Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΟ

Κάθε λίγο και λιγάκι κοιτούσα το ρολόι μου με τη πανμεγιστότατη αδημονία που επέβαλαν οι στιγμές. Πλησίαζε δέκα και περίμενα να σχολάσω. Η ώρα δεν τσούλαγε με τίποτα. Τελευταία έχω γίνει πολύ ανυπόμονος σαν παιδαρέλι. Κι ας μην έχω να πάω κάπου συγκεκριμένα. Κι ας μην με επείγει τίποτα πλέον. Κι ας μην με περιμένει κανείς. Απλά είμαι ένας κουρασμένος υπάλληλος στην μέση ηλικία της ζωής του. Στην πιο κρίσιμη. Δεν μου αρέσει να αγχώνομαι και να ζορίζομαι. Δηλαδή δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Δεν μου πάει και στον χαρακτήρα. Από παιδί και εξ από ανέκαθεν. Ας πούμε ότι είμαι λίγο τεμπελάκος μα δεν έχω παράπονο. Καλά την έβγαλα μέχρι τώρα. Σχεδόν άβρεχτος γιατί φυλαγόμουν. Ήμουν προσεχτικός.  

Εδώ και ώρα είχαμε κλείσει ταμείο και το αφεντικό ακόμα μετρούσε τα χρήματα της ημέρας. Αν τα ‘βρισκε λειψά ή μου ‘χε ξεφύγει κάνα πλαστό χαρτονόμισμα την είχα γαμήσει. Θα μου τα ‘ψελνε και μπορεί να με έβαζε να τα πληρώσω απ’ την τσέπη μου όπως την άλλη φορά πριν κάνα τρίμηνο. Αν και τότε είχα καλύψει τον συνάδελφο της πρωινής βάρδιας απ’ την καλή μου την καρδιά. Αν πάλι τα βγάλει παραπάνω όλα καλά και όλα ωραία και δεν τρέχει τίποτα. Είναι πολύ τσιφούτης και θα κάνει το κορόιδο. Δεν πρόκειται να μου το πει. Ούτε φράγκο δεν πρόκειται να μου γυρίσει μα σκοτίστηκα. Χέστηκα. Μια δυο φορές τον είχα τσεκάρει κι ας μπήκα μέσα. Τα ‘βαλα απ’ την τσέπη μου τότε μα δεν πειράζει. Έσπασα πολύ πλάκα. Τα μέτραγε και τα ξαναμέτραγε ο μπούφος ρίχνοντάς μου συνέχεια λοξές ματιές σαν να ‘κλεβε το παγκάρι εκκλησίας και φοβόταν μην τον πιάσουν. Όχι ότι κατάλαβε τίποτα μα είχε γίνει κατακόκκινος σαν παντζάρι. Τότε καλά γελάσαμε. Όμως φτάνουν τα αστεία. Τώρα λιγότερα να μη βγουν. Αυτό έχει σημασία. Και μου χαλάσει ακόμη πιο πολύ τη διάθεση και του πω την τελευταία πρώτη και τον στείλω βραδιάτικα στο διάολο.

Δεν γαμιέται. Δεν θα ζω και μ’ αυτή την αγωνία κάθε βράδυ. Που αν είχα την δυνατότητα σίγουρα θα τον έκλεβα και δεν θα το μάθαινε ποτέ. Και τα σώβρακα θα του ‘παιρνα. Δεν έχω ηθικούς φραγμούς σε τέτοια θέματα όταν μάλιστα με εκμεταλλεύονται. Γιατί όλα τα αφεντικά έχουν την ίδια μούρη. Κρίμα μόνο που δεν μπορώ. Και παρ’ όλο που κατά βάθος τον συμπαθώ το μασκαρά. Δεν λέω. Επιχειρηματίας δηλώνει. Το συμφέρον του κοιτάζει. Για την πάρτη του νοιάζεται. Μα δεν είναι και για πέταμα ο άνθρωπος. Θέλω να ‘μαι δίκαιος απέναντί του. Πάντως σήμερα αργούσε χαρακτηριστικά και μου ‘χε σπάσει τα νεύρα. Δεν ξέρω τι έκανε τόση ώρα εκεί μέσα. Ή πρέπει να ‘ταν αφηρημένος ή πολύ προσεκτικός μην κάνει κάνα λάθος. Ένα από τα δύο. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Τον περίμενα να τελειώσει χαζεύοντας μία τον σκοτεινό συννεφιασμένο ουρανό και μία το παραθαλάσσιο πάρκο στο δρόμο απέναντι. Ο αέρας έφερνε κακά μαντάτα και άσχημα προαισθήματα από τα μακριά. Φυσούσε δυνατά και μύριζε βροχή. Ερχότανε μπουρίνι από τα δυτικά κι όπου να ‘ναι θα ξέσπαγε άγρια καταιγίδα. Από τα απόγευμα ο καιρός είχε ξαφνικά χαλάσει. Από τη μια στιγμή στην άλλη. Και δεν είχα πάρει ομπρέλα μαζί μου. Ούτε είχα ακούσει το μετεωρολογικό δελτίο. Το μεσημέρι που πήγα στη δουλειά ήταν χαρά θεού. Ευτυχώς που μένω δυο βήματα παραπάνω γιατί δεν θέλω να υποχρεώνομαι στο αφεντικό και να νιώθει ότι είναι ο προσωπικός μου ταξιτζής. Δεν θέλω να του δίνω δικαιώματα.

Τότε φάνηκε ένα τεράστιο μαύρο πολυτελέστατο τζιπ πολλών κυβικών και σταμάτησε μπροστά απ’ την αντλία του φυσικού αερίου. Τέτοια ώρα τέτοια λόγια σκέφτηκα. Δεν πρόσεξαν ότι η ταμπέλα ήταν σβησμένη. Στη θέση του οδηγού καθόταν ένας άντρας γύρω στα σαράντα και δίπλα του μια κυρία κάπως ηλικιωμένη μα καλοστεκούμενη. Απροσδιόριστης ηλικίας με την πρώτη ματιά μα πρέπει να τα ‘χε τα χρονάκια της. Κρίμα που θα τους στεναχωρούσα. Μου φάνηκαν τόσο συμπαθητικοί. Τους είπα ότι έχουμε κλείσει μα δεν έφυγαν αμέσως. Εκείνη με κοίταξε έντονα και διερευνητικά μέσα στα μάτια και χαμογέλασε ελαφριά. Άλλο και τούτο βραδιάτικα. Ανατρίχιασα. Ξαφνιάστηκα. Ένα κύμα ψύχους με διαπέρασε απότομα απ’ την κορυφή μέχρι τα νύχια. Έφαγα άγρια φλασιά. Με γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Ίσως να ‘ταν κι εκείνη μα δεν έπαιρνα και όρκο. Μπορεί και όχι. Δεν έβαζα το χέρι μου στη φωτιά. Πάντως της έμοιαζε πολύ. Δεν έβγαλα άχνα. Ούτε κιχ. Δεν το περίμενα. Με έπιασε απροετοίμαστο. Τι να την ρωτήσω και τι να μου πει. Πλέον είχα χάσει τελείως τη μιλιά μου. Ούτε κι αυτοί είπαν κάτι. Τουλάχιστον αν άκουγα τη φωνή της θα την αναγνώριζα με κάθε βεβαιότητα. Θα σιγουρευόμουν. Όσα χρόνια και να περάσουν η χροιά δεν αλλάζει. Όπως και το βλέμμα. Μα έμειναν κι οι δυο τους με το στόμα μισάνοιχτο μετέωροι κι αναποφάσιστοι. Μετά από λίγο έβαλαν μπρος κι έφυγαν. Πάνω στην ταραχή μου δεν σκέφτηκα ούτε τον αριθμό της πινακίδας να σημειώσω. Και σε τι θα ωφελούσε. Μαλακίες. Πάντως μου φάνηκε πρωτευουσιάνικη.

Επιτέλους το καλό μου αφεντικό είχε τελειώσει το μέτρημα του ρευστού και ήταν πολύ ευχαριστημένο από τις εισπράξεις της ημέρας. Είχε φωτίσει το πρόσωπό του. Έλαμπε από χαρά. Και το πιο σημαντικό ήταν πως όλα είχαν βρεθεί εντάξει. Χα χα. Καμιά υποψία οικονομικής ατασθαλίας στον ορίζοντα. Τουλάχιστον για σήμερα. Ανταλλάξαμε τα γέλια μας και τις καληνύχτες μας κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Εκείνος για το σπιτάκι και τη φαμίλια του με τη γυναικούλα και τα παιδάκια του κι εγώ μονάχος όπου θα πρόσταζε η φιλεύσπλαχνη θεά τύχη. Δεν πειράζει. Και τι έγινε. Κι έτσι καλά είναι. Δηλαδή μια χαρά και δυο τρομάρες. Βέβαια αύριο δουλεύω κανονικά και με τον νόμο μα η σημερινή νύχτα είναι μεγάλη και συνήθως απρόβλεπτη κι όπου με βγάλει. Δεν βαριέσαι. Πάλι για το καφενείο του κουλού με βλέπω πλάι στις ίδιες  σκατόφατσες. Όλα μια συνήθεια είναι. Χαϊδεύομαι λιγάκι μα δεν παραπονιέμαι. Δεν είναι κι άσχημα κι ας τα θέλει ο κώλος μου. Κι εκεί καλά περνάω με μπόλικη πλάκα και πολλά απρόοπτα. Βλέπεις έχω την περιπέτεια στο αίμα μου. Μα και πού αλλού να πας σ’ αυτή την κωλόπολη. Μικρό χωριό με μεγάλα φώτα. Πολλή σκατούλα για να με χωρέσει. Μα το λέει ακόμα η περδικούλα μου. Ούτε κατάλαβα πότε πενηντάρισα και δεν έχω κουραστεί να γυρίζω και να ψάχνομαι. Τρελά πράγματα. Δεν παίρνω χαμπάρι από τίποτα. Παραμένω σωστός δυναμίτης. Και στη δουλειά είμαι πάντα στην ώρα μου τύπος και υπογραμμός γιατί σέβομαι το ψωμί που τρώω απ’ τον κύριο εργοδότη.

Κάθε μέρα ο νεαρός συνάδελφος ανοίγει το μαγαζί απ’ τα χαράματα κι εγώ τον αλλάζω το μεσημέρι. Έδωσα μάχη για να κατοχυρώσω το απογευματινό ωράριο. Απ’ τις δύο μέχρι τις δέκα. Το κέρδισα με το σπαθί μου και με την μαγκιά μου και με τον τσαμπουκά μου. Λογομάχησα έντονα. Δεν ήταν παίξε γέλασε. Στην αρχή το αφεντικό ήθελε να κάνουμε τις βάρδιες εναλλάξ. Του το ξέκοψα. Του είπα ότι δεν μπορώ να σηκώνομαι νωρίς. Με καμία δύναμη. Έχω μεγάλο πρόβλημα με το πρωινό ξύπνημα. Ξεσυνήθισα γιατί η προηγούμενη δουλειά μου ήταν για κάμποσα χρόνια σεκιουριτάς σε νυχτερινή βάρδια. Δεν θυμάμαι τι άλλα παραμύθια του είπα ούτε κι αν με πίστεψε ο χλεχλές. Πάντως επέμεινα πολύ και στο τέλος κατάφερα να τον πείσω έστω και με το ζόρι. Μέχρι που του ‘βαλα και τις φωνές παίρνοντας κάποιο ρίσκο. Άστραψα και βρόντηξα γιατί είχα όλο το δίκιο με το μέρος μου. Βέβαια αν ήταν άλλος θα μπορούσε άνετα να μη με προσλάβει και να με στείλει στο διάολο από κει που ‘ρθα. Εγώ είχα ανάγκη και κόψιμο για δουλειά. Εκείνος έβρισκε όσους υπαλλήλους ήθελε. Δηλαδή ευτυχώς που γνωριζόμασταν από παλιά. Δεν κάναμε στενή παρέα μα ήμασταν συμμαθητές στο ίδιο σχολείο και μου χρωστούσε κάποιες μικρές χάρες. Έστω κι αν ήταν εντελώς ασήμαντες για μένα. Ας πούμε ότι καθόταν από πίσω μου και τον άφηνα να αντιγράφει στα μαθηματικά αλλιώς δεν θα ‘βλεπε το απολυτήριο ούτε ζωγραφιστό. Αν δεν υπήρχαν τα κομπιουτεράκια ούτε μια πρόσθεση της προκοπής δεν θα ήταν ικανός να κάνει ο σκράπας. Και κάποιες άλλες εκδουλεύσεις του ‘χα κάνει. Ας πούμε ότι του ‘χα πασάρει με το αζημίωτο δυο τρία εύκολα γκομενάκια από δεύτερο και τρίτο χέρι για να ξελαμπικάρει κι αυτός. Τώρα είχε φτάσει η ώρα να ανταποδώσει. Δηλαδή να με προσλάβει στη δούλεψή του παίρνοντας βέβαια και το ανάλογο ρίσκο. Γιατί ξέρει πολύ καλά πως είμαι μεγάλος και επιδέξιος μπουρλοτιέρης. Σωστός μπελάς. Μου αρέσει να βάζω φιτιλιές στα καλά καθούμενα και να βυθίζω ακόμα και ψαρόβαρκες στα αβαθή. Ας πούμε ότι έχω ένα περίεργο είδος χιούμορ που λίγοι μπορούν να καταλάβουν και να εκτιμήσουν. Οι περισσότεροι το παρεξηγούν με όλες τις γνωστές ολέθριες συνέπειες.

Μεγάλη γκαντεμιά. Είχε αρχίσει να βρέχει καταρρακτωδώς. Έριχνε καρεκλοπόδαρα και νερό με το τουλούμι κι εγώ έψαχνα τρέχοντας πλατιά υπόστεγα να προφυλαχτώ για να μη γίνω λούτσα μες στις λακκούβες και τα πλάτσα πλούτσα. Ευτυχώς δεν ήμουν πολύ μακριά απ’ το σπίτι κι ο δρόμος ήταν έρημος και άδειος από αμάξια και ταλαίπωρους διαβάτες. Φυσικά εκτός από μένα μα σε λίγο κόντευα να φτάσω. Παρόλο τον χαλασμό και την ταλαιπωρία δεν μπορούσα να την βγάλω απ’ το μυαλό μου. Σε όλη τη διαδρομή την σκεφτόμουν. Με έτρωγε η αμφιβολία και κάτι με γαργάλαγε κάτω από τον αφαλό σαν ηλεκτρισμός χαμηλής τάσης. Ένα ελαφρύ τσιτσίρισμα. Δεν μπορεί να έπεφτα τόσο έξω. Να έκανα τόσο λάθος. Ήταν η μικρότερη αδερφή της μαμάς κι είχα να την δω σαράντα ολόκληρα χρόνια. Ο άλλος δίπλα της γιος της μάλλον ή κάνας γκόμενος αν και τότε ήταν ακόμη ελεύθερη και καθόλου τεκνατζού. Έμενε στην πρωτεύουσα μα τα σαββατοκύριακα ερχόταν τακτικά με το τρένο σχεδόν μια φορά  το μήνα για δουλειές με φούντες όπως μας έλεγε. Όμως κατάφερνε να ξεκλέβει λίγες ώρες για να δει και μας τους αγαπημένους τους συγγενείς. Με τη μαμά είχαν λίγες  τυπικές κουβέντες. Δεν φαίνονταν πολύ αγαπημένες και δεν ήξερα το γιατί. Ίσως να είχαν ψυχρανθεί από κάποια παλιά παρεξήγηση. Όμως καθόλου δεν με ένοιαζε. Καρφί δεν μου καιγόταν. Με μένα και τον μπαμπά ήταν όλο αγκαλιές και φιλιά. Ήταν η όμορφη καλή μου θεία που πάντα ερχόταν γεμάτη δώρα και γλυκά. Ο πατέρας πήγαινε με το ταξί και την έπαιρνε απ’ το σταθμό. Το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί στο σπίτι και το απόγευμα πηγαίναμε οι τρεις μας βόλτα στην παραλία για καφέ και γλυκό ή παγωτό. Η μαμά δεν ερχόταν ποτέ μαζί μας. Εγώ ήμουν το άλλοθί τους και τους έκανα πλάτες. Ήμουν τάφος. Ποτέ δεν της είπα τίποτα. Κι ας με ρώτησε κάνα δυο φορές. Ίσως κάτι να είχε ψυλλιαστεί.

Όταν σουρούπωνε κι έπεφτε ο ήλιος κλεινόντουσαν οι δυο τους μέσα στο ταξί και γαμιόντουσαν με πάθος. Εγώ έμενα μόνος δίπλα στη θάλασσα να ρίχνω βότσαλα που χοροπηδούσαν πάνω στα κύματα. Ήμουν μόνο δώδεκα χρονών μα ήξερα αρκετά πράγματα για τον έρωτα. Δηλαδή για το σεξ. Είχα πρόωρη ανάπτυξη και ήδη είχα τραβήξει κάμποσες επιτυχημένες μαλακίες. Μετά από λίγο πλησίαζα αργά και προσεκτικά το αυτοκίνητο για να μη με καταλάβουν και τους έπαιρνα μάτι. Δυο όμορφα γυμνά ιδρωμένα κορμιά στα πίσω καθίσματα πάλευαν και αγκομαχούσαν. Εκείνη έσκουζε σαν να την σφάζουν. Ο μπαμπάς ανάσαινε βαριά και κολλούσε με δύναμη πάνω της. Δεν μπορούσα μα μπω μέσα και να χωθώ σαν σφήνα ανάμεσά τους. Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Δεν ξέρω αν με είχαν πάρει είδηση. Ποτέ δεν κάναμε κουβέντα γι’ αυτό. Σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Όταν τελείωναν την πηγαίναμε πάλι στο σταθμό των τρένων για να φύγει με το τελευταίο δρομολόγιο για την πρωτεύουσα. Μας αποχαιρετούσε πάντα και τους δύο με μια τρυφερή αγκαλιά κι ένα απαλό φιλί στο στόμα. Και την υπόσχεση ότι γρήγορα θα ξαναρχόταν. Όμως κάποια στιγμή οι επισκέψεις της στην πόλη σταμάτησαν. Η θεία εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Δεν ήξερα αν ζούσε ή αν πέθανε. Στο σπίτι πλέον δεν μιλούσαν για κείνη. Ούτε κι εγώ τολμούσα να ρωτήσω. Με βάραινε μια ένοχη συνείδηση ειδικά απέναντι στη μαμά. Την ξέχασα εντελώς κι αυτήν και τις βόλτες μας στην παραλία. Αργότερα έγινε εκείνο το περίεργο ατύχημα σε μια απότομη κλειστή στροφή και το ταξί βρέθηκε καμένο και σμπαραλιασμένο στο βάθος του γκρεμού. Ο μπαμπάς και η μαμά είχαν γίνει κάρβουνο. Δεν μπόρεσα να τους αναγνωρίσω. Μα ήμουν ήδη είκοσι χρονών και είχα πάρει το δρόμο μου. Δεν τους είχα πλέον ανάγκη. Ούτε άλλους συγγενείς και φίλους. Θα περνούσα τη ζωή μου ολομόναχος. Μου ταίριαζε καλύτερα.   

Μπήκα στο καφενείο του κουλού μούσκεμα. Έσταζα ολόκληρος σαν ναυαγός σε ερημονήσι. Τώρα η μπόρα είχε σταματήσει. Ίσα για να μου δυσκολέψει τη ζωή κι αυτή. Ξεπλύθηκαν και οι δρόμοι. Έγιναν γυαλιστεροί. Σε λίγο θα βγαίνανε και τα σαλιγκάρια. Ήταν νωρίς ακόμη. Πλησίαζε έντεκα. Το μαγαζί είναι μικρό γωνιακό με έξι τραπεζάκια ακριβώς κάτω από την πολυκατοικία μου. Γεμίζει γρήγορα μα πάντα βρίσκω μια καρέκλα να κάτσω. Οι πελάτες του είναι σταθεροί λίγοι και εκλεκτοί και τους ξέρω όλους. Σπάνια να μπει καινούργια φάτσα κι ακόμα δυσκολότερα να κολλήσει. Όμως σήμερα τέτοια ώρα είναι άδειο. Ο καφετζής χαζεύει τηλεόραση στο μουγγό και βαριέται τη ζωή του. Όμως δεν  κλείνει ακόμη. Δεν μου ‘δωσε σημασία. Να πει τουλάχιστον μια καλησπέρα του θεού. Το μαύρο λυκόσκυλο κοιμάται στα πόδια του κι ονειρεύεται. Απ’ το ραδιόφωνο ακούγονται καψουροτράγουδα. Πάω μόνος μου και βάζω τσίπουρο. Γεμίζω κι ένα μπολ με ξηροκάρπια και κάθομαι στη γωνιά μου. Αρχίζω να πίνω και να σκέφτομαι τα δικά μου. Όμως τον καταλαβαίνω τον άνθρωπο. Δεν του ρίχνω άδικο. Κάθε μέρα η ίδια μαλακία εδώ και τόσα χρόνια. Και τίποτα να μη συμβαίνει. Για πιο λόγο και σκοπό. Μια αρχιδιά. Πόσες φορές είπα  κι εγώ να τα βροντήξω απ’ το βενζινάδικο. Και μετά τι θα κάνω. Άγνωστο. Τι θα τρώω. Πώς θα πληρώνω τους λογαριασμούς μου. Πώς θα ‘μια εντάξει στις υποχρεώσεις μου. Σκατά. Το βλέπω. Με την αντλία της βενζίνης στο χέρι θα πεθάνω. Όπως κι αυτός εδώ πάνω απ’ το μπρίκι του καφέ.

Δεν κάθισα πολύ στο μαγαζί μα πρόλαβα να γίνω νταρέλα απ’ το πιόμα. Βγήκα έξω στρεκλώντας. Μάλλον πρέπει να το περιορίσω γιατί με πιάνει αμέσως. Αρχίζει και να με πειράζει. Δεν είμαι και κάνα παιδαρέλι. Από αύριο λοιπόν θα το περιορίσω. Ευτυχώς που μένω δίπλα. Κατάφερα και έφτασα στην γκαρσονιέρα μου σώος στεγνός και αβλαβής. Η γατούλα περίμενε υπομονετικά έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Της έβαλα να φάει κι αμέσως έπεσα στο κρεβάτι να ξεραθώ. Ούτε τα ρούχα δεν μπόρεσα να βγάλω. Άρχισα αμέσως να ροχαλίζω. Όμως ξαφνικά άκουσα επίμονα χτυπήματα στην πόρτα. Τρόμαξα. Άνοιξα τα μάτια μου και δεν ήξερα πού βρίσκομαι. Όλα γύρω μου θολά και ξένα. Αγνώριστα. Σαν να ονειρεύομαι. Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Είχε αρχίσει να φέγγει. Με τα χίλια ζόρια σηκώθηκα να ανοίξω και να δω ποιος είναι τέτοια ώρα. Ήταν κι οι τρεις τους σε παράταξη. Στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Το αφεντικό η γυναίκα και ο νεαρός. Δεν ήξερα ότι γνωρίζονταν. Μόνο ότι εκείνος τα σαββατοκύριακα ανέβαινε στην πρωτεύουσα για δουλειές. Τίποτε άλλο κι ούτε με ενδιέφερε να μάθω. Μου μίλησε. Οι άλλοι έμειναν βουβά πρόσωπα να με κοιτάζουν ανέκφραστα. Ήταν βιαστικός. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Τον κυνηγούσαν και για λίγο καιρό έπρεπε να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Να χαθεί από τον κόσμο. Να κρυφτεί. Το βενζινάδικο θα παρέμενε κλειστό. Από αύριο λουκέτο μέχρι νεωτέρας. Έπρεπε να ενημερώσω και τον συνάδελφο. Δεν προχώρησε σε λεπτομέρειες. Μόνο έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα πάκο χαρτονομίσματα και μου τα ‘δωσε να βολευτώ για τα έξοδά μου. Κάτι σαν αποζημίωση να πούμε τώρα που θα ‘μενα άνεργος μέχρι να βρω κάποια άλλη δουλειά.     

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου