Περνάω μεσημέρι έξω από το
καφενείο και ξαφνικά τον βλέπω μπροστά μου φάντη μπαστούνι περιποιημένο
κουστουμαρισμένο και χαμογελαστό να τα πίνει με τα φιλαράκια του. Είχα χρόνια
να τον τρακάρω μα η συνάντησή μας αποδείχτηκε ευτυχές γεγονός. Δεν ήξερα καν αν
ζει ή αν πέθανε με την άστατη ζωή που έκανε. Αν τον χώσανε στην μπουζού ή την
κοπάνησε στο εξωτερικό προς άγνωστη κατεύθυνση και ξέφυγε απ’ τους διώκτες του.
Ας πούμε πως ο άνθρωπος ήταν λιγάκι αλητάμπουρας. Παραξενεύομαι που τον βλέπω
έτσι σενιαρισμένο στην πένα γιατί τον ήξερα φτωχό και άψιλο. Τουλάχιστον την
τελευταία φορά που τον είδα βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Περνούσε άθλια ο
έρμος.
Τον θυμάμαι τότε που χώρισε
να κοιμάται για κάμποσο καιρό μέσα στο αυτοκίνητό του σε ένα πάρκινγκ πλάι στο
παλιό λιμάνι. Είχε χάσει τα αβγά και τα πασχάλια. Ήταν για λύπηση. Εκείνο το
διαζύγιο του κατέστρεψε την ζωή παρόλο που έφταιγε εκείνος. Δεν έκανε για γάμο
και για σπίτι. Ήταν του σκοινιού και του παλουκιού. Απηύδησε η γυναίκα του. Πάμπολλες
φορές είχε δείξει κατανόηση και τον είχε συγχωρήσει γιατί τον αγαπούσε μα δεν
άντεχε άλλο και στο τέλος τον σχόλασε. Δηλαδή τον ξαπόστειλε. Τον έστειλε στον
αγύριστο. Ευτυχώς δεν είχανε παιδιά. Εκείνη την εποχή που ήταν στα κάτω του τον
είχα βοηθήσει κι εγώ όσο μπορούσα. Μετά εξαφανίστηκε σαν να άνοιξε η γη και τον
κατάπιε. Όσο και να τον έψαξα άφαντος. Δεν βρέθηκε πουθενά. Ήταν φίλος παιδικός
απ’ το σχολείο. Όχι απ’ τους κολλητούς μα καλό παιδί. Κάναμε παρέα παρόλο που
δεν πολυταιριάζανε τα χνότα μας.
Όταν με αναγνωρίζει κάνει
σαν τρελός απ’ την χαρά του και με καλεί στην παρέα του να με κεράσει. Δεν θέλω
να του χαλάσω το χατίρι μα πιο πολύ τον πλησιάζω από περιέργεια. Αγκαλιαζόμαστε
και φιλιόμαστε. Είναι θερμός απέναντί μου μέχρι παρεξηγήσεως. Θυμάται ακόμα και
το όνομά μου μα δεν μπορώ να εξηγήσω την συμπεριφορά του. Είναι κάπως
υπερβολικός στις αντιδράσεις του. Όλοι γύρω του μου είναι άγνωστοι. Τον
περιστοιχίζουν περίεργοι τύποι και ύποπτες φυσιογνωμίες. Κοινώς σκατόφατσες. Πίνουν
στην υγειά του και είναι όλο γλέντια και τρελούς χορούς. Τσουγκρίζουμε τα
ποτήρια μας παρόλο που δεν ξέρω τι γιορτάζουνε και τι πρέπει να του ευχηθώ. Μην
νομίζεις ότι σε έχω ξεχάσει μου λέει. Αργώ μα πάντα πληρώνω τα χρέη μου και με
τόκο. Φαίνεται σκνίπα στο μεθύσι μα σίγουρα ξέρει τι λέει και τι κάνει. Οι
τσέπες του είναι παραφουσκωμένες. Βγάζει ένα πάκο χαρτονομίσματα και μου
μετράει τα δανεικά και αγύριστα που του ‘χα δώσει κάποτε πριν από χρόνια δεν
θυμάμαι πόσα που τα είχα κι ο ίδιος ξεχάσει. Άντε και σε καλή μεριά μου εύχεται
και σηκώνει ξανά το ποτήρι του ψηλά να τσουγκρίσουμε άσπρο πάτο. Με αιφνιδιάζει
ευχάριστα. Μένω αποσβολωμένος και άφωνος μα γρήγορα μου εξηγεί και το μυστήριο
λύνεται.
Πρόσφατα πριν από μια
βδομάδα ο παλιός μου συμμαθητής κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου και
ξελάσπωσε μια και καλή. Μιλάμε για πολλά φράγκα που δεν ξέρει τι να τα κάνει.
Πάντως σίγουρα δεν θα τα επενδύσει σε επιχειρήσεις και ομόλογα. Του φτάνουν να
τρώει και να πίνει για μια ολόκληρη ζωή. Να τακτοποιεί τις παλιές του υποχρεώσεις
και να βοηθάει τα φιλαράκια του σε ότι χρειαστούν. Δεν το περίμενα. Ήταν μάνα
εξ ουρανού την στιγμή που ήμουν ταπί και ψύχραιμος. Ότι χρειαστείς εδώ είμαι
εγώ για σένα μου είπε. Τελικά υπάρχει θεός σκέφτηκα που βοηθάει τους καλούς
ανθρώπους. Έμεινα μαζί τους όλη τη μέρα και τα πίναμε. Το βράδυ πήραμε σβάρνα
τα μπουζούκια τα μπαράκια και τα κωλάδικα με όμορφες λελούδες της μιας βραδιάς
σε κραιπάλες μέχρι τελικής πτώσης. Εννοείται πως τα πλήρωσε όλα εκείνος. Ήπιαμε
και αφυδατωθήκαμε ποικιλοτρόπως. Μας ξεζούμισαν οι βιζιτούδες. Όταν ξημέρωσε κι
έβγαλε ο ήλιος κέρατα ήμουν ψόφιος στην κούραση μα είχαμε περάσει φίνα και
ωραία. Σκέτο πτώμα. Δεν ένιωθα το κορμί μου μα αισθανόμουνα πολύ όμορφα. Χαλαρός
και ανάλαφρος δίχως προβλήματα και έγνοιες. Όλα τα δυσάρεστα είχα ξεχαστεί.
Όμως χρειαζόμουνα τουλάχιστον δυο μέρες ύπνο για να συνέλθω. Να στανιάρω και να
έρθω στα ίσα μου. Τον ευχαρίστησα για όλα. Αγκαλιαστήκαμε και αποχαιρετιστήκαμε
συγκινημένοι. Όποτε με χρειαστείς τώρα ξέρεις που θα με βρεις μου είπε.
Τον έψαξα πάλι μετά από κάνα
εξάμηνο για δανεικά και αγύριστα. Βρισκόμουν σε ανάγκη και κόψιμο. Ο παλιός μου
συμμαθητής ήταν η τελευταία μου ελπίδα. Δεν είχα άλλη λύση. Αλλιώς έπρεπε να
πέσω στην θάλασσα και να πνιγώ. Ή να φουντάρω από κάνα γκρεμό. Με κυνηγούσαν οι
δανειστές μου και ήθελαν να με λιντσάρουν. Φίλοι να σου πετύχουν. Πέρασα από το
καφενείο που σύχναζε και ρώτησα. Ήμουν άτυχος αλλά δεν είχα ακούσει τίποτα το
σχετικό. Το έμαθα από τον μαγαζάτορα και στεναχωρήθηκα πολύ. Κονόμησε την
παλιαρρώστια ο φίλος μας. Πάει κι αυτός. Την έκανε λαχείο. Πριν από τρεις
βδομάδες τον χάσαμε. Καρκίνος επιθετικός και μεταστατικός που δεν καταλαβαίνει
από ακτινοβολίες χημειοθεραπείες και τα ρέστα. Σκληρός καργιόλης που τον
θέρισε. Όμως δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ. Στο τέλος τον πήρε είδηση όταν δεν γινόταν
τίποτα. Τα λεφτά του τα μοίρασε από δω κι από κει σε ανθρώπους που τα
χρειάζονταν. Ήταν άστατος χαρακτήρας μα κατά βάθος καλό παιδί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου