Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Η ΚΑΡΛΟΤΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Περπατώ μόνος μέσα στην άγρια νύχτα. Ένας αρουραίος βγαίνει από την σχάρα ενός φρεατίου και κάτι μασουλάει. Φαντάζομαι ότι είναι μια φιλόστοργη μητέρα με μπόλικα παιδάκια. Παίρνει δυνάμεις για να πάει να τα θηλάσει. Ψάχνει για τροφή ρισκάροντας. Κινδυνεύοντας να χάσει τη ζωή της. Δίπλα της περνούν αυτοκίνητα με ταχύτητα. Παρακάτω μια γάτα με λιωμένα τα πισινά της πόδια στέκεται ακίνητη και αιμορραγεί περιμένοντας το τέλος της. Το υπόλοιπο σώμα της είναι άθικτο. Ο θάνατός της είναι αργός μα δεν τον καταλαβαίνει. Μπορεί και να μην πονάει καν. Δεν ξέρει τι της συμβαίνει. Με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορεί να κουνηθεί ρούπι από την θέση της. Μα εγώ είμαι πολύ βιαστικός. Τρέχω και δεν φτάνω. Πάω να συναντήσω για τελευταία φορά την παλιά μου ερωμένη. Εκείνη που κάποτε μου πήρε την παρθενιά και με έκανε άντρα. Πεθαίνει. Στο τσακ την προλαβαίνεις μου είπε η φίλη της που την φροντίζει.

Χτες το απόγευμα την συνάντησα τυχαία. Απορώ πώς με γνώρισε μετά από σαράντα τόσα χρόνια. Μάλλον δεν έχω αλλάξει πολύ από τότε. Την είχα πάρει κι εκείνη κάποιες φορές. Περιστασιακά. Με την άλλη όμως είχαμε κάνει κανονική σχέση έστω κι αν αποδείχτηκε ολέθρια. Ήταν η πρώτη και η τελευταία μου. Μεγάλος έρωτας παρόλο που κράτησε μόνο έξι μήνες. Όμως έχω να θυμάμαι σαράντα όμορφες συνουσίες. Δεν είναι και λίγο. Τσιμπουκοπνίχτρα και πρωταθλήτρια της πεολειχίας με επιδέξια γλώσσα. Αξέχαστες εποχές. Χωρίσαμε επεισοδιακά με καβγάδες και σπασίματα. Παραλίγο να γίνει και φονικό. Οι γείτονες είχαν φωνάξει την αστυνομία. Με έβριζε με μίσος και οργή στα καλιαρντά μα δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Από τότε δεν την ξαναείδα. Είχα ακούσει ότι ζούσε μόνιμα στην πρωτεύουσα και δούλευε ως τραβεστί στον δρόμο και στις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα. Για τις ανάγκες του επαγγέλματος είχε αλλάξει και το όνομά της προς το καλλιτεχνικότερο και πιο πουτανέ. Είχε κάνει και κάποιες επεμβάσεις στο σώμα της. Τον είχε κόψει και είχε αποκτήσει δύο όμορφες ατελείωτες βυζάρες. Είχε γίνει κουκλάρα μου λέγανε. Γυναίκα με τα όλα της. Καμιά σχέση με κείνο το λιγνό και άγουρο ξανθό θηλυπρεπές αγοράκι που είχα γνωρίσει και είχα αγαπήσει κάποτε.

Ταλαιπωρήθηκα μέχρι να βρω το σπίτι της σε μια συνοικία στην άκρη της πόλης. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη κι απέξω είχε φωταψίες. Μπαίνω μέσα με δισταγμό. Κόσμος αρκετός κι όλοι τους σκυθρωποί με πρόσωπα σκοτεινά και λυπημένα. Παρά τα ελαττώματά της πρέπει να ήταν πολύ αγαπητή. Άγριο τριαντάφυλλο. Δυστυχώς δεν την πρόλαβες μου λέει η φίλη της. Έχει πέσει σε κώμα και σε λίγο τελειώνει. Πριν από λίγο έφυγε ο γιατρός. Μας είπε πως είναι ζήτημα ωρών μπορεί και λεπτών. Καλύτερα έτσι. Και τι να της έλεγα. Μπορεί καν να μη με θυμόταν. Μέσα είναι και άλλες γυναίκες καμιά δεκαριά που την μοιρολογούν από τώρα με βουβό κλάμα κι ας είναι ακόμα ζωντανή. Ποιος ξέρει. Ίσως κάτι να καταλαβαίνει. Στο σαλόνι κάθονται και τρεις άντρες με βλέμμα θολό που καπνίζουν σιωπηλοί. Ένας από δαύτους με κόβει λοξά και πονηρά. Μου φαίνονται σκατόφατσες και τους αγνοώ παντελώς. Τέτοια ώρα δεν θέλω χειραψίες σού ‘πα μού ‘πες και πάρε δώσε με κανέναν. Μπαίνω κατευθείαν στο δωμάτιό της και πλησιάζω το κρεβάτι της. Την κοιτάζω προσεκτικά μα δεν μπορώ να την αναγνωρίσω. Έχει μείνει μόνο ο σκελετός της. Το στόμα της είναι γεμάτο άφτρες και το κορμί της όλο μαύρα στίγματα. Τα μαλλιά της αραιωμένα και αδύναμα. Μύριζε θάνατο. Ένα ζόμπι που βγήκε από ταινία θρίλερ όπως ήταν και όλη της η ζωή. Ανάσαινε αργά κι έδειχνε γαληνεμένη. Ήδη βρισκότανε αλλού. Δεν της είπα τίποτα. Δεν έβγαλα άχνα. Μόνο χάιδεψα απαλά το κεφαλάκι της και βγήκα αμέσως έξω.

Είχα μάθει ότι κόλλησε τον ιό του διαβόλου μα δεν ήξερα ότι δεν έπαιρνε τα φάρμακά της. Πίστευε ότι μαλακίες άκουγε από δω κι από κει. Ότι δεν υπάρχει το έιτζ κι ότι όλα αυτά είναι μία μεγάλη συνομωσία σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα. Συνέχισε ακάθεκτη και τις κόκες και τα άλλα καργιόλια που τις θόλωναν το μυαλό και την έστελναν στον έβδομο ουρανό. Το εδώ και τώρα την ενδιέφερε μονάχα. Ήθελε να είναι χαρούμενη και ευτυχισμένη και να περνάει καλά με κάθε τίμημα. Λίγα χρόνια και καλά από τότε που ήμασταν μαζί. Δυστυχισμένο μα και φιλοσοφημένο άτομο. Της έβγαζα το καπέλο. Είχε τα αρχίδια και τα ούμπαλα να ζήσει με τους δικούς της όρους. Είχε τσαγανό και ποτέ δεν λιποψύχησε. Μόνο στο τέλος όταν κατάπεσε και οι πόνοι γίνανε αφόρητοι το ‘ριξε στη θρησκεία και βρήκε παρηγοριά στο ευαγγέλιο. Χτες κοινώνησε και εξομολογήθηκε τα κρίματα και τις αμαρτίες της. Τώρα ήταν πανέτοιμη για το μεγάλο ταξίδι. Τουλάχιστον αυτή ανέκαθεν πίστευε στην μετά θάνατο ζωή. Είχε ένα αποκούμπι. Εκεί που θα ξεκούραζε το θλιβερό της σαρκίο και θα ανάπαυε την πονεμένη της ψυχή.

Κάθισα κάνα μισάωρο στο σπίτι και ήπια τον πικρό καφέ της παρηγοριάς. Κάποια στιγμή βγήκε απ’ το δωμάτιο μία γυναίκα και μας ανακοίνωσε επίσημα ότι η αγαπημένη τους φιλενάδα σύντροφος και συνοδοιπόρισσα πέθανε. Αυτό ήταν. Τελείωσε το μαρτύριό της. Τότε ξέσπασε ένας μεγάλος θρήνος που δεν μπορούσα να τον αντέξω. Μου τρύπαγε τα αυτιά. Βγήκα έξω τρέχοντας και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Η κηδεία θα γινόταν αύριο το μεσημέρι στο τρίτο νεκροταφείο. Εκεί είχε οικογενειακό τάφο. Δεν ξέρω. Μπορεί και να πήγαινα. Προχωράω γρήγορα. Είμαι βιαστικός. Τρέχω με την ψυχή στο στόμα. Θέλω να κρυφτώ απ’ τον κόσμο μα το παρελθόν διαρκώς με κυνηγά. Περνάω από τα ίδια μέρη. Ο αρουραίος είναι εξαφανισμένος. Την γλύτωσε κι απόψε. Και η γάτα άφαντη μα αυτό είναι παράξενο. Δεν μπορεί να το ‘βαλε στα πόδια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου