Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

ΚΡΥΟ ΠΙΑΤΟ (ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ)

Καθόμουν στην άκρη της μπάρας και έπινα ήσυχα το ποτό μου. Από τα ηχεία έβγαινε απαλή μουσική τζαζ. Όλη μέρα δεν είχα βάλει μπουκιά στο στόμα μου. Για να μη με κόψει είχα πάρει ένα κρύο πιάτο και τσιμπούσα. Ήταν η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού. Έτσι μου είπαν καμαρώνοντας. Καναπέ γαρίδας με μπρικ και πικάντικη μαγιονέζα. Δεν ήταν άσχημο. Κάτι έλεγε. Παρόλο που δεν συνηθίζω να μπαίνω σε μπιστρό πολυτελείας και να δοκιμάζω τα γκουρμέ των σπουδαγμένων σεφ τους. Οι τιμές είναι τσουχτερές για την τσέπη μου και το περιβάλλον κάπως δήθεν για τα γούστα μου. Κι οι θαμώνες καλοντυμένες και αρωματισμένες χαζόφατσες. Ρομαντικές ψυχές με στιλ και κουραφέξαλα. Δεν έχουν πολλά να μου πουν. Εδώ μέσα νιώθω σαν το ψάρι έξω απ’ τα νερά του. Κάπως άβολα και αμήχανα. Σαν να είναι όλα τα μάτια στραμμένα πάνω μου και με παρακολουθούν.

Τουλάχιστον ο νεαρός πίσω από την μπάρα με το λευκό πουκάμισο και το κόκκινο γιλέκο φαίνεται πιο ευγενικός και δείχνει κατανόηση. Όποτε τα βλέμματα μας διασταυρώνονται μου χαμογελά κι εγώ του ανταποδίδω. Χωρίς να το θέλει αυτός είναι η αιτία του κακού που με τράβηξε μέσα στο μαγαζί σαν τον μαγνήτη. Μια ξαφνική παρόρμηση που δεν μπόρεσα να ελέγξω. Όμως η ομορφιά του με ξεκουράζει και με κάνει να ονειροπολώ. Επιπλέον φαίνεται καλό παιδί. Κι ας μην έχουμε συστηθεί ακόμα. Κι ας μην έχουμε ανταλλάξει δυο κουβέντες πέρα απ’ τις απόλυτα απαραίτητες. Τις καθαρά τυπικές και επαγγελματικές. Δεν έχει σημασία. Πλέον δεν έχω υπερβολικές απαιτήσεις απ’ τους άλλους ούτε τρέφω μεγάλες ελπίδες για τίποτα. Τα αφήνω όλα στην τύχη και όπως τα φέρει η ζωή. Παρασύρομαι μέσα στο ορμητικό της ποτάμι χωρίς να φέρνω αντίσταση. Ξέμαθα να κολυμπώ. Μόνο προσέχω να μην βουλιάξω. Να μην πάω στον πάτο και πνιγώ.

Τότε την είδα ξαφνικά να έρχεται σαν σίφουνας κατά πάνω μου. Ήταν μελαχρινή αέρινη και ευδιάθετη. Φορούσε ένα πράσινο φουστάνι και μου χαμογελούσε. Με ρώτησε γιατί κάθομαι μόνος μου και είμαι τόσο μελαγχολικός. Της είπα πως δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Δυστυχώς έτσι γεννήθηκα. Λυπημένος και μοναχικός. Αυτή είναι η φτιαξιά μου. Δεν φταίω εγώ. Μην χάνεις το ηθικό σου. Όλα διορθώνονται μου είπε. Ήταν αισιόδοξη κι έλαμπε από νιάτα και ομορφιά. Ποιος ξέρει γιατί είχε αφήσει την παρέα της στο τραπέζι κι ασχολιόταν μαζί μου. Μάλλον ήταν κυνηγός κεφαλών κι εγώ ένα υποψήφιο θύμα. Συστηθήκαμε με χειραψία. Πρόσεξε ότι τέλειωνε το ποτό μου και προσφέρθηκε να με κεράσει άλλο ένα. Δεν αρνήθηκα. Παράγγειλε και δικό της. Φώναξε τον μπάρμαν με το μικρό του όνομα. Ήταν ο μικρότερος αδερφός της μου είπε. Έμοιαζαν κάπως. Είχαν και οι δύο χαρούμενα και φωτεινά πρόσωπα. Δώσαμε και με κείνον τα χέρια μα δεν κάθισε μαζί μας. Είχε πολύ δουλειά κι έπρεπε να γυρίσει γρήγορα στο πόστο του. Να φτιάξει ποτά και να σερβίρει κρύα πιάτα στις ρομαντικές ψυχές του μαγαζιού. Δούλευε κι αυτή εδώ μα πρωινή βάρδια. Αύριο είχε ρεπό κι απόψε μπορούσε να το ρίξει λίγο έξω. Την φώναζαν οι φίλοι της να πάει κοντά τους μα κείνη τους αγνοούσε. Έκανε πως δεν άκουγε.

Κάτσε της είπα και της έδειξα το σκαμπό δίπλα μου. Τσίμπα αν θες κι απ’ το πάτο. Πήρε το πιρούνι μου και δοκίμασε. Με ρώτησε αν μου άρεσε. Ναι ωραίο ήταν της είπα. Πολύ νόστιμο. Εκείνη το είχε φτιάξει. Είχε σπουδάσει μαγειρική και δούλευε στην κουζίνα του μαγαζιού. Εγώ εκείνη την περίοδο δούλευα σε γραφείο τελετών. Είμαι κοράκι της είπα και γελάσαμε ταυτόχρονα. Της έδωσα και την κάρτα μου που έγραφε και το κινητό μου. Αχρείαστη να ‘ναι παρόλο που δεν είναι προληπτική. Μου υποσχέθηκε ότι αύριο κιόλας θα με έπαιρνε τηλέφωνο να πάμε για καφέ. Τώρα έπρεπε να επιστρέψει στην παρέα της. Την φωνάζουν την ψάχνουν και την αναζητούν εναγωνίως. Προσπάθησε να σηκωθεί μα την σταμάτησα πιάνοντας το χέρι της. Την κοίταξα στα μάτια έντονα και βαθιά. Εδώ κοντά μένω της είπα. Πάμε τώρα. Μην αργούμε. Μην το καθυστερούμε. Είναι η γνωριμία της μιας βραδιάς και το ζήτημα επείγει. Μην το αναβάλλουμε. Δεν θα προλάβουμε. Με κοίταξε διστακτικά. Δεν ήξερα τι έλεγε το ένστικτό της. Αν έπρεπε να με εμπιστευτεί ή όχι. Μάλλον ήθελε μα δεν μπορούσε απόψε. Την περίμεναν οι φίλοι της. Δεν επέμεινα περισσότερο ούτε μ’ αρέσει και να παρακαλώ. Κάνε ότι νομίζεις της είπα και την άφησα να γυρίσει στο τραπέζι της. Πλήρωσα τον  νεαρό μπάρμαν αφήνοντας τα ρέστα δικά του κι έφυγα.     

Την άλλη μέρα το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο από άγνωστο νούμερο. Ήμουν στη δουλειά. Άκουσα μια κλαμένη γυναικεία φωνή. Για άλλη μια φορά η μοίρα της είχε χτυπήσει την πόρτα κι έπρεπε να αντέξει. Η κόρη της είχε τρακάρει τα ξημερώματα και σκοτώθηκε ακαριαία. Και ήταν τόσο νέα και γεμάτη από ζωή. Είχε βρει την κάρτα μου πάνω της. Ήμασταν φίλοι παραδέχτηκα. Ναι την γνώριζα. Ήθελε να αναλάβω εγώ την κηδεία της. Να πάω στο νεκροτομείο και να παραλάβω το πτώμα της. Είχε τελειώσει η έρευνα των αρχών. Εκεί ήταν κι εκείνη και θα με περίμενε μαζί με τον γιο της. Ήθελε να την θάψουν με το πράσινο φουστάνι που φορούσε την χτεσινή νύχτα. Ήταν το αγαπημένο της και είχε μείνει άθικτο από το τροχαίο. Όπως και εκείνη. Και χαμογελαστή.  

Δέχτηκα αμέσως την δουλειά χωρίς δεύτερη κουβέντα. Πλέον δεν έπρεπε να ανησυχεί για τίποτα. Ούτε για το οικονομικό. Θα αναλάμβανα προσωπικά την υπόθεση της είπα. Όχι πάντως χωρίς κάποια ιδιοτέλεια. Είχαμε αφήσει κάτι στη μέση οι δυο μας. Μια εκκρεμότητα. Δεν προλάβαμε. Της το είχα πει μα δεν μ’ άκουσε. Δεν έχουμε άπειρο χρόνο μπροστά μας. Τώρα έπρεπε να πάρω μόνος μου τις κρίσιμες αποφάσεις. Δεν έχω βέβαια ηθικές αναστολές εφόσον δεν βλάπτω κάποιο άλλο πλάσμα. Και ούτε είμαι συστηματικός νεκρόφιλος. Δεν ταιριάζει στη φύση και στον χαρακτήρα μου. Μα ίσως θα ‘πρεπε να ολοκληρωθεί η σχέση μας έστω και κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες. Έστω κι αν εκείνη είναι πια παγωμένη. Πρώτα όμως έπρεπε να το σκεφτώ πολύ καλά.

Την επομένη έγινε η κηδεία και αργότερα το μνημόσυνο. Συλλυπήθηκα τη μητέρα και τον αδερφό. Να ζήσουν να την θυμούνται. Ήταν καλή κοπέλα. Μέσα στον πόνο τους μου φάνηκαν περήφανοι και αξιοπρεπείς. Μετά από καιρό ξαναπέρασα απ’ το μπιστρό μα δεν είδα μέσα τον νεαρό μπάρμαν. Στη θέση του ήταν ένας καραφλός μεσήλικας που φορούσε κι αυτός λευκό πουκάμισο και κόκκινο γιλέκο φτιάχνοντας ποτά και δίνοντας κρύα πιάτα στις ρομαντικές ψυχές του μαγαζιού. Τον ρώτησα για το παιδί και μου είπε ότι μετά τον θάνατο της αδερφής του είχε σταματήσει πια να δουλεύει εκεί. 

 

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Ο ΜΠΙΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΠΗ

Το αποφάσισα τελευταία στιγμή. Πήγα έστω και απροειδοποίητα. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν έκανα για να τους προετοιμάσω και να τους ζητήσω την άδεια. Αν μπορούν και θέλουν να με δεχτούν στο σπιτικό τους. Ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα μεσοβδόμαδα και η επίσκεψη άτυπη δίχως κουστούμι και γραβάτα. Φορούσα τα καθημερινά μου και δεν κρατούσα κάποιο δώρο στα χέρια. Χτύπησα κατά τις οκτώ το κουδούνι ακούγοντας από μέσα τα γαβγίσματα κάποιου εκνευριστικού κοπρόσκυλου. Την πόρτα άνοιξε η αδερφή μου κι έμεινε στήλη άλατος. Δεν με περίμενε. Ξαφνιάστηκε μα δεν κατάλαβα αν χάρηκε ή όχι που με έβλεπε μετά από τόσο καιρό. Πάντως δεν ξίνισε και τα μούτρα της. Δίπλα της το άσπρο κατσαρομάλλικο τετράποδο με κοίταζε καχύποπτα και μοχθηρά. Γρύλιζε μα δεν τόλμησε να ορμίσει. Μονάχα μύρισε τα πόδια μου. Ήμουν σε επιφυλακή και έτοιμος για όλα. Αν τολμούσε να με δαγκώσει θα ‘τρωγε μια ξεγυρισμένη κλοτσιά που θα ‘ταν όλη δική του.   

Ο γαμπρός μου έβλεπε μπάσκετ στην τηλεόραση της κουζίνας και χαλάρωνε ύστερα από άλλη μία κουραστική μέρα στη δουλειά. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και με υποδέχτηκε κεφάτος και χαμογελαστός. Ήταν πολύ εγκάρδιος χτυπώντας με φιλικά στην πλάτη. Πάλι καλά. Περίμενα καμιά σβουριχτή καρπαζιά στο σβέρκο. Το συνήθιζε πολύ παλιότερα όταν είχαμε μεγαλύτερες οικειότητες και πάρε δώσε. Γεια σου κουνιαδάκι μου. Καλώστονε κι ας άργησε. Τελικά μας θυμήθηκες μετά από τόσα παρακάλια. Πάπη βάλε μας κάτι να πιούμε. Έδωσε την εντολή στη γυναίκα του και με ρώτησε τι κάνω και πώς τα περνάω. Πού χάθηκα τόσο καιρό. Σαν να με κατάπιε η γη. Όλα καλά και ανθηρά του είπα δίχως να μπω σε λεπτομέρειες. Τελικά το σκυλάκι τους με συμπάθησε και αποδείχτηκε δραστήριο και αθλητικό. Συνέχεια πήγαινε πέρα δώθε με ένα κίτρινο μπαλάκι του τένις στο στόμα. Του το πετάγαμε μακριά κι εκείνο το κυνηγούσε το έπιανε και μας το ‘φερνε στα πόδια μας και πάλι απ’ την αρχή το ίδιο βιολί. Μέχρι που κουράστηκε είπιε λίγο νερό και ξάπλωσε φαρδύ πλατύ στο πάτωμα.

Είχε την πλάκα του. Για κάμποση ώρα ασχοληθήκαμε μαζί του. Μούκη την λένε και είναι θυληκό πέντε χρονών με ενημέρωσε η αδερφή μου. Μετά από λίγο επικράτησε μια ενοχλητική και αμήχανη σιωπή. Ξαφνικά ο γαμπρούλης μου θυμήθηκε και ξεφούρνισε ένα άσχετο σόκιν ανέκδοτο. Όμως γέλασε μόνος του. Η αδερφή μου τον κοίταξε περίεργα κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι και σφίγγοντας τα χείλη μα δεν το σχολίασε. Εγώ για να τον σιγοντάρω απλά χαμογέλασα. Ρε τον μπίμπη. Πάντα ευτράπελος και καλαμπουριτζής. Τους ρώτησα για τα παιδιά. Έλειπαν. Ήταν στο φροντιστήριο. Όμως είχαν θυμώσει με το αστείο που τους έκανα τις προάλλες στην πλατεία που συναντηθήκαμε τυχαία για την δήθεν οικογένειά μου και μου κρατούσαν μούτρα. Δεν ήθελαν να με ξαναδούν στα μάτια τους μα σύντομα θα τους περνούσε. Έτσι είναι οι έφηβοι σήμερα. Δεν σηκώνουν τέτοια χωρατά και πλάκες. Είναι σοβαρά και συνεσταλμένα μα κατά βάθος καλά παιδιά. Και σε μια συναισθηματικά κρίσιμη ηλικία. Η μάνα τους προσπαθούσε να τα δικαιολογήσει.

Ο μπίμπης και η πάπη λοιπόν. Έτσι φωνάζονταν χαϊδευτικά στην αρχή της γνωριμίας τους όταν ήταν ερωτευμένοι και μέσα στα μέλια. Φαίνεται ότι ακόμα αγαπιούνται μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια γάμο. Και στέκονται καλά στα πόδια τους χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας. Τους ζήλευα και τους θαύμαζα. Για μεσήλικες είναι όμορφοι ακόμα και ερωτεύσιμοι. Μεγαλώνουν γλυκά. Τότε δούλευαν στην ίδια εταιρεία. Αυτή γραμματέας κι εκείνος ένα μεσαίο στέλεχος επιχειρήσεων που είχε μπροστά του μια λαμπρή και αξιοθαύμαστη καριέρα όπως αποδείχτηκε. Ένα χρυσό αγόρι και σώγαμπρος σε τιμή ευκαιρίας. Τον συμπαθούσε πολύ και η μητέρα. Τώρα έχει γίνει διευθυντής μεγάλος και τρανός με παχουλό μισθό και μπόλικα μπόνους κι η αδερφή μου μια απλή νοικοκυρά που του μεγαλώνει τα ατίθασα δίδυμα. Μεγαλοπιάστηκαν μα δεν άλλαξαν σπίτι. Απλά το ανακαίνισαν πολυτελώς.    

Δεν είχαν τίποτα πρόχειρο να τσιμπήσουμε και παράγγειλαν απ’ έξω σουβλάκια. Ήταν πολύ νόστιμα μαλακά και καλοψημένα. Τα χλαπάκιασα παραβλέποντας προσωρινά τις χορτοφαγικές μου ευαισθησίες. Για την περίσταση άνοιξαν και ένα κόκκινο εμφιαλωμένο κρασί πολλών αστέρων. Για να με ευχαριστήσουν. Τρώγαμε και πίναμε με όρεξη. Είπαμε λίγες βαριεστημένες κουβέντες για τα πολιτικά και την ακρίβεια της αγοράς μα γρήγορα η συζήτηση πήρε άσχημη τροπή τουλάχιστον για μένα. Τα αίματα άναψαν. Η αδερφή μου έκανε πρώτη την επίθεση. Φαίνεται ότι από καιρό μου τα είχε μαζεμένα και καλά φυλαγμένα. Σε γενικές γραμμές είπε ότι κοιτάζω μόνο τον εαυτούλη μου και δεν ενδιαφέρομαι για κανέναν άλλο. Αν ζουν ή αν πεθαίνουν. Είμαι παρτάκιας και καλοπερασάκιας. Δουλεύω στη χάση και στη φέξη. Ζω επικίνδυνα. Διάφοροι καλοθελητές τους φέρνουν τα νέα για τον βίο και την πολιτεία μου. Έχω καταντήσει ρεμάλι και ρεζίλης των σκυλιών. Ούτε καν για την μητέρα νοιάστηκα τόσα χρόνια. Με τον καημό μου έφυγε. Ούτε στην κηδεία της δεν πήγα.

Ο γαμπρός μου συμφωνούσε κουνώντας το κεφάλι του. Μου είχε προτείνει να με βολέψει σε μια θεσούλα στην εταιρεία του μα εγώ είμαι μπούφος και κουφιοκεφαλάκης και του αρνήθηκα. Παλιότερα είχα κι άλλες ευκαιρίες μα τις πέταξα στο καλάθι των αχρήστων. Και να πεις ότι δεν έχεις τα προσόντα. Πανέξυπνος είσαι μα και πανίβλακας. Συμπλήρωσε η καλή μου η αδερφούλα. Με είχαν στριμώξει στη γωνία και με σφυροκοπούσαν ανελέητα μα νομίζω ότι με αδικούσαν. Ίσως πάλι και να ‘χαν δίκιο. Δεν ήμουν σίγουρος γι’ αυτό και δεν έβγαλα άχνα. Δεν προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Όχι πάντως από ενοχή και τύψεις συνειδήσεως. Απλά με αιφνιδίασαν κι είχα πιει αρκετό κρασί. Είχα φτιάξει κεφαλάκι και τους κοιτούσα χαμογελώντας αδιάφορα με το βλέμμα μου χαμένο να καρφώνει το άπειρο. Από ένα σημείο και μετά δεν τους άκουγα. Το μυαλό μου έτρεχε πίσω στα χαρούμενα παιδικά μου χρόνια μέσα σε αυτό το σπίτι που μεγάλωσα και έπαιξα που όμως δεν κατάφερα να ενηλικιωθώ. Τότε που ακόμα ζούσε ο πατέρας. Είχαμε και ωραίες στιγμές. Περάσαμε ευτυχισμένες μέρες.

Μα πλέον δεν με συνέδεε τίποτα μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Δεν καταλαβαινόμασταν. Ήμασταν διαφορετικοί κόσμοι και ερχόμασταν από άλλους πλανήτες. Όπως και με τη συγχωρεμένη τη μητέρα. Γι’ αυτό και δεν ζήτησα τίποτα από την περιουσία της. Δεν έκανα αποδοχή της κληρονομιάς και βέβαια όχι από την υποψία χρεών και υποθηκών. Αυτό τουλάχιστον έπρεπε να μου το αναγνωρίσουν. Ή μπορεί κι αυτό να τους πείραξε. Ο κύριος είναι υπεράνω χρημάτων και ακινήτων θα είπαν. Είναι κατά του θεσμού της ιδιοκτησίας. Ήταν αλήθεια. Δεν ήθελα τίποτα. Μόνο να μείνω στην υπόγεια γκαρσονιέρα των τριάντα τετραγωνικών. Εφόσον είχαν την καλοσύνη. Και το δέχτηκαν. Όλα αυτά τα μπερδεμένα σκεφτόμουν και ονειρευόμουν μέχρι που άκουσα ένα δυνατό χτύπημα στο τραπέζι και το ουρλιαχτό της αδερφής μου και ξύπνησα. Είσαι αναίσθητος και μας γράφεις κανονικά φώναξε μέσα στα αυτιά μου. Ταράχτηκα μα και πάλι δεν έβγαλα άχνα απ’ το στόμα. Συγκρατήθηκα μα είχα ήδη μετανιώσει για την επίσκεψη. Δεν έπρεπε να πάω. Τώρα ήθελα μόνο να φύγω από κει μέσα το γρηγορότερο και να μην ξαναπατήσω το πόδι μου ποτέ.  

Ευτυχώς απ’ τη δύσκολη θέση μ’ έβγαλαν τα αγαπημένα μου ανιψάκια. Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα φουριόζικα και χαρούμενα. Όταν με είδαν ξίνισαν απότομα τα μούτρα τους μα αυτό δεν με στενοχώρησε καθόλου. Είχαν την πλάκα τους. Το αγόρι με περιφρόνησε επιδεικτικά ενώ το κορίτσι μου ‘βγαλε τη γλώσσα. Χωρίς να πουν ούτε μια καλησπέρα τράβηξαν στο βάθος για το δωμάτιό τους. Η αγένειά τους ήταν μεγάλη μα έτσι ο εξάψαλμος των γονιών τους κόπηκε μαχαίρι και τα πνεύματα κάπως ηρέμησαν. Ξαφνικά ο γαμπρός μου χασμουρήθηκε και σταύρωσε το στόμα του. Το ρολόι έδειχνε έντεκα και ήταν ώρα για ύπνο. Αύριο θα ξημέρωνε για τους εργατικούς και τους προκομμένους άλλη μια δύσκολη μέρα. Ο μπίμπης μας καληνύχτισε και τράβηξε για το κρεβάτι του. Ήταν ψόφιος απ’ την κούραση. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι ακούγαμε τα μακρόσυρτα ροχαλητά του.

Για λίγο έμεινα μόνος με την αδερφή μου. Της χαμογέλασα. Μην έχεις τύψεις της είπα. Εσύ έκανες ότι μπορούσες. Κανείς μας δεν φταίει. Με κοίταζε αμίλητη και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Δεν είχε κάτι άλλο να πει. Της είχαν τελειώσει τα λόγια. Σηκώθηκα και την αγκάλιασα για να της δώσω κουράγιο. Της χάιδεψα τα μαύρα μακριά της μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Μην κλαις πάπη της είπα. Όλα θα περάσουν. Μετά με καληνύχτισε κι αυτή και τράβηξε αργά για το δωμάτιό της. Έμεινα ολομόναχος στην κουζίνα για να τελειώσω το κρασί μου. Η μικρή λουλού που την φωνάζανε μούκη κοιμόταν κι αυτή κουλουριασμένη τον ύπνο του δικαίου. Οι φωνές των ανθρώπων δεν κατάφεραν να την ταράξουν.

Το μπουκάλι είχε αδειάσει και η ώρα είχε πάει δώδεκα τα μεσάνυχτα. Σηκώθηκα να φύγω μα πρώτα χρειαζόμουν επειγόντως την τουαλέτα. Έσκαγε η φούσκα μου. Πήγα σχεδόν τρέχοντας. Ξαλάφρωνα κι άκουγα από δίπλα τα συντονισμένα ροχαλητά του μπίμπη και της πάπης. Βγαίνοντας πέρασα έξω απ’ το δωμάτιο των παιδιών. Δεν επιτρεπόταν να μπαίνουν μέσα οι μεγάλοι. Ο χώρος τους ήταν άβατο. Η πόρτα τους ήταν κλειστή και δεν τόλμησα να την ανοίξω. Μόνο πλησίασα κι έστησα αυτί. Αύριο το πρωί είχαν σχολείο μα δεν κοιμόντουσαν. Ακόμα δεν τους είχε πάρει ο ύπνος. Άκουγα τους ψίθυρους τα γελάκια και τα αγκομαχητά τους. Αγαπιόντουσαν αληθινά ανακαλύπτοντας τις χαρές της άγουρης σάρκας τους. Βογκούσαν και αναστέναζαν σιγανά μην τους ακούσουν οι δικοί τους αγκαλιασμένα σφιχτά σαν ένας άνθρωπος.

Γλυκά και ξένοιαστα δεκάξι. Τους άφησα να ζήσουν την ευτυχία των στιγμών τους που αργότερα μεγαλώνοντας θα θυμόντουσαν με νοσταλγία. Τότε που θα συνειδητοποιούσαν πικρά ότι ο αληθινός έρωτας δεν είναι καθαρή και αμόλυντη ηδονή αλλά πόλεμος στην έρημο κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Εκεί όπου είσαι μόνος και απροστάτευτος. Και συνήθως νικημένος γεμάτος ουλές και τραύματα. Τσαλαπατημένος. Τράβηξα βαρύθυμος για την έξοδο. Ακόμη είχα μπόλικη νύχτα μπροστά μου. Μόνο ένα δεν καταλάβαινα. Γιατί τα παιδιά κοιμούνται ακόμα μαζί αφού τώρα το δωμάτιο της μητέρας είναι άδειο. Εκτός κι αν περιμένουν κάποια στιγμή να επιστρέψει. Καληνύχτισα το μικρό σκυλάκι κι έκλεισα πίσω μου απαλά την πόρτα.    

 

Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

ΟΥΤΕ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ

Είχα καιρό να την δω. Κάνα εξάμηνο απ’ την κηδεία του θείου. Στο μνημόσυνο δεν πήγα. Δεν ξέρω αυτή τι έκανε κι ούτε με νοιάζει. Πάντως δεν ήπιαμε τον καφέ της παρηγοριάς για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα μας. Έτσι κι αλλιώς ήμασταν κι οι δυο ανεπιθύμητοι απ’ τους άλλους συγγενείς. Ούτε λόγος να γίνεται. Και το χαρτί με το νούμερο του τηλεφώνου που μου ‘δωσε το πέταξα. Περσινά ξινά σταφύλια και ξαναζεσταμένο φαγητό. Δεν ήθελα καινούργιες επαφές. Ποιο το νόημα. Το πολύ να με μπέρδευαν και να μου μόλυναν τις αναμνήσεις μου. Τώρα η φίλη του θείου καθόταν με έναν όμορφο νεαρό στην καφετέρια  απέναντι απ’ το δημοτικό θέατρο. Είχε σουρουπώσει και η πλατεία είχε αρκετή κίνηση. Τα μαγαζιά ήταν ακόμα ανοιχτά και ο κόσμος σουλατσάριζε πέρα δώθε. Τα μπρούτζινα λιοντάρια μας κοιτούσαν αμίλητα. Τα σιντριβάνια δεν είχαν νερό.

Την χαιρέτησα και μου είπε να καθίσω. Μου σύστησε τον νεαρό. Εκείνος μου χαμογέλασε. Μάλλον δεν τους διέκοψα από κάτι σοβαρό. Σέρνανε κι αυτοί την ώρα να περάσει. Χαθήκαμε σχολίασε μα δεν βρήκα κάποια εύκαιρη δικαιολογία να ξεφουρνίσω. Δεν είχα προετοιμάσει κάτι για την περίσταση. Δουλειές της είπα μόνο. Τρέχω και δεν φτάνω. Δεν ξέρω αν με πίστεψε. Παράγγειλα κι εγώ καφέ γιατί κάτι μου ‘λεγε πως η αποψινή νύχτα θα ήτανε μεγάλη. Έτσι κι αλλιώς ο ύπνος με έπαιρνε πάντα χαράματα. Του κρατούσε το χέρι σφιχτά κάτω απ’ το τραπέζι και τον κοίταζε στα μάτια. Κάτι πρέπει να ‘χαν οι δυο τους. Η κυρία ήταν τεκνατζού και μάλλον το χαρτζιλίκωνε το τεκνό. Δεν ζήλεψα. Μόνος μου και να ‘χω την ησυχία μου. Μακριά από μπερδέματα. Το ‘χα δει το όνειρο. Όμως τώρα δεν είχαμε να πούμε κάτι σημαντικό. Για τον καιρό ή την ακρίβεια της αγοράς θα ήταν μια συνηθισμένη σαχλαμάρα. Καλύτερα σιωπηλοί κι ο καθένας στην κοσμάρα του. Κι όμως δεν ένιωθα κάποια αμηχανία. Αντιθέτως οικειότητα. Εκείνη με κοίταζε μόνο και χαμογελούσε. Μάλλον δεν ήθελε να μιλήσει για τον θείο μπροστά σε τρίτο. Σίγουρα θα είχε πολλά να μου πει. Ήταν πρόσφατος ο χαμός του.

Η ώρα περνούσε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Η πλατεία είχε αραιώσει. Ο ουρανός σκοτεινός. Εκείνη τη στιγμή δυο σκιές στάθηκαν πάνω απ’ το κεφάλι μου σαν τον χάρο. Γεια σου θείε. Με χαιρέτησαν ταυτόχρονα με μια φωνή. Ταράχτηκα. Πανικοβλήθηκα. Πού με αναγνώρισαν τα μπασμένα. Είχαν χρόνια να με δουν. Μάλλον δεν είχα αλλάξει πολύ. Εκείνα είχαν μεγαλώσει και ομορφύνει. Τα δίδυμα ήταν όλο παράπονα απ’ τη συμπεριφορά μου κι άρχισαν να με πετροβολούν. Το κορίτσι είπε ότι τους είχα στήσει στη γιορτή του μπαμπά τους. Ήταν ανεπίτρεπτο. Τους το είχα υποσχεθεί. Με περιμένανε και δεν πήγα. Το αγόρι με ενημέρωσε και για ένα δυσάρεστο νέο. Η υγεία της γιαγιάς επιδεινώθηκε ραγδαία. Πλέον έχει προχωρημένη άνοια και δεν αναγνωρίζει κανέναν. Έγινε φυτό κι αναγκάστηκαν να την κλείσουν σε ίδρυμα. Καλά που μου το ‘πε για να μ’ απαλλάξει από περιττές τύψεις και ενοχές. Αχ καημένη μητερούλα. Τώρα μπορεί να ‘ναι καλύτερα για σένα και να μην βασανίζεσαι. Καμιά φορά οι μνήμες γίνονται σκληρές και εκδικητικές για τους ηλικιωμένους. Σίγουρα επώδυνες. Είναι καλό να ξεχνάς. Με μια φωνή με ρώτησαν γιατί δεν περνάω απ’ το σπίτι τους και γιατί δεν παίρνω ούτε ένα τηλέφωνο. Ρε τα μόμολα. Τελικά είναι πολύ ευαίσθητα. Ανησυχούν για το αν είμαι καλά ή αν έχω τσακωθεί με τους γονείς τους. Θέλουν να ξέρουν τα μυξιάρικα. Πάντως δεν μου κρατούν κακία για την συμπεριφορά μου. Με αγαπούν ότι κι αν έκανα. Τελικά τα ανιψάκια μου είναι καλά παιδιά. Πολύ τα γουστάρω. Αυτά τα μογγολάκια έχουν και μπόλικη πλάκα. Μου ‘ρχεται να τους τσιμπήσω το μάγουλο και να τα πλακώσω στις φάπες.

Ξαφνικά τα βλαμμένα πρόσεξαν ότι είχα παρέα. Τα βλέμματά τους στράφηκαν με απορία σε εκείνη και τον νεαρό. Τους σύστησα. Από δω η γυναίκα μου κι από κει ο γιος μου και ξάδερφός σας. Είναι η οικογένειά μου. Τόσα χρόνια υπήρξε το μεγάλο μου μυστικό. Το παραδέχομαι. Είχα διπλή ζωή. Έμειναν κόκαλο μ’ ανοιχτό το στόμα. Μπέρδεψαν την γλώσσα τους και χάσανε τη μιλιά τους. Δεν είχαν τι να πουν και τι να ομολογήσουν. Μόνο τους κοιτούσαν με γουρλωμένα τα πανέξυπνα ματάκια τους. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα ξεψυχισμένο γεια σας και χαίρω πολύ. Τους υποσχέθηκα ότι σύντομα θα περνούσαμε απ’ το σπίτι τους να γνωριστούμε καλύτερα. Τα χαιρετίσματά μας στους αγαπητούς σας γονείς. Όμως τα ευγενικά μου εφηβάκια ήταν βιαστικά. Είχαν να πάνε σε ένα πάρτι. Έτσι είπαν. Μας καληνύχτισαν κι έφυγαν τρέχοντας.     

Μόλις απομακρύνθηκαν και χάθηκαν απ’ το οπτικό μας πεδίο κοιταχτήκαμε με νόημα και ξεσπάσαμε κι οι τρεις σε ασυγκράτητα γέλια. Εκείνη τα βρήκε πολύ συμπαθητικά και με μάλωσε. Δεν είναι σωστό να τα δουλεύω. Άσε που μπορεί να ‘χα προβλήματα με τους δικούς τους. Πάντως κρίμα για την μαμά που έσβησε το μοχθηρό και τετραπέρατο μυαλουδάκι της τόσο άδοξα. Πλήρωσε το λογαριασμό στο γκαρσόνι και του άφησε πουρμπουάρ. Εγώ ήμουνα κερασμένος. Θα πήγαιναν σπίτι. Άμα ήθελα μπορούσα να τους ακολουθούσα για ένα ποτό. Θα τσιμπούσαν και κάτι. Κοίταξα τον νεαρό με νόημα. Σήκωσε τους ώμους του χαμογελώντας. Δεν είχε κανένα πρόβλημα. Ρε το τσόλι. Με είχε κι αυτός συμπαθήσει. Εντάξει τους είπα. Και δε πάμε. Δεν είχα τίποτα να χάσω. Να σπάσει κάπως και η μοναξιασμένη μου ρουτίνα.

Όμως εκείνο το βράδυ θα μου μείνει αξέχαστο. Πέρασα πολύ όμορφα. Όλα κύλισαν όπως τα είχα υπολογίσει. Το ξημέρωμα μας βρήκε ολόγυμνους και ξέπνοους στο κρεβάτι. Τη φίλη του θείου δεν την ξαναείδα από τότε. Μετά από χρόνια έμαθα νέα της απ’ τον όμορφο νεαρό. Τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο μαζί με την γυναίκα του. Είχε παντρευτεί πρόσφατα. Είχαν κι ένα παιδάκι. Εκείνη βρισκόταν μόνιμα πλέον στην πρωτεύουσα. Είχε φύγει ξαφνικά και απροειδοποίητα. Πήγε να φουσκώσει τα βυζιά της για να φαίνονται πιο όμορφα. Για τα από κάτω ούτε λόγος να γίνεται. Δεν θα πείραζε τίποτα. Καλά ήταν και περνούσε φίνα. Είχαν κρατήσει επαφή. Καμιά φορά τον έπαιρνε τηλέφωνο και τα λέγανε. Ρωτούσε και για μένα μα δεν ήξερε τι να της πει.    

 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

ΕΛΑ ΡΕ ΘΕΙΟ

Η εκκλησία δεν είχε πολύ κόσμο. Οι περισσότεροι ήταν γέροι και γριές. Ο ιερέας έψελνε και θυμιάτιζε τον νεκρό. Η οικογένεια της αδερφής του στεκόταν πλάι στο φέρετρο με τα χέρια σταυρωμένα σε στάση προσευχής και τα κεφάλια κατεβασμένα να κοιτάζουν το πάτωμα. Αυτοί τον βγάλανε ως οι κοντινότεροι συγγενείς. Δεν είχε δικιά του οικογένεια. Ο θείος απολάμβανε τις μεγάλες ξάπλες ανάμεσα σε λουλούδια και κορδέλες. Έφευγε από τον μάταιο τούτο κόσμο με δόξα και τιμή. Ότι έφτασε τα εβδομήντα με τη ζωή που έκανε αποτελούσε έκπληξη πρώτου μεγέθους. Τουλάχιστον για όσους τον ήξεραν καλά. Γερή κράση ο μπαγάσας. Είχε μεγάλα πάθη και δοκίμασε όλων των ειδών τις αμαρτίες. Με τα μπούνια μέσα στις καταχρήσεις και τις ασωτίες.

Είχα χρόνια να τον δω. Από τότε που έφυγα για την πρωτεύουσα. Τυχαία έμαθα για τον θάνατό του. Στην εξόδιο ακολουθία του δεν με κάλεσε κανείς. Ίσως να ήμουν και ανεπιθύμητος. Γι’ αυτό και καθόμουν παράμερα στην άκρη περιμένοντας τον πάτερ να τελειώσει. Δίπλα μου ξεχώρισα και τρεις φίλους του από τα παλιά. Τους θυμόμουν αχνά από εκείνα τα χρόνια. Αυτοί μάλλον όχι. Δεν μου ‘δωσαν καμία σημασία. Πλάι στην πόρτα στεκόταν κι εκείνη. Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου για να προστατεύουν τα κατακόκκινα μάτια της από την κακία των λοιπών συγγενών. Σίγουρα ένιωθε κι αυτή παράταιρη. Έλα ρε θείο. Ξύπνα. Μην κάνεις τον πεθαμένο. Άσε την πλάκα. Δεν το χάφτω τούτο το παραμύθι. Σήκω πάνω να φύγουμε από δω μέσα. Αυτό δεν είναι μέρος για μας. Πάμε κάπου πιο όμορφα να πιούμε και να γλεντήσουμε. 

Του χρωστάω πολλά. Ήταν ο μικρότερος αδερφός του πατέρα. Όταν ήμουνα μικρός δεν πολυερχόταν στο σπίτι γιατί δεν τον ήθελαν οι γυναίκες του σπιτιού. Δηλαδή το σόι της μάνας μου. Για αυτές ήταν ένας ανεπρόκοπος και αχαΐρευτος. Το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ούτε κι αυτός της χώνευε. Μα όταν έφυγα απ’ το σπίτι μου κακήν κακώς εκείνος με περιμάζεψε από τους πέντε δρόμους. Για κάμποσες μέρες γύριζα ανέστιος και πλάνης και κοιμόμουν όπου έβρισκα. Ντρεπόμουν να του χτυπήσω την πόρτα. Τυχαία με είδε στο δρόμο και με βούτηξε απ’ τον σβέρκο. Είχε μάθει τα κατορθώματά μου  κι ότι ήμουν αγνοούμενος. Τότε δούλευε ταξί και ήταν εργένης. Εκείνος σαραντάρης κι εγώ στα είκοσι. Με πήγε στο σπίτι του ένα μικρό δυάρι. Κοιμόμουν στον καναπέ του σαλονιού. Κάνα χρόνο κάθισα μαζί του. Περνούσαμε καλά οι δυο μας. Το βράδυ που τέλειωνε τη δουλειά βγαίναμε έξω και τα πίναμε με τα φιλαράκια του. Γνώρισε και τα δικά μου. Του άρεσαν. Δεν είχε κανένα πρόβλημα με τις παρέες μου. Ήταν περπατημένος και άνθρωπος της πιάτσας. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Μην μασάς ανιψιέ. Εσύ τη δουλειά σου. Κι άσε τον κόσμο να λέει τα δικά του. Έτσι μου είπε για να μου δώσει θάρρος.     

Ώσπου γνώρισε εκείνη και την σπίτωσε κανονικά. Ψηλή αρρενωπή κοκκινομάλλα. Κουκλάρα. Πλέον είχαμε γίνει πολλοί μέσα στο διαμερισματάκι. Δεν χωρούσαμε. Κι ούτε ήθελα να τους γίνομαι βάρος. Όμως εκείνος ήταν ανένδοτος. Είσαι ο γιος του συγχωρεμένου του αδερφού μου και η θέση σου είναι εδώ για όσο καιρό γουστάρεις. Δεν μας ενοχλείς καθόλου. Όλοι οι καλοί χωράνε. Οι γυναίκες είναι περαστικές και οι πιο πολλές μόνο μπελάδες φέρνουν. Αράχνες. Πεταμένα λεφτά. Αυτά μου ‘λεγε μα κείνη φαινόταν να την αγαπά και να την νοιάζεται. Με έναν τρόπο ταιριάζανε σε όλα. Ειδικά στο κρεβάτι. Τους άκουγα τα βράδια που κάνανε έρωτα και τρελαινόμουνα. Με έπιανε άγρια μούρλια. Μου ‘ρχόταν να πάρω τους δρόμους και τα άγρια βουνά. Κι ένα απόγευμα που ο θείος έλλειπε στη δουλειά άνοιξα την πόρτα της τουαλέτας και την είδα. Ήταν ολόγυμνη κι έπαιρνε το λουτρό της. Έπαθα σοκ. Έμεινα άναυδος. Ξύλιασα. Κοκάλωσα. Μπλοκάρισα τελείως. Είδα φάτσα κάρτα δυο καλοσχηματισμένα πεταχτά βυζάκια και παρακάτω ένα μεγάλο πέος μαζί με όλα τα παρελκόμενα. Η αγία τριάδα σε πλήρη παράταξη. Όταν με είδε ξαφνιάστηκε μα δεν ντράπηκε καθόλου. Ούτε προσπάθησε να κρύψει τα κάλλη της. Μου χαμογέλασε και συνέχισε να ρίχνει νερό πάνω στο όμορφο κορμί της για να φύγουν οι σαπουνάδες. Με κόπο κατάφερα να ψελλίσω μια συγνώμη και βγήκα τρέχοντας από το μπάνιο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα.     

Με τον θείο δεν σχολιάσαμε ποτέ το ατυχές περιστατικό. Σίγουρα θα το έμαθε και κάθε τόσο μου πέταγε διάφορες μπηχτές κι υπονοούμενα και περίεργες κουβέντες γελώντας τρανταχτά. Και μου ‘κλεινε με νόημα το μάτι. Κυρίως όποτε τα ‘πίνε κι ευθυμούσε κι ερχόταν στο τσακίρ κέφι. Τότε εγώ γινόμουν κατακόκκινος σαν παντζάρι. Τον ντρεπόμουν παρ’ όλο που ήξερα ότι τα λόγια του ήταν πάντα καλοπροαίρετα. Ώσπου μια μέρα μάζεψα τα μπογαλάκια μου κι έφυγα για άλλα μέρη για άλλη γη. Άνοιξα τα φτερά μου και πέταξα μακριά. Για άλλους λόγους βέβαια. Όμως στεναχωρέθηκε. Το είδα στα μάτια του όταν αγκαλιαστήκαμε για τελευταία φορά. Κόμπιαζε. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία απ’ το στόμα του. Καλή τύχη ανιψιέ και να ξέρεις ότι το σπίτι μου είναι πάντα ανοιχτό για σένα. Ότι πρόβλημα και να ‘χεις μη διστάσεις να έρθεις να με βρεις. Το ΄ξερα πως μ’ αγαπούσε όπως κι εγώ εκείνον. Γεια σου θείο και θα τα ξαναπούμε. Με αγκάλιασε κι αυτή δίνοντάς μου ένα στοργικό φιλί στο μάγουλο. Δεν τους ξαναείδα από τότε. Ούτε χρειάστηκε να τους ενοχλήσω.

Η λειτουργία είχε τελειώσει και ο κόσμος περνούσε μπροστά απ’ την κάσα για να ασπαστεί τον νεκρό. Έλα ρε θείο. Μη μου το χαλάς. Άσε τα ψόφια και σήκω να φύγουμε. Νομίζω ότι μου χαμογέλασε μα δεν κουνήθηκε ρούπι απ’ τη θέση του. Δεν πήγα κοντά του να τον φιλήσω. Ούτε κι εκείνη. Βγαίνοντας την πλησίασα για να την συλλυπηθώ. Στην αρχή δεν με αναγνώρισε. Όταν της είπα ποιος είμαι απ’ τη χαρά της δεν κρατήθηκε. Με αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάματα. Εκείνη δεν είχε αλλάξει πολύ. Ήταν ακόμα νέα και όμορφη. Έξυπνη γυναίκα με χαρακτήρα. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν μαζί με τον θείο ζευγάρι και πέρασαν μια καλή ζωή. Πέθανε ξαφνικά στον ύπνο του από ανακοπή μετά από άλλη μια ηδονική νύχτα. Ο συγχωρεμένος τα γλέντησε όλα κι έφυγε χορτάτος. Δεν ήταν παντρεμένοι με παπά και με κουμπάρο. Δεν είχαν νομιμοποιήσει τη σχέση τους. Δεν το ήθελε εκείνος. Είχε στεναχωρηθεί πολύ που έκοψα τις επαφές μαζί τους. Το είχε πάρει κατάκαρδα μα δεν μου κρατούσε κακία. Να ‘ναι καλά το παιδί. Έτσι της έλεγε και το πίστευε βαθιά. Ήταν αλήθεια. Είχα φανεί κάπως αχάριστος απέναντί του. Λάθη της νεότητας που είναι πάντα βιαστική και επιπόλαια. Όμως δεν είχα καμιά δικαιολογία. Έφταιγα κι ένιωθα τύψεις.  

Η νεκροφόρα και τ’ άλλα αμάξια ξεκίνησαν για την τελευταία κατοικία του θείου. Σε τόπο χλοερό και μέρος αναψύξεως και αναπαύσεως μέχρι τη δευτέρα παρουσία. Δεν θα ακολουθούσαμε τους άλλους συγγενείς στο νεκροταφείο. Μάλλον αισθανόμασταν λίγο απόμακροι και παρείσακτοι. Δεν κολλάγαμε. Κάτι σαν μαύρα πρόβατα ας πούμε. Λίγο πριν φύγουμε απ’ την εκκλησία και χωρίσουμε μου ‘δωσε το τηλέφωνό της. Αν ήθελα θα μπορούσαμε να βρεθούμε για ένα καφέ να θυμηθούμε τα παλιά. Εντάξει της είπα. Της το υποσχέθηκα. Μόλις μπορέσω. Με την πρώτη ευκαιρία.

 

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ (Η ΓΡΑΒΑΤΑ)

 Μες στη σιωπή δεν γνωρίζεις. Πρέπει να συνεχίσεις.

Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω.

                                                     Σάμιουελ Μπέκετ

Έχω ψάξει παντού σ’ όλο το διαμέρισμα. Σε συρτάρια και ντουλάπες. Έχω φάει τον κόσμο να την βρω. Όμως χωρίς αποτέλεσμα. Άφαντη. Δεν είναι πουθενά. Σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Αποκλείεται να την χάρισα ή να την πέταξα. Ίσως να χάθηκε στην προηγούμενη μετακόμιση. Κρίμα. Ήταν η αγαπημένη μου γραβάτα και η μοναδική. Μπλε σκούρα από φίνο μετάξι. Δεν την είχα ξαναφορέσει. Θα την εγκαινίαζα σήμερα το βράδυ στη γιορτή του γαμπρού μου μαζί με το καλό μου το κουστούμι. Με λευκό πουκάμισο και μαύρα λουστρίνια βέβαια. Είμαι καλεσμένος και ήθελα να εμφανιστώ πολύ επίσημα ντυμένος. Στην πένα που λένε. Φρεσκοξυρισμένος και αρωματισμένος. Όχι τόσο για να τιμήσω την περίσταση όσο για να κάνω εντύπωση. Να καταπλήξω τα πλήθη. Συγγενείς και γνωστούς που έχω χρόνια να δω. Πρόσωπα άλλης εποχή. Ήθελα να πάω με τα ρούχα που θα μου φορούσαν όταν θα ερχόταν η ώρα μου για το τελευταίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα. Καθαρά και σιδερωμένα. Μόνο η γραβάτα έλλειπε.

Χτες με πήρε η αδερφή μου τηλέφωνο. Δεν ξέρω πού βρήκε το νούμερο γιατί το έχω απόρρητο. Τελικά σήμερα δεν είναι κανείς ασφαλής. Μου είπε και για τη μητέρα. Δεν είναι πολύ καλά. Με ζητάει συνέχεια και μάλλον είναι στα τελευταία της. Σύντομα θα τα κακαρώσει. Βέβαια αυτός δεν είναι σοβαρός λόγος για να παρευρεθείς σε ένα γιορτάσι. Κι όμως μετά από τριάντα χρόνια με λύγισε. Τελευταία έχω γίνει πολύ ευσυγκίνητος. Της είπα εντάξει κι έχω σκοπό να τηρήσω τον λόγο μου. Ανησυχούν για μένα. Πού δουλεύω και πώς τα βγάζω πέρα με την ζωή μου. Μια χαρά είμαι. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Έτσι της απάντησα. Μόνο που δεν βρίσκω την γραβάτα του πατέρα. Εκείνη που έδεσε γύρω απ’ το λαιμό του και κρεμάστηκε μέσα στο μπάνιο απ’ τους σωλήνες του θερμοσίφωνα. Με διπλό κόμπο για σιγουριά. Φορούσε το γαμπριάτικο κουστούμι του κι ήταν έτοιμος για την κάσα. Ξημερώματα σαββάτου κι είχε ακόμα τα μάτια ανοιχτά. Είχα βγει βόλτα με κάποιους συμφοιτητές μου κι όταν γύρισα τον βρήκα. Οι άλλοι κοιμούνταν του καλού καιρού. Πάνω στο πλυντήριο βρισκόταν το χαρτί με τα ορνιθοσκαλίσματά του. Με δυσκολία τα έβγαζα. Έβριζε χυδαία τα γύναια του σπιτιού που του φάγανε ολόκληρη τη ζωή. Με μίσος και οργή τις κατονόμαζε ευθέως ως ηθικούς αυτουργούς της απελπισμένης του πράξης. Ήθελε να ξεφύγει και να απελευθερωθεί από σύζυγο πεθερά κι αδερφή. Εκείνες φταίγανε. Όχι βέβαια η κορούλα του που ήταν ακόμα ένα αθώο νήπιο. Είχε πέσει θύμα της γυναικοκρατίας. Αυτές κάνανε κουμάντο. Το υστερόγραφο αναφερόταν σε μένα αποκλειστικά. Τον γιο του τον λεβέντη που κάποτε έδωσε μεγάλη μάχη για να πάρει το όνομα του δικού του πατέρα ενάντια σε όλο το βρωμόσογο της μητέρας. Μου ζητούσε συγνώμη μα δεν άντεχε άλλο. Θα τον καταλάβαινα αργότερα όταν θα μεγάλωνα. Δηλαδή τώρα που είμαι στην ηλικία του πενήντα χρονών. Κι όμως ακόμα να βγάλω άκρη.   

Με κάποιο μαγικό τρόπο το σημείωμα του πατέρα εξαφανίστηκε κι εκείνος χώθηκε βιαστικά στο λάκκο του νεκροταφείου. Οι μαυροφόρες τού κλείσανε  τα μάτια. Μόνο την γραβάτα του κατάφερα να κρατήσω για ενθύμιο και ενδεχομένως για κάποια μελλοντική χρήση. Πειστήριο και όργανο του εγκλήματος. Το πένθος τους δεν κράτησε πολύ. Η μητέρα σύντομα ξαναπαντρεύτηκε. Ήτα νέα ακόμα για να παραμείνει χήρα. Αν και μετά από κάποια χρόνια ξέκανε και τον ευκατάστατο πατριό μου. Πάει κι αυτός. Εγώ αποτραβήχτηκα στη γωνιά μου μα σύντομα με βάλανε στην μπούκα. Δεν τους άρεσαν οι παρέες και οι συναναστροφές μου. Οι καινούργιοι μου φίλοι τους βρώμαγαν. Δεν ήταν του επιπέδου μου. Πλέον δεν συμφωνούσαν με τις επιλογές μου μα δεν με ένοιαζε καθόλου. Και ξαφνικά μια μέρα έγινε η μεγάλη έκρηξη. Ξέσπασα πάνω τους για όλα όσα τους είχα μαζεμένα τόσα χρόνια. Και στην τελική αυτός είμαι και σε όποιον αρέσω. Έτσι τους είπα. Μετά μάζεψα τα μπογαλάκια μου κι έφυγα απ’ το σπίτι. Ξέκοψα από όλους μια και καλή ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω μου. Τον πρώτο καιρό πήγα κι έμεινα στον αδερφό του πατέρα μου. Με δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Ήταν εργένης και ταξιτζής. Παράτησα και το πανεπιστήμιο. Άφησα στη μέση τα οικονομικά. Πλέον δεν υπήρχε κανένα λογιστικό γραφείο για να κληρονομήσω και να συνεχίσω την οικογενειακή μας παράδοση. Άσε που δεν μου άρεσαν. Αγγαρεία έκανα για να μην τον στεναχωρήσω. Για να μην του δώσω άλλη μια πίκρα. Δεν υπήρχε λοιπόν πλέον κανένας λόγος να πάρω το πτυχίο. Όμως το θύμα επιστρέφει πάντα στο τόπο του εγκλήματος για να ξαναδολοφονηθεί.

Η ώρα περνούσε. Ήμουν πια απελπισμένος κι είχα σταματήσει να ψάχνω. Τότε χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και τον είδα μπροστά μου. Μου χαμογελούσε δειλά σαν σκανταλιάρικο παιδί που έχει μετανιώσει για κάποια αταξία του. Ή που το πιάνουνε στα πράσα. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Ήρθε απροειδοποίητα από την πρωτεύουσα για να μου κάνει έκπληξη. Αν τον θέλω θα μείνει όλο το σαββατοκύριακο. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Τον είχα ήδη συγχωρέσει. Εγώ είμαι μια μεγάλη καρδιά κι εκείνος μικρός και άμυαλος ακόμη. Του ρίχνω δεκαεφτά χρόνια στο κεφάλι αλλά με τον καιρό θα στρώσει. Έχε χάρη που είναι καλό και όμορφο παιδί. Δεν θυμάμαι καν γιατί τα είχαμε τσουγκρίσει πριν κάνα εξάμηνο. Μου είχε στείλει απευθείας τελεσίγραφο χωρίς υστερόγραφα και υποσημειώσεις μα δεν το είχα πάρει στα σοβαρά. Έκανε ζαβολιές και η απάντησή μου ήταν εξίσου τηλεγραφική. Έτσι τσακωθήκαμε. Χωρίς κάποιο σοβαρό λόγο. Από κουτά πείσματα και ηλίθιους εγωισμούς. Είχαμε λοιπόν καιρό να τα πούμε. Ούτε ένα τηλέφωνο. Τον τράβηξα στα ενδότερα και πέσαμε με φόρα στο κρεβάτι για χάδια και φιλιά. Γδυθήκαμε γρήγορα και κάναμε έρωτα παθιασμένα. Η μάχη ήταν σκληρή και αμφίρροπη. Όταν τελειώσαμε είχαμε απομείνει δυο ξέπνοα ιδρωμένα κορμιά πλήρη από ηδονή.    

Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τότε ήταν που θυμήθηκα το γιορτάσι του γαμπρού μου και την ετοιμοθάνατη μαμά. Τον ενημέρωσα. Θα πηγαίναμε μαζί να τον γνωρίσουν κιόλας. Θα είχε μεγάλη πλάκα και συγκινήσεις μέχρι λιποθυμίας. Είχαμε αργήσει μα πεινούσαμε και θα τρώγαμε του σκασμού. Λίγο θα καθόμασταν. Μετά όλη η νύχτα θα ήταν και πάλι δικιά μας. Τον ρώτησα αν του βρίσκεται πρόχειρη καμιά γραβάτα. Με κοίταξε περίεργα νομίζοντας ότι του κάνω πλάκα. Μετά έβαλε τα γέλια. Αφού το ξέρεις ότι δεν έχω φορέσει ποτέ. Με πνίγει στο λαιμό. Έτσι μου είπε ο ζαβολιάρης. Δεν το θυμόμουν μα δεν είχα και λόγους να μην τον πιστέψω.

 

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ (Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ)

Να ζει κανείς ή να μη ζει. Ιδού η απορία. Βέβαια ο άνθρωπος είναι καλύτερα να μη γεννιέται μα αν του συμβεί αυτή η ατυχία τότε πρέπει να φεύγει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Η ζωή δεν είναι παίξε γέλασε. Πρέπει να την πάρεις πολύ σοβαρά. Μία χαρά και δέκα λύπες είναι ο αρνητικός ισολογισμός. Και ποτέ δεν έχει χάπυ εντ. Πολλές φορές τελειώσει με ένα μπαμ και μία κραυγή. Μα δεν είναι μόνο άσχημη. Έχει και την πλάκα της. Γελάσαμε και κλάψαμε πολύ. Τώρα σιωπή.  

Σήμερα έχω γενέθλια και πήγα να τα γιορτάσω στον τάφο των προγόνων μου. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε τούτη η μακάβρια επιθυμία. Είναι η τελευταία μου μέρα. Είχα πολλά χρόνια να τον επισκεφτώ. Τον βρήκα χορταριασμένο. Το καντήλι ήταν σβηστό και μέσα όλα τα κρέατα φαγωμένα απ’ τα σκουλήκια. Ούτε τα κόκαλα δεν έμειναν. Το ξέρω. Είμαι σίγουρος κι ας μην τον άνοιξα να δω. Πάντως η ταφόπλακα έχει μία κενή θέση. Υπάρχει περιθώριο για να γραφτεί άλλο ένα όνομα. Τότε θα κλείσει ο κύκλος και το μνήμα θα σφραγιστεί. Το ανθρωποφάγο πάρτι θα πάρει τέλος. Η νύχτα με γέννησε κι εκείνη θα με αφανίσει. Είμαι ο τελευταίος που θα κλείσει την πόρτα μα πριν το τέλος πρέπει με κάποιο τρόπο να συμφιλιωθώ. Να μην φύγω πικραμένος οργισμένος και ανειρήνευτος. Δεν είναι εύκολο. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Πάντως θα κάνω μια προσπάθεια.

Έχω τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες. Έχω κλείσει όλους τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Φεύγω ολομόναχος και πλήρης στα πενήντα έξι. Περίπου στην ηλικία των γονιών μου. Μέχρι κι απ’ το γραφείο τελετών πήγα κι κανόνισα για την κηδεία και την ταφή. Δεν υπάρχουν γνωστοί συγγενείς και φίλοι τους είπα. Δεν υπάρχει κανείς. Εσείς πρέπει να συμπληρώσετε το όνομα και τις ημερομηνίες στην ταφόπλακα. Τους πλήρωσα καλά και μέχρι τότε μου υποσχέθηκαν εχεμύθεια. Η απόφασή μου είναι απόλυτα σεβαστή. Τους πίστεψα. Μου φάνηκαν καλοί επαγγελματίες. Έδωσαν και όρκο τιμής. Ήθελαν να μου υπογράψουν και συμφωνητικό μα τους είπα όχι. Δεν χρειαζόταν.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα περπατώ μόνος στην έρημη πόλη. Είναι ήσυχα και όμορφα. Την ώρα αυτή οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι και οι τακτοποιημένοι οικογενειάρχες κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου ψόφιοι από άλλη μια εξοντωτική μέρα. Εγώ δεν έχω ύπνο. Δεν τον χρειάζομαι πια. Τον έχω χάσει εδώ και κάμποσα χρόνια. Ένα ταξί ξεφυτρώνει μπροστά μου από το πουθενά. Ο οδηγός του είναι ένας όμορφος τριαντάρης. Κάθομαι δίπλα του στη θέση του συνοδηγού. Μου χαμογελά και μου φτιάχνει τη διάθεση. Βάζει διπλή ταρίφα και με ρωτάει που πάμε. Στη γέφυρα του απαντώ δίπλα στη θάλασσα και δεν χρειάζεται να βιάζεσαι. Είναι η τελευταία μου βόλτα και την απολαμβάνω καπνίζοντας. Μου το επιτρέπει. Το ραδιόφωνο παίζει ρεμπέτικα και παλιά λαϊκά. Και είμαι με όμορφη παρέα. Με ρωτάει πού πηγαίνω νυχτιάτικα. Να πάρω το καράβι για τον βόρειο πόλο του απαντώ. Στην αρχή δεν καταλαβαίνει και με κοιτάζει περίεργα. Μα γρήγορα σκάει στα γέλια σαν παιδί.

Φτάνουμε στην άκρη της γέφυρας. Κάτω απ’ το πρώτο ποδάρι. Το σκοτάδι είναι απόλυτο. Τον πληρώνω και κατεβαίνω. Μου εύχεται καλό ταξίδι και φεύγει. Μένω μόνος πλάι στη θάλασσα. Φυσάει και κάνει κρύο. Βγάζω το πιστόλι απ’ το μπουφάν και το χαϊδεύω. Το ακουμπώ πάνω στο μάγουλό μου. Το μέταλλό του είναι παγωμένο. Σε λίγο θα με σκοτώσω. Μου περνάει μια τελευταία περίεργη σκέψη απ’ το μυαλό μα την διώχνω. Θέλω να είμαι απόλυτα άδειος. Να μην αισθάνομαι τίποτα. Να μην θυμάμαι τίποτα. Ούτε τα ευχάριστα και τα χιουμοριστικά. Πεθαίνω με ένα μπαμ και μία κραυγή. Ας γελάσω. Τώρα σιωπή.

 

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ


Πάντα προσπαθείς πάντα αποτυγχάνεις δεν έχει σημασία.

Προσπάθησε ξανά απότυχε ξανά απότυχε καλύτερα.

                                              Σάμιουελ Μπέκετ

Σε όλη μου τη ζωή πήγα σε πολλές κηδείες συγγενών συνάδελφων συνοδοιπόρων συμμαθητών γειτόνων. Ερωμένων και αγαπητικών. Εχθρών και φίλων. Γνωστών και αγνώστων. Και πάντα από μικρό παιδί τις παρακολουθούσα με ανάμεικτα συναισθήματα. Στο τέλος κέρδιζε πάντα η χαρά. Ο πόνος  είναι προνόμιο της ύπαρξης. Οι νεκροί δεν υποφέρουν. Αυτό μου αρκούσε για να νιώθω ευτυχισμένος έστω και προσωρινά. Μετά το τέλος της τελετής την απομάκρυνση από την εκκλησία και τον μακάβριο λάκκο εγώ θα συνέχιζα να ζω ενώ εκείνοι θα σάπιζαν και θα έλιωναν μέσα στο υγρό και ανήλιαγο χώμα. Το γεγονός αυτό ήταν μια παρηγοριά που περιόριζε κάπως την λύπη μου για τον πεθαμένο που μόλις είχα ασπαστεί. Έτσι βιαζόμουν να φύγω απ’ το νεκροταφείο μακριά απ’ τους νεκρούς  και ποτέ δεν τους έβλεπα στον ύπνο μου να μου ταράξουν την γαλήνη. Ήθελα να αντικρίσω ξανά τον λαμπερό ήλιο και τον αγριεμένο φέγγαρο. Και τους δύο σε πλήρη έξαψη και στύση φωτός. Μετά από κάθε πένθος ήθελα να ζήσω ακόμη πιο πολύ. 

Τώρα ήρθε και η δική μου σειρά και κάποιοι άλλοι θα είναι χαρούμενοι που με ξεφορτώθηκαν. Έστω και κάπως αργοπορημένα σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία. Έχω καταντήσει ένα αιωνόβιο χούφταλο και σέρνομαι σαν τα ερπετά. Βασανίζομαι και ο θάνατος θα είναι μια λύτρωση. Έτσι το σκέφτομαι για να παρηγορηθώ. Αυτή τη φορά θα είναι μια ξεχωριστή κηδεία διαφορετική από τις προηγούμενες. Η δικιά μου που δεν θα μπορέσω να την παρακολουθήσω με τα μάτια ανοιχτά και κατόπιν να φύγω για να συνεχίσω την ζωή μου. Αυτή τη φορά θα καταλήξω εγώ μέσα στον μεγάλο λάκκο. Τώρα που ο χρόνος μου τέλειωσε και δεν δικαιούμαι άλλη πίστωση κι ακόμα μία παράταση διαπιστώνω ότι λίγες στιγμές θα άξιζε να συμπεριλάβω στο μεγάλο φλας μπακ της ζωής μου. Ίσως μόνο τις πιο χυδαίες και αισθησιακές. Δηλαδή τις πιο αυθεντικές. Εκείνες που εκπροσωπούσαν τον βαθύτερο σάπιο δαίμονα εαυτό μου. Το πραγματικό μου εγώ και όχι τις προσταγές και τις επιθυμίες των άλλων. Δεν έβαλα ποτέ αστυφύλακα στις ορέξεις και τις απολαύσεις μου. Διεκδίκησα μέχρι τέλους το δικαίωμα στην τεμπελιά και στην ηδονή μέσα σε ένα κόσμο σκληρό εκμεταλλευτικό ανθρωποφάγο και άδικο. Κράτησα απ’ όλους ασφαλείς αποστάσεις. Στο μέτρο του δυνατού υπήρξα ηθικός έντιμος και ακέραιος. Κατά τα άλλα δεν έκανα τίποτα το σημαντικό και αξιομνημόνευτο στη ζωή μου για να με θυμούνται και να με μνημονεύουν οι κατοπινές γενιές. Σύντομα θα ξεχαστώ και θα με σκεπάσει η σκόνη του χρόνου. Όμως καθόλου δεν με νοιάζει. Ούτε λυπάμαι που πεθαίνω.

Γενικά με τους ανθρώπους δεν τα πήγα και πολύ καλά. Παρ’ όλο που κάποτε όταν ήμουν νεότερος με κάποιους από αυτούς θέλησα να επικοινωνήσω και να συνδεθώ ουσιαστικά. Να τους γνωρίσω βαθιά και αληθινά κι όχι φευγαλέα και συμφεροντολογικά. Δεν τα κατάφερα. Δεν ήταν ανοιχτοί και διαθέσιμοι. Είχαν βέβαια τους δικούς τους λόγους. Κατά τα άλλα οι υπόλοιποι οι πιο πολλοί ήταν βαρετοί, προβλέψιμοι και αδιάφοροι. Μα και εχθρικοί κακοπροαίρετοι και ύπουλοι. Προσεκτικοί και μετρημένοι. Αγελαίοι και ομογενοποιημένοι. Κουρδισμένοι και πειθαρχημένοι. Έτοιμοι πάντα με την πρώτη ευκαιρία να σε μειώσουν να σε προσβάλλουν και να σε παρεξηγήσουν. Να σου κουνήσουν αυστηρά το δάκτυλο βγαίνοντας κι από πάνω ως αλάνθαστοι και αναμάρτητοι αντί να κοιτάζουν την καμπούρα τους. Δεν μου άρεσαν. Δεν μου ταίριαζαν. Όμως αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Ας το πάρουμε απόφαση και να μην ωραιοποιούμε τα πράγματα. Κρυψίνοες και μυστικοπαθείς. Επιφυλακτικοί και καχύποπτοι. Φοβισμένοι υποκριτές. Μέτριες και χλιαρές υπάρξεις. Διπλές και μισές ζωές γεμάτες μυστικά και ψέματα. Και ευθυνόφοβοι. Αυτοί δεν φταίνε ποτέ και για τίποτα. Και θρασύδειλοι. Μπορεί να γίνουν ακόμα και φονιάδες. Δεν τους εμπιστευόμουν. Τους περιφρονούσα και τους κοίταζα με μισό μάτι. Ελάχιστους από δαύτους σεβόμουν κι εκτιμούσα μα και μ’ αυτούς μακριά κι αγαπημένοι. Τουλάχιστον έτσι κατάφερα να μην τους βλάψω και να μην τους κάνω κακό. Ούτε κι αυτοί εμένα.

Πρέπει να το παραδεχτώ. Γεννήθηκα παράξενος μοναχικός και ξένος. Μονόχνοτος και δύσκολος. Μα δεν φταίω εγώ. Δεν το επέλεξα. Αυτή ήταν η μοίρα μου. Ένας γνήσιος απόγονος της μοναξιασμένης νύχτας. Ο τελευταίος. Τον περισσότερο καιρό έζησα μέσα στη φαντασία μου και στη φυλακή του μυαλού μου παρά έξω στην πραγματικότητα. Μα υπήρξα γενναιόδωρος και φιλότιμος. Όταν έπαιρνα ένα έδινα δέκα. Όσο μπόρεσα βοήθησα. Εκεί που άξιζε. Εκεί που έπρεπε. Τα αδύναμα πλάσματα και τους συφοριασμένους. Όσους μου έμοιαζαν από οίκτο και λύπηση. Ήμουν πάντα με τους αδύναμους και ταλαίπωρους μοναχικούς έστω και νοερά. Μόνο με το μυαλό και την καρδιά. Κι έδιωχνα αμέσως από κοντά μου τους αγνώμονες και αχάριστους παρτάκηδες. Τους μυριζόμουν από μακριά. Ειδικά τους κουτοπόνηρους. Δεν τους χαρίστηκα. Καθένας για την πάρτη του και όλοι για κανέναν. Ξαφνιάζονταν και μετά απορούσαν για το πώς και το γιατί. Τόσο τους έκοβε. Ήταν να τους λυπάσαι και να γελάς με το χάλι τους. Σε έπιανε κλαυσίγελος. Έτσι κι αλλιώς όπως στρώσεις θα κοιμηθείς. Αυτός είναι απαράβατος νόμος της ζωής.

Κι όμως με τούτα και με κείνα άντεξα και την έβγαλα καθαρή. Δεν κατάφεραν να με ξεφορτωθούν έτσι εύκολα τα καθάρματα. Δεν τους έκανα το χατίρι ούτε μουρλάθηκα. Κοίτα τον κακομοίρη να πούνε. Σε όλη μου τη ζωή υπήρξα ένας αποστάτης. Ενώ ανήκα στους χόμο σάπιενς που βαυκαλίζονται τους σοφούς ανθρώπους εγώ ήμουν ένας άτριχος πίθηκος που έζησε σαν γάτος έξω από κοπάδια και αγέλες και ψόφησε σαν σκύλος πεταμένος σε ένα χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Έτσι έζησα έξω απ’ το κοπάδι μα δεν με έφαγαν οι λύκοι. Μόνος με τον εαυτό μου και σε πλήρη συμφιλίωση. Τον γνώρισα τον κατάλαβα τον βελτίωσα τον ολοκλήρωσα τον συμπόνεσα και τον αγάπησα πολύ. Απέναντί του υπήρξα αυθεντικός ειλικρινής και τίμιος. Τον χόρτασα ηδονή απόλαυση και ικανοποίηση. Ποτέ δεν τον πρόδωσα. Και διατήρησα την παιδικότητά μου.  Και καθυπόταξα το κτήνος μέσα μου με χίλιους τρόπους. Εξολόθρευσα τον ρατσιστή και τον φασίστα. Δεν πίστεψα σε θεούς και δαίμονες και άλλες μεταφυσικές παρηγοριές και παυσίλυπα θανάτου.

Μα πιο πολύ αγάπησα και θαύμασα τα αθώα και αξιοπρεπή ζώα. Τις γάτες κυρίως που μου δίδαξαν σοφά και διακριτικά πώς πρέπει να ζω και πώς να πεθαίνω αθόρυβα και γι’ αυτό τους είμαι ευγνώμων. Δεν υπήρξα ποτέ ταπεινός και δούλος. Έζησα ελεύθερος και μόνος. Φεύγω ευχαριστημένος για το μεγάλο τίποτα. Έκανα ότι μπορούσα. Παράπονο ουδέν. Αν και πλέον τίποτα από όλα αυτά δεν έχουν σημασία και κανέναν δεν νοιάζουν. Ίσως και να είμαι ήδη νεκρός. Πάντως στην επόμενη ζωή θα προσπαθήσω περισσότερο και ίσως να τα καταφέρω καλύτερα.