Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

ΤΟ ΤΥΦΛΟ ΓΑΤΑΚΙ (Ο ΣΦΑΓΜΕΝΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ)

Ήθελε να πεθάνει μόνος και γυμνός όπως γεννήθηκε, ακριβώς πριν από έναν αιώνα. Και η γιορτή να τελειώσει με τον δικό του ιδανικό τρόπο, παρ’ όλο που ανασαίνει βαριά και άρρυθμα. Οι συγγενείς και κάποιοι περίεργοι γνωστοί συνωστίζονταν στο σαλόνι, τσακώνονται για τα κληρονομικά. Μάταια όμως, τους έχει όλους αποκληρώσει, αφήνοντας τα υπάρχοντά του σε μια φιλοζωική εταιρεία, μόνο που δεν το ξέρουν, ήθελε να τους κάνει έκπληξη. Δεν επιθυμούσε καν να τους δει, να τον αποχαιρετήσουν. Αν μπορούσε να μιλήσει, θα έλεγε στη νοσοκόμα που τον φρόντιζε να τους διώξει όλους, να πάνε στα τσακίδια, στον αγύριστο, να τον αφήσουν στην ησυχία του. Δεν ήταν κακοί άνθρωποι, μα τους είχε βαρεθεί όλους, τον είχαν κουράσει.

Είναι μόνος στο κρεβάτι και κοιτάζει το ταβάνι. Ξαφνικά, ακούει νιαούρισμα. Είναι το μαύρο γατάκι, δεν ξέρει πώς χώθηκε εκεί μέσα. Ανεβαίνει πάνω του και ακουμπάνε τις μύτες τους, ένας τελευταίος αποχαιρετισμός. Συντονίζεται το γουργουρητό με τον επιθανάτιο ρόγχο. Το χαϊδεύει και κείνο κουλουριάζεται στο στήθος του. Είναι τυφλό. Πριν από λίγο καιρό, το είχε βρει άρρωστο, πεταμένο και ταλαιπωρημένο έξω από την πόρτα του και το περιμάζεψε. Το φρόντισε όσο μπορούσε, δυνάμωσε κάπως, πήρε τα πάνω του, μα τα μάτια του δεν θα γινόντουσαν καλά, θα έμενε τυφλό για όλη του τη ζωή, δεν θα ξανάβλεπε το φως του ήλιου.

Ήταν, βλέπεις, οι τύψεις μιας σάπιας και χαλασμένης συνείδησης (κι όχι μόνο) που τον έκαναν φιλόζωο. Φορτώθηκε όλη την ενοχή της βάναυσης ανθρωπότητας απέναντι στα ζώα. Μικρός σκότωνε γατάκια και κοτοπουλάκια που οι τσιρίδες τους ενοχλούσαν τα ευαίσθητα νεύρα του. Αργότερα, όταν μεγάλωσε, άρχισε να παίρνει χάπια, ο εγκέφαλός του έγινε σμπαράλια. Του φαίνεται σαν θαύμα που κατάφερε να επιβιώσει και να ζήσει μια τόσο μακρά ζωή, έστω και δυστυχισμένη, με πολλές λύπες και λιγοστές χαρές. Πάντως, όσο μπορούσε, μακριά απ’ τους ανθρώπους. Τους απέφευγε, όπως ο διάολος το λιβάνι.

Στην κηδεία του δεν ήθελε κανέναν, τα είχε κανονίσει όλα ο ίδιος. Μόνο αυτό το γατάκι, λαθρεπιβάτης δίπλα του μέσα στο γυαλιστερό φέρετρο να τον ζεσταίνει, και την τελευταία στιγμή, λίγο πριν κλείσει το καπάκι και σκεπαστεί η γούβα απ’ τον σκαφτιά του νεκροταφείου, να πετάγεται έξω, να κατουρά στα μούτρα του το ευωδιαστό μυρωμένο άρωμα και κατόπιν να χέζει πάνω στο μαλακό σκαμμένο χώμα και να το σκεπάζει με τα ποδαράκια του. Για το καλό κατευόδιο, έστω και χωρίς αντάμωση. 

Αυτά σκεφτόταν ο μοναχικός γέρος λίγο πριν πεθάνει, όταν ξαφνικά του έρχεται μια αναλαμπή και ταράζεται, ένα ξεχασμένο όνειρο ή μια παλιά ανάμνηση, δεν μπορεί να θυμηθεί, μα δεν έχει και μεγάλη σημασία. Λίγο πριν τη μεγάλη βδομάδα, έχει βγει για περπάτημα. Ρίχνει απριλιάτικη ψιλή βροχή. Κοντά στις γραμμές του τρένου, ο μαύρος μεγαλόσωμος σκύλος έχε πιάσει τον κόκορα απ’ τη φτερούγα και τον τινάζει με λύσσα στο τσιμέντο. Λίγο παραπέρα ένα άλλο σκυλί κόβει βόλτες και αλυχτάει, περιμένει τη σειρά του. Κάποια στιγμή το άτυχο πουλί κοιτάζει απελπισμένο προς το μέρος του. Το μάτι του είναι καθαρό, γυαλιστερό, ζει ακόμα. Ο σκύλος συνεχίζει να του ρίχνει δαγκωματιές στο ψαχνό, είναι αγριεμένος. Δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να βοηθήσει, φοβάται, τρέμει μην ορμήσουν και σε κείνο. Απ’ την άλλη, δεν θέλει να επέμβει στις διαδικασίες της φύσης, απλά παρατηρεί. Ο κόκορας ήταν απρόσεχτος, λάλησε για τελευταία φορά, είπε το κικιρίκου, ξεμάκρυνε απ’ το κοτέτσι (εκεί μέσα ήταν βασιλιάς και μονοκράτορας) και την πάτησε. Φεύγει, συνεχίζει τη βόλτα του. Μετά από λίγο, επιστρέφοντας, ξαναπερνά απ’ το ίδιο σημείο του άγριου φονικού. Βρέχει ακόμα. Ο κόκορας είναι πεσμένος στο δρόμο, παρατημένος μέσα σε μια μικρή λιμνούλα, τσουρομαδημένος και ακίνητος, με το μάτι θολό να τον κοιτάζει. Δεν τρέχουν αίματα από πάνω του, μα είναι φανερό, έχει ψοφήσει, το μαρτύριό του έχει τελειώσει. Έτσι κι αλλιώς, αυτός ήταν ο προορισμός του, να φαγωθεί, αν και όχι τόσο βίαια, με τόση αγωνία.

Μα πλέον τίποτα δεν έχει σημασία. Ο γέρος πέθανε, σταμάτησε να αναπνέει, το παραμύθι τελείωσε. Τότε η νοσοκόμα έβαλε τα κλάματα. Στο σαλόνι οι συγγενείς κι οι φίλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και άγριους πανηγυρισμούς. Παραέξω κανείς δεν νοιάστηκε, η ζωή συνέχισε να κυλάει μέσα στην κανονικότητά της και η γη να περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Σίγουρα, η κηδεία του δεν θα γινόταν με δημόσια δαπάνη, ούτε θα μάζευε πολλά στεφάνια. Μόνο το τυφλό γατάκι, από ευγνωμοσύνη, συνέχισε να γουργουρίζει και να ζεσταίνει το παγωμένο στήθος του σωτήρα του.


Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

ΜΑΤ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ο μπόμπος πεθαίνει, είναι βαριά άρρωστος, δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Τι κι αν είναι γάτος, δεν έχει καμία σημασία. Μέσα στο καλάθι του, κουλουριασμένος έχει γίνει μια σταλιά, γυρισμένος προς τον τοίχο, με τα μάτια κλειστά, αναπνέει αργά και δύσθυμα. Είμαι ξαπλωμένος δίπλα του και τον παρατηρώ, καμιά φορά του χαϊδεύω και το κεφαλάκι, προσπαθώντας να τον παρηγορήσω. Είμαστε δυο λυπημένα αδέσποτα του δρόμου. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο. Κάθε μέρα που περνά λιώνει όλο και περισσότερο, στο τέλος θα εξαϋλωθεί και θα γίνει χρυσόσκονη. Τουλάχιστον, δεν πονάει, έτσι φαίνεται, είναι ήρεμος, την περισσότερη ώρα σε λήθαργο. Όμως, έχει και κάποιες εκλάμψεις, ανοίγει τα μάτια και με κοιτάζει παραπονεμένα. Γουργουρίζει απροσδιόριστα. Είναι γερός οργανισμός, γι’ αυτό ταλαιπωριέται, δεν παραδίδει εύκολα τα όπλα, γαντζωμένος από τη ζωή.

Είχα πεταχτεί μέχρι το απέναντι φαρμακείο, για τα χάπια και τις εισπνοές μου. Ξαφνικά, τον άκουσα να με καλεί κοντά του. Έλα να στο δείξω, είναι απλό και κατανοητό, δεν είναι κάνα τρελό σχέδιο, μόνο τέσσερις κινήσεις και η παρτίδα έληξε. Ο σκακιστής παραμιλούσε, μα δεν του έδινα σημασία. Ήταν το καινούργιο φρούτο της πλατείας, στην ηλικία μου, πενηνταφεύγα, η γενιά του χάους και του ολέθρου, τρεις μέρες είχε στην περιοχή κι αμέσως μου έγινε τσιμπούρι. Ο καφετζής τον διαολόστειλε εξαρχής και γλύτωσε, εμένα δεν μου ‘κανε η καρδιά, κι όχι μόνο επειδή τον λυπόμουν. Είναι ζήτημα αρχής. Σέβομαι απεριόριστα κάθε άνθρωπο που φοράει γυαλιά, αυτό για μένα φανερώνει ένα επίπεδο, μια καλλιέργεια χαρακτήρα, ας είναι και άστεγος, ας είναι και ρακένδυτος ζητιάνος. Δεν ξέρω πού κοιμάται, ούτε πώς την βγάζει τα βράδια. Όμως, τα πρωινά τον βλέπω στο παγκάκι να παίζει μόνος του, με αντίπαλο τον εαυτό του, πάνω σε μια μικρή μαγνητική σκακιέρα. Πότε κουνάει τα άσπρα, την περιστρέφει, σκέφτεται για λίγο και κατόπιν κουνάει τα μαύρα, μα δεν ξέρω ποιος απ’ τους δύο κερδίζει. Όποτε τον ρωτάω, για πλάκα, το ματς είναι αμφίρροπο, μου λέει, ακόμα δεν έχει κριθεί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι κουβαλούσε μεγάλη μούρλια μέσα στο κεφάλι του, μα μου τσίγκλησε την περιέργεια, ήθελα να τον γνωρίσω. Είμαι κι εγώ πολύ περίεργη γάτα. Τον πλησίασα προσεκτικά για να μην με δαγκώσει και συστηθήκαμε. Αμέσως, χωρίς πολλές περιστροφές, μου πρότεινε να παίξουμε μια παρτίδα. Αρνήθηκα, δεν σκαμπάζω γρι από σκάκι, του είπα. Και ήταν η σκληρή αλήθεια.

Στα νιάτα μου έκανα πολλή παρέα με έναν συμφοιτητή από το πανεπιστήμιο που ήξερε καλό σκάκι. Προσπάθησε να μου μάθει για να παίζουμε μαζί, αλλά μάταια, ούτε τις κινήσεις των κομματιών δεν θυμόμουν, ίσως γιατί είχα το μυαλό μου αλλού, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Στο τέλος κουράστηκε, απηύδησε και με άφησε στην ησυχία μου. Ρε αυτιάγκουρα, είσαι ανεπίδεκτος μαθήσεως, μου είμαι, δήθεν τσαντισμένος, και για τιμωρία μου ‘ριξε μια απαλή σφαλιάρα στο σβέρκο, σαν χάδι. Έτσι ξένοιασα και γλύτωσα μια για πάντα απ’ το ξακουστό και τρομακτικό ζατρίκιο, που έχει τρελάνει πολλά μυαλά. Το γυρίσαμε ξανά στο γνώριμο τάβλι μας, όπου κι εγώ ήμουν δυνατός, γινόντουσαν ηρωικές παρτίδες, κουνώντας για ώρα τα ζάρια μέσα στη χούφτα μας  και χτυπώντας με δύναμη τα πούλια στο ξύλο. Αξέχαστα χρόνια. Αν και τελικά ο φίλος μου δεν πήρε ποτέ το πτυχίο του, τα παράτησε στη μέση, ούτε φαντάρος πήγε, το ‘σκασε στο εξωτερικό, ξενιτεύτηκε και χαθήκαμε. Ο καθένας τράβηξε το δρόμο του, έτσι όπως συνήθως γίνεται. Κρίμα, γιατί ήταν  καλό παιδί και ωραίο αγόρι. Τώρα ούτε που θα με θυμάται. 

Μα και ο σκακιστής ήταν γραμματισμένος, δεν φορούσε χωρίς λόγο τα γυαλιά. Χτες τον ξεμονάχιασα και μου τα ομολόγησε όλα. Τώρα, αν είναι αλήθεια ή ψέματα, ο θεός κι η ψυχή του. Είχε σπουδάσει μαθηματικά και φιλοσοφία, είπε, μάλιστα είχε αναπτύξει και δικές του θεωρίες, ως υποψήφιος διδάκτορας, που όμως το ακαδημαϊκό κατεστημένο της εποχής από ζηλοφθονία δεν τις έκανε δεκτές και τον απόρριψαν. Άλλη μία λαμπρή επαγγελματική σταδιοδρομία είχε ένα γρήγορο και άδοξο τέλος. Το όνειρό του να γίνει καθηγητής πανεπιστημίου δεν πραγματοποιήθηκε. Δεν είχα τις κατάλληλες γνωριμίες, με φάγανε τα μεγάλα συμφέροντα, δικαιολογήθηκε δειλά, με τρεμάμενη φωνή, φανερά συγκινημένος. Έχει γράψει κάμποσα βιβλία, μα για να του τα εκδώσουν οι έμποροι του πνεύματος, ζητούσαν πολλά λεφτά, μα αυτός δεν είχε να τα δώσει, ήταν άφραγκος. Για να με πείσει για την αξία του, άρχισε να μου αραδιάζει διάφορες σοφιστείες και φιλοσοφικές αρλούμπες, μα τον έκοψα μαχαίρι. Δεν σκαμπάζω από αυτά, του είπα, δεν τα καταλαβαίνω, παρ’ όλο που έχω σπουδάσει φιλολογία. Πράγματι, τα λεγόμενά του μου είχαν φανεί ασυναρτησίες και μπουρδολογίες περιωπής. Μα συνήθως έτσι είναι οι διανοούμενοι, ακαταλαβίστικοι, δεν πρέπει να τον αδικώ.

Ο καφετζής, ως πρώην μπάτσος, είναι ο αλάνθαστος πληροφοριοδότης μου, από τις πιο έγκυρες και αξιόπιστες πηγές. Παραμύθια της χαλιμάς, όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα μικρό καλάθι, με προειδοποίησε, όταν του είπα τα καθέκαστα. Τίποτα από όλα αυτά δεν έκανε, φούμαρα είναι, σου πουλούσε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Είχε ήδη πάρει τις αναφορές του για τον τύπο. Μόλις είχε βγει από τη φυλακή, έκατσε πολλά χρόνια μέσα, εκεί έμαθε και λίγο σκάκι να παίζει, του κόλλησε η λόξα, εκεί του σάλεψε και το μυαλό, του έστριψε τελείως. Σεσημασμένος κωλομπαράς και παιδεραστής περιωπής, ο κύριος, γι’ αυτό είχε καταδικαστεί, τον είχανε πιάσει στα πράσα, την ώρα της πράξης με έναν ανήλικο. Οι άλλοι κατάδικοι τον έβαλαν στο μάτι, τον στρίμωχναν στη γωνία, τον γαμούσαν και τον σάπιζαν στο ξύλο νυχθημερόν για να του γίνει μάθημα, οι δεσμοφύλακες έκαναν τα στραβά μάτια. Μα συνεχίζει τα ίδια, το χούι δεν κόβεται. Χτες το βράδυ τον πέτυχα λίγο παρακάτω σε μια σκοτεινή γωνιά να χαϊδεύει ένα τσιγγανάκι, τις προάλλες πάλι είχε χαμουρέματα με ένα πρεζόνι, κάποια μέρα θα το φάει το κεφάλι του. Δεν ξέρω πού βρίσκει τα χρήματα και τους χαρτζιλικώνει. Πάντως, να τον προσέχεις, τα μάτια σου δεκατέσσερα. Τον νου σου, μάπα, μη σε μπλέξει, γιατί σ’ αυτά τα θέματα είσαι πολύ αγαθοβιόλης. Ο φίλος μου με μάλωνε για το καλό μου. Που να ‘ξερε και το δικό μου ύποπτο παρελθόν.

Τα λόγια του καφετζή με έβαλαν σε παράξενες σκέψεις. Δεν έχω βέβαια πρόβλημα με τα βίτσια των ανθρώπων, εφόσον δεν με ενοχλούν προσωπικά. Αυτές οι προκαταλήψεις δεν με αφορούν, είναι μακριά από μένα. Ας πάει ο καθένας να κόψει το λαιμό του, χέστηκα, εγώ κοιτάζω στον καθρέφτη μόνο τα χάλια μου και τις δικές μου καμπούρες. Ούτε αναμάρτητος είμαι, ούτε καμιά παρθένα, για να τους κρίνω και να τους καταδικάσω. Ας το κάνουν οι ειδήμονες του νόμου, της τάξης και της ηθικής. Πάντως, όχι εγώ, δηλώνω αναρμόδιος. Έτσι κι αλλιώς, οι άνθρωποι με κάποιο τρόπο μπορούν να πάρουν τα μέτρα τους, να προστατευτούν, να αντιδράσουν μπροστά στον κίνδυνο και να γλυτώσουν. Αυτούς που μισώ πραγματικά είναι όσους σαδιστές βασανίζουν και σκοτώνουν τα αδύναμα και απροστάτευτα ζωάκια, απλά και μόνο για το κέφι τους, για να γελάσουν και να σπάσουν πλάκα, θα μπορούσα και να τους καθαρίσω με τον ίδιο τρόπο, να ξεβρομίσει ο πλανήτης από δαύτους. Αυτοί είναι οι χειρότεροι εγκληματίες, οι πιο άρρωστοι, οι πιο θρασύδειλοι. Τουλάχιστον, ο τρελός σκακιστής αγαπούσε τα ζώα, αυτό είχα καταλάβει, ίσως και περισσότερο απ’ τους ανθρώπους, γι’ αυτό μου ήταν συμπαθής. Συχνά τον έβλεπα να ρίχνει σπόρια στα περιστέρια, να ταΐζει γατούλες, καμιά φορά να τις χαϊδεύει και να τις μιλάει. Μα και αυτές τον κοιτούσαν με τα αθώα τους ματάκια, τριβόντουσαν στα πόδια του και τον εμπιστεύονταν. Και ήταν τα μόνα ζωντανά πλάσματα που αγόγγυστα και υπομονετικά μπορούσαν να ακούσουν τις φιλοσοφικές θεωρίες αυτής της παραγνωρισμένης μεγαλοφυΐας. Και να τις καταλάβουν, να συλλάβουν το βαθύτερο νόημά τους, να φτάσουν μέχρι τον πυρήνα και το μεδούλι της πρωτότυπης σκέψης του. Και μάλιστα δίχως ποτέ να εκφράσουν κάποια απορία ή αντίρρηση. Πάντα συμφωνούσαν μαζί του. Γουργουρίζοντας ή νιαουρίζοντας με συγκατάβαση.

Εκείνο βράδυ τον πέτυχα σε μια γωνιά απέναντι από την εκκλησία. Ήταν με την πλάτη γυρισμένη, τα πόδια ανοιχτά και το χέρι στο επίμαχο όργανο, μα τον αναγνώρισα απ’ το σουλούπι. Περίμενα να τελειώσει το κατούρημα για να πούμε καμιά μαλακία να περάσει η ώρα. Έτσι νόμιζα, μα αργούσε. Τον φώναξα, δεν απάντησε. Πλησίασα κοντά του. Μόλις κατάλαβε ότι ήμουν δίπλα του κατέβασε λίγο το παντελόνι του και φάνηκε ο λευκός γυαλιστερός του κώλος. Χωρίς να μου δώσει την άδεια, του χάιδεψα το κωλομέρι. Αναρρίγησε σύγκορμος, βγάζοντας ένα στεναγμό. Τώρα ανάσαινε πιο βαριά και το χέρι του επιτάχυνε, δούλευε πιο εντατικά. Βοήθησέ με να τελειώσω, με παρακάλεσε ασθμαίνοντας. Βάλε μου λίγο δάχτυλο να χύσω. Δεν έχω αναστολές και κολλήματα σε τέτοιου είδους ζητήματα επείγουσας ανάγκης, που χρήζουν άμεσης ικανοποίησης, όπως ένα παράωρο ξεκάβλωμα. Νιώθω ένα είδος συναδελφικής αλληλεγγύης προς το ανδρικό φύλο, κυρίως για τους μοναχικούς. Πάντως, αν μου ζητούσε να του την παίξω, θα αρνιόμουν. Όπως και να το κάνουμε, έχω και τις αρχές μου, έχω και τα ταμπού μου.

Τις επόμενες μέρες όλη η γειτονιά είχε μάθει για τον νεοφερμένο και τον κοιτούσαν με μισό μάτι. Δεν ξέρω ποιος είχε βγάλει βρώμα, μα τα νέα κυκλοφόρησαν με την ταχύτητα του φωτός. Εκείνος δεν έδινε σημασία, συνέχιζε να παίζει και να είναι προσηλωμένος στην παρτίδα. Καμιά φορά μόνο χαμογελούσε, ίσως γιατί είχε βρει κάποια ωραία κίνηση ή είχε πραγματοποιήσει κάποια ευφάνταστη θυσία κομματιού. Πάνω στον ενθουσιασμό του χτυπούσε και παλαμάκια, χαιρόταν σαν μικρό παιδί. Τον απόφευγαν κυρίως οι τρομοκρατημένοι νοικοκυραίοι, αλλά ακόμα πιο πολύ τα παιδιά τους. Αποτελούσε δημόσιο κίνδυνο, έλεγαν. Τον κοιτούσαν περίεργα και ήταν προσεκτικοί, ούτε την καλημέρα τους δεν του χάριζαν. Θα μπορούσαν και να τον λιντσάρουν, για όλα τους είχα ικανούς, ήταν θρασύδειλοι. Με αυτά που κάνει, σύντομα, θα τον ξαναχώσουν  στη μπουζού και θα γλυτώσουμε απ’ τον ανώμαλο, σχολίαζαν οι πιο κακεντρεχείς. Μάλιστα, κάποιος είχε καλέσει και την αστυνομία για να παραπονεθεί για την ενοχλητική παρουσία του έκφυλου σκακιστή στην περιοχή τους. Τα όργανα της τάξης κατέφθασαν αμέσως, του έκαναν έλεγχο στοιχείων και τις απαραίτητες συστάσεις, μα τίποτα περισσότερο, έπρεπε να πιαστεί επ’ αυτοφώρω σε ασελγείς πράξεις για να δράσουν, είπαν. Τότε μόνο μπορούσε να του ασκηθεί μήνυση και να συλληφθεί για τα περαιτέρω. Να κάνουν το καθήκον τους.   

Δεν χρειάστηκε. Μετά από λίγες μέρες βρέθηκε δολοφονημένος στην παραλία, κοντά στο νότιο πάρκο της πόλης. Ήταν σεξουαλικό έγκλημα, είπαν οι αρχές, μα οι δράστες παρέμειναν άγνωστοι, δεν βρέθηκαν ποτέ. Καλά του κάνανε, βροντοφώναξαν δικαιωμένοι και χαρούμενοι οι σεβάσμιοι νοικοκυραίοι, του άξιζε του παλιάνθρωπου. Του είχαν κόψει το λαιμό από την μια άκρη μέχρι την άλλη, έμοιαζε με σφαγμένο κόκορα. Το φρέσκο αίμα τράβηξε την προσοχή μιας αγέλης αδέσποτων σκύλων που πεινούσαν, είχαν μέρες να φάνε. Πλησίασαν κοντά του, τον κατακρεούργησαν, τον ξέσκισαν σε χίλια κομμάτια και καταβρόχθισαν το γυμνό του κορμί. Ότι απέμεινε, μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο και έμεινε κάμποσο καιρό στα αζήτητα. Κανένας συγγενείς ή γνωστός του δεν ενδιαφέρθηκε για την τύχη του θύματος. Μετά από έξι μήνες, με συνοπτικές διαδικασίες, τον έθαψαν στο νεκροταφείο του νοσοκομείου. Μαζί με την μικρή μαγνητική του σκακιέρα που είχε βρεθεί πλάι του.


Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΤΗΣ ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ

Ο πλανόδιος μουσικάντης του ακορντεόν βρέθηκε νεκρός μέσα στο σπίτι του στα πενήντα πέντε του χρόνια. Ο θάνατός του ήταν ξαφνικός και μάλλον προήλθε από παθολογικά αίτια, είπαν. Βέβαια, η αστυνομία ερεύνησε όλα τα ενδεχόμενα. Είχε να εμφανιστεί αρκετές μέρες στη γειτονιά και από το διαμέρισμά του έβγαινε μία έντονη δυσοσμία. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ανησύχησαν και ειδοποίησαν τις αρχές. Μπαίνοντας μέσα, αντίκρισαν τη σωρό του σε προχωρημένη σήψη και δίπλα του την πιστή του σκυλίτσα, φίλη και σύντροφός του μέχρι το τέλος. 

Τους τελευταίους μήνες δεν ήταν σε καλή κατάσταση, ένιωθε έντονη κατάπτωση και δυσφορία, αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας. Μάλιστα, πρόσφατα, είχε καταρρεύσει στον πεζόδρομο, ενώ πριν από ένα χρόνο είχε ξυλοκοπηθεί άγρια από ομάδα νεαρών που τον είχε ληστέψει έξω από το σπίτι του.  Δεν είχε ζητιανέψει ποτέ. Καθόταν στο παγκάκι του, παίζοντας μουσική, παρέα με τη σκυλίτσα του. Ήταν πάντα αξιοπρεπής και χαμογελαστός, γι’ αυτό και από όλους πολύ αγαπητός. Μόνο ένας δύστροπος καταστηματάρχης είχε ενοχληθεί από την παρουσία του και τον είχε απειλήσει με  μήνυση για κατάληψη δημόσιου και κοινόχρηστου χώρου, αδίκημα που επισύρει κάποιο πρόστιμο. Όμως, δεν το ‘κανε. Έτσι κι αλλιώς, ο νόμος προστατεύει τους πλανόδιους μουσικούς, εκτιμώντας το θεάρεστο έργο τους στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης. Και ο καλοκάγαθος ακορντεονίστας δεν έπαιζε ποτέ σε ώρες κοινής ησυχίας. Αν και αλλοδαπός, φερμένος από κάποια μακρινή χώρα του βορά, σεβόταν τους συμπολίτες τους.

Η θλιμμένη σκυλίτσα πέρασε δύσκολες μέρες αποχωρισμού, ήταν ανήσυχη και τρομαγμένη και τον έψαχνε για καιρό. Την είχε μαζί του και την φρόντιζε από κουτάβι, από τότε που είχε πρωτοέρθει στη χώρα.  Τώρα είχε γίνει γρι-ούλα, δεκαεπτά ετών, με σοβαρά προβλήματα όρασης και ακοής. Μετά τον χαμό του αφεντικού της, φιλοξενήθηκε από μια καλή και φιλόζωη οικογένεια, μα πλέον ήταν πολύ κουρασμένη, δεν είχε θέληση για ζωή. Τρεις μήνες αργότερα, έσβησε ήσυχα στον ύπνο της, φεύγοντας από τον μάταιο τούτο κόσμο γεμάτη από την αγάπη, τη συμπόνια και τη θαλπωρή των ανθρώπων. 


Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

ΜΙΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥ ΑΠ' ΤΑ ΠΑΛΙΑ

Ο μπόμπος πεθαίνει, είναι βαριά άρρωστος, δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Τι κι αν είναι γάτος, δεν έχει καμία σημασία. Μέσα στο καλάθι του, κουλουριασμένος έχει γίνει μια σταλιά, γυρισμένος προς τον τοίχο, με τα μάτια κλειστά, αναπνέει αργά και δύσθυμα. Είμαι ξαπλωμένος δίπλα του και τον παρατηρώ. Κάθε μέρα που περνά, λιώνει όλο και περισσότερο, στο τέλος θα εξαϋλωθεί και θα γίνει χρυσόσκονη. Σφίγγω την καρδιά μου και κάνω υπομονή. Δεν μπορώ να τον βοηθήσω, ούτε και να τον θανατώσω, δεν έχω το δικαίωμα. Τουλάχιστον, δεν πονάει, έτσι φαίνεται, είναι ήρεμος, πεσμένος την περισσότερη ώρα σε λήθαργο. Είναι γερός οργανισμός, γι’ αυτό ταλαιπωριέται, δεν παραδίδει εύκολα τα όπλα, γαντζωμένος από τη ζωή.

Κι όμως, για δέκα χρόνια μεσουράνησε και θριάμβευσε. Ήταν ο αρχηγός της γειτονιάς, το κυρίαρχο αρσενικό, νευρικό, δυνατό και θαρραλέο. Κανένας άλλος δεν μπορούσε  να παραβγεί μαζί του, να τον αντιμετωπίσει. Και όλα τα θηλυκά, όταν έρχονταν σε οίστρο, πρώτα μ’ αυτόν προτιμούσαν να ζευγαρώσουν. Γιατί επιπλέον ήταν ρομαντική και τρυφερή ύπαρξη, τις αγαπούσε τις γατούλες και τις φρόντιζε. Όλη η περιοχή έχει γεμίσει με τα παιδιά του, έστω και μούλικα, δεν έχει σημασία. Είναι γενάρχης και πατριάρχης. Κι εγώ, ο άστεγος σκύλος του δρόμου, ένας αδέσποτος κυνικός, περήφανος για τον γιο μου, κανακάρη και καμάρι μου.

Μετά από κείνη την ξέφρενη πεπρωμένη νύχτα, ο καφετζής μού χάρισε τον μπαγλαμά του. Για να παρηγοριέμαι, είπε, να ξεχνάω για λίγο τον πόνο μου. Εκείνος δεν τον χρειαζόταν, δεν μπορούσε να τον χειριστεί εύκολα, η χερούκλα του δεν χωρούσε μέσα στα τάστα. Όποτε ερχόταν στα μεράκια, είχε το τζουρομπούζουκο για να ξεχαρμανιάζει και να ξαλαφρώνει. Το δώρο του ήταν απρόσμενο, χάρηκα πολύ και τον ευχαρίστησα. Έκανα σαν μικρό παιδί. Τον καθάρισα, τον σένιαρα, του άλλαξα χορδές και άρχισα τις πρόβες. Το αυτί του μπόμπου αναθάρρησε, κάπως κουνήθηκε, μα τίποτα περισσότερο. Κι όμως, ήταν φιλόμουσος. Άκουγε κι έβγαζε κάποια ξεψυχισμένα γουργουρητά. Του άρεσε, ίσως να τον ηρεμούσε. Ήταν ο πρώτος θαυμαστής και οπαδός μου.

 Τις επόμενες μέρες δεν άφησα το όργανο απ’ τα χέρια μου, θυμήθηκα όλα τα παλιά τραγούδια της νιότης μου. Τον γρατζούναγα συνέχεια, στα σιγανά, όχι βέβαια σε ώρες κοινής ησυχίας, δεν ήθελα να ενοχλώ τους φιλήσυχους γειτόνους μου. Η βελτίωσή μου ήταν ραγδαία. Όταν δεν είχε δουλειά, ο καφετζής έβγαινε έξω, καθόταν στην καρέκλα, κάπνιζε και άκουγε χαμογελώντας τις προόδους μου. Δεν έπαιζα μόνο για το κέφι μου. Στο μυαλό μου είχαν μπει περίεργες επιχειρηματικές ιδέες, κερδοφόρα σχέδια. Δεν κρατιόμουν.

Μετά από λίγες μέρες βρισκόμουν στον πεζόδρομο μαζί με το σπιθαμιαίο ζητιανόξυλο κι έδινα ρεσιτάλ. Ήμουν πρωτόβγαλτος στο πάλκο του δρόμου και είχα λίγο άγχος, ευτυχώς δεν περνούσε πολύς κόσμος. Σπάνια κάποιος να σκύψει και να μου ρίξει κάνα κέρμα. Χαμογελούσα και τον ευχαριστούσα με τα μάτια. Μα οι περισσότεροι προσπερνούσαν αδιάφοροι. Ξαφνικά, λίγο παρακάτω, άκουσα ήχο από ακορντεόν, κάποιος συνάδελφος έπαιζε ένα ρομαντικό βαλσάκι. Αυτό λέγεται αθέμιτος ανταγωνισμός, σκέφτηκα. Παρ’ όλη την απόσταση, το όργανό του ακουγόταν πιο δυνατά και καπέλωνε το δικό μου. Απ’ την άλλη, ο καλλιτέχνης σίγουρα βρισκόταν στο πόστο του πριν από μένα, εγώ ήμουν ο νεοφώτιστος της υπόθεσης, δεν μπορούσα να του ζητήσω και τα ρέστα. Τότε μου κατέβηκε μια φαεινή ιδέα. Πήρα το οργανάκι μου παραμάσκαλα και τράβηξα προς το μέρος του.

Έπαιζε πολύ ωραία, αισθαντικά, ήταν πραγματικός βιρτουόζος. Αν και τραγουδούσε λίγο φάλτσα, ασήμαντη λεπτομέρεια. Όταν τέλειωσε το κομμάτι συστηθήκαμε. Καταγόταν από μια βόρεια χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ, με κλασικές σπουδές στη μουσική, μα η ανάγκη τον έσπρωξε να βγει στο κλαρί. Δεν είχε παράπονο. Το μεροκάματο έβγαινε και με το παραπάνω. Είχε πολλά χρόνια στη χώρα μας και του άρεσε, ο ήλιος, οι άνθρωποι, είχε μάθει καλά και τη γλώσσα για να συνεννοείται. Στην πατρίδα του δεν ξαναγύρισε, εκεί πλέον δεν τον περίμενε κανείς, μα ούτε κι εδώ. Δίπλα του είχε για παρέα ένα σκυλάκι που καμιά φορά του έκανε σιγόντο γαβγίζοντας, ήταν μεγάλος τραγουδιστής, μου είπε γελώντας. Φαινόταν καλός άνθρωπος.

Του πρότεινα να δουλέψουμε μαζί και τα κέρδη στη μέση, δίκαιη μοιρασιά, ας έπαιρνε και τα περισσότερα, ως πιο έμπειρος και καταρτισμένος, δεν με ένοιαζε. Βλέπεις, εγώ δεν ήμουν του ωδείου. Αρνήθηκε. Δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα μαζί μου, μα προτιμούσε να δουλεύει μόνος, είπε. Έτσι κι αλλιώς, ο πεζόδρομος είναι μακρύς και μεγάλος, όλοι οι καλοί χωράνε, για όλους έχει ψωμί, συμπλήρωσε τον λόγο του. Με είχε πείσει. Χαιρετηθήκαμε, έβαλα την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια και επέστρεψα στο πόστο μου. Το σκυλάκι του μου γρύλισε εχθρικά. Μάλλον, δεν με είχε συμπαθήσει.

Δεν έπαιζα στο δρόμο κάθε μέρα ούτε για πολύ ώρα, κάνα δίωρο μόνο, τα απογεύματα που ήταν ανοιχτά τα μαγαζιά, και τραγουδούσα σιγανά για να μην ζορίζω τα σακατεμένα μου πνευμόνια. Δεν έβγαζα πολλά, ο ανταγωνιστής μου παρακάτω έπαιρνε την μερίδα του λέοντος, μα δεν με πείραζε. Έτσι κι αλλιώς, είχε μεγαλύτερη ανάγκη από μένα κι ένα στόμα παραπάνω να θρέψει, το σκυλάκι του, ενώ ο μπόμπος μου πλέον δεν έβαζε μπουκιά στο στόμα του. Είχα συμβιβαστεί με την ιδέα και έπαιζα για το κέφι μου, ως συνεχιστής της λαϊκής μας παράδοσης, ας πούμε, το καθήκον μου ήταν ιερό. Τελευταία, είχα γίνει μεγάλος ιδεαλιστής, τέτοια κατάντια, φοβόμουνα μην την ψωνίσω άσχημα στο τέλος.

Μερικές φορές σταματούσε καμιά παρέα νεαρών και άκουγε με προσοχή. Αυτό με ευχαριστούσε πολύ, κι ας μην μου ‘ριχναν ούτε ένα δίφραγκο, κι ας μην είχα κάνει σεφτέ όλο το απόγευμα, που να τους περισσεύουν. Και μόνο που έβλεπα τα όμορφα νιάτα να μου χαμογελούν, το ηθικό μου ανέβαινε ψηλά, έφτανε στα αστέρια και τη σελήνη, πετούσα στους πέντε ουρανούς, γέμιζε η ψυχή μου από αγαλλίαση και το βράδυ επέστρεφα στη γωνιά μου ξαλαφρωμένος και ανακουφισμένος. Μέχρι και τον άρρωστο γάτο μου ξέχναγα, το μαρτύριο της ψυχής μου.

***

Ένα απόγευμα, είχε ήδη σουρουπώσει για τα καλά, σταμάτησαν μπροστά μου δυο ψιλόλιχνες σκιές. Δεν έβλεπα ποιοι ήταν, είχα τελείως απορροφηθεί από το μελαγχολικό μου τραγούδι, βρισκόμουν αλλού. Μιλούσε για έναν απεγνωσμένο έρωτα, για το γλυκόπικρο όρπετο που τον είχε δαγκώσει για τα καλά και τώρα εκείνος γυρνούσε απογοητευμένος και μόνος, λίγο πριν το χάραμα περνούσε απ’ τα παλιά τους στέκια και θυμόταν  τις όμορφες στιγμές με την αγαπημένη του, μα και το φιλί της που όμως ποτέ δεν είχε χορτάσει. Όταν τέλειωσε το μελωδικό άσμα σήκωσα το κεφάλι μου, άνοιξα τα μάτια και επέστρεψα στο άθλιο παρόν.

Ξαφνιάστηκα, τα ‘χασα εντελώς, μου κόπηκε η ανάσα. Μπροστά μου στέκονταν η αδερφή μου με τον άντρα της. Η μπουμπού, έτσι τη φωνάζαμε παλιά, όταν ήμασταν μικρά. Είχα δέκα χρόνια να τους δω, από τότε που έφυγα απ’ το σπίτι. Με χαιρέτησαν κάπως αμήχανα, η κατάσταση ήταν λιγάκι άβολη. Προσπάθησαν να μου χαμογελάσουν, μα δεν τα κατάφεραν. Με ρώτησαν τι κάνω, πώς είμαι, πώς τα περνάω, τυπικές κουβέντες που φανέρωναν ελάχιστο πραγματικό ενδιαφέρον. Καλά, τους είπα μονολεκτικά και παρέμεινα απέναντί τους ψυχρός, βλοσυρός και απόμακρος, δηλαδή ελάχιστα ευγενικός, δεν μου έβγαινε, ούτε μπορούσα να προσποιηθώ πια, δεν υπήρχε και λόγος. Πλέον, δεν χάριζα κάστανα σε κανέναν από δαύτους.

Ο πατέρας είναι στα τελευταία του, είπε εκείνη, φανερά συγκινημένη. Πριν μια βδομάδα έπαθε βαρύ εγκεφαλικό. Μέσα στο παραμιλητό του σε ζητάει, όλο το όνομά σου βγαίνει απ’ τα χείλη του. Η μαμά είναι συνέχεια στο πλευρό του, έχει έρθει και ο μεγάλος απ’ την πρωτεύουσα, και άλλοι συγγενείς και φίλοι πηγαινοέρχονται, το σπίτι μας έχει καταντήσει κέντρο διερχομένων. Ήθελε να πάω κι εγώ να τον δω, έστω για τελευταία φορά, να του πω μια καλή κουβέντα, συμφιλιωθούμε, να φύγει ήρεμος, ξαλαφρωμένος και αναπαυμένος. Πλέον, δεν είχε νόημα να μην μιλάτε. Θα σε αναγνωρίσει, έχει κάποιες εκλάμψεις, υπάρχουν στιγμές που καταλαβαίνει, αν και την περισσότερη ώρα βρίσκεται σε λήθαργο. Μα τη δικιά σου φωνή σίγουρα θα την καταλάβει.

Καλά, θα δω τι θα κάνω, είπα. Δεν ήθελα να τους κακοκαρδίσω. Μαζί τους δεν είχα κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Τότε, όταν έγιναν τα συνταρακτικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μου, είχαν κρατήσει ουδέτερη στάση, τουλάχιστον δεν υπήρξαν εχθρικοί απέναντί μου, κι αυτό το εκτίμησα. Ειδικά ο γαμπρός μου, ήταν καλός άνθρωπος και οικογενειάρχης, λογιστής στο επάγγελμα, πάντα σοβαρός, μετρημένος και συγκρατημένος. Με ευχαρίστησαν, μου έδωσαν κάποια χαρτονομίσματα για τη μουσική μου κι έφυγαν. Τα έβαλα στην τσέπη με μισή καρδιά, για να μην τους προσβάλλω.

Ήθελαν, λοιπόν, να του δώσω συγχώρεση σαν να ήμουν ο πάπας. Μα πρώτα να μπω ξανά μέσα στο λάκκο των λεόντων. Όχι πως τους φοβόμουν, απλά μου προκαλούσαν αηδία. Μετά από τόσα χρόνια, θα ήμουν αναγκασμένος να ξαναδώ μαζεμένο όλο το σκυλολόι, και περισσότερο τον μεγάλο, να με κοιτάζουν βλοσυρά και υποτιμητικά, να θυμούνται και να σκαλίζουν τα παλιά, να κρυφογελούν για το δήθεν χάλι μου και το ρεζιλίκι μου, να χαίρονται για την κατάντια μου, να αποφαίνονται σοφά ότι αυτό που έπαθα μου άξιζε, από μικρός φαινόμουν ότι εκεί θα καταλήξω, πεταμένος στο δρόμο, έστω και αυτοθέλητα, για αυτούς δεν είχε σημασία, μετρούσε μόνο το αποτέλεσμα, ότι δεν είχα ούτε παρόν ούτε μέλλον, ένα χαμένο κορμί ήμουν και τίποτα παραπάνω. Σίγουρα, θα με θεωρούσαν κακομοίρη και δυστυχισμένο και θα χαιρόντουσαν. Πού να ‘ξεραν οι έρμοι.

Και ο μεγάλος μου αδερφός να είναι έτοιμος να με πιάσει απ’ το λαιμό και να με καρυδώσει. Και μόνο η μάνα, βουβή και απελπισμένη, θα με έσφιγγε μετά από τόσα χρόνια στην αγκαλιά της. Ίσως. Γιατί αν ήθελε μπορούσε να έρθει να με βρει, τι φοβόταν; Ή μήπως δεν ήξερε τι κάνω και που βρίσκομαι; Κάποιος καλοθελητής θα τους είχε σφυρίξει την νέα μου διεύθυνση. Ίσως, πάλι, να μην την άφησαν οι αφέντες του σπιτιού. Ανέκαθεν, δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες. Ήταν μια αδύναμη και άβουλη γυναικούλα που τους υπηρετούσα υπομονετικά και αγόγγυστα. Μα το ήξερα, με αγαπούσε πολύ. Κανείς τους δεν ήρθε, και καλύτερα, γιατί θα ‘παιρνα ανάποδες και δεν ξέρω τι μπορούσα να κάνω. Και αν σήμερα συγκρατήθηκα, ήταν λόγω της περίστασης, ήδη πενθούν τον αφέντη. Εδώ και χρόνια, δεν ήμουν πλέον το βολικό και υπάκουο παιδάκι που γνώριζαν κάποτε, που δεν τους έλεγε όχι σε τίποτα, δεν τους χάλαγε κανένα χατίρι  και όλοι το είχαν του κλότσου και του μπάτσου. Μα δεν πειράζει, τους έχω όλους συγχωρέσει, δεν κρατάω κακία σε κανέναν, ούτε τους αδικώ. Κι αυτοί έκαναν ότι μπορούσαν, όπως όλοι μας. Μόνο με τον μεγάλο κάποια στιγμή πρέπει να λογαριαστώ. Έχω ακόμη κάποια απωθημένα, μα θα ‘ρθει η ώρα και για κείνον. Δεν θα μου τη γλυτώσει. Όλα εδώ πληρώνονται, είναι νόμος.

Δεν πήγα να τον δω, να του δώσω άφεση αμαρτιών. Ούτε και στην κηδεία του, μετά από λίγες μέρες, για να τον ασπαστώ και να τον νεκροφιλήσω. Από την εφημερίδα το έμαθα, ο καφετζής μου έδειξε την αναγγελία του θανάτου του στην προτελευταία σελίδα. Στα τέκνα είχαν γράψει και το όνομά μου, καλοσύνη τους, έστω και για μπούγιο. Μόνο που εκείνο το βράδυ κουλουριάστηκα δίπλα στον γάτο μου και έκλαψα πολύ για όλα τα χαμένα χρόνια της ζωής μου, για ολόκληρο το πεθαμένο μου παρελθόν. Μετά από ένα μήνα τον ακολούθησε και η μαμά, από τον καημό της, είπαν. Δεν περίμενα ότι τον αγαπούσε τόσο πολύ. Πάνε λοιπόν τα γερόντια, τέλος εποχής. Ούτε και σ’ αυτήν πήγα. Το στομάχι μου έγινε κόμπος, μα δεν είχα άλλα δάκρυα να χύσω, είχαν τελειώσει, στέρεψα απότομα. Όμως, κράτησα σαράντα μέρες πένθος και για τους δύο, σύμφωνα με την παράδοση και τα έθιμα του τόπου μας, φύλαξα τον μπαγλαμά στη θήκη του και δεν ξανάπαιξα μουσική στον πεζόδρομο, κοντά στον ακορντεονίστα με τη φάλτσα φωνή και το νευρικό σκυλάκι.


Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

ΕΝΑΣ ΣΚΥΛΟΣ ΜΟΥΤΖΩΝΕΙ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Μπορεί σήμερα να είναι ένας δύστροπος μοναξιασμένος εβδομηντάρης κωλόγερος, αν και κοτσονάτος και καλοστεκούμενος, που παριστάνοντας τον καφετζή σε κεντρικό σημείο της μακρόστενης, και πεζοδρομημένης πια, πλατείας των τριών κακομούτσουνων ναυάρχων, πίνει, καπνίζει και μαστουριάζει σαν να μην υπάρχει αύριο, μα κάποτε βρισκόταν από την άλλη πλευρά του ποταμού. Φορούσε στολή, με πηλήκιο και γαλόνια, και κυνηγούσε τους κακούς της κοινωνίας, τα αποβράσματα, προστατεύοντας τους ήσυχους και εργατικούς νοικοκυραίους. Είχε και γυναίκα, περιμένανε και παιδί, σε λίγο θα γινότανε και πατέρας. Τότε ήταν σαράντα χρόνων, χαρούμενος και αισιόδοξος, κι έκανε πολλά σχέδια για το μέλλον. Όμως, η ζημιά δεν αργεί να γίνει, η τραγωδία σε περιμένει, μόλις στρίψεις, στην επόμενη γωνία. Παρ’ όλο που εσύ δεν το γνωρίζεις, περπατώντας αμέριμνος κι ανυποψίαστος. Αυτό σημαίνει μοίρα. Ή κακοτυχία. Όπως το πάρει κανείς.    

Το προηγούμενο βράδυ είχε δει ένα άσχημο και σημαδιακό όνειρο, μα δεν έδωσε σημασία. Ποτέ δεν ήταν προληπτικός, ούτε πίστευε στα ζώδια και στα μέντιουμ που προβλέπουν το μέλλον μέσα σε μια γυάλινη σφαίρα, αυτά είναι ανόητες και ξεπερασμένες δεισιδαιμονίες για τις γυναικούλες και τα χάπατα, έλεγε, όποτε το ‘φερνε η κουβέντα, κοροϊδεύοντας και περιγελώντας. Έβλεπε, λοιπόν, ότι μέσα στην εκκλησία γινόταν η κηδεία του, κόσμος πολύς, η κατάσταση αποπνικτική, φίσκα, γεμάτη από συγγενείς και φίλους, μα και ένστολους συνάδελφους από την αστυνομία, κι όλοι έκλαιγαν και μοιρολογούσαν το παλικάρι που έφυγε τόσο νέο, στο άνθος της ηλικίας του. Ο παπάς λιβάνιζε, ευλογούσε και παρηγορούσε το ποίμνιο, ενώ ο ψάλτης έλεγε τα κυρ ελέησον και κρατούσε το ισοκράτημα με την ένρινη, ψιλή του φωνούλα. Εκείνος βρισκόταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με τα χέρια σταυρωμένα και τα μάτια κλειστά, μέσα στο λουλουδένιο φέρετρο, φορώντας την επίσημη αστραφτερή του στολή. Παραδίπλα πλάνταζαν στο κλάμα η γυναίκα του, νέα και μαυροντυμένη, κι ένα μικρό αγοράκι που κρατούσε από το χέρι. Ξαφνικά, ανοίγει τα μάτια. Θα με αφήσετε λοιπόν να κοιμηθώ; απευθύνεται προς το πλήθος φωνάζοντας.  Ύστερα, και με τα δύο του χέρια μουτζώνει προς τον ουρανό. Τότε ξύπνησε.

Όσα δεν φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος, λένε οι παλιοί που ξέρουν τη ζωή και την έχουν φάει με το κουτάλι. Ήταν η κακιά στιγμή, μεγάλη ατυχία, μα και απροσεξία, έφταιγαν κι εκείνοι. Κυριακή απόγευμα επέστρεφαν με το αυτοκίνητο από μια κοντινή εκδρομή. Είχαν τρελό κέφι, είχαν πιει και λίγο παραπάνω, είχαν περάσει πολύ όμορφα. Το ραδιόφωνο στη διαπασών έπαιζε λαϊκά. Αγαπιόντουσαν πολύ και ένιωθαν ευτυχισμένοι. Γελούσαν και τραγουδούσαν κι εκείνη του έδινε πεταχτά φιλιά στο μάγουλο και του χάιδευε τα μαλλιά. Εκείνος δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα, να ανταποδώσει. Κρατούσε το τιμόνι και κοίταζε το δρόμο μπροστά του. Δεν είχε κίνηση, ήταν σχεδόν άδειος. Βιαζόντουσαν να φτάσουν στο σπίτι και να πέσουν στο κρεβάτι. Και τι έγινε που αυτή ήταν έγκυος και περίμενε παιδί; Δεν τους ένοιαζε. Ήταν τόσο καιρό μαζί, μα ο πόθος δεν είχε καταλαγιάσει, τους φλόγιζε ακόμα τα κορμιά.

Τότε έγινε το κακό. Ένας μεγαλόσωμος άσπρος σκύλος πετάχτηκε στη μέση του δρόμου. Φορούσε κολάρο και έσερνε ακόμα του λουρί του. Πρέπει να είχε ξεφύγει από τα αφεντικά του ή να τον είχαν αμολήσει. Δεν ήξερε που να πάει και που να σταθεί. Προσπάθησε φοβισμένο και αλαφιασμένο να περάσει απέναντι, μα δεν πρόλαβε. Εκείνος τον είδε την τελευταία στιγμή, πάτησε φρένο, προσπάθησε να τον αποφύγει, μα δεν τα κατάφερε. Το σκυλί έσκουξε και πετάχτηκε αιμόφυρτο στην άκρη του δρόμου, πλάι σε έναν κάδο σκουπιδιών, κι εκεί ξεψύχησε, άφησε την τελευταία του πνοή. Κατόπιν, το αυτοκίνητο χτύπησε μετωπικά  πάνω σε μια κολώνα με μεγάλη ταχύτητα κι έγινε σμπαράλια. Δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας. Η γυναίκα σκοτώθηκε ακαριαία, δεν κατάλαβε καν τι είχε γίνει, ούτε το παιδί μέσα στην κοιλιά της επέζησε. Εκείνος μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο δίχως τις αισθήσεις του, σε κωματώδη κατάσταση, μα τελικά κατάφερε να γλυτώσει.  

Όμως, δεν πήγε στην κηδεία της συζύγου του, ούτε στο μνημόσυνο, δεν της είπε καν το τελευταίο αντίο και το καλό κατευόδιο. Από το κώμα συνήλθε μετά από δεκαεφτά μέρες, μα στο νοσοκομείο έμεινε για πολύ καιρό ακόμη. Από την πρόσκρουση είχε χτυπήσει σοβαρά στο κεφάλι, είχε ανοίξει η κάψα του στα δύο. Ζαλιζόταν, είχε έντονους πονοκεφάλους και τα βράδια ξυπνούσε ουρλιάζοντας από τους εφιάλτες. Ξαφνικά, η ζωή του είχε γίνει μια κόλαση, μάταια προσπάθησε να αυτοκτονήσει, πηδώντας απ’ το παράθυρο, έσπασε μόνο κάτι κόκαλα. Από το νοσοκομείο μεταφέρθηκε επειγόντως στο ψυχιατρείο. Εκεί οι γιατροί τον πλακώσανε στα χάπια και οι ψυχολόγοι στις συνεδρίες και τις ψυχοθεραπείες. Δηλαδή, άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Τελικά κάπως συνήλθε, μάζεψε τα  συντρίμμια και τα κουρέλια του και μετά από δύο χρόνια βγήκε από την κλινική. Θα έπαιρνε τα φάρμακα για όλη του τη ζωή, του είπαν οι ειδικοί, αυτοί που γνωρίζουν. Μα στη δουλειά του δεν μπορούσε να επιστρέψει. Πέρασε από διάφορες υγειονομικές επιτροπές, κρίθηκε ανίκανος για την αστυνομία και βγήκε σε πρόωρη σύνταξη.

Τότε ήταν που πήρε τις μεγάλες αποφάσεις. Στα σαράντα τρία του χρόνια θα μηδένιζε το κοντέρ και θα ξεκινούσε από την αρχή μια δεύτερη ζωή. Σταδιακά, έκοψε τα χάπια και απομακρύνθηκε από συγγενείς και φίλους και πρώην συναδέλφους. Δεν ήθελε να τον λυπούνται και να τον κατηγορούν, να τον γεμίζουν τύψεις και ενοχές, του έφτανε η μάχη που έδινε κάθε μέρα με τον δαίμονα εαυτό του. Με το εφάπαξ αγόρασε ένα καφενείο που το έκανε και σπίτι του. Πλέον, εκεί μέσα θα πέρναγε το υπόλοιπο του βίου του, παρέα με ανθρώπους που του έμοιαζαν και που θα επέλεγε ο ίδιος. Και προσπαθώντας, όσο μπορούσε, να μη θυμάται τα παλιά. Πίνοντας και μαστουρώνοντας, σταματώντας τους πόνους του κορμιού και της ψυχής, έστω και προσωρινά. Και σταματώντας τα χάπια. Και χορεύοντας. Και μουντζώνοντας και με τα δυο του χέρια τον ουρανό, για την κακή του μοίρα, την ψυχρή και την ανάποδη.  

Όμως, με τούτα και με κείνα, ξεχάσαμε τον κακόμοιρο τον σκύλο, τον φταίχτη όλης αυτής της θλιβερής ιστορίας, άθελά του, βέβαια. Το ζώο έμεινε κατάχαμα στην άσφαλτο για αρκετές μέρες, φουσκωμένο και τουμπανιασμένο, ανάσκελα, σε νεκρική ακαμψία, δείχνοντας με αναίδεια τα αρχίδια του στους περαστικούς, μουντζώνοντας και με τα τέσσερα τεντωμένα του ποδάρια  τον ουρανό.  Ώσπου ένα πρωί πέρασε το σκουπιδιάρικο του δήμου και το μάζεψε. Το πέταξαν μέσα, στην τελευταία του κατοικία, για να γίνει κιμάς. Όχι, βέβαια, πως τον ένοιαξε καθόλου.

 

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΜΠΑΤΣΟΥ


Ο μπόμπος πεθαίνει, είναι βαριά άρρωστος. Τι κι αν είναι γάτος, δεν έχει καμία σημασία. Μέσα στο καλάθι του, κουλουριασμένος, μια σταλιά, γυρισμένος προς τον τοίχο, με τα μάτια κλειστά, αναπνέει αργά και δύσθυμα. Κοντά του ασθένησα κι εγώ, με κόλλησε, μα δεν με νοιάζει. Πλέον, αναγκαστικά, κάνω εισπνοές και δεν απομακρύνομαι πολύ και χωρίς σοβαρό λόγο από τη γωνιά μου, άντε, να πάω μέχρι το απέναντι φαρμακείο. Μα δεν έχω παράπονο, τίποτα δεν μου λείπει, ο γατούλης μου μόνο να γίνει καλά, αυτό θέλω, για μένα δεν με νοιάζει, πλέον έχω συμβιβαστεί με την ιδέα.

Μα πρέπει να είμαι αισιόδοξος, να μην το βάζω κάτω. Φαγητό μου φέρνει καθημερινά μία οργάνωση κοινωνικής αλληλεγγύης, που βοηθάει και συμπαραστέκεται σε ανήμπορους και άστεγους, παίρνω και ένα μικρό  προνοιακό  επίδομα, με καλό κουμάντο και οικονομία βγαίνουν τα έξοδα του μήνα και δεν χρωστάω σε κανέναν, ούτε είμαι αναγκασμένος να ζητιανεύω και να παρακαλώ τους φιλήσυχους και φιλύποπτους νοικοκυραίους. Είμαι άρχοντας, τίποτα δεν μου λείπει κι έχω όλο το χρόνο δικό μου, και κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι μου. Είμαι ελεύθερος. Η μέρα μου ξεκινάει όμορφα. Κάθε πρωί έρχεται ο καφετζής από δίπλα, μου φέρνει τον καφέ και με καλημερίζει. Δεν ρωτάει πια για τον ετοιμοθάνατο καρκινοπαθή, πώς πηγαίνει, μόνο με κοιτάζει λυπημένα και με συμπονά, μου συμπαραστέκεται σιωπηλά. Τουλάχιστον, αυτό κάπως με παρηγορεί. Υπάρχει ένας άνθρωπος πάνω σε ολόκληρο τον πλανήτη που αισθάνεται τον πόνο μου. Καταλαβαίνει πως βρίσκεται στο τελικό στάδιο. Πλέον, είναι ζήτημα χρόνου, λίγων μόνο ημερών για να τελειώσει το μαρτύριο και των δύο μας. 

Όταν βγήκα στον δρόμο και ήρθα σε αυτή την περιοχή για να μείνω, τον βρήκα εδώ. Εξηντάρης, τότε, ψηλός, ξερακιανός, με άσπρα μακριά μαλλιά και γένια, άγριο βλέμμα, σαν προφήτης της παλαιάς διαθήκης μου φάνηκε, τρόμαξα κάπως. Η αντιπάθεια υπήρξε μάλλον αμοιβαίως κεραυνοβόλα, με την πρώτη ματιά. Ήταν κι εκείνος δύσκολος άνθρωπος, μονόχνοτος και μοναξιασμένος, σημαδιακός και αταίριαστος, σε όλα του, είχε περάσει πολλά, είχε γνωρίσει τη ζωή απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, ενώ εγώ βρισκόμουν ακόμη στη μέση της διαδρομής, είχα ακόμα πολύ δρόμο να διανύσω, έτσι μου φαινόταν τότε. Στην αρχή δεν ήθελε ούτε να με βλέπει μπροστά του, μου είπε, σχεδόν με διέταξε, να του αδειάσω τη γωνιά, ότι δήθεν βρωμάω και του διώχνω την πελατεία. Μαλακίες, παιδιάστικες προφάσεις, ήμουν ακόμη φρέσκος και ολοκαίνουργιος, του κουτιού, μόλις είχα φύγει από το σπίτι. Κοντοσταθήκαμε για λίγο, μετρηθήκαμε και πιαστήκαμε στα χέρια. Αν και κοντύτερος, σαν τάπα με μεγάλα πεταχτά αυτιά, του τσαμπουκαλεύτηκα άγρια, ήμουν και νεότερος τότε, ήταν πρόσφατα και όλα εκείνα τα δυσάρεστα γεγονότα που με οδήγησαν στον εθελούσιο εξοστρακισμό μου από τις τάξεις της ευυπόληπτης κοινωνίας μας, ήθελα κάπου να ξεσπάσω, να βγάλω το άχτι μου, αυτός θα πλήρωνε τα σπασμένα, ας φώναζε και την αστυνομία να μάθαινε το ποιόν μου, στα αρχίδια μου τους έγραφα όλους, καθόλου δεν με ένοιαζε.

Βέβαια, θα μπορούσα να μαζέψω τα συμπράγκαλά μου και να πάω παραπέρα, να τον στείλω στο διάολο και να λήξει το ζήτημα εκεί, μα δεν το ‘κανα. Πες από φιλότιμο και αξιοπρέπεια, πες από εγωισμό, δεν ήθελα να φανεί ότι δείλιασα κι έβαλα την ουρά κάτω από τα σκέλια, πως είμαι κότα. Στον δρόμο αυτό παίζει μεγάλο ρόλο για να σε σέβονται, όπως και στη φυλακή, το γνώριζα ασυνείδητα. Όχι βέβαια πως φαινόταν του χεριού μου, ας πούμε, ήταν σαν μια μορφή αυτοχειρίας. Σίγουρα, διάλεξα να τα βάλω με τον λάθος άνθρωπο, αμέσως μου κόπηκε η μαγκιά. Με μια επιδέξια λαβή καρατέκα με καθήλωσε στο τσιμέντο, ξεφτίλα έγινα σε γειτόνους και περαστικούς, μέρα μεσημέρι. Κάτσε φρόνιμα, ρε κοντοπίθαρε αυτιάγκουρα, που θέλεις και να με βαρέσεις, είπε γελώντας.  Δεν είχε κι άδικο. Ανέκαθεν, από γεννησιμιού μου, ήμουν σουφρόκωλο και μπασμένο, για γέλια και για κλάματα, εκείνος ένας σοβαρός και μετρημένος άντρακλας μέχρι κει πάνω, και, όπως αποδείχθηκε, το ‘λεγε ακόμη η περδικούλα του, σωστό θηρίο. Μετά από λίγο, με άφησε. Μάλιστα, με βοήθησε να σηκωθώ όρθιος, με ξεσκόνισε κάπως, μου έστρωσε και το κατσιασμένο μου τσουλούφι. Άντε, με τις υγείες σου, μου είπε, κι άλλη φορά να προσέχεις με ποιους τα βάζεις. Γέλασα κι εγώ, πιο πολύ με τα χάλια μου. Μάλλον, δεν ήταν κακός άνθρωπος, αυτό συμπέρανα εκ των υστέρων. Πάντως, από τότε, γίναμε καλοί φίλοι, φυσικά με όλες τις απαραίτητες επιφυλάξεις που απαιτούσαν οι περιστάσεις και οι κίνδυνοι των καιρών, δεν ήταν εύκολο να εμπιστευτείς κανέναν πια. Τουλάχιστον, είχα έναν άνθρωπο να λέω τον πόνο μου και να ξαλαφρώνω.

Έτσι, παρόλη την αλλοπρόσαλλη γνωριμία μας, στάθηκα πολύ τυχερός. Ο καφετζής αποδείχτηκε ο από μηχανής θεός της προσωπικής μου ιλαροτραγωδίας και το μαγαζάκι του χρησιμότατο. Μου φέρθηκε σαν αδερφός. Εκεί έτρωγα κι έπινα, εκεί έκανα και τις ανάγκες μου, ειδικά τον πρώτο καιρό, μέχρι να προσαρμοστώ στη ζωή του άστεγου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά με συμπάθησε. Ήταν έμπειρος, ήξερε να κόβει φάτσες, μάλλον κάτι θετικό είδε στο προσωπάκι μου και στο γελοίο μου σουλούπι, κάτι που του έκανε εντύπωση, του τράβηξε την προσοχή. Ήταν φιλικός και συμπονετικός απέναντί μου. Μετά από λίγο καιρό, αφού γνωριστήκαμε καλύτερα, μου έκανε την πρόταση. Όχι γάμου, μα αν ήθελα, μπορούσα να τον βοηθάω στο μαγαζί και να κοιμάμαι τα βράδια μέσα, να έχει κι εκείνος μια παρέα. Έμενε στο πατάρι, εκεί είχε το κρεβάτι του, αυτό ήταν το σπίτι του. Ήταν μπεκιάρης, δίχως γυναίκα και παιδιά, οι φίλοι και οι γνωστοί ήταν η οικογένειά του. Οι πελάτες του, συγκεκριμένοι και σταθεροί, τους γνώριζε χρόνια, το καφενείο ήταν το στέκι τους, κάποιοι ρέμπελοι ξημεροβραδιάζονταν όλη τη μέρα και του σκότιζαν τα αρχίδια, παραπονέθηκε, χαμένα κορμιά, δεν τους έβλεπε καθόλου το σπίτι τους. Αρνήθηκα ευγενικά. Σε κείνη τη φάση ήθελα την ελευθερία και την μοναξιά μου, να ζήσω με τον εαυτό μου αποτραβηγμένος απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους, μήπως τον γνωρίσω καλύτερα, τον αποδεχτώ και κάπως βελτιωθώ, γίνω καλύτερος. Το είχα παρατηρήσει. Όποτε ερχόμουν σε επαφή με άλλους, γινόμουν χειρότερος, για να τους αντιμετωπίσω, να τα βγάλω πέρα μαζί τους, κατρακυλούσα στον κατήφορο. Έτσι κι αλλιώς, μετά από λίγες μέρες, μπήκε στη ζωή μου και ο μπόμπος, το ξανθό μου γατάκι. Μα, από δω και στο εξής, το καφενείο θα ήταν καταφύγιο και απάγκιο σε κάθε δύσκολη περίσταση της ζωής μου. Πλέον, είχα κι εγώ έναν δικό μου άνθρωπο.

Ήταν πρώην μπάτσος, μα δεν με ένοιαζε, ποτέ δεν είχα πρόβλημα με τα όργανα της τάξης και της ασφάλειας, μια τίμια δουλειά είναι κι αυτή, όπως τόσες άλλες, χρησιμότατη, αναγκαία και πολύ απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας μας, όλα αυτά είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα, κι άσε τους επαναστάτες της φακής να λένε τα δικά τους. Όμως, πρόσφατα, πριν από δυο τρία χρόνια, τον έδιωξαν από την υπηρεσία με πρόωρη σύνταξη. Στις κουβέντες που κάναμε ποτέ δεν έμπαινε σε λεπτομέρειες για το πώς και το γιατί, μέσες άκρες μόνο, συνήθως κάνα βράδυ που καθόμασταν μονάχοι και τα κοπανούσαμε, μα κι αυτά που ξεφούρνιζε μπορεί να μην ήταν όλη η αλήθεια. Κάθε φορά σκαρφιζόταν και μια καινούργια ιστορία. Μιλούσε το πιοτό, μα σίγουρα ήθελε να ξεχάσει, γι’ αυτό έπινε, για να τα ξεριζώσει απ’ το κεφάλι του και κατόπιν να πάει στο κρεβάτι του, πάνω στο πατάρι, και να ταβλιαστεί δίχως εφιάλτες και νυχτερινούς τρόμους, μέχρι το άλλο πρωί, σαν πεθαμένος. Τη μέρα μπορούσε να την παλέψει, τη νύχτα όχι, τον έπαιρναν και τον σήκωναν οι σκιές και τα φαντάσματα, τον περίμεναν στη γωνιά. Γι’ αυτό μεθούσε, τραύλιζε και παραπατούσε, για να τους ξεφύγει, να γλυτώσει, συνήθως τα κατάφερνε. Όμως, ούτε κι  εγώ ρωτούσα, δεν ήθελα να ξύνω παλιές πληγές. Είχα κι ο ίδιος μπόλικες και μπορούσα να καταλάβω το σκοτεινιασμένο του βλέμμα, μακρινό και χαμένο. Έτσι κι αλλιώς, ούτε κι εγώ του είπα ποτέ όλη την αλήθεια για το ένοχο παρελθόν μου, για τους λόγους που οικειοθελώς βρέθηκα ανέστιος και πλάνης, φυγάς θεόθεν και αλήτης, αυτοθέλητα πεταμένος στους πέντε δρόμους. Είχε ο καθένας μας τα επτασφράγιστα και απαραβίαστα μυστικά του, κουβαλούσαμε τον δικό μας σταυρό αγόγγυστα μέχρι τον τάφο. Και δεν ήταν κάνα χάπατο. Από όσα μισόλογα του έλεγα, σκόρπια και μπερδεμένα, κάτι ψυχανεμιζόταν, κάτι καταλάβαινε, μπορούσε να βγάλει μια άκρη. Μα έστω κι έτσι, συνεννοούμασταν, επικοινωνούσαμε βαθιά. Κατά βάθος, ήμασταν φτιαγμένοι από την ίδια πάστα, εκείνη της μοναξιάς, της ματαιότητας και της απαισιοδοξίας. Γι’ αυτό και ταιριάζαμε, παρά τις επί μέρους διαφωνίες μας.

Πάντως, του είπα σίγουρα πως στην προηγούμενη ζωή μου ήμουνα καθηγητής σε σχολείο της μέσης εκπαίδευσης και μάθαινα τα παιδιά μας γράμματα. Είχα τους πονηρούς και υποχθόνιους σκοπούς μου, όταν του το ξεφούρνισα. Ήθελα να αισθανθεί δέος απέναντι στις γνώσεις μου, είχα διαβάσει μπόλικα βιβλία και ήμουνα παραμορφωμένος, επί παντός επιστητού, όποτε θα είχε την παραμικρή απορία μπορούσε να προστρέξει σε μένα, μια κινητή βιβλιοθήκη ήμουνα, για να του λυθεί αμέσως, αυθωρί και παραχρήμα, που λέγανε και οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Πράγματι, όταν του το είπα, έμεινε άναυδος και με ανοιχτό το στόμα. Παραδόξως, το πίστεψε. Μα δεν το περίμενε, δεν του γέμιζα το μάτι για διανοούμενος. Με περιεργάστηκε με το έξυπνο βλέμμα του από την κορυφή ως τα νύχια και μετά από μπόλικη σκέψη αποφάνθηκε. Μπράβο σου, και δεν σου φαινόταν, σχολίασε κάπως ειρωνικά. Και από τότε δεν με ξαναφώναξε με το όνομά μου, παρά μόνο κύριε καθηγητά, πάντα μεταξύ σοβαρού και αστείου. Μα κι εγώ ανταπόδωσα στα ίσα την πρόκληση. Πότε τον φώναζα καφετζή και πότε χωροφύλακα, μα ποτέ βρωμόμπατσο και παλιομπασκίνα, δεν του ταίριαζε, θα τον αδικούσα. Έτσι κι αλλιώς, μεταξύ μας πλέον δεν χωρούσαν παρεξηγήσεις, ειδικά σε σχέση με τα παρατσούκλια του καθενός. Αστεία πράγματα.

***

Η ζωή στον δρόμο είναι δύσκολη, ειδικά τις υγρές και παγερές νύχτες του χειμώνα. Πάνω στις διπλές στρώσεις των χαρτονιών ανοίγω τον υπνόσακο, στρώνω τις χοντρές μάλλινες κουβέρτες, φοράω τον κόκκινο σκούφο και χώνομαι ολόκληρος κάτω από τα σκεπάσματα μέχρι να ξημερώσει και να βγάλει ο ήλιος κέρατα. Επιπλέον, η πλατεία ερημώνει και γίνεται επικίνδυνη. Ο πιστός μου γάτος, και μόνο με την οσμή του, με προφυλάσσει από τα φίδια, τα ποντίκια και τα διαφόρων λογής ζωύφια που κυκλοφορούν, δεν τολμάνε να πλησιάσουν, μα το ζυγισμένο στιλέτο και ο ακονισμένος σουγιάς είναι αποκλειστικά για τους ανθρώπους. Όταν κοιμάμαι, το ένα το έχω μόνιμα στη χούφτα μου, το άλλο μέσα στην κάλτσα, δεν θέλω να με αιφνιδιάσουν, κι ένα τροχισμένο μυτερό στραβοκατσάβιδο, καβαντζωμένο κάτω απ’ το καλάθι του μπόμπου, ως έσχατη εφεδρεία, που σίγουρα θα έκανε καλά τη δουλειά του σε μια κρίσιμη μάχη εκ του συστάδην, θα του πέταγε άνετα τα άντερα έξω, του οποιουδήποτε αλητάμπουρα και επίδοξου δολοφόνου μου, έστω και για λίγα ψιλά. Εξαρχής, ήμουν αποφασισμένος να πουλήσω πολύ ακριβά το τομάρι μου. Παρόλο που δεν έπιανε μία.

Την προηγούμενη φορά στο τσακ την γλύτωσα από ένα πρεζόνι, μα πήρα μεγάλη τρομάρα και πλέον έχω περισσότερο τον νου μου. Η παλιογαμιόλα πλησίασε στα μουλωχτά και προσπάθησε να με κλέψει, σαν να ήξερε πως έχω πάνω μου χρήματα. Ξύπνησα την ώρα που με ψαχούλευε και μέσα στα σκοτάδια, με μια γρήγορη σουγαδιά, του χαράκωσα το πρόσωπο, ξαφνιάστηκε, ούρλιαξε απ’ τον πόνο και το ‘βαλε στα πόδια, ακόμα τρέχει. Περίμενα αντίποινα από τη συντεχνία, μα ευτυχώς δεν ξαναφάνηκε κανένας από δαύτους. Καμιά φορά, πάνω στην χαρμάνα τους, γίνονται πολύ μοβόροι, δεν καταλαβαίνουν μάνα μου και πατέρας σου, μπορεί να σε αφαλοκόψουν για λίγα κέρματα. Όμως, πρέπει να καθάρισε για πάρτη μου ο καφετζής. Αμέσως, το ίδιο πρωί, του είπα τι είχε συμβεί. Μην ανησυχείς, μου είπε, θα τους βρω και θα τους μιλήσω, δεν θα ‘χεις ξανά πρόβλημα μαζί τους. Ξέρεις, δεν είναι κακά παιδιά, απλά έχουν κάψει φλάντζα, τα μυαλά τους είναι για πέταμα και καμιά φορά δεν ξέρουν τι κάνουν, προσπαθούσε να τους δικαιολογήσει. Πράγματι, έτσι έγινε. Δεν με ξαναενόχλησε κανείς. Μα για καλό και για κακό, είχα πάντα επάνω μου τα μαχαιράκια. Έστω, για να καθαρίζω κάθε τόσο τα νύχια και τα δόντια μου.   

Όμως, το ίδιο απόγευμα με πλησίασαν δύο αστυνομικοί. Τους είχα ξαναδεί, γνώριμες φάτσες και όμορφα παιδιά, έκαναν  συχνά πεζές περιπολίες στη γειτονιά μας, μα δεν με είχαν ενοχλήσει ποτέ. Ούτε κι εγώ έδινα δικαιώματα, καθόμουν ήσυχα στη γωνιά μου και δεν πείραζα άνθρωπο. Περνούσαν από μπροστά μου τυπικοί και υπηρεσιακοί, του καθήκοντος, δίχως να μου δώσουν σημασία, άλλο που δεν ήθελα, σαν να ήμουν αόρατος, σαν να μην υπήρχα. Σπάνια, καμιά φορά, γινόντουσαν πιο φιλικοί, μάλλον ανάλογα με τη διάθεση, μου χαμογελούσαν κι έλεγαν και καμιά καλησπέρα. Τους είχα συμπαθήσει, μου φαίνονταν καλά και εντάξει παιδιά, τζιμάνια. Μα σ’ αυτή την περίπτωση δεν επρόκειτο για βόλτα ρουτίνας, έρχονταν με άγριες διαθέσεις, τους φοβήθηκε το μάτι μου. Ζήτησαν τα στοιχεία μου, τους έδειξα ταυτότητα και τα σημείωσαν. Από τον ασύρματο κάλεσαν το κέντρο, κάτι είπαν, μα δεν κατάλαβα ακριβώς. Ζήτησαν να μου κάνουν σωματικό έλεγχο και φόρεσαν λευκά χειρουργικά γάντια, φοβόντουσαν μη κολλήσουν καμιά παλιαρρώστια. Δεν έπρεπε να αρνηθώ, είπαν, γιατί τότε θα είχα χειρότερες συνέπειες και ντράβαλα. Με απείλησαν ότι θα αναγκαζόντουσαν να με πάρουν σηκωτό για το τμήμα. Επομένως, τα πράγματα είχαν σοβαρέψει. Το πρεζόνι με το χαρακωμένο πρόσωπο πρέπει να είχε βγάλει βρώμα στους μπασκίνες για την νυκτερινή ιστορία, το πουλάκι είχε κελαηδήσει, δεν εξηγείται αλλιώς. Αυτά ψάχνεται; Τους ρώτησα και τους έδειξα τον σουγιά και το στιλέτο. Ξαφνιάστηκαν με την αναίδεια και το θράσος μου, μα δεν ήθελα να με αγγίξουν, εκτός κι αν νόμιζαν ότι έκρυβα πάνω μου και ναρκωτικά. Κατάσχονται, είπαν και μου τα άρπαξαν απ’ το χέρι. Δεν έχω πειράξει κανέναν, τους εξήγησα, τα έχω για προσωπική ασφάλεια, καμιά φορά ο δρόμος γίνεται πολύ επικίνδυνος, ξέρετε, ειδικά τα βράδια. Δεν τους έπεισα, παρόλο που χρησιμοποίησα πληθυντικό άκρας ευγενείας. Με κατηγορούσαν για οπλοφορία κι έπρεπε να με συλλάβουν. Έχασα το χρώμα μου. Άλλα μπλεξίματα τώρα, σκέφτηκα.

Τότε εμφανίστηκε μπροστά μας σαν φάντης μπαστούνι ο καφετζής. Η επέμβασή του υπήρξε σωτήρια και καθοριστική, με έβγαλε από πολλές ταλαιπωρίες και άσκοπα τρεχάματα. Μόλις τον είδαν, έχασαν την μιλιά τους. Φαίνεται, δεν τους ήταν άγνωστος και κάπως τον φοβόντουσαν, τουλάχιστον υπολόγιζαν τον λόγο του. Μάλλον, η φήμη του έτρεχε γρηγορότερα απ’ τον ίδιο. Ίσως πάλι να διατηρούσε ακόμη κάποιες περίεργες σχέσεις και δοσοληψίες με την παλιά του υπηρεσία, ποιος ξέρει. Πάντως, με έσωσε, καθάρισε για πάρτη μου και του το χρωστάω, όπως και για πολλά άλλα. Είναι καλό παιδί ο κύριος καθηγητής, νομοταγής και υπεράνω πάσης υποψίας, γκαραντί, με υποστήριξε πλέκοντας το εγκώμιό μου. Μπορούσε να εγγυηθεί ο ίδιος για μένα. Έτσι κι αλλιώς, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω, τσιριμπίμ τσιριμπόμ, γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν, τσιγκολελέτα και κόκκινα κουφέτα, σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι και τα ρέστα δικά σου, άλλαξε τροπάριο και τους έλεγε διάφορα τέτοια παλαβά και ακαταλαβίστικα. Αμπεμπαμπλόμ τουκιθεμπλόμ μπλιμ μπλομ. Ο μπαγάσας ήταν σε φόρμα, τους μούρλανε εντελώς. Μεγάλος ηθοποιός, πουλούσε τρέλα κι έσπαγε άγρια πλάκα με τους ένστολους πρώην συναδέλφους του. Τα παιδιά κοιταχτήκαν με απορία και χαμογέλασαν αμήχανα, τι άλλο να έκαναν, και ο πάγος έσπασε. Πάρ’ τα, κρύψ’ τα και να προσέχεις, είπαν και μου ‘δωσαν πίσω τα σιδερικά μου. Για το πρεζόνι της προηγούμενης βραδιάς δεν έβγαλαν άχνα, ούτε κουβέντα. Τους ευχαρίστησα και τους ευχήθηκα από μέσα μου να πάνε να γαμηθούν, οι καργιόληδες. Κατόπιν, οι μπάτσοι απομακρύνθηκαν συνεχίζοντας την υγιεινή τους βολτούλα στα πέριξ. Με έπιασε απ’ το μπράτσο. Έλα, πάει, τέλειωσε, και σταμάτα να τρέμεις σαν το ψάρι, μου είπε για να με πειράξει και να μου δώσει λίγο κουράγιο. Ήμουν ακόμη σαν βρεγμένη γάτα. Και πάμε να πιούμε κάνα ποτό για να συνέλθουμε, ολοκλήρωσε την κουβέντα του.    

Μπήκαμε στο καφενείο, ήταν άδειο, κόσμος κανείς. Έσβησε τα πολλά φώτα και κλείδωσε την πόρτα. Απόψε το κατάστημα είναι ρεζερβέ, σχολίασε γελώντας και μου ‘κλεισε το μάτι, γλεντάμε για πάρτη μας. Πράγματι, τα ήπιαμε μέχρι αργά και γίναμε πίτα, ειδικά εκείνος, ήταν άγριο σουρωτήρι. Έστριψε κι ένα τρίφυλλο και το κάναμε μαζί, τραβώντας τζούρες εναλλάξ. Παρ’ ότι δεν καπνίζω ούτε απλό τσιγάρο, μα δεν ήθελα να τον προσβάλω. Το κασετόφωνο έπαιζε στη διαπασών ρεμπέτικα του έρωτα και του θανάτου. Μετά από λίγο ανέβηκε τρεκλίζοντας στο πατάρι κι έφερε έναν τζουρά κι έναν μπαγλαμά. Τελικά, ο τέως μπάτσος και νυν καφετζής είχε πολλά κρυφά ταλέντα και χαρίσματα, με πήγαινε από την μια έκπληξη στην άλλη.  Είχε χρόνια να τα πιάσει στα χέρια του, είπε, ξεχασμένα μέσα στο μπαούλο, είχαν σκεβρώσει από την υγρασία και την πολυκαιρία, μα σήμερα το απαιτούσε η περίσταση. Σαν να ήξερε, ο μάγκας, αν και δεν του είχα μιλήσει σχετικά, μάλλον το ψυχανεμιζόταν, ποιος ξέρει. Πάντως, με γύρισε πολλές εποχές πίσω, στα ξέγνοιαστα φοιτητικά μου χρόνια, όταν γρατζούναγα κι εγώ τα τρίχορδα και προσπαθούσα δειλά να μάθω κάνα τραγουδάκι, κυρίως τα πιο παλιά, τα πιο μάγκικα. Μου άρεσαν πολύ, μα γρήγορα τα παράτησα, ξεχάστηκαν κι αυτά αργότερα, μέσα στις σκοτούρες και τις υποχρεώσεις της ζωής.

Τα κουρδίσαμε στο περίπου, με το αυτί, τσάτρα πάτρα, και πήρα τον μπαγλαμά. Αν και τα δάχτυλά μου είχαν σκεβρώσει, θυμόμουν ακόμα να κρατάω κάποια ακόρντα. Μπράβο, κύριε καθηγητά, καλά τα πας, κάτι μπανίζεις από υψηλή τέχνη, μου ‘λεγε κάθε τόσο ο φίλος μου για να με ενθαρρύνει. Παίξαμε μόνο χασικλίδικα, τραγούδια παλιακά και προπολεμικά, άδοντας και γκαρίζοντας με τις βραχνές φωνές μας. Πέντε μάγκες στον Περαία, να ξεφύγω δεν μπορούσα καθώς γύριζα απ’ την Προύσα, θεέ μου μεγαλοδύναμε, η λιτανεία του μάγκα, ο μαστούρας, ο χαρμάνης, ο πόνος του πρεζάκια, είμαι αλανιάρης, το σακάκι, κυρ λοχαγέ και άλλα παρόμοια, ότι θυμόμασταν από στίχους, μπερδεύοντας τα λόγια και αυτοσχεδιάζοντας. Έτσι κι αλλιώς, παίζαμε για την πάρτη μας, την βρίσκαμε μονάχοι μόρτικα κι ωραία και δεν είχαμε κανέναν ενοχλητικό τενεκέ ξεγάνωτο δίπλα μας να μας κρίνει και να μας σχολιάσει, να λέει το κοντό του και το μακρύ του, την αρλούμπα και την εξυπνάδα του, πάνω στη σούρα του να πετάει κάθε τόσο και την κοτσάνα του. Ή να σηκωθεί να χορέψει για να κάνει φιγούρα, να πουλήσει μόστρα και τσάμπα μαγκιές. Βρισκόμασταν σε έκσταση. Η ατμόσφαιρα ήταν αρκούντως μεθυστική και κατανυκτική, σαν να ψέλναμε μέσα σε εκκλησία, βοηθούσε σε αυτό το ψηλοτάβανο και άδειο μαγαζί, είχε την τέλεια ακουστική. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, μόνο τα τρίχορδα όργανα και οι βραχνές μπάσες φωνές μας, ταλαιπωρημένες από τα χρόνια, τα πιοτά και τα τσιγάρα. Και κάθε τόσο μια κραυγή απόγνωσης, ένα ουρλιαχτό αγωνίας, έσπαγε σε χίλια κομμάτια την ησυχία της νύχτας.

Κάποια στιγμή μια γυναικεία φιγούρα φάνηκε στην εξώπορτα χτυπώντας το τζαμάκι. Ο καφετζής μού έκανε νόημα, σηκώθηκα και της άνοιξα. Ήταν η καθαρίστρια της πολυκατοικίας, στην ηλικία μου μα καλοστεκούμενη. Στα νιάτα της πρέπει να υπήρξε πολύ όμορφη, βαλκανικής καταγωγής και προελεύσεως, από το πάλαι ποτέ ένδοξο ανατολικό μπλοκ, το κραταιό σιδηρούν παραπέτασμα, στη χώρα της ήταν καθηγήτρια κλασικής μουσικής. Είχε πολλά χρόνια εδώ, είχε μάθει και τη γλώσσα καλά, είχε και κάποια ιδιαίτερη σχέση με τον καφετζή, ας πούμε περιστασιακά ερωτική, επιπλέον τον φρόντιζε και τον νοιαζόταν, ήταν ο άνθρωπός του. Αυτή  έπλενε και τα δικά μου λιγοστά ρούχα, στο σπίτι της ανέβαινα μια φορά το μήνα, έπαιρνα το λουτρό μου και φρεσκαριζόμουν, έτσι διατηρούσα στην εμφάνισή μου μια σχετική καθαριότητα, δεν έμοιαζα πολύ με άστεγο του δρόμου. Είχε πάει αργά, μας είπε σε τόνο αυστηρό που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, έπρεπε να το διαλύσουμε. Συμφώνησα μαζί της, αν τόλμαγα ας έκανα κι αλλιώς. Φαινόταν δυναμική γυναίκα με ισχυρή θέληση. Ο φίλος μας δεν καταλάβαινε πια τίποτα, είχε γίνει λιώμα από το πιόμα και κάρφωνε με το θολό του βλέμμα το ταβάνι, δεν την έβλεπε ούτε την άκουγε. Ήταν αλλού. Έτσι κι αλλιώς, είχε περάσει η ώρα, σε λίγο θα ξημέρωνε. Απέξω ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει, η ολονυχτία έπρεπε να πάρει τέλος. Τον ανεβάσαμε στο πατάρι και τον ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του. Κάτι μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, μα δεν πέρασαν ούτε δυο λεπτά κι άρχισε να ροχαλίζει βαριά.

Σε λίγο η καθαρίστρια θα έπιανε δουλειά, έπρεπε να βρίσκεται στο πόστο της. Την καλημέρισα και, ψόφιος από την αϋπνία και την κούραση, τράβηξα για το γιατάκι μου. Ένιωθα τα πνευμόνια μου σακατεμένα απ’ τις φωνές και το τραγούδι, άδεια από αέρα, έτοιμος να σκάσω, χρειαζόμουν επειγόντως εισπνοές. Ο γάτος μέσα στο καλάθι του δεν νοιαζόταν για την ταλαιπωρία μου, είχε τα δικά του, βρισκόταν σε λήθαργο, μα τουλάχιστον ανέπνεε ακόμη. Πάντα ήλπιζα σε ένα θαύμα, έστω και την ύστατη ώρα. Συνάμα, ευχόμουν ο φίλος μου, που κοιμόταν κι αυτός ολομόναχος στο πατάρι του μαγαζιού του, να βλέπει όμορφα όνειρα. Το καφενείο θα παρέμενε κλειστό μέχρι το μεσημέρι για λόγους ανωτέρας βίας, δεν θα ‘ταν δα κι η πρώτη φορά, οι πελάτες ήταν φίλοι του και θα έδειχναν κατανόηση. Από κείνο το βράδυ τον εκτίμησα ακόμα πιο πολύ, σχεδόν τον αγάπησα, περισσότερο κι από αδερφό μου. Πράγματι, αυτόν τον καφετζή δεν μπορούσα να τον αποκαλέσω βρωμόμπατσο. Θα ήταν πολύ άδικο.


Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΤΟ ΚΟΥΤΑΒΑΚΙ

Συχνά στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και παρατηρούσε τον εαυτό του. Ήταν ολοφάνερο, είχε αρχίσει να της μοιάζει. Έτσι γίνονταν πάλι δύο μέσα στο άδειο σπίτι. Μάλιστα καμιά φορά κουβέντιαζαν. Όπως κι όταν ερχόταν στα όνειρά του και γλύκαινε τον ύπνο του. Όμως, η πραγματική παρηγοριά ήταν οι αναμνήσεις του. Τώρα γερνούσε μόνος, μα δεν είχε παράπονο. Πέρασαν οι δυο τους μια όμορφη ζωή, πάνω από πενήντα χρόνια μαζί, αχώριστοι, δίχως ζηλοτυπίες και περισπασμούς από τρίτους. Γνωρίζονταν από μικρά παιδιά, μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, πήγαν στο ίδιο σχολείο, μετά στο ίδιο πανεπιστήμιο, παντού οι δυο τους κι απέναντί τους είχαν τον κόσμο ολόκληρο. Φιλία, πόθος, έρωτας, αγάπη. Ανέβηκαν επιτυχώς όλα τα σκαλοπάτια της ευτυχίας, σκαρφάλωσαν στην κορυφή του βουνού, χωρίς πολλές αναποδιές και δυσκολίες. Άργησαν να παντρευτούν, δεν τους ένοιαζε (για τους γονείς τους πιο πολύ το έκαναν) ούτε απόκτησαν παιδιά. Δεν ήθελαν ή δεν μπόρεσαν, δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς, δύσκολοι καιροί για να φέρνεις ανθρώπους στον κόσμο, σαν να τους ρίχνεις σε κάδο σκουπιδιών. Μα είχε ο ένας τον άλλο, αυτό μονάχα αρκούσε για να γεμίσει τη ζωή τους, να δώσει νόημα στον κοινό τους βίο. Ερωτευμένοι για μια ολόκληρη ζωή. Κουταβάκι μου, του φώναζε εκείνη πάνω στις αγκαλιές και τα χάδια, μπουμπουκάκι μου, αυτός. Παίζανε και χαιρόντουσαν σαν τα τρελά παιδιά. Όμως, το λουλούδι μαράθηκε και σάπισε κι εκείνη έφυγε πρώτη. Τώρα έπρεπε να ζήσει μια δεύτερη ζωή, δύσκολη, μοναξιασμένη, θλιβερή. Και όσο αντέξει. Περνάει κατάθλιψη ο έρμος, κι όπως πάει, στο τέλος θα τρελαθεί, ψιθύριζαν οι φίλοι κι οι γνωστοί, όποτε τον έβλεπαν να μιλάει μόνος του στο δρόμο. Τον λυπόντουσαν, μα δεν μπορούσαν και να τον βοηθήσουν. Πιο πολύ, βέβαια, δεν ήθελαν να μπλέξουν μαζί του. Είχε πλέον απομακρυνθεί απ’ όλους κι απ’ όλα. Είχε γίνει παράξενος, μισάνθρωπος, δύσκολος. Είχε παραιτηθεί απ’ τη ζωή.

Ξαφνικά, ένα πρωινό, καθώς περπατούσε στο δρόμο, άκουσε κλαψουρίσματα. Πήγε να δει. Ήταν ένα μικρό μαύρο σκυλάκι, σχεδόν νεογέννητο, πεταμένο στον κάδο των απορριμμάτων, ανάμεσα σε χαρτόκουτα και πλαστικές σακούλες. Το λυπήθηκε. Το έπιασε προσεκτικά, το σκούπισε, το καθάρισε από τις βρωμιές και το έβγαλε έξω. Του σπάραζε την καρδιά το μικρό αυτό πλασματάκι που τον κοιτούσε ικετευτικά με τα μικρά λυπημένα του ματάκια. Όταν το χάιδεψε απαλά, αυτό σταμάτησε να κλαίει κι άρχισε να κουνάει χαρούμενα την ουρά του πέρα δώθε. Ήταν πονηρούλης και ήθελε να ζήσει. Χαμογέλασε. Χωρίς πολύ σκέψη, αποφάσισε να το κρατήσει και να το υιοθετήσει. Δεν τον ένοιαζε αν ήτανε μπάσταρδο ή ράτσας. Πάντως, ήταν ομορφούλικο. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήξερε πολλά πράγματα από σκυλιά, ούτε είχε ποτέ του επαφές με ζώα (ανέκαθεν ήταν άνθρωπος της πόλης) μα ποτέ δεν είναι αργά, θα μάθαινε. Πήρε το κουταβάκι αγκαλιά και τράβηξε για το κτηνιατρείο της γειτονιάς. Εκείνη την ώρα περνούσε το σκουπιδιάρικο του δήμου και άδειαζε με κρότο τους πλαστικούς κάδους με τα αποφάγια, τα χαρτόκουτα και τις σακούλες των σκουπιδιών.

Από τότε έγιναν αχώριστοι, ζήσανε και γεράσανε μαζί, δίχως πολλές κουβέντες με τα υπόλοιπα πλάσματα του κόσμου. Πλέον, ο ηλικιωμένος κύριος δεν μιλούσε μόνος του στον δρόμο, είχε μια συντροφιά, κάποιον να φροντίζει, σε κάποιον να απευθύνεται, ένα σκοπό για να σηκώνεται το πρωί απ’ το κρεβάτι του και να βγαίνει έξω. Και πάλι η ζωή του είχε αποκτήσει ένα νόημα. Μα μία μέρα βρήκε το σκύλο του πεθαμένο. Έφυγε στον ύπνο του, με τα μάτια κλειστά. Από φυσικά αίτια, είπε η κτηνίατρος, από γεράματα, στα δεκαεπτά του χρόνια. Φυσιολογικά, θα γινόταν κάποτε. Εκείνος ήταν ογδόντα ετών, έπρεπε να κάνει κουράγιο και να ξεπεράσει και τούτη την απώλεια. Δεν μπόρεσε, δεν τα κατάφερε. Πλέον, τίποτα δεν είχε σημασία γι’ αυτόν και ήταν πολύ αργά για να ξεκινήσει την ζωή του πάλι απ’ την αρχή, να μηδενίσει για δεύτερη φορά το κοντέρ, δεν είχε το κουράγιο και το σθένος που χρειαζόταν, ένιωθε κουρασμένος, εξαντλημένος, σωστό κουρέλι. Μπήκε στο ασανσέρ, ανέβηκε στην ταράτσα της εξαώροφης πολυκατοικίας, με δυσκολία σκαρφάλωσε πάνω στο πεζούλι, ήταν η τελευταία του δοκιμασία, σύρθηκε μέχρι την άκρη κι έπεσε στο κενό.