Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

Η ΡΟΧΑΛΑ

Η ώρα πήγε έξι τα μπούτια μου τα σέξι. Έχει μείνει λίγο από το ανοιξιάτικο φως της μέρας. Αυτή την εποχή το απόγευμα σουρουπώνει αργά. Είμαι διψομανής και σαλιάρης. Περπατάω και φτύνω συνέχεια στο δρόμο όπου βρω. Ανάμεσα στο τσιμέντο και την άσφαλτο. Φοβάμαι μη φάω κάνα πρόστιμο και δεν έχω να το πληρώσω. Αν και προτιμώ να ποτίζω τα δεντράκια της πόλης μήπως και μεγαλώσουν μια στάλα τα καημένα. Και τα φυτά και τα λουλούδια μέσα στα παρτέρια και τους κήπους. Δεν το κρύβω. Είμαι ένας φανατικός οικολόγος του άστεως. Από παιδί έχω σιελόρροια μα τώρα τα πράγματα έχουν χειροτερέψει. Είμαι ακράτητος σαν παλιόγερος. Βέβαια έχω μια σοβαρή δικαιολογία. Διψάω συνέχεια και πίνω πολύ νερό. Πηγαίνω παντού με ένα μπουκαλάκι στο χέρι. Γι’ αυτό ίσως και το σπέρμα μου είναι νερουλό. Και τα ούρα μου λευκά και αραιά. Κατουριέμαι. Πάσχω από συχνοουρία. Κάθε τόσο ψάχνω τουαλέτες και σκοτεινές γωνιές για να αδειάσω την κύστη μου. Να φύγει το βάρος. Να ανακουφιστώ. Μα πιο πολύ φτύνω κι όποιον πάρει ο χάρος. Γεμίζω τα πεζοδρόμια με φλέματα και χλαπάτσες. Χρωματιστές ροχάλες σκατουλένιες από πικρούς καφέδες. Χα χα. Μου αρέσει. Μου προκαλεί την ύψιστη ηδονή. Οι περαστικοί με κοιτούν με μίσος και αηδία. Και με φόβο. Αν και συνήθως είμαι προσεκτικός. Δεν έχω πετύχει ποτέ κανέναν τους. Δεν τους έχω λερώσει ούτε καν τα υποδήματά τους. Δεν στοχεύω κατά πάνω τους. Δεν τους βάζω στο σημάδι. Μου είναι παντελώς αδιάφοροι.

Σήμερα έχει βάλει πολύ κρύο. Ο βοριάς τσούζει. Δεν είναι όμως και τόσο παγωμένος ώστε να γίνουν οι ροχάλες μου χοντρές χαλαζόπετρες. Μόνο που παίρνουν απρόβλεπτες πορείες. Φυσάει πολύ. Μια πλαστική σακούλα περνάει από μπροστά μου χορεύοντας. Και άλλα μικροαντικείμενα ταξιδεύουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Συνήθως χαρτάκια και σκουπιδάκια. Ο αέρας δυναμώνει και τα παρασέρνει. Σε λίγο μπορεί να πετάξω κι εγώ. Να με πάρει και να με σηκώσει. Γίνεται θύελλα και ανεμοστρόβιλος.  Τα μαλλιά της κοπέλας στο απέναντι πεζοδρόμιο ανεμίζουν ακανόνιστα και άτσαλα σαν κουρελιασμένη σημαία. Οι ροχάλες μου δεν καταλαβαίνουν από εμπόδια. Δεν σκαμπάζουν από κακοκαιρία. Ταξιδεύουν μακριά πετώντας σαν ζαλισμένα θαλασσοπούλια. Μία παραλίγο να πετύχει έναν αμέριμνο γεράκο που δεν έφταιξε σε τίποτα. Περνάει ξυστά πάνω απ’ το ξεφλουδισμένο του κεφάλι. Δεν φταίω εγώ. Δεν τον είχα βάλει στο σημάδι. Δεν ήθελα ούτε να τον βλάψω ούτε να τον προσβάλω. Δεν μου έκανε τίποτα. Είναι αδύναμος και άκακος. Ευτυχώς δεν το παίρνει χαμπάρι. Έχει άγνοια του κινδύνου. Ούτε ο δυνατός αέρας φαίνεται να τον ενοχλεί. Κάθεται ολομόναχος στο παγκάκι χαζεύοντας. Είναι βυθισμένος στις σκέψεις του. Στις θολές εικόνες του μυαλού του. Πάντως αν τον πετύχαινα θα ξαφνιαζόταν κάπως σαν να τον τράβηξαν δυνατά απ’ το μανίκι. Τότε θα ήμουν αποφασισμένος να τρέξω κοντά του και να του ζητήσω συγνώμη. Να βγάλω απ’ τη τσέπη μου ένα χαρτομάντιλο και να του σκουπίσω το κούτελο. Μπορεί και να μην με έβριζε. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ζήτημα χαρακτήρα. Να δεχόταν και αυτό το άσχημο περιστατικό με στωικότητα και καρτερία. Να το θεωρούσε μονάχα ένα ακόμα ατύχημα στην έρημη ζωή του. Σίγουρα θα του είχαν συμβεί και χειρότερα. Ίσως και να χαμογελούσε ευγενικά. Δεν πειράζει παιδί μου. Σε ευχαριστώ πολύ. Μόνο πρόσεχε λιγάκι. Θα μου μιλούσε ήρεμα για να διώξει τις τύψεις και τις ενοχές από πάνω μου. Θα τον βοηθούσα σε ότι και να μου ζητούσε. Θα του καθάριζα με χαρτομάντιλο την καράφλα. Ήταν αρκετά ηλικιωμένος. Μπορεί να ήταν και πατέρας μου. Θα του έδειχνα τον απαιτούμενο σεβασμό. Χωρίς καμία αυστηρότητα. Δεν θα με ένοιαζε καν το παρελθόν του. Κι αυτός ένας θνητός είναι που έχει μπει στην τελική ευθεία. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.   

Όμως κάποιος έρχεται φουριόζος απ’ την αντίθετη κατεύθυνση. Παγώνω. Είναι γνωστός μου και του χρωστάω δανεικά. Πριν από πολύ καιρό με είχε διευκολύνει. Μην ανησυχείς φίλε μου. Θα σου τα επιστρέψω με την πρώτη ευκαιρία. Δεν πρόκειται να σου τα φάω. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Μόνο μια μικρή πίστωση χρόνου ζητάω και θα τα έχεις και με το παραπάνω. Να σου δώσω και τόκο αν θέλεις. Έτσι του είχα πει για να τον ψήσω και τα εννοούσα. Δεν κορόιδευα. Έδωσα και το λόγο της τιμής μου. Υποσχέθηκα. Μετά εξαφανίστηκα από προσώπου γης. Έχασε τα ίχνη μου. Άλλαξα και τηλέφωνο. Έγινα καπνός. Με βλέπει και με θυμάται. Με αναγνωρίζει πίσω απ’ τις μαλλούρες και τα γένια μου. Το καμουφλάζ δεν έχει πετύχει. Γίνεται έξαλλος κι έρχεται κατά πάνω μου με άγριες διαθέσεις. Αρχίζει να με βρίζει χυδαία. Την μάνα μου και τον πατέρα μου. Με μουτζώνει και με τα δυο του χέρια. Να ρε παλιόπουστα. Πάρ’ τα να μην στα χρωστάω. Καταριέται την ώρα και τη στιγμή που μου έδωσε τα χρήματα για να με βοηθήσει. Που πιάστηκε κορόιδο. Που αποδείχτηκε μαλάκας με περικεφαλαία. Ζαρώνω σε μια γωνιά και περιμένω τα χειρότερα. Σκέφτομαι να του πετάξω το μπουκάλι στη μούρη μα δεν θα ‘χει αποτέλεσμα. Είναι πλαστικό και σχεδόν άδειο. Θα το πάρει ο άνεμος μακριά. Έχω λουφάξει. Είναι χειροδύναμος και φοβάμαι μη με πλακώσει στο ξύλο. Μη γίνω ξεφτίλα στη μέση του δρόμου. Κινδυνεύει να χαθεί και η ελάχιστη αξιοπρέπεια που μου έχει απομείνει. Τουλάχιστον να με βουτήξει μονάχα από το γιακά και να με τσαλακώσει λιγάκι.  Αυτό μπορούσα να το ανεχτώ. Μη γίνουμε θέαμα. Θα του ζητούσα και συγνώμη. Θα του πω ότι δεν φταίω. Δεν είχα πρόθεση. Μα έμεινα άνεργος. Έχασα τη δουλειά μου και είμαι άφραγκος. Τελείως ρέστος. Τι να κάνω. Σκέφτομαι να το σκάσω μα έχω μουδιάσει ολόκληρος. Τα πόδια μου δεν με υπακούν και δεν πρέπει να κάνω χειρότερα τα πράγματα. Θα κάτσω στα αβγά μου και θα υπομείνω τη μοίρα μου. Είναι ζήτημα τιμής και αξιοπρέπειας. Πάντως σίγουρα θα γίνω περίγελως και ξεφτίλα της κοινωνίας. Παρ’ όλο που δεν μου αξίζει τέτοια τύχη. Δεν είμαι κακός άνθρωπος.

Πλησιάζει και άλλο. Τώρα βρίσκεται μπροστά μου σε απόσταση αναπνοής. Κι εγώ απέναντί του χλωμός και αδύναμος κρατώντας την ανάσα μου. Τρέμοντας. Έχω μουδιάσει ολόκληρος. Φτου σου ρε ξεφτιλισμένε μου λέει κι αρχίζει να γεμίζει το στόμα του με σάλιο. Με φτύνει κατάμουτρα μα για καλή μου τύχη φυσάει αντίθετα. Στα δικά σου ρε αρχίδα. Τον καταριέμαι ολόψυχα και η ευχή μου πιάνει γιατί είμαι σαββατογεννημένος. Η ροχάλα φρενάρει και σταματά απότομα στη μέση της διαδρομής. Μετά αλλάζει κατεύθυνση και επιστρέφει κατά πάνω του. Τον πετυχαίνει στο δόξα πατρί. Παραλίγο να του βγάλει το μάτι του το αλλήθωρο. Να τον στραβώσει. Αν είχαμε παγετό και θερμοκρασία υπό το μηδέν αυτό θα γινόταν. Μία μεγάλη χαλαζόπετρα θα του άνοιγε το κεφάλι στα δύο για να μάθει να φέρεται καλύτερα και να είναι πιο ευγενικός. Μα στέκεται τυχερός. Μόνο που τον πιτσιλίζει λιγάκι. Ξαφνιάζεται μα δεν τον έφτυσα εγώ. Είμαι έτοιμος να βάλω τα γέλια και να το σκάσω προς άγνωστη κατεύθυνση. Η τρομάρα έχει φύγει από πάνω μου. Πρέπει να πάρω γρήγορα την απόφαση. Να πάρω τον πούλο και να το βάλω στα πόδια. Και για λίγο καιρό να εξαφανιστώ από προσώπου γης. Μέχρι να με ξεχάσει ο γαμημένος ο αρχίδης.

Ξαφνικά μου ‘ρχεται μια μακρινή θολή εικόνα στο μυαλό. Θυμάμαι στην τελευταία τάξη του λυκείου τον διπλανό μου στο θρανίο να σηκώνεται από τη θέση του και να φτύνει στην πλάτη τον θεολόγο που πέταγε με στόμφο τις μαλακίες του δεξιά κι αριστερά. Όλοι παγώσαμε. Εκείνος δεν κατάλαβε τίποτα. Συνέχισε να ρητορεύει και να μας κουνάει το δάκτυλο απειλητικά. Ούτε που θυμάμαι τι μπούρδες μας έλεγε. Μάλλον περί ηθικής και μεταφυσικής. Πάνω στο αντικείμενό του. Όμως η στάμπα από τη ροχάλα ήταν ανεξίτηλη. Έμεινε για καιρό στο σακάκι του αξιοσέβαστου κύριου καθηγητή για να μας θυμίζει τις αρλούμπες του. Ο συμμαθητής μου ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος. Αυτός μου έμαθε να φτύνω. Είχε χάσει χρονιές. Ζωηρό παιδί μα καλό και έξυπνο. Κατά βάθος ευαίσθητο και φιλότιμο. Κρίμα. Δεν πρόλαβε να αποφοιτήσει. Χαμένο πήγε και δαύτο. Μετά από λίγους μήνες σκοτώθηκε με το μηχανάκι του. Οδηγούσε πιωμένος. Δεν είδε την κλειστή στροφή του δρόμου κι έπεσε με ταχύτητα πάνω σε μια κολώνα. Έμεινε στον τόπο. Σε λίγες μέρες θα άρχιζαν οι εξετάσεις του καλοκαιριού. Επιτέλους θα έπαιρνε το απολυτήριο.

Ο δανειστής μου σκούπισε την φτυσιά από τη μάπα του και με βούτηξε απ’ το λαιμό. Αμέσως μου κόπηκε το γέλιο κι έχασα το χρώμα μου. Άρχισα πάλι να τρέμω. Είναι έξω φρενών. Αν με καθαρίσει στο δικαστήριο θα έχει πολλά ελαφρυντικά. Είναι και καλός νοικοκύρης. Έχει οικογένεια και δικιά του δουλειά. Βγάζει πολλά χρήματα. Οι ένορκοι μπορεί και να τον απαλλάξουν. Να ρίξουν όλο το φταίξιμο σε μένα. Με απειλεί. Θα σε πνίξω ρε πούστη με τα ίδια μου τα χέρια. Θα σε καρυδώσω. Δεν βρέθηκε άνθρωπος να με κοροϊδέψει εμένα. Να μου φάει λεφτά. Κάνε την προσευχή σου. Εκείνη τη στιγμή σκίστηκαν οι ουρανοί στη μέση κι άρχισαν να πέφτουν καρεκλοπόδαρα. 



Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ

Η ώρα είχε πάει πέντε. Έβγαινα τρέχοντας από την τράπεζα κι έπεσα πάνω του. Τσουγκρίσαμε τις μύτες μας. Πήγα να τον ποδοπατήσω. Γκαντεμιά. Ζήτησα συγνώμη χωρίς να τον κοιτάξω κατάματα μα εκείνο το ζουλάπι με αναγνώρισε. Μάλλον δεν ήμουν αρκετά μεταμφιεσμένος. Ούτε και είχα αλλάξει πολύ από την ένδοξη φοιτητική μας εποχή. Αν φορούσα μαύρα γυαλιά ηλίου ίσως να τη σκαπουλάριζα κάπως. Μπορεί να ξεγλιστρούσα αθόρυβα απ’ το πλάι του. Τώρα όμως την πάτησα. Σήμερα έπεφτα απ’ το κακό στο χειρότερο. Κάποια άτομα θα ευχόμουν να μην τα ξανασυναντούσα ποτέ στο σύντομο βίο μου. Μάταια. Τούτη η μέρα ήταν πεπρωμένη. Γεμάτη συμφορές και ανακατωσούρες. Ακόμη κι ο ουρανός είχε γίνει κατάμαυρος. Ήταν έτοιμος να ρίξει κατράμι και πίσσα. Που ‘σαι ρε κολλητέ. Χαθήκαμε. Χρόνια και ζαμάνια. Ο παλιός συμφοιτητής με είχε πιάσει  από τα μπράτσα και με ταρακουνούσε άγρια. Δεν με άφηνε να φύγω. Μου ‘ριξε και μια δυνατή στην πλάτη. Φαινόταν τρελός από τη χαρά του. Με κοιτούσε έκπληκτος και με τα μάτια γουρλωμένα. Αυτός δεν το πίστευε κι εγώ βρισκόμουν σε πλήρη σύγχυση. Αναρωτιόμουν ποιος ήταν ο μαλάκας που βρισκόταν μπροστά μου. Μέχρι που ηρέμησα κάπως και τον θυμήθηκα.

Κοντός χοντρός καραφλός. Χι χι. Ολέθριο σουλούπι πενηντάρη. Σαν γιουβαρλάκι με γυαλιά. Αν και από τα νιάτα του έτσι ήταν. Και ατσούμπαλος. Μέτριος στα μαθήματα της σχολής. Παραπέρα με μηδενική προσωπική και κοινωνική ζωή. Βλεπόμασταν αραιά και πού μόνο στα αμφιθέατρα και της αίθουσες διδασκαλίας. Τελικά κατάφερε να γίνει κι αυτός οικονομολόγος. Κουτσά στραβά όλοι θα έπαιρναν το πτυχίο τους κάποτε. Ήταν το μόνο σίγουρο. Έστω με μια μικρή καθυστέρηση. Κανείς δεν χάνεται. Έτσι κι αλλιώς το επάγγελμα είχε μεγάλη πέραση. Κι ακόμα έχει. Αρχικά έπιασε δουλειά σε μια τράπεζα σαν λογιστάκος. Κατόπιν αναβαθμίστηκε σε τμηματάρχη. Μάθαινα τα νέα του από κοινούς γνωστούς και γελούσαμε με την καρδιά μας. Παντρεύτηκε. Έκανε και δύο παιδιά. Αργότερα εξελίχθηκε σε μεγάλο λαμόγιο. Δεν περιμέναμε τέτοια εξέλιξη. Το γιουβαρλάλι ξεψάρωσε απότομα και μας άφησε άφωνους. Δικτυώθηκε για τα καλά αποκτώντας χρήσιμες επαφές με σημαντικούς οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες του τόπου. Μέσα σε μια νύχτα έγινε ο άνθρωπος για όλες τις παλιοδουλειές τους. Ο λακές που υπηρετούσε πρόθυμα και αγόγγυστα τα αφεντικά του. Είχε τους λόγους του. Κατά περιόδους ακούγονταν διάφορα γι’ αυτόν. Σε όλα μέσα ο κολλητός. Μπλέχτηκε στο μεγάλο σκάνδαλο του χρηματιστηρίου αλλά και σε άλλες κομπίνες μικρότερου βεληνεκούς. Είχε καταχραστεί και δημόσιο χρήμα. Οι περισσότερες υποθέσεις του κουκουλώθηκαν. Συνήθως αθωωνόταν με βούλευμα και εισαγγελική εντολή. Συχνά πυκνά τον έβλεπα στην τηλεόραση. Εμφανιζόταν στα κανάλια. Η φάτσα του φιγουράριζε στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων. Είχε γίνει διάσημος. Πρώτο όνομα. Τελικά κάποια στιγμή δικάστηκε. Δεν θυμάμαι γιατί. Έκανε για λίγο και φυλακή. Τον περισσότερο καιρό έμενε στην πρωτεύουσα. Προσπάθησε να χαθούν τα ίχνη του μέσα στην μεγάλη πόλη. Ποιος ξέρει. Μπορεί αργότερα να άλλαξε και ονοματεπώνυμο. Τώρα μάλλον είχε λουφάξει μέχρι να ξεχαστούν τα πράγματα. Έκανε προσωρινά τον ψόφιο κοριό μα παρέμενε ένας μεγάλος αριβίστας. Κάποτε αυτό το γελοίο και τιποτένιο ανθρωπάκι θα μπορούσαμε να τον δούμε να γίνεται και υπουργός. Να φτάνει ακόμα και στα ανώτατα πολιτικά αξιώματα. Όλα ήταν πιθανά. Και θα ρίχναμε πάλι μεγάλα γέλια.

Μου είπε ότι έχει γυρίσει μόνιμα στη μικρή μας  πόλη και δουλεύει στην εταιρεία που μέχρι πρότινος ήμουνα κι εγώ. Άκου συμπτώσεις. Ήρθε δυο μήνες αφότου με είχαν απολύσει. Γι’ αυτό και δεν συναντηθήκαμε. Τον βόλεψε κάποιος βουλευτής γνωστός του αφεντικού. Ξέρεις πως γίνονται αυτά. Έβαλε τα γέλια και εγώ τον κοιτούσα ξαφνιασμένος. Μυστήριο τρένο. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν μου λέει αλήθεια ή ψέματα. Αν σοβαρολογεί ή με περιπαίζει και σπάει πλάκα με την πάρτη μου. Έμαθε για την περίπτωσή μου και στεναχωρήθηκε. Να με απολύσουν οι αχρείοι ύστερα από δέκα χρόνια στη δουλειά. Να με πετάξουν στο δρόμο σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Δυστυχώς αυτοί είναι οι νόμοι της αγοράς. Πάντως αν ήθελε θα μπορούσε να μεσολαβήσει να με ξαναπροσλάβουν. Να πάρω τη θέση του πίσω. Έχει άκρες και γνωριμίες. Ξέρει χρήσιμους ανθρώπους που κατέχουν τα μεγάλα πόστα. Αν και το αφεντικό είναι πυρ και μανία μαζί μου. Δεν θέλει να ακούει ούτε το όνομά μου. Όμως όλα γίνονται. Δεν πρέπει να απελπίζομαι. Για όλους έχει ο θεός. Κι εκείνος πέρασε δύσκολες καταστάσεις. Ίσως κάτι να άκουσα. Μα δεν το έβαλε κάτω. Δεν έσκυψε το κεφάλι. Είναι αγωνιστής της ζωής. Πάλεψε με θεούς και δαίμονες για να ορθοποδήσει και πάλι. Να ξεκινήσει από την αρχή. Μου τα ‘λεγε τόσο σοβαρά και με τέτοιο στόμφο που παραλίγο να βάλω τα γέλια μπροστά του. Ή να αρχίσω να κλαίω απ’ τη τσαντίλα. Με τα χίλια ζόρια συγκρατήθηκα. Όμως δεν ήξερα αν θα πρέπει να θυμώσω ή να τον λυπηθώ.  

Μου είπε και άλλα ηρωικά και δακρύβρεχτα. Στα όρθια. Στη μέση του δρόμου. Θα με προσκαλούσε για καφέ μα ήταν βιαστικός. Οι επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν μπορούν να περιμένουν. Όλη μέρα τρέχει και δεν φτάνει. Είχε χωρίσει κιόλας. Η γυναίκα του τον άφησε. Πήρε και τα παιδιά μαζί της. Τώρα είναι μόνος του. Αυτό δεν το ήξερα μα δεν λυπήθηκα ιδιαίτερα. Δεν πειράζει. Δεν τον φοβάμαι. Θα βρει άλλη. Κυκλοφορούν πολλές ηλίθιες στην πιάτσα. Κάποια θα καταφέρει να τυλίξει. Να την θαμπώσει με την ομορφιά και την εξυπνάδα του. Αυτά σκεφτόμουν μα δεν του τα είπα. Κράτησα το στόμα μου κλειστό και επτασφράγιστο. Όχι τόσο από ευγένεια όσο από βαρεμάρα. Ήθελα να τον ξεφορτωθώ μια ώρα αρχύτερα. Είχα κι εγώ τα δικά μου τρεχάματα. Έτσι κι αλλιώς δεν μου έπεφτε λόγος. Ας έκανε ότι ήθελε. Ας έκοβε και το λαιμό του. Χέστηκα. Αν και τέτοια λαμόγια επιβιώνουν σε όλες τις καταστάσεις. Στο τέλος την βγάζουν πάντα καθαρή. Δεν πάνε ποτέ χαμένα. Είναι χρήσιμα αντικείμενα. Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνουν και ξανά προς τη δόξα τραβούν.

Ευτυχώς για μένα δεν ρώτησε πολλά πράγματα. Μάλλον από τακτ. Για να μη με φέρει σε δύσκολη θέση. Μόνο αν παντρεύτηκα. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Έκανες την καλύτερη. Γλύτωσες από πολλούς μπελάδες. Γυναίκες. Πεταμένα λεφτά. Σπουδαία λόγια από ένα μεγάλο και έμπειρο άνδρα. Σοφές κουβέντες από ένα χοντρομαλάκα με περικεφαλαία. Όπως το πάρει κανείς. Του χαμογέλασα με συγκατάβαση και τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη. Όμως κρίμα που ήταν βιαστικός. Δεν είχε χρόνο να τα πουν κάπου με την άνεσή τους. Να θυμηθούνε και τα παλιά. Τη χαμένη τους νιότη. Μα δεν έπρεπε να χαθούνε. Με χαιρέτησε βιαστικά κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Ευτυχώς. Φτηνά τη γλύτωσα. Και δεν ζήτησε καν τον αριθμό του τηλεφώνου μου.


Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2025

ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

Η ώρα κοντεύει τέσσερις και η τράπεζα είναι ακόμα ανοιχτή. Βλέπω κόσμο μέσα. Και σήμερα ο ναός του χρήματος έχει μπόλικη δουλειά. Τέρμα οι λούφες και οι τεμπελιές των υπαλλήλων. Κομμένα τα αραλίκια και με τα δύο πόδια πάνω στο τραπέζι. Τώρα κάτω τα κεφάλια και τα σκυλιά δεμένα. Η κατάσταση είναι κρίσιμη. Οι ανοικτές υποθέσεις φαίνονται ατέλειωτες. Κυρίως διακανονισμοί χρεών. Οι τόκοι είναι υπέρογκοι. Κάποιοι μιλάνε για νόμιμη τοκογλυφία και ζητούν κούρεμα επιτακτικά. Είναι απαιτητικοί. Κάποτε μας κυνηγάγατε για να υπογράψουμε την θανατική μας καταδίκη. Βάλε μια τζίφρα εδώ και πάρε τα μετρητά. Έτσι μας λέγατε. Μας είχατε ταράξει στα τηλέφωνα και στα παρακάλια και μας σκοτίζατε τα αρχίδια κάθε μέρα παλιοκαργιόληδες τραπεζίτες. Θέλατε το καλό μας. Πάρε πάσα φίλε μου και κάνε παιχνίδι. Να έχουμε χρήματα να χαλάμε και να σκορπάμε και να το παίζουμε μάγκες. Να αγοράζουμε ότι γουστάρουμε και να ταξιδεύουμε όπου μας κάνει κέφι. Μέχρι και τους παγωμένους πόλους. Με ξένα κόλλυβα να κάνουμε γάμους και μνημόσυνα γραβατωμένες και αρωματισμένες λουμπίνες. Κουστουμαρισμένοι ξεκολιάρηδες περιωπής. Δικαιολογημένος ο εκνευρισμός κι η αγανάκτησή τους. Τώρα παραπονιούνται και κλαίνε με μαύρο δάκρυ μα τότε δεν είχαν προσέξει τα πολύ μικρά γράμματα στο τέλος της σελίδας. Έμοιαζαν με ψείρες. Δεν φαίνονταν ούτε με μεγεθυντικό φακό.

Έχουν όλο το δίκιο με το μέρος τους μα χάνουν άδικα τον καιρό τους. Μιλάνε σε κουφούς. Πίσω από τα γκισέ και τα γραφεία οι υπάλληλοι εξυπηρετούν ακατάπαυστα. Ιδρώνουν έντιμα τα πουκάμισά τους. Ψάχνουν τα χαρτιά τους και κοιτάζουν τους υπολογιστές εξηγώντας στους πελάτες τα καθέκαστα. Είναι όλοι τους σοβαροί και μετρημένοι. Κάθε τόσο σκάει κάνα δυσερμήνευτο και διφορούμενο χαμόγελο. Σίγουρα σε κάθε συμφωνία διακυβεύονται σπουδαία και μεγάλα πράγματα.  Το κατάστημα δεν έχει κατεβάσει ακόμα ρολά. Αυτό ονομάζεται διευρυμένο ωράριο. Κάτι σαν να τα εφημερεύοντα φαρμακεία. Μη χάσουν κάνα πελάτη. Σε λίγο μπορεί και να διανυκτερεύουν. Για όλα τους έχω ικανούς. Κρίμα μόνο για τους εργαζόμενους. Πολύ τους λυπάμαι. Ωραίο το κουστούμι και η γραβάτα μα το σπίτι τους δεν τους βλέπει καθόλου. Ακούνε και τα μπινελίκια τους από τους αγανακτισμένους πελάτες. Τρώνε καμιά φορά και τις σφαλιαρίτσες τους τις σβουριχτές από τους πιο οξύθυμους και ευερέθιστους. Όλα μέσα στο πρόγραμμα είναι. Στα αρνητικά του επαγγέλματος. Ως ένα βαθμό δικαιολογούνται. Μπαίνει σε άμεσο κίνδυνο η σωματική τους ακεραιότητα. Ενδεχομένως και η ίδια τους η πολύτιμη ζωούλα. Από εκείνους που βρίσκονται με τη θηλιά στο λαιμό και την πλάτη στον τοίχο. Από όσους κινδυνεύουν να χάσουν την περιουσία τους ή να μπούνε φυλακή. Το περιβάλλον είναι ανθυγιεινό στα όρια της τοξικότητας. Κι όμως χαμογελούν. Μα το βράδυ για να κοιμηθούν παίρνουνε χάπια. Δεν γίνεται αλλιώς. Πολύ τους λυπάμαι τους κακόμοιρους.  

Μα κι εγώ ο αργόσχολος και ανεπρόκοπος πελάτης είμαι. Έχω πολύ χρόνο για πέταμα και διαβολεμένη όρεξη να σπάσω λίγη πλάκα με κάποιον από αυτούς τους εκπροσώπους και στυλοβάτες του υγιούς καπιταλιστικού συστήματος της υποανάπτυκτης χώρας μας. Όχι παίζουμε. Δεν φταίω εγώ. Εκείνοι μου είπαν να έρθω γρήγορα. Με ειδοποίησαν τηλεφωνικώς να περάσω να κανονίσω την υπόθεσή μου που εκκρεμεί εδώ και ένα χρόνο. Δεν χωρούσε άλλη αναβολή. Να βιαστώ μη χάσω την προσφορά. Για το καλό μου. Για να μην μπλέξω με την δικαιοσύνη. Σχεδόν προσπάθησαν να με τρομοκρατήσουν. Η τακτική τους είναι γνωστή και στις περισσότερες περιπτώσεις αποδίδει καρπούς. Εγώ έβαλα τα γέλια και τους έκλεισα στα μούτρα. Άμα μπορέσω θα περάσω. Μη μου σπάτε τα αρχίδια. Έχω κι άλλες δουλειές. Πολλά τρεχάματα. Έτσι τους είπα και τους έσπασα τον τσαμπουκά. Στο τέλος με παρακάλεσαν κιόλας γιατί μέχρι τώρα τους είχα γράψει στα παπάρια μου. Δεν καταδεχόμουν καν να τους απαντήσω. Τώρα αυτοί με έχουν ανάγκη. Χα χα. Χε χε. Δεν υπάρχει τίποτα να μου αρπάξουν και να μου κατασχέσουν για να βγάλουν τη ζημιά. Είναι όλο γλύκες. Θέλουν να μιλήσουμε για το κούρεμα του δανείου μου. Ήταν καταναλωτικό μα δεν θυμάμαι άλλες λεπτομέρειες. Δηλαδή για πιο λόγο το είχα πάρει. Κάτι πρέπει να ήθελα να αγοράσω. Αυτοκίνητο μάλλον αλλά μετάνιωσα και τα έφαγα από δω κι από κει. Κάτι πλήρωνα στην αρχή μα με το που έμεινα άνεργος πάπαλα. Πήραν τα αρχίδια μου. Και φυσικά με βαρβάτο επιτόκιο. Ληστρικό. Όχι παίζουμε. Είχα όρεξη λοιπόν να τους δουλέψω λιγάκι. Να σπάσω την πλάκα μου με την πάρτη τους. Είχα λίγη ώρα για δωρεάν διασκέδαση. Να ξεχάσω κι εγώ τα προβλήματά μου.

Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα στο υποκατάστημα. Πήγα κατ’ ευθείαν σε μία κοπέλα στις πληροφορίες και τις εξήγησα τι ήθελα. Μου χαμογέλασε ευγενικά και μου έδειξε έναν νεαρό στο βάθος. Αυτός ήταν ο υπεύθυνος για τα κόκκινα δάνεια. Με εκείνον είχα μιλήσει στο τηλέφωνο. Απλά δεν θυμόμουν το όνομά του. Τον πλησίασα και του συστήθηκα. Είμαι ο τάδε και τα λοιπά και τα λοιπά. Με θυμήθηκε και μου χάρισε ένα πλατύ επαγγελματικό χαμόγελο. Ήταν ευγενέστατος. Μετά μου είπε να καθίσω και άρχισε να ψαχουλεύει βιαστικά ένα βουνό με χαρτιά. Βρήκε την υπόθεσή μου κάπου στη μέση και την ανέσυρε στην επιφάνεια. Μέχρι πρότινος ήμουν τυπικός στις υποχρεώσεις μου. Γνώριζε ότι πλέον είμαι άνεργος μα τουλάχιστον παίρνω ένα επίδομα. Έχω ένα μικρό εισόδημα. Από αυτό θα μπορούσα να τους δίνω κάτι. Έτσι είπε ο αναιδέστατος. Έσκασα ένα πονηρό χαμόγελο και του μίλησα έξω από τα δόντια ήρεμα και απλά. Άμα θέλω. Μα πρέπει και να φάω. Αυτά που παίρνω  δεν φτάνουν ούτε για ζήτω. Βλέπεις. Ούτε να κουρευτώ δεν μπορώ. Να περιποιηθώ κάπως τον εαυτό μου. Να σουλουπωθώ λιγάκι. Τουλάχιστον είναι ακατάσχετο. Κάτι είναι κι αυτό. Δεν μπορούν να το πειράξουν. Να μου το κλέψουν. Είχα το πάνω χέρι. Έτσι κι αλλιώς το κεφάλαιο το είχα ξοφλήσει. Μόνο τα ληστρικά τοκοχρεολύσια είχαν απομείνει να πληρωθούν. Είστε κλέφτες και απατεώνες. Είχα σκοπό να ρίξω μπόλικο βρισίδι. Όχι από τσαντίλα. Για τον χαβαλέ. Ο υπάλληλος είχε αρχίσει να εκνευρίζεται μα συγκρατιόταν. Είχε γίνει κατακόκκινος. Χι χι. Χο χο. Δοκίμαζα τις αντοχές του. Δεν είχε πολλές επιλογές. Μου πρότεινε ένα γενναίο κούρεμα που όμως θα εξαρτιόταν από τη συμπεριφορά μου. Μείωσε και την μηνιαία δόση μα έπρεπε να είμαι εντάξει στην υποχρέωσή μου και να πληρώνω τακτικά. Αν μάλιστα είχα και κάποια σοβαρή ασθένεια η αντιμετώπισή μου θα ήταν και πιο ευνοϊκή. Το κούρεμα θα ήταν μεγαλύτερο. Η τράπεζα είναι ευαίσθητη απέναντι σε σοβαρά προβλήματα υγείας των πελατών της. Όταν τον άκουσα να λέει τέτοια πράγματα τρελάθηκα και χτύπησα ξύλο. Παραλίγο να κάνω και το σταυρό μου για να ξορκίσω το κακό. Εγώ ο άθεος. Ήθελε να με πεθάνει ο καργιόλης. Πάντως έδειξε κατανόηση στο πρόβλημά μου. Ένιωσα απέναντί του μεγάλη ευγνωμοσύνη μα δεν μπορούσα να του υποσχεθώ τίποτα. Ούτε να ορκιστώ σε τίποτα. Κρίμα μόνο που ξεχείλιζα από υγεία και δύναμη. Για να μην τον κακοκαρδίσω του είπα ότι θα προσπαθήσω να είμαι συνεπής στην πληρωμή της δόσης βαστώντας με δυσκολία τα γέλια μου. Ο νεαρός μου είχε φτιάξει το κέφι μα δεν ήθελα και α τον προσβάλω. Κατά βάθος μου ήταν πολύ συμπαθής.

Έκανα στα γρήγορα κάτι έξυπνες σκέψεις και κατέληξα στο εξής συμπέρασμα. Τελικά οι τραπεζίτες ήταν ψιλικατζήδες και φτωχομπινέδες. Τελείως για λύπηση. Για πέταμα. Γαμώ τις σπουδές και τα πτυχία που έχουν. Στη θέση τους δεν θα με ενοχλούσα ξανά. Δεν θα έμπαινα στον κόπο. Θα ήμουν άρχοντας. Θα ξηγιόμουν γενναιόδωρα και αλέστα. Σιγά τη χασούρα που θα είχαν. Ψιλολόγια τους χρώσταγα. Δεν θα πήγαιναν και για πτώχευση. Μα για αυτούς πιο πολύ πρέπει να ‘ταν ζήτημα τιμής. Σαν να τους είχα σκοτώσει την μάνα. Σαν να τους είχα προσβάλει θανάσιμα. Ήθελαν να βγάλουν απ’ τη μύγα ξίγκι. Βέβαια αν κάναν όλοι σαν κι εμένα το μαγαζί θα πήγαινε για φούντο. Έτσι θα σκέφτηκαν. Είναι πολύ προβλέψιμοι. Βέβαια δεν ήμουν και η μοναδική περίπτωση. Μα τι φταίω. Λες και επιδίωξα εγώ να χάσω τη δουλειά μου. Ότι δεν μπόρεσα να βρω καινούργια είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Δεν τους πέφτει λόγος. Είμαι και πενήντα χρονών. Δεν είναι εύκολο. Υπάρχει φουλ ηλικιακός ρατσισμός στη χώρα μας και παντού. Όλοι το λένε και το φωνάζουν. Θάνατος στους μεσήλικες και στους κωλόγερους. Ζήτω στη νεολαία. Τόπος στα νιάτα, Χα χα. Γι’ αυτό και δεν προσπάθησα καν. Ο κόσμος έχει γεμίσει από ακμαίους και νεότατους λογιστές και φοροτεχνικούς που μπορούν να δουλεύουν νύχτα και μέρα υπάκουα σαν τα σκυλιά και μάλιστα για λίγα ψίχουλα. Τι να με κάνουν εμένα που εκτός των άλλων έχω και τις απαιτήσεις μου. Τους καταλαβαίνω. Μπαίνω στη θέση της εργοδοσίας. Σίγουρα θα τους ήμουν ασύμφορος. Μα πιο πολύ απρόθυμος και αδιάφορος. Μου αρκεί λοιπόν τούτο το γλίσχρο επίδομα αλληλεγγύης που παίρνω από την κρατική πρόνοια και να πάνε όλοι τους να κουρευτούν. Να γαμηθούν πατόκορφα και να μην με ξαναενοχλήσουν. Δεν έχω την ανάγκη τους. Αρκετά με ξεζούμισαν οι παλιόπουστες. Είχα πάρει πλέον τις αποφάσεις μου. Δεν θα εκτελούσα ξανά μισθωτή εργασία. Στην ανάγκη θα προτιμούσα να ζητιανέψω ή να κλέψω. Μα από αφεντικά και νταβατζήδες είχα χορτάσει τόσα χρόνια. Και πλέον είχα απαλλαγεί οριστικά.   

Τώρα ο υπάλληλος με κοιτούσε απογοητευμένος και συνοφρυωμένος. Είχε καταπιεί όλη την δίκαιη οργή του. Και τη γλώσσα του. Δεν μιλούσε. Είχε σταματήσει το κήρυγμα και τις νουθεσίες. Για το καλό μου πάντα. Δεν ένιωθε πια ούτε λίγη αγανάκτηση που θα ταίριαζε στη θέση του και στα καθήκοντά του ως ρυθμιστής κόκκινων και μαύρων δανείων. Στο βάθος ίσως και να ένιωθε κάποια συμπάθεια προς το πρόσωπό μου. Εγώ πάντως είχα ξεθυμάνει. Δεν είχα κάτι άλλο να πω ούτε σε κείνον ούτε και στον εαυτό μου. Μάλλον η κουβέντα μας είχε φτάσει στο τέλος της. Πάντως δέχτηκα την διευκόλυνση της τράπεζας και τον ευχαρίστησα. Έπρεπε να υπογράψω κάποια χαρτιά για τον διακανονισμό του χρέους. Μου τα άφησε μπροστά μου και άρχισα να τα διαβάζω προσωπικά. Ειδικά τις υποσημειώσεις και τα ψιλά γράμματα. Δεν ήθελα να την ξαναπατήσω. Άργησα λιγάκι μα στο τέλος έβαλα φαρδιά πλατιά την τζίφρα μου. Χαιρετηθήκαμε θερμά και σηκωθήκαμε όρθιοι. Ο υπάλληλος έδειχνε κουρασμένος αλλά και ανακουφισμένος. Σαν να έφυγε κάποιο βάρος από πάνω του. Ήταν ολοφάνερο πως ήθελε να με ξεφορτωθεί μια ώρα αρχύτερα. Το γρηγορότερο. Αγγαρεία έκανε. Ήταν έξυπνος. Καταλάβαινε ότι είχε μπροστά του ένα καμένο χαρτί. Μια χαμένη υπόθεση. Πλέον κάθε διακανονισμός ήταν άχρηστος. Χάσιμο χρόνου και άσκοπη σπατάλη ενέργειας. Ενώ αν υπήρχε κάποια προσημείωση τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Αν μπορούσαν να μου κατασχέσουν κάτι θα με είχαν εκείνοι στο χέρι κι εγώ θα τους παρακαλούσα γονατιστός. Όμως ήμουν άκληρος και ενάντια σε κάθε μορφή ιδιοκτησίας. Δεν είχα τίποτα στο όνομά μου για να μου πάρουν. Ούτε απογόνους για να τους κληρονομήσω τα χρέη μου. Δεν είχα τίποτα να χάσω και τίποτα να μου πάρουν. Θα έφευγα σαν κύριος από την τράπεζα. Όπως ήρθα. Νικητής.

Έριξα μια τελευταία ματιά τριγύρω. Το υποκατάστημα είχε αδειάσει από πελάτες. Είχαν όλοι φύγει. Η ώρα είχε προχωρήσει. Οι δείκτες του μεγάλου ρολογιού ψηλά στον τοίχο έτρεχαν γοργά. Το μαγαζί σε λίγο θα έκλεινε. Τελικά ο ναός του χρήματος δεν διανυκτέρευε. Δεν είχε γίνει ακόμη ούτε νοσοκομείο ούτε φαρμακείο. Οι υπάλληλοι τακτοποιούσαν τα γραφεία τους και έκλειναν τους υπολογιστές τους. Έχωναν βιαστικά τους φακέλους και τα χαρτιά τους μέσα στα συρτάρια και τους φωριαμούς και τα κλείδωναν προσεκτικά. Ο ταμίας πίσω από τον γκισέ τεντώθηκε και χασμουρήθηκε ελαφρά. Κάποιος άλλος έβγαλε τα γυαλιά του κι έτριψε τα μάτια του. Ήταν κατακόκκινα. Άλλη μία γεμάτη και παραγωγική μέρα για τους εργαζόμενους έφτανε αισίως στο τέλος της. Είχαν κάνει το καθήκον τους και είχαν ήσυχη την συνείδησή τους. Δούλευαν πολύ σκληρά για το ψωμί τους. Έστω και καθισμένοι σε αναπαυτικές καρέκλες. Δεν έχει σημασία. Ξόδευαν την πολύτιμη φαιά ουσία τους και τον χρόνο τους. Και τα νιάτα τους. Δεν θα καταλάβουν πότε θα φτάσουν στη σύνταξη. Πότε θα γεράσουν και θα γίνουν χούφταλα. Πότε θα πεθάνουν. Καλύτερα. Μα σε λίγο θα επέστρεφαν επιτέλους στα σπιτάκια τους για να ξεκουραστούν. Γι’ αυτούς τώρα αυτό έχει μόνο σημασία. Όλα τα άλλα είναι αμπελοφιλοσοφίες. Ανυπομονώντας να φτάσει επιτέλους το σαββατοκύριακο. Οι καριέρες είναι για τους εθελόδουλους και τα ρομπότ. Έστω τους πιο ικανούς. Τους πιο κυνικούς. Εγώ ήμουν ο τελευταίος τους πελάτης. Και ο πιο δύσκολος. Έπρεπε να ξεκουμπιστώ αμέσως από κει μέσα. Τρέχοντας.

Τράβηξα για την έξοδο. Και τότε έγινε το αναπάντεχο. Τρεις οπλισμένοι κουκουλοφόροι μπήκαν μέσα φωνάζοντας ληστεία. Φοβερό και τρομερό. Λούφαξα σε μια άκρη και περίμενα να τελειώσουν την δουλειά τους. Οι υπάλληλοι άλλαξαν δέκα χρώματα. Χέστηκαν πάνω τους. Ο ταμίας πίσω απ’ το γκισέ δεν αντιστάθηκε. Τα χρήματα δεν ήταν πολλά. Τα έβαλαν σε ένα σάκο και εξαφανίστηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Μετά ειδοποιήθηκε η αστυνομία.  Όποτε ληστεύουν τους αρχικλέφτες αγαλλιάζει η ψυχή μου. Ηδονίζομαι. Πόσο μάλλον να είσαι και παρόν. Να το βλέπεις σε ζωντανή μετάδοση. Σαν γκανγκστερική ταινία. Σκέφτηκα να τους ζητήσω δανεικά. Μπορεί και να μου δίνανε. Τα έκοψα για καλά παιδιά. Όμως αποδείχτηκαν πρωτάρηδες και ερασιτέχνες. Έστω και με μπόλικο θράσος. Νεαροί ήταν. Γύρω στα είκοσι. Μετά από λίγες ώρες τους έπιασαν. Μάλλον τους ταυτοποίησαν από τις κάμερες ασφαλείας. Ίσως και από κάνα πρόθυμο περαστικό που έδωσε τις κατάλληλες πληροφορίες. Τουλάχιστον δεν βρέθηκαν τα κλοπιμαία. Κάπου πρόλαβαν να τα καταχωνιάσουν. Τα πιστόλια που κρατούσαν αποδείχτηκαν ψεύτικα.


Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

 

Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι και αρχίζουν οι ταχυπαλμίες. Η καρδιά μου είναι έτοιμη  να σπάσει. Μία και δύο και τρεις φορές. Επιμένει. Ανοίγω τα μάτια και πετάγομαι όρθιος. Έχω πανικοβληθεί. Τρέμω ολόκληρος. Ανατριχιάζω. Μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Πρέπει για λίγο να με πήρε ο ύπνος. Δεν πειράζει. Τον χρειαζόμουνα. Να φύγει λίγη κούραση από πάνω μου. Να σβήσει το μυαλό μου για μερικά λεπτά. Να αναζωογονηθώ. Μια στιγμή κι έρχομαι. Τώρα. Φωνάζω δυνατά για να μ’ ακούσει. Ντύνομαι βιαστικά. Δεν πρέπει να βγω έξω γυμνός και να σκανδαλίσω τον απρόσκλητο επισκέπτη. Μπορεί να ‘ναι και περισσότεροι από ένας. Ίσως οι δανειστές μου που ήρθαν όλοι μαζί να διαμαρτυρηθούν. Είναι τρεις ακριβώς. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Είναι όλοι τους ανεπιθύμητοι. Δεν έπρεπε καν να βρίσκομαι εδώ μέσα. Πρέπει να φύγω. Να προλάβω. Ήδη έχω αργήσει. Σήμερα με περιμένουν δουλειές με φούντες. Πρέπει να γίνω πύραυλος. Να τρέξω πανικόβλητος. Να ξανακερδίσω τον χαμένο χρόνο. Ξαναχτυπάει το κουδούνι. Είναι ανυπόμονος. Κολλάω στο ματάκι της πόρτας και νομίζω ότι θα μου σουβλίσουν τον πολύτιμο οφθαλμό μου. Ευτυχώς έχω κι άλλον. Κοιτάζω προσεκτικά μα δεν βλέπω κανέναν. Μπροστά μου σε μικρογραφία φάτσα κάρτα όλος ο διάδρομος. Είναι άδειος. Σκέφτομαι μήπως άκουσα τα χτυπήματα στον ύπνο μου. Ίσως έχω ακουστικές ψευδαισθήσεις. Πρέπει να το διαπιστώσω. Μου έχει ξανασυμβεί. Τον τελευταίο καιρό το μυαλό μου δεν λειτουργεί σωστά. Έχει ξεκουρδιστεί και μου παίζει άσχημα παιχνίδια. Φοβάμαι μην αντικρίσω πάλι κάνα βρικόλακα. Κυκλοφορούν πολλά φαντάσματα γύρω από το διαμέρισμα. Με περιτριγυρίζουν ύποπτα ζόμπι με πονηρούς σκοπούς. Με γυροφέρνουν με άσχημες διαθέσεις. Αισθάνομαι τις σκιές και την αύρα τους να με ζώνουν και να με κυκλώνουν επικίνδυνα. Με πολιορκούν. Ευτυχώς μέχρι τώρα δεν τολμούν να μπουν μέσα. Αν και πολλοί θα με πουν διαταραγμένο και ανισόρροπο. Ότι ζω μέσα σε έναν δικό μου εφιαλτικό κόσμο όπου φοβάμαι και να βήξω μη με ακούσουν. Δεν με νοιάζει. Χέστηκα. Ας τους να λένε.

Τελικά παίρνω την μεγάλη απόφαση και ανοίγω την πόρτα. Μπροστά μου εμφανίζεται το ίδιο μαζεμένος και τρομαγμένος με μένα ο διαχειριστής μας με σάρκα και οστά. Ένα ήρεμο μα δραστήριο και κοτσονάτο ανθρωπάκι που ογδονταφεύγει αισίως του θανάτου και συνεχίζει να ασχολείται με τις κοινές έγνοιες και ανάγκες των ενοίκων και των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας. Σαράντα διαμερίσματα δεν είναι και λίγα. Και πώς να τα κουμαντάρεις. Αν και πλέον είναι τέως μα ο τίτλος του έχει μείνει. Ασχολείται ακόμα από συνήθεια και για να γεμίζει το συνταξιοδοτικό του κενό. Παλεύει όσο μπορεί με όλες του τις δυνάμεις. Είναι πολύ κοινωνικό και χρήσιμο άτομο. Και πάνω από όλα έντιμο. Πλέον όμως έχουμε δώσει τα κοινόχρηστα σε εταιρεία. Απηύδησε ο άνθρωπος και τα παράτησε. Δεν άντεχε άλλο να κυνηγάει τον έναν και τον άλλο να πληρώσουν. Και να ακούει από πάνω τα μουρμουρητά και τις κακοήθειές τους. Εγώ προσωπικά δεν είχα κανένα πρόβλημα μαζί του. Η συνεργασία μας ήταν από κάθε πλευρά άψογη. Υπήρξε αμοιβαία εκτίμηση και αλληλοσεβασμός. Παράπονο ουδέν. Μόνο τώρα τελευταία που δεν είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου έχουμε κάπως ψυχρανθεί. Αν και κατά βάθος με συμπαθεί και δείχνει κατανόηση. Θα μπορούσε να ήταν και πατέρας μου. Έχει την ηλικία του. Μου ζητάει συγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας μα με ψάχνει εδώ και πολλές μέρες. Το χρέος μου είναι μεγάλο και η διαχείριση για να το εισπράξει θα κινηθεί δικαστικά. Η απόφαση πάρθηκε παμψηφεί πριν από δέκα μέρες στην τελευταία συνέλευση. Δεν ήμουνα παρόν. Αρχικά θα μου σταλεί εξώδικο. Κατόπιν θα ακολουθήσουν όλες οι νόμιμες διαδικασίες. Εκείνος ως εκπρόσωπος της πολυκατοικίας όφειλε να με ενημερώσει. Είναι αλήθεια. Εδώ και μέρες με κυνηγούσε όπως η γάτα το ποντίκι. Τον απέφευγα μα επιτέλους με τσάκωσε. Όλη την ώρα μιλούσε τρεμουλιαστά προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Ήταν πολύ ταραγμένος. Σαν να με ντρεπόταν μια στάλα. Σχεδόν τον λυπήθηκα. Είναι καλό ανθρωπάκι. Σίγουρα δεν ήθελε να με φέρει σε δύσκολη θέση. Αναγκάστηκε. Ήξερε τα προβλήματά μου με τη δουλειά μα δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Του τα είχα πει και είχε στεναχωρηθεί λιγάκι. Μα ήταν μέσα στα καθήκοντά του και ο ίδιος είναι πολύ υπεύθυνο άτομο. Του χαμογέλασα να του τονώσω κάπως το ηθικό και άνοιξα διάπλατα την πόρτα. Είδε μέσα το άδειο μου διαμέρισμα. Απόρησε. Με ρώτησε αν μετακομίζω. Όχι του είπα. Αύριο θα εκτελεστεί η αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου. Θα μου γίνει έξωση και θα με πετάξουν στους πέντε δρόμους. Δεν θα έχω πού να πάω. Απλά πούλησα όλα τα έπιπλα για να τα ξεφορτωθώ. Να βάλω και δυο φράγκα στην τσέπη που θα μου χρειαστούν για τα πρώτα μου έξοδα μέχρι να τακτοποιηθώ. Ντρέπομαι πλέον να ζητάω δανεικά κι αγύριστα. Ξαφνιάστηκε. Δεν το περίμενε. Το πρόσωπό του σκυθρώπιασε ακόμα πιο πολύ. Το βλέμμα του σκοτείνιασε.  Δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο. Του κόπηκε η λαλιά. Κατάπιε τη γλώσσα του. Μόνο ότι λυπάται. Το ψέλλισε με κόπο. Ξέπνοα και υπόκωφα. Σχεδόν μουρμουριστά. Με σφιγμένα τα δόντια. Δεν πειράζει. Κάτι θα κάνω. Κανείς δεν πάει χαμένος. Έτσι του είπα. Προσπάθησα να του δώσω λίγο κουράγιο. Να τον εμψυχώσω. Μέχρι που μας πλάκωσε μια αμήχανη σιωπή. Νιώθαμε άβολα ο ένας απέναντι στον άλλο. Όμως κοιταζόμασταν με κάποια αμοιβαία συμπόνια και κατανόηση. Ίσως να ήταν και η τελευταία φορά που συναντιόμασταν. Που βλεπόμασταν.

Ξαφνικά ακούστηκαν τρομερές φωνές και τσιρίδες από το ζευγάρι του διπλανού διαμερίσματος. Φοβηθήκαμε. Πλακωνόντουσαν πάλι. Βρισιές σε μια άγνωστη γλώσσα και κάποια σπασίματα. Οι τσακωμοί τους ήταν συχνοί το τελευταίο τρίμηνο. Δηλαδή από τότε που μας κουβαληθήκανε εδώ πέρα. Από την πρώτη μέρα. Ακόμα και νυχτιάτικα αρπάζονται. Μια δυο φορές έχει έρθει και η αστυνομία μα αυτοί συνεχίζουν απτόητοι το χαβά τους στους ίδιους ρυθμούς. Ο διαχειριστής δάγκωσε τα χείλη του και κούνησε με νόημα το κεφάλι του. Το βλέμμα του ζητούσε κάποια συμπαράσταση. Προσπάθησα. Κάποια στιγμή μπόρεσε κάτι να πει ψιθυριστά μη και τον ακούσουν. Θα δεις ότι στο τέλος αυτοί οι δυο θα σκοτωθούν. Θα έχουμε αίματα και. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τον προφητικό του λόγο και η πόρτα τους άνοιξε απότομα ξεπροβάλλοντας από μέσα ένα μεγάλο κατακόκκινο κεφάλι. Μας αγριοκοίταξε δίχως να πει κουβέντα. Ούτε να μας χαιρετήσει δεν καταδέχτηκε. Μια καλησπέρα έστω από τυπική ευγένεια. Ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Θα μπορούσε και να μας καθαρίσει επί τόπου. Τώρα από μέσα ακούγονταν μόνο γυναικεία κλάματα και βογγητά. Βγήκε έξω κι έκλεισε πίσω του με δύναμη την πόρτα. Τράβηξα και τη δική μου απαλά χωρίς να κλειδώσω. Δεν χρειαζότανε πια. Προχωρήσαμε και οι τρεις αμίλητοι στο στενό διάδρομο. Εκείνος μπροστά. Με τον διαχειριστή δεν είχαμε τίποτε άλλο να πούμε. Τον ευχαρίστησα για την ενημέρωση κι ανέβηκε αργά και προσεκτικά τις σκάλες ρίχνοντας πίσω του φοβισμένες λοξές ματιές. Έμενε ακριβώς στον από πάνω όροφο. Ο γορίλας της διπλανής πόρτας περίμενε στο ασανσέρ κρατώντας την πόρτα ανοιχτή για να κατέβουμε μαζί. Χα χα. Δεν περίμενα τέτοια εξυπηρέτηση από μέρους του μα δεν σφάξανε. Τέτοιες ευγένειες να μου λείπουν. Τον προσπερνώ χωρίς να τον κοιτάξω και κατεβαίνω από τις σκάλες χοροπηδηχτά. Με ελαφρά πηδηματάκια.

Φυλαγόμουνα. Δεν έμοιαζε με τσάμπα μάγκα. Ήταν επικίνδυνος. Γι’ αυτό και δεν είχα πολλά πάρε δώσε μαζί του ούτε με την γκόμενα που είχε σπιτώσει. Δεν ήξερα καν από πού κρατάει η σκούφια τους. Πάντως η υπόθεση μύριζε εκμετάλλευση λευκής σαρκός και καραμπινάτη σωματεμπορία. Σίγουρα ήταν μπλεγμένος και με ναρκωτικά. Αυτό μαρτυρούσε η φάτσα του. Το έγραφε στο κούτελό του που ήταν χαρακωμένο. Μπορεί και με προστασία νυχτερινών κέντρων να ήταν μπλεγμένος. Άγριος συμμορίτης. Βέβαια η κοπέλα ήταν νεαρή μα τουλάχιστον δεν φαινότανε ανήλικη. Πάλι καλά. Και κουκλάρα. Πανέμορφη. Πρέπει να την εξέδιδε. Έβλεπα να μπαινοβγαίνουν στο διαμέρισμά τους διάφοροι τύποι σε ακατάστατες ημέρες και ώρες. Ήταν λοιπόν ο νταβατζής της. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Άγνωστης καταγωγής και προέλευσης μα φαινότανε κάθαρμα. Η θέση του σίγουρα ήταν μέσα στο πιο βαθύ και σκοτεινό μπουντρούμι. Μου επιβεβαίωσε τις υποψίες ο διαχειριστής. Είχε ενημερωθεί από την αστυνομία. Είχε κάνει αρκετές φορές φυλακή για πολλά και διάφορα. Μόνο φόνο δεν είχε διαπράξει. Τουλάχιστον ακόμα. Μα μέχρι να τον μπαγλαρώσουν ξανά έπρεπε να είμαστε απέναντί του πολύ προσεκτικοί. Χρειαζόταν να γίνει κάποια καταγγελία. Να υπάρχουν και αδιάσειστα τεκμήρια και αποδείξεις. Από την άλλη ήτανε προσεκτικός. Έπαιρνε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις. Άλλαζε συχνά σπίτια για να χάνουν τα ίχνη του οι αρχές. Δεν ήταν εύκολο να τον τσακώσουν. Ήταν μεγάλο μούτρο. Η κοπέλα πάλι τον φοβότανε πολύ. Αποκλείεται να άνοιγε το στόμα της για να τον κατηγορήσει. Ότι κι αν της έκανε. Κι όμως προοιωνίζεται άγριος φόνος εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Πάντως εγώ κρατούσα τις αποστάσεις μου για κάθε ενδεχόμενο. Δεν είχα πολλά πάρε δώσε μαζί του για να μην έχω μπλεξίματα. Μια φορά μόνο του χτύπησα την πόρτα νυχτιάτικα για να του ζητήσω τον λόγο που κάνανε φασαρία και το μετάνιωσα πικρά.

 Στην είσοδο της πολυκατοικίας συναντώ την καθαρίστρια που μόλις έχει τελειώσει την εργασία της. Χαιρετιόμαστε βιαστικά. Είναι ευγενική μα κουβαλά κι αυτή ένα ύποπτο παρελθόν. Ρίχνω μια ματιά και στον μεγάλο πεντακάθαρο καθρέφτη πλάι στην είσοδο. Αστράφτει και λαμποκοπά και από κάποια απόσταση με χωράει ολόκληρο. Δεν είμαι κι άσχημος. Μόνο πρέπει να κουρευτώ και να περιποιηθώ κάπως και τα γένια μου. Πίσω μου το ασανσέρ κατεβαίνει ασθμαίνοντας. Προλαβαίνω να την κοπανήσω και να γίνω καπνός. Ανοίγω την εξώπορτα και βγαίνω έξω τρέχοντας. Η μέρα είναι όμορφη. Αισθάνομαι πιο ελεύθερος και λίγο πιο αισιόδοξος.


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

ΤΡΙΧΕΣ ΚΑΤΣΑΡΕΣ


Στην περίσταση αυτή ο καθρέφτης δεν βοηθάει καθόλου. Δεν έχει ξεθαμπώσει ακόμα. Και είναι γεμάτος από πιτσιλιές οδοντόκρεμας και πολυκαιρισμένες ξεραμένες κακαράτζες και κάτι σκοτωμένα κωλοσκατομυγάκια και ζουζούνια που αποπροσανατολίζουν το ανήσυχο βλέμμα μου. Το παραπλανούν. Με κάνουν να αλληθωρίζω. Αραιά και πού βλέπεις και καμιά παχιά μα ξεθυμασμένη ροχάλα για τιμωρία και φτύσιμο κατάμουτρα. Να σου λέει στην τελική άντε και γαμήσου ρε μουνόπανο. Φτούσου γαμημένο αφεντικό. Ένα γυάλινο πεδίο μάχης. Τον τελευταίο καιρό σκεφτόμουν συνέχεια να τον καθαρίσω μα δεν έβρισκα την δύναμη και το κουράγιο. Ήμουν αναβλητικός και αναποφάσιστος. Απελπιστικά βαριεστημένος για κάθε προσπάθεια. Έτσι παρέμεινε βρωμερός και τρισάθλιος όπως και η φάτσα μου. Τώρα ας τον περιποιηθεί ο επόμενος νοικάρης. Εγώ φεύγω. Αύριο το πρωί μου κάνουν έξωση. Εκτελείται χωρίς αναβολή η δικαστική απόφαση. Και πολύ άργησε η πονόψυχη σπιτονοικοκυρά μου. Δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Η υπομονή της τελείωσε. Έτσι κι αλλιώς ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Τι να τις δώσω. Μόνο τα αρχίδια μού απόμειναν κι αυτά μικρά και ζαρωμένα. Δεν πιάνουν φράγκο. Χρεοκόπησα εντελώς και της χρωστάω τα νοίκια ενός χρόνου. Δεν είναι και λίγα. Έχει όλα τα δίκια με το μέρος της. Συμφωνώ μαζί της και επαυξάνω. Την πιέζει και ο άντρας της κι εκείνη τον φοβάται πολύ. Τρέμει μπροστά του. Κι όμως ήρθε μαζί μου. Δεν έχω κανένα παράπονο. Ικανοποιήθηκα πλήρως. Μου δόθηκε σώμα και ψυχή από όλες τις μεριές και τις μπάντες. Τόσο απεγνωσμένη και στερημένη ήταν. Δέκα ολόκληρα χρόνια στο διαμέρισμά της δεν πέρασα και άσχημα. Κι εκείνη βολεύτηκε όπως έπρεπε. Την ξεμυάλισα για τα καλά. Τώρα όμως ο σεβαστός σύζυγος και αξιότιμος κερατούκλης κάτι πρέπει να ψυλλιάζεται. Μόνο μια φορά έχουμε τρακάρει μα τον έκοψα για έξυπνο τύπο και μεγάλο μούτρο. Πονηρό βλέμμα και σκατόφατσα περιωπής. Χοντρομπαλάς και καράφλας με κάτι πελώρια γυαλιά πάνω στην μύτη. Δεν είναι πολύ μεγάλος μα δεν του σηκώνεται. Ευνουχισμένος. Γι’ αυτό του τα φόρεσε. Ας πρόσεχε. Μόνο τις δουλειές του σκέφτεται. Πού όρεξη για διασκέδαση πέρα από την μάσα. Εκείνη μου τα είπε μια μέρα που είχε έρθει να εισπράξει το νοίκι. Μου τα ψιθύρισε εμπιστευτικά στο αυτί γελώντας. Φοβερό. Τι μου λες. Και πως αντέχεις κούκλα μου. Της είπα και της έπιασα τον κώλο. Την διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Ταράχτηκε και άρχισε να τρέμει. Όμως αφέθηκε. Δεν έφερε καμία αντίσταση. Ήθελα να της δώσω ένα χέρι βοηθείας. Να της τονώσω κάπως την πεσμένη της αυτοπεποίθηση. Να της ανεβάσω το ηθικό. Να τσιτώσει λίγο η ρόγα της. Να φουσκώσει από υπερηφάνεια. Ότι κάτι λέει κι αυτή σαν μία ώριμη και κατασταλαγμένη γυναίκα με τους χυμούς της και τα πιασίματά της. Να μην πήγαινε χαμένη. Αυτό το νόημα είχε η χειρονομία μου και δεν την παρεξήγησε. Είχα καλές και άγιες προθέσεις. Τα κίνητρά μου δεν ήταν ταπεινά. Αγαπάω τους συνανθρώπους μου  και θέλω να τους βοηθάω στις δύσκολες στιγμές τους. Να υπερπηδούν τις αναποδιές και τα εμπόδια τις ζωής. Τις ζόρικες περιστάσεις. Δεν φταίω λοιπόν εγώ. Έτσι κι αλλιώς εκείνη μου τρίφτηκε πρώτη. Πενηνταπεντάρα πλέον και λίγο μεγαλύτερή μου μα κρατιέται ακόμα καλά. Και το λέει η περδικούλα της. Κι εγώ έκανα ότι μπορούσα. Με το αζημίωτο βέβαια. Έχω μια ειδικότητα στις μετακλιμακτηριακές ηλικίες που θέλουν να ζήσουν μια δεύτερη ζωή μήπως και καταφέρουν να ξανακερδίσουν τον χαμένο τους χρόνο. Να πάρουν το αίμα τους πίσω. Με καβλώνουν και θέλω να τις γαμήσω από πίσω. Να ξεσκίσω την παρθένα τους κωλάρα. Την ακαλλιέργητη τρυπούλα τους. Κυρίως οι παντρεμένες και κάπως στερημένες. Όχι οι πουτάνες αλλά οι σεμνές και συνεσταλμένες που μέσα τους βράζουν σαν ηφαίστειο μέχρι να εκτοξευθεί η λάβα τους. Και τις συμπονώ. Μα τώρα τελευταία ο πατσοκοιλιάς κάτι πρέπει να κατάλαβε και διακόψαμε κακήν κακώς. Θα της είπε να με πετάξει έξω και να με στείλει στο διάολο. Ας πούμε από εκδίκηση. Έστειλε το φιρμάνι με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Δεν τόλμησε να μου το πει ο ίδιος. Αν και υπήρξα καλός και συνεπής νοικάρης τουλάχιστον μέχρι να απολυθώ. Και καλός γαμιάς της κυρίας του. Της αξιοσέβαστης μαντάμ. Δεν το εκτίμησε. Όχι ότι του λείπουν τα χρήματα. Είναι ευκατάστατος. Παίρνει και άλλα νοίκια. Ανάγκη δεν έχει. Όχι βέβαια και να μου τα χαρίσει. Δεν συνηθίζει τέτοιες αγαθοεργίες. Όμως την έβλεπε μάλλον υπερβολικά χαρούμενη και ορεξάτη. Ανανεωμένη να φροντίζει τον εαυτό του. Δεν με πείραξε. Θα βρω άλλη. Είχα κιόλας βαρεθεί μαζί της. Το ίδιο κρέας τόσο καιρό. Έστω κι αν είχα κάποιο συμφέρον. Ότι ήταν η σπιτονοικοκυρά μου. Μα τώρα έχω πιο σοβαρά προβλήματα να λύσω. Να κόψω τις αρχιδομουνοκωλοπουτσότριχες που με ταλαιπωρούν στα επίμαχα σημεία. Είναι σκληρές και κατσαρές και μου την δίνουν στα νεύρα. Είναι και χοντρές. Δεν τις γουστάρω και είμαι αποφασισμένος να τις εξολοθρεύσω. Όχι παίζουμε με τις καργιόλες.    

Η ώρα πήγε κιόλας δύο το μεσημέρι και καμία αναπάντητη. Ούτε μηνύματα έχω. Το κινητό μου τηλέφωνο δεν λέει ποτέ ψέματα. Μόνο την αλήθεια. Μόλις πήρα το μπάνιο μου και κάθομαι ολόγυμνος ακόμα πάνω στη λεκάνη και τριμάρω τις αγαπημένες μου τριχούλες επιμελώς με το ψαλιδάκι. Είναι η ξεκούραση του πολεμιστή πριν από τη μεγάλη μάχη. Χαλάρωση καλύτερη κι από γιόγκα πάνω στο βασιλικό θρόνο του αίματος και του σπέρματος. Σήμερα που είναι μια δύσκολη και πολύ επικίνδυνη μέρα. Τόσο καιρό τις είχα παραμελήσει και φούντωσαν. Αγρίεψαν κι έγιναν σαν ζούγκλα. Λίγο ακόμα να της άφηνα και θα σκέπαζαν ολόκληρο το όμορφο πουλί μου. Θα πάθαινα μεγάλη συμφορά. Ειδικά οι άσπρες που όλο και πληθαίνουν φέρνοντας άσχημα μαντάτα. Μανικιούρ πεντικιούρ πουτσικιούρ λοιπόν για να γλυτώσω κι απ’ τις μουνόψειρες. Χα χα. Πλάκα κάνω για να γελάσω λιγάκι. Να φτιάξει λίγο το κέφι μου. Έχω χρόνια να κολλήσω. Ούτε καν λίγη βλεννόρροια. Γαμημένο μικρόβιο. Να τσούξει το καβλάκι μου και να βγάλει εκείνο το δύσοσμο πύον. Δυο φορές στο πολύ μακρινό παρελθόν αρκούν. Δυσάρεστη βέβαια εμπειρία μα ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Έτσι λένε αυτοί που γνωρίζουν και αντέχουν τις δυσκολίες της πουτανοζωής. Και ότι δεν λύνεται πρέπει να κόβεται. Χα χα. Όχι ότι μεγαλώνοντας έγινα πιο προσεκτικός. Μαλακίες. Ούτε καπότες βάζω ούτε τίποτα. Μόνο έχω μία αρχή. Δεν χύνω ποτέ μέσα. Αλλά μάλλον είναι θέμα τύχης. Σε αυτό το συμπέρασμα έχω καταλήξει. Ίσως πάλι να έχω αποκτήσει κάποια ισόβια ανοσία. Ποιος ξέρει. Πάντως όμορφα πράγματα. Ούτε τίποτε άλλο έχω κολλήσει. Ουδεπόποτε. Μόνο εκείνες τις δύο τσουχτερές γονόρροιες. Μα οι τρίχες της ψωλής πρέπει να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Όχι βέβαια τελείως. Γι’ αυτό δεν τις ξυρίζω όπως κάνουν κάτι φλώροι. Είναι αντιαισθητικό. Δεν μου αρέσει. Μα και τα γένια μου και η αφάνα μου και τα μαλλιά μου έχουν μεγαλώσει πολύ και πουτσοτριχίζουν. Έχω ένα χρόνο να κουρευτώ κι έχω γίνει σαν μουνί καλλιγραφία. Σαν ναυαγός σε έρημο νησί και τρελός προφήτης εξόριστος απ’ τον τόπο του. Από τότε που απολύθηκα και με έδιωξαν κακήν κακώς κι έχασα τη δουλειά μου και δεν μπόρεσα να βρω άλλη. Ή δεν ήθελα. Δεν έχει σημασία. Το ίδιο είναι. Πέσανε όλα μαζί και παραμέλησα τον εαυτό μου. Αδιαφόρησα για την εξωτερική μου εμφάνιση. Λες και κάποιος με μούντζωσε. Δεν πειράζει. Σιγά τον πολυέλαιο. Είμαι αισιόδοξος. Όλα θα διορθωθούν και θα φτιάξουν. Και ξεκινάω από τα πιο εύκολα. Από τις τρίχες. Προχτές τηλεφώνησα κι έκλεισα ραντεβού για κούρεμα σήμερα το απόγευμα στις οκτώ. Σε έξι ώρες από τώρα πρέπει να είμαι εκεί. Να μην αργήσω. Είναι ζήτημα αρχών και αξιών. Ο νεαρός που με κουρεύει δεν είναι βέβαια μπαρμπέρης αλλά κομμωτής. Και λίγο θηλυπρεπής μα καλό παιδί. Τον ξέρω πολλά χρόνια. Καθόλου παλιόπουστας. Με κατάλαβε αμέσως και χάρηκε που με άκουσε. Έτσι είπε. Κι εγώ τον αναγνώρισα από την πούστικια ψηλή του φωνούλα. Ποιος άλλος βέβαια θα μπορούσε να σηκώσει το τηλέφωνο και να απαντήσει στην κλήση μου. Δεν έχει συνεταίρο και βοηθό. Δουλεύει μόνος του για να έχει ήσυχο το κεφάλι του. Έτσι μου είχε πει κάποτε που τον είχα ρωτήσει. Ούτε σχέσεις κάνει παρά μόνο αρπαχτές. Μια δυο φορές μου την είχε πέσει με τρόπο μα τον απέφυγα ευγενικά. Αυτά είναι μπερδέματα. Δεν είμαι ομοφοβικός μα θέλω την ησυχία μου. Όλες οι τρύπες ίδιες είναι μα πλέον η πούτσα μου βρίσκεται υπό απόλυτο έλεγχο και αυστηρή εποπτεία. Όχι παίζουμε. Δεν θα κάνει αυτή ότι θέλει. Αρκετά αυθαδίασε και μου δημιούργησε πάμπολλους μπελάδες και τραβήγματα. Πενηντάρισα. Δεν είμαι κάνα παιδάκι. Είμαι πια καλά φαγωμένος και χορτάτος. Ο κουρέας με ρώτησε πού χάθηκα τόσο καιρό μα δεν είχα όρεξη για πάρλα. Του είπα πως βιάζομαι και ότι θα τα πούμε από κοντά. Το πουστράκι ήταν όλο γλύκες. Κούνα μπέμπη τον κεφτέ σου να ευχαριστηθεί ο τζες σου. Έτσι λέγαν οι παλιοί φυλακόβιοι κωλομπαράδες στης κοτούλες του κελιού και της πτέρυγας και κείνες υπάκουαν αδιαμαρτήρητα. Δεν κατάλαβε τι εννοούσα. Δεν έχει κάνει ακόμα στη μπουζού. Κι εγώ τον είχα πεθυμήσει τόσο καιρό. Είναι καλό παιδί κι έχει μεγάλη πλάκα. Όχι βέβαια και να τον παντρευτώ. Σχεδόν τον είχα ξεχάσει μα μου τον θύμισε η αφάνα των μαλλιών μου. Έτσι κι αλλιώς συμπαθώ όλες τις κατατρεγμένες αδελφές του άπονου τούτου κόσμου. Και αν χρειαστεί τους συμπαραστέκομαι. Δίνω και σ’ αυτές ένα χέρι βοηθείας. Γι αυτό λοιπόν μία είναι η εντολή. Εγώ διατάζω. Τραβέλια και παλιαδερφές όλου του κόσμου ενωθείτε και καταγαμήσατε στα τέσσερα όλους τους λεβεντομαλάκες της γης. Για το καλό τους. Για να καταλάβουν τι εστί βερίκοκο μήπως και συνέλθουν. Να ξελαμπικάρει κάπως και το μυαλουδάκι τους το θολό. Με τις κρυφοπουστάρες του κερατά.

Το πτηνό απογυμνώθηκε εντελώς. Ξεπουπουλιάστηκε. Έχασε τα φτερά του μα μπορεί ακόμα να πετάξει. Βγαίνω από την τουαλέτα και κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Μου αρέσει να είμαι ολοτσίτσιδος μέσα σε ένα γυμνό και άδειο σπίτι. Έστω και μόνος. Νιώθω πιο ελεύθερος. Τίποτα δεν με σφίγγει και δεν με περιορίζει. Ευτυχώς που πρόλαβα να πλυθώ και να λουστώ για να μαλακώσουν κάπως και οι τριχούλες μου. Αφού πρώτα έχεσα. Είχε κολλήσει το σκατό στον κώλο μου μα τον σκούπισα και τον καθάρισα καλά. Δεν είμαι αρκούδος. Δεν είμαι μαλλιαρός μα μου αρέσει το καυτό  νερό στο σημείο βρασμού του να ξεπετσιάζει το ταλαίπωρο κορμί μου. Όμως ξαφνικά έσβησαν οι λάμπες του σπιτιού κι έχασα το φως μου. Βγήκα προσεκτικά και με κάθε προφύλαξη στο διάδρομο και πάτησα τον διακόπτη. Ήμουν θεόγυμνος μα ευτυχώς ήταν άδειος και δεν με είδε κανείς. Θα τρόμαζαν απ’ τον σάτυρο μεσημεριάτικα. Σκέψου να με έβλεπε κάνα παιδάκι. Θα ξέσπαγε μέγα σκάνδαλο και θα είχα ιστορίες και τραβήγματα. Άσχημους μπελάδες τώρα και στα τελευταία που φεύγω και τους αδειάζω τη γωνιά. Ευτυχώς δεν υπάρχουν στην πολυκατοικία μας γραφεία και κάμερες παρακολούθησης. Και να σκεφτεί κανείς ότι δέκα χρόνια εδώ πέρα δεν έδωσα ποτέ δικαίωμα για σχόλια και παρατηρήσεις. Ούτε ένα. Ήμουν σε όλα μου εντάξει. Καθωσπρέπει και κύριος. Ούτε ο διπλανός γορίλας με τη γκόμενά του ήθελα να με δει. Να ανοίξει ξαφνικά η πόρτα του ή να ξεπροβάλει η σκατόφατσα μέσα από το ασανσέρ. Ο γείτονας είναι μεγάλο μούτρο και δεν θέλω παρτίδες μαζί του. Ούτε ένα γεια. Όμως έξω το φως άναψε. Επομένως δεν είναι κάποια γενική βλάβη. Αυτό λέει η κοινή λογική. Ξαναμπήκα γρήγορα μέσα με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Κατάλαβα ότι πλέον δεν έχω ρεύμα μα δεν με πειράζει. Τουλάχιστον πρόλαβα να ζεστάνω τον θερμοσίφωνα και να κάνω μπάνιο. Να πάρω το λουτρό μου. Δεν το χρειάζομαι πια. Είναι η τελευταία μου μέρα εδώ μέσα. Τα τελευταία μου λεπτά. Σε λίγο θα ντυθώ και θα βγω έξω στην πόλη. Θα επιστρέψω την άλλη μέρα το πρωί και θα είμαι άστεγος. Μέχρι τότε θα πρέπει να έχω σκεφτεί πού θα μείνω και τι θα κάνω από δω και στο εξής με τη ζωή μου. Μου έχουν μείνει λίγα λεφτουδάκια στην τσέπη. Υπάρχουν κάποιες δυνατότητες να φιλοξενηθώ κάπου για λίγο. Έχω έναν καλό φίλο. Παίζω με τις πιθανότητες. Μπορεί και στο δρόμο. Ίσως και σε κάποιο κρατητήριο ή στη φυλακή. Υπάρχουν και κάμποσες δομές αστέγων μα είναι πλήρης. Δεν το έχω ψάξει μα έτσι νομίζω. Έστω για ένα πιάτο φαγητό. Στην ανάγκη θα κλέψω και θα ζητιανέψω. Δεν γαμιέται. Ας μην το ‘χω ξανακάνει μέχρι τώρα. Όλα για την επιβίωση. Δεν θα ντραπώ. Το μόνο που αποκλείεται είναι να νοικιάσω σπίτι ξανά. Δεν υπάρχουν πλέον τα φράγκα για περιττές ανέσεις και πολυτέλειες. Ίσως αν έβρισκα πρώτα καμιά δουλειά. Μα κι αυτό μου φαίνεται δύσκολο. Ξεσυνήθισα από δούλος. Το καθισιό είναι γλυκό και νόστιμο. Δύσκολα επιστρέφεις στη σκλαβιά. Προτιμάς να ψοφήσεις από την πείνα αν και πάντα βρίσκεται ένα ξεροκόμματο. Πάντως αύριο με το πρώτο φως θα έχουν ήδη μπουκάρει οι δικαστικοί επιμελητές με τους λοιπούς παρατρεχάμενους για να με πετάξουν έξω. Θα αλλάξουν τις κλειδαριές και θα μου κοινοποιήσουν επίσημα και με όλους τους τύπους την απόφαση της έξωσης την οποία και θα εκτελέσουν αυθορεί και παραχρήμα. Με σφραγίδες και υπογραφές. Σαν να μην το γνωρίζω ήδη. Περιμένοντας οι μαλάκες να πέσω από τα σύννεφα. Να αιφνιδιαστώ. Ας γελάσω. Δεν με ξέρουν καλά. Θα διατηρήσω την ψυχραιμία μου και δεν θα αντισταθώ. Ούτε θα φέρω αντιρρήσεις. Δεν θα πανικοβληθώ παρά την κούρασή μου απ’ την ολονυχτία και όλες τις προηγούμενες αϋπνίες μου. Παρά τα σπασμένα μου νεύρα. Το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου. Δεν θα τους βρίσω ούτε θα τους πλακώσω στο ξύλο. Θα είναι και πολλοί και θα έχουν και μπάτσους μαζί τους. Πρέπει να είμαι ήσυχος και προσεχτικός. Όχι μαγκιές και τσαμπουκάδες. Δεν είναι του χαρακτήρα μου. Έχω ήπια ιδιοσυγκρασία και ήρεμο χαρακτήρα. Είμαι λογικός και καλόβολος. Έτσι λένε όσοι με γνωρίζουν. Αγαπώ τους ανθρώπους και δεν θέλω να τους δημιουργώ προβλήματα. Θα βάλω τον ταξιδιωτικό μου σάκο με τα λίγα απαραίτητα στον ώμο και θα εξαφανιστώ προς άγνωστη κατεύθυνση. Πίσω μου η πόρτα θα μείνει ανοιχτή. Θα με κοιτούν όλοι αποσβολωμένοι σαν χάνοι. Χα χα. Θα πάθουν την πλάκα τους. Θα βρουν το μικρό μου δυαράκι των σαράντα τετραγωνικών εντελώς άδειο. Εκτός από ένα στρώμα στο πάτωμα που είναι άνετο και πολύ αναπαυτικό. Αυτό θα τους το χαρίσω. Όλα τα άλλα πέρασε χτες ο παλιατζής και τα πήρε κοψοχρονιά. Την έκανε ο μάγκας. Ήταν καλά κομμάτια. Φίλε μου δώσε ότι θες. Έχω απόλυτη ανάγκη. Λιμοκτονώ. Δεν αντέχω άλλο. Είμαι έτοιμος να λιποθυμήσω από την εξάντληση και την πείνα. Με έχει κόψει η λόρδα. Λυγίζουν τα γόνατά μου. Του κλάφτηκα για κάμποση ώρα κι εκείνος με λυπήθηκε και κάτι μου έδωσε. Έστω και με τα χίλια ζόρια. Αποδείχτηκε σκληρός διαπραγματευτής. Δεν σήκωνε παζάρια. Τελικά όλοι έχουν γίνει σήμερα πολύ τσιφούτηδες. Μεγάλη η κατάντια της κοινωνίας. Θέλουν να βγάλουν απ’ τη μύγα ξύγκι. Πάντως η σπιτονοικοκυρά με τον αντρούλη της θα μείνουν σύξυλοι. Οι καργιόληδες δεν έχουν τίποτα να κατασχέσουν από μένα. Μόνο τη βρωμιά μου και τη δυσωδία μου. Θα σπάσω και τον καθρέφτη για γρουσουζιά. Ίσως να τους αφήσω κι ένα τρύπιο μου σώβρακο για ενθύμιο. Να είναι και λίγο κατουροχεσμένο. Και θα εξαφανιστώ προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα χαθώ για πάντα μέσα στη βουή της πόλης.     

Βγήκα έξω στο μπαλκόνι να πάρω λίγο καθαρό αέρα. Με έχει πιάσει μια νευρικότητα. Βρίσκομαι σε υπερένταση. Περπατώ συνέχεια πέρα δώθε από τη μια άκρη στην άλλη. Τέσσερα μέτρα δηλαδή. Σαν τους φυλακισμένους στο κελί τους. Παίρνω τρεις βαθιές ανάσες και ρίχνω μία ψηλοκρεμαστή ροχάλα στο πουθενά. Χα χα. Την εκσφενδόνισα με χαρά. Ας είμαι γυμνός. Δεν κρυώνω. Από τον πρώτο όροφο κοιτάζω ψηλά τον ουρανό. Παντού μαύρα σύννεφα και πίσω τους ένας τρομαγμένος ήλιος. Φαίνεται ελάχιστα. Σίγουρα δεν είναι άνοιξη αυτή παρά μια σκατούλα και μισή. Τουλάχιστον έφυγε το πάσχα και η ανάσταση και το μουνί της μάνας τους για να ησυχάσουμε απ’ τις χαρές και τις κλάψες τους. Να γλυτώσουμε και να ηρεμήσουμε απ’ τις μαλακίες. Και τις πολυπόθητες αργίες τούς τις χαρίζω. Δεν τις χρειάζομαι πια. Φέτος έπεσαν αργά. Κάπου μέσα στην μεγάλη βδομάδα ήταν και η πρωτομαγιά. Δεν μπόρεσαν να την γιορτάσουν με αγωνιστική μεγαλοπρέπεια. Όπως και θα έπρεπε. Λένε ότι αναβλήθηκε για σήμερα. Πρέπει να πάω στην πορεία. Νομίζω ότι είναι το απόγευμα κατά τις έξι. Αν προλάβω γιατί έχω και το κούρεμα. Αυτοί συνήθως αργούν να μαζευτούν. Δεν είναι πολλοί αλλά μάλλον περιμένουν τους αργοπορημένους για να τιμήσουν τους πρώτους νεκρούς. Δεν γαμιέται. Μπορεί και να πάω. Ωραία βολτούλα θα είναι. Μπορεί να συναντήσω και κάνα γνωστό. Βέβαια δεν είμαι εργάτης με το πηλοφόρι και το μυστρί μα ένας άνεργος λογιστής που πριν από ένα χρόνο απολύθηκε από μία μεγάλη ακμάζουσα εταιρεία για άγνωστους λόγους. Τουλάχιστον σε μένα. Δεν μου ανακοινώθηκαν ποτέ. Λοιπόν ναι. Οι κεφαλαιοκράτες κλέβανε και τη δική μου υπεραξία. Χα χα. Δεν χωράει καμία αμφιβολία. Με εκμεταλλευόντουσαν και πλουτίζανε από τους κόπους τους μόχθους και τις θυσίες μου. Τα ατελείωτα ωράρια που έκανα και τις πνευματικές δυνάμεις που σπαταλούσα για χάρη τους και για έναν μισθουλάκο πείνας. Που ζάλιζα και κούραζα το έξυπνο μυαλουδάκι μου απλά και μόνο για να φυτοζωώ. Και ήρθε και η οικονομική κρίση και βρήκαν την ευκαιρία να ψαλιδίσουν και τα μπόνους και τα πριμ παραγωγικότητας και τα δώρα των γιορτών και τα γαμίδια τους όλα. Κι εγώ να δουλεύω με αυταπάρνηση και τιμιότητα μέρα νύχτα για δέκα ολόκληρα χρόνια χωρίς να τους κλέψω ούτε ένα φράγκο. Ενώ μπορούσα. Άλλοι συνάδελφοι το έκαναν και μπράβο τους. Και την γυναίκα του εργοδότη μου μπορούσα να γαμήσω. Μου τριβότανε κι εκείνη σαν την σπιτονοικοκυρά. Μα δεν το ‘κανα. Τόσο μαλάκας ήμουνα. Κορόιδο πιάστηκα. Βέβαια. Ήμουν πολύ ηθικό στοιχείο. Όχι κάνας καριερίστας ολκής που ήθελε να ανέβει ψηλά στην ιεραρχία της εταιρείας. Και όχι αριβίστας. Με την αξία μου έστω. Ίσως γι’ αυτό με φάγανε. Ούτε κυνικός και τυχάρπαστος υπήρξα ποτέ. Απεχθάνομαι τους αμοραλιστές και τους τυχοδιώκτες. Μια κλοτσά στον κώλο λοιπόν και άντε στο καλό. Σκλαβάκι. Πάρε και μια μικρή αποζημίωση για να την βγάλεις μέχρι να βρεις πάλι δουλειά και από πάνω να μας λες κι ευχαριστώ. Και όλα αυτά με μια ασήμαντη αφορμή. Χωρίς αιτία. Κρίμα γιατί τον συμπαθούσα τον καργιόλη. Φαινόταν καλό αφεντικό. Τότε που έψαχνα για δουλειά. Πριν από δέκα χρόνια που έφυγα απ’ την πρωτεύουσα κι έριξα την μαύρη πέτρα πίσω μου την στιγμή που περνούσα τα πρώτα διόδια. Και δεν ξαναπήγα ούτε για βόλτα. Δεν επέστρεψα ποτέ. Που έθαψα τους νεκρούς και τους ζωντανούς μου και έπαψα να ζω με σκιές και φαντάσματα. Που διέγραψα ολόκληρο το ένδοξο παρελθόν μου. Τουλάχιστον προσπάθησα. Δεν είναι εύκολο. Που τους απαγόρευσα να έρχονται ακόμα και στον ύπνο μου. Στα άδεια μου όνειρα. Που έσβησα ολοκληρωτικά τα άθλια χρόνια της παιδικότητάς μου. Δηλαδή τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής μου. Που αποφάσισα να ξεκινήσω μια δεύτερη ζωή από την αρχή. Ολομόναχος. Δίχως φίλους και συγγενείς. Δίχως εχθρούς. Εκτός από έναν και μοναδικό. Εδώ. Στην πόλη που σπούδασα οικονομικά και λογιστικά κι έκανα και μεταπτυχιακό στα χρηματιστηριακά. Στην πρώτη μου νιότη. Όταν ακόμα είχα μπροστά μου ένα λαμπρό μέλλον. Ξαναγύρισα στον τόπο του εγκλήματος. Τότε το πρώην αφεντικό μου βρέθηκε μπροστά μου σαν από μηχανής θεός και με βοήθησε. Μεσολάβησε ο κολλητός μου. Ήταν συμπονετικός εργοδότης. Μα οι άνθρωποι αλλάζουν. Δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει την εξέλιξη. Δεν ξέρω γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά. Περασμένα ξεχασμένα. Τώρα σκέφτομαι μόνο να τον εκδικηθώ. Να τον ξεμοναχιάσω και να του φάω τον καρύτζαφλο. Να τον φάει το μαύρο χώμα. Και να πάω να κατουρήσω και να χέσω πάνω απ’ τον τάφο του. Τον έχω μεγάλο άχτι τον κερατά μα πάνω στα νεύρα μου έκανα την μαλακία και τον προειδοποίησα. Δεν έπρεπε. Τον απείλησα ανοιχτά ότι θα τον καθαρίσω και φυλάγεται. Έγινε πολύ προσεκτικός. Παίρνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Προσέλαβε ακόμα και σωματοφύλακες. Στην είσοδο της εταιρείας τοποθέτησε σεκιουριτά. Δεν μπορώ καν να τον πλησιάσω. Μα τουλάχιστον με φοβήθηκε το μάτι του. Χέστηκε πάνω του ο μαλάκας. Που μου έκανε και τον καμπόσο και μου πούλαγε και μούρη. Ξαφνικά ζάρωσε ολόκληρος. Σαν σκουράτζος έγινε. Μαζεύτηκε. Του ‘φυγε η μαγκιά. Άλλαξε δέκα χρώματα. Πλέον ζει με τον φόβο μου. Χα χα. Ο γαμημένος. Τέρμα τα παιχνίδια. Είμαι ένας τσαντισμένος σούπερ νόβα που σύντομα πρόκειται να εκραγεί. Θα σκάσω απ’ το κακό μου και θα κάνω ολόκληρο τον γαλαξία γυαλιά καρφιά. Χίλια κομμάτια.

Η αυλαία πέφτει. Δίνω ένα απότομο τέλος στην ονειροπόληση και επιστρέφω στη μίζερη πραγματικότητα. Κουράστηκε το μυαλουδάκι μου να θυμάται και να σκέφτεται. Κοιτάζω χαμηλά στο δρόμο. Το βλέμμα μου πέφτει σε μια γριούλα που κάνει συνέχεια το σταυρό της. Σαν αυτόματο. Πρέπει να με κοιτάζει για αρκετή ώρα. Μπορεί και να έχει ερεθιστεί. Να θυμήθηκε τα νιάτα της. Κάποια ένδοξα γαμίσια και έρωτες που θα είχε κι αυτή όταν ήταν μια όμορφη και ζωηρή κοπελίτσα. Ίσως. Ποιος ξέρει. Ασ’ την να παίρνει μάτι. Μα κείνη τη στιγμή πλησιάζει μία χοντρέλω με το παιδάκι της και βάζει τις φωνές καταστρέφοντας την ησυχία του μεσημεριού. Ευτυχώς δεν κυκλοφορεί άλλος κόσμος. Μόνο μια μαύρη γάτα έχει σκαρφαλώσει στον κάδο των σκουπιδιών και ψάχνει για αποφάγια αδιαφορώντας προς στιγμή για τις αψιμαχίες των ανθρώπων. Η γυναίκα είναι έξαλλη. Κάνει σαν να της σκότωσα την μάνα και τον πατέρα. Χειρονομεί και τσιρίζει προς το μέρος μου. Βρίζει και καταριέται ασύστολα. Μου σούρνει πολλά και διάφορα. Δίπλα της ο μπόμπιρας κοιτάζει με απορία και τρόμο. Έμπα μέσα ρε αλήτη. Επιδειξία. Κακό χρόνο να ‘χεις. Θέλεις να μας δείξεις και το πράμα σου. Έχουμε και μικρά παιδιά. Την αστυνομία θα φωνάξω να σε μπαγλαρώσει. Βοήθεια. Ουρλιάζει. Την έχει πιάσει υστερία. Φοβάμαι ότι θα πάθει κάνα ισχαιμικό επεισόδιο και θα μείνει στον τόπο. Κρίμα για το παιδάκι της που θα μείνει ορφανό στους πέντε δρόμους. Η χοντρή θα τεζάρει τρυπώντας την άσφαλτο. Μα έχει και την πλάκα της. Ωραίο θεατρικό. Μου φτιάχνει το κέφι και χαμογελάω. Το παιδί αρχίζει να κλαίει. Προσπαθεί να το παρηγορήσει. Σώπα αγόρι μου. Θα του δείξω εγώ του ανώμαλου. Παραδίπλα η γιαγιάκα συνεχίζει να σταυροκοπιέται. Φυλάει κι ένα μικρό σταυρουδάκι που κρέμεται απ’ το στήθος της. Τα χείλη της τρέμουν. Μπορεί να ψιθυρίζει και κάποια διευχόν και κυρελέησον για την περίσταση. Για να φύγει από μπροστά της ο εξωαποδώς που την πειράζει και την σκανδαλίζει. Να εξαφανιστεί. Να χαθεί από τα μάτια της. Φυσικά το θέαμα  είναι σατανικό και ανάρμοστο και την έχει σοκάρει. Την βασανίζει. Αμέσως μετά πρέπει να πάει τρέχοντας να εξομολογηθεί. Και στον πνευματικό της βέβαια για να λάβει τις απαραίτητες οδηγίες και συμβουλές.  Για να μην χάσει στο παραπέντε την είσοδο στον παράδεισο. Να περάσει τις πύλες άσπιλη και αμόλυντη. Να μην πάνε τσάμπα τόσες μετάνοιες και γονυκλισίες μπροστά στο μεγαλοδύναμο και τους παπάδες του. Τόσες ειλικρινείς μεταμέλειες για τα κρίματα και τα ανομήματα μιας ολόκληρης ζωής. Για τις πάμπολλες αμαρτίες της. Να μην πάνε χαμένες. Να μην αποδειχτούν άσκοπες λίγο πριν το τέλος. Ίσως είναι και η τελευταία της μεγάλη δοκιμασία και θέλημα θεού. Μα το μάτι της γαρίδα κολλημένο επάνω μου. Δεν το αποστρέφει απ’ το επίμαχο σημείο. Την έχει μαγνητίσει. Έστω και με ψαλιδισμένες τις πουτσότριχες. Έχει μείνει στήλη άλατος. Μόνο το δεξί της χέρι ανεβοκατεβαίνει μηχανικά. Όμως αυτή θα είναι και ο αυτόπτης μάρτυρας της χοντρής που θα μου κάνει μήνυση.  Ας ισχυριστώ εγώ ότι δεν είναι αξιόπιστη. Δεν είδε καλά λόγω περασμένης ηλικίας κι επειδή έχει άνοια και τα μάτια της πάσχουν από καταρράκτη. Χα χα. Μα το ζαρωμένο χούφταλο μπορεί να με κλείσει στη στενή. Βέβαια έτσι θα λυθεί αμέσως και το στεγαστικό μου πρόβλημα. Ουδέν κακό αμιγές καλού. Κι ας μην έκανα κάποια άσεμνη χειρονομία. Απλά ξεχάστηκα και βγήκα στο μπαλκόνι γυμνός. Και τι έγινε. Ούτε χούφτωσα τον πούτσο μου για να τους τον δείξω ούτε ερεθισμένος ήμουνα. Σιγά τα λάχανα. Δεν είχα πονηρές προθέσεις. Ούτε ερωτικές διαθέσεις και επιθυμίες. Χα χα. Με μια χοντρέλω και ένα χούφταλο. Μόνο που το παιδάκι είναι ένα ζήτημα. Η παιδοφιλία διώκεται ποινικά και χα χα πρέπει να προσέχω. Μα ούτε και ο πούτσος μου είναι υπερβολικά μεγάλος. Κανονικό μέγεθος έχει. Διαφορετικά θα έκανε σίγουρα καριέρα ως πορνοστάρ. Θα ήμουν περιζήτητος. Θα γύριζα τις καλύτερες τσόντες σε όλο τον πλανήτη για όλα τα παράξενα βίτσια και τα πονηρά γούστα και θα ‘βγαζα μπόλικα φράγκα. Ακόμα και με γριές και γέρους θα πήγαινα. Πέρα από τις κάβλες και τις απολαύσεις των γυρισμάτων. Μαλακίες. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια μέρα μεσημέρι. Κι όμως εγώ ο αγνός και αθώος κινδυνεύω να κατηγορηθώ για προσβολή της δημοσίας αιδούς. Τα πράγματα λοιπόν είναι σοβαρά. Με τσαντίζουν αφόρητα. Σκέφτηκα να παραστήσω το σιντριβάνι και να τις κατουρήσω από κει ψηλά μα δεν μου ερχόταν. Και δω αποτυχία. Ατυχία μάλλον. Απ’ την άλλη δεν μου έφταιγε σε τίποτα ο μπόμπος πλάι στη χοντρή να τον πιτσιλίσω. Φαίνεται καλό και ήσυχο παιδάκι. Ανενόχλητο μα άτυχο. Κρίμα. Τι έχει να τραβήξει το έρημο. Πολύ το λυπάμαι το αγοράκι της χοντρέλως.

Τέρμα τα δίφραγκα. Πρέπει να πάρω αμέσως τις σωστές αποφάσεις και να πράξω αναλόγως. Μπαίνω γρήγορα μέσα και κλείνω την μπαλκονόπορτα. Κατεβάζω και τα ρολά και προκαλώ μέσα στο διαμέρισμα κάποια σχετική συσκότιση. Πλέον το λιγοστό φως μπαίνει μόνο από τις γρίλιες. Σε λίγο τα μάτια μου συνηθίζουν. Αισθάνομαι ξανά ασφαλής και μακριά από τα απειλητικά βλέμματα του κόσμου. Ωραία. Μα δεν έχω κοιμηθεί καλά και είμαι ψόφιος στην κούραση. Τελευταία έχω πρόβλημα με τον ύπνο. Εγώ το παραβλέπω και δεν δίνω σημασία μα το κορμί μου επαναστατεί και απαιτεί τα νόμιμα δικαιώματά του. Βουλιάζω απαλά στο στρώμα και χαλαρώνω κοιτάζοντας το ταβάνι ασκαρδαμυκτί. Τα βλέφαρα ακίνητα και τα μάτια γουρλωμένα και ορθάνοιχτα έτοιμα να πεταχτούν έξω το καρφώνουν προσπαθώντας να το τρυπήσουν και να δουν τι γίνεται στον πάνω όροφο. Θέλω να το διεμβολίσω απλά και μόνο με τη δύναμη της σκέψης μου. Αυτή είναι το δυνατό μου σημείο. Και η φαντασία μου. Δυστυχώς κάθε προσπάθεια είναι μάταιη. Για άλλη μια φορά η σκληρή πραγματικότητα με συντρίβει και η θέλησή μου αποδεικνύεται αδύναμη και κατώτερη των περιστάσεων. Με ταπεινώνει και με ξεφτιλίζει διαρκώς λες και είμαι κάνα σκουπίδι που το παρασέρνει ο άνεμος εδώ κι εκεί. Πέρα δώθε και πάνω κάτω. Το πάει όπου του καπνίσει. Αναρωτιέμαι αν η χοντρή κυρία πραγματοποιήσει την απειλή της ή θα ξεχάσει το περιστατικό και θα συνεχίσει αμέριμνη το δρόμο της πηγαίνοντας στη δουλειά της. Σίγουρα θα έχει σοβαρότερα προβλήματα να σκεφτεί. Εκτός και αν είναι εμπαθής. Τότε θα την μισήσω ολοκληρωτικά. Σκέφτομαι πάλι αν η συμπαθητική γριούλα προσεύχεται ακόμα ή το ‘βαλε στα πόδια. Ή τι κάνει το πρώην αφεντικό μου αυτή την ώρα. Μάλλον δουλεύει σκληρά και ασταμάτητα στην εταιρεία του. Με τον κολλητό μου απ’ το πανεπιστήμιο που με βοήθησε όταν πρωτοήρθα στην πόλη έχουμε χαθεί. Έχουμε πάνω από ένα χρόνο να βρεθούμε και να τα πούμε. Προτού απολυθώ. Τον είχα πάρει δυο τρεις φορές στο τηλέφωνο μα δεν το σήκωσε. Μετά το νούμερό του δεν αντιστοιχούσε σε συνδρομητή. Έτσι με ενημέρωσε κάποιος αυτόματος τηλεφωνητής γεμάτος ψυχρότητα και ασπλαχνία. Πρέπει να το άλλαξε. Μα τώρα τον χρειάζομαι ξανά. Ίσως πάλι να έπαθε κάτι. Μπορεί και να πέθανε. Ποιος ξέρει. Όλα μέσα στη ζωή είναι. Όλοι παίζουμε με τις πιθανότητες και από τύχη ζούμε. Πρέπει να περάσω απ’ το σπίτι του να τον ψάξω. Να δω πώς περνάει και τι κάνει. Αν δεν έχει αλλάξει διεύθυνση. Αν δεν έχει μετακομίσει. Αν δεν έχει φύγει για το εξωτερικό. Πολλά τα αν και τα πρέπει. Με κουράζουν. Αλλά νομίζω ότι ήταν δικό του. Δεν έμενε σε νοίκι. Έτσι κι αλλιώς είμαι και ο επίσημος κουμπάρος του. Δεν είναι και λίγο. Εγώ τον πάντρεψα. Εκτός κι αν χώρισε. Χωρίς να του δώσω εγώ την άδεια. Χωρίς να μου την ζητήσει. Όλα πιθανά είναι σε τούτη τη σκατοζωή. Εσύ θα μου βαφτίσεις και το παιδί. Έτσι μου είχε πει. Το ήθελε και η γυναίκα του. Κι αυτή με συμπαθούσε πολύ. Μια δυο φορές ίσα που κρατήθηκα. Δεν ήθελα να χαλάσω τη φιλία μας. Τον ντρεπόμουν. Του είχα και μεγάλη υποχρέωση. Τότε που η λίμπιντο με έκανε ότι ήθελε. Με έσερνε διαρκώς σε νέες περιπέτειες. Όμως εντάξει. Είχα και φιλότιμο. Σε κάποιες περιπτώσεις συγκρατιόμουν. Έφερνα αντίσταση μα ταλαιπωριόμουν και σε ποιον να το έλεγα και ποιος θα με καταλάβαινε. Ούτε καν ο κολλητός μου. Πάντως λίγη τσίπα μου έχει απομείνει ακόμη. Δεν κατάντησα τελείως για πέταμα. Από την άλλη σκέφτηκα πως κάποια στιγμή όλα μαθαίνονται. Όμως ήταν πολύ όμορφη και με τύπο. Είχε χαρακτήρα. Μου άρεσε. Πρέπει να τους δω. Έστω και απροειδοποίητα. Μόνο ότι είναι καλά. Ίσως να έχουν αποκτήσει και κάνα παιδάκι και να ψάχνουν ακόμα για νονό. Απεχθάνομαι τις εκκλησίες με τα κεριά και τα λιβάνια και τους τραγόπαπες μα θα τους κάνω και πάλι το χατίρι. Αν και εφόσον μου το ζητήσουν. Όπως και στο γάμο. Όταν τέλειωσε το μυστήριο έκανα εμετό. Έφταιγε το λιβάνι. Για μέρες ήμουν του θανατά και πέρασε πολύς καιρός για να συνέλθω. Μα ήταν ο καλύτερός μου φίλος και μου το ζήτησε σαν χάρη. Δεν ήθελα μα δεν μπορούσα και να του αρνηθώ. Τώρα ίσως να έχουν χάσει το τηλέφωνό μου. Ποιος ξέρει. Γυρίζω στο πλευρό και κλείνω τα μάτια κουρασμένος και απογοητευμένος. Είμαι ψόφιος.  

Ξαφνικά ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Ένας χτύπος μόνο που με αναστατώνει. Ανοίγω έντρομος τα μάτια και πετάγομαι πάνω αλαφιασμένος. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και ακανόνιστα. Δεν μπορεί να βρει τον φυσιολογικό της ρυθμό και είναι έτοιμη να πεταχτεί έξω από το στήθος μου. Τρέχω να δω ποιος είναι. Κοιτάζω από το ματάκι μα δεν βλέπω τίποτα. Απ’ έξω ο διάδρομος είναι άδειος. Μάλλον γελάστηκα. Τελευταία έχω συχνά ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ακούω και φωνές. Ειδικά όταν βρίσκομαι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Μα τούτη τη φορά δεν είμαι και σίγουρος. Έχω άσχημα προαισθήματα. Ανοίγω διστακτικά την πόρτα και τότε εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μου σαν φάντης μπαστούνι. Το πρώην αφεντικό μου στέκεται ολόγυμνο και τελείως άτριχο απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Καραφλός και χωρίς πουτσότριχες. Ούτε καν πέος δεν έχει. Στη θέση του μόνο ένα ξυρισμένο μουνί. Όμως το ύφος του είναι πάντα αυστηρό και το βλέμμα του βλοσυρό με τρυπάει σαν σουβλί.  Ούτε γεια δεν μου λέει ή μια καλησπέρα του θεού. Αντιθέτως μου κάνει αμέσως την παρατήρηση. Τι υποδοχή είναι αυτή και τι ξινισμένα μούτρα. Γιατί βγαίνω έξω ξεβράκωτος και τι χάλια είναι αυτά που έχω. Λες κι αυτός είναι καλύτερος. Χαμογελάω αμήχανα και βουβαίνομαι. Δεν ξέρω τι να του πω και τι να ομολογήσω. Η κατάσταση είναι περίεργη. Υπάρχει κάποια ένταση στην ατμόσφαιρα. Δυο γυμνοί άντρες σε έναν άδειο διάδρομο πολυκατοικίας. Δεν είναι και το πιο συνηθισμένο πράγμα του κόσμου. Φοβάμαι ότι κάποιο περίεργο κεφάλι θα πεταχτεί από καμιά πόρτα και θα εκτεθώ. Ότι κάποιο αδιάκριτο μάτι θα μας δει και θα ξεσπάσει μέγα σκάνδαλο. Κοκκινίζω από ντροπή. Οι ματιές μας χαμηλώνουν και εστιάζουν στα επίμαχα σημεία. Μιλάει μόνο εκείνος. Τώρα ο τόνος της φωνής του είναι πιο ήπιος. Να ξέρεις ότι τώρα είμαι ένας βρικόλακας. Κανονικά δεν υπάρχω. Πέθανα πριν από λίγη ώρα. Δεν πρόλαβες να με σκοτώσεις. Σου την έφερα αλλά μην στεναχωριέσαι. Να ‘σουνα μόνο από μια γωνιά και να με έβλεπες. Φούνταρα από πολύ ψηλά. Η πτώση μου ήταν ηρωική. Πού να το φανταστείς ότι θα έβρισκα το θάρρος. Ανέκαθεν με θεωρούσες υπερβολικά δειλό μα γελάστηκες. Μια τέλεια κατάδυση μέχρι τον βυθό της ασφάλτου. Δεν έμεινε τίποτα από μένα. Η ζωή είναι μια επιχείρηση που δεν βγάζει τα έξοδά της. Φαλιρισμένη εξαρχής. Ευτυχώς που δεν άφησα απογόνους. Σ’ αυτό τουλάχιστον σκέφτηκα καλά. Όλα τα άλλα τα έκανα μαντάρα. Μα είναι αργά για συγνώμες και μετάνοιες. Ήρθα απλά για να σε αποχαιρετήσω. Δεν θέλω πια να μου κρατάς κακία. Τον πίστεψα. Σχεδόν. Ήξερα ότι δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Όχι ότι δεν ήθελε. Ήταν τζούφιος. Είχε προσπαθήσει αρκετές φορές μα δίχως αποτέλεσμα. Είχε αποτύχει παταγωδώς. Δεν του είπα τίποτα. Δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω περισσότερο. Στο τέλος φαινόταν συγκινημένος. Είχε βουρκώσει. Ήταν απρόσμενο. Δεν το περίμενα. Με έκανε να νιώσω άσχημα. Με πλησιάζει με τα χέρια ανοιχτά και με αγκαλιάζει. Ανοίγει το στόμα του και δυο τεράστιοι κυνόδοντες χώνονται βαθιά μέσα στο λαιμό μου έτοιμοι να μου πιούνε το αίμα. Να μου ρουφήξουν όλη μου τη δύναμη. Είναι παράλογο και μοιάζει με εφιάλτης. Μα και πάλι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Είναι πολύ ζωντανός. Σχεδόν αληθινός. Πραγματικός.  


Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 10


Η αγάπη για όλα τα ζωντανά πλάσματα είναι

το πιο ευγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου.

                                                                   Κάρολος Δαρβίνος 

 Γεννιούνται, μεγαλώνουν, ζευγαρώνουν, αναπαράγονται και πεθαίνουν. Ζουν σε ένα αιώνιο και άχρονο παρόν, στο εδώ και τώρα, δίχως περιττά άγχη και αγωνίες, μια απλή και γυμνή ζωή, λιτή,  αυτάρκη και αδέσποτη, μόνο με τα βασικά και τα αναγκαία, κυρίως την αγάπη, μα και την ελευθερία. Βέβαια, στην τελική, όλα είναι μάταια. Μα τα άλλα ζώα δεν το γνωρίζουν. Γι’ αυτό και είναι ευτυχισμένα. Εφόσον, εμείς οι τυραννικοί άνθρωποι τους το επιτρέπουμε.

Πρόκειται για ημερολόγια θανάτου, δύσθυμες καταγραφές μιας αληθινής ιστορίας, ρέκβιεμ μιας γνήσιας ρομαντικής αγάπης, πλατωνικών προδιαγραφών, ανάμεσα σε δύο ευαίσθητα και ευφυή πλάσματα, ενός ανθρώπου κι ενός γάτου, που διάνυσαν επιτυχώς τον δεκαετή κοινό τους βίο στο δρόμο, μέχρι τον τελεσίδικο αποχωρισμό τους.

Μα και για την άνοδο και την πτώση ενός μονόχνοτου, σημαδιακού και αταίριαστου μισάνθρωπου, ενός κατά βάθος πληγωμένου παιδιού, ευαίσθητου, εσωστρεφούς και μελαγχολικού, αισιόδοξα απαισιόδοξου, μέσα από τον οποίο αναδύθηκε μια θριαμβευτική εξέγερση, βγαίνοντας στο τέλος νικητής, μόνος απέναντι σε όλους, και ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο.

                                                          

*Το βιβλίο με τίτλο «Ο ΜΠΟΜΠΟΣ» αποτελείται από δεκαεπτά ιστορίες ζώων (ασπόνδυλο μυθιστόρημα) και αφιερώνεται στο Μπόμπο, τον Μπόμπα, την Νταίζυ  και τις άλλες γάτες της αυλής. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2025, πάντα μόνο για φίλους.


Τρίτη 18 Ιουνίου 2024

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Αγαπητοί συμπολίτες, εντιμότατοι δικαστές, κύριοι ένορκοι. Είναι η πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω δημόσια, μπροστά σε πολυπληθές ακροατήριο, η αίθουσα είναι φίσκα και χαίρομαι γι’ αυτό, έστω και ως κατηγορούμενος μιας άκρως ειδεχθούς πράξης, με τα δεδομένα της τρέχουσας μικροαστικής σας ηθικής, βέβαια. Δεν έχω σκοπό να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, και μόνο απέναντί σας, αφού δεν πιστεύω σε θεούς και δαίμονες και σε άλλες μεταφυσικές οντότητες, σίγουρα αυτό επιβαρύνει τη θέση μου, εφόσον αμέσως με κατατάσσει στα ηθικώς ανυπόληπτα άτομα. Γι’ αυτό και δεν δέχτηκα να συνεργαστώ με κανέναν δικηγόρο που μου ορίσατε ως συνήγορο, ούτε και με μάρτυρες που θα έλεγαν ένα καλό λόγο για μένα και θα προσπαθούσαν να σας επηρεάσουν ευμενώς απέναντί μου. Δηλαδή, ο καλός μου ο καφετζής, ο οποίος ως ο μοναδικός και καλύτερός μου φίλος δεν μπορεί να είναι αμερόληπτος, οπότε και οι κρίσεις του για το πρόσωπό μου δεν έχουν την παραμικρή αξία. Ευτυχώς, συγγενείς, γνωστοί και φίλοι από το μακρινό παρελθόν και την προηγούμενη ζωή μου δεν ήρθαν να με βοηθήσουν, σε αυτή την τελευταία μάχη που δίνω, φοβήθηκαν μην εκτεθούν ανεπανόρθωτα στα μάτια των συμπολιτών τους, όπως παλιότερα, γι’ αυτό και τους ευχαριστώ πολύ, δεν είχα καμία όρεξη να αντικρίσω ξανά τις φάτσες τους. Είμαι λοιπόν μόνος μου απέναντί σε όλους εσάς που με κοιτάτε περίεργα και τρομαγμένα, για να πω την προσωπική μου αλήθεια. Μέχρι τώρα είχα παραμείνει σιωπηλός, δεν είπα κουβέντα, δεν μίλησα σε κανέναν για το βράδυ του φόνου και πώς έγιναν τα γεγονότα. Θα μιλήσω για πρώτη και τελευταία φορά και θέλω να με ακούσετε προσεχτικά.

Από την πρώτη στιγμή, μετά τη δολοφονία του νεαρού, εγώ ο ίδιος ήρθα και παραδόθηκα στα όργανα της τάξης και ομολόγησα ευθαρσώς. Αυτό μου το καταλογίσατε στα υπέρ μου, ενώ ότι ήμουν άστεγος και αλήτης στα αρνητικά μου. Δεν μου αποδώσατε το ελαφρυντικού του πρότερου βίου, παρ’ όλο που το ποινικό μου μητρώο είναι πεντακάθαρο. Ο ανακριτής έψαξε και βρήκε τη μελανή στιγμή της ζωής μου, όταν πριν από δέκα χρόνια, μετά από καταγγελία του διευθυντή και προϊσταμένου μου, είχα κατηγορηθεί για ασέλγεια και προσβολή γενετήσιας πράξης σε βάρος ανηλίκου, και μάλιστα μαθητή μου στο λύκειο που δίδασκα εκείνη την εποχή ως φιλόλογος. Ότι δεν πήγα σε δίκη τότε οφείλεται στην αυτοκτονία του παιδιού και το σημείωμα που άφησε πίσω του. Ας πούμε λοιπόν ότι απαλλάχτηκα λόγω αμφιβολιών. Όμως, εγώ ποτέ δεν συγχώρησα τον εαυτό μου και αμέσως τον καταδίκασα σε εξοστρακισμό, μακριά από την κοινωνία σας. Ζούσα πλέον σαν ένας σκύλος του δρόμου, παρέα με τα αδέσποτα και μοναδικό φύλακα άγγελό μου έναν καφετζή, πρώην μπάτσο. Ήμουν πολύ τυχερός που τον γνώρισα και που εκείνος με εκτίμησε και με δέχτηκε ως φίλο και αδερφό του. Του οφείλω πολλά, σε κανέναν άλλον.

Αλλά ας έρθω στο προκείμενο, στην συγκεκριμένη υπόθεση για την οποία κατηγορούμε. Σκότωσα έναν άνθρωπο, αυτό είναι πολύ δυσάρεστο, μα δεν το έχω μετανιώσει. Η ζωή του καθενός είναι ιερή και απαραβίαστη, μα ως ένα σημείο, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Το θύμα ήταν ένας παρανοϊκός δραπέτης του φρενοκομείου που είχε βάλει σκοπό του να εξολοθρεύσει όλες τις γάτες της πόλης, είχε θεϊκή εντολή, έλεγε. Το άκουσα ο ίδιος απ’ το στόμα του, όταν τον πλησίασα και πιάσαμε κουβέντα. Μετακινιόταν συνέχεια και άλλαζε περιοχές για να μην δίνει στόχο και τον πιάσουνε. Εκείνο το βράδυ ήρθε στη γειτονιά μου. Τον περίμενα από μέρες και του την είχα στημένη. Στην αρχή δεν κατάλαβα ότι είναι εκείνος, τον πέρασα για άλλο ένα πρεζόνι που μέσα στην τρελή του τη χαρμάνα ψάχνει νυχτιάτικα λεφτά για τη δόση του. Μου ζήτησε. Πεινούσε, είπε, είχε μέρες να φάει. Δεν το πίστεψα, μα του έδωσα κάτι ψηλά, καθίσαμε στο παγκάκι και πιάσαμε την κουβέντα. Η πλατεία και ο δρόμος άδειος, δεν υπήρχε ψυχή, όλοι κοιμόντουσαν στα σπίτια τους. Ήταν όμορφο αγόρι, γύρω στα είκοσι, μου άρεσε. Του χάιδεψα απαλά τα δάχτυλα, πρέπει να κατάλαβε τις προθέσεις μου, μα δεν αντέδρασε, ούτε είπε κάτι. Έμεινε απαθής και το βλέμμα του διερευνητικό μπροστά, σαν να ψάχνει κάτι. Πήγα πιο κοντά και κόλλησα δίπλα του, με είχε ανάψει. Πέρασα το χέρι μου στη μέση του και τον αγκάλιασα. Προσπαθούσα να εκμεταλλευτώ την περίσταση, όταν από μπροστά μας πέρασε ένας ρωμαλέος ασπρόμαυρος γάτος. Τον αναγνώρισα, όμορφο και έξυπνο αρσενικό, που κάποτε είχε δώσει ομηρικούς καβγάδες με τον δικό μου, γάτο τον μπόμπο. Όταν ο νεαρός τον είδε, πάνιασε, άλλαξε δέκα χρώματα, βρικολάκιασε. Σαν ελατήριο πετάχτηκε όρθιος και προσπάθησε να τον αρπάξει απ’ την ουρά, μα δεν πρόλαβε, ο γάτος αντέδρασε αστραπιαία, ένιωσε τον κίνδυνο και το ‘βαλε στα πόδια. Τότε κατάλαβα ότι ήταν ο άνθρωπος που έψαχνα και αμέσως άλλαξα συμπεριφορά. Μα αμφιταλαντευόμουν αν θα έπρεπε να τον σκοτώσω ή να τον παραδώσω στην αστυνομία. Δεν είχα αποφασίσει ακόμα. Ήταν κρίμα τέτοια ομορφιά να πάει χαμένη.

Ξανακάθισε φανερά εκνευρισμένος στο παγκάκι δίπλα μου. Κρίμα, σου ξέφυγε, σχολίασα. Δεν πειράζει, μην στεναχωριέσαι, θα πιάσεις άλλον. Περνάνε πολλοί από δω, ψάχνουν για φαγητό. Ξαφνικά, το πρόσωπό του έλαμψε, γύρισε και με κοίταξε στα μάτια, αναγνωρίζοντας έναν σύμμαχο και συνοδοιπόρο στον σπουδαίο αγώνα του ενάντια στο κακό. Τους κυνηγάς κι εσύ; ρώτησε με αγωνία και έξαψη. Καμιά φορά, έτσι, για να σπάσω πλάκα, του είπα, προσπαθώντας να τον πιάσω φίλο, να με εμπιστευτεί και να μου ανοίξει την καρδιά του. Και τους σκοτώνεις; Σίγουρα, δεν μου γλυτώνει κανείς, του απάντησα. Τότε χαμογέλασε γεμάτος ευτυχία και μου εξήγησε την ειδική αποστολή που του έχει αναθέσει ο θεός ο ίδιος, είχε ακούσει τη φωνή του, να τις εξολοθρεύσει όλες, ως πηγή του κακού και της ηθικής διαφθοράς της πόλης. Γελούσε παρανοϊκά μέσα στην άδεια νύχτα. Του είπα να κάνει πιο σιγά γιατί θα ξυπνήσει ο κόσμος και θα φωνάξει την αστυνομία. Στο άκουσμα της λέξη χλόμιασε και βουβάθηκε εντελώς, χέστηκε πάνω του. Τώρα μιλούσε πιο σιγά, σχεδόν ψιθυριστά. Μου είπε και για το ίδρυμα, δεν ήθελε να τον ξανακλείσουν εκεί μέσα, είπε και με αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους. Χρειαζόταν συμπαράσταση και βοήθεια. Τον λυπήθηκα, δεν ήξερα τι να κάνω με την περίπτωσή του.

Μείναμε σιωπηλοί και αμήχανοι για κάμποση ώρα. Τότε κάτι ένιωσα να τρίβεται στα πόδια μου και να με χαϊδεύει μια ουρά. Πάνιασα ολόκληρος κι η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά και ακανόνιστα. Ήταν η Νταίζυ, η γκρίζα ερωμένη του μπόμπου, σύζυγός του σχεδόν, συνομήλικοι, που αγαπιόντουσαν πολύ από μικρά, με εμπιστευόταν και ερχόταν κοντά μου καμιά φορά για να την ταΐσω. Μα τούτη η ώρα ήταν τελείως ακατάλληλη, κατάλαβα ότι κινδύνευε. Και το χειρότερο ήταν πως ήταν έγκυος, η κοιλιά της τέρμα φουσκωμένη, έτοιμη να γεννήσει τρία ή τέσσερα γατσούλια, τόσα τα υπολόγιζα, τα τελευταία παιδιά του γάτου μου, σκέφτηκα και ανατρίχιασα. Αμέσως, την πήρε χαμπάρι κι εκείνος, άστραψαν τα μάτια του, ρίγησε ολόκληρος, του κόπηκε η ανάσα και πριν προλάβω να αντιδράσω την βούτηξε απ’ τον σβέρκο και την έφερε μπροστά στα πόδια του. Η κακόμοιρη η ψιψίνα ζάρωσε τρομαγμένη και έμεινε ακίνητη. Τότε το παιδί έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μαχαίρι και το ‘φερε στο λαιμό της. Από το στόμα του άρχισαν να βγαίνουν λόγια ακατάληπτα, δεν καταλάβαινα τι έλεγε, κάτι σαν μαγικό ξόρκι και προσευχή για τον καθαρμό των ψυχών, πριν από την τελετουργική θυσία. Βρισκόταν σε έκσταση, παραληρούσε. Είχα ξαφνιαστεί, τα είχα χάσει εντελώς, μα γρήγορα συνήλθα, ανάκτησα την αυτοκυριαρχία μου και χούφτωσα το σουγιά μου. Η αδρεναλίνη μου χτυπούσε κόκκινο και πλέον ήξερα τι έπρεπε να κάνω, είχα πάρει την μεγάλη και δύσκολη απόφαση. Ετοιμαζόταν να κόψει το λαιμό της Νταιζούλας από την μια άκρη στην άλλη, μα τον πρόλαβα, δεν μπορούσα να τον αφήσω να σκοτώσει τόσες αθώες ψυχές. Του ‘κοψα τον δικό του λαιμό, απ’ την μια άκρη στην άλλη. Δεν κατάλαβε τίποτα, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Το παιδί σωριάστηκε χάμω, η γάτα απελευθερώθηκε απ’ τα χέρια του και άρχισε να τρέχει μακριά απ’ τους ανθρώπους. Γύρω του σχηματίστηκε μια μεγάλη λίμνη αίματος κι εκείνος βούλιαζε στη μέση δίχως πνοή. Κρίμα, ήταν όμορφο αγόρι, μα τα μυαλά του χαλασμένα.

Έτσι έγιναν τα πράγματα εκείνο το τραγικό βράδυ και θέλω να με πιστέψετε. Πλέον, δεν έχω κανέναν λόγο να πω ψέματα, ούτε θέλω να αθωωθώ. Γνωρίζω την ενοχή μου και ότι πρέπει να τιμωρηθώ. Δεν με νοιάζει η ποινή που θα μου επιβάλλετε, πλέον δεν έχει καμιά σημασία, ούτε πρόκειται να εκτελεστεί. Το νιώθω, η ζωή μου τελειώνει, δεν έχω άλλη πίστωση χρόνου, μα δεν στεναχωριέμαι, ούτε λυπάμαι που φεύγω, δεν χάνω κάτι σημαντικό. Σε αυτόν τον κόσμο, φρενοκομείο, μπουρδέλο και σφαγείο συνάμα, μόνο οι ηλίθιοι και οι αναίσθητοι μπορούν να είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Εκτέλεσα το χρέος μου, ολοκλήρωσα τις υποχρεώσεις μου, έκανα ότι μπορούσα, αποχωρώ με το κεφάλι ψηλά. Γεια σας και καλή αντάμωση.

Σε όλη τη διάρκεια της απολογίας του, ο κατηγορούμενος μιλούσε με κομμένη την ανάσα, τα λόγια του έβγαιναν δύσκολα απ’ το στόμα του, με διακοπές και μεγάλες σιωπές. Στο τέλος σταμάτησε απότομα. Προσπάθησε να πάρει άλλη μια βαθιά εισπνοή, να πει άλλη μια κουβέντα, μα δεν τα κατάφερε. Ο λαιμός του έφραξε, πρήστηκε, έγινε κατακόκκινος από την προσπάθεια. Κατόπιν, σωριάστηκε λιπόθυμος στο πάτωμα μπροστά στα έκπληκτα μάτια δικαστών, ενόρκων και θεατών. Δεν πρόλαβαν να βγάλουν απόφαση, να τον καταδικάσουν. Μετά από λίγο, η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά, πέθανε. Είχε βίαιο θάνατο, έγραψε ο ιατροδικαστής στο πιστοποιητικό. Γενική πνευμονική εμβολή, λόγω καρκίνου του πνεύμονα σε τελικό στάδιο.