Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

ΕΛΑ ΡΕ ΘΕΙΟ

Η εκκλησία δεν είχε πολύ κόσμο. Οι περισσότεροι ήταν γέροι και γριές. Ο ιερέας έψελνε και θυμιάτιζε τον νεκρό. Η οικογένεια της αδερφής του στεκόταν πλάι στο φέρετρο με τα χέρια σταυρωμένα σε στάση προσευχής και τα κεφάλια κατεβασμένα να κοιτάζουν το πάτωμα. Αυτοί τον βγάλανε ως οι κοντινότεροι συγγενείς. Δεν είχε δικιά του οικογένεια. Ο θείος απολάμβανε τις μεγάλες ξάπλες ανάμεσα σε λουλούδια και κορδέλες. Έφευγε από τον μάταιο τούτο κόσμο με δόξα και τιμή. Ότι έφτασε τα εβδομήντα με τη ζωή που έκανε αποτελούσε έκπληξη πρώτου μεγέθους. Τουλάχιστον για όσους τον ήξεραν καλά. Γερή κράση ο μπαγάσας. Είχε μεγάλα πάθη και δοκίμασε όλων των ειδών τις αμαρτίες. Με τα μπούνια μέσα στις καταχρήσεις και τις ασωτίες.

Είχα χρόνια να τον δω. Από τότε που έφυγα για την πρωτεύουσα. Τυχαία έμαθα για τον θάνατό του. Στην εξόδιο ακολουθία του δεν με κάλεσε κανείς. Ίσως να ήμουν και ανεπιθύμητος. Γι’ αυτό και καθόμουν παράμερα στην άκρη περιμένοντας τον πάτερ να τελειώσει. Δίπλα μου ξεχώρισα και τρεις φίλους του από τα παλιά. Τους θυμόμουν αχνά από εκείνα τα χρόνια. Αυτοί μάλλον όχι. Δεν μου ‘δωσαν καμία σημασία. Πλάι στην πόρτα στεκόταν κι εκείνη. Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου για να προστατεύουν τα κατακόκκινα μάτια της από την κακία των λοιπών συγγενών. Σίγουρα ένιωθε κι αυτή παράταιρη. Έλα ρε θείο. Ξύπνα. Μην κάνεις τον πεθαμένο. Άσε την πλάκα. Δεν το χάφτω τούτο το παραμύθι. Σήκω πάνω να φύγουμε από δω μέσα. Αυτό δεν είναι μέρος για μας. Πάμε κάπου πιο όμορφα να πιούμε και να γλεντήσουμε. 

Του χρωστάω πολλά. Ήταν ο μικρότερος αδερφός του πατέρα. Όταν ήμουνα μικρός δεν πολυερχόταν στο σπίτι γιατί δεν τον ήθελαν οι γυναίκες του σπιτιού. Δηλαδή το σόι της μάνας μου. Για αυτές ήταν ένας ανεπρόκοπος και αχαΐρευτος. Το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ούτε κι αυτός της χώνευε. Μα όταν έφυγα απ’ το σπίτι μου κακήν κακώς εκείνος με περιμάζεψε από τους πέντε δρόμους. Για κάμποσες μέρες γύριζα ανέστιος και πλάνης και κοιμόμουν όπου έβρισκα. Ντρεπόμουν να του χτυπήσω την πόρτα. Τυχαία με είδε στο δρόμο και με βούτηξε απ’ τον σβέρκο. Είχε μάθει τα κατορθώματά μου  κι ότι ήμουν αγνοούμενος. Τότε δούλευε ταξί και ήταν εργένης. Εκείνος σαραντάρης κι εγώ στα είκοσι. Με πήγε στο σπίτι του ένα μικρό δυάρι. Κοιμόμουν στον καναπέ του σαλονιού. Κάνα χρόνο κάθισα μαζί του. Περνούσαμε καλά οι δυο μας. Το βράδυ που τέλειωνε τη δουλειά βγαίναμε έξω και τα πίναμε με τα φιλαράκια του. Γνώρισε και τα δικά μου. Του άρεσαν. Δεν είχε κανένα πρόβλημα με τις παρέες μου. Ήταν περπατημένος και άνθρωπος της πιάτσας. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Μην μασάς ανιψιέ. Εσύ τη δουλειά σου. Κι άσε τον κόσμο να λέει τα δικά του. Έτσι μου είπε για να μου δώσει θάρρος.     

Ώσπου γνώρισε εκείνη και την σπίτωσε κανονικά. Ψηλή αρρενωπή κοκκινομάλλα. Κουκλάρα. Πλέον είχαμε γίνει πολλοί μέσα στο διαμερισματάκι. Δεν χωρούσαμε. Κι ούτε ήθελα να τους γίνομαι βάρος. Όμως εκείνος ήταν ανένδοτος. Είσαι ο γιος του συγχωρεμένου του αδερφού μου και η θέση σου είναι εδώ για όσο καιρό γουστάρεις. Δεν μας ενοχλείς καθόλου. Όλοι οι καλοί χωράνε. Οι γυναίκες είναι περαστικές και οι πιο πολλές μόνο μπελάδες φέρνουν. Αράχνες. Πεταμένα λεφτά. Αυτά μου ‘λεγε μα κείνη φαινόταν να την αγαπά και να την νοιάζεται. Με έναν τρόπο ταιριάζανε σε όλα. Ειδικά στο κρεβάτι. Τους άκουγα τα βράδια που κάνανε έρωτα και τρελαινόμουνα. Με έπιανε άγρια μούρλια. Μου ‘ρχόταν να πάρω τους δρόμους και τα άγρια βουνά. Κι ένα απόγευμα που ο θείος έλλειπε στη δουλειά άνοιξα την πόρτα της τουαλέτας και την είδα. Ήταν ολόγυμνη κι έπαιρνε το λουτρό της. Έπαθα σοκ. Έμεινα άναυδος. Ξύλιασα. Κοκάλωσα. Μπλοκάρισα τελείως. Είδα φάτσα κάρτα δυο καλοσχηματισμένα πεταχτά βυζάκια και παρακάτω ένα μεγάλο πέος μαζί με όλα τα παρελκόμενα. Η αγία τριάδα σε πλήρη παράταξη. Όταν με είδε ξαφνιάστηκε μα δεν ντράπηκε καθόλου. Ούτε προσπάθησε να κρύψει τα κάλλη της. Μου χαμογέλασε και συνέχισε να ρίχνει νερό πάνω στο όμορφο κορμί της για να φύγουν οι σαπουνάδες. Με κόπο κατάφερα να ψελλίσω μια συγνώμη και βγήκα τρέχοντας από το μπάνιο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα.     

Με τον θείο δεν σχολιάσαμε ποτέ το ατυχές περιστατικό. Σίγουρα θα το έμαθε και κάθε τόσο μου πέταγε διάφορες μπηχτές κι υπονοούμενα και περίεργες κουβέντες γελώντας τρανταχτά. Και μου ‘κλεινε με νόημα το μάτι. Κυρίως όποτε τα ‘πίνε κι ευθυμούσε κι ερχόταν στο τσακίρ κέφι. Τότε εγώ γινόμουν κατακόκκινος σαν παντζάρι. Τον ντρεπόμουν παρ’ όλο που ήξερα ότι τα λόγια του ήταν πάντα καλοπροαίρετα. Ώσπου μια μέρα μάζεψα τα μπογαλάκια μου κι έφυγα για άλλα μέρη για άλλη γη. Άνοιξα τα φτερά μου και πέταξα μακριά. Για άλλους λόγους βέβαια. Όμως στεναχωρέθηκε. Το είδα στα μάτια του όταν αγκαλιαστήκαμε για τελευταία φορά. Κόμπιαζε. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία απ’ το στόμα του. Καλή τύχη ανιψιέ και να ξέρεις ότι το σπίτι μου είναι πάντα ανοιχτό για σένα. Ότι πρόβλημα και να ‘χεις μη διστάσεις να έρθεις να με βρεις. Το ΄ξερα πως μ’ αγαπούσε όπως κι εγώ εκείνον. Γεια σου θείο και θα τα ξαναπούμε. Με αγκάλιασε κι αυτή δίνοντάς μου ένα στοργικό φιλί στο μάγουλο. Δεν τους ξαναείδα από τότε. Ούτε χρειάστηκε να τους ενοχλήσω.

Η λειτουργία είχε τελειώσει και ο κόσμος περνούσε μπροστά απ’ την κάσα για να ασπαστεί τον νεκρό. Έλα ρε θείο. Μη μου το χαλάς. Άσε τα ψόφια και σήκω να φύγουμε. Νομίζω ότι μου χαμογέλασε μα δεν κουνήθηκε ρούπι απ’ τη θέση του. Δεν πήγα κοντά του να τον φιλήσω. Ούτε κι εκείνη. Βγαίνοντας την πλησίασα για να την συλλυπηθώ. Στην αρχή δεν με αναγνώρισε. Όταν της είπα ποιος είμαι απ’ τη χαρά της δεν κρατήθηκε. Με αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάματα. Εκείνη δεν είχε αλλάξει πολύ. Ήταν ακόμα νέα και όμορφη. Έξυπνη γυναίκα με χαρακτήρα. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν μαζί με τον θείο ζευγάρι και πέρασαν μια καλή ζωή. Πέθανε ξαφνικά στον ύπνο του από ανακοπή μετά από άλλη μια ηδονική νύχτα. Ο συγχωρεμένος τα γλέντησε όλα κι έφυγε χορτάτος. Δεν ήταν παντρεμένοι με παπά και με κουμπάρο. Δεν είχαν νομιμοποιήσει τη σχέση τους. Δεν το ήθελε εκείνος. Είχε στεναχωρηθεί πολύ που έκοψα τις επαφές μαζί τους. Το είχε πάρει κατάκαρδα μα δεν μου κρατούσε κακία. Να ‘ναι καλά το παιδί. Έτσι της έλεγε και το πίστευε βαθιά. Ήταν αλήθεια. Είχα φανεί κάπως αχάριστος απέναντί του. Λάθη της νεότητας που είναι πάντα βιαστική και επιπόλαια. Όμως δεν είχα καμιά δικαιολογία. Έφταιγα κι ένιωθα τύψεις.  

Η νεκροφόρα και τ’ άλλα αμάξια ξεκίνησαν για την τελευταία κατοικία του θείου. Σε τόπο χλοερό και μέρος αναψύξεως και αναπαύσεως μέχρι τη δευτέρα παρουσία. Δεν θα ακολουθούσαμε τους άλλους συγγενείς στο νεκροταφείο. Μάλλον αισθανόμασταν λίγο απόμακροι και παρείσακτοι. Δεν κολλάγαμε. Κάτι σαν μαύρα πρόβατα ας πούμε. Λίγο πριν φύγουμε απ’ την εκκλησία και χωρίσουμε μου ‘δωσε το τηλέφωνό της. Αν ήθελα θα μπορούσαμε να βρεθούμε για ένα καφέ να θυμηθούμε τα παλιά. Εντάξει της είπα. Της το υποσχέθηκα. Μόλις μπορέσω. Με την πρώτη ευκαιρία.

 

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ (Η ΓΡΑΒΑΤΑ)

 Μες στη σιωπή δεν γνωρίζεις. Πρέπει να συνεχίσεις.

Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω.

                                                     Σάμιουελ Μπέκετ

Έχω ψάξει παντού σ’ όλο το διαμέρισμα. Σε συρτάρια και ντουλάπες. Έχω φάει τον κόσμο να την βρω. Όμως χωρίς αποτέλεσμα. Άφαντη. Δεν είναι πουθενά. Σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Αποκλείεται να την χάρισα ή να την πέταξα. Ίσως να χάθηκε στην προηγούμενη μετακόμιση. Κρίμα. Ήταν η αγαπημένη μου γραβάτα και η μοναδική. Μπλε σκούρα από φίνο μετάξι. Δεν την είχα ξαναφορέσει. Θα την εγκαινίαζα σήμερα το βράδυ στη γιορτή του γαμπρού μου μαζί με το καλό μου το κουστούμι. Με λευκό πουκάμισο και μαύρα λουστρίνια βέβαια. Είμαι καλεσμένος και ήθελα να εμφανιστώ πολύ επίσημα ντυμένος. Στην πένα που λένε. Φρεσκοξυρισμένος και αρωματισμένος. Όχι τόσο για να τιμήσω την περίσταση όσο για να κάνω εντύπωση. Να καταπλήξω τα πλήθη. Συγγενείς και γνωστούς που έχω χρόνια να δω. Πρόσωπα άλλης εποχή. Ήθελα να πάω με τα ρούχα που θα μου φορούσαν όταν θα ερχόταν η ώρα μου για το τελευταίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα. Καθαρά και σιδερωμένα. Μόνο η γραβάτα έλλειπε.

Χτες με πήρε η αδερφή μου τηλέφωνο. Δεν ξέρω πού βρήκε το νούμερο γιατί το έχω απόρρητο. Τελικά σήμερα δεν είναι κανείς ασφαλής. Μου είπε και για τη μητέρα. Δεν είναι πολύ καλά. Με ζητάει συνέχεια και μάλλον είναι στα τελευταία της. Σύντομα θα τα κακαρώσει. Βέβαια αυτός δεν είναι σοβαρός λόγος για να παρευρεθείς σε ένα γιορτάσι. Κι όμως μετά από τριάντα χρόνια με λύγισε. Τελευταία έχω γίνει πολύ ευσυγκίνητος. Της είπα εντάξει κι έχω σκοπό να τηρήσω τον λόγο μου. Ανησυχούν για μένα. Πού δουλεύω και πώς τα βγάζω πέρα με την ζωή μου. Μια χαρά είμαι. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Έτσι της απάντησα. Μόνο που δεν βρίσκω την γραβάτα του πατέρα. Εκείνη που έδεσε γύρω απ’ το λαιμό του και κρεμάστηκε μέσα στο μπάνιο απ’ τους σωλήνες του θερμοσίφωνα. Με διπλό κόμπο για σιγουριά. Φορούσε το γαμπριάτικο κουστούμι του κι ήταν έτοιμος για την κάσα. Ξημερώματα σαββάτου κι είχε ακόμα τα μάτια ανοιχτά. Είχα βγει βόλτα με κάποιους συμφοιτητές μου κι όταν γύρισα τον βρήκα. Οι άλλοι κοιμούνταν του καλού καιρού. Πάνω στο πλυντήριο βρισκόταν το χαρτί με τα ορνιθοσκαλίσματά του. Με δυσκολία τα έβγαζα. Έβριζε χυδαία τα γύναια του σπιτιού που του φάγανε ολόκληρη τη ζωή. Με μίσος και οργή τις κατονόμαζε ευθέως ως ηθικούς αυτουργούς της απελπισμένης του πράξης. Ήθελε να ξεφύγει και να απελευθερωθεί από σύζυγο πεθερά κι αδερφή. Εκείνες φταίγανε. Όχι βέβαια η κορούλα του που ήταν ακόμα ένα αθώο νήπιο. Είχε πέσει θύμα της γυναικοκρατίας. Αυτές κάνανε κουμάντο. Το υστερόγραφο αναφερόταν σε μένα αποκλειστικά. Τον γιο του τον λεβέντη που κάποτε έδωσε μεγάλη μάχη για να πάρει το όνομα του δικού του πατέρα ενάντια σε όλο το βρωμόσογο της μητέρας. Μου ζητούσε συγνώμη μα δεν άντεχε άλλο. Θα τον καταλάβαινα αργότερα όταν θα μεγάλωνα. Δηλαδή τώρα που είμαι στην ηλικία του πενήντα χρονών. Κι όμως ακόμα να βγάλω άκρη.   

Με κάποιο μαγικό τρόπο το σημείωμα του πατέρα εξαφανίστηκε κι εκείνος χώθηκε βιαστικά στο λάκκο του νεκροταφείου. Οι μαυροφόρες τού κλείσανε  τα μάτια. Μόνο την γραβάτα του κατάφερα να κρατήσω για ενθύμιο και ενδεχομένως για κάποια μελλοντική χρήση. Πειστήριο και όργανο του εγκλήματος. Το πένθος τους δεν κράτησε πολύ. Η μητέρα σύντομα ξαναπαντρεύτηκε. Ήτα νέα ακόμα για να παραμείνει χήρα. Αν και μετά από κάποια χρόνια ξέκανε και τον ευκατάστατο πατριό μου. Πάει κι αυτός. Εγώ αποτραβήχτηκα στη γωνιά μου μα σύντομα με βάλανε στην μπούκα. Δεν τους άρεσαν οι παρέες και οι συναναστροφές μου. Οι καινούργιοι μου φίλοι τους βρώμαγαν. Δεν ήταν του επιπέδου μου. Πλέον δεν συμφωνούσαν με τις επιλογές μου μα δεν με ένοιαζε καθόλου. Και ξαφνικά μια μέρα έγινε η μεγάλη έκρηξη. Ξέσπασα πάνω τους για όλα όσα τους είχα μαζεμένα τόσα χρόνια. Και στην τελική αυτός είμαι και σε όποιον αρέσω. Έτσι τους είπα. Μετά μάζεψα τα μπογαλάκια μου κι έφυγα απ’ το σπίτι. Ξέκοψα από όλους μια και καλή ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω μου. Τον πρώτο καιρό πήγα κι έμεινα στον αδερφό του πατέρα μου. Με δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ήταν εργένης και ταξιτζής. Παράτησα και το πανεπιστήμιο. Άφησα στη μέση τα οικονομικά. Πλέον δεν υπήρχε κανένα λογιστικό γραφείο για να κληρονομήσω και να συνεχίσω την οικογενειακή μας παράδοση. Άσε που δεν μου άρεσαν. Αγγαρεία έκανα για να μην τον στεναχωρήσω. Για να μην του δώσω άλλη μια πίκρα. Δεν υπήρχε λοιπόν πλέον κανένας λόγος να πάρω το πτυχίο. Όμως το θύμα επιστρέφει πάντα στο τόπο του εγκλήματος για να ξαναδολοφονηθεί.

Η ώρα περνούσε. Ήμουν πια απελπισμένος κι είχα σταματήσει να ψάχνω. Τότε χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και τον είδα μπροστά μου. Μου χαμογελούσε δειλά σαν σκανταλιάρικο παιδί που έχει μετανιώσει για κάποια αταξία του. Ή που το πιάνουνε στα πράσα. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Ήρθε απροειδοποίητα από την πρωτεύουσα για να μου κάνει έκπληξη. Αν τον θέλω θα μείνει όλο το σαββατοκύριακο. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Τον είχα ήδη συγχωρέσει. Εγώ είμαι μια μεγάλη καρδιά κι εκείνος μικρός και άμυαλος ακόμη. Του ρίχνω δεκαεφτά χρόνια στο κεφάλι αλλά με τον καιρό θα στρώσει. Έχε χάρη που είναι καλό και όμορφο παιδί. Δεν θυμάμαι καν γιατί τα είχαμε τσουγκρίσει πριν κάνα εξάμηνο. Μου είχε στείλει απευθείας τελεσίγραφο χωρίς υστερόγραφα και υποσημειώσεις μα δεν το είχα πάρει στα σοβαρά. Έκανε ζαβολιές και η απάντησή μου ήταν εξίσου τηλεγραφική. Έτσι τσακωθήκαμε. Χωρίς κάποιο σοβαρό λόγο. Από κουτά πείσματα και ηλίθιους εγωισμούς. Είχαμε λοιπόν καιρό να τα πούμε. Ούτε ένα τηλέφωνο. Τον τράβηξα στα ενδότερα και πέσαμε με φόρα στο κρεβάτι για χάδια και φιλιά. Γδυθήκαμε γρήγορα και κάναμε έρωτα παθιασμένα. Η μάχη ήταν σκληρή και αμφίρροπη. Όταν τελειώσαμε είχαμε απομείνει δυο ξέπνοα ιδρωμένα κορμιά πλήρη από ηδονή.    

Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τότε ήταν που θυμήθηκα το γιορτάσι του γαμπρού μου και την ετοιμοθάνατη μαμά. Τον ενημέρωσα. Θα πηγαίναμε μαζί να τον γνωρίσουν κιόλας. Θα είχε μεγάλη πλάκα και συγκινήσεις μέχρι λιποθυμίας. Είχαμε αργήσει μα πεινούσαμε και θα τρώγαμε του σκασμού. Λίγο θα καθόμασταν. Μετά όλη η νύχτα θα ήταν και πάλι δικιά μας. Τον ρώτησα αν του βρίσκεται πρόχειρη καμιά γραβάτα. Με κοίταξε περίεργα νομίζοντας ότι του κάνω πλάκα. Μετά έβαλε τα γέλια. Αφού το ξέρεις ότι δεν έχω φορέσει ποτέ. Με πνίγει στο λαιμό. Έτσι μου είπε ο ζαβολιάρης. Δεν το θυμόμουν μα δεν είχα και λόγους να μην τον πιστέψω.

 

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ (Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ)

Να ζει κανείς ή να μη ζει. Ιδού η απορία. Βέβαια ο άνθρωπος είναι καλύτερα να μη γεννιέται μα αν του συμβεί αυτή η ατυχία τότε πρέπει να φεύγει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε. Πρέπει να την πάρεις πολύ σοβαρά. Μία χαρά και δέκα λύπες είναι ο αρνητικός ισολογισμός. Και ποτέ δεν έχει χάπυ εντ. Πολλές φορές τελειώσει με ένα μπαμ και μία κραυγή. Μα δεν είναι μόνο άσχημη. Έχει και την πλάκα της. Γελάσαμε και κλάψαμε πολύ. Τώρα σιωπή.  

Σήμερα έχω γενέθλια και πήγα να τα γιορτάσω στον τάφο των προγόνων μου. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε τούτη η μακάβρια επιθυμία. Είναι η τελευταία μου μέρα. Είχα πολλά χρόνια να τον επισκεφτώ. Τον βρήκα χορταριασμένο. Το καντήλι ήταν σβηστό και μέσα όλα τα κρέατα φαγωμένα απ’ τα σκουλήκια. Ούτε τα κόκαλα δεν έμειναν. Το ξέρω. Είμαι σίγουρος κι ας μην τον άνοιξα να δω. Πάντως η ταφόπλακα έχει μία κενή θέση. Υπάρχει περιθώριο για να γραφτεί άλλο ένα όνομα. Τότε θα κλείσει ο κύκλος και το μνήμα θα σφραγιστεί. Το ανθρωποφάγο πάρτι θα πάρει τέλος. Η νύχτα με γέννησε κι εκείνη θα με αφανίσει. Είμαι ο τελευταίος που θα κλείσει την πόρτα μα πριν το τέλος πρέπει με κάποιο τρόπο να συμφιλιωθώ. Να μην φύγω πικραμένος οργισμένος και ανειρήνευτος. Δεν είναι εύκολο. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Πάντως θα κάνω μια προσπάθεια.

Έχω τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες. Έχω κλείσει όλους τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Φεύγω ολομόναχος και πλήρης στα πενήντα έξι. Περίπου στην ηλικία των γονιών μου. Μέχρι κι απ’ το γραφείο τελετών πήγα κι κανόνισα για την κηδεία και την ταφή. Δεν υπάρχουν γνωστοί συγγενείς και φίλοι τους είπα. Δεν υπάρχει κανείς. Εσείς πρέπει να συμπληρώσετε το όνομα και τις ημερομηνίες στην ταφόπλακα. Τους πλήρωσα καλά και μέχρι τότε μου υποσχέθηκαν εχεμύθεια. Η απόφασή μου είναι απόλυτα σεβαστή. Τους πίστεψα. Μου φάνηκαν καλοί επαγγελματίες. Έδωσαν και όρκο τιμής. Ήθελαν να μου υπογράψουν και συμφωνητικό μα τους είπα όχι. Δεν χρειαζόταν.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα περπατώ μόνος στην έρημη πόλη. Είναι ήσυχα και όμορφα. Την ώρα αυτή οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι και οι τακτοποιημένοι οικογενειάρχες κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου ψόφιοι από άλλη μια εξοντωτική μέρα. Εγώ δεν έχω ύπνο. Δεν τον χρειάζομαι πια. Τον έχω χάσει εδώ και κάμποσα χρόνια. Ένα ταξί ξεφυτρώνει μπροστά μου από το πουθενά. Ο οδηγός του είναι ένας όμορφος τριαντάρης. Κάθομαι δίπλα του στη θέση του συνοδηγού. Μου χαμογελά και μου φτιάχνει τη διάθεση. Βάζει διπλή ταρίφα και με ρωτάει που πάμε. Στη γέφυρα του απαντώ δίπλα στη θάλασσα και δεν χρειάζεται να βιάζεσαι. Είναι η τελευταία μου βόλτα και την απολαμβάνω καπνίζοντας. Μου το επιτρέπει. Το ραδιόφωνο παίζει ρεμπέτικα και παλιά λαϊκά. Και είμαι με όμορφη παρέα. Με ρωτάει πού πηγαίνω νυχτιάτικα. Να πάρω το καράβι για τον βόρειο πόλο του απαντώ. Στην αρχή δεν καταλαβαίνει και με κοιτάζει περίεργα. Μα γρήγορα σκάει στα γέλια σαν παιδί.

Φτάνουμε στην άκρη της γέφυρας. Κάτω απ’ το πρώτο ποδάρι. Το σκοτάδι είναι απόλυτο. Τον πληρώνω και κατεβαίνω. Μου εύχεται καλό ταξίδι και φεύγει. Μένω μόνος πλάι στη θάλασσα. Φυσάει και κάνει κρύο. Βγάζω το πιστόλι απ’ το μπουφάν και το χαϊδεύω. Το ακουμπώ πάνω στο μάγουλό μου. Το μέταλλό του είναι παγωμένο. Σε λίγο θα με σκοτώσω. Μου περνάει μια τελευταία περίεργη σκέψη απ’ το μυαλό μα την διώχνω. Θέλω να είμαι απόλυτα άδειος. Να μην αισθάνομαι τίποτα. Να μην θυμάμαι τίποτα. Ούτε τα ευχάριστα και τα χιουμοριστικά. Πεθαίνω με ένα μπαμ και μία κραυγή. Ας γελάσω. Τώρα σιωπή.

 

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ


Πάντα προσπαθείς πάντα αποτυγχάνεις δεν έχει σημασία.

Προσπάθησε ξανά απότυχε ξανά απότυχε καλύτερα.

                                              Σάμιουελ Μπέκετ

Σε όλη μου τη ζωή πήγα σε πολλές κηδείες συγγενών συνάδελφων συνοδοιπόρων συμμαθητών γειτόνων. Ερωμένων και αγαπητικών. Εχθρών και φίλων. Γνωστών και αγνώστων. Και πάντα από μικρό παιδί τις παρακολουθούσα με ανάμεικτα συναισθήματα. Στο τέλος κέρδιζε πάντα η χαρά. Ο πόνος  είναι προνόμιο της ύπαρξης. Οι νεκροί δεν υποφέρουν. Αυτό μου αρκούσε για να νιώθω ευτυχισμένος έστω και προσωρινά. Μετά το τέλος της τελετής την απομάκρυνση από την εκκλησία και τον μακάβριο λάκκο εγώ θα συνέχιζα να ζω ενώ εκείνοι θα σάπιζαν και θα έλιωναν μέσα στο υγρό και ανήλιαγο χώμα. Το γεγονός αυτό ήταν μια παρηγοριά που περιόριζε κάπως την λύπη μου για τον πεθαμένο που μόλις είχα ασπαστεί. Έτσι βιαζόμουν να φύγω απ’ το νεκροταφείο μακριά απ’ τους νεκρούς  και ποτέ δεν τους έβλεπα στον ύπνο μου να μου ταράξουν την γαλήνη. Ήθελα να αντικρίσω ξανά τον λαμπερό ήλιο και τον αγριεμένο φέγγαρο. Και τους δύο σε πλήρη έξαψη και στύση φωτός. Μετά από κάθε πένθος ήθελα να ζήσω ακόμη πιο πολύ. 

Τώρα ήρθε και η δική μου σειρά και κάποιοι άλλοι θα είναι χαρούμενοι που με ξεφορτώθηκαν. Έστω και κάπως αργοπορημένα σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία. Έχω καταντήσει ένα αιωνόβιο χούφταλο και σέρνομαι σαν τα ερπετά. Βασανίζομαι και ο θάνατος θα είναι μια λύτρωση. Έτσι το σκέφτομαι για να παρηγορηθώ. Αυτή τη φορά θα είναι μια ξεχωριστή κηδεία διαφορετική από τις προηγούμενες. Η δικιά μου που δεν θα μπορέσω να την παρακολουθήσω με τα μάτια ανοιχτά και κατόπιν να φύγω για να συνεχίσω την ζωή μου. Αυτή τη φορά θα καταλήξω εγώ μέσα στον μεγάλο λάκκο. Τώρα που ο χρόνος μου τέλειωσε και δεν δικαιούμαι άλλη πίστωση κι ακόμα μία παράταση διαπιστώνω ότι λίγες στιγμές θα άξιζε να συμπεριλάβω στο μεγάλο φλας μπακ της ζωής μου. Ίσως μόνο τις πιο χυδαίες και αισθησιακές. Δηλαδή τις πιο αυθεντικές. Εκείνες που εκπροσωπούσαν τον βαθύτερο σάπιο δαίμονα εαυτό μου. Το πραγματικό μου εγώ και όχι τις προσταγές και τις επιθυμίες των άλλων. Δεν έβαλα ποτέ αστυφύλακα στις ορέξεις και τις απολαύσεις μου. Διεκδίκησα μέχρι τέλους το δικαίωμα στην τεμπελιά και στην ηδονή μέσα σε ένα κόσμο σκληρό εκμεταλλευτικό ανθρωποφάγο και άδικο. Κράτησα απ’ όλους ασφαλείς αποστάσεις. Στο μέτρο του δυνατού υπήρξα ηθικός έντιμος και ακέραιος. Κατά τα άλλα δεν έκανα τίποτα το σημαντικό και αξιομνημόνευτο στη ζωή μου για να με θυμούνται και να με μνημονεύουν οι κατοπινές γενιές. Σύντομα θα ξεχαστώ και θα με σκεπάσει η σκόνη του χρόνου. Όμως καθόλου δεν με νοιάζει. Ούτε λυπάμαι που πεθαίνω.

Γενικά με τους ανθρώπους δεν τα πήγα και πολύ καλά. Παρ’ όλο που κάποτε όταν ήμουν νεότερος με κάποιους από αυτούς θέλησα να επικοινωνήσω και να συνδεθώ ουσιαστικά. Να τους γνωρίσω βαθιά και αληθινά κι όχι φευγαλέα και συμφεροντολογικά. Δεν τα κατάφερα. Δεν ήταν ανοιχτοί και διαθέσιμοι. Είχαν βέβαια τους δικούς τους λόγους. Κατά τα άλλα οι υπόλοιποι οι πιο πολλοί ήταν βαρετοί, προβλέψιμοι και αδιάφοροι. Μα και εχθρικοί κακοπροαίρετοι και ύπουλοι. Προσεκτικοί και μετρημένοι. Αγελαίοι και ομογενοποιημένοι. Κουρδισμένοι και πειθαρχημένοι. Έτοιμοι πάντα με την πρώτη ευκαιρία να σε μειώσουν να σε προσβάλλουν και να σε παρεξηγήσουν. Να σου κουνήσουν αυστηρά το δάκτυλο βγαίνοντας κι από πάνω ως αλάνθαστοι και αναμάρτητοι αντί να κοιτάζουν την καμπούρα τους. Δεν μου άρεσαν. Δεν μου ταίριαζαν. Όμως αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Ας το πάρουμε απόφαση και να μην ωραιοποιούμε τα πράγματα. Κρυψίνοες και μυστικοπαθείς. Επιφυλακτικοί και καχύποπτοι. Φοβισμένοι υποκριτές. Μέτριες και χλιαρές υπάρξεις. Διπλές και μισές ζωές γεμάτες μυστικά και ψέματα. Και ευθυνόφοβοι. Αυτοί δεν φταίνε ποτέ και για τίποτα. Και θρασύδειλοι. Μπορεί να γίνουν ακόμα και φονιάδες. Δεν τους εμπιστευόμουν. Τους περιφρονούσα και τους κοίταζα με μισό μάτι. Ελάχιστους από δαύτους σεβόμουν κι εκτιμούσα μα και μ’ αυτούς μακριά κι αγαπημένοι. Τουλάχιστον έτσι κατάφερα να μην τους βλάψω και να μην τους κάνω κακό. Ούτε κι αυτοί εμένα.

Πρέπει να το παραδεχτώ. Γεννήθηκα παράξενος μοναχικός και ξένος. Μονόχνοτος και δύσκολος. Μα δεν φταίω εγώ. Δεν το επέλεξα. Αυτή ήταν η μοίρα μου. Ένας γνήσιος απόγονος της μοναξιασμένης νύχτας. Ο τελευταίος. Τον περισσότερο καιρό έζησα μέσα στη φαντασία μου και στη φυλακή του μυαλού μου παρά έξω στην πραγματικότητα. Μα υπήρξα γενναιόδωρος και φιλότιμος. Όταν έπαιρνα ένα έδινα δέκα. Όσο μπόρεσα βοήθησα. Εκεί που άξιζε. Εκεί που έπρεπε. Τα αδύναμα πλάσματα και τους συφοριασμένους. Όσους μου έμοιαζαν από οίκτο και λύπηση. Ήμουν πάντα με τους αδύναμους και ταλαίπωρους μοναχικούς έστω και νοερά. Μόνο με το μυαλό και την καρδιά. Κι έδιωχνα αμέσως από κοντά μου τους αγνώμονες και αχάριστους παρτάκηδες. Τους μυριζόμουν από μακριά. Ειδικά τους κουτοπόνηρους. Δεν τους χαρίστηκα. Καθένας για την πάρτη του και όλοι για κανέναν. Ξαφνιάζονταν και μετά απορούσαν για το πώς και το γιατί. Τόσο τους έκοβε. Ήταν να τους λυπάσαι και να γελάς με το χάλι τους. Σε έπιανε κλαυσίγελος. Έτσι κι αλλιώς όπως στρώσεις θα κοιμηθείς. Αυτός είναι απαράβατος νόμος της ζωής.

Κι όμως με τούτα και με κείνα άντεξα και την έβγαλα καθαρή. Δεν κατάφεραν να με ξεφορτωθούν έτσι εύκολα τα καθάρματα. Δεν τους έκανα το χατίρι ούτε μουρλάθηκα. Κοίτα τον κακομοίρη να πούνε. Σε όλη μου τη ζωή υπήρξα ένας αποστάτης. Ενώ ανήκα στους χόμο σάπιενς που βαυκαλίζονται τους σοφούς ανθρώπους εγώ ήμουν ένας άτριχος πίθηκος που έζησε σαν γάτος έξω από κοπάδια και αγέλες και ψόφησε σαν σκύλος πεταμένος σε ένα χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Έτσι έζησα έξω απ’ το κοπάδι μα δεν με έφαγαν οι λύκοι. Μόνος με τον εαυτό μου και σε πλήρη συμφιλίωση. Τον γνώρισα τον κατάλαβα τον βελτίωσα τον ολοκλήρωσα τον συμπόνεσα και τον αγάπησα πολύ. Απέναντί του υπήρξα αυθεντικός ειλικρινής και τίμιος. Τον χόρτασα ηδονή απόλαυση και ικανοποίηση. Ποτέ δεν τον πρόδωσα. Και διατήρησα την παιδικότητά μου.  Και καθυπόταξα το κτήνος μέσα μου με χίλιους τρόπους. Εξολόθρευσα τον ρατσιστή και τον φασίστα. Δεν πίστεψα σε θεούς και δαίμονες και άλλες μεταφυσικές παρηγοριές και παυσίλυπα θανάτου.

Μα πιο πολύ αγάπησα και θαύμασα τα αθώα και αξιοπρεπή ζώα. Τις γάτες κυρίως που μου δίδαξαν σοφά και διακριτικά πώς πρέπει να ζω και πώς να πεθαίνω αθόρυβα και γι’ αυτό τους είμαι ευγνώμων. Δεν υπήρξα ποτέ ταπεινός και δούλος. Έζησα ελεύθερος και μόνος. Φεύγω ευχαριστημένος για το μεγάλο τίποτα. Έκανα ότι μπορούσα. Παράπονο ουδέν. Αν και πλέον τίποτα από όλα αυτά δεν έχουν σημασία και κανέναν δεν νοιάζουν. Ίσως και να είμαι ήδη νεκρός. Πάντως στην επόμενη ζωή θα προσπαθήσω περισσότερο και ίσως να τα καταφέρω καλύτερα. 

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ

Ούτε μια βδομάδα δεν είχαμε στην καινούργια πόλη. Τόσο φρέσκοι ήμασταν. Αρχές φθινοπώρου φτάσαμε λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία. Ο πατέρας μετά την πρόσφατη προαγωγή του σε συνταγματάρχη είχε πάρει πάλι μετάθεση. Αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού μας υπενθύμιζε συχνά. Η καριέρα οι τιμές και τα γαλόνια επιβάλουν κόπους και θυσίες προσωπικές και οικογενειακές. Φυσικά αυτός μόνος του αποφάσιζε για όλους μας χωρίς καν να μας ρωτήσει. Ήταν ο αρχηγός της φαμίλιας και σε κανέναν άλλο δεν έπεφτε λόγος. Η δύστυχη μητέρα απλά συμφωνούσε και εκτελούσε πειθήνια τις προσταγές του αφέντη. Σιωπηλή πάντα και μελαγχολική κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι. Αν τόλμαγε ας έκανε κι αλλιώς. Εμένα ούτε καν με ρωτούσαν. Τα μάθαινα όλα την τελευταία στιγμή. Έτσι συνήθισα να μην ξέρω τι θα μου ξημερώσει αύριο. Κι έπρεπε πάντα να είμαι προετοιμασμένος για τα χειρότερα διατηρώντας ακέραιη την ψυχραιμία και την αδιαφορία μου. Σίγουρα δεν μου ‘πεφτε λόγος μα αυτή τη φορά τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και έγκαιρα. Αρχές καλοκαιριού έγιναν οι κρίσεις των ανωτέρων αξιωματικών και πήρε την προαγωγή κατ’ επιλογή. Ο ίδιος μας το ανακοίνωσε με κάθε επισημότητα στο μεσημεριανό τραπέζι την ώρα που τρώγαμε. Ήταν πολύ χαρούμενος περιμένοντας και μια ευμενή μετάθεση.

Το ίδιο βράδυ βγήκαμε έξω οικογενειακώς να το γιορτάσουμε. Μαζί μας ήρθε να ευχηθεί και ο αδερφός του τρία χρόνια μικρότερος που κατά τα λεγόμενά του στεναχωριόταν πολύ αφού για άλλη μια φορά υπηρεσιακοί λόγοι θα τους χώριζαν και θα τους κρατούσαν μακριά έστω και προσωρινά. Τα δύο αδέρφια ήταν πολύ αγαπημένα. Όμως κατά καιρούς οι επαγγελματικές τους υποχρεώσεις στέκονταν εμπόδιο ανάμεσά τους και κάθε τόσο τους χώριζαν. Πάντα για λίγο βέβαια. Εκείνη την περίοδο ο θείος ήταν ανώτερος δικαστικός λειτουργός στην εισαγγελία πρωτοδικών της πρωτεύουσας και με υπερβολικό φόρτο εργασίας. Ανύπαντρος και αφοσιωμένος στα υπηρεσιακά του καθήκοντα μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός του όπως τόνιζε εμφατικά. Το δίκαιο είναι το θεμέλιο της κοινωνίας και η δικαιοσύνη αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο των αδυνάμων και των κατατρεγμένων. Από αυτήν περιμένουν μια σανίδα σωτηρίας μικρέ μου ‘λέγε με στόμφο και ύφος διδακτικό όπως και διάφορα άλλα τσιτάτα που η μνήμη του ανέσυρε απ’ τα χρόνια της εκπαίδευσής του στη μεγάλη σχολή των δικαστών. Κάθε φορά τα άκουγα αδιαμαρτύρητα προσπαθώντας να κρύψω καλά την αηδία μου και να μην αντιμιλήσω και τον προσβάλω και φάω και κάνα φούσκο απ’ τον πατέρα που καθόταν πάντοτε δίπλα μου για να με επιτηρεί και να με επιβλέπει. Ακόμα και σε γιορτάσι δεν το ‘χε σε τίποτα να μου την αστράψει μέσα στον κόσμο και να με κάνει ρεζίλι. Ίσως γι’ αυτό όποτε θυμόντουσαν την παρουσία μου και μου απευθύνανε το λόγο η μητέρα με κοιτούσε με σφιγμένα χείλη και την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια. Πλέον όμως είχα πάρει τα μαθήματά μου και διατηρούσα ευπρεπώς την ολύμπια αταραξία μου. Δίκιο έχετε απαντούσα στερεότυπα και μονολεκτικά με τον δέοντα σεβασμό και στο πρόσωπό μου σχηματιζόταν ένα ηλίθιο χαμόγελο συγκατάνευσης μα και καλά κρυμμένης ειρωνείας. Αν και μόλις είχα πατήσει τα δώδεκα πλέον είχα μάθει να επιβιώνω μέσα σ’ αυτό το άκρως συντηρητικό τοξικό και μουχλιασμένο περιβάλλον. Έτσι η μπόρα περνούσε κι επέστρεφα στην αγαπημένη μου μοναξιά. Ηρεμούσε και η καημένη η μητέρα.

Τα δυο αδέρφια μοιάζανε πολύ μεταξύ τους όχι μόνο εμφανισιακά αλλά και στον χαρακτήρα. Είχαν λάβει την ίδια αυστηρή ανατροφή από την υπερσυντηρητική και ακροδεξιών πεποιθήσεων ξακουστή οικογένειά τους. Ο πατέρας τους μάλιστα ήταν μεγαλοδικηγόρος περιωπής που δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω αλλά με καμάρι φέρω το όνομά του. Για ένα φεγγάρι είχε διατελέσει και υπουργός της τελευταίας χουντικής διακυβέρνησης της χώρας. Από τότε βέβαια τα πράγματα άλλαξαν. Η χώρα μπήκε στη δημοκρατική ομαλότητα μα ο παππούς μου διατήρησε κάποιες χρήσιμες γνωριμίες απ’ το ένδοξο παρελθόν του. Και φυσικά τα παιδιά του ακολούθησαν τον δικό του πλατύ και σίγουρο ασφαλτοστρωμένο δρόμο της τάξης και της ασφάλειας. Ο ένας σε στρατιωτική σχολή και ο άλλος στο σώμα των δικαστών. Και μετά την επιτυχή αφυπηρέτησή τους με δόξες παράσημα και τιμές φτάνοντας στα ανώτατα αξιώματα των κλάδων τους θα τους περίμενε σίγουρα μια δεύτερη λαμπρή καριέρα σε κάποιο εθνικόφρων και πατριωτικό κόμμα εξουσίας καταλαμβάνοντας βουλευτικούς και υπουργικούς θώκους. Είχε μεγάλα σχέδια ο παππούς για τους γιους του. Έκανε όνειρα μα δεν πρόλαβε να τα δει να πραγματοποιούνται γιατί πέθανε ξαφνικά με δόξα και τιμή από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο την μέρα ακριβώς που έμπαινε ο καινούργιος αιώνας και η τρίτη χιλιετία ανήμερα πρωτοχρονιάς που θα γιόρταζε την ονομαστική του εορτή στα ογδόντα του. Τα κακάρωσε προτού προλάβει να δεχτεί από συγγενείς και φίλους ευχές για υγεία ευτυχία μακροημέρευση και να τα εκατοστίσει ή να τα χιλιάσει καλύτερα και όσα άλλα συνήθως λέγονται σε ανάλογες περιστάσεις. Έτσι ο παππούς πήγε στον ουρανό να συναντήσει την αγαπημένη του σύζυγο που είχε πεθάνει δυο χρόνια νωρίτερα δίχως να με γνωρίσει να με αγκαλιάσει και να με φιλήσει ως διάδοχο και συνεχιστή του ένδοξου γένους. Ήρθα στη ζωή την ώρα ακριβώς που ο γέρος έφευγε. Ήμουν και σαββατογεννημένος.      

Από όλους το γεγονός θεωρήθηκε σημαδιακό. Τόσες μαζεμένες συμπτώσεις δεν μπορεί να ‘ναι τυχαίες και σίγουρα κάτι σημαίνουν. Εξαρχής ήμουν προορισμένος για μεγάλα πράγματα. Από πολύ νωρίς έπρεπε να σκεφτώ σοβαρά για το μέλλον μου. Στους αδύναμους ώμους μου κουβαλούσα μεγάλη ευθύνη απέναντι στην οικογένειά μου την πατρίδα μου αλλά και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Όμως το βάρος ήταν δυσβάσταχτο. Δεν το άντεχα. Έτσι αποφάσισα κάπως διαφορετικά. Ένα βράδυ που όλοι είχαν πέσει για ύπνο πήρα το υπηρεσιακό πιστόλι του πατέρα και το άδειασα πάνω τους. Ήταν το τέλος του παιχνιδιού. Τα τρία κορμιά γέμισαν κουμπότρυπες μα δεν κατάλαβαν τίποτα. Όλα έγιναν γρήγορα και εξ επαφής. Μετά φόρεσα την στολή του κύριου συνταγματάρχη με τα χρυσά γαλόνια και τα παράσημα στο στήθος και βγήκα έξω στην όμορφη νύχτα. Μου πήγαινε κάπως μεγάλη και το πηλίκιο μου ‘πεφτε μπροστά στα μάτια. Η εμφάνισή μου ίσως να ήταν λίγο κωμική μα κάποιοι περαστικοί στο δρόμο με χαιρετούσαν με μεγάλο και ειλικρινή σεβασμό. Ίσως και με κάποιο φόβο αφού κρατούσα ακόμα στο χέρι το ένδοξο και μπαρουτοκαπνισμένο όπλο του πατέρα που δεν φαινόταν και τόσο ψεύτικο.      

 

Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης.

                                       Γιάννης Ρίτσος

Ο χαμός ενός νέου ανθρώπου είναι άδικος τραγικός και παράλογος. Αποτελεί ύβρη υπεροψία και μέθη. Όχι πλέον ενός αλαζονικού και χυδαίου θεού αλλά του πωρωμένου εξουσιαστή. Του πειθήνιου οργάνου της τάξης και της ασφάλειας. Του άβουλου και φοβισμένου μέσου ανθρωπάκου. Μέχρι να έρθει και η δικιά τους σειρά. Βλέπεις οι νέοι πολλές φορές είναι απρόσεκτοι και ζουν επικίνδυνα διψώντας για περιπέτειες αντιστάσεις και ανατροπές. Μα έχουν και ευαισθησίες ανώτερες αξίες και ιδανικά. Και οραματίζονται καλύτερους κόσμους. Πιο δίκαιους και  πιο ανθρώπινους. Δεν τους αρέσει η κοινωνία που μεγαλώνουν. Δεν τους χωράει. Τους πνίγει και θέλουν να την αλλάξουν. Μονομιάς κι αμέσως. Εδώ και τώρα. Είναι βιαστικοί παράφοροι  και ορμητικοί. Γι’ αυτό και κάποιες φορές μέσα στην παραζάλη τον οίστρο και την έξαψη της στιγμής σωριάζονται ευτυχισμένοι καταγής. Και πίσω μένει πάντα μια χαροκαμένη μάνα  να θρηνεί και να μονολογεί πάνω απ’ το άψυχο κορμί. Τη ζεστή ακόμα και όμορφη νεανική σάρκα. Το υγρό και παγερό μνήμα. Για μια ολόκληρη ζωή.

Πρόκειται για την αιώνια επιστροφή της αρχαίας τραγωδίας. Το ηδονικό ξύσιμο της παλιάς ανεπούλωτης πληγής της μαυροφορεμένης γυναίκας που μοιρολογεί τον αφανισμό του αγαπημένου της άντρα. Πατέρα αδερφού εραστή συζύγου και γιου. Ειδικά του τελευταίου. Του πιο αθώου και πιο όμορφου. Εκείνου που έβγαλε μέσα από τη μήτρα και τα σπλάχνα της. Μέσα απ’ την καρδιά της. Κομμάτι από τη σάρκα και την ψυχή της ήταν. Κι αυτός ο ακρωτηριασμός πονάει πιο πολύ. Ο κόσμος δεν πρόκειται να αλλάξει. Οι νέοι και οι όμορφοι θα συνεχίσουν να σκοτώνονται άσκοπα και άδικα. Ο χορός των γυναικών θα φοράει πάντα μαύρα. Και ο θρήνος της μάνας δεν πρόκειται να πάψει ποτέ. Τραβώντας τα μαλλιά της μέχρι να τα ξεριζώσει.

 

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2025

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Η βάρδια μου ως νοσηλευτής υπηρεσίας κυλούσε ομαλά και χωρίς απρόοπτα. Απόψε το νοσοκομείο δεν διανυκτέρευε και υπήρχε σχετική ηρεμία. Τουλάχιστον δεν υπήρχαν έκτακτα περιστατικά και κατ’ επείγουσες εισαγωγές ασθενών. Η ώρα ήταν δώδεκα ακριβώς και είχα ήδη περάσει μια φορά απ’ τους θαλάμους των ασθενών για τον τυπικό έλεγχο ρουτίνας. Όλα δούλευαν ρολόι.

Περπατούσα στον διάδρομο της κλινικής όταν ξαφνικά από κάποιον θάλαμο στο βάθος ακούστηκαν  φωνές και κακό. Χαλασμός κυρίου. Ταρακουνήθηκε το σύμπαν ολόκληρο. Έτρεξα αναστατωμένος να δω τι συμβαίνει. Στο δεκαεπτά δυο γυναίκες σε έξαλλη κατάσταση χειρονομούσαν και έβριζαν έναν ηλικιωμένο ασθενή που βρισκότανε εδώ και τρεις μέρες σε κώμα. Ευτυχώς τα άλλα τρία κρεβάτια ήταν άδεια. Σκατόψυχε. Εδώ θα πληρώσεις όλες τις αμαρτίες και τα κρίματά σου. Ήρθε η ώρα σου. Τώρα δεν πρόκειται να την γλυτώσεις. Τέτοια του λέγανε του ετοιμοθάνατου κι έβγαζαν αφρούς απ’ το στόμα. Δίπλα τους μια άλλη γυναίκα που φρόντιζε τον γέρο έκλαιγε τρομαγμένη. Προσπάθησα να της ηρεμήσω μα εκείνες ήταν έξαλλες δεν σταματούσαν με τίποτα. Είχαν πάθει αμόκ. Ένας άνθρωπος πεθαίνει. Είναι οι τελευταίες του στιγμές. Όποιος και να ‘ταν. Ότι και να ‘κανε. Ντροπή. Μέχρι που τις απείλησα ότι θα φωνάξω την ασφάλεια του νοσοκομείου. Μα αυτές συνέχιζαν το βιολί τους. Μόνο όταν κουράστηκαν του ‘ριξαν μια τελευταία μούτζα και αποχώρησαν ξαλαφρωμένες. Τουλάχιστον δεν προσπάθησαν να τον χτυπήσουν.

Όταν συνήλθε η γυναίκα που φρόντιζε τον ηλικιωμένο μου εξήγησε τα καθέκαστα. Εκείνες οι δύο ήταν η κόρη και η εγγονή του. Εδώ και χρόνια ήταν τσακωμένοι και δεν μιλούσαν. Εκείνος δεν είχε επαφές με κανέναν συγγενή του. Όλοι τον είχαν κάνει πέρα. Τα τελευταία δέκα χρόνια αρρώστησε σοβαρά. Πάλευε με τον καρκίνο. Τώρα είχε κάνει μετάσταση στα κόκαλα και βρισκόταν στο τελικό στάδιο. Προχτές έπεσε σε κώμα και τώρα κρατιέται στη ζωή με μάσκες και σωληνάκια. Παρόλα αυτά έφτασε τα ενενήντα. Η γυναίκα δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνηση και τη θλίψη της. Μάλλον θα είναι και η μοναδική που θα τον κλάψει στην εκκλησία πάνω από το φέρετρο. Όταν του φορέσουν το ξύλινο παλτό και τον στολίσουν με λουλούδια και άνθη. Κανένας άλλος δεν πρόκειται να στεναχωρηθεί απ’ τον χαμό του. Έτσι κι αλλιώς την έζησε τη ζωή του.

Πριν βγω απ’ τον θάλαμο του έριξα μια τελευταία επαγγελματική ματιά. Ο ορός έπεφτε κανονικά και κείνος ανάσαινε βαριά και ακανόνιστα. Δεν γνώριζα με βεβαιότητα αν ο ασθενής άκουσε προηγουμένως τον εξάψαλμο. Όμως μου φάνηκε ότι χαμογελούσε. Τουλάχιστον είχε κρατήσει την ψυχραιμία του. Δεν άνοιξε τα μάτια ούτε σηκώθηκε όρθιος για να ανταποδώσει στα ίσα τα βρισίδια και τα φάσκελα. Να ρίξει και κάνα χαστούκι.