Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

 

Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι και αρχίζουν οι ταχυπαλμίες. Η καρδιά μου είναι έτοιμη  να σπάσει. Μία και δύο και τρεις φορές. Επιμένει. Ανοίγω τα μάτια και πετάγομαι όρθιος. Έχω πανικοβληθεί. Τρέμω ολόκληρος. Ανατριχιάζω. Μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Πρέπει για λίγο να με πήρε ο ύπνος. Δεν πειράζει. Τον χρειαζόμουνα. Να φύγει λίγη κούραση από πάνω μου. Να σβήσει το μυαλό μου για μερικά λεπτά. Να αναζωογονηθώ. Μια στιγμή κι έρχομαι. Τώρα. Φωνάζω δυνατά για να μ’ ακούσει. Ντύνομαι βιαστικά. Δεν πρέπει να βγω έξω γυμνός και να σκανδαλίσω τον απρόσκλητο επισκέπτη. Μπορεί να ‘ναι και περισσότεροι από ένας. Ίσως οι δανειστές μου που ήρθαν όλοι μαζί να διαμαρτυρηθούν. Είναι τρεις ακριβώς. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Είναι όλοι τους ανεπιθύμητοι. Δεν έπρεπε καν να βρίσκομαι εδώ μέσα. Πρέπει να φύγω. Να προλάβω. Ήδη έχω αργήσει. Σήμερα με περιμένουν δουλειές με φούντες. Πρέπει να γίνω πύραυλος. Να τρέξω πανικόβλητος. Να ξανακερδίσω τον χαμένο χρόνο. Ξαναχτυπάει το κουδούνι. Είναι ανυπόμονος. Κολλάω στο ματάκι της πόρτας και νομίζω ότι θα μου σουβλίσουν τον πολύτιμο οφθαλμό μου. Ευτυχώς έχω κι άλλον. Κοιτάζω προσεκτικά μα δεν βλέπω κανέναν. Μπροστά μου σε μικρογραφία φάτσα κάρτα όλος ο διάδρομος. Είναι άδειος. Σκέφτομαι μήπως άκουσα τα χτυπήματα στον ύπνο μου. Ίσως έχω ακουστικές ψευδαισθήσεις. Πρέπει να το διαπιστώσω. Μου έχει ξανασυμβεί. Τον τελευταίο καιρό το μυαλό μου δεν λειτουργεί σωστά. Έχει ξεκουρδιστεί και μου παίζει άσχημα παιχνίδια. Φοβάμαι μην αντικρίσω πάλι κάνα βρικόλακα. Κυκλοφορούν πολλά φαντάσματα γύρω από το διαμέρισμα. Με περιτριγυρίζουν ύποπτα ζόμπι με πονηρούς σκοπούς. Με γυροφέρνουν με άσχημες διαθέσεις. Αισθάνομαι τις σκιές και την αύρα τους να με ζώνουν και να με κυκλώνουν επικίνδυνα. Με πολιορκούν. Ευτυχώς μέχρι τώρα δεν τολμούν να μπουν μέσα. Αν και πολλοί θα με πουν διαταραγμένο και ανισόρροπο. Ότι ζω μέσα σε έναν δικό μου εφιαλτικό κόσμο όπου φοβάμαι και να βήξω μη με ακούσουν. Δεν με νοιάζει. Χέστηκα. Ας τους να λένε.

Τελικά παίρνω την μεγάλη απόφαση και ανοίγω την πόρτα. Μπροστά μου εμφανίζεται το ίδιο μαζεμένος και τρομαγμένος με μένα ο διαχειριστής μας με σάρκα και οστά. Ένα ήρεμο μα δραστήριο και κοτσονάτο ανθρωπάκι που ογδονταφεύγει αισίως του θανάτου και συνεχίζει να ασχολείται με τις κοινές έγνοιες και ανάγκες των ενοίκων και των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας. Σαράντα διαμερίσματα δεν είναι και λίγα. Και πώς να τα κουμαντάρεις. Αν και πλέον είναι τέως μα ο τίτλος του έχει μείνει. Ασχολείται ακόμα από συνήθεια και για να γεμίζει το συνταξιοδοτικό του κενό. Παλεύει όσο μπορεί με όλες του τις δυνάμεις. Είναι πολύ κοινωνικό και χρήσιμο άτομο. Και πάνω από όλα έντιμο. Πλέον όμως έχουμε δώσει τα κοινόχρηστα σε εταιρεία. Απηύδησε ο άνθρωπος και τα παράτησε. Δεν άντεχε άλλο να κυνηγάει τον έναν και τον άλλο να πληρώσουν. Και να ακούει από πάνω τα μουρμουρητά και τις κακοήθειές τους. Εγώ προσωπικά δεν είχα κανένα πρόβλημα μαζί του. Η συνεργασία μας ήταν από κάθε πλευρά άψογη. Υπήρξε αμοιβαία εκτίμηση και αλληλοσεβασμός. Παράπονο ουδέν. Μόνο τώρα τελευταία που δεν είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου έχουμε κάπως ψυχρανθεί. Αν και κατά βάθος με συμπαθεί και δείχνει κατανόηση. Θα μπορούσε να ήταν και πατέρας μου. Έχει την ηλικία του. Μου ζητάει συγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας μα με ψάχνει εδώ και πολλές μέρες. Το χρέος μου είναι μεγάλο και η διαχείριση για να το εισπράξει θα κινηθεί δικαστικά. Η απόφαση πάρθηκε παμψηφεί πριν από δέκα μέρες στην τελευταία συνέλευση. Δεν ήμουνα παρόν. Αρχικά θα μου σταλεί εξώδικο. Κατόπιν θα ακολουθήσουν όλες οι νόμιμες διαδικασίες. Εκείνος ως εκπρόσωπος της πολυκατοικίας όφειλε να με ενημερώσει. Είναι αλήθεια. Εδώ και μέρες με κυνηγούσε όπως η γάτα το ποντίκι. Τον απέφευγα μα επιτέλους με τσάκωσε. Όλη την ώρα μιλούσε τρεμουλιαστά προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Ήταν πολύ ταραγμένος. Σαν να με ντρεπόταν μια στάλα. Σχεδόν τον λυπήθηκα. Είναι καλό ανθρωπάκι. Σίγουρα δεν ήθελε να με φέρει σε δύσκολη θέση. Αναγκάστηκε. Ήξερε τα προβλήματά μου με τη δουλειά μα δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Του τα είχα πει και είχε στεναχωρηθεί λιγάκι. Μα ήταν μέσα στα καθήκοντά του και ο ίδιος είναι πολύ υπεύθυνο άτομο. Του χαμογέλασα να του τονώσω κάπως το ηθικό και άνοιξα διάπλατα την πόρτα. Είδε μέσα το άδειο μου διαμέρισμα. Απόρησε. Με ρώτησε αν μετακομίζω. Όχι του είπα. Αύριο θα εκτελεστεί η αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου. Θα μου γίνει έξωση και θα με πετάξουν στους πέντε δρόμους. Δεν θα έχω πού να πάω. Απλά πούλησα όλα τα έπιπλα για να τα ξεφορτωθώ. Να βάλω και δυο φράγκα στην τσέπη που θα μου χρειαστούν για τα πρώτα μου έξοδα μέχρι να τακτοποιηθώ. Ντρέπομαι πλέον να ζητάω δανεικά κι αγύριστα. Ξαφνιάστηκε. Δεν το περίμενε. Το πρόσωπό του σκυθρώπιασε ακόμα πιο πολύ. Το βλέμμα του σκοτείνιασε.  Δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο. Του κόπηκε η λαλιά. Κατάπιε τη γλώσσα του. Μόνο ότι λυπάται. Το ψέλλισε με κόπο. Ξέπνοα και υπόκωφα. Σχεδόν μουρμουριστά. Με σφιγμένα τα δόντια. Δεν πειράζει. Κάτι θα κάνω. Κανείς δεν πάει χαμένος. Έτσι του είπα. Προσπάθησα να του δώσω λίγο κουράγιο. Να τον εμψυχώσω. Μέχρι που μας πλάκωσε μια αμήχανη σιωπή. Νιώθαμε άβολα ο ένας απέναντι στον άλλο. Όμως κοιταζόμασταν με κάποια αμοιβαία συμπόνια και κατανόηση. Ίσως να ήταν και η τελευταία φορά που συναντιόμασταν. Που βλεπόμασταν.

Ξαφνικά ακούστηκαν τρομερές φωνές και τσιρίδες από το ζευγάρι του διπλανού διαμερίσματος. Φοβηθήκαμε. Πλακωνόντουσαν πάλι. Βρισιές σε μια άγνωστη γλώσσα και κάποια σπασίματα. Οι τσακωμοί τους ήταν συχνοί το τελευταίο τρίμηνο. Δηλαδή από τότε που μας κουβαληθήκανε εδώ πέρα. Από την πρώτη μέρα. Ακόμα και νυχτιάτικα αρπάζονται. Μια δυο φορές έχει έρθει και η αστυνομία μα αυτοί συνεχίζουν απτόητοι το χαβά τους στους ίδιους ρυθμούς. Ο διαχειριστής δάγκωσε τα χείλη του και κούνησε με νόημα το κεφάλι του. Το βλέμμα του ζητούσε κάποια συμπαράσταση. Προσπάθησα. Κάποια στιγμή μπόρεσε κάτι να πει ψιθυριστά μη και τον ακούσουν. Θα δεις ότι στο τέλος αυτοί οι δυο θα σκοτωθούν. Θα έχουμε αίματα και. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τον προφητικό του λόγο και η πόρτα τους άνοιξε απότομα ξεπροβάλλοντας από μέσα ένα μεγάλο κατακόκκινο κεφάλι. Μας αγριοκοίταξε δίχως να πει κουβέντα. Ούτε να μας χαιρετήσει δεν καταδέχτηκε. Μια καλησπέρα έστω από τυπική ευγένεια. Ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Θα μπορούσε και να μας καθαρίσει επί τόπου. Τώρα από μέσα ακούγονταν μόνο γυναικεία κλάματα και βογγητά. Βγήκε έξω κι έκλεισε πίσω του με δύναμη την πόρτα. Τράβηξα και τη δική μου απαλά χωρίς να κλειδώσω. Δεν χρειαζότανε πια. Προχωρήσαμε και οι τρεις αμίλητοι στο στενό διάδρομο. Εκείνος μπροστά. Με τον διαχειριστή δεν είχαμε τίποτε άλλο να πούμε. Τον ευχαρίστησα για την ενημέρωση κι ανέβηκε αργά και προσεκτικά τις σκάλες ρίχνοντας πίσω του φοβισμένες λοξές ματιές. Έμενε ακριβώς στον από πάνω όροφο. Ο γορίλας της διπλανής πόρτας περίμενε στο ασανσέρ κρατώντας την πόρτα ανοιχτή για να κατέβουμε μαζί. Χα χα. Δεν περίμενα τέτοια εξυπηρέτηση από μέρους του μα δεν σφάξανε. Τέτοιες ευγένειες να μου λείπουν. Τον προσπερνώ χωρίς να τον κοιτάξω και κατεβαίνω από τις σκάλες χοροπηδηχτά. Με ελαφρά πηδηματάκια.

Φυλαγόμουνα. Δεν έμοιαζε με τσάμπα μάγκα. Ήταν επικίνδυνος. Γι’ αυτό και δεν είχα πολλά πάρε δώσε μαζί του ούτε με την γκόμενα που είχε σπιτώσει. Δεν ήξερα καν από πού κρατάει η σκούφια τους. Πάντως η υπόθεση μύριζε εκμετάλλευση λευκής σαρκός και καραμπινάτη σωματεμπορία. Σίγουρα ήταν μπλεγμένος και με ναρκωτικά. Αυτό μαρτυρούσε η φάτσα του. Το έγραφε στο κούτελό του που ήταν χαρακωμένο. Μπορεί και με προστασία νυχτερινών κέντρων να ήταν μπλεγμένος. Άγριος συμμορίτης. Βέβαια η κοπέλα ήταν νεαρή μα τουλάχιστον δεν φαινότανε ανήλικη. Πάλι καλά. Και κουκλάρα. Πανέμορφη. Πρέπει να την εξέδιδε. Έβλεπα να μπαινοβγαίνουν στο διαμέρισμά τους διάφοροι τύποι σε ακατάστατες ημέρες και ώρες. Ήταν λοιπόν ο νταβατζής της. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Άγνωστης καταγωγής και προέλευσης μα φαινότανε κάθαρμα. Η θέση του σίγουρα ήταν μέσα στο πιο βαθύ και σκοτεινό μπουντρούμι. Μου επιβεβαίωσε τις υποψίες ο διαχειριστής. Είχε ενημερωθεί από την αστυνομία. Είχε κάνει αρκετές φορές φυλακή για πολλά και διάφορα. Μόνο φόνο δεν είχε διαπράξει. Τουλάχιστον ακόμα. Μα μέχρι να τον μπαγλαρώσουν ξανά έπρεπε να είμαστε απέναντί του πολύ προσεκτικοί. Χρειαζόταν να γίνει κάποια καταγγελία. Να υπάρχουν και αδιάσειστα τεκμήρια και αποδείξεις. Από την άλλη ήτανε προσεκτικός. Έπαιρνε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις. Άλλαζε συχνά σπίτια για να χάνουν τα ίχνη του οι αρχές. Δεν ήταν εύκολο να τον τσακώσουν. Ήταν μεγάλο μούτρο. Η κοπέλα πάλι τον φοβότανε πολύ. Αποκλείεται να άνοιγε το στόμα της για να τον κατηγορήσει. Ότι κι αν της έκανε. Κι όμως προοιωνίζεται άγριος φόνος εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Πάντως εγώ κρατούσα τις αποστάσεις μου για κάθε ενδεχόμενο. Δεν είχα πολλά πάρε δώσε μαζί του για να μην έχω μπλεξίματα. Μια φορά μόνο του χτύπησα την πόρτα νυχτιάτικα για να του ζητήσω τον λόγο που κάνανε φασαρία και το μετάνιωσα πικρά.

 Στην είσοδο της πολυκατοικίας συναντώ την καθαρίστρια που μόλις έχει τελειώσει την εργασία της. Χαιρετιόμαστε βιαστικά. Είναι ευγενική μα κουβαλά κι αυτή ένα ύποπτο παρελθόν. Ρίχνω μια ματιά και στον μεγάλο πεντακάθαρο καθρέφτη πλάι στην είσοδο. Αστράφτει και λαμποκοπά και από κάποια απόσταση με χωράει ολόκληρο. Δεν είμαι κι άσχημος. Μόνο πρέπει να κουρευτώ και να περιποιηθώ κάπως και τα γένια μου. Πίσω μου το ασανσέρ κατεβαίνει ασθμαίνοντας. Προλαβαίνω να την κοπανήσω και να γίνω καπνός. Ανοίγω την εξώπορτα και βγαίνω έξω τρέχοντας. Η μέρα είναι όμορφη. Αισθάνομαι πιο ελεύθερος και λίγο πιο αισιόδοξος.


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

ΤΡΙΧΕΣ ΚΑΤΣΑΡΕΣ


Στην περίσταση αυτή ο καθρέφτης δεν βοηθάει καθόλου. Δεν έχει ξεθαμπώσει ακόμα. Και είναι γεμάτος από πιτσιλιές οδοντόκρεμας και πολυκαιρισμένες ξεραμένες κακαράτζες και κάτι σκοτωμένα κωλοσκατομυγάκια και ζουζούνια που αποπροσανατολίζουν το ανήσυχο βλέμμα μου. Το παραπλανούν. Με κάνουν να αλληθωρίζω. Αραιά και πού βλέπεις και καμιά παχιά μα ξεθυμασμένη ροχάλα για τιμωρία και φτύσιμο κατάμουτρα. Να σου λέει στην τελική άντε και γαμήσου ρε μουνόπανο. Φτούσου γαμημένο αφεντικό. Ένα γυάλινο πεδίο μάχης. Τον τελευταίο καιρό σκεφτόμουν συνέχεια να τον καθαρίσω μα δεν έβρισκα την δύναμη και το κουράγιο. Ήμουν αναβλητικός και αναποφάσιστος. Απελπιστικά βαριεστημένος για κάθε προσπάθεια. Έτσι παρέμεινε βρωμερός και τρισάθλιος όπως και η φάτσα μου. Τώρα ας τον περιποιηθεί ο επόμενος νοικάρης. Εγώ φεύγω. Αύριο το πρωί μου κάνουν έξωση. Εκτελείται χωρίς αναβολή η δικαστική απόφαση. Και πολύ άργησε η πονόψυχη σπιτονοικοκυρά μου. Δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Η υπομονή της τελείωσε. Έτσι κι αλλιώς ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Τι να τις δώσω. Μόνο τα αρχίδια μού απόμειναν κι αυτά μικρά και ζαρωμένα. Δεν πιάνουν φράγκο. Χρεοκόπησα εντελώς και της χρωστάω τα νοίκια ενός χρόνου. Δεν είναι και λίγα. Έχει όλα τα δίκια με το μέρος της. Συμφωνώ μαζί της και επαυξάνω. Την πιέζει και ο άντρας της κι εκείνη τον φοβάται πολύ. Τρέμει μπροστά του. Κι όμως ήρθε μαζί μου. Δεν έχω κανένα παράπονο. Ικανοποιήθηκα πλήρως. Μου δόθηκε σώμα και ψυχή από όλες τις μεριές και τις μπάντες. Τόσο απεγνωσμένη και στερημένη ήταν. Δέκα ολόκληρα χρόνια στο διαμέρισμά της δεν πέρασα και άσχημα. Κι εκείνη βολεύτηκε όπως έπρεπε. Την ξεμυάλισα για τα καλά. Τώρα όμως ο σεβαστός σύζυγος και αξιότιμος κερατούκλης κάτι πρέπει να ψυλλιάζεται. Μόνο μια φορά έχουμε τρακάρει μα τον έκοψα για έξυπνο τύπο και μεγάλο μούτρο. Πονηρό βλέμμα και σκατόφατσα περιωπής. Χοντρομπαλάς και καράφλας με κάτι πελώρια γυαλιά πάνω στην μύτη. Δεν είναι πολύ μεγάλος μα δεν του σηκώνεται. Ευνουχισμένος. Γι’ αυτό του τα φόρεσε. Ας πρόσεχε. Μόνο τις δουλειές του σκέφτεται. Πού όρεξη για διασκέδαση πέρα από την μάσα. Εκείνη μου τα είπε μια μέρα που είχε έρθει να εισπράξει το νοίκι. Μου τα ψιθύρισε εμπιστευτικά στο αυτί γελώντας. Φοβερό. Τι μου λες. Και πως αντέχεις κούκλα μου. Της είπα και της έπιασα τον κώλο. Την διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Ταράχτηκε και άρχισε να τρέμει. Όμως αφέθηκε. Δεν έφερε καμία αντίσταση. Ήθελα να της δώσω ένα χέρι βοηθείας. Να της τονώσω κάπως την πεσμένη της αυτοπεποίθηση. Να της ανεβάσω το ηθικό. Να τσιτώσει λίγο η ρόγα της. Να φουσκώσει από υπερηφάνεια. Ότι κάτι λέει κι αυτή σαν μία ώριμη και κατασταλαγμένη γυναίκα με τους χυμούς της και τα πιασίματά της. Να μην πήγαινε χαμένη. Αυτό το νόημα είχε η χειρονομία μου και δεν την παρεξήγησε. Είχα καλές και άγιες προθέσεις. Τα κίνητρά μου δεν ήταν ταπεινά. Αγαπάω τους συνανθρώπους μου  και θέλω να τους βοηθάω στις δύσκολες στιγμές τους. Να υπερπηδούν τις αναποδιές και τα εμπόδια τις ζωής. Τις ζόρικες περιστάσεις. Δεν φταίω λοιπόν εγώ. Έτσι κι αλλιώς εκείνη μου τρίφτηκε πρώτη. Πενηνταπεντάρα πλέον και λίγο μεγαλύτερή μου μα κρατιέται ακόμα καλά. Και το λέει η περδικούλα της. Κι εγώ έκανα ότι μπορούσα. Με το αζημίωτο βέβαια. Έχω μια ειδικότητα στις μετακλιμακτηριακές ηλικίες που θέλουν να ζήσουν μια δεύτερη ζωή μήπως και καταφέρουν να ξανακερδίσουν τον χαμένο τους χρόνο. Να πάρουν το αίμα τους πίσω. Με καβλώνουν και θέλω να τις γαμήσω από πίσω. Να ξεσκίσω την παρθένα τους κωλάρα. Την ακαλλιέργητη τρυπούλα τους. Κυρίως οι παντρεμένες και κάπως στερημένες. Όχι οι πουτάνες αλλά οι σεμνές και συνεσταλμένες που μέσα τους βράζουν σαν ηφαίστειο μέχρι να εκτοξευθεί η λάβα τους. Και τις συμπονώ. Μα τώρα τελευταία ο πατσοκοιλιάς κάτι πρέπει να κατάλαβε και διακόψαμε κακήν κακώς. Θα της είπε να με πετάξει έξω και να με στείλει στο διάολο. Ας πούμε από εκδίκηση. Έστειλε το φιρμάνι με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Δεν τόλμησε να μου το πει ο ίδιος. Αν και υπήρξα καλός και συνεπής νοικάρης τουλάχιστον μέχρι να απολυθώ. Και καλός γαμιάς της κυρίας του. Της αξιοσέβαστης μαντάμ. Δεν το εκτίμησε. Όχι ότι του λείπουν τα χρήματα. Είναι ευκατάστατος. Παίρνει και άλλα νοίκια. Ανάγκη δεν έχει. Όχι βέβαια και να μου τα χαρίσει. Δεν συνηθίζει τέτοιες αγαθοεργίες. Όμως την έβλεπε μάλλον υπερβολικά χαρούμενη και ορεξάτη. Ανανεωμένη να φροντίζει τον εαυτό του. Δεν με πείραξε. Θα βρω άλλη. Είχα κιόλας βαρεθεί μαζί της. Το ίδιο κρέας τόσο καιρό. Έστω κι αν είχα κάποιο συμφέρον. Ότι ήταν η σπιτονοικοκυρά μου. Μα τώρα έχω πιο σοβαρά προβλήματα να λύσω. Να κόψω τις αρχιδομουνοκωλοπουτσότριχες που με ταλαιπωρούν στα επίμαχα σημεία. Είναι σκληρές και κατσαρές και μου την δίνουν στα νεύρα. Είναι και χοντρές. Δεν τις γουστάρω και είμαι αποφασισμένος να τις εξολοθρεύσω. Όχι παίζουμε με τις καργιόλες.    

Η ώρα πήγε κιόλας δύο το μεσημέρι και καμία αναπάντητη. Ούτε μηνύματα έχω. Το κινητό μου τηλέφωνο δεν λέει ποτέ ψέματα. Μόνο την αλήθεια. Μόλις πήρα το μπάνιο μου και κάθομαι ολόγυμνος ακόμα πάνω στη λεκάνη και τριμάρω τις αγαπημένες μου τριχούλες επιμελώς με το ψαλιδάκι. Είναι η ξεκούραση του πολεμιστή πριν από τη μεγάλη μάχη. Χαλάρωση καλύτερη κι από γιόγκα πάνω στο βασιλικό θρόνο του αίματος και του σπέρματος. Σήμερα που είναι μια δύσκολη και πολύ επικίνδυνη μέρα. Τόσο καιρό τις είχα παραμελήσει και φούντωσαν. Αγρίεψαν κι έγιναν σαν ζούγκλα. Λίγο ακόμα να της άφηνα και θα σκέπαζαν ολόκληρο το όμορφο πουλί μου. Θα πάθαινα μεγάλη συμφορά. Ειδικά οι άσπρες που όλο και πληθαίνουν φέρνοντας άσχημα μαντάτα. Μανικιούρ πεντικιούρ πουτσικιούρ λοιπόν για να γλυτώσω κι απ’ τις μουνόψειρες. Χα χα. Πλάκα κάνω για να γελάσω λιγάκι. Να φτιάξει λίγο το κέφι μου. Έχω χρόνια να κολλήσω. Ούτε καν λίγη βλεννόρροια. Γαμημένο μικρόβιο. Να τσούξει το καβλάκι μου και να βγάλει εκείνο το δύσοσμο πύον. Δυο φορές στο πολύ μακρινό παρελθόν αρκούν. Δυσάρεστη βέβαια εμπειρία μα ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Έτσι λένε αυτοί που γνωρίζουν και αντέχουν τις δυσκολίες της πουτανοζωής. Και ότι δεν λύνεται πρέπει να κόβεται. Χα χα. Όχι ότι μεγαλώνοντας έγινα πιο προσεκτικός. Μαλακίες. Ούτε καπότες βάζω ούτε τίποτα. Μόνο έχω μία αρχή. Δεν χύνω ποτέ μέσα. Αλλά μάλλον είναι θέμα τύχης. Σε αυτό το συμπέρασμα έχω καταλήξει. Ίσως πάλι να έχω αποκτήσει κάποια ισόβια ανοσία. Ποιος ξέρει. Πάντως όμορφα πράγματα. Ούτε τίποτε άλλο έχω κολλήσει. Ουδεπόποτε. Μόνο εκείνες τις δύο τσουχτερές γονόρροιες. Μα οι τρίχες της ψωλής πρέπει να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Όχι βέβαια τελείως. Γι’ αυτό δεν τις ξυρίζω όπως κάνουν κάτι φλώροι. Είναι αντιαισθητικό. Δεν μου αρέσει. Μα και τα γένια μου και η αφάνα μου και τα μαλλιά μου έχουν μεγαλώσει πολύ και πουτσοτριχίζουν. Έχω ένα χρόνο να κουρευτώ κι έχω γίνει σαν μουνί καλλιγραφία. Σαν ναυαγός σε έρημο νησί και τρελός προφήτης εξόριστος απ’ τον τόπο του. Από τότε που απολύθηκα και με έδιωξαν κακήν κακώς κι έχασα τη δουλειά μου και δεν μπόρεσα να βρω άλλη. Ή δεν ήθελα. Δεν έχει σημασία. Το ίδιο είναι. Πέσανε όλα μαζί και παραμέλησα τον εαυτό μου. Αδιαφόρησα για την εξωτερική μου εμφάνιση. Λες και κάποιος με μούντζωσε. Δεν πειράζει. Σιγά τον πολυέλαιο. Είμαι αισιόδοξος. Όλα θα διορθωθούν και θα φτιάξουν. Και ξεκινάω από τα πιο εύκολα. Από τις τρίχες. Προχτές τηλεφώνησα κι έκλεισα ραντεβού για κούρεμα σήμερα το απόγευμα στις οκτώ. Σε έξι ώρες από τώρα πρέπει να είμαι εκεί. Να μην αργήσω. Είναι ζήτημα αρχών και αξιών. Ο νεαρός που με κουρεύει δεν είναι βέβαια μπαρμπέρης αλλά κομμωτής. Και λίγο θηλυπρεπής μα καλό παιδί. Τον ξέρω πολλά χρόνια. Καθόλου παλιόπουστας. Με κατάλαβε αμέσως και χάρηκε που με άκουσε. Έτσι είπε. Κι εγώ τον αναγνώρισα από την πούστικια ψηλή του φωνούλα. Ποιος άλλος βέβαια θα μπορούσε να σηκώσει το τηλέφωνο και να απαντήσει στην κλήση μου. Δεν έχει συνεταίρο και βοηθό. Δουλεύει μόνος του για να έχει ήσυχο το κεφάλι του. Έτσι μου είχε πει κάποτε που τον είχα ρωτήσει. Ούτε σχέσεις κάνει παρά μόνο αρπαχτές. Μια δυο φορές μου την είχε πέσει με τρόπο μα τον απέφυγα ευγενικά. Αυτά είναι μπερδέματα. Δεν είμαι ομοφοβικός μα θέλω την ησυχία μου. Όλες οι τρύπες ίδιες είναι μα πλέον η πούτσα μου βρίσκεται υπό απόλυτο έλεγχο και αυστηρή εποπτεία. Όχι παίζουμε. Δεν θα κάνει αυτή ότι θέλει. Αρκετά αυθαδίασε και μου δημιούργησε πάμπολλους μπελάδες και τραβήγματα. Πενηντάρισα. Δεν είμαι κάνα παιδάκι. Είμαι πια καλά φαγωμένος και χορτάτος. Ο κουρέας με ρώτησε πού χάθηκα τόσο καιρό μα δεν είχα όρεξη για πάρλα. Του είπα πως βιάζομαι και ότι θα τα πούμε από κοντά. Το πουστράκι ήταν όλο γλύκες. Κούνα μπέμπη τον κεφτέ σου να ευχαριστηθεί ο τζες σου. Έτσι λέγαν οι παλιοί φυλακόβιοι κωλομπαράδες στης κοτούλες του κελιού και της πτέρυγας και κείνες υπάκουαν αδιαμαρτήρητα. Δεν κατάλαβε τι εννοούσα. Δεν έχει κάνει ακόμα στη μπουζού. Κι εγώ τον είχα πεθυμήσει τόσο καιρό. Είναι καλό παιδί κι έχει μεγάλη πλάκα. Όχι βέβαια και να τον παντρευτώ. Σχεδόν τον είχα ξεχάσει μα μου τον θύμισε η αφάνα των μαλλιών μου. Έτσι κι αλλιώς συμπαθώ όλες τις κατατρεγμένες αδελφές του άπονου τούτου κόσμου. Και αν χρειαστεί τους συμπαραστέκομαι. Δίνω και σ’ αυτές ένα χέρι βοηθείας. Γι αυτό λοιπόν μία είναι η εντολή. Εγώ διατάζω. Τραβέλια και παλιαδερφές όλου του κόσμου ενωθείτε και καταγαμήσατε στα τέσσερα όλους τους λεβεντομαλάκες της γης. Για το καλό τους. Για να καταλάβουν τι εστί βερίκοκο μήπως και συνέλθουν. Να ξελαμπικάρει κάπως και το μυαλουδάκι τους το θολό. Με τις κρυφοπουστάρες του κερατά.

Το πτηνό απογυμνώθηκε εντελώς. Ξεπουπουλιάστηκε. Έχασε τα φτερά του μα μπορεί ακόμα να πετάξει. Βγαίνω από την τουαλέτα και κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Μου αρέσει να είμαι ολοτσίτσιδος μέσα σε ένα γυμνό και άδειο σπίτι. Έστω και μόνος. Νιώθω πιο ελεύθερος. Τίποτα δεν με σφίγγει και δεν με περιορίζει. Ευτυχώς που πρόλαβα να πλυθώ και να λουστώ για να μαλακώσουν κάπως και οι τριχούλες μου. Αφού πρώτα έχεσα. Είχε κολλήσει το σκατό στον κώλο μου μα τον σκούπισα και τον καθάρισα καλά. Δεν είμαι αρκούδος. Δεν είμαι μαλλιαρός μα μου αρέσει το καυτό  νερό στο σημείο βρασμού του να ξεπετσιάζει το ταλαίπωρο κορμί μου. Όμως ξαφνικά έσβησαν οι λάμπες του σπιτιού κι έχασα το φως μου. Βγήκα προσεκτικά και με κάθε προφύλαξη στο διάδρομο και πάτησα τον διακόπτη. Ήμουν θεόγυμνος μα ευτυχώς ήταν άδειος και δεν με είδε κανείς. Θα τρόμαζαν απ’ τον σάτυρο μεσημεριάτικα. Σκέψου να με έβλεπε κάνα παιδάκι. Θα ξέσπαγε μέγα σκάνδαλο και θα είχα ιστορίες και τραβήγματα. Άσχημους μπελάδες τώρα και στα τελευταία που φεύγω και τους αδειάζω τη γωνιά. Ευτυχώς δεν υπάρχουν στην πολυκατοικία μας γραφεία και κάμερες παρακολούθησης. Και να σκεφτεί κανείς ότι δέκα χρόνια εδώ πέρα δεν έδωσα ποτέ δικαίωμα για σχόλια και παρατηρήσεις. Ούτε ένα. Ήμουν σε όλα μου εντάξει. Καθωσπρέπει και κύριος. Ούτε ο διπλανός γορίλας με τη γκόμενά του ήθελα να με δει. Να ανοίξει ξαφνικά η πόρτα του ή να ξεπροβάλει η σκατόφατσα μέσα από το ασανσέρ. Ο γείτονας είναι μεγάλο μούτρο και δεν θέλω παρτίδες μαζί του. Ούτε ένα γεια. Όμως έξω το φως άναψε. Επομένως δεν είναι κάποια γενική βλάβη. Αυτό λέει η κοινή λογική. Ξαναμπήκα γρήγορα μέσα με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Κατάλαβα ότι πλέον δεν έχω ρεύμα μα δεν με πειράζει. Τουλάχιστον πρόλαβα να ζεστάνω τον θερμοσίφωνα και να κάνω μπάνιο. Να πάρω το λουτρό μου. Δεν το χρειάζομαι πια. Είναι η τελευταία μου μέρα εδώ μέσα. Τα τελευταία μου λεπτά. Σε λίγο θα ντυθώ και θα βγω έξω στην πόλη. Θα επιστρέψω την άλλη μέρα το πρωί και θα είμαι άστεγος. Μέχρι τότε θα πρέπει να έχω σκεφτεί πού θα μείνω και τι θα κάνω από δω και στο εξής με τη ζωή μου. Μου έχουν μείνει λίγα λεφτουδάκια στην τσέπη. Υπάρχουν κάποιες δυνατότητες να φιλοξενηθώ κάπου για λίγο. Έχω έναν καλό φίλο. Παίζω με τις πιθανότητες. Μπορεί και στο δρόμο. Ίσως και σε κάποιο κρατητήριο ή στη φυλακή. Υπάρχουν και κάμποσες δομές αστέγων μα είναι πλήρης. Δεν το έχω ψάξει μα έτσι νομίζω. Έστω για ένα πιάτο φαγητό. Στην ανάγκη θα κλέψω και θα ζητιανέψω. Δεν γαμιέται. Ας μην το ‘χω ξανακάνει μέχρι τώρα. Όλα για την επιβίωση. Δεν θα ντραπώ. Το μόνο που αποκλείεται είναι να νοικιάσω σπίτι ξανά. Δεν υπάρχουν πλέον τα φράγκα για περιττές ανέσεις και πολυτέλειες. Ίσως αν έβρισκα πρώτα καμιά δουλειά. Μα κι αυτό μου φαίνεται δύσκολο. Ξεσυνήθισα από δούλος. Το καθισιό είναι γλυκό και νόστιμο. Δύσκολα επιστρέφεις στη σκλαβιά. Προτιμάς να ψοφήσεις από την πείνα αν και πάντα βρίσκεται ένα ξεροκόμματο. Πάντως αύριο με το πρώτο φως θα έχουν ήδη μπουκάρει οι δικαστικοί επιμελητές με τους λοιπούς παρατρεχάμενους για να με πετάξουν έξω. Θα αλλάξουν τις κλειδαριές και θα μου κοινοποιήσουν επίσημα και με όλους τους τύπους την απόφαση της έξωσης την οποία και θα εκτελέσουν αυθορεί και παραχρήμα. Με σφραγίδες και υπογραφές. Σαν να μην το γνωρίζω ήδη. Περιμένοντας οι μαλάκες να πέσω από τα σύννεφα. Να αιφνιδιαστώ. Ας γελάσω. Δεν με ξέρουν καλά. Θα διατηρήσω την ψυχραιμία μου και δεν θα αντισταθώ. Ούτε θα φέρω αντιρρήσεις. Δεν θα πανικοβληθώ παρά την κούρασή μου απ’ την ολονυχτία και όλες τις προηγούμενες αϋπνίες μου. Παρά τα σπασμένα μου νεύρα. Το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου. Δεν θα τους βρίσω ούτε θα τους πλακώσω στο ξύλο. Θα είναι και πολλοί και θα έχουν και μπάτσους μαζί τους. Πρέπει να είμαι ήσυχος και προσεχτικός. Όχι μαγκιές και τσαμπουκάδες. Δεν είναι του χαρακτήρα μου. Έχω ήπια ιδιοσυγκρασία και ήρεμο χαρακτήρα. Είμαι λογικός και καλόβολος. Έτσι λένε όσοι με γνωρίζουν. Αγαπώ τους ανθρώπους και δεν θέλω να τους δημιουργώ προβλήματα. Θα βάλω τον ταξιδιωτικό μου σάκο με τα λίγα απαραίτητα στον ώμο και θα εξαφανιστώ προς άγνωστη κατεύθυνση. Πίσω μου η πόρτα θα μείνει ανοιχτή. Θα με κοιτούν όλοι αποσβολωμένοι σαν χάνοι. Χα χα. Θα πάθουν την πλάκα τους. Θα βρουν το μικρό μου δυαράκι των σαράντα τετραγωνικών εντελώς άδειο. Εκτός από ένα στρώμα στο πάτωμα που είναι άνετο και πολύ αναπαυτικό. Αυτό θα τους το χαρίσω. Όλα τα άλλα πέρασε χτες ο παλιατζής και τα πήρε κοψοχρονιά. Την έκανε ο μάγκας. Ήταν καλά κομμάτια. Φίλε μου δώσε ότι θες. Έχω απόλυτη ανάγκη. Λιμοκτονώ. Δεν αντέχω άλλο. Είμαι έτοιμος να λιποθυμήσω από την εξάντληση και την πείνα. Με έχει κόψει η λόρδα. Λυγίζουν τα γόνατά μου. Του κλάφτηκα για κάμποση ώρα κι εκείνος με λυπήθηκε και κάτι μου έδωσε. Έστω και με τα χίλια ζόρια. Αποδείχτηκε σκληρός διαπραγματευτής. Δεν σήκωνε παζάρια. Τελικά όλοι έχουν γίνει σήμερα πολύ τσιφούτηδες. Μεγάλη η κατάντια της κοινωνίας. Θέλουν να βγάλουν απ’ τη μύγα ξύγκι. Πάντως η σπιτονοικοκυρά με τον αντρούλη της θα μείνουν σύξυλοι. Οι καργιόληδες δεν έχουν τίποτα να κατασχέσουν από μένα. Μόνο τη βρωμιά μου και τη δυσωδία μου. Θα σπάσω και τον καθρέφτη για γρουσουζιά. Ίσως να τους αφήσω κι ένα τρύπιο μου σώβρακο για ενθύμιο. Να είναι και λίγο κατουροχεσμένο. Και θα εξαφανιστώ προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα χαθώ για πάντα μέσα στη βουή της πόλης.     

Βγήκα έξω στο μπαλκόνι να πάρω λίγο καθαρό αέρα. Με έχει πιάσει μια νευρικότητα. Βρίσκομαι σε υπερένταση. Περπατώ συνέχεια πέρα δώθε από τη μια άκρη στην άλλη. Τέσσερα μέτρα δηλαδή. Σαν τους φυλακισμένους στο κελί τους. Παίρνω τρεις βαθιές ανάσες και ρίχνω μία ψηλοκρεμαστή ροχάλα στο πουθενά. Χα χα. Την εκσφενδόνισα με χαρά. Ας είμαι γυμνός. Δεν κρυώνω. Από τον πρώτο όροφο κοιτάζω ψηλά τον ουρανό. Παντού μαύρα σύννεφα και πίσω τους ένας τρομαγμένος ήλιος. Φαίνεται ελάχιστα. Σίγουρα δεν είναι άνοιξη αυτή παρά μια σκατούλα και μισή. Τουλάχιστον έφυγε το πάσχα και η ανάσταση και το μουνί της μάνας τους για να ησυχάσουμε απ’ τις χαρές και τις κλάψες τους. Να γλυτώσουμε και να ηρεμήσουμε απ’ τις μαλακίες. Και τις πολυπόθητες αργίες τούς τις χαρίζω. Δεν τις χρειάζομαι πια. Φέτος έπεσαν αργά. Κάπου μέσα στην μεγάλη βδομάδα ήταν και η πρωτομαγιά. Δεν μπόρεσαν να την γιορτάσουν με αγωνιστική μεγαλοπρέπεια. Όπως και θα έπρεπε. Λένε ότι αναβλήθηκε για σήμερα. Πρέπει να πάω στην πορεία. Νομίζω ότι είναι το απόγευμα κατά τις έξι. Αν προλάβω γιατί έχω και το κούρεμα. Αυτοί συνήθως αργούν να μαζευτούν. Δεν είναι πολλοί αλλά μάλλον περιμένουν τους αργοπορημένους για να τιμήσουν τους πρώτους νεκρούς. Δεν γαμιέται. Μπορεί και να πάω. Ωραία βολτούλα θα είναι. Μπορεί να συναντήσω και κάνα γνωστό. Βέβαια δεν είμαι εργάτης με το πηλοφόρι και το μυστρί μα ένας άνεργος λογιστής που πριν από ένα χρόνο απολύθηκε από μία μεγάλη ακμάζουσα εταιρεία για άγνωστους λόγους. Τουλάχιστον σε μένα. Δεν μου ανακοινώθηκαν ποτέ. Λοιπόν ναι. Οι κεφαλαιοκράτες κλέβανε και τη δική μου υπεραξία. Χα χα. Δεν χωράει καμία αμφιβολία. Με εκμεταλλευόντουσαν και πλουτίζανε από τους κόπους τους μόχθους και τις θυσίες μου. Τα ατελείωτα ωράρια που έκανα και τις πνευματικές δυνάμεις που σπαταλούσα για χάρη τους και για έναν μισθουλάκο πείνας. Που ζάλιζα και κούραζα το έξυπνο μυαλουδάκι μου απλά και μόνο για να φυτοζωώ. Και ήρθε και η οικονομική κρίση και βρήκαν την ευκαιρία να ψαλιδίσουν και τα μπόνους και τα πριμ παραγωγικότητας και τα δώρα των γιορτών και τα γαμίδια τους όλα. Κι εγώ να δουλεύω με αυταπάρνηση και τιμιότητα μέρα νύχτα για δέκα ολόκληρα χρόνια χωρίς να τους κλέψω ούτε ένα φράγκο. Ενώ μπορούσα. Άλλοι συνάδελφοι το έκαναν και μπράβο τους. Και την γυναίκα του εργοδότη μου μπορούσα να γαμήσω. Μου τριβότανε κι εκείνη σαν την σπιτονοικοκυρά. Μα δεν το ‘κανα. Τόσο μαλάκας ήμουνα. Κορόιδο πιάστηκα. Βέβαια. Ήμουν πολύ ηθικό στοιχείο. Όχι κάνας καριερίστας ολκής που ήθελε να ανέβει ψηλά στην ιεραρχία της εταιρείας. Και όχι αριβίστας. Με την αξία μου έστω. Ίσως γι’ αυτό με φάγανε. Ούτε κυνικός και τυχάρπαστος υπήρξα ποτέ. Απεχθάνομαι τους αμοραλιστές και τους τυχοδιώκτες. Μια κλοτσά στον κώλο λοιπόν και άντε στο καλό. Σκλαβάκι. Πάρε και μια μικρή αποζημίωση για να την βγάλεις μέχρι να βρεις πάλι δουλειά και από πάνω να μας λες κι ευχαριστώ. Και όλα αυτά με μια ασήμαντη αφορμή. Χωρίς αιτία. Κρίμα γιατί τον συμπαθούσα τον καργιόλη. Φαινόταν καλό αφεντικό. Τότε που έψαχνα για δουλειά. Πριν από δέκα χρόνια που έφυγα απ’ την πρωτεύουσα κι έριξα την μαύρη πέτρα πίσω μου την στιγμή που περνούσα τα πρώτα διόδια. Και δεν ξαναπήγα ούτε για βόλτα. Δεν επέστρεψα ποτέ. Που έθαψα τους νεκρούς και τους ζωντανούς μου και έπαψα να ζω με σκιές και φαντάσματα. Που διέγραψα ολόκληρο το ένδοξο παρελθόν μου. Τουλάχιστον προσπάθησα. Δεν είναι εύκολο. Που τους απαγόρευσα να έρχονται ακόμα και στον ύπνο μου. Στα άδεια μου όνειρα. Που έσβησα ολοκληρωτικά τα άθλια χρόνια της παιδικότητάς μου. Δηλαδή τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής μου. Που αποφάσισα να ξεκινήσω μια δεύτερη ζωή από την αρχή. Ολομόναχος. Δίχως φίλους και συγγενείς. Δίχως εχθρούς. Εκτός από έναν και μοναδικό. Εδώ. Στην πόλη που σπούδασα οικονομικά και λογιστικά κι έκανα και μεταπτυχιακό στα χρηματιστηριακά. Στην πρώτη μου νιότη. Όταν ακόμα είχα μπροστά μου ένα λαμπρό μέλλον. Ξαναγύρισα στον τόπο του εγκλήματος. Τότε το πρώην αφεντικό μου βρέθηκε μπροστά μου σαν από μηχανής θεός και με βοήθησε. Μεσολάβησε ο κολλητός μου. Ήταν συμπονετικός εργοδότης. Μα οι άνθρωποι αλλάζουν. Δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει την εξέλιξη. Δεν ξέρω γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά. Περασμένα ξεχασμένα. Τώρα σκέφτομαι μόνο να τον εκδικηθώ. Να τον ξεμοναχιάσω και να του φάω τον καρύτζαφλο. Να τον φάει το μαύρο χώμα. Και να πάω να κατουρήσω και να χέσω πάνω απ’ τον τάφο του. Τον έχω μεγάλο άχτι τον κερατά μα πάνω στα νεύρα μου έκανα την μαλακία και τον προειδοποίησα. Δεν έπρεπε. Τον απείλησα ανοιχτά ότι θα τον καθαρίσω και φυλάγεται. Έγινε πολύ προσεκτικός. Παίρνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Προσέλαβε ακόμα και σωματοφύλακες. Στην είσοδο της εταιρείας τοποθέτησε σεκιουριτά. Δεν μπορώ καν να τον πλησιάσω. Μα τουλάχιστον με φοβήθηκε το μάτι του. Χέστηκε πάνω του ο μαλάκας. Που μου έκανε και τον καμπόσο και μου πούλαγε και μούρη. Ξαφνικά ζάρωσε ολόκληρος. Σαν σκουράτζος έγινε. Μαζεύτηκε. Του ‘φυγε η μαγκιά. Άλλαξε δέκα χρώματα. Πλέον ζει με τον φόβο μου. Χα χα. Ο γαμημένος. Τέρμα τα παιχνίδια. Είμαι ένας τσαντισμένος σούπερ νόβα που σύντομα πρόκειται να εκραγεί. Θα σκάσω απ’ το κακό μου και θα κάνω ολόκληρο τον γαλαξία γυαλιά καρφιά. Χίλια κομμάτια.

Η αυλαία πέφτει. Δίνω ένα απότομο τέλος στην ονειροπόληση και επιστρέφω στη μίζερη πραγματικότητα. Κουράστηκε το μυαλουδάκι μου να θυμάται και να σκέφτεται. Κοιτάζω χαμηλά στο δρόμο. Το βλέμμα μου πέφτει σε μια γριούλα που κάνει συνέχεια το σταυρό της. Σαν αυτόματο. Πρέπει να με κοιτάζει για αρκετή ώρα. Μπορεί και να έχει ερεθιστεί. Να θυμήθηκε τα νιάτα της. Κάποια ένδοξα γαμίσια και έρωτες που θα είχε κι αυτή όταν ήταν μια όμορφη και ζωηρή κοπελίτσα. Ίσως. Ποιος ξέρει. Ασ’ την να παίρνει μάτι. Μα κείνη τη στιγμή πλησιάζει μία χοντρέλω με το παιδάκι της και βάζει τις φωνές καταστρέφοντας την ησυχία του μεσημεριού. Ευτυχώς δεν κυκλοφορεί άλλος κόσμος. Μόνο μια μαύρη γάτα έχει σκαρφαλώσει στον κάδο των σκουπιδιών και ψάχνει για αποφάγια αδιαφορώντας προς στιγμή για τις αψιμαχίες των ανθρώπων. Η γυναίκα είναι έξαλλη. Κάνει σαν να της σκότωσα την μάνα και τον πατέρα. Χειρονομεί και τσιρίζει προς το μέρος μου. Βρίζει και καταριέται ασύστολα. Μου σούρνει πολλά και διάφορα. Δίπλα της ο μπόμπιρας κοιτάζει με απορία και τρόμο. Έμπα μέσα ρε αλήτη. Επιδειξία. Κακό χρόνο να ‘χεις. Θέλεις να μας δείξεις και το πράμα σου. Έχουμε και μικρά παιδιά. Την αστυνομία θα φωνάξω να σε μπαγλαρώσει. Βοήθεια. Ουρλιάζει. Την έχει πιάσει υστερία. Φοβάμαι ότι θα πάθει κάνα ισχαιμικό επεισόδιο και θα μείνει στον τόπο. Κρίμα για το παιδάκι της που θα μείνει ορφανό στους πέντε δρόμους. Η χοντρή θα τεζάρει τρυπώντας την άσφαλτο. Μα έχει και την πλάκα της. Ωραίο θεατρικό. Μου φτιάχνει το κέφι και χαμογελάω. Το παιδί αρχίζει να κλαίει. Προσπαθεί να το παρηγορήσει. Σώπα αγόρι μου. Θα του δείξω εγώ του ανώμαλου. Παραδίπλα η γιαγιάκα συνεχίζει να σταυροκοπιέται. Φυλάει κι ένα μικρό σταυρουδάκι που κρέμεται απ’ το στήθος της. Τα χείλη της τρέμουν. Μπορεί να ψιθυρίζει και κάποια διευχόν και κυρελέησον για την περίσταση. Για να φύγει από μπροστά της ο εξωαποδώς που την πειράζει και την σκανδαλίζει. Να εξαφανιστεί. Να χαθεί από τα μάτια της. Φυσικά το θέαμα  είναι σατανικό και ανάρμοστο και την έχει σοκάρει. Την βασανίζει. Αμέσως μετά πρέπει να πάει τρέχοντας να εξομολογηθεί. Και στον πνευματικό της βέβαια για να λάβει τις απαραίτητες οδηγίες και συμβουλές.  Για να μην χάσει στο παραπέντε την είσοδο στον παράδεισο. Να περάσει τις πύλες άσπιλη και αμόλυντη. Να μην πάνε τσάμπα τόσες μετάνοιες και γονυκλισίες μπροστά στο μεγαλοδύναμο και τους παπάδες του. Τόσες ειλικρινείς μεταμέλειες για τα κρίματα και τα ανομήματα μιας ολόκληρης ζωής. Για τις πάμπολλες αμαρτίες της. Να μην πάνε χαμένες. Να μην αποδειχτούν άσκοπες λίγο πριν το τέλος. Ίσως είναι και η τελευταία της μεγάλη δοκιμασία και θέλημα θεού. Μα το μάτι της γαρίδα κολλημένο επάνω μου. Δεν το αποστρέφει απ’ το επίμαχο σημείο. Την έχει μαγνητίσει. Έστω και με ψαλιδισμένες τις πουτσότριχες. Έχει μείνει στήλη άλατος. Μόνο το δεξί της χέρι ανεβοκατεβαίνει μηχανικά. Όμως αυτή θα είναι και ο αυτόπτης μάρτυρας της χοντρής που θα μου κάνει μήνυση.  Ας ισχυριστώ εγώ ότι δεν είναι αξιόπιστη. Δεν είδε καλά λόγω περασμένης ηλικίας κι επειδή έχει άνοια και τα μάτια της πάσχουν από καταρράκτη. Χα χα. Μα το ζαρωμένο χούφταλο μπορεί να με κλείσει στη στενή. Βέβαια έτσι θα λυθεί αμέσως και το στεγαστικό μου πρόβλημα. Ουδέν κακό αμιγές καλού. Κι ας μην έκανα κάποια άσεμνη χειρονομία. Απλά ξεχάστηκα και βγήκα στο μπαλκόνι γυμνός. Και τι έγινε. Ούτε χούφτωσα τον πούτσο μου για να τους τον δείξω ούτε ερεθισμένος ήμουνα. Σιγά τα λάχανα. Δεν είχα πονηρές προθέσεις. Ούτε ερωτικές διαθέσεις και επιθυμίες. Χα χα. Με μια χοντρέλω και ένα χούφταλο. Μόνο που το παιδάκι είναι ένα ζήτημα. Η παιδοφιλία διώκεται ποινικά και χα χα πρέπει να προσέχω. Μα ούτε και ο πούτσος μου είναι υπερβολικά μεγάλος. Κανονικό μέγεθος έχει. Διαφορετικά θα έκανε σίγουρα καριέρα ως πορνοστάρ. Θα ήμουν περιζήτητος. Θα γύριζα τις καλύτερες τσόντες σε όλο τον πλανήτη για όλα τα παράξενα βίτσια και τα πονηρά γούστα και θα ‘βγαζα μπόλικα φράγκα. Ακόμα και με γριές και γέρους θα πήγαινα. Πέρα από τις κάβλες και τις απολαύσεις των γυρισμάτων. Μαλακίες. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια μέρα μεσημέρι. Κι όμως εγώ ο αγνός και αθώος κινδυνεύω να κατηγορηθώ για προσβολή της δημοσίας αιδούς. Τα πράγματα λοιπόν είναι σοβαρά. Με τσαντίζουν αφόρητα. Σκέφτηκα να παραστήσω το σιντριβάνι και να τις κατουρήσω από κει ψηλά μα δεν μου ερχόταν. Και δω αποτυχία. Ατυχία μάλλον. Απ’ την άλλη δεν μου έφταιγε σε τίποτα ο μπόμπος πλάι στη χοντρή να τον πιτσιλίσω. Φαίνεται καλό και ήσυχο παιδάκι. Ανενόχλητο μα άτυχο. Κρίμα. Τι έχει να τραβήξει το έρημο. Πολύ το λυπάμαι το αγοράκι της χοντρέλως.

Τέρμα τα δίφραγκα. Πρέπει να πάρω αμέσως τις σωστές αποφάσεις και να πράξω αναλόγως. Μπαίνω γρήγορα μέσα και κλείνω την μπαλκονόπορτα. Κατεβάζω και τα ρολά και προκαλώ μέσα στο διαμέρισμα κάποια σχετική συσκότιση. Πλέον το λιγοστό φως μπαίνει μόνο από τις γρίλιες. Σε λίγο τα μάτια μου συνηθίζουν. Αισθάνομαι ξανά ασφαλής και μακριά από τα απειλητικά βλέμματα του κόσμου. Ωραία. Μα δεν έχω κοιμηθεί καλά και είμαι ψόφιος στην κούραση. Τελευταία έχω πρόβλημα με τον ύπνο. Εγώ το παραβλέπω και δεν δίνω σημασία μα το κορμί μου επαναστατεί και απαιτεί τα νόμιμα δικαιώματά του. Βουλιάζω απαλά στο στρώμα και χαλαρώνω κοιτάζοντας το ταβάνι ασκαρδαμυκτί. Τα βλέφαρα ακίνητα και τα μάτια γουρλωμένα και ορθάνοιχτα έτοιμα να πεταχτούν έξω το καρφώνουν προσπαθώντας να το τρυπήσουν και να δουν τι γίνεται στον πάνω όροφο. Θέλω να το διεμβολίσω απλά και μόνο με τη δύναμη της σκέψης μου. Αυτή είναι το δυνατό μου σημείο. Και η φαντασία μου. Δυστυχώς κάθε προσπάθεια είναι μάταιη. Για άλλη μια φορά η σκληρή πραγματικότητα με συντρίβει και η θέλησή μου αποδεικνύεται αδύναμη και κατώτερη των περιστάσεων. Με ταπεινώνει και με ξεφτιλίζει διαρκώς λες και είμαι κάνα σκουπίδι που το παρασέρνει ο άνεμος εδώ κι εκεί. Πέρα δώθε και πάνω κάτω. Το πάει όπου του καπνίσει. Αναρωτιέμαι αν η χοντρή κυρία πραγματοποιήσει την απειλή της ή θα ξεχάσει το περιστατικό και θα συνεχίσει αμέριμνη το δρόμο της πηγαίνοντας στη δουλειά της. Σίγουρα θα έχει σοβαρότερα προβλήματα να σκεφτεί. Εκτός και αν είναι εμπαθής. Τότε θα την μισήσω ολοκληρωτικά. Σκέφτομαι πάλι αν η συμπαθητική γριούλα προσεύχεται ακόμα ή το ‘βαλε στα πόδια. Ή τι κάνει το πρώην αφεντικό μου αυτή την ώρα. Μάλλον δουλεύει σκληρά και ασταμάτητα στην εταιρεία του. Με τον κολλητό μου απ’ το πανεπιστήμιο που με βοήθησε όταν πρωτοήρθα στην πόλη έχουμε χαθεί. Έχουμε πάνω από ένα χρόνο να βρεθούμε και να τα πούμε. Προτού απολυθώ. Τον είχα πάρει δυο τρεις φορές στο τηλέφωνο μα δεν το σήκωσε. Μετά το νούμερό του δεν αντιστοιχούσε σε συνδρομητή. Έτσι με ενημέρωσε κάποιος αυτόματος τηλεφωνητής γεμάτος ψυχρότητα και ασπλαχνία. Πρέπει να το άλλαξε. Μα τώρα τον χρειάζομαι ξανά. Ίσως πάλι να έπαθε κάτι. Μπορεί και να πέθανε. Ποιος ξέρει. Όλα μέσα στη ζωή είναι. Όλοι παίζουμε με τις πιθανότητες και από τύχη ζούμε. Πρέπει να περάσω απ’ το σπίτι του να τον ψάξω. Να δω πώς περνάει και τι κάνει. Αν δεν έχει αλλάξει διεύθυνση. Αν δεν έχει μετακομίσει. Αν δεν έχει φύγει για το εξωτερικό. Πολλά τα αν και τα πρέπει. Με κουράζουν. Αλλά νομίζω ότι ήταν δικό του. Δεν έμενε σε νοίκι. Έτσι κι αλλιώς είμαι και ο επίσημος κουμπάρος του. Δεν είναι και λίγο. Εγώ τον πάντρεψα. Εκτός κι αν χώρισε. Χωρίς να του δώσω εγώ την άδεια. Χωρίς να μου την ζητήσει. Όλα πιθανά είναι σε τούτη τη σκατοζωή. Εσύ θα μου βαφτίσεις και το παιδί. Έτσι μου είχε πει. Το ήθελε και η γυναίκα του. Κι αυτή με συμπαθούσε πολύ. Μια δυο φορές ίσα που κρατήθηκα. Δεν ήθελα να χαλάσω τη φιλία μας. Τον ντρεπόμουν. Του είχα και μεγάλη υποχρέωση. Τότε που η λίμπιντο με έκανε ότι ήθελε. Με έσερνε διαρκώς σε νέες περιπέτειες. Όμως εντάξει. Είχα και φιλότιμο. Σε κάποιες περιπτώσεις συγκρατιόμουν. Έφερνα αντίσταση μα ταλαιπωριόμουν και σε ποιον να το έλεγα και ποιος θα με καταλάβαινε. Ούτε καν ο κολλητός μου. Πάντως λίγη τσίπα μου έχει απομείνει ακόμη. Δεν κατάντησα τελείως για πέταμα. Από την άλλη σκέφτηκα πως κάποια στιγμή όλα μαθαίνονται. Όμως ήταν πολύ όμορφη και με τύπο. Είχε χαρακτήρα. Μου άρεσε. Πρέπει να τους δω. Έστω και απροειδοποίητα. Μόνο ότι είναι καλά. Ίσως να έχουν αποκτήσει και κάνα παιδάκι και να ψάχνουν ακόμα για νονό. Απεχθάνομαι τις εκκλησίες με τα κεριά και τα λιβάνια και τους τραγόπαπες μα θα τους κάνω και πάλι το χατίρι. Αν και εφόσον μου το ζητήσουν. Όπως και στο γάμο. Όταν τέλειωσε το μυστήριο έκανα εμετό. Έφταιγε το λιβάνι. Για μέρες ήμουν του θανατά και πέρασε πολύς καιρός για να συνέλθω. Μα ήταν ο καλύτερός μου φίλος και μου το ζήτησε σαν χάρη. Δεν ήθελα μα δεν μπορούσα και να του αρνηθώ. Τώρα ίσως να έχουν χάσει το τηλέφωνό μου. Ποιος ξέρει. Γυρίζω στο πλευρό και κλείνω τα μάτια κουρασμένος και απογοητευμένος. Είμαι ψόφιος.  

Ξαφνικά ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Ένας χτύπος μόνο που με αναστατώνει. Ανοίγω έντρομος τα μάτια και πετάγομαι πάνω αλαφιασμένος. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και ακανόνιστα. Δεν μπορεί να βρει τον φυσιολογικό της ρυθμό και είναι έτοιμη να πεταχτεί έξω από το στήθος μου. Τρέχω να δω ποιος είναι. Κοιτάζω από το ματάκι μα δεν βλέπω τίποτα. Απ’ έξω ο διάδρομος είναι άδειος. Μάλλον γελάστηκα. Τελευταία έχω συχνά ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ακούω και φωνές. Ειδικά όταν βρίσκομαι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Μα τούτη τη φορά δεν είμαι και σίγουρος. Έχω άσχημα προαισθήματα. Ανοίγω διστακτικά την πόρτα και τότε εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μου σαν φάντης μπαστούνι. Το πρώην αφεντικό μου στέκεται ολόγυμνο και τελείως άτριχο απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Καραφλός και χωρίς πουτσότριχες. Ούτε καν πέος δεν έχει. Στη θέση του μόνο ένα ξυρισμένο μουνί. Όμως το ύφος του είναι πάντα αυστηρό και το βλέμμα του βλοσυρό με τρυπάει σαν σουβλί.  Ούτε γεια δεν μου λέει ή μια καλησπέρα του θεού. Αντιθέτως μου κάνει αμέσως την παρατήρηση. Τι υποδοχή είναι αυτή και τι ξινισμένα μούτρα. Γιατί βγαίνω έξω ξεβράκωτος και τι χάλια είναι αυτά που έχω. Λες κι αυτός είναι καλύτερος. Χαμογελάω αμήχανα και βουβαίνομαι. Δεν ξέρω τι να του πω και τι να ομολογήσω. Η κατάσταση είναι περίεργη. Υπάρχει κάποια ένταση στην ατμόσφαιρα. Δυο γυμνοί άντρες σε έναν άδειο διάδρομο πολυκατοικίας. Δεν είναι και το πιο συνηθισμένο πράγμα του κόσμου. Φοβάμαι ότι κάποιο περίεργο κεφάλι θα πεταχτεί από καμιά πόρτα και θα εκτεθώ. Ότι κάποιο αδιάκριτο μάτι θα μας δει και θα ξεσπάσει μέγα σκάνδαλο. Κοκκινίζω από ντροπή. Οι ματιές μας χαμηλώνουν και εστιάζουν στα επίμαχα σημεία. Μιλάει μόνο εκείνος. Τώρα ο τόνος της φωνής του είναι πιο ήπιος. Να ξέρεις ότι τώρα είμαι ένας βρικόλακας. Κανονικά δεν υπάρχω. Πέθανα πριν από λίγη ώρα. Δεν πρόλαβες να με σκοτώσεις. Σου την έφερα αλλά μην στεναχωριέσαι. Να ‘σουνα μόνο από μια γωνιά και να με έβλεπες. Φούνταρα από πολύ ψηλά. Η πτώση μου ήταν ηρωική. Πού να το φανταστείς ότι θα έβρισκα το θάρρος. Ανέκαθεν με θεωρούσες υπερβολικά δειλό μα γελάστηκες. Μια τέλεια κατάδυση μέχρι τον βυθό της ασφάλτου. Δεν έμεινε τίποτα από μένα. Η ζωή είναι μια επιχείρηση που δεν βγάζει τα έξοδά της. Φαλιρισμένη εξαρχής. Ευτυχώς που δεν άφησα απογόνους. Σ’ αυτό τουλάχιστον σκέφτηκα καλά. Όλα τα άλλα τα έκανα μαντάρα. Μα είναι αργά για συγνώμες και μετάνοιες. Ήρθα απλά για να σε αποχαιρετήσω. Δεν θέλω πια να μου κρατάς κακία. Τον πίστεψα. Σχεδόν. Ήξερα ότι δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Όχι ότι δεν ήθελε. Ήταν τζούφιος. Είχε προσπαθήσει αρκετές φορές μα δίχως αποτέλεσμα. Είχε αποτύχει παταγωδώς. Δεν του είπα τίποτα. Δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω περισσότερο. Στο τέλος φαινόταν συγκινημένος. Είχε βουρκώσει. Ήταν απρόσμενο. Δεν το περίμενα. Με έκανε να νιώσω άσχημα. Με πλησιάζει με τα χέρια ανοιχτά και με αγκαλιάζει. Ανοίγει το στόμα του και δυο τεράστιοι κυνόδοντες χώνονται βαθιά μέσα στο λαιμό μου έτοιμοι να μου πιούνε το αίμα. Να μου ρουφήξουν όλη μου τη δύναμη. Είναι παράλογο και μοιάζει με εφιάλτης. Μα και πάλι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Είναι πολύ ζωντανός. Σχεδόν αληθινός. Πραγματικός.  


Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 10


Η αγάπη για όλα τα ζωντανά πλάσματα είναι

το πιο ευγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου.

                                                                   Κάρολος Δαρβίνος 

 Γεννιούνται, μεγαλώνουν, ζευγαρώνουν, αναπαράγονται και πεθαίνουν. Ζουν σε ένα αιώνιο και άχρονο παρόν, στο εδώ και τώρα, δίχως περιττά άγχη και αγωνίες, μια απλή και γυμνή ζωή, λιτή,  αυτάρκη και αδέσποτη, μόνο με τα βασικά και τα αναγκαία, κυρίως την αγάπη, μα και την ελευθερία. Βέβαια, στην τελική, όλα είναι μάταια. Μα τα άλλα ζώα δεν το γνωρίζουν. Γι’ αυτό και είναι ευτυχισμένα. Εφόσον, εμείς οι τυραννικοί άνθρωποι τους το επιτρέπουμε.

Πρόκειται για ημερολόγια θανάτου, δύσθυμες καταγραφές μιας αληθινής ιστορίας, ρέκβιεμ μιας γνήσιας ρομαντικής αγάπης, πλατωνικών προδιαγραφών, ανάμεσα σε δύο ευαίσθητα και ευφυή πλάσματα, ενός ανθρώπου κι ενός γάτου, που διάνυσαν επιτυχώς τον δεκαετή κοινό τους βίο στο δρόμο, μέχρι τον τελεσίδικο αποχωρισμό τους.

Μα και για την άνοδο και την πτώση ενός μονόχνοτου, σημαδιακού και αταίριαστου μισάνθρωπου, ενός κατά βάθος πληγωμένου παιδιού, ευαίσθητου, εσωστρεφούς και μελαγχολικού, αισιόδοξα απαισιόδοξου, μέσα από τον οποίο αναδύθηκε μια θριαμβευτική εξέγερση, βγαίνοντας στο τέλος νικητής, μόνος απέναντι σε όλους, και ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο.

                                                          

*Το βιβλίο με τίτλο «Ο ΜΠΟΜΠΟΣ» αποτελείται από δεκαεπτά ιστορίες ζώων (ασπόνδυλο μυθιστόρημα) και αφιερώνεται στο Μπόμπο, τον Μπόμπα, την Νταίζυ  και τις άλλες γάτες της αυλής. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2025, πάντα μόνο για φίλους.


Τρίτη 18 Ιουνίου 2024

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Αγαπητοί συμπολίτες, εντιμότατοι δικαστές, κύριοι ένορκοι. Είναι η πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω δημόσια, μπροστά σε πολυπληθές ακροατήριο, η αίθουσα είναι φίσκα και χαίρομαι γι’ αυτό, έστω και ως κατηγορούμενος μιας άκρως ειδεχθούς πράξης, με τα δεδομένα της τρέχουσας μικροαστικής σας ηθικής, βέβαια. Δεν έχω σκοπό να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, και μόνο απέναντί σας, αφού δεν πιστεύω σε θεούς και δαίμονες και σε άλλες μεταφυσικές οντότητες, σίγουρα αυτό επιβαρύνει τη θέση μου, εφόσον αμέσως με κατατάσσει στα ηθικώς ανυπόληπτα άτομα. Γι’ αυτό και δεν δέχτηκα να συνεργαστώ με κανέναν δικηγόρο που μου ορίσατε ως συνήγορο, ούτε και με μάρτυρες που θα έλεγαν ένα καλό λόγο για μένα και θα προσπαθούσαν να σας επηρεάσουν ευμενώς απέναντί μου. Δηλαδή, ο καλός μου ο καφετζής, ο οποίος ως ο μοναδικός και καλύτερός μου φίλος δεν μπορεί να είναι αμερόληπτος, οπότε και οι κρίσεις του για το πρόσωπό μου δεν έχουν την παραμικρή αξία. Ευτυχώς, συγγενείς, γνωστοί και φίλοι από το μακρινό παρελθόν και την προηγούμενη ζωή μου δεν ήρθαν να με βοηθήσουν, σε αυτή την τελευταία μάχη που δίνω, φοβήθηκαν μην εκτεθούν ανεπανόρθωτα στα μάτια των συμπολιτών τους, όπως παλιότερα, γι’ αυτό και τους ευχαριστώ πολύ, δεν είχα καμία όρεξη να αντικρίσω ξανά τις φάτσες τους. Είμαι λοιπόν μόνος μου απέναντί σε όλους εσάς που με κοιτάτε περίεργα και τρομαγμένα, για να πω την προσωπική μου αλήθεια. Μέχρι τώρα είχα παραμείνει σιωπηλός, δεν είπα κουβέντα, δεν μίλησα σε κανέναν για το βράδυ του φόνου και πώς έγιναν τα γεγονότα. Θα μιλήσω για πρώτη και τελευταία φορά και θέλω να με ακούσετε προσεχτικά.

Από την πρώτη στιγμή, μετά τη δολοφονία του νεαρού, εγώ ο ίδιος ήρθα και παραδόθηκα στα όργανα της τάξης και ομολόγησα ευθαρσώς. Αυτό μου το καταλογίσατε στα υπέρ μου, ενώ ότι ήμουν άστεγος και αλήτης στα αρνητικά μου. Δεν μου αποδώσατε το ελαφρυντικού του πρότερου βίου, παρ’ όλο που το ποινικό μου μητρώο είναι πεντακάθαρο. Ο ανακριτής έψαξε και βρήκε τη μελανή στιγμή της ζωής μου, όταν πριν από δέκα χρόνια, μετά από καταγγελία του διευθυντή και προϊσταμένου μου, είχα κατηγορηθεί για ασέλγεια και προσβολή γενετήσιας πράξης σε βάρος ανηλίκου, και μάλιστα μαθητή μου στο λύκειο που δίδασκα εκείνη την εποχή ως φιλόλογος. Ότι δεν πήγα σε δίκη τότε οφείλεται στην αυτοκτονία του παιδιού και το σημείωμα που άφησε πίσω του. Ας πούμε λοιπόν ότι απαλλάχτηκα λόγω αμφιβολιών. Όμως, εγώ ποτέ δεν συγχώρησα τον εαυτό μου και αμέσως τον καταδίκασα σε εξοστρακισμό, μακριά από την κοινωνία σας. Ζούσα πλέον σαν ένας σκύλος του δρόμου, παρέα με τα αδέσποτα και μοναδικό φύλακα άγγελό μου έναν καφετζή, πρώην μπάτσο. Ήμουν πολύ τυχερός που τον γνώρισα και που εκείνος με εκτίμησε και με δέχτηκε ως φίλο και αδερφό του. Του οφείλω πολλά, σε κανέναν άλλον.

Αλλά ας έρθω στο προκείμενο, στην συγκεκριμένη υπόθεση για την οποία κατηγορούμε. Σκότωσα έναν άνθρωπο, αυτό είναι πολύ δυσάρεστο, μα δεν το έχω μετανιώσει. Η ζωή του καθενός είναι ιερή και απαραβίαστη, μα ως ένα σημείο, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Το θύμα ήταν ένας παρανοϊκός δραπέτης του φρενοκομείου που είχε βάλει σκοπό του να εξολοθρεύσει όλες τις γάτες της πόλης, είχε θεϊκή εντολή, έλεγε. Το άκουσα ο ίδιος απ’ το στόμα του, όταν τον πλησίασα και πιάσαμε κουβέντα. Μετακινιόταν συνέχεια και άλλαζε περιοχές για να μην δίνει στόχο και τον πιάσουνε. Εκείνο το βράδυ ήρθε στη γειτονιά μου. Τον περίμενα από μέρες και του την είχα στημένη. Στην αρχή δεν κατάλαβα ότι είναι εκείνος, τον πέρασα για άλλο ένα πρεζόνι που μέσα στην τρελή του τη χαρμάνα ψάχνει νυχτιάτικα λεφτά για τη δόση του. Μου ζήτησε. Πεινούσε, είπε, είχε μέρες να φάει. Δεν το πίστεψα, μα του έδωσα κάτι ψηλά, καθίσαμε στο παγκάκι και πιάσαμε την κουβέντα. Η πλατεία και ο δρόμος άδειος, δεν υπήρχε ψυχή, όλοι κοιμόντουσαν στα σπίτια τους. Ήταν όμορφο αγόρι, γύρω στα είκοσι, μου άρεσε. Του χάιδεψα απαλά τα δάχτυλα, πρέπει να κατάλαβε τις προθέσεις μου, μα δεν αντέδρασε, ούτε είπε κάτι. Έμεινε απαθής και το βλέμμα του διερευνητικό μπροστά, σαν να ψάχνει κάτι. Πήγα πιο κοντά και κόλλησα δίπλα του, με είχε ανάψει. Πέρασα το χέρι μου στη μέση του και τον αγκάλιασα. Προσπαθούσα να εκμεταλλευτώ την περίσταση, όταν από μπροστά μας πέρασε ένας ρωμαλέος ασπρόμαυρος γάτος. Τον αναγνώρισα, όμορφο και έξυπνο αρσενικό, που κάποτε είχε δώσει ομηρικούς καβγάδες με τον δικό μου, γάτο τον μπόμπο. Όταν ο νεαρός τον είδε, πάνιασε, άλλαξε δέκα χρώματα, βρικολάκιασε. Σαν ελατήριο πετάχτηκε όρθιος και προσπάθησε να τον αρπάξει απ’ την ουρά, μα δεν πρόλαβε, ο γάτος αντέδρασε αστραπιαία, ένιωσε τον κίνδυνο και το ‘βαλε στα πόδια. Τότε κατάλαβα ότι ήταν ο άνθρωπος που έψαχνα και αμέσως άλλαξα συμπεριφορά. Μα αμφιταλαντευόμουν αν θα έπρεπε να τον σκοτώσω ή να τον παραδώσω στην αστυνομία. Δεν είχα αποφασίσει ακόμα. Ήταν κρίμα τέτοια ομορφιά να πάει χαμένη.

Ξανακάθισε φανερά εκνευρισμένος στο παγκάκι δίπλα μου. Κρίμα, σου ξέφυγε, σχολίασα. Δεν πειράζει, μην στεναχωριέσαι, θα πιάσεις άλλον. Περνάνε πολλοί από δω, ψάχνουν για φαγητό. Ξαφνικά, το πρόσωπό του έλαμψε, γύρισε και με κοίταξε στα μάτια, αναγνωρίζοντας έναν σύμμαχο και συνοδοιπόρο στον σπουδαίο αγώνα του ενάντια στο κακό. Τους κυνηγάς κι εσύ; ρώτησε με αγωνία και έξαψη. Καμιά φορά, έτσι, για να σπάσω πλάκα, του είπα, προσπαθώντας να τον πιάσω φίλο, να με εμπιστευτεί και να μου ανοίξει την καρδιά του. Και τους σκοτώνεις; Σίγουρα, δεν μου γλυτώνει κανείς, του απάντησα. Τότε χαμογέλασε γεμάτος ευτυχία και μου εξήγησε την ειδική αποστολή που του έχει αναθέσει ο θεός ο ίδιος, είχε ακούσει τη φωνή του, να τις εξολοθρεύσει όλες, ως πηγή του κακού και της ηθικής διαφθοράς της πόλης. Γελούσε παρανοϊκά μέσα στην άδεια νύχτα. Του είπα να κάνει πιο σιγά γιατί θα ξυπνήσει ο κόσμος και θα φωνάξει την αστυνομία. Στο άκουσμα της λέξη χλόμιασε και βουβάθηκε εντελώς, χέστηκε πάνω του. Τώρα μιλούσε πιο σιγά, σχεδόν ψιθυριστά. Μου είπε και για το ίδρυμα, δεν ήθελε να τον ξανακλείσουν εκεί μέσα, είπε και με αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους. Χρειαζόταν συμπαράσταση και βοήθεια. Τον λυπήθηκα, δεν ήξερα τι να κάνω με την περίπτωσή του.

Μείναμε σιωπηλοί και αμήχανοι για κάμποση ώρα. Τότε κάτι ένιωσα να τρίβεται στα πόδια μου και να με χαϊδεύει μια ουρά. Πάνιασα ολόκληρος κι η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά και ακανόνιστα. Ήταν η Νταίζυ, η γκρίζα ερωμένη του μπόμπου, σύζυγός του σχεδόν, συνομήλικοι, που αγαπιόντουσαν πολύ από μικρά, με εμπιστευόταν και ερχόταν κοντά μου καμιά φορά για να την ταΐσω. Μα τούτη η ώρα ήταν τελείως ακατάλληλη, κατάλαβα ότι κινδύνευε. Και το χειρότερο ήταν πως ήταν έγκυος, η κοιλιά της τέρμα φουσκωμένη, έτοιμη να γεννήσει τρία ή τέσσερα γατσούλια, τόσα τα υπολόγιζα, τα τελευταία παιδιά του γάτου μου, σκέφτηκα και ανατρίχιασα. Αμέσως, την πήρε χαμπάρι κι εκείνος, άστραψαν τα μάτια του, ρίγησε ολόκληρος, του κόπηκε η ανάσα και πριν προλάβω να αντιδράσω την βούτηξε απ’ τον σβέρκο και την έφερε μπροστά στα πόδια του. Η κακόμοιρη η ψιψίνα ζάρωσε τρομαγμένη και έμεινε ακίνητη. Τότε το παιδί έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μαχαίρι και το ‘φερε στο λαιμό της. Από το στόμα του άρχισαν να βγαίνουν λόγια ακατάληπτα, δεν καταλάβαινα τι έλεγε, κάτι σαν μαγικό ξόρκι και προσευχή για τον καθαρμό των ψυχών, πριν από την τελετουργική θυσία. Βρισκόταν σε έκσταση, παραληρούσε. Είχα ξαφνιαστεί, τα είχα χάσει εντελώς, μα γρήγορα συνήλθα, ανάκτησα την αυτοκυριαρχία μου και χούφτωσα το σουγιά μου. Η αδρεναλίνη μου χτυπούσε κόκκινο και πλέον ήξερα τι έπρεπε να κάνω, είχα πάρει την μεγάλη και δύσκολη απόφαση. Ετοιμαζόταν να κόψει το λαιμό της Νταιζούλας από την μια άκρη στην άλλη, μα τον πρόλαβα, δεν μπορούσα να τον αφήσω να σκοτώσει τόσες αθώες ψυχές. Του ‘κοψα τον δικό του λαιμό, απ’ την μια άκρη στην άλλη. Δεν κατάλαβε τίποτα, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Το παιδί σωριάστηκε χάμω, η γάτα απελευθερώθηκε απ’ τα χέρια του και άρχισε να τρέχει μακριά απ’ τους ανθρώπους. Γύρω του σχηματίστηκε μια μεγάλη λίμνη αίματος κι εκείνος βούλιαζε στη μέση δίχως πνοή. Κρίμα, ήταν όμορφο αγόρι, μα τα μυαλά του χαλασμένα.

Έτσι έγιναν τα πράγματα εκείνο το τραγικό βράδυ και θέλω να με πιστέψετε. Πλέον, δεν έχω κανέναν λόγο να πω ψέματα, ούτε θέλω να αθωωθώ. Γνωρίζω την ενοχή μου και ότι πρέπει να τιμωρηθώ. Δεν με νοιάζει η ποινή που θα μου επιβάλλετε, πλέον δεν έχει καμιά σημασία, ούτε πρόκειται να εκτελεστεί. Το νιώθω, η ζωή μου τελειώνει, δεν έχω άλλη πίστωση χρόνου, μα δεν στεναχωριέμαι, ούτε λυπάμαι που φεύγω, δεν χάνω κάτι σημαντικό. Σε αυτόν τον κόσμο, φρενοκομείο, μπουρδέλο και σφαγείο συνάμα, μόνο οι ηλίθιοι και οι αναίσθητοι μπορούν να είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Εκτέλεσα το χρέος μου, ολοκλήρωσα τις υποχρεώσεις μου, έκανα ότι μπορούσα, αποχωρώ με το κεφάλι ψηλά. Γεια σας και καλή αντάμωση.

Σε όλη τη διάρκεια της απολογίας του, ο κατηγορούμενος μιλούσε με κομμένη την ανάσα, τα λόγια του έβγαιναν δύσκολα απ’ το στόμα του, με διακοπές και μεγάλες σιωπές. Στο τέλος σταμάτησε απότομα. Προσπάθησε να πάρει άλλη μια βαθιά εισπνοή, να πει άλλη μια κουβέντα, μα δεν τα κατάφερε. Ο λαιμός του έφραξε, πρήστηκε, έγινε κατακόκκινος από την προσπάθεια. Κατόπιν, σωριάστηκε λιπόθυμος στο πάτωμα μπροστά στα έκπληκτα μάτια δικαστών, ενόρκων και θεατών. Δεν πρόλαβαν να βγάλουν απόφαση, να τον καταδικάσουν. Μετά από λίγο, η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά, πέθανε. Είχε βίαιο θάνατο, έγραψε ο ιατροδικαστής στο πιστοποιητικό. Γενική πνευμονική εμβολή, λόγω καρκίνου του πνεύμονα σε τελικό στάδιο.

 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

Του άρεσε να σκοτώνει αδέσποτες γατούλες, και μάλιστα με ειδεχθή, βάναυσο τρόπο. Τις έπιανε απ’ τον σβέρκο, τις ακινητοποιούσε και τους έκοβε σύριζα το λαιμό, από την μια άκρη στην άλλη. Το πώς κατάφερνε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους και να τις πλησιάσει, αποτελούσε μυστήριο. Η μέθοδός του ήταν σταθερή, το σήμα κατατεθέν του, και πάντα στον τόπο του εγκλήματος άφηνε ένα χαρτάκι με τον αύξοντα αριθμό του θύματος. Για να μην χάνει τον λογαριασμό. Τουλάχιστον, ήταν καλός στην αριθμητική. Και είχε καλή μνήμη.

Ήταν μόλις είκοσι χρονών, όμορφο αγόρι, και δεν του φαινόταν ότι αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Μόλις το είχε σκάσει απ’ το ψυχιατρείο και κρυβόταν εδώ κι εκεί, έτρωγε ότι έβρισκε, ζούσε όπως τα αδέσποτα. Μα είχε ειδική αποστολή να εκτελέσει, άκουγε τη φωνή του ίδιου του θεού, δίχως παρεμβολές και παρερμηνείες από μεσάζοντες. Έπρεπε να απαλλάξει την πόλη από τις γάτες, πηγή αμαρτίας και αιτία της ηθικής της παρακμής, όπως στα χρόνια του μεσαίωνα που τις κυνηγούσε η ιερά εξέταση και οι πιστοί χριστιανοί. Ξαναμπαίναμε στην εποχή των δολοφόνων. Ο θεός διψούσε πολύ, ήθελε να γίνουν θυσίες στο όνομα της χάρης του, να επιβεβαιωθεί ξανά η δόξα του. Ζητούσε πάλι να πιει αίμα.

Προερχόταν από θεοσεβούμενη οικογένεια, είχε ανατραφεί με αυστηρές αρχές, διαβάζοντας μπόλικα εκκλησιαστικά και ιστορικά βιβλία για την θρησκεία του. Μάλιστα,  ο παντοδύναμος του είχε υποδείξει και τον τρόπο της σφαγής. Έπρεπε να γίνει μπροστάρης μιας νέας εκστρατείας κατά της διαφθοράς των ηθών, το παράδειγμά του να ακολουθήσουν και άλλοι, χιλιάδες και εκατομμύρια στρατιώτες του μεγαλοδύναμου, με τα μαχαίρια στο χέρι. Σίγουρα, θα γινόταν παράδειγμα προς μίμηση, αλλά και μετά θάνατον θα ανταμειβόταν με μια θέση στον παράδεισο, δίπλα στον πατέρα του και μεγάλο δημιουργό του σύμπαντος κόσμου. Γι’ αυτό και ήταν πολύ περήφανος για τις πράξεις του. Καμάρωνε.

Τον είχαν κλείσει στο ίδρυμα πριν από τέσσερα χρόνια, όταν έσφαξε τους γονείς και τα αδέρφια του την ώρα που κοιμόντουσαν. Με τον ίδιο τρόπο, όπως τώρα εξολόθρευε τις γάτες. Στους ψυχολόγους και τους δικαστές δεν έκρυψε τίποτα, είπε όλη την αλήθεια. Εκτελούσε εντολές  μιας ανώτερης δύναμης, δεν εμφανιζόταν μπροστά του, μα κατά καιρούς άκουγε τη φωνή της κι έπαιρνε τα μηνύματά της. Η οικογένειά του ήταν ένοχη για πάμπολλα αμαρτήματα κι έπρεπε να τιμωρηθεί, του είχε πει και αυτός υπάκουσε δίχως αντιρρήσεις. Παρ’ όλο που εκείνον δεν τον είχανε βλάψει προσωπικά, απεναντίας, ήταν πολύ καλοί μαζί του, τον φρόντιζαν και τον αγαπούσαν πολύ. Μα έπρεπε να γίνει.

Δεν τον πήγαν στη φυλακή, μα δεν υπήρχε διαφορά, παντού υπήρχαν κάγκελα, ο εγκλεισμός ήταν ο ίδιος. Κρίθηκε πολύ επικίνδυνος και απομονώθηκε από τους υπόλοιπους ασθενείς. Με τη βία του χορηγούσαν τα φάρμακα για να βρίσκεται σε καταστολή. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας κοιμόταν. Παρ’ όλα αυτά, με τη βοήθεια του παντοδύναμου, κατάφερε να δραπετεύσει, έκανε χίλιες φορές τον σταυρό του και ήταν και πάλι έτοιμος να αναλάβει καινούργια αποστολή, ακόμα πιο σημαντική, με το ίδιο σθένος και αυταπάρνηση, ως πιστός στρατιώτης του θεού. Κάποια στιγμή ξανάκουσε την δυνατή αυστηρή φωνή μέσα στο κεφάλι του κι ένιωσε μεγάλη αγαλλίαση. Η ζωή του αποκτούσε και πάλι ένα νόημα, κάποιον σκοπό. Να υπηρετεί εκείνον. Όπως και τόσοι άλλοι δολοφόνοι. Εφόσον υπάρχει θεός, όλα επιτρέπονται, σκέφτηκε. Και ο σκοπός αγιάζει πάντα τα μέσα.

Όμως, δεν πέρασε πολύς καιρός και ένα πρωινό βρέθηκε δολοφονημένος με τον ίδιο τρόπο. Του είχαν κόψει σύριζα το λεμό, και δίπλα του ένα χαρτάκι που έγραφε το νούμερο εκατό. Ο δράστης του αποτρόπαιου εγκλήματος ήταν ένας άστεγος που παραδόθηκε οικειοθελώς στην αστυνομία. Αγαπούσα πολύ τις γάτες, τούτα τα αθώα πλάσματα, γι’ αυτό τον σκότωσα, είπε στις αρχές. Και ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους επίδοξους μιμητές του. Απένειμα δικαιοσύνη. Όμως κρίμα, γιατί ήταν όμορφο αγόρι, αν και τα μυαλά του ήταν χαλασμένα, γι’ αυτό και προξενούσε το κακό. Από κείνη την μέρα δεν ξαναβρέθηκε σφαγμένη γάτα στην πόλη.  

 

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ (Ο ΓΑΤΟΣ ΤΟ 'ΣΚΑΣΕ)

Το πρωί, όταν ξύπνησα, το καλάθι δίπλα μου στο πεζοδρόμιο ήταν ακόμη άδειο, ούτε σήμερα είχε γυρίσει. Εδώ και ένα μήνα ο μπόμπος έχει εξαφανιστεί. Πρωτόγνωρα πράγματα, δεν το ‘χε ξανακάνει, ειδικά στην κατάσταση που είναι τελευταία. Κι όμως, αναστήθηκε και το ‘βαλε στα πόδια. Με έχουν ζώσει τα μαύρα φίδια, ανησυχώ μην έπαθε κάτι, αν και είναι έμπειρος και πολύ προσεκτικός γάτος. Ίσως πάλι, απλά, να ψόφησε.  

Έψαξα παντού, δεν τον βρήκα πουθενά. Κοίταξα ακόμα και μέσα στους κάδους των απορριμμάτων, κάθε φορά άνοιγα έντρομος το καπάκι μην τον δω πεταμένο ανάμεσα στα αποφάγια και τα σκουπίδια, σίγουρα θα τον αναγνώριζα. Τουλάχιστον, τότε θα έπαιρνε τέλος η αγωνία μου. Ήθελα να τον θάψω με τα χέρια μου. Όμως, τίποτα, πουθενά, άφαντος. Ίσως, αποφάσισε να πεθάνει μόνος του, τις τελευταίες του στιγμές να λουφάξει σε ένα ήσυχο μέρος, να κλείσει τα μάτια και να περιμένει. Ποιος ξέρει, ίσως να μην ήθελε να με στεναχωρήσει, όταν θα τον έβλεπα δίχως ανάσα και πνοή, ενώ τώρα θεωρείται αγνοούμενος, σαν να έχει πάει κάποιο μακρινό ταξίδι σε κάποια άγνωστη χώρα και ίσως κάποτε να επιστρέψει. Ο φίλος μου ο καφετζής προσπαθούσε να μου δώσει κουράγιο και να με παρηγορήσει. Μην ανησυχείς και χαλάς τη ζαχαρένια σου, μια χαρά είναι, θα δεις ότι θα γυρίσει, μου ‘λεγε χαμογελαστός και πάντα αισιόδοξος. Έτσι τουλάχιστον έδειχνε.

Όμως, υπήρχε κι ένα άλλο, πιο σοβαρό πρόβλημα. Την τελευταία βδομάδα κάποιος ψυχοπαθής είχε βάλει σκοπό να εξολοθρεύσει όλες τις γάτες, με καλή συγκομιδή. Κάθε πρωί βρίσκονταν ψόφιες τέσσερις με πέντε σε διάφορα σημεία της πόλης για να μην τον εντοπίζουν, να μπερδεύονται και να χάνουν τα ίχνη του, μάλιστα με τον ίδιο τρόπο, με κομμένο το λαιμό απ’ την μια άκρη μέχρι την άλλη. Δεν ρίχνει φόλες, ούτε τις χτυπάει με πέτρες, ούτε τις πυροβολεί. Είναι σαδιστής, θέλει να απολαμβάνει κάθε φορά τον πόνο και την τρομάρα τους, προτού τις εξολοθρεύσει. Επομένως, με κάποιο τρόπο, ο καργιόλης τις πιάνει στα βρωμόχερά του, τα καταφέρνει καλά. Και πάντα στον τόπο του εγκλήματος αφήνει ένα χαρτάκι με τον αύξοντα αριθμό των θυμάτων του.

Ο άνθρωπος είναι άρρωστος, για δέσιμο, έχει χαλασμένα μυαλά. Η αστυνομία τον έχει χαρακτηρίσει κατά συρροή δολοφόνο, επικίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια και ψάχνει να τον βρει, μαζεύοντας γενετικό υλικό και εικόνες από κάμερες ασφαλείας και μαρτυρίες από περαστικούς, όμως εκείνος ακόμα ξεφεύγει, γράφει η εφημερίδα. Η περίπτωσή του έχει γίνει και πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης, είναι πλέον διάσημος. Μα και να τον τσακώσουν, το πολύ να τον κλείσουν σε κάνα μουρλάδικο για κάποιο διάστημα, ύστερα να τον αμολήσουν κι εκείνος να αρχίσει τα ίδια. Σιγά μη θεραπευτεί.

Μέχρι τώρα δεν έχει έρθει από την περιοχή μου, εδώ δεν έχουν υπάρξει θύματα, μα φοβάμαι μήπως ο μπόμπος βρέθηκε στο δρόμο μου. Αν και είναι καχύποπτος με τους ανθρώπους, δεν τους εμπιστεύεται, ακόμα κι αν του δίνουν τροφή, τους αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι, και καλά κάνει, μα ποτέ δεν ξέρεις πότε θα έρθει η κακιά στιγμή. Δεν το ‘χω πει σε κανέναν, μα εκείνος ο ψυχάκιας από μένα θα το ‘βρει, εγώ θα τον απαλλάξω απ’ τον ανωφελή του βίο. Μένω άυπνος όλη νύχτα και τον περιμένω με τον σουγιά στο χέρι. Δεν μπορεί, θα σκάσει μύτη κι απ’ τα μέρη μας. Θα του φάω τον καρύτζαφλο του παλιόπουστα, να ξεβρομίσει ο τόπος απ’ την παρουσία του. Και να σωθούν οι κακόμοιρες οι γατούλες από τον μεγάλο διωγμό, να σταματήσει η γενοκτονία τους. Στο τέλος δεν θα μου γλυτώσει. Θα πέσει στα χέρια μου και θα τον γαμήσω από όπου κρατιέται. Ακόμα κι αν βρω το γάτο μου ζωντανό.     

Τράβηξα για το φαρμακείο  για να κάνω τις εισπνοές μου. Μόλις με είδε ο νεαρός βοηθός πίσω από τον πάγκο, με καλημέρισε χαμογελαστός. Είναι ειδικευόμενος ακόμη, κάνει την πρακτική του, μα φαίνεται σοβαρός και μετρημένος, σίγουρα θα γίνει καλός επαγγελματίας. Του χαμογέλασα κι εγώ. Η ομορφιά μου φτιάχνει πάντα τη διάθεση, όσο σκατά και να ‘μαι, και με ξεκουράζει. Τον ρώτησα για το αφεντικό του, έχει κάπου πεταχτεί, μου είπε, δεν θα αργήσει. Κάθισα στην καρέκλα, μου φόρεσε τη μάσκα κι άρχισα τις εισπνοές. Άλλη μια μέρα έπαιρνα παράταση και τώρα υπήρχε σοβαρός λόγος να το κάνω, λογάριαζα τη ζωούλα μου λίγο περισσότερο, έπρεπε να προσέχω. Ο καρκίνος προχωρούσε αργά αλλά σταθερά, μα εγώ έτρεχα να προλάβω. Είχα μια σημαντική υποχρέωση να διεκπεραιώσω, προτού ταξιδέψω στο επέκεινα και γίνω αστρόσκονη. Προτού ξανασυναντήσω τον μπόμπο μου, όπου κι αν βρίσκεται.

 

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ (Ο ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ)

Ήταν ένας δειλός, φοβισμένος άνθρωπος, όπως οι περισσότεροι, ίσως λίγο πιο πολύ από τους άλλους. Μεγάλωσε μέσα σε άνετο, μα και αυστηρό, οικογενειακό περιβάλλον ευυπόληπτων πολιτών της μεσαίας τάξης  και ανατράφηκε σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Δουλειά, γάμος, παιδιά. Ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Τα τρίπτυχα της ευτυχίας, της επιτυχίας και της ευημερίας, οι σωστοί σκοποί της ζωής. Στο σχολείο τού έκαναν μπούλινγκ, στο στρατό καψώνια. Ήταν ευαίσθητο παιδί, μα τα άντεξε και τα υπέμεινε όλα με αγόγγυστη αξιοπρέπεια.

Του άρεσαν οι τέχνες και τα γράμματα, τα βιβλία και οι ταινίες. Η φαντασία του υπήρξε το καταφύγιό του απέναντι στην σκληρή πραγματικότητα. Σπούδασε φιλόλογος στο πανεπιστήμιο, έκανε και μεταπτυχιακό στην αρχαία φιλοσοφία. Ήταν άριστος στο αντικείμενό του και μετά από διαγωνισμό διορίστηκε  ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση. Αγαπούσε την εργασία του και τους μαθητές του, αλλά με τους συναδέλφους του ήταν δύσκολος και απόμακρος, είχε μόνο τα τυπικά και τα απαραίτητα, μέσα στα επαγγελματικά πλαίσια. Βλέπεις, από παιδί δεν έκανε εύκολα φιλίες και παρέες. Ήταν κλειστός χαρακτήρας, μοναχικός και εσωστρεφής. Ζούσε πιο πολύ μέσα στον κόσμο του.

Η ερωτική του ζωή ήταν εντελώς ανύπαρκτη. Στα νιάτα του, τότε που δεν το είχε πει ακόμα στον εαυτό του, κάποιες δοκιμές στους οίκους ανοχής της πόλης είχαν στεφτεί με απόλυτη αποτυχία.  Δεν τον τραβούσαν οι γυναίκες, όσο κι αν προσπάθησε,  μόνο τα αγόρια και οι νεαροί άντρες, αυτή ήταν η φυσική του κλίση, η έμφυτη ροπή του, μα ήταν δειλός και φοβισμένος, δεν εκδηλωνόταν. Ειδικά, με τους μαθητές του, κρατούσε πάντα ασφαλείς αποστάσεις, δεν ήθελε να εκτεθεί. Ήδη πολλοί καλοθελητές ψιθύριζαν λόγια πίσω από την πλάτη του. Κι εκείνος έκανε πως δεν άκουγε. Μα κατά βάθος ντρεπόταν πολύ. Γινόταν ξεφτίλα στον εαυτό του.

Μεγαλώνοντας, ο πόθος του έκαιγε τα σωθικά και το μυαλό του, τον τρέλαινε, μα οι γονείς και τα αδέρφια τού έλεγαν ότι πρέπει να παντρευτεί, να βρει μια καλή κοπέλα και να φτιάξει τη δική του φαμίλια, να συνεχίσει τη γενιά τους. Έστω και για ξεκάρφωμα, για τα μάτια του κόσμου. Είχε ήδη περάσει τα σαράντα, τα περιθώρια είχαν αρχίσει να στενεύουν. Μια ολόκληρη ζωή προχωρούσε σκυφτός και κρυμμένος, σχεδόν έρποντας. Ντρεπόταν κι έφτυνε το πρόσωπό του στον καθρέφτη.

Ώσπου έγινε το ατύχημα. Δεν έφταιγε εκείνος, απλά δεν άντεχε άλλο, ως εκεί μπόρεσε, πλέον ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Πιάστηκε επ’ αυτοφώρω με έναν μαθητή του, για πρώτη και τελευταία φορά. Ξέσπασε μέγα σκάνδαλο και τα καλά νέα διαδόθηκαν γρήγορα, λίγο πριν κάνει έναν αρραβώνα βιτρίνας. Μαθεύτηκε παντού, στο σπίτι, στο σχολείο, στους   συγγενείς, τους γνωστούς και τους γείτονες. Εγώ το είχα υποψιαστεί, είπαν κάποιοι κακοπροαίρετα. Και δεν του φαινόταν, απαντούσαν οι άλλοι με απορία. Ξεφτιλίστηκε εντελώς, μα πιο πολύ τον πείραξε που το παιδί αυτοκτόνησε. Αυτό τον τσάκισε. Σκέφτηκε να βάλει κι εκείνος τέλος στον ασήμαντο βίο του, μα δεν βρήκε το θάρρος. Ήταν αναγκασμένος με κάποιο τρόπο να συνεχίσει να ζει, να παρατείνει την αξιοθρήνητη ύπαρξή του.

Τουλάχιστον, απέφυγε τα μπλεξίματα με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Πλέον όμως, τον βασάνιζαν οι τύψεις και οι ενοχές. Και τα υποτιμητικά βλέμματα των συνανθρώπων του. Άλλοι τον έβλεπαν σαν σκουπίδι, άλλοι σαν τέρας της φύσης, έπρεπε να διαλέξει. Έχασε τον ύπνο του, μα δεν ήθελε να μπλέξει με φάρμακα και χημείες. Δήλωσε παραίτηση από τη δουλειά και έφυγε απ’ το σπίτι των γονιών του. Έκοψε επαφή με όλο το προηγούμενο παρελθόν του και κατάντησε άστεγος στο δρόμο. Οικειοθελώς.

Έτσι, άρχισε μια δεύτερη ζωή, διάγοντας λιτό βίο, περνώντας με τα ελάχιστα, τη φροντίδα των κοινωνικών υπηρεσιών του δήμου και την καλοσύνη των ξένων. Δίχως υποχρεώσεις, έγνοιες, σκοτούρες, φιλοδοξίες και μεγαλεπήβολα σχέδια για το μέλλον. Απολάμβανε μόνο το παρόν, ζούσε στο εδώ και τώρα. Αγάπησε ξανά τον εαυτό του, τον δικαιολόγησε και τον συγχώρησε. Έτσι κι αλλιώς, είχε κάνει ότι καλύτερο μπορούσε.

Και ως εκ θαύματος απόκτησε στενούς φίλος, έναν άνθρωπο κι έναν γάτο, τον καφετζή και τον μπόμπο. Δεν είχε κανένα παράπονο πια, δεν ένιωθε μόνος και άχρηστος, υπήρχε ξανά κάποιος σκοπός. Έβλεπε ξανά τη ζωή όμορφη και ωραία, απολάμβανε το κάθε ξημέρωμά της, δέκα χρόνια τώρα, γυρίζοντας κι αυτός σαν ένας αδέσποτος κοπρίτης. Ένας σκύλος του δρόμου.

Μα δεν έκοψε τη συνήθειά του να διαβάζει. Κάθε τόσο δανειζόταν βιβλία από την δημοτική βιβλιοθήκη. Πλέον, είχε μπόλικο χρόνο για πέταμα. Έγραφε και ο ίδιος, σύντομες ιστορίες και μικρά πεζά, κυρίως αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, δίχως ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις, απλά για να περνάει ευχάριστα την ώρα του, αλλά και να κλείσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν, ψάχνοντας τον εαυτό του με ειλικρίνεια και θάρρος. Καμιά φορά, όποτε είχε όρεξη, διάβαζε τα κείμενά του στον καφετζή, τον μοναδικό του ακροατή και κριτικό. Του άρεσαν, κάποια ήταν πολύ καλά, του είχε πει, αν και δεν ήταν ειδικός.

Όμως, δεν σκεφτόταν να τα μαζέψει και να τα βγάλει σε βιβλίο, για να γίνει γνωστός ως συγγραφέας, δεν τον ένοιαζε. Βέβαια, δεν είχε και τα χρήματα που ζητούσαν οι εκδοτικοί οίκοι, αυτοί δεν αστειεύονταν, έπαιρναν κεφάλια, ζητούσαν τη μάνα τους και τον πατέρα τους.. Κρίμα, γιατί το βραβείο νόμπελ θα το είχε στο τσεπάκι του, μα τώρα τα γραπτά του είναι μόνο για φίλους. Τέτοια μεγάλη ιδέα είχε για τον εαυτό του, τόση σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Το σκεφτόταν καμιά φορά και γελούσε μόνος του με τον εαυτό του κι έφτιαχνε το κέφι του. Όμως, ήταν σίγουρος. Κάποτε, στο μακρινό μέλλον, θα τον ανακαλύψουν και θα τον δοξάσουν, γιατί απλά είναι πολύ μπροστά από την εποχή του. Τέτοια έπαρση κουβαλούσε, μα δεν ενοχλούσε κανέναν.

Μέχρι που αρρώστησε, έπαθε καρκίνο, όπως κι ο γάτος του, μαζί, σχεδόν, την ίδια περίοδο, διπλό το κακό και το θανατικό, χάλασαν τα πνευμόνια του, διαγνώστηκε σε προχωρημένο στάδιο, παρόλο που δεν είχε βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα του. Δεν έπαιρνε καμία θεραπεία, ήταν μια πολύ σπάνια περίπτωση για μη καπνιστή, είχε σταθεί άτυχος, είπαν οι ειδικοί. Στα πενήντα έξι του χρόνια.

Το δέχτηκε στωικά, με ψυχραιμία και απάθεια, ήταν η μοίρα του, κάποτε θα ερχόταν το τέλος, όλοι περαστικοί είμαστε, εφήμεροι, σκέφτηκε. Από καιρό πριν είχε συμβιβαστεί με την ιδέα, μετρώντας ανάποδα τον χρόνο που του απομένει. Σχεδόν αδιάφορα, ξεχνώντας το γεγονός. Και ελπίζοντας στο διπλό θαύμα. Έτσι κι αλλιώς, η ζωή είναι απρόβλεπτη, κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει αύριο ή τι θα συναντήσει στρίβοντας στην επόμενη γωνία.

Μα ο αγώνας ακόμα παίζεται, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, πάνω στο τραπέζι, υπάρχει ελπίδα και αισιοδοξία. Όχι βέβαια για τη νίκη ή έστω την ισοπαλία, η ήττα είναι βέβαιη. Μα για μια ή πολλές παρατάσεις, για λίγη ακόμα πίστωση χρόνου, κάτω από το λαμπρό φως του ήλιου και το χλωμό του φεγγαριού. Με αξιοπρέπεια.