίζοντας την πορεία μου, σκέφτηκα τις τρεις λεβεντοκότες και την τρομάρα που πήραν απόψε. Τους χάλασε τη βραδιά που είχε ξεκινήσει με τόσο κέφι και άπειρες προσδοκίες. Καλά να πάθουν, είπα φωναχτά, τους άξιζε, για να τους γίνει μάθημα και άλλη φορά να είναι πιο προσεκτικοί. Θέλανε να παραστήσουν τους γαμιάδες και τους πολύ άντρες μέσα στον κόσμο και την πάτησαν σαν πρωτάρηδες. Δεν το περίμεναν, μάλλον πέσανε στην περίπτωση. Αν ήταν κάνας άλλος κακομοίρης δεν θα αντιδρούσε, δεν θα έβγαζε άχνα, θα λούφαζε, θα έβαζε την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, και τότε αυτοί οι θρασύδειλοι ξεφτίλες μπορεί να το χόντραιναν το παιχνίδι. Πήξαμε από τοξικούς κάγκουρες, φασαίους και γκρούβαλους του γλυκού νερού, επιπλέοντες φελλούς που δεν τα έχουν βρει με την πούτσα τους και τον εαυτό τους και σκοτίζουν τα αρχίδια του κοσμάκη, οι αγάμητοι, όπου τους παίρνει δηλαδή, ξεσπώντας πάνω σε καμιά φοβισμένη και ταλαίπωρη αδελφή. Τα μηδενικά, οι παρωδίες του τίποτα, οι ανύπαρκτοι, οι κρυφοπουστάρες. Οι κατοπινοί καλοί οικογενειάρχες, που θα τους άξιζε ένα γαμήσι και πρόστιμο και κάτι παραπάνω, μια γλυκιά εκδίκηση για όλους τους έρμους που την έχουν πληρώσει ακριβά εξαιτίας τους, για όλους τους κουνιστούς και λυγιστούς που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο τους. Δεν είμαι μοβόρος, ούτε μνησίκακος, μα πολύ θα το γούσταρα, μαζί με άλλους δυο τρεις, να τους πάρουμε από πίσω, να τους κυνηγήσουμε μέσα στο στενό που χώθηκαν, να τους αρχίσουμε στις κλωτσιές και στις καρπαζιές, κι έτσι όπως θα τα ‘χουνε χαμένα, να τους ξεβρακώσουμε και να τους χώσουμε από ένα σιδερένιο λοστάρι στον βρώμικο κακογαμημένο τους κώλο. Έτσι, για να τους γίνει μάθημα. Αν και μπορεί να τους αρέσει.

***

Επιτέλους, έφτασα στο σπίτι ψόφιος στην κούραση, άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Σκοτάδι βαθύ και απόλυτη ησυχία. Άνοιξα το φως. Η ψιψίνα κοιμόταν κουλουριασμένη στον καναπέ. Αμέσως με πήρε είδηση, σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε ανέκφραστα και κατόπιν τεντώθηκε, χασμουρήθηκε και ανακλαδίστηκε με χάρη. Κάθισα δίπλα της και τη χάιδεψα στο κεφάλι και τη ράχη. Εδώ και κάμποσα χρόνια είναι και αυτή μέλος της οικογένειας. Την είχε βρει ένα πρωινό η θεία στο μπαλκόνι, σχεδόν νεογέννητη, και την περιμάζεψε. Ένας μικρός γκρίζος σβώλος πεταμένος στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Ποιος ξέρει ποια άσπλαχνη μάνα την παράτησε σε μας, μάλλον θα είχε τους λόγους της. Πάντως, το υιοθετήσαμε το έκθετο με περισσή αγάπη και στοργή. Πέρασε μια ευτυχισμένη ζωή, δίχως μεγάλους πόνους, σοβαρές ασθένειες ή άλλες ταλαιπωρίες, τίποτα δεν της έλειψε, κανένα παράπονο δεν είχε. Τώρα ήταν γριούλα και αυτή, χοντρή, κουρασμένη και αποκαμωμένη από τη συνήθεια και τη ρουτίνα της ζωής, δίχως κανένα ενδιαφέρον, μοναχική και απρόσιτη, δεν βγαίνει απ’ το σπίτι, κλεισμένη στον εαυτό της, πλησιάζοντας ήρεμα το τέλος της. Βίωνε και κείνη με αξιοπρέπεια τη μοναξιά της.

Μπήκα στο μπάνιο για ένα καυτό ντους και βγήκα ολόγυμνος. Σκουπίστηκα, μα λίγα νερά έσταζαν ακόμα από το κορμί μου. Η γάτα με κοίταξε πάλι βαριεστημένα και αδιάφορα, δεν σοκαρίστηκε απ’ το θέαμα, ούτε κι εγώ απ’ τον εαυτό μου μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη του χωλ. Κάποια στιγμή πρέπει να του ρίξω μερικές μπουνιές να ξεθυμάνω, μα όχι ακόμα, τον χρειάζομαι. Κάνω γκριμάτσες, βγάζω τη γλώσσα, πιάνω τα αρχίδια και την πούτσα μου, μικροσκοπικά και μαραμένα, ξαφνικά μένω έκπληκτος, μουτρώνω, γελάω με τα χάλια μου, σπάω πλάκα με τη φάτσα μου και πολύ το διασκεδάζω, παίζω παντομίμα σαν μικρό παιδί, περιστρέφομαι γύρω απ’ τον άξονά μου και παρατηρώ τον πεσμένο σαφρακιασμένο μου κώλο, το σχεδόν άτριχο σώμα μου, πλησιάζω τη λεία επιφάνεια και χαϊδεύω τα γένια μου, είναι γκρίζα κι αρχίζουν να ασπρίζουν, τουλάχιστον είμαι ακόμα ευλύγιστος και αδύνατος, δίχως παραπανίσια κιλά, περνάει ακόμα η μπογιά μου ή μήπως όχι, σίγουρα κάποια στιγμή θα αποσυρθώ, θα το δείξει ο καιρός, τότε θα σπάσω το μαγικό γυαλί, δεν θα τον έχω πλέον ανάγκη, το είδωλό μου θα γίνει χίλια κομμάτια και το κορμί μου θα πέσει πάνω στα θρύψαλα και θα πληγωθεί από όλες τις μεριές, τότε θα νιώσω τον πόνο στο σωστό του ύψος, δεν συμφωνείς, γατούλα μου; Δεν απαντά, ούτε καν μου δίνει σημασία, κουλουριασμένη με τα μάτια κλειστά, με αφήνει να φωνάζω και να παραληρώ μέσα στο άδειο σπίτι με τα παλιά έπιπλα της θείας που τα λένε και αντίκες, ούτε και κείνες μου απαντούν, αν άκουγα έστω την ηχώ μου. Συνέχισε τον μακάριο ύπνο σου, χοντρούλα μου κι άσε με να λέω τα δικά μου.

Ντύθηκα στα γρήγορα και βγήκα στο διάδρομο. Τότε είδα απ’ τη διπλανή πόρτα να ξεπροβάλει δειλά ένα γέρικο σταφιδιασμένο κεφάλι κι ένα λειψό κορμάκι μέσα στο λευκό ξεθωριασμένο νυχτικό του. Η γειτόνισσα ήταν παλιά και καλή φίλη της θείας, γνωρίζονταν πολλά χρόνια, χήρα κι αυτή, κρατιόταν κάπως σε καλύτερη κατάσταση, διατηρητέα και αυτοσυντηρούμενη, περπατούσε, έβλεπε και το κυριότερο το μυαλό της ήταν ακόμα ξουράφι. Παρ’ όλο που είχε ένα γιο και μια κόρη και κάμποσα εγγονάκια προτιμούσε να ζει μόνη της για να έχει την ησυχία της, έτσι όπως είχε μάθει και συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια. Δεν είχε παράπονο, τα παιδιά της δεν την είχαν παρατημένη, έρχονταν και την έβλεπαν τακτικά, γεγονός σπάνιο στις μέρες μας. Παραξενεύτηκα που τέτοια ώρα ήταν ακόμα ξύπνια. Τη χαιρέτησα. Εμείς οι γέροι δεν χρειαζόμαστε πολύ ύπνο, μου απάντησε, σαν να μάντεψε τη σκέψη μου χαμογελώντας κουρασμένα, αχνά και αδιόρατα. Με ρώτησε για τη θεία, από τότε που αρρώστησε σοβαρά είχε την έγνοια της. Κάνανε πολύ παρέα οι δυο τους, δεν είχαν και κανέναν άλλο στην πολυκατοικία και τη γειτονιά, οι πιο πολλοί γνωστοί και φίλοι της γενιάς τους είχαν πεθάνει. Τώρα φοβόταν ότι θα μείνει ολομόναχη και δεν θα ‘χει έναν άνθρωπο να λέει τον πόνο της, να την καταλαβαίνει και να την συνδέει με το μακρινό της παρελθόν. Οι γιατροί μας δίνουν κάποιες ελπίδες να γίνει καλά, έχει γερή κράση, λένε. Της έλεγα ψέματα, προσπαθούσα να είμαι όσο γινόταν πιο πιστευτός, χαμογελούσα κιόλας, μα ίσως να το κατάλαβε. Δεν υπήρχαν πλέον πιθανότητες, βρισκόταν στο τελικό στάδιο, μετρούσε μέρες, μπορεί και ώρες. Να τις δώσετε τα χαιρετίσματά μου και τις ευχές μου για γρήγορη ανάρρωση, είπε λυπημένα και νομίζω πως είδα τα μάτια της υγρά.   

***

Είμαι ξανά έξω στην υγρασία της νύχτας και πηγαίνω προς τον πεζόδρομο με τις καφετέριες και τα μεζεδοπωλεία, εκεί όπου ξεκουράζονται, κουβεντιάζουν, χαλαρώνουν, ερωτεύονται και διασκεδάζουν χαρούμενοι φοιτητές, νεολαίοι και μικροαστοί, όχι όμως οι ηλικιωμένοι και οι άνεργοι, οι επαίτες και οι άστεγοι, αυτοί περνούν απλά ζητιανεύοντας και πουλώντας την πραμάτεια τους, όση ώρα οι ονειροπόλοι και οι άπειροι ακόμα από ζωή, οι αυριανοί αυτόκλητοι σωτήρες και μεσσίες της χώρας, του λαού και του έθνους, οι επαναστάτες και οι πατριώτες της φακής, τουλάχιστον στην κόμη και το ντύσιμο, η ναρκισσευόμενη και εγωκεντρική νέα γενιά, ευκολόπιστη πελατεία για κάθε γούστο και ιδεολογία, και οι μεγαλύτεροι, οι φανατικοί ινστρούχτορες και καθοδηγητές τους, εκείνοι που ξέρουν την αλήθεια και το σωστό, αντί να κάνουν έρωτα και τέχνη, συζητούν και τσακώνονται, συμφωνούν και διαφωνούν, διαπληκτίζονται και διαξιφίζονται για το αν και πώς μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, να γίνει καλύτερος, πιο ανθρώπινος, να πάψει η εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση, η αδικία, η βία και η βαρβαρότητα, προετοιμάζοντας τις μελλοντικές αιματηρές εξεγέρσεις, επαναστάσεις και πραξικοπήματα. Μιλάνε και για άλλα, πιο γήινα, πιο ταπεινά, όμως πάντα περί ανέμων και υδάτων, σαχλαμάρες για να περνά η ώρα, για τη σχολή που σπουδάζουν, για ανούσια μαθήματα και μαλάκες καθηγητές, για γκομενάκια και ξενυχτάδικα, ψευτοπηδήματα, ποδόσφαιρα και γρήγορα αυτοκίνητα, για καριέρες και γάμους, αργότερα, βολέματα και επιτυχίες, συντάξεις και καλά γεροντάματα, για ότι μαλακία τους κατέβη στο κεφάλι. Τσάμπα πάει τόσο σφρίγος, τόση ενέργεια, τέτοια ομορφιά. Έχουν άπειρο χρόνο να ξοδεύουν, μα λίγο μυαλό στο κεφάλι τους. Η ζωή έχει κανόνες, δεν είναι παίξε γέλασε, ούτε μπορείς να κάνεις ότι γουστάρεις. Συνεπώς, άλλη μια χαμένη γενιά, όπως όλες, εύκολη λεία για τους επιτήδειους, την έχουνε στημένη στη γωνία και περιμένουν να τη στρατολογήσουν, να τη γαμήσουν κι αυτή. Οι σωτήρες τους, οι μεσσίες τους, οι από μηχανής θεοί, εκείνοι που ξέρουν την αλήθεια κι έχουν τη δύναμη να την επιβάλλουν.

Συνήθως, κάθομαι μόνος σε ένα τραπεζάκι, πίνω αμίλητος το ποτό μου και τους ακούω, μελαγχολώντας ακόμα περισσότερο. Δεν τα ‘χω χάσει ακόμα, δεν μονολογώ δυνατά, δεν γελάω ηλίθια. Πάντα ελπίζω. Ίσως, κάποιοι από αυτούς, οι πιο έξυπνοι, οι πιο υποψιασμένοι, να γλυτώσουν απ’ τις παγίδες, να ξεφύγουν από τις ενέδρες. Μα χέσε μέσα, λόγια του αέρα, η αλληλεγγύη τους είναι μόνο θεωρητική, την παίρνει ο άνεμος, η συνεισφορά στον συνάνθρωπο μελλοντική και άκρως υποθετική, εφόσον το επιτρέψουν οι καταστάσεις και ωριμάσουν οι συνθήκες, λένε για να δικαιολογηθούν, πιο πολύ προς τον εαυτό και τη συνείδησή τους, να ξεφορτωθούν τις τύψεις τους, γιατί τα χνώτα και τα κουρέλια των φτωχών βρωμάνε και τους αηδιάζουν, δεν τους δίνουν ελεημοσύνη, κάποια μικρή βοήθεια τουλάχιστον, μόνο εγώ ο μισάνθρωπος καμιά φορά, όποτε έχω όρεξη, όποτε μου περισσεύουν, όχι βέβαια για να μου πούνε μπράβο, να το παίξω φιλεύσπλαχνος και καλός χριστιανός, όμως εκείνοι ποτέ, δεν έχουν, δεν θέλουν, δεν πρέπει, να μην τους κάνουμε τεμπέληδες και κουτοπόνηρους, μόνο σκληρούς δουλευτές χρειαζόμαστε, για να πάει μπροστά και να προοδεύσει η κοινωνία, εργασία και χαρά, στον καθένας σύμφωνα με τις ανάγκες του, από τον καθένα με βάση τις ικανότητές τους. Καμιά φορά, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, δεν με τσαντίζουν, σπάω και πλάκα μαζί τους, μου φτιάχνουν το κέφι, μα πιο πολύ χαζεύω την ομορφιά τους, ερωτεύομαι τα πρόσωπά τους, έστω και προσωρινά άσφαιρος, ποθώ τα κορμιά τους. Ας έχω γυρίσει την πλάτη μου στον κόσμο, ας μην έχω πλάι μου κάποιον να μοιραστώ σκέψεις, επιθυμίες και συναισθήματά, δεν πειράζει, εκείνες τις στιγμές της απόλυτης αισθητικής χαλάρωσης νιώθω απέραντη πληρότητα και ευτυχία, τόση που θα μπορούσα και να δώσω αυτοθέλητα τη ζωή μου.  Μα πιο πριν να φιλήσω τα ροδαλά τους χείλη.

Μόνο το φεγγάρι, μέσα στην απέραντη μοναξιά του σύμπαντος, είναι φίλος μου, ο καλύτερος, ο πιο πιστός, ο μοναδικός πλέον. Αυτό είναι έμπειρο, έχουν δει πολλά τα μάτια του, γνωρίζει τους ανθρώπους απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι, δεν λέει αρλούμπες, είναι σοβαρό και μετρημένο, δεν αστειεύεται, δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να τον κάνει παράδεισο για αγγέλους, μόνο να τον φωτίσει λιγάκι, να τον κάνει λιγότερο εχθρικό και αιμοβόρο, πιο σπλαχνικό, τα βράδια που ξεπροβάλουν επικίνδυνα οι σκιές και τα φαντάσματα, οι βρικόλακες και τα ζόμπι. Έστω και μια φέτα για απόψε, μια χαψιά, μου αρκεί. Πού ήσουν μέχρι τώρα, αγόρι μου, πού είχες λουφάξει τρομαγμένο, γιατί με άφησες ολομόναχο μέσα στην άγρια νύχτα, ποια κακόβουλα μαύρα σύννεφα σε είχαν φυλακίσει; Οι βασανιστές σου, αμαρτωλέ θεέ της νύχτας, πρίγκιπα του κίτρινου ποταμιού, αυτοί που θέλουν να σε στερήσουν απ’ τους λερούς κι ασήμαντους υπηκόους σου, από όσους έχουνε ανάγκη την παρέα σου, το φωτεινό σου χάδι, από σένα, το πιο συμπονετικό πλάσμα της φύσης, τη μόνη μας παρηγοριά. Στη χάση και στη φέξη. Μα έγινα πάλι μελοδραματικός, κι αυτό δεν το αντέχω.

Πλησιάζω στο μαγαζί, είναι σχεδόν γεμάτο, μα θα βρεθεί μια φιλική γωνιά και για μένα, να ακουμπήσω το ταλαίπωρο σαρκίο μου, την κουρασμένη μου ψυχή. Θα πιω δυο τσίπουρα να έρθω στα ίσα μου, θα τσιμπήσω κάτι να στυλωθώ (από πότε άραγε έχω να φάω;) και θα πάω να δω τη θεία στο νοσοκομείο. Η ώρα είναι ακατάλληλη, απαγορεύεται, μα θα προφασιστώ τον πολυάσχολο και σκληρά εργαζόμενο άνθρωπο της μέρας, τον έντιμο οικογενειάρχη που μεγαλώνει παιδιά και κάνει το καθήκον του απέναντι στο κράτος και την κοινωνία, κατόπιν θα λαδώσω με τρόπο τον φύλακα της πύλης, θα χαρτζιλικώσω την νοσοκόμα της βάρδιας (αν μου επιτρέψει, μπορεί και να τις τσιμπήσω λιγάκι τον ποπό, να φτιάξει ακόμα περισσότερο το κέφι μου) και θα μπω δαφνοστεφανωμένος στην μονάδα της εντατικής θεραπείας, εκεί που βρίσκεται τις τελευταίες μέρες η θεία, να τις ψιθυρίσω δύο λόγια ελπίδας, να τις χαϊδέψω έστω το λειψό ζαρωμένο της χεράκι, κι ας μην καταλάβει ποιος είμαι. Καλύτερα.   

Περασμένες τρεις, ψάχνω τρεκλίζοντας για ταξί μέσα στην έρημη συφοριασμένη νύχτα. Οι διαβάτες λιγοστοί, το φεγγάρι πάλι άφαντο, ένα τραβέλι έχει ξεμείνει μόνο του, στέκεται στη σκοτεινή γωνία και μου κάνει νοήματα, όμως δεν πλησιάζει προς το μέρος μου, έχει αξιοπρέπεια, δεν ζητιανεύει, δεν παρακαλεί και δεν αφήνει ποτέ το πόστο του. Το αγνοώ, γυρίζοντας το κεφάλι  από την άλλη, αν και το ξέρω, παλιότερα είχα πάει μαζί του, είναι καλό παιδί,  δεν ζητάει πολλά και τα κάνει όλα, ότι θελήσεις, δεν είχα περάσει και άσχημα, θυμάμαι. Όμως, απόψε, τα πράγματα είναι διαφορετικά, βιάζομαι, δεν έχω άλλο χρόνο, και πάντως η απελπισία δεν έχει φτάσει ακόμα στο κόκκινο. Τότε που το κίτρινο ποτάμι, θολό, άρρωστο και χολεριασμένο, έτοιμο να ξεχειλίσει, φουσκωμένο και φουρτουνιασμένο, επικίνδυνο, με άγριες διαθέσεις, θα γίνει τσουνάμι και θα με πνίξει, ρουφήξει και καταπιεί.


Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΓΙΟΣ

Οι αναμνήσεις μου από τότε που ήμουν ένα μικρό, αδύναμο και ανυπεράσπιστο παιδάκι είναι δυσάρεστες και ενοχλητικές, μου προκαλούν δυσφορία. Ίσως επειδή ρίχτηκα από νωρίς μέσα στο βαθύ και ανήλιαγο πηγάδι της μοναξιάς. Σίγουρα υπήρχαν όμορφες μέρες και ευτυχισμένες στιγμές, άθελά μου όμως κράτησα τις πιο τραυματικές. Δεν τις καταχώνιασα, όπως θα έπρεπε, στα βάθη του μυαλού μου. Δεν της απώθησα. Οι άσχημες μνήμες συνέχεια επανέρχονται απρόσκλητες κι εκδικητικές, λες και τους έχω σκοτώσει τη μάνα. Και με βασανίζουν. Σαν μια βαριά μπότα να πάτησε το φρεσκοοργωμένο μαλακό χωράφι και άφησε ανεξίτηλες στάμπες. Όλα αυτά, βέβαια, είναι υποκειμενικά. Ίσως να φταίει ο χαρακτήρας μου, τα ελαττωματικά μου γονίδια, ότι γεννήθηκα εσωστρεφής, μελαγχολικός και απαισιόδοξος, λίγο περισσότερο άτυχος από τους άλλους, αν και πάντα υπάρχουν τα χειρότερα να σε θλίβουν, αλλά και να σε παρηγορούν.

Έτσι, στη ζυγαριά της ευτυχίας βρέθηκα λιποβαρής, αναζητώντας πάντα τη λιγότερη δυστυχία, μα και στιγμές εκστατικής ηδονής. Ακολούθησα τις επιθυμίες του κορμιού μου, προσπαθώντας να μην βλάπτω τους συνανθρώπους μου. Τη ζωή δεν την είδα ως δώρο θεού, αλλά για την πιο βρώμικη μπλόφα του διαβόλου, γι’ αυτό και δεν θέλησα να την διαιωνίσω. Μα είμαι και μαζοχιστής. Απολαμβάνω τις άσχημες σκέψεις, χαίρομαι που τις αντέχω, που είμαι ακόμα ζωντανός, μέσα στο παιχνίδι, έστω και έξω από την κούρσα, ηττημένος εξαρχής. Μπερδεμένα πράγματα. Είμαι ευτυχής που αισθάνομαι δυστυχής, δηλαδή δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο ή και τα δύο μαζί, όπως το πάρει κανείς. Ψύχραιμα και αδιάφορα αφήνω να με παρασέρνει το ποτάμι του χρόνου. Κυλάω μαζί του αργά και βαρύθυμα. Δεν βιάζομαι, απλά υπάρχω. Όμως τα βράδια το παιχνίδι χοντραίνει. Πρέπει να αντιμετωπίζω τις παρείσακτες μνήμες και τις απειλητικές σκιές που με επισκέπτονται, με κατακλύζουν και με αφήνουν ξάγρυπνο μέχρι το ξημέρωμα. Απ’ την άλλη, δεν θέλω και να ξεχάσω. Ούτε και μπορώ. Το παρελθόν είναι πάντα παρόν και με πολιορκεί πιεστικά. Με στριμώχνει με την πλάτη στον τοίχο.

Ο πατέρας ήταν νταλικέρης και ταξίδευε συνέχεια στις μακρινές και αχανείς λεωφόρους του κόσμου. Τις περισσότερες μέρες έλειπε απ’ το σπίτι, τον βλέπαμε στη χάση και στη φέξη, για λίγο μόνο, το πολύ μια βδομάδα. Δούλευε πολύ, όμως είχαμε τακτική επικοινωνία, τηλεφωνούσε συχνά και μιλούσαμε για αρκετή ώρα μαζί του. Έπαιρνε συνήθως απογεύματα για να είμαι κι εγώ στο σπίτι και να ακούσει τη φωνή μου. Δεν ξέρω τι λέγανε με τη μαμά, μα κάθε φορά την έβλεπα συγκινημένη, βουρκωμένη, κλαμένη, με τα μάτια κατακόκκινα. Εμένα μου έλεγε ότι μ’ αγαπούσε και του έλειπα και ρώταγε διάφορα πράγματα για το σχολείο, αν είμαι καλό και φρόνιμο παιδί, ήθελε να μην κάνω αταξίες, να προσέχω την μητέρα μου και να μην τη στεναχωρώ. Μιλούσε αργά με τη βραχνή του φωνή. Ακουγόταν βαρύς, κουρασμένος, μελαγχολικός, μα αν και απών, έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν του έφερνα καμία αντίρρηση, συμφωνούσα σε όλα, εκείνος κάτι περισσότερο θα ήξερε για το μέλλον μου και τη μετέπειτα ζωή μου. Είχε όνειρα για μένα, τον κανακάρη και μοναχογιό του, έκανε σχέδια στο μυαλό του, δεν ήθελα να του το χαλάσω. Να γίνω σπουδαίος άνθρωπος, μεγάλος και τρανός, να προκόψω, τουλάχιστον να ταλαιπωρηθώ λιγότερο από κείνον. Και όσο έλειπε μακριά, εγώ ήμουν ο άντρας του σπιτιού, ο αντικαταστάτης του. Δεν θα αργούσε να επιστρέψει, υποσχόταν, και θα μου ‘φερνε δώρα και γλυκά από μακρινές χώρες, εξωτικά μέρη και διαφορετικούς ανθρώπους, που ούτε καν είχα φανταστεί ότι υπάρχουν. Σύντομα θα μας ξανατηλεφωνούσε. Αυτή ήταν κάθε φορά η τελευταία του υπόσχεση, προτού κλείσει το τηλέφωνο.

Κάθε πρώτη του μήνα πληρωνόταν απ’ το αφεντικό του και μας έστελνε χρήματα, που με οικονομία και καλό κουμάντο έφθαναν και περίσσευαν για να την βγάλουμε Έτσι, η μαμά δεν χρειαζόταν να δουλέψει. Ήταν μια απλή νοικοκυρά που φρόντιζε για τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού, να υπάρχει τάξη και ησυχία και όλα να είναι στη θέση τους όμορφα και ωραία. Εγώ πήγαινα στο σχολείο και μελετούσα τα μαθήματά μου, αυτή ήταν η δουλειά μου, για να προκόψω αργότερα και να γίνω χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία. Έτσι με δασκάλευαν και οι δυο τους, σαν να ήταν συνεννοημένοι, και δεν είχα λόγους να μην τους πιστέψω. Οι γονείς μου με αγαπούσαν και φρόντιζαν για το μέλλον μου, το ήξερα καλά. Για σένα ιδρώνει και κουράζεται ο πατέρας σου και τον τρώνε οι δρόμοι, μου πέταγε στα μούτρα η μαμά, όποτε μ’ έβλεπε ανόρεχτο να τεμπελιάζω και να παραμελώ τα διαβάσματά μου. Τότε κοκκίνιζα από ντροπή, καταχώνιαζα τα κόμικς στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου μου και άνοιγα πάλι τα τετράδια και τα σχολικά μου βιβλία. Μα δεν μπορούσα πάντα να συγκεντρωθώ κι απ’ τις παραδόσεις της δασκάλας στην τάξη λίγα πράγματα θυμόμουν. Βαριόμουν το σχολείο, αυτή ήταν η πικρή αλήθεια, ήταν ένα μεγάλο βάσανο. Μόνο τα παραμύθια και οι ιστορίες μου άρεσαν και να κάθομαι με τις ώρες μονάχος να ονειροπολώ, να πλάθω τις δικές μου εικόνες, περιπέτειες και ήρωες, με πρώτο και καλύτερο τον εαυτό μου. Όμως, πέρα από φαντασιόπληκτος, ήμουν και τεμπέλης, δεν στρωνόμουν να τις γράψω στο χαρτί, αν και πολλές τις θυμάμαι ακόμη και σήμερα σε διάφορες παραλλαγές. Δεν ήταν άσχημες, νομίζω. Πάντως, στην έκθεση ήμουν πολύ καλός. Ακόμη και η δασκάλα μου, που δεν με πολυχώνευε, γιατί ήμουν διαρκώς απρόσεκτος και αφηρημένος, είχε παραδεχτεί πως είχα μεγάλη και ζωηρή φαντασία, ύφος ώριμο, στρωτό και συγκροτημένο, οι λέξεις που χρησιμοποιούσα ιδιαίτερες, οι περιγραφές μου ζωντανές, ίσως όταν μεγάλωνα να γινόμουν συγγραφέας. Στο γράψιμο έβλεπε να έχω μια κλίση, κάποια έφεση, ένα ταλέντο. Μόνο στην ορθογραφία τα έκανα μαντάρα, μα δεν με ένοιαζε, εφόσον έβγαινε το νόημα εκείνου που ήθελα να πω. Κατά τ’ άλλα, ήμουν σοβαρός, απόμακρος και αδιάφορος για όλους και για όλα, ο μικρομέγαλος της τάξης και στην κοσμάρα μου. Με δυσκολία έκανα παρέα με τα άλλα παιδιά, βαριόμουν τα παιχνίδια και τις πλάκες τους. Τα άκουγε αυτά η μαμά, στεναχωριόταν, δάγκωνε τα χείλη της, μα στον πατέρα δεν έβγαζε άχνα για να μην τον πικράνει, έλεγε, εκεί στην ξενιτιά που βρίσκεται. Ούτε σίγουρα θα ήθελε, όταν μεγάλωνα, να γίνω γραφιάς και να ψοφήσω της πείνας. Ή ακόμα χειρότερα να τρελαθώ και να πάρω τα όρη και τα άγρια βουνά. Ούτε σε μένα μου άρεσε αυτή η ιδέα. Σαν επάγγελμα μύριζε μούχλα, κλεισούρα και πολύ βαρεμάρα, ειδικά τις ηλιόλουστες μέρες του χρόνου. Παρ’ όλο που δεν ήξερα πολλά πράγματα για τη ζωή των συγγραφέων, είχα άσχημα προαισθήματα. Και σίγουρα ήταν πολύ νωρίς για να πάρω τόσο σοβαρές και δεσμευτικές αποφάσεις για το μέλλον μου. Δεν ήθελα να μαραθώ, να χαντακωθώ και να σαπίσω από τώρα.

Κάθε σαββατόβραδο, μετά το καθιερωμένο λουτρό, πηγαίναμε οι δυο μας στον κινηματογράφο για να ξεσκάσουμε και να διασκεδάσουμε. Δεν είχαμε πάρε δώσε με συγγενείς, όμως μαζί μας ερχόταν για παρέα και καμιά φίλη της μαμάς. Συνήθως βλέπαμε κωμωδίες και γελούσαμε με την ψυχή μας, μέχρι δακρύων. Όταν τέλειωνε το έργο τραβούσαμε για κάποιο κοντινό ζαχαροπλαστείο παραγγέλνοντας γλυκό και πορτοκαλάδα. Οι γυναίκες έλεγαν τα δικά τους κι εγώ έμενα σιωπηλός, βυθισμένος στις σκέψεις μου. Κάποια στιγμή, από ευγένεια, για να φανεί πως ασχολούνται και μαζί μου και δεν μ’ έχουν ξεχάσει εντελώς, η φίλη της μαμάς με ρωτούσε πώς πάω στο σχολείο ή τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω, τις ίδιες πάντα σαχλές, ανούσιες και αδιάκριτες ερωτήσεις που κάνουν οι μεγάλοι στους μικρούς και τους φέρνουν σε δύσκολη θέση, ειδικά αν είναι ντροπαλοί και εσωστρεφείς, όπως εγώ. Ξαφνιαζόμουν κι έλεγα με κάθε ειλικρίνεια πως δεν άκουσα την ερώτηση. Επαναλάμβανε με γλυκύτητα τα λόγια της, μα δεν είχα καμιά όρεξη να ανοίξω το στόμα μου και να της απαντήσω. Ειδικά όταν ήταν μπουκωμένο και λερωμένο απ’ τη σοκολατίνα, αφού όταν τρώμε δεν μιλάμε, έτσι είχα μάθει. Ευτυχώς, απ’ τη δύσκολη θέση μ’ έβγαζε η καλή μου μητερούλα. Εξηγούσε στη φιλενάδα της τα καθέκαστα, για τη σημερινή αλλά και τη μελλοντική μου ζωή, δηλαδή παραμύθια και λόγια του αέρα. Την επόμενη ώρα ούτε που άκουγα τι συζητούσαν και γιατί κάθε τόσο σαν βλαμμένες έβαζαν τις τσιρίδες, τα κακαρίσματα και τα γέλια, σίγουρα χωρίς σοβαρό λόγο. Μπα σε καλό μας, λέγανε και συνέχιζαν τα χαχανητά. Η ώρα περνούσε ευχάριστα και όταν πλέον είχε βραδιάσει για τα καλά σηκωνόμασταν να φύγουμε. Συνοδεύαμε τη φίλη μας μέχρι το σπίτι της, την καληνυχτίζαμε και τραβούσαμε για το δικό μας, λίγο παρακάτω. Έπρεπε να κοιμηθούμε νωρίς, γιατί την άλλη μέρα θα ξυπνούσαμε νωρίς να πάμε εκκλησία, άλλο μαρτύριο κι αυτό, μέσα στα λιβάνια, τα ντουμάνια και τα ακαταλαβίστικα λόγια των παπάδων. Τους φοβόμουν, έτσι βλοσυρούς και μαυροντυμένους που τους έβλεπα, μα δεν ήθελα να χαλάσω το χατίρι της μαμάς. Ήταν θρήσκια και πίστευε πολύ, γεμάτο το σπίτι μας από σταυρούς και αγίους, ενώ ο πατέρας αδιάφορος κι εγώ αναποφάσιστος και αμφιταλαντευόμενος ακόμα. Καμιά φορά, γυρίζοντας πίσω το κεφάλι μου, έβλεπα στο δρόμο κάποια ύποπτη σκιά να μας ακολουθεί για λίγο και μετά να χάνεται μέσα στα σκοτάδια. Δεν ανησυχούσα, ούτε έδινα σημασία. Ίσως και να ‘ταν της φαντασίας μου, παιχνίδια του μυαλού μου.    

Η μαμά δεν είχε κανέναν άλλον στο πλάι της και τα βράδια μάλλον φοβόταν να κοιμάται μόνη. Από μικρό μ’ έπαιρνε μαζί της στο διπλό κρεβάτι, μου διάβαζε παραμύθια, με χάιδευε στοργικά, με φιλούσε απαλά και μου ‘λεγε καληνύχτα αγόρι μου και όνειρα γλυκά, γυρίζοντας στο άλλο πλευρό. Αμέσως μ’ έπαιρνε κι εμένα ο ύπνος. Δίπλα στο ζεστό της κορμί ένιωθα ασφάλεια, γαλήνη και απέραντη ευτυχία. Μύριζε όμορφα, μοσχοβολούσε ολόκληρη. Και τα όνειρα που έβλεπα ήταν πάντοτε ευχάριστα. Ήταν οι πιο ευτυχισμένες νύχτες της ζωής μου. Μόνο όταν επέστρεφε ο πατέρας απ’ τα μακρινά του ταξίδια αναγκαζόμουν να κοιμάμαι στο δικό μου δωμάτιο. Φοβόμουν το σκοτάδι ολομόναχος, μα ντρεπόμουν να το πω και να ζητήσω κοτζάμ άντρας κόκκινο φωτάκι, δεν ήθελα να απογοητεύσω τον μπαμπά. Στον τοίχο απέναντί μου έβλεπα απειλητικές σκιές κι έκλεινα τα μάτια, κουκουλωνόμουν με τις κουβέρτες και τα σεντόνια κι έκανα υπομονή μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Έβλεπα εφιάλτες, μα το πρωί που ξυπνούσα σπάνια τους θυμόμουν, είχαν εξατμιστεί, μόνο κρύωνα και κατουριόμουν. Την νυχτερινή μάχη μαρτυρούσαν μόνο το μαξιλάρι και τα σκεπάσματα που βρίσκονταν κάτω απ’ το κρεβάτι, πεταμένα στο πάτωμα.

Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες, οι εβδομάδες και οι μήνες, περιμένοντας ο πατέρας να γυρίσει στο σπίτι. Ώσπου μια μέρα, άνοιγε η πόρτα και εμφανιζόταν μπροστά μας, εντελώς απροειδοποίητα, φάντης μπαστούνι, για να μας κάνει έκπληξη. Έτρεχα προς το μέρος του κι έπεφτα πρώτος στην αγκαλιά του, πίσω μου ακολουθούσε χαρούμενη και η μαμά. Μύριζε σκόνη, ιδρώτα, αλκοόλ και τσιγάρο σαντέ άφιλτρο, μα δεν με ένοιαζε, ρουφούσα άπληστα τις οσμές της δουλειάς και του δρόμου και τα βρώμικα χνώτα του. Μου είχε λείψει. Έμενα για ώρα σφιγμένος πάνω του, δεν ήθελα να τον αποχωριστώ. Κάθε φορά με έβρισκε ψηλότερο και πιο δυνατό, όπως πας σε λίγο θα με φτάσεις, μου ‘λεγε καμαρώνοντας. Μας έδινε τα δώρα μας και τραβούσε για την τουαλέτα να πλυθεί, να ξυριστεί, να κάνει μπάνιο, να αλλάξει ρούχα, να φύγει η κούραση και η βρώμα απ’ το κορμί και τη ψυχή του, να ξαναγίνει άνθρωπος. Και το βράδυ θα βγαίναμε να γιορτάσουμε την επιστροφή του, συνήθως σε κάποια κοντινή ταβέρνα. Γνωρίζαμε τους κινδύνους της δουλειάς του, τους γλιστερούς και παγωμένους δρόμους του βορά, την κόπωση και τη νύστα ώρες ολόκληρες πάνω στο τιμόνι, τη στιγμιαία ολιγωρία, την απροσεξία, την κακιά ώρα που καραδοκούσε ύπουλα στην επόμενη στροφή. Αυτό που απλά και μονολεκτικά λέμε μοίρα και σου αλλάζει τη ζωή, συνήθως προς το χειρότερο. Γι’ αυτό και η μαμά, μπροστά στο εικονοστάσι με το αναμμένο καντήλι, δόξαζε το θεό που για άλλη μια φορά είχε γυρίσει ο άντρας της από τα ξένα σώος κι αβλαβής.

Όμως, την τελευταία φορά γύρισε διαφορετικός. Πλησίαζαν οι γιορτές, τον περιμέναμε εναγωνίως κι ήμασταν χαρούμενοι που θα καθόταν αρκετές μέρες κοντά  μας να τον χορτάσουμε και να κάνουμε πρωτοχρονιά όλοι μαζί. Μπήκε κακόκεφος στο σπίτι, δίχως αγκαλιές και φιλιά, δώρα και πολλά λόγια. Τα ‘χασα, δεν τον είχα ξαναδεί σε τέτοια χάλια. Είναι κουρασμένος απ’ το ταξίδι, τον δικαιολόγησε η μαμά. Πράγματι, ξαφνικά φαινόταν πολύ γερασμένος, μα τις μέρες που ακολούθησαν ήταν ανήσυχος, συνέχεια με τσαντίλες και νεύρα και όλα του φταίγανε, σαν το λιοντάρι στο κλουβί, δεν μπορούσες να του πεις κουβέντα. Κι ένα απόγευμα, παραμονή χριστουγέννων ήταν, καθόμουν στο δωμάτιό μου, όταν ξαφνικά άκουσα τις φωνές του και τη μαμά να τον παρακαλάει για κάτι κλαψουρίζοντας. Δεν ήξερα το λόγο του καβγά και του μεγάλου θυμού, ούτε θυμάμαι να είχαν ξανατσακωθεί, τουλάχιστον μπροστά μου. Ήταν κεραυνός εν αιθρία, άρχισε η καρδιά μου να χτυπά δυνατά και δεν ήξερα τι να κάνω. Πλησίασα στον τοίχο κι έστησα αυτί. Τώρα άκουγα βρισιές και σπασίματα. Δεν ξέρω πού βρήκα το θάρρος, άνοιξα την πόρτα  και βγήκα απ’ το δωμάτιο. Ήθελα να δω. Ήταν στην κουζίνα. Τα είχε κάνει όλα γυαλιά καρφιά και η μαμά πεσμένη στο πάτωμα γεμάτη αίματα.  Η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο δυνατά, είχα πάθει σοκ, μα δεν έβαλα τα κλάματα. Μη τη χτυπάς, του φώναξα. Το μάτι του γυάλιζε επικίνδυνα, ήταν ξαναμμένος, έκανε σαν τρελός. Φύγε από δω, ρε παλιοπούστη κι εσύ, θα σας σφάξω όλους, μου φώναξε και πλησίασε απειλητικά προς το μέρος μου. Είχα παγώσει απ’ το φόβο, έτρεμα ολόκληρος, μα βρήκα τη δύναμη να το βάλω στα πόδια και να βγω απ’ το σπίτι έξω στο δρόμο. Την άφησα ολομόναχη και αβοήθητη στα χέρια του και φοβήθηκα ότι πάνω στη μούρλια του μπορούσε και να την σκοτώσει. Οι γείτονες ανήσυχοι είχαν βγει στις πόρτες τους και μιλούσαν μεταξύ τους. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Ένας κάτι με ρώτησε, μα δεν κατάλαβα και συνέχισα να τρέχω αλαφιασμένος. Όταν έφτασα στην πλατεία, μού είχαν κοπεί τα πόδια και ανάσαινα βαριά. Κάθισα σε ένα παγκάκι και μετά από λίγο που ηρέμησα κάπως, έβαλα τα κλάματα. Δεν ήξερα τι να κάνω, δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά, είχα πανικοβληθεί, ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό να ζητήσω βοήθεια ή να πάρω την αστυνομία. Για ώρα έμεινα άπραγος με το κεφάλι κρυμμένο μέσα στα γόνατα.    

Μόλις βράδιασε, αποφάσισα να γυρίσω πίσω, δεν είχα και πού αλλού να πάω, να πω σε κάποιον τον πόνο μου. Εκείνη την ώρα το στενό έρημο, η γειτονιά άδεια, δεν συνάντησα κανένα γνωστό, όλοι χωμένοι στα σπίτια τους. Άνοιξα απαλά την πόρτα και μπήκα μέσα. Μαύρο σκοτάδι και απόλυτη ησυχία. Άναψα το φως. Το σπίτι έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο, όλα σπασμένα, σκέτη φρίκη, μόνο στο δωμάτιό μου δεν είχε μπει η καταστροφή. Φοβήθηκα για τα χειρότερα. Εκείνος μάλλον έλειπε. Φώναξα μαμά διστακτικά, μα δεν πήρα απάντηση, ίσως να μη με άκουσε. Προχώρησα αργά μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Ευτυχώς, ήταν εκεί και κοιμόταν με τα ρούχα ανάσκελα. Φαινόταν ήρεμη και πλυμένη, είχε καθαρίσει τα αίματα από πάνω της. Δεν ήθελα να την ξυπνήσω, μόνο τη φίλησα απαλά. Έκλεισα πάλι το φως και την πόρτα και τράβηξα για το δωμάτιό μου. Πίστευα ότι η μπόρα είχε περάσει και αύριο όλα θα ήταν όπως πριν, μέλι γάλα. Προσευχήθηκα στον καλό θεό να με βοηθήσει. Εκείνη τη δύσκολη ώρα  ένιωθα ολομόναχος, παρατημένος απ’ όλους και χρειαζόμουν ένα στήριγμα, ένα φίλο, έναν καλό ξάδελφο, έναν μεγάλο αδερφό. Δεν ξέρω, μπορεί και να ονειρευόμουνα. Ήθελα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου κι όταν θα ξυπνούσα να ήταν όλα και πάλι μια χαρά. Ήμουν ταλαιπωρημένος και κατάκοπος και με πήρε αμέσως ο ύπνος. Δίχως άλλους εφιάλτες και άσχημα όνειρα. Σαν νεκρός.

Την άλλη μέρα, όταν άνοιξα τα μάτια, είχε μεσημεριάσει για τα καλά. Χριστούγεννα, μεγάλη χαρμόσυνη ηλιόλουστη γιορτή, μα όλα γύρω μου θολά και μπερδεμένα. Μου πήρε κάμποση ώρα να συνέλθω, να βρω ποιος είμαι και πού βρίσκομαι. Ξαφνικά τα θυμήθηκα όλα και άρχισαν πάλι οι αγωνίες, οι ταχυκαρδίες και τα τρέμουλα. Ίσως, πράγματι, να ήταν ένα κακό όνειρο, σκέφτηκα, δεν έχανα τις ελπίδες μου. Άνοιξα την πόρτα, βγήκα απ’ το δωμάτιο κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Το θαύμα είχε γίνει, ο καλός θεούλης είχε ακούσει τις προσευχές μου και όλα ήταν στη θέση τους, τακτοποιημένα και καθαρά. Στο σαλόνι η μαμά σκυμμένη έκανε δουλειές. Της φώναξα χαρούμενος κι έτρεξα καταπάνω της. Σήκωσε το πρόσωπό της, με κοίταξε και τα χείλη της σχημάτισαν ένα περίεργο χαμόγελο. Κοντοστάθηκα και την κοίταξα προσεκτικά. Όχι, της έμοιαζε πολύ, ήταν ολόφτυστη, μα όχι εκείνη, η δική μου αγαπημένη μητερούλα. Ήρθε και μ’ αγκάλιασε σφιχτά και ξέσπασε σε κλάματα. Ήταν μια κακόγουστη φάρσα, κάποιος σαδιστής έπαιζε άσχημα με τον πόνο μου, μα ο καργιόλης δεν ήξερε ποιον κορόιδευε, ούτε με ποιον τα έβαζε. Όταν θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή, θα λογαριαζόμουν και μαζί του, να το ‘ξερε καλά και να φυλαγόταν απ’ την οργή μου. Με κάθε γαμημένη ανώτερη δύναμη του σύμπαντος κόσμου.

Είχα πολλά χρόνια να δω τη θεία, από μικρό παιδάκι, και ούτε που τη θυμόμουν πια, είχα ξεχάσει ακόμα και ότι υπάρχει. Με τη μαμά ήταν δίδυμες κι έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Όμως από παλιά δεν μιλούσαν. Δεν ήξερα το λόγο του τσακωμού τους, ούτε κι εγώ ρώτησα ποτέ, δεν ήθελα να ξύνω πληγές. Ούτε και με τον πατέρα είχε επαφές και κουβέντες. Ζούσε με το θείο στην πρωτεύουσα, μόνοι τους, χωρίς παιδιά, στο κέντρο της μεγάλης πόλης, δίπλα στην ολόφωτη ακρόπολη, δυο ώρες δρόμο από μας, αλλά ποτέ δεν ήρθαν να μας δουν, ούτε κι εμείς πήγαμε σ’ αυτούς. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν μεγάλωσα, από τη θεία άκουσα για τα γεγονότα εκείνης της μοιραίας νύχτας. Δίχως να ρωτήσω, δεν είχα καμία περιέργεια να μάθω. Όμως, πλέον, ήμουν κοτζάμ άντρας κι έπρεπε να γνωρίζω, είπε.   

Μετά το ξέσπασμα και τον άγριο ξυλοδαρμό της μαμάς, ο πατέρας έφυγε φορτωμένος και θολωμένος απ’ το σπίτι και η μαμά τηλεφώνησε στην αδερφή της. Είχαν χρόνια να μιλήσουν, να ακούσει η μία τη φωνή της άλλης (είχαν την ίδια χροιά) να μάθουν αν είναι καλά, αν ζουν ή αν πέθαναν. Δεν άντεχε άλλο και είχε αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή της, είπε, και ζητούσε απ’ τη θεία να νοιαστεί για μένα, να με φροντίσει και να με προσέξει, κι αν μπορέσει να με πάρει μακριά από κείνον, ήταν επικίνδυνος, πάνω στη τρέλα του μπορούσε να μου κάνει κακό. Ήρθε αμέσως μαζί με τον θείο, ταξίδεψαν νυχτιάτικα κι έφτασαν στο σπίτι ξημερώματα, απ’ τα άγρια χαράματα. Βρήκαν τη μαμά στο κρεβάτι με τα μάτια κλειστά, είχε αρχίσει να παγώνει, κάλεσαν ασθενοφόρο και την αστυνομία. Αυτοκτονία, είπαν οι γιατροί, είχε καταναλώσει ένα ολόκληρο κουτί με υπνωτικά και αναρωτιόντουσαν πώς με τόσα χάπια άντεξε το στομάχι της και δεν έσπασε. Έτσι, όταν την βρήκα εγώ ήταν ήδη φευγάτη ή είχε πέσει σε λήθαργο, πάντως ήταν ακόμα ζεστή, το ένιωσα όταν την φίλησα. Αναζήτησαν και τον πατέρα. Κανείς δεν έμαθε πού περιπλανήθηκε όλη νύχτα, ποιους είδε και τι έκανε, μα το πρωί βρέθηκε μέσα στην καμπίνα της νταλίκας του, αραγμένη στο παλιό λιμάνι, με το στόμα του γεμάτο αφρούς, να χαμογελά για άγνωστους λόγους, σαν να έβλεπε στον ύπνο του ένα ευχάριστο όνειρο. Τα γαλάζια του μάτια ορθάνοιχτα κάρφωναν την ήρεμη θάλασσα και τη μακρινή λεπτή γραμμή των οριζόντων. Ανακοπή καρδιάς από υπερβολική δόση ηρωίνης, είπαν, μια κι έξω. Δίπλα του βρέθηκαν όλα τα σύνεργα, η σύριγγα, το κουτάλι, το λαστιχάκι και ένα κουτάκι κόκα κόλας. Ατύχημα ή οικειοθελώς, μόνο ο ίδιος ξέρει και κανένας άλλος. Πάντως χαμογελούσε, αυτό έχει σημασία. Είχε έναν ευτυχισμένο θάνατο.

Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον πατέρα μου πρεζάκια σε τρελή χαρμάνα, δεν του φαινόταν, είχε και αρκετά κιλά απ’ την καθιστική ζωή του οδηγού, επιπλέον ήταν καλοφαγάς και πότης, ούτε στο παρελθόν είχε δείξει κάποια σημάδια, βέβαια έλειπε συνέχεια. Μόνο ένα βράδυ, θυμάμαι, μπήκαν δύο περίεργοι τύποι στο σπίτι, με ξύπνησαν οι ομιλίες και οι φωνές τους και είδα τον πατέρα με τις πιτζάμες καθισμένο στο κρεβάτι να κλαψουρίζει σαν μικρό παιδί. Τότε έτρεξε η μαμά και με πήγε πάλι στο δωμάτιό μου, ενώ οι τύποι μετά από λίγο έφυγαν. Δεν ξέρω τι νταλαβέρια είχε με ασφαλίτες ή ανθρώπους του υποκόσμου, σαν τέτοιοι μου φάνηκαν αργότερα, ίσως να μπαινόβγαινε στη χρήση, να σταματούσε και να ξανάρχιζε, να ‘δινε τη δική του μάχη με τους δαίμονες και σε μια δύσκολη φάση, στην κρίσιμη ηλικία των πενήντα, τον βρήκε ευάλωτο και τον έστειλε. Η ηρωίνη δεν αστειεύεται, δεν παίζεις μαζί της κι εκείνος ήταν αδύναμος, ένιωθε απροστάτευτος, δεν μπορούσε να αντέξει την πραγματικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν και ευτυχισμένες στιγμές. Όταν με έπαιρνε απ’ το χεράκι και κατεβαίναμε στο λιμάνι που άραζε την νταλίκα και με ανέβαζε στην καμπίνα του οδηγού, με έπαιρνε στα γόνατά του, μου έδειχνε τα πεντάλ, τις ταχύτητες και τα κουμπιά του ταμπλό και μου μάθαινε πώς να οδηγώ. Κι εγώ έπιανα το τεράστιο τιμόνι, έβαζα μπρος και πήγαινα μαζί του στους ατέλειωτους δρόμους, στις μακρινές πόλεις και τα κακόφημα λιμάνια του κόσμου. Μα δεν φοβόμουνα γιατί ήταν πάντα δίπλα μου, πάντα μαζί μου. Μετά, όταν επιστρέφαμε απ’ το μακρινό μας ταξίδι,  κατεβαίναμε από το ψηλό όχημα, πηγαίναμε σε ένα κοντινό καφενείο, που σύχναζαν οι συνάδελφοι και τα φιλαράκια του, και με κερνούσε αναψυκτικό για να ξεκουραστώ. Όταν μεγαλώσεις, θα σε παίρνω μαζί μου, μου είχε πει κι ένιωθα χαρούμενος, έτοιμος για μεγάλες περιπέτειες. Και μια φορά που είδα πάνω στο παρμπρίζ ένα όμορφο άσπρο άλογο, του το ζήτησα και μου το χάρισε. Ήταν από πλαστικό, διαφημιστικό μιας γνωστής μάρκας ουισκιού, μα έμοιαζε πολύ με αληθινό και πολύ στεναχωρήθηκα όταν μια μέρα από απροσεξία μου το έριξα απ’ το γραφείο μου κι έγινε χίλια κομμάτια. Ο πατέρας μου δεν το έμαθε ποτέ, δεν του είπα τίποτα, ούτε του ζήτησα να μου φέρει άλλο. Έτσι κι αλλιώς, έλειπε συνέχεια. Όμως, ήταν ένα πολύ όμορφο καθαρόαιμο και περήφανο άτι και το αγαπούσα πολύ. Ήταν κρίμα που έσπασε, το καλύτερο δώρο του μπαμπά μου.

Την επόμενη μέρα έγιναν οι κηδείες, δύο φέρετρα το ένα πλάι στο άλλο και κάποιοι απ’ τους λιγοστούς παρευρισκόμενους να αναρωτιούνται αν το φάντασμα της πεθαμένης ζωντάνεψε και κλαίει την εαυτή της. Τρόμαξαν από την ομοιότητα της νεκρής με τη ζωντανή, μας χαιρέτησαν στα γρήγορα, συλλυπήθηκαν από καρδιάς, είπαν ζωή σε λόγου μας, να ζούμε να τους θυμόμαστε και απομακρύνθηκαν βιαστικοί από την εκκλησία για να πάνε στις δουλειές τους, να επιστρέψουν στην ασφαλή καθημερινότητά τους, στην άγια ρουτίνα τους, ξορκίζοντας και τον δικό τους θάνατο που όλο και πλησίαζε. Εγώ είχα ήδη κηρύξει τον ανένδοτο αγώνα απέναντι σε θεούς και δαίμονες, με βλέμμα χαμένο και απόμακρο και πλήρη αλαλία, αφωνία και αγλωσσία, μια ζωντανή σκιά, πιο τρομακτική κι απ’ τους νεκρούς. Δεν έκανα ούτε μια φορά το σταυρό μου, δεν έδωσα το χέρι μου για να το συλλυπηθούν, ούτε καν ασπάστηκα για τελευταία φορά τους πεθαμένους μου γονείς. Μου φάνηκε παράξενο ότι πέθαναν την ίδια περίπου ώρα, χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον θάνατο του άλλου. Αυτοί βέβαια καθάρισαν, γλύτωσαν απ’ το μαρτύριο, μα εμένα δεν με σκέφτηκαν, τι θα κάνω με τη δικιά μου ζωή, ίσως η μαμά μόνο. Εκείνη τη στιγμή μισούσα κι αυτούς και τον θεό και τον κόσμο ολόκληρο. Ο παπάς έριχνε περίεργες ματιές προς το μέρος μου σαν να ‘βλεπε δαιμονισμένο, μα δεν μ’ ένοιαζε, τον είχα γραμμένο κι αυτόν στα παλιά μου τα παπούτσια. Σε κάποια θέματα είχα ήδη πάρει τις τελικές μου αποφάσεις. Από πολύ νωρίς.

Στη γούβα δεν με άφησαν να πλησιάσω, θεώρησαν το θέαμα αποτρόπαιο για ένα αγόρι δώδεκα ετών. Ίσως πάλι να φοβήθηκαν, μήπως πάνω στην απελπισία μου ρίξω κάνα πήδουλο και φουντάρω μέσα την ώρα που θα κατέβαιναν οι κάσες με τα πτώματα, αν και δεν είχα τέτοιες προθέσεις. Ή ακόμα χειρότερα βγάλω το τσουτσούνι έξω και τους κατουρήσω μέχρι να γεμίσει η λακκούβα και πνιγούν, θα ήταν μεγάλη ξεφτίλα και προσβολή. Όλα αυτά νόμισαν ότι θα κάνω πάνω στη στεναχώρια μου και για αυτό  με κράτησαν απόμερα, μαζί με το θείο, που έλεγε αστεία και ανέκδοτα για να με κάνει να ξεχαστώ, να γελάσω, να ευθυμήσω κάπως, δίχως αποτέλεσμα. Αντίθετα, μου έσπαγε τα νεύρα, όμως με κατάφερε να ξεμουγγαθώ. Μπορείς, να σκάσεις; του φώναξα και ξαναγύρισα στη σιωπή μου. Ο κακόμοιρος ξαφνιάστηκε γουρλώνοντας τα μάτια, μα σεβάστηκε τη λύπη μου και το βούλωσε δίχως αντιρρήσεις. Ήταν καλός άνθρωπος, ήσυχος κι υπομονετικός, και με αγάπησε σαν δικό του παιδί. Του μίλησα απότομα κι αργότερα ένιωσα τύψεις. Τουλάχιστον, προσπάθησα να επανορθώσω, να τον αγαπήσω κι εγώ, όσο μπορούσα, σαν πραγματικό μου πατέρα. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Μάλλον όχι. Δεν μπορούσα να αγαπήσω κανέναν πια.     

Οι γονείς μου ήταν συνομήλικοι και ίσως να παντρεύτηκαν από έρωτα, μα πλέον είμαι μεγαλύτερός τους κι αν ξανασυναντηθούμε κάποτε, που δεν το νομίζω, θα πρέπει να με σέβονται και να με υπολήπτονται, τουλάχιστον όσο κι εγώ εκείνη την σκατένια εποχή. Αυτή η σκέψη με παρηγορεί, αφού πλέον οι ρόλοι θα έχουν αντιστραφεί και στη δευτέρα παρουσία, όποτε αυτή γίνει, δεν θα είμαι πλέον το μικρό παιδάκι του χεριού τους που ξέρανε. Τέρμα τα πρέπει και οι προσταγές, δήθεν για το καλού μου, τέρμα οι νουθεσίες και οι ηθικολογίες του κώλου, τέρμα οι μαλακίες. Τώρα που την έμαθα τη ζωή απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη δεν σηκώνω πολλά από κανέναν, ούτε καν από αυτούς που με γέννησαν. Και είναι τυχεροί που δραπέτευσαν έγκαιρα, προτού μεγαλώσω, καταλάβω τι μου γίνεται, τους ζητήσω το λόγο, τους εκδικηθώ και αποδώσω δικαιοσύνη. Θα είχα μεγάλη περιέργεια να ακούσω τις κλάψες και τις απολογίες τους. Θα ήμουν απέναντί τους αυστηρός αλλά δίκαιος. Ευτυχώς που δεν γέρασαν να τους είχα του χεριού μου και τότε θα βλέπανε ποια τιμωρία τους περίμενε. Αρχιδιές λέω πάνω στο θυμό μου. Το πιθανότερο ήταν να τους λυπόμουν και να τους συγχωρούσα. Δεν ήξεραν τι έκαναν, είχαν το ακαταλόγιστο, όπως και οι περισσότεροι άτριχο πίθηκοι του είδους μας, αυτή είναι η αλήθεια, γι’ αυτό και θα έπρεπε να τους δοθεί χάρη και άφεση αμαρτιών. Όμως, οι παμπόνηροι κατάφεραν να μου ξεφύγουν, να ξεγλιστρήσουν απ’ τη δύσκολη θέση, να γλυτώσουν τη δίκη. Χαλάλι τους.    

Μετά την κηδεία και τον καφέ της παρηγοριάς στο κυλικείου του κοιμητηρίου, φύγαμε για την πρωτεύουσα. Επιστρέψαμε μόνο μετά από σαράντα μέρες για το μνημόσυνο και την υπογραφή της πράξης υιοθεσίας. Δέχτηκα. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε εναλλακτική. Κανείς άλλος συγγενής δεν ενδιαφέρθηκε για την τύχη μου κι εγώ με τη σειρά μου τους ξέγραψα τελείως απ’ τη ζωή μου. Πλέον, θα έμενα μόνιμα με το θείο και τη θεία, που πλέον είχαν γίνει οι νόμιμοι γονείς και κηδεμόνες μου, και θα έκανα πολλά χρόνια να γυρίσω στην πόλη που γεννήθηκα. Σαν να ήθελα να τη διαγράψω εντελώς από τη μνήμη μου, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω μου την ώρα που περνούσαμε τα πρώτα διόδια.


Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Ο ΠΟΥΣΤΗΣ

Στεκόμουν αρκετή ώρα στην άκρη, ακουμπισμένος σε έναν χοντρό γέρικο δέντρο και παρακολουθούσα με προσοχή και με ένταση. Κάτι είχε αρχίσει να με γαργαλάει μέσα μου χαϊδεύοντας αργά και απαλά τον πούτσο και τα αρχίδια μου. Ήταν καμιά δεκαριά, διάφορες ηλικίες και γενιές, μαζεμένοι τριγύρω απ’ τον όμορφο νέο, δεν τον έκανες πάνω από είκοσι πέντε, τον είχανε γδύσει σχεδόν ολόκληρο και τον ξεζούμιζαν στα όρθια ποικιλοτρόπως. Κάποιοι ήταν ηδονοβλεψίες, απλά κοιτούσαν, έπαιρναν μάτι και την έπαιζαν μόνοι τους από απόσταση και τσαντίζονταν αν πήγαινες να τους αγγίξεις, έτοιμοι να σου κόψουν το θρασύ απλωμένο χέρι. Κάθε ανθρώπινη επαφή τους ήταν αποκρουστική, αλλά ούτε και στο σπίτι τους μπορούσαν να κάτσουν, τους έτρωγε κι αυτούς το σκουλήκι. Δεν πειράζει, αυτοί έχαναν, και κρίμα γιατί κάποιοι απ’ αυτούς είχαν σπουδαία προσόντα, άξιζαν πολλά. Ο θεϊκός νεαρός στη μέση είχε άτριχο σφριγηλό κορμί, αρρενωπό μελαχρινό πρόσωπο, μαύρα μαλλιά και λεπτά φιλήδονα χείλη, δοτικός και γενναιόδωρος, ήξερε να γαμιέται, να απολαμβάνει τους χυμούς και τα κάλλη της νιότης του, και των άλλων βέβαια. Ένας τέλειος, ιδανικός και απελευθερωμένος εραστής του ανοιχτού χώρου, χωρίς ντροπές και ενοχές. Δεν έβαζε μπάτσο στον πούτσο του, ούτε θυρωρό στον κώλο του, δεν φοβόταν μη και δεν τον διορίσουν στο δημόσιο. Σόουμαν υψηλών δυνατοτήτων, ο πρώτος του χωριού, το κέντρο του σύμπαντος, ο φωτεινός ήλιος, ο μέγας ελκυστής, ο βασιλιάς της καύλας, που μέσα στα επικίνδυνα σκοτάδια, κάτω απ’ τις πυκνές φυλλωσιές, ανάμεσα στους θάμνους και τα πανύψηλα δέντρα του πάρκου έδινε κι έπαιρνε ηδονή, καύλωνε και ξεκαύλωνε τους ίσκιους και τα φαντάσματα της νύχτας, ξεπούτσιαζε τον κόσμο όλο. Για κείνο το βράδυ ήταν ο μεγάλος ερωτικός, θα τους έπαιρνε όλους μέχρι να χορτάσει η άπληστη ψυχή του, το πεινασμένο σώμα, μέχρι να στραγγίξει από ιδρώτα και σπέρμα, να αφυδατωθεί τελείως. Δηλαδή, μέχρι τελικής πτώσης. Έλαμπε ο τόπος από ασημένια βεγγαλικά και κολλώδη υγρά. Τα βιταμινούχα αντρικά χύσια πότιζαν και έτρεφαν τα αιωνόβια δέντρα, αλλά και το νεανικό του κορμί, τα έπαιρνε στο στόμα και τα κατάπινε. Τους κοιτούσε όλους φλογισμένος μέσα στα μάτια και απολάμβανε την εξαίσια ηδονή, την πανδαισία που κανείς δεν ήθελε να πάρει τέλος. Τα ορμητικά πάθη που μας καταπιέζουν πρέπει να εκτονώνονται αμέσως, αυθωρί και παραχρήμα. Και το γαλακτώδες υγρό να ρέει άφθονο προς τον ουρανό.  

Είχα μείνει από τους τελευταίους. Οι πιο πολλοί είχαν τελειώσει, ξέπνοοι και αφυδατωμένοι σκουπίζονταν ή άναβαν τσιγάρο λίγο παραπέρα και αποσύρονταν στον εαυτό τους σιωπηλά και διακριτικά. Τον πλησίασα αργά από πίσω, χάιδεψα τις στιβαρές πλάτες και του φίλησα τον ιδρωμένο σβέρκο. Άντεχε ακόμα. Μπροστά του ένας ηλικιωμένος πεσμένος στα γόνατα του έπαιρνε τσιμπούκι, προσκυνούσε και προσευχόταν με ευγνωμοσύνη και ευλάβεια στον ημίθεο. Κάποιος άλλος του πιπίλιζε τις ρόγες σαν μωρό παιδί που διψάει για μητρικό γάλα. Γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε σαν υπνωτισμένος, σηκώνοντας το χέρι του ψηλά, προσκαλώντας και παρακαλώντας. Έγλυψα την ξυρισμένη του μασχάλη, μύρισα τις ευωδιαστές φερομόνες του, το κορμί του ολόκληρο μοσχοβολούσε μεθυστικά αρώματα ανακατεμένα με ιδρώτα και σπέρμα. Λευκό, λείο και αψεγάδιαστο. Χωρίς τατουάζ και τρυπήματα, γδαρσίματα και μώλωπες, πληγές και καψίματα, εκείνο το βράδυ είχαν όλα επουλωθεί, ίσως πάλι και να τα κάλυπτε το άγιο σκοτάδι. Κι όμως, βλέπαμε καλά, τα μάτια είχαν προσαρμοστεί, ήταν εκπαιδευμένα στις νυκτερινές επιχειρήσεις, μα δίναμε σημασία μόνο στα σημαντικά. Αγκαλιαστήκαμε τρέμοντας απ’ την ηδονική συγκίνηση και την παραφορά σαν δυο παλιοί γνώριμοι εραστές που ανταμώνουν ξανά μετά από χρόνια αποχής και στέρησης. Τα χείλη μας ενώθηκαν, οι γλώσσες μπερδεύτηκαν, τα κορμιά κόλλησαν, τα καυλιά μας τρίφτηκαν μεταξύ τους και ηλεκτρίστηκαν. Αρχίσαμε να παλεύουμε με ένταση. Ήταν πιο νέος, πιο δυνατός, με νικούσε, μα κάποια στιγμή υπέκυψε οικιοθελώς, έσκυψε και τον πήρε στο στόμα του με λαχτάρα και ταραχή κι εγώ ταυτόχρονα, σαν να ήμασταν από πριν συνεννοημένοι, του ‘χωσα απότομα δυο δάχτυλα στην καλλιεργημένη και καλογυαλισμένη κωλοτρυπίδα του. Πόνεσε, ξαφνιάστηκε, του κόπηκε η ανάσα, βόγκηξε, αναστέναξε, ξεφύσηξε και μετά από λίγο μου ζήτησε επιτακτικά να τον γαμήσω. Θέλω τον πούτσο σου μέσα μου, μέχρι τον πάτο, ψιθύρισε κολλητά στο αυτί μου σαν να ντρεπόταν και αμέσως μετά μου το έγλυψε. Μου τον είχε κάνει πέτρα ο γαμημένος. Τον γύρισα από πίσω, του πίεσα με δύναμη το κεφάλι προς τα κάτω και τον έχωσα με ορμή μέσα του. Παρ’ τον ρε πούστη, γαμημένε, να μην στον χρωστάω, του είπα κι άρχισα να μπαινοβγαίνω φτάνοντας εκεί που μου ζήτησε, στον πάτο. Με είχα αρρωστήσει ο καργιόλης, είχα γίνει θηρίο ανήμερο. Σκαμπίλιζα με δύναμη τα κωλομάγουλα, του δάγκωνα το λαιμό και την πλάτη και του τραβούσα τις ρόγες μέχρι να τις ξεριζώσω. Πονούσε και του άρεσε. Έτσι, έλεγε, μη σταματάς, κι άλλο, πιο δυνατά. Τον είχα στριμώξει πάνω στον κορμό του δέντρου, βογκούσαμε κι οι δύο, οι άλλοι τριγύρω κοίταζαν και τις έπαιζαν. Απόψε το σόου ήταν δικό μας. Λίγα λεπτά κράτησε η μάχη, μα φάνηκαν αιώνες, χιλιετίες. Κάποια στιγμή τραβήχτηκα, φώναξα χύνω και το ασημένιο σιντριβάνι πετάχτηκε ψηλά ραντίζοντας το νοτισμένο χώμα. Γρήγορα τέλειωσε κι αυτός μέσα στη χούφτα του. Η σημερινή μάχη είχε λήξει μόνο με νικητές, δίχως τραυματισμούς και απώλειες, χωρίς ηττημένους. Μα ο πόλεμος αυτός δεν έχει τέλος. Για άλλη μια φορά, πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά κουβάρια.

Εντάξει; τον ρώτησα, όλα καλά; Χαμογέλασε και κείνος, μου ‘πιασε το χέρι και μου ‘δωσε ένα τρυφερό φιλί στα χείλη, σαν να ‘μασταν ζευγαράκι σε σχέση. Το θέαμα είχε τελειώσει, η ομήγυρη διαλύθηκε, ο καθένας πήρε και πάλι τον μοναχικό του δρόμο για ψάξιμο μέσα στα σκοτάδια και στα στενά μονοπάτια του πάρκου. Σκουπιστήκαμε, όσο μπορούσαμε, σηκώσαμε τα παντελόνια, κατεβάσαμε τις μπλούζες, φτιαχτήκαμε κάπως, σουλουπωθήκαμε και βγήκαμε παρέα στο ξέφωτο. Για μια στιγμή γύρισα το κεφάλι και κοίταξα πίσω. Το μέρος ξαφνικά είχε ερημώσει, το ιερό ήταν νεκρό και άδειο. Μια απ’ τις τελευταίες αυθεντικές καβάντζες στην άκρη του πάρκου, δίπλα ακριβώς στο πεζοδρόμιο και τον φωτεινό δρόμο απ’ έξω, σκοτεινή και προφυλαγμένη, γεμάτη πεταμένα χαρτομάντιλα και χρησιμοποιημένες καπότες, που όσο και να καθαρίζουν οι υπάλληλοι του δήμου, τόσο εκείνη λερώνεται, πιο πολύ, αμέσως, ακόμα και το επόμενο βράδυ, ειδικά τις μέρες που είναι ανοιχτά τα μαγαζιά και το απόγευμα ή αργά το σαββατόβραδο λίγο πριν φέξει (τότε οι επαφές γίνονταν λίγο επικίνδυνες) όταν πιωμένοι και μαστουρωμένοι αρσενικοί καταλήγουν ως έσχατη λύση εκεί, μετά τα μπαράκια και τα κλαμπ, για ξέπλυμα και  υγειονομικό μυοχαλαρωτικό ξεκάβλωμα ή την επόμενη μέρα, κυριακάτικα, μετά τον μεσημεριανό καφέ, για να ξεκινήσουν καλά, χαλαροί και ανάλαφροι, ξεκούραστοι, με τις μπαταρίες γεμάτες και να αντέξουν τη δουλειά που τους περιμένει, να βγάλουν πέρα άλλη μια γαμημένη εβδομάδα του διαβόλου που ξεκινά. Εκείνες τις στιγμές γινόταν ο μεγάλος συνωστισμός, το αδιαχώρητο, ο χαμός, παρ’ όλο που τα τελευταία χρόνια το ίντερνετ και οι πλατφόρμες των κάλπικων γνωριμιών είχε κάνει αρκετή ζημιά στο ψωνιστήρι, έστω και μόνο για σεξ και σκέτη καύλα, δίχως έρωτα και συναίσθημα,  δεσμεύσεις, ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και υποχρεώσεις. Χωρίς ψευδαισθήσεις αγάπης και συντροφικότητας. Πλέον, οι σχέσεις είχαν δυσκολέψει, είχαν πάει περίπατο, το πολύ να κρατούσαν για κάνα μήνα, δηλαδή δέκα γαμίσια μετρημένα, κι αυτά με το ζόρι, τραβηγμένα απ’ τα μαλλιά, με την ψυχή στο στόμα. Σάρκα για κατανάλωση από κρεατοφάγους, νάρκισσους και εγωκεντρικά καθίκια, ερωτευμένοι με τον εαυτό τους, θαμπωμένοι απ’ την εικόνα τους, και οι άλλοι απλά σκεύη ηδονής, δοχεία νυκτός, αντικείμενα μιας χρήσης. Μετά στα σκουπίδια για πέταμα. Ευτυχώς, όχι όλοι, όχι οι πιο πολλοί. Για κάποιους χυδαιότητα, παρακμή και κτηνωδία, για άλλους απλά βιολογική ορμή και βασικό ένστικτο, αφού και οι άνθρωποι ζώα είναι κι αυτοί, σαν τους σκύλους και τις γάτες, να πούμε. Μα ότι κι αν λέει ο καθένας, δεν υπάρχει τίποτα πιο καυλωτικό απ’ τη συμπάθεια και το συναίσθημα, κάτι σαν έρωτας, έστω και για μία και μοναδική φορά.

Απλά περιγράφω μια κατάσταση. Δεν κρίνω, δεν δικάζω, δεν βγάζω απ’ έξω τον εαυτό μου, έτσι ήμουνα κι εγώ, τα ίδια σκατά και χειρότερα, όχι καλύτερος απ’ τους άλλους, παρ’ όλο που δεν πρόσεχα τόσο την εμφάνισή μου, είχα σταθερό και απαράλλακτο στυλ, δεν σκοτιζόμουν τι θα φορέσω, πώς θα κουρευτώ, δεν ψεκαζόμουν με δυνατά μεθυστικά αρώματα για να τραβήξω την προσοχή τους, να τους προσελκύσω και να τους εκμαυλίσω, σαν μάγος και ταχυδακτυλουργός να μαγνητίσω το βλέμμα τους, γιατί απλά δεν είχα πρόβλημα να βρω τρύπες να γαμήσω, ήμουν αρρενωπός, με ανάστημα, αυστηρό βλέμμα και πολύ άντρας για τις περισσότερες παλιαδερφές του ελέους, στερημένες από ηδονή και λυσσασμένες για πούτσα και μαστίγιο, έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι στο πάρκο πήγαιναν για να γαμηθούν, το ‘βρισκαν πιο ευχάριστο και πιο ξεκούραστο μάλλον, εγώ φυσικά γαμούσα, όχι αποκλειστικά, τα πάντα έκανα, όλα μου άρεσαν, χωρίς ντροπές, αναστολές, κομπλεξισμούς και σεμνοτυφίες, και κυνηγούσα συνήθως νεαρούς, όχι πάνω απ’ τα τριάντα, στην πλήρη αισθητική τους απόδοση, αρρενωπούς σαν κι εμένα και ευπαρουσίαστους, σαν τον νεαρό που περπατούσε απόψε στο πλάι μου, με κομμένα τα πόδια απ’ τις συνεχόμενες εκσπερματώσεις, μέσα στα σκοτάδια του πάρκου, που έκρυβαν τα ψεγάδια, τις ατέλειες και την αδυσώπητη φθορά του χρόνου, όχι όμως για κείνον που ήταν ιδανικός και τέλειος, και που εγώ έψαχνα εναγωνίως την χαμένη μου νιότη. Κάποιες φορές, περιχαρής, την έβρισκα. Ποτέ όμως για μόνιμη και αποκλειστική σχέση, πάντα ενάντια σε κάθε κτητικότητα και ιδιοκτησία, ούτε καν τηλέφωνο δεν έδινα, ας τσαντίζονταν ορισμένοι, ούτε ποτέ ζήτησα, δεν αντάλλαξα τυφλές ελπίδες με κανέναν και είχα το κεφάλι μου ήσυχο. Όλα προσωρινά και εφήμερα, λοιπόν, κι αν είναι τυχερό, φίλε, θα ξαναβρεθούμε, είναι μικρός ο κόσμος. Κάποιοι το έπαιρναν προσωπικά και στραβομουτσούνιαζαν, αν και δεν θα ‘πρεπε, όμως δεν είχα χρόνο να τους εξηγήσω ότι είμαι εσωστρεφής, μοναχικός και μονόχνοτος και το βράδυ κοιμάμαι πάντα μόνος, δίχως κανέναν άνθρωπο πλάι μου. Δηλαδή, είμαι άλλο ένα εγωπαθές σκουλήκι, όμως εγώ το γνωρίζω, μα δεν μπορώ ή δεν θέλω να αλλάξω, ούτε όμως και να κάνω κακό στους άλλους, να τους βλάψω και να τους ενοχλήσω. Έτσι, τουλάχιστον, δεν τους κορόιδευα, δεν πουλούσα υποσχέσεις ευτυχίας, αγαπούλες, λουλουδάκια και ροζ συννεφάκια, φύκια για μεταξωτές κορδέλες μόνο και μόνο για να πηδήξω. Μα και αγαπούσα τον εαυτό μου, ήθελα να τον προστατέψω και να τον βελτιώσω, με καιρό και με κόπο, με πόνο και μόχθο, μια ζωή παθός και μαθός. Τουλάχιστον, να μην κάνω τα ίδια λάθη. Δεν εμπιστεύομαι τους άλλους, είναι ανώριμοι, υποκρίνονται, αλλάζουν και το μυαλό τους απροσπέλαστο, αδιαφανές, μαύρο κουτί. Κάποτε είχα άσχημη εμπειρία απ’ το γλυκόπικρο όρπετο με τη διχαλωτή γλώσσα που σε μαγκώνει από μακριά χωρίς να το πάρεις είδηση, από ένα και μόνο βλέμμα, σαν αστραπή, δεν ήθελα να την ξαναπατήσω. Πάντως, για αλητόβιος παλιόπουστας της μιας βραδιάς, διατηρώ κάποιες ηθικές αρχές. Αν και σε τέτοια θέματα, έχω ακόμα μεγάλη αυτοπεποίθηση, σιγουριά για τον εαυτό μου, ίσως να φταίει κι αυτό. Δεν θέλω να το παινευτώ, μα είμαι ο μέγας ροκαβλόν του σύμπαντος, γκραν μαιτρ στο ψωνιστήρι, ότι θέλω από σεξ μπορώ να το ‘χω. Και ποτέ δεν το εκμεταλλεύτηκα οικονομικά, αν και θα μπορούσα και κάποιες φορές μου είχε περάσει απ’ το μυαλό, μα είπαμε, έχω τις αξίες μου. Έτσι κι αλλιώς, τώρα πια είναι αργά, μεγάλωσα, και κάθε βράδυ επιστρέφω στο σπίτι μόνος. Έχω αποσυρθεί. Πρέπει να ξέρεις πότε να εγκαταλείπεις την κούρσα, σε όλα τα ζητήματα, έγκαιρα, τη στιγμή της μεγάλης σου δόξας, όταν βρίσκεσαι ακόμα στην κορυφή, κι άσε μετά τον μύθο σου να δημιουργείται ερήμην σου από τον στρατό των παλιών χαμένων εραστών σου. Εκείνοι θα δουλέψουν για την υστεροφημία σου.

Πάντως, για όλα φταίει τούτη η παράξενη μοναχική αγάπη, ο μυστικός έρωτας που ακόμα και σήμερα δεν τολμά να πει το όνομά της. Ντρέπεται. Και όταν ο δογματικός πουριτανισμός καθησυχάζει τα χρηστά τους ήθη, εσύ (που δεν κρύβεσαι αλλά ούτε και το κάνεις σημαία ή το μοστράρεις εδώ κι εκεί σαν κανά βραβείο ή παράσημο) ασφυκτιάς και αφήνεις μισάνοιχτο το φύλλο της ντουλάπας, μήπως και μπει λίγος καθαρός αέρας μέσα. Έχει χαθεί η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός και το μέτρο. Όλοι κρύβονται φοβισμένοι, ακόμα χειρότερα κάνουν ένα γάμο βιτρίνας και μερικά κουτσούβελα, μα στο τέλος πάντα το πληρώνουν ακριβά, ο ξεφτιλισμένος τους εαυτός τούς εκδικείται. Εκτός κι αν είναι κουνιστοί και λυγιστοί, πολύχρωμοι και φουντωτοί, και ακκίζονται για τη δήθεν γυναικεία τους φύση την πουτανίστικη, κάνοντας πολλή φασαρία για το τίποτα, προκαλώντας χωρίς λόγο τους επικίνδυνους νοικοκυραίους και τους παπάδες (αν και σίγουρα πολλοί από δαύτους είναι κρυφαδερφές) τις αγέλες, τα κοπάδια και τους ποιμένες τους, ίσως μόνο από αντίδραση στην καταπίεση, τη σκληρότητα, την ταπείνωση και τη χλεύη που δέχτηκαν σε τρυφερή ηλικία από τους σεβαστούς εκπρόσωπους της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, και τώρα νομίζουν ότι τους εκδικούνται, φτύνοντας με αηδία στα μούτρα τον καθωσπρεπισμό τους, όλους αυτούς, γονείς, δάσκαλους, ιερείς, συνομήλικους που κάποτε τους τσαλαπάτησαν και τους γάμησαν τη ζωή, όταν ήταν ακόμα ανίσχυροι και απροστάτευτοι. Όταν ήταν παιδιά. Επομένως, μην γίνεσαι σκληρός απέναντί τους. Δεν φταίνε, έχουν κι αυτοί τα δίκια τους. 

Περπατήσαμε μόλις τριάντα βήματα, περάσαμε μπροστά απ’ τον κουρασμένο και μελαγχολικό τοξοθραύστη, αποδώσαμε τις δέουσες τιμές, φτάσαμε στο φωτισμένο σιντριβάνι και καθίσαμε σ’ ένα άδειο παγκάκι. Το απόγευμα το μεγάλο παρτέρι έσφυζε από ζωή, γεμάτο από γονείς, παιδιά, ζευγαράκια και σκυλιά που έτρεχαν ζωηρά και χαρούμενα πέρα δώθε κουνώντας τις φουντωτές τους ουρίτσες. Τώρα ήταν άδειο κι έρημο, έβλεπες μόνο καμιά μοναχική φιγούρα να σκαλίζει το κινητό της ή κάνα ερωτευμένο ζευγαράκι να φιλιέται και να χαμουρεύεται περιπαθώς. Ψηλά το νεοκλασικό κτήριο του μεγάλου εθνικού ευεργέτη καμάρωνε κι αυτό φωταγωγημένο και επίσημο σαν γύφτικο σκερπάνι, μα συνάμα βουβό και θλιμμένο, σήμερα που δεν είχε κάποια εκδήλωση ή δημόσια τελετή να το ζωντανέψει και να το κάνει χρήσιμο στην μεγάλη μας πόλη ή τουλάχιστον στους πολιτικούς και οικονομικούς μας ηγέτες. Ακριβώς απέναντί μας στέκονταν τρεις ύποπτες μαυριδερές φάτσες. Να τους προσέχεις αυτούς, το νου σου, είναι επικίνδυνοι, μου ψιθύρισε ο φίλος μου συνωμοτικά μέσα στο αυτί και μου πρόσφερε τσιγάρο. Ευχαριστώ, δεν καπνίζω, του είπα. Με κοίταξε περίεργα σκάζοντας ένα μυστήριο χαμόγελο. Ίσως θυμόταν την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί, πριν δυο τρία χρόνια, από τότε είχα να έρθω στο πάρκο, τότε του πρόσφερα εγώ τσιγάρο, μα τώρα προσπαθούσα να το κόψω, είχαν ήδη χτυπήσει κάποια προειδοποιητικά καμπανάκια, ένας περίεργος βήχας, κάτι ύποπτες σκιές στο θώρακα, αν και η περίσταση το τραβούσε κάργα, το κάπνισμα μετά τη συνουσία είναι μεγάλη απόλαυση, σχεδόν άλλη μία εκσπερμάτωση, μα δεν είχα όρεξη να του εξηγήσω και να χαλάσω την ευχάριστη ατμόσφαιρα, την ευφορική μας διάθεση. Λοξοκοίταξα πάλι τους ξένους. Απόφευγα να πλησιάζω παρέες άνω των δύο ατόμων. Ανέκαθεν το πάρκο ήταν επικίνδυνο, μάζευε ύποπτες φάτσες, όχι για καλό, που έρχονταν για τους δικούς τους λόγους, κάποιοι να σου πουλήσουν έρωτα με το αζημίωτο, κυρίως σε απογοητευμένους και ανήμπορους ηλικιωμένους που τους τρώει ακόμα το σαράκι, αυτοί ήταν οι εύκολοι στόχοι, ανήμποροι και ευάλωτοι, άλλοι για να σε διπλαρώσουν, να σε ξεμοναχιάσουν, να σε χτυπήσουν και να σε ληστέψουν, είχαν ανοίξει αρκετά κεφάλια, και όχι μόνο ξυλοδαρμοί, αλλά και μαχαιρώματα, φόνος ευτυχώς όχι, τουλάχιστον ακόμα και από όσο γνώριζα, ίσως πολύ παλιότερα, και πάλι όμως κάτι θα είχε ακουστεί. Απ’ την άλλη, βέβαια, είχα και πολύ καιρό να περάσω από εδώ.

Όλοι ανάγκες έχουμε και πάντα κάποιους πρέπει να εκμεταλλευτούμε για να εκτονωθούμε, να ικανοποιηθούμε και να τη βγάλουμε καθαρή, μα χρειάζεται να μπαίνει κι ένα όριο, να υπάρχει μια αυτοσυγκράτηση, ένας αυτοπεριορισμός, να μη γίνουμε τέρατα. Τελευταία, θυμάμαι, την εποχή της κρίσης, που είχαν αποθρασυνθεί οι χρυσαυγίτες, μπαίνανε στο χώρο διάφορες συμμορίες ακροδεξιών, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, κομπλεξικά και ανέραστα ομοφοβικά  τσακάλια με ξύλα και σιδερογροθιές στα χέρια και σκόρπιζαν πανικό και τρόμο. Θα σας γαμήσουμε, παλιαδερφές, βρωμοπουσταριά, ούρλιαζαν αυτοί οι λεβέντες, οι κήνσορες της ηθικής, της τάξης και της ασφάλειας. Οι αγάμητες κωλοτρυπίδες, οι παλιοχαμούρες του κερατά. Ευτυχώς, και πάλι, από καθαρή τύχη, δεν θρηνήσαμε θύματα. Μα ήμασταν και προσεχτικοί. Τότε άρχισαν και οι συχνές περιπολίες των μπάτσων, εξακριβώσεις στοιχείων, προσαγωγές στο τμήμα, πολύωρες ταλαιπωρίες, ασφαλίτες με πολιτικά και άλλα σπαστικά που μας χάλαγαν τη διάθεση, εκτελούμε διαταγές, μας έλεγαν για να δικαιολογηθούν, κάποιοι απ’ αυτούς ντρεπόντουσαν κιόλας, καταλάβαιναν την μαλακία της υπόθεσης, κι εμείς διαλυόμασταν και γυρίζαμε νωρίς στο σπίτι, γλοιώδεις και γλιστεροί σαν πατημένες μπανανόφλουδες, τουλάχιστον εγώ έτσι ένιωθα. Μας έβγαζαν απ’ το πρόγραμμα και τις συνήθειές μας οι μπάσταρδοι. Η αστυνομία βέβαια τα ξέρει όλα, και μπάτσοι ομοφυλόφιλοι υπάρχουν, μα παλιότερα ήταν πιο διακριτική στις σπάνιες επισκέψεις της. Τότε ήταν που το πάρκο εξευγενίστηκε και, κατά γενική ομολογία, έγινε πολύ ντεκαυλέ. Κουρεύτηκε, καθαρίστηκε και φωτίστηκε με δυνατές λάμπες και έξτρα προβολείς, δεν μπορούσες να βρεις ένα σκοτεινό σημείο να γαμηθείς σαν άνθρωπος. Δραματικές καταστάσεις στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Να μου πεις, εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται, μα πώς να το κάνουμε, ο καθένας με τις ανάγκες και τα προβλήματά του. Τώρα σαν να είχαμε επιστρέψει κάπως στην κανονικότητα.  

Είχες καιρό να περάσεις, παρατήρησε σπάζοντας πρώτος τη σιωπή. Ναι, είχα τρεχάματα, έλειπα, δικαιολογήθηκα, χωρίς να δώσω περισσότερες εξηγήσεις, ούτε κι εκείνος ρώτησε περισσότερα. Περνούσε τακτικά, δυο τρεις φορές την εβδομάδα τα τελευταία χρόνια, μου είπε, είχε αποκτήσει εμπειρία πλέον και το απολάμβανε περισσότερο. Σήμερα τέλειωσε και έχυσε πέντε φορές, κατέρριψε όλα τα ρεκόρ. Τον πίστεψα, ήταν καυλιάρης, δεν είχε λόγο να μου πει ψέματα. Κι εγώ παλιότερα άντεχα για δυο και τρεις φορές μέσα σε μια νύχτα, μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα και να μα μας βρει το ξημέρωμα. Τώρα δεν μπορώ ούτε για δεύτερο γύρο, σπάνια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Θυμήθηκε την πρώτη του φορά, αξέχαστη, μόλις είχε τελειώσει το λύκειο, πρωτοετής φοιτητής στο πολυτεχνείο, γυρόφερνε φοβισμένος και αμήχανος γύρω απ’ το πάρκο, στα φωτεινά και κάπως πιο σίγουρα. Είχε ακούσει διάφορα από φίλους και γνωστούς. Ότι είναι επικίνδυνα, ότι γίνονται σημεία και τέρατα, μα δεν άντεχε άλλο, κρυβόταν απ’ όλους, κυρίως απ’ τους δικούς του, την οικογένειά του, τουλάχιστον το είχε πει στον εαυτό του, κάτι ήταν κι αυτό, αν και δεν το είχε αποδεχτεί τελείως, ήταν μικρός ακόμη και αδύναμος. Μια δυο φορές προσπάθησε να πλησιάσει κοπέλες, μα δεν έγινε τίποτα, δεν τον τραβούσαν κι ήταν κρίμα γιατί εκείνες τον γουστάρανε πολύ, τον ήθελαν, δεν του φαινόταν με τίποτα ότι του αρέσουν οι άντρες και μάλιστα οι πολύ μεγαλύτεροι από εκείνον, κι ότι ήταν παθητικός,  πούστης. Έψαχνε τον πατέρα του κι έτσι έπεσε πάνω μου, σχεδόν τριάντα χρόνια διαφορά. Εγώ τον ξεπαρθένεψα, δεν μπορεί να το ξεχάσει, όχι όμως αμέσως, την πρώτη φορά μονάχα μιλήσαμε, χαμουρευτήκαμε και φασωθήκαμε, με χάδια και φιλιά χύσαμε παρέα, ίσως να του ‘βαλα και λίγο δαχτυλάκι, ελαφριά, δεν θυμάμαι, όμως σίγουρα του άρεσε και την επόμενη τον γάμησα κανονικά και με τον νόμο, μα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, μέχρι και προφυλακτικό έβαλα για να δώσω το καλό παράδειγμα στον πρωτάρη. Το ήθελε πολύ, δεν τον πίεσα, εκείνος μου το ζήτησε, ήμουν ο πρώτος του, δεν είχε πάει με άλλον. Είσαι τίγρης στο σεξ, μου είχε πει. Λιοντάρι είμαι, αγόρι μου, ζώδιό της φωτιάς, του είχα απαντήσει και είχαμε γελάσει πολύ. Μου ζήτησε το νούμερο του κινητού μου, να βρεθούμε κι αλλού, να πάμε και καμιά βόλτα, να γνωριστούμε καλύτερα, μα δεν του το έδωσα, είχα άσχημη εμπειρία από αλλαξοτηλεφωνιές και δεν εμπιστευόμουν κανέναν πια. Ο μικρός στεναχωρήθηκε, πικράθηκε, το κατάλαβα, αν και προσπάθησε να μην το δείξει. Δεν πειράζει, κι εδώ καλά είναι, είπε με έναν κόμπο στο λαιμό και κοίταξε ψηλά το φεγγάρι. Το είδε μάλλον σαν απόρριψη, μα εγώ απλά ήθελα να τον προφυλάξω απ’ τις κακοτοπιές, ας την πάθαινε από κάναν άλλο. Ήταν άπειρος, πρωτόβγαλτος, ευαίσθητος και νεοφώτιστος στο άθλημα και το πάρκο γεμάτο ενέδρες και παγίδες. Ήταν ένας παιχνιδιάρης μπέμπης με άγνοια του κινδύνου. Πάντως, μου άρεσε πολύ και τον είχα συμπαθήσει, κι αυτός μάλλον, αν και ο τυφλός πόθος πολλές φορές σε παραπλανά. Μα αυτός ήταν σίγουρα σπάνιο πλάσμα, καλός κι αγαθός, γνήσιο παιδί του έρωτα κι ένιωθα πολύ τυχερός που τον είχα συναντήσει. Όποτε έμπαινα στο πάρκο, πρώτα εκείνον έψαχνα.

Είπαμε δυο κουβέντες, μα μετά από λίγο, μόλις τέλειωσε το τσιγάρο του, έπρεπε να φύγει. Χαιρετηθήκαμε και υποσχεθήκαμε να ξανανταμώσουμε. Κι όχι πάλι μετά από δέκα χρόνια, συμπλήρωσε γελώντας. Μπα, τότε δεν θα μου σηκώνεται, θα ψάχνω κι εγώ για άλλα κόλπα, του είπα μεταξύ σοβαρού και αστείου. Έμεινα στο παγκάκι μόνος. Οι τρεις μελαμψοί νέοι απέναντί μου δεν είχαν μετακινηθεί ρούπι απ’ το παγκάκι τους. Κάπνιζαν και κοίταζαν τα κινητά τους, μα τα άσπρα τους μάτια γυάλιζαν και πετούσαν φλόγες μέσα στη νύχτα. Έπρεπε να φύγω, μα βαριόμουν να σηκωθώ, να πάρω την απόφαση δηλαδή. Ήμουν ψόφιος στην κούραση και είχα μπροστά μου μια μεγάλη νύχτα, το σκεφτόμουν και μ’ έπιανε απελπισία. Τουλάχιστον εδώ ήταν ωραία, σχεδόν μαγικά. Είχα καιρό να περάσω νύχτα απ’ το πάρκο, είχα κάνει όρκο και σταυρό, μα υπέκυψα ξανά. Στάθηκα αδύναμος, το παραδέχομαι. Δεν ξέρω γιατί, είναι σαν την πρέζα, εθίζεσαι και δεν ξεκόβεις εύκολα. Οι τσόντες είναι η μεθαδόνη σου, μα ίσως φταίει και η μοναξιά και τα άλλα προβλήματα και όλα. Θέλεις λίγο να ξεσκάσεις, να το ρίξεις έξω, να ξεχαστείς. Να θυμηθείς. Εδώ έχω ωραίες αναμνήσεις, δυνατές συγκινήσεις. Ανέκαθεν, δεν πήγαινα πουθενά αλλού για σεξ, μόνο στον ναό του έρωτα, του θαυματουργού θεού, μέσα στη σιωπή και την κατάνυξη, για ταπεινές αγρύπνιες, ιερουργίες και σεμνές ολονυχτίες. Ούτε σε σάουνες και γκέι μπαρ, ούτε τα καλοκαίρια σε παραλίες γυμνιστών, άντε καμιά φορά μόνο σε βρωμερά και τρισάθλια δημόσια ουρητήρια. Ειδικά τους εσωτερικούς χώρους τους απεχθανόμουν, με έπιανε κλειστοφοβία, ένιωθα εγκλωβισμένος κι ήθελα πάντα να έχω δρόμους διαφυγής αν συμβεί  κάτι. Πλησιάζω φουριόζος τα πενήντα πέντε κι είμαι ακόμα μέσα στο παιχνίδι, δεν έχω καταθέσει τα όπλα. Μα ο χρόνος τρέχει κι εγώ από πίσω του ασθμαίνοντας όλο και απομακρύνομαι. Και ο κύριος δεν λέει να ηρεμήσει. Αν και πάντα στο τέλος τίποτα δεν μένει.

Τις τελευταίες μέρες θυμάμαι έντονα τον πατέρα, τον βλέπω συνέχεια στον ύπνο μου, συνήθως γελαστό και χαρούμενο, τη μαμά όχι, δεν την έχω δει ποτέ. Ίσως να φταίει που πλέον είμαι μεγαλύτερός του, δεν πρόλαβε να γεράσει. Αυτός τώρα πρέπει να με σέβεται, να είναι υπάκουος και φρόνιμος απέναντί μου. Ίσως πάλι να οφείλεται στα τρεχάματα με τη θεία. Πάσχει από βαριά γεράματα. Μέρα με τη μέρα φθίνει, χειροτερεύει με γοργό ρυθμό, χάνει όλο και περισσότερο την επαφή της με το περιβάλλον και την πραγματικότητα, πλησιάζει στα τελευταία της, σύντομα θα πεθάνει κι αυτή και θα μείνω ολομόναχος στον κόσμο. Δεν πειράζει, κάτι θα κάνω, κάπως θα την βγάλω, θα προσαρμοστώ. Την αποψινή σαββατιάτικη νύχτα πρέπει να πάω στο νοσοκομείο να την δω. Πρώτα όμως στο σπίτι για ένα καυτό ντους κι ύστερα στο καφενείο για κάνα τσίπουρο να πάρω δυνάμεις. Όλα με τη σειρά τους και στην ώρα τους. Όλα στο χρόνο τους. Η ζωή θέλει τάξη, οργάνωση και προγραμματισμό, μα η γαμημένη ώρα τρέχει γρήγορα, έχει πάει έντεκα παρά και ξαφνικά φυσάει δροσερό φθινοπωρινό αεράκι. Το νιώθω στην πλάτη μου και θυμάμαι ότι είμαι ακόμα ιδρωμένος. Σαν να με χτυπάει κεραυνός πενήντα χιλιάδων βολτ, πετάγομαι απότομα όρθιος, δεν είμαι για ψύξεις και στραβολαιμιάσματα αυτή την εποχή, από κρυώματα είμαι παθός και μαθός. Εκείνη τη στιγμή με πλησιάζει ένας κουνιστός και λυγιστός απροσδιόριστης ηλικίας και φύλου και μου ζητάει την ώρα. Είναι ευγενικός και συμπαθητικός, μα εγώ βιάζομαι και γίνομαι λίγο αγενής. Μόλις έχυσα, του λέω χαμογελώντας και τραβώ για το δρόμο της επιστροφής. Ελπίζω μόνο να μην το πήρε προσωπικά και προσβλήθηκε και μου πετάξει κάνα ξεγυρισμένο άντε γαμήσου παλιομαλάκα. Πλάκα έκανα, ίσως λίγο κακόγουστη σε έναν καυλωμένο άγνωστο που του άρεσα. Μα ότι και να μου πει, θα τον αγνοήσω, θα κάνω πως δεν το άκουσα και θα ανοίξω το βήμα μου γιατί βιάζομαι.


Παρασκευή 25 Αυγούστου 2023

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 8

Είναι δύσκολο να βρούμε την ευτυχία μέσα μας,

αλλά και αδύνατο να τη βρούμε οπουδήποτε αλλού.

                                                                    Αρθούρος Σοπενχάουερ

Αόρατη πόλη είναι η νοσηρή μας φαντασία, η πρώτη ύλη των επιθυμιών και των συναισθημάτων μας, αλλά και το σαθρό υπόστρωμα των αισθήσεων που μας καθοδηγούν σ’ αυτό που λέμε «επιβίωση με κάθε τρόπο». Μέσα απ’ αυτήν βλέπουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει και μόνο εντός της νιώθουμε ελεύθεροι και δυνατοί.  Και αξιοπρεπείς. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να στενεύει και να λογοκρίνεται. Από τη φύση μας είμαστε διεστραμμένοι και άρρωστοι, αν και λίγοι το γνωρίζουν. Επιπλέον, αποτελεί την πρώτη ύλη για τα παραμύθια και τις ιστορίες που πλάθουμε για να ευχαριστιόμαστε και να μην πλήττουμε στον μάταιο τούτο κόσμο. Μόνο στην αόρατη πόλη ήμαστε αυτάρκεις και πλήρεις, άτοποι και άχρονοι, σχεδόν ευτυχείς. Εκεί που χωράει οποιαδήποτε μαγεία, μεταφυσική και άλλα ζωτικά ψεύδη, απαλύνοντας τον πόνο και την ανία, έστω και προσωρινά. Βλέπεις, κάποιες φορές, η απαισιοδοξία οδηγεί, όχι στην αυτοκαταστροφική απελπισία, αλλά στον αδιάφορο και συνάμα ηρωικό μηδενισμό. Τελικά, μόνο η ομορφιά και η αγάπη σώζουν. Παρατείνουν την ύπαρξη.

*Το βιβλίο με τίτλο «ΑΟΡΑΤΗ ΠΟΛΗ» αποτελείται από δεκαεπτά παράξενες ιστορίες (μυθιστόρημα;) και αφιερώνεται σε όλους τους φαντασιόπληκτους και τους ελαττωματικούς ανθρώπους που αντιστέκονται ακόμα. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2024, πάντα, μόνο για φίλους.

 

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Εκείνο το άγριο καλοκαίρι έφτασε το τέλος του κόσμου, η νέμεση. Με καύσωνα διαρκείας στους εξήντα βαθμούς κελσίου, λίγο μετά την έκλειψη ηλίου έγινε ο τρομερός σεισμός ισχύος δεκαπέντε ρίχτερ, ο μεγαλύτερος στην ιστορία του πλανήτη, και διάρκειας είκοσι λεπτών. Σκίστηκε ο φλοιός της γης σε χίλια κομμάτια, ενεργοποιήθηκαν τα ηφαίστεια, η λάβα τους έκαψε τα πάντα, οι πόλεις ισοπεδώθηκαν, οι ωκεανοί εξατμίστηκαν. Μα δεν έφταναν όλα αυτά. Ένας κομήτης, που φαινόταν εντελώς ακίνδυνος, βγήκε από πορεία του, συγκρούστηκε με τον πρώην γαλάζιο πλανήτη, στάχτη και σκόνη κάλυψε τον ουρανό, ο ήλιος χάθηκε από τα μάτια των ανθρώπων και των άλλων έμβιων όντων, τα πάντα ερήμωσαν, πάγωσαν και αφανίστηκαν. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Κανείς δεν γλύτωσε και κανείς δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε.

Την ώρα εκείνοι κάποιοι σεβαστοί εκπρόσωποι του βιολογικού είδους χόμο σάπιενς, κραταιοί του πλανήτη γη, όπως κάθε μέρα, δούλευαν, μοχθούσαν, μεγάλωναν τα παιδιά τους, έκαναν σχέδια για το μέλλον, γράφανε σημαντικά βιβλία και δημιουργούσαν σπουδαία έργα τέχνης, ονειρεύονταν χρήματα, σεξ και εξουσία, τιμές και αξιώματα, ασφάλεια και μακροημέρευση, δημόσια αναγνώριση και υστεροφημία. Όλα για το τίποτα.

Κάποιοι άλλοι, λίγο πιο έξυπνοι, απλώς περνούσαν τον καιρό τους χαζεύοντας εδώ κι εκεί, βολτάροντας στους δρόμους, χωρίς έγνοιες και σκοτούρες, ολομόναχοι, θαυμάζοντας κατά περίπτωση τον λαμπρό ήλιο ή το ολόγιομο φεγγάρι, για πόσο άραγε ακόμη θα τα έβλεπαν, είναι σύντομη η ζωή και σκιά ονείρου ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και ζούσαν το τώρα σαν να μην υπάρχει αύριο, λες και ήξεραν, προετοιμασμένοι για τα χειρότερα.

Τέτοια πράγματα έκαναν οι άνθρωποι τη στιγμή του μεγάλου αφανισμού, τότε που κανείς δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Όλα ανούσια, περιττά και άσκοπα. Όλα μάταια.


Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023

ΗΡΩΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ

Κοιμηθήκαμε πολύ, έτσι μου φάνηκε, και όταν ανοίξαμε πάλι τα μάτια μας πρέπει να είχε ξημερώσει για τα καλά, μα δεν βλέπαμε τη μύτη μας. Η παραλία ολόκληρη, αλλά και η θάλασσα μέσα κι ο ουρανός από πάνω είχαν καλυφθεί από πυκνή γκρίζα ομίχλη, σαν στάχτη από μεγάλη πυρκαγιά. Πίσω μας η πόλη ήταν αόρατη, είχε κι αυτή εξαφανιστεί εντελώς, όπως τη μέρα που είχα επιστρέψει, αυτό μου θύμισε. Δεν νιώσαμε καμιά ανησυχία. Περιμέναμε το σκάφος που θα μας παραλάμβανε και θα μας χάριζε την ελευθερία. Τα μάτια μας καρφωμένα στη θάλασσα για να δούμε τη σκιά του να πλησιάζει, τα αυτιά μας ορθάνοιχτα να ακούσουμε τη μηχανή του να μουγκρίζει. Έπρεπε να ετοιμαστούμε. Όμως, δεν προλάβαμε καν να ντυθούμε, μας πιάσανε στα πράσα. Ξαφνικά πίσω μας πρόβαλαν αθόρυβα μέσα απ’ την ομίχλη και εμφανίστηκαν μπροστά μας στα δέκα μέτρα απόσταση οι απειλητικές σκιές, οι πέντε άρχοντες και πλήθος πάνοπλων στρατιωτών. Δεν το περιμέναμε, μας έλουσε κρύος ιδρώτας. Κοιταχτήκαμε με τρόμο αναμεταξύ μας, με κομμένη την ανάσα. Είχαμε φτάσει στη βρύση, δίχως να πιούμε νερό.

Μετά το αρχικό σοκ, δεν αργήσαμε να συνέλθουμε, πρώτος απ’ όλους ο φίλος μου ο αστυνόμος, να ανακτήσουμε και πάλι την ψυχραιμία και την αυτοκυριαρχία μας, μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια, όχι όμως και το προηγούμενο κέφι, τη ζωντάνια και την αισιοδοξία μας. Ήταν φανερό, πλέον, δεν είχαμε καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τουλάχιστον, έπρεπε να παραμείνουμε αξιοπρεπείς, θαρραλέοι και αμετακίνητοι μπροστά στο βέβαιο θάνατο που μας περίμενε, να μη δώσουμε καμιά λαβή για ευχαρίστηση στα σαδιστικά σκυλιά που μας είχαν στριμώξει. Ούτε καν ντροπή για τη γύμνια μας να νιώσουμε, να μην κρύψουμε τίποτα, ειδικά εγώ που είχα και το πρόβλημα, που ήμουνα λειψός. Και κάτι μου ‘λεγε ενδόμυχα, κάποιο ένστικτο ή ένα παιχνιδιάρικο δαιμόνιο, ότι τις ίδιες ακριβώς σκέψεις έκαναν ταυτόχρονα και οι σύντροφοί μου, ο αστυνόμος και η νοσοκόμα. Κοιταχτήκαμε ασυναίσθητα μεταξύ μας, πιαστήκαμε από τα χέρια και ενωμένοι όπως ήμασταν σκάσαμε από ένα τεράστιο χαμόγελο στα μούτρα τους. Είχαμε αποφασίσει να φύγουμε όρθιοι, χωρίς περιττές λιποψυχίες. Τελικά, αυτό ήταν το πεπρωμένο μας, δεν μπορούσαμε να το αποφύγουμε. Τουλάχιστον, προσπαθήσαμε και τώρα μας άξιζε μια ηρωική έξοδος στο πουθενά, στο μεγάλο τίποτα, βουτιά στο απόλυτο κενό.

Από τους πέντε άρχοντες μίλησε ο πατέρας του φίλου μου κοιτάζοντας το γιο του κατάματα με βλέμμα βλοσυρό. Ήταν μεγάλη ηλιθιότητα αυτό που κάνατε, είπε, εξαρχής δεν είχατε καμία ελπίδα να γλυτώσετε, τα ξέραμε όλα και σας παρακολουθούσαμε διαρκώς. Ειδικά εσένα, σε είχα προειδοποιήσει, μα δεν μ’ άκουσες, έκανες του κεφαλιού σου. Μπορεί να είσαι γιος μου, μα έπρεπε να κάνω πέτρα την καρδιά μου, όπως και τα αδέρφια σου, και να βάλουμε πάνω από όλα το συμφέρον της πόλης. Η συμπεριφορά σας ήταν απαράδεκτη και προσβλητική για τις αρχές της πόλης, όπως και η εμφάνισή σας που ξεδιάντροπα και ανερυθρίαστα μας φανερώνεται μπροστά μας. Είστε ντροπή και όνειδος για τον τόπο και η τιμωρία σας θα είναι αυστηρή και παραδειγματική. Τα μεσάνυχτα συνεδρίασε το νυχτερινό συμβούλιο και αποφάσισε ομόφωνα την θανατική σας καταδίκη, κρίνοντας εντελώς άσκοπη την οποιαδήποτε απολογία σας και προσπάθεια δικαιολόγησης των έκνομων και ανήθικων πράξεών σας. Αυτά είχα να σας μεταβιβάσω, τίποτα άλλο, είπε ο άρχοντας της πόλης και κατόπιν σώπασε.

Για λίγες στιγμές επικράτησε απόλυτη βουβαμάρα, ακόμη και η αδιάφορη φύση τριγύρω μας κρατούσε σφιγμένη την ανάσα της. Τότε πήρε το λόγο ο γιος του, ο αστυνόμος, που όλη την ώρα τον κοιτούσε κατάματα με βλέμμα σταθερό και ανυποχώρητο, δεν έδειχνε καθόλου φόβο και υποταγή, όπως κι εγώ με την νοσοκόμα. Και μείς οικογενειάρχες άνθρωποι είμαστε, σεβαστοί νοικοκυραίοι, παιδιά μεγαλώνουμε! τον ειρωνεύτηκε κατάμουτρα και τότε βάλαμε και οι τρεις ταυτόχρονα δυνατά γέλια. Ότι και να κάνετε, μόνο να μας τα κλάσετε μπορείτε, παλιοτόμαρα, βρωμερά, ελεεινά και τρισάθλια ανθρωπάκια, του είπε και του ‘δειξε τα δυο μεγάλα του αρχίδια. Για συμπαράσταση έριξα ένα κατούρημα που έφτασε μέχρι τα καλογυαλισμένα τους λουστρίνια και τα πιτσίλισε και η νοσοκόμα προσφέρθηκε να την γαμήσει όλο το στράτευμα γυρίζοντας από την άλλη και τουρλώνοντας τον κώλο της. Παραδόξως, είχαμε ξαναβρεί το προηγούμενο κέφι μας. Το απόσπασμα! φώναξαν εξαγριωμένοι και με μια φωνή οι πέντε άρχοντες του τόπου και από κείνη τη στιγμή κι έπειτα όλα έγιναν πολύ γρήγορα, στο άψε σβήσε. Δέκα θηριώδεις στρατιώτες παρατάχτηκαν απέναντί μας στα πέντε μέτρα για να μας βλέπουν και να έχουν σίγουρα αποτελέσματα, η ομίχλη εξακολουθούσε πυκνή, μα κανείς δεν μας πλησίασε πιο κοντά, ας πούμε για να μας δέσει τα μάτια ή να ακούσει κάποια τελευταία μας επιθυμία, μας θεωρούσαν μολυσμένους και μιάσματα και ήθελαν να ξεμπερδεύουν μια ώρα αρχύτερα μαζί μας. Πίσω μας δεν υπήρχε κάποιος τοίχος για να απορροφήσει τις σφαίρες παρά η αόρατη θάλασσα και ο γκρίζος ουρανός και τα άψυχα κουφάρια μας ποιος ήξερε σε ποιο λάκκο θα τα έριχναν. Όχι ότι μας ένοιαζε, δικό τους πρόβλημα.

Συνήθως, στις εκτελέσεις υπήρχε κι ένας ιερέας για την τελευταία εξομολόγηση, ευχή και μετάληψη της θείας κοινωνίας, που μεριμνούσε και για το ζήτημα της ταφής. Όμως, σε μας δεν ταίριαζε ούτε καν η μεταφυσική συγχώρεση, η ελπίδα κάποιου μακρινού υπερουράνιου παραδείσου. Όχι δηλαδή ότι θα την ζητούσαμε, μα ήμασταν ανάξιοι για οποιαδήποτε μετάνοια. Ο φίλος μου δίπλα, σαν να διάβασε τη σκέψη μου, με στόμφο στα λόγια του και υπερηφάνεια,  ζήτησε να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία. Σεβαστέ και αξιολάτρευτε πατέρα, υπέρλαμπρε άρχοντα της πόλης, προτού πεθάνω θα ήθελα να γαμήσω ένα παπά! είπε μα αντί για απάντηση άκουσε ένα ηχηρό «πυρ» και απέναντί μας το εκτελεστικό απόσπασμα άρχισε να κροταλίζει με μανία. Τα τρία γυμνά κορμιά μας έγιναν σουρωτήρι από τις σφαίρες και σωριάστηκαν άψυχα στην παραλία. Δεν χρειάστηκαν καν οι χαριστικές βολές.

Τα νεκρά σώματα αποφασίστηκε να αφεθούν ξεσκέπαστα και άταφα στον τόπο της εκτέλεσης και να κατασπαραχτούν από τα όρνια και τα άγρια πουλιά για παραδειγματισμό. Σε λίγο, ως εκ θαύματος,  η ομίχλη διαλύθηκε, μα και πάλι, για λίγα λεπτά, ο ήλιος χάθηκε από τα μάτια τους και ο ουρανός σκοτείνιασε. Την ώρα της έκλειψης έγινε ένας τρομερός σεισμός που ισοπέδωσε τα πάντα, η πόλη εξαφανίστηκε, ένα μεγάλο ρήγμα δημιουργήθηκε στην άκρη της παραλία που ρούφηξε τους άρχοντες και τους στρατιώτες και ένα γιγάντιο τσουνάμι που ήρθε από τη θάλασσα τους έπνιξε. Χάθηκαν όλοι από προσώπου γης μέσα στον ομαδικό τους τάφο. Δεν γλύτωσε κανείς.


Δευτέρα 21 Αυγούστου 2023

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ (ΤΡΙΟ ΠΑΡΤΟΥΖΑ)

Είχε φτάσει η μεγάλη ώρα, η αποφασιστική στιγμή. Δεκαπενταύγουστος, σκληρός παρατεταμένος καύσωνας και συγχρόνως ολική έκλειψη ηλίου! Οι ιδανικές συνθήκες. Φαίνεται, ο θεός ήταν με το μέρος μας, συνωμοτούσε για τη σωτηρία μας. Ο αστυνόμος τα είχε σχεδιάσει όλα στην εντέλεια και μας είχε ενημερώσει έγκαιρα. Ήμασταν πανέτοιμοι. Το τέλειο αλάνθαστο σχέδιο. Το μεγαλοφυές κόλπο. Η ασύλληπτη απόδραση. Την ώρα που η πόλη είχε ερημώσει για τα καλά, ο κόσμος βρισκόταν σε διακοπές, μέχρι και οι άγρυπνες αρχές της τάξης και της ασφάλειας δροσίζονταν στα όρη στα άγρια βουνά και τις μακρινές παραλίες. Έβραζε ο τόπος κι έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Και αύριο, στη γιορτή της μεγαλόχαρης, ο ήλιος θα εξαφανιζόταν για κάμποση ώρα από τα μάτια μας.

Ο φίλος μου είχε πάρει άδεια απ’ την υπηρεσία του και είχε στείλει την οικογένειά του ξεκαλοκαιριάζει στο χωριό της γυναίκας του, δίπλα στα στοργικά του πεθερικά. Πλέον, ήταν ελεύθερος να δράσει. Ήρθε στο σπίτι απ’ το προηγούμενο απόγευμα, στο χέρι κρατούσε μόνο μια μικρή βαλίτσα με τα αναγκαία. Δεν θα παίρναμε μαζί μας πολλά πράγματα, μόνο τα απαραίτητα, μας είχε προειδοποιήσει. Φτιάξαμε καφέ, κλείσαμε τα παράθυρα και καθίσαμε στο σαλόνι για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Αύριο ήταν η μεγάλη μέρα. Αποβραδίς θα βρισκόμασταν στην παραλία του νότιου πάρκου, δίπλα στο νέο λιμάνι και το πρωί, με το πρώτο φως, θα ερχόταν από τη θάλασσα να μας παραλάβει ένας γνωστός του με ταχύπλοο σκάφος και θα μας έβγαζε από τη χώρα με προορισμό το άγνωστο, κάποιο γειτονικό κράτος. Εκεί θα μας θεωρούσαν παράνομους και λαθρομετανάστες, μα και να μας πιάνανε θα ζητούσαμε πολιτικό άσυλο. Γνώριζαν την κατάσταση που επικρατούσε εδώ και ήταν εντελώς απίθανο να μας γυρίσουν πίσω. Επιπλέον, είχε φίλους καλούς συναδέλφους που θα μας βοηθούσαν και θα μας κάλυπταν, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Ύστερα, βλέποντας και κάνοντας.

Το βράδυ φάγαμε και ήπιαμε μέχρι σκασμού για να πάρουμε θάρρος και δυνάμεις. Όσο ρόδινα και αισιόδοξα κι αν μας τα ‘λεγε ο φίλος μας, τούτη η επιχείρηση ήθελε μεγάλα κότσια. Κάτι μπορούσε να πάει στραβά, ένας απρόβλεπτος παράγοντας, μια ατυχία. Όμως, η προοπτική μιας ελεύθερης αλητεμένης ζωής μου έφτιαχνε τη διάθεση. Μου είχε λείψει η περιπλάνηση σε ξένους τόπους, η γνωριμία με άγνωστους ανθρώπους, η ελπίδα πως όλα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα, όλα να ξεκινήσουν και πάλι απ’ την αρχή. Και μάλιστα, αυτή τη φορά όχι μόνος, ανήλικος, ακρωτηριασμένος, πεταμένος στους πέντε δρόμους, αλλά παρέα με αγαπημένα πρόσωπα, που μπορούσες να εμπιστευτείς, να στηριχτείς πάνω τους με κλειστά τα μάτια, έτοιμοι να σε βοηθήσουν σε μια δύσκολη κατάσταση.

Τρεις η ώρα, μέσα στη βαθιά μαύρη νύχτα βρισκόμασταν στην παραλία έτοιμοι για αναχώρηση. Ο αστυνόμος έκρυψε το αυτοκίνητο κάτω από ένα μεγάλο δέντρο και περιμέναμε. Στη διαδρομή δεν συναντήσαμε ανθρώπους της τάξης και της ασφάλειας, κανείς δεν μας σταμάτησε, έστω για έναν τυπικό έλεγχο, πλήρης ερημιά και ησυχία. Όλα λοιπόν πήγαιναν δεξιά, όπως είχαμε προβλέψει, με βάση το αρχικό σχέδιο. Όμως, η ζέστη, ακόμα και δίπλα στη θάλασσα, ήταν αφόρητη. Είχε και φοβερή υγρασία, κολλούσαμε ολόκληροι. Απόψε το φεγγάρι δεν είχε βγει, τα αστέρια δεν είχανε ανάψει κι ο ουρανός ήταν κατασκότεινος, μαύρος κι άραχνος. Από την υπερένταση και την αγωνία δεν είχαμε καταφέρει να κλείσουμε μάτι ούτε για μια στιγμή, μα δεν μας ένοιαζε, δεν νιώθαμε κούραση. Πετάξαμε τα ρούχα και βουτήξαμε μέσα για να δροσιστούμε. Ήταν ρηχά, προχωρήσαμε εκεί που τα μαύρα νερά βάθαιναν, κολυμπήσαμε κάμποση ώρα πέρα δώθε, εκτονώσαμε την ένταση και την αγωνία και ξαναβγήκαμε δροσεροί, χαλαροί και κουρασμένοι στην παραλία. Ξαπλώσαμε ολόγυμνοι, αρμυρισμένοι και ξέπνοοι πάνω στα χαλίκια. Ο φίλος μου πήρε την κοπέλα στην αγκαλιά του και άρχισαν να κάνουν έρωτα. Την χάιδευε και τη φιλούσε σε όλο της το κορμί και κείνη σπαρταρούσε από την ηδονή. Τους έβλεπα και ερεθιζόμουν, μετά από λίγο μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι. Τρίο παρτούζα, σε όλες τις στάσεις, από όλες τις μεριές, ότι και όσο μπορούσε ο καθένας. Πλέον, μεταξύ μας δεν υπήρχε παρεξήγηση. Τελειώσαμε και οι τρεις μαζί. Αποκαμωμένους και αγκαλιασμένους μας πήρε αμέσως ο ύπνος. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Λίγο πριν την απόδραση.