Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ (ΟΙ ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ)

Έχει βραδιάσει. Περπατώ έξω μετά από βροχή. Μπροστά μου κάτι γυαλίζει. Δεν είναι αντικατοπτρισμός ούτε παραίσθηση αλλά μια λακκούβα γεμάτη νερό. Είμαι αφηρημένος. Μόλις την τελευταία στιγμή την παίρνω χαμπάρι και πηδάω από πάνω της. Αποφεύγω και τις λάσπες. Παραμένω στεγνός και καθαρός και προχωρώ ακάθεκτος. Συνεχίζω την πορεία μου. Δεξιά αριστερά έχουν βγει κάμποσα σαλιγκάρια. Κάποια βρίσκονται στην μέση του δρόμου. Προσπαθώ να μην τα πατήσω. Έχουν άγνοια του κινδύνου και καμία αγωνία για την μελλοντική τους κατάληξη. Αργοπορούν. Σκύβω και τα βάζω στην άκρη δίπλα σε κάνα δέντρο. Κάπου τέλος πάντων με χώμα και βλάστηση. Όμως λίγο παρακάτω ακούω κάτω απ’ το αριστερό μου παπούτσι ένα κρατς. Δεν νιώθω τύψεις που το πάτησα και το έλιωσα. Έτσι κι αλλιώς δεν κατάλαβε τίποτα. Απλά ήμουν λιγάκι απρόσεκτος. Αν κι έκανα ότι μπορούσα.

Δίχως να το καταλάβω έχω φτάσει στο κέντρο της πόλης. Ακούω τσακωμούς κι αγριοφωνάρες. Στρίβω στη γωνία και βγαίνω στην μεγάλη πλατεία. Δεν ξέρω ποιοι και γιατί έχουν αρπαχτεί στα χέρια. Οι πιο πολλοί είναι οξύθυμοι νεαροί. Καμιά κατοσταριά κεφάλια παλεύουν σαν άγρια θηρία με καδρόνια και ρόπαλα. Γίνεται μακελειό. Όλοι ουρλιάζουν και βρίζουν. Κάποιοι είναι πεσμένοι χάμω χτυπημένοι λιπόθυμοι ή νεκροί. Δεν σαλεύουν απ’ τη θέση τους μα δεν είμαι και σίγουρος. Δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω μα ένας τουλάχιστον πρέπει να είναι νεκρός. Το κεφάλι του είναι ανοιγμένο στην μέση και τα μυαλά του βρίσκονται χυμένα στην άσφαλτο. Εγώ είμαι απλά ένας αυτόπτης μάρτυρας που βρίσκεται στην άκρη και παρακολουθεί αμέτοχος την σύρραξη. Κάποια στιγμή με παίρνουν είδηση κι έρχονται κατά πάνω μου με άγριες διαθέσεις. Κινδυνεύω να με λιντσάρουν χωρίς λόγο και αιτία. Οι αντίπαλες ομάδες ενώθηκαν και είμαι μόνος εναντίον όλων. Έχω κοκαλώσει απ’ τον φόβο μου μα βρίσκω τη δύναμη να το βάλω στα πόδια. Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ κι εκείνη με κυνηγούν στο κατόπι. Βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής μα λίγο παρακάτω κρύβομαι και χάνουν τα ίχνη μου. Τους βλέπω να απομακρύνονται και κάποια στιγμή χάνονται απ’ τα μάτια μου. Φτάνω τελικά στο σπίτι μου με κομμένη την ανάσα.  Μπαίνω τρομαγμένος και καταϊδρωμένος μέσα στο υπόγειο και διπλοκλειδώνω την πόρτα. Μόνο εδώ αισθάνομαι ασφαλής κι ας είμαι ολομόναχος. Είναι το κρησφύγετό μου.    

Ανάβω το φως. Μία κατσαρίδα βρίσκεται ανάσκελα στο πάτωμα. Αυτή καθάρισε. Εγώ να δω τι θα κάνω. Την μαζεύω με μία χαρτοπετσέτα. Άλλες δύο ερωτοτροπούν πισωκολλητά πάνω στον τοίχο. Δεν τις πειράζω. Συνήθως δεν τις φοβάμαι ούτε τις σιχαίνομαι. Μάλλον τις λυπάμαι. Τρομάζουν και στριφογυρίζουν για αρκετή ώρα μέχρι να ξεκολλήσουν και να κρυφτούν τρέχοντας κάτω απ’ τον καναπέ. Όμως ξαφνικά το δάπεδο γεμίζει με δεκάδες από δαύτες. Με πιάνει πανικός. Δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν. Παίρνω στο χέρι μια παντόφλα κι αρχίζω να τις πατικώνω και να τις λιώνω. Γίνεται μακελειό. Σκορπίζουν και τρέχουν αλαφιασμένες να κρυφτούν. Τις κυνηγάω και τις σκοτώνω δίχως έλεος. Δεν πρέπει να μείνει ούτε μία ζωντανή. Αναποδογυρίζω τα έπιπλα. Χώνομαι κάτω απ’ το κρεβάτι. Ψάχνω στην κουζίνα και στο μπάνιο. Μετά από λίγο τις έχω όλες εξολοθρεύσει. Τις μαζεύω με την σκούπα και το φαράσι και τις πετάω στα σκουπίδια. Προσπαθώ να βάλω μια τάξη στο σπιτικό μου που έγινε ρημάδι. Να γίνουν όλα όπως πρώτα. 

Όμως δεν προλαβαίνω να ηρεμήσω. Τώρα κάποιοι χτυπούν επίμονα την πόρτα και μου φωνάζουν. Άνοιξε γιατί θα τα σπάσουμε όλα. Δεν μπορείς να μας ξεφύγεις. Σβήνω το φως και κοιτάζω απ’ το ματάκι. Είναι οι εξαγριωμένοι νεαροί που με κυνηγούσαν πριν από λίγο. Δεν ξέρω πώς με βρήκανε. Ακούω πάλι την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά και ακανόνιστα έτοιμη να ξεριζωθεί από το σώμα μου. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σε λίγο θα μπουκάρουν μέσα. Τρέχω στο παράθυρο που βλέπει πίσω στον ακάλυπτο. Το ανοίγω προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο. Βγαίνω έξω. Εδώ έχει ησυχία σκοτάδι και απόλυτη ερημιά. Κρύβομαι πίσω από μία μεγάλη γλάστρα. Το ψηλό φυτό είναι η προστασία μου. Μέσα από την γκαρσονιέρα μου ακούω σπασίματα και ουρλιαχτά. Έχουν εισβάλει οι βάρβαροι. Λουφάζω και περιμένω μέχρι να περάσει η μπόρα. Μία κατσαρίδα ξεπροβάλει μέσα από το σιφόνι. Κοντοστέκεται και με κοιτάζει κατάματα. Κι ένας γυμνοσάλιαγκας σκαρφαλωμένος μέσα στην γλάστρα μασουλάει αμέριμνος το φύλλο του.    

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου