Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 13

Ένα βιβλίο είναι η αναβολή μιας αυτοκτονίας.

                                                                     Εμίλ Σιοράν

Τέχνη καλείται η συνέχιση της ζωής με άλλα μέσα. Όμως πλέον ο συγγραφέας είναι νεκρός στα πενήντα τέσσερα ακριβώς χρόνια. Πέθανε την μέρα που γεννήθηκε μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Δεν τρελάθηκε ούτε αυτοκτόνησε. Απλά δεν του δόθηκε άλλη πίστωση χρόνου. Δεν έχει παράπονο. Δεν λυπάται γιατί φεύγει πλήρης νυκτών και ημερών.  Έζησε με πάθος βιαστικά και απελπισμένα γιατί φοβόταν πολύ τον θάνατο. Τώρα έφτασε η ώρα να φορέσει το ξύλινο παλτό έστω κι αν δεν κρυώνει ακόμα.

Σε όλη του τη ζωή υπήρξε ένας αποστάτης του είδους του. Ενώ ανήκε στους χόμο σάπιενς τους δήθεν σοφούς ανθρώπους ένιωθε ένας άτριχος πίθηκος που έζησε σαν γάτος έξω από κοπάδια και αγέλες και ψόφησε σαν σκύλος πεταμένος σε ένα χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Όμως πριν το τέλος έπρεπε να συμφιλιωθεί. Να μη φύγει πικραμένος και οργισμένος. Ανειρήνευτος. Έκανε ότι μπορούσε μα  δεν τα κατάφερε.

Τέλος λοιπόν άλλης μια δίσεκτης εποχής μα λιγότερο δύσκολης απ’ τις προηγούμενες και με περισσότερες χαρές και απολαύσεις. Είκοσι χρόνια κομμάτια και τριακόσιες τόσες ιστολογικές αναρτήσεις είναι αρκετά. Τώρα σιωπή.

*Το βιβλίο με τίτλο «ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ» αποτελείται από τριάντα τέσσερα μικρά πεζά και διηγήματα και αφιερώνεται εγκάρδια στους επόμενους που θα συνεχίσουν. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Αύγουστο 2026 μέσα στο κατακαλόκαιρο που ‘ναι παχιές οι μύγες και πάντα μόνο για φίλους.

 

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Έξω έχει χειμωνιάτικη λιακάδα. Η μέρα είναι ηλιόλουστη. Χαρά Θεού. Κι όμως η γάτα μου πεθαίνει. Ξεψυχάει. Τελειώνει. Η όμορφη αλανιάρα μου Νταιζούλα έφτασε δέκα χρονών. Δεν είναι και λίγο για ζώο του δρόμου χωρίς εμβόλια φάρμακα και κτηνιάτρους. Γερό σκαρί. Μακροημέρευσε περνώντας κοντά μου μια ευτυχισμένη ζωή. Οι προηγούμενες δεν έζησαν πολύ. Ίσως λίγο περισσότερο από όλες η ταρταρούγα με το θολό αριστερό της μάτι. Τελικά τα θηλυκά είναι πιο δυνατά. Της μάζευα από τον ακάλυπτο. Άλλες έρχονταν και ξεψυχούσαν έξω απ’ το παράθυρό μου. Η Νταίζυ για τρεις μέρες είχε εξαφανιστεί. Ανησύχησα. Με ζώσανε τα μαύρα φίδια. Κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Γύρισε μα δεν είχε όρεξη ούτε για φαγητό ούτε για νερό. Φαινόταν καταπονημένη και αδυνατισμένη. Με κοίταζε στα μάτια και νιαούριζε με παράπονο. Ζητούσε βοήθεια μα πλέον δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ήταν ζήτημα ωρών.

Τώρα έχει πέσει σε λήθαργο με δύσπνοια. Αναπνέει βαριά και γρήγορα. Της χαϊδεύω απαλά το κεφαλάκι μα δεν ξέρω αν το καταλαβαίνει. Τουλάχιστον γνώριζε καλά ότι την αγαπούσα και μου το ανταπόδιδε και με το παραπάνω. Το τελευταίο δεκάλεπτο βγάζει μικρές κραυγούλες πόνου. Στο τέλος κάνει δύο τινάγματα με συσπάσεις του κορμιού της και αφήνει την τελευταία της πνοή. Σαν τελευταίο αποχαιρετισμό κουνάει την ουρά της κυματιστά προς τα πάνω. Μετά κοκαλώνει με τα μάτια ορθάνοιχτα. Αυτό ήταν. Πάει. Το μαρτύριο τέλειωσε. Σφίχτηκε το στομάχι μου. Ράγισε η καρδιά μου. Είχα χρόνια να κλάψω. Την έβαλα σε ένα χαρτόκουτο και την άφησα μέσα στον κάδο των απορριμμάτων όπως και τις προηγούμενες. Το πρωί θα περάσει να την παραλάβει το σκουπιδιάρικο του δήμου. Όμως δεν πρόκειται να την ξεχάσω. Όπως και όλα τα πλάσματα του κόσμου τούτου που ξάπλωσαν πλάι μου στο κρεβάτι και κοιμήθηκαν μαζί μου.

Κουράστηκα. Βαρέθηκα. Δεν πάει άλλο. Ίσως να φταίει που έχω μείνει ολομόναχος. Είχα δυο τρεις καλούς φίλους για παρηγοριά που γνωριζόμασταν από μικρά παιδιά μα έφυγαν κι αυτοί νωρίς. Δεν μπορώ πια άλλες κηδείες και αποχωρισμούς. Δεν αντέχω άλλα πένθη. Άλλες απώλειες. Μάλλον πλησιάζει και η δικιά μου σειρά να την πουλέψω.  Την είδα την ζωή και την γνώρισα απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Τελικά μια μαλακία ήταν. Εννιά ξυδάτες και μια λαδάτη. Συνέχεια με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Μια πίκρα. Και ενδιάμεσα πολλή βαρεμάρα και ανία. Λίγες οι χαρές και οι απολαύσεις. Και όλα για το τίποτα. Όλα μάταια. Όλα χωρίς νόημα. Δεν φταίει κανείς. Έτσι ήταν η φτιαξιά μου. Δεν υπήρξαν καλύτερες μέρες σε προηγούμενες εποχές ή μάλλον έχουν σβήσει από την μνήμη μου. Κάποτε ήμουνα απλά εσωστρεφής μοναχικός και απαισιόδοξος. Τώρα είμαι απελπισμένος απογοητευμένος και μόνος. Καταθλιπτικός με πλήρη επίγνωση της κατάστασής μου.

Ίσως πρέπει να αρχίσω το αλκοόλ τα χάπια τα ναρκωτικά και άλλες ψυχότροπες ουσίες ελπίζοντας σε έναν βαρβάτο καρκίνο που γρήγορα θα με απαλλάξει απ’ την ύπαρξη που με βασανίζει. Ή καλύτερα να φύγω στον ύπνο μου από ανακοπή της ραγισμένης μου καρδιάς στα πενήντα τέσσερά μου την μέρα των γενεθλίων μου βλέποντας φλας μπακ σαν όνειρο την προηγούμενη ζωή μου. Ωραία θα ‘ναι. Χωρίς να το καταλάβω. Χωρίς να βασανιστώ περισσότερο. Δίχως αγωνία και τρόμο για το άγνωστο που με περιμένει. Για το μεγάλο τίποτα. Αν και ολομόναχος όπως τα ζώα. Δίχως κάποιον να μου κρατάει το χέρι τις τελευταίες στιγμές. Μα δεν πειράζει. Έτσι το θέλησα. Αυτή ήταν η μοίρα μου. Δυο σπασμοί και τινάγματα των ποδιών για τελευταίο αποχαιρετισμό και μετά κόκαλο με τα μάτια ορθάνοιχτα να καρφώνουν το ταβάνι. Αμήν.

Τουλάχιστον δεν έκλαψε και δεν στεναχωρήθηκε κανένας εξαιτίας μου. Με βρήκανε μετά από πολλές μέρες σπάζοντας την πόρτα σε προχωρημένη σήψη και αποσύνθεση μάλλον απ’ την μπόχα και τη δυσοσμία μέσα σε ένα σμήνος από χοντρές χρυσόμυγες. Εκείνες είχαν καταλάβει πρώτες την θανατίλα κι έτρεξαν να το εκμεταλλευτούν. Αυτό ήταν λοιπόν. Το παραμύθι τελείωσε. Έφτασε το τέλος του παιχνιδιού. Επιστρέφω στο ποτέ και στο πουθενά. Διασπώμαι ξανά σε αεικίνητα στοιχειώδη σωματίδια και άβουλα ενεργειακά πεδία. Γίνομαι πάλι μια αγνή και αθώα φύση έξω από τον χρόνο. Δίχως παρόν παρελθόν και μέλλον. Εγώ καθάρισα. Όσο για σας καλοί μου άνθρωποι εύχομαι ολόψυχα υπομονή κουράγιο και καλή τύχη. Κι ας μην πρόκειται να ξανασυναντηθούμε. Δεν πειράζει. Γεια σας μάγκες. Γεια σας παίδες. Φιλιά πολλά και αντίο σε όλους. Σας αγαπώ πολύ.

 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Η ΚΑΡΛΟΤΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Περπατώ μόνος μέσα στην άγρια νύχτα. Ένας αρουραίος βγαίνει από την σχάρα ενός φρεατίου και κάτι μασουλάει. Φαντάζομαι ότι είναι μια φιλόστοργη μητέρα με μπόλικα παιδάκια. Παίρνει δυνάμεις για να πάει να τα θηλάσει. Ψάχνει για τροφή ρισκάροντας. Κινδυνεύοντας να χάσει τη ζωή της. Δίπλα της περνούν αυτοκίνητα με ταχύτητα. Παρακάτω μια γάτα με λιωμένα τα πισινά της πόδια στέκεται ακίνητη και αιμορραγεί περιμένοντας το τέλος της. Το υπόλοιπο σώμα της είναι άθικτο. Ο θάνατός της είναι αργός μα δεν τον καταλαβαίνει. Μπορεί και να μην πονάει καν. Δεν ξέρει τι της συμβαίνει. Με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορεί να κουνηθεί ρούπι από την θέση της. Μα εγώ είμαι πολύ βιαστικός. Τρέχω και δεν φτάνω. Πάω να συναντήσω για τελευταία φορά την παλιά μου ερωμένη. Εκείνη που κάποτε μου πήρε την παρθενιά και με έκανε άντρα. Πεθαίνει. Στο τσακ την προλαβαίνεις μου είπε η φίλη της που την φροντίζει.

Χτες το απόγευμα την συνάντησα τυχαία. Απορώ πώς με γνώρισε μετά από σαράντα τόσα χρόνια. Μάλλον δεν έχω αλλάξει πολύ από τότε. Την είχα πάρει κι εκείνη κάποιες φορές. Περιστασιακά. Με την άλλη όμως είχαμε κάνει κανονική σχέση έστω κι αν αποδείχτηκε ολέθρια. Ήταν η πρώτη και η τελευταία μου. Μεγάλος έρωτας παρόλο που κράτησε μόνο έξι μήνες. Όμως έχω να θυμάμαι σαράντα όμορφες συνουσίες. Δεν είναι και λίγο. Τσιμπουκοπνίχτρα και πρωταθλήτρια της πεολειχίας με επιδέξια γλώσσα. Αξέχαστες εποχές. Χωρίσαμε επεισοδιακά με καβγάδες και σπασίματα. Παραλίγο να γίνει και φονικό. Οι γείτονες είχαν φωνάξει την αστυνομία. Με έβριζε με μίσος και οργή στα καλιαρντά μα δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Από τότε δεν την ξαναείδα. Είχα ακούσει ότι ζούσε μόνιμα στην πρωτεύουσα και δούλευε ως τραβεστί στον δρόμο και στις πιάτσες του πληρωμένου έρωτα. Για τις ανάγκες του επαγγέλματος είχε αλλάξει και το όνομά της προς το καλλιτεχνικότερο και πιο πουτανέ. Είχε κάνει και κάποιες επεμβάσεις στο σώμα της. Τον είχε κόψει και είχε αποκτήσει δύο όμορφες ατελείωτες βυζάρες. Είχε γίνει κουκλάρα μου λέγανε. Γυναίκα με τα όλα της. Καμιά σχέση με κείνο το λιγνό και άγουρο ξανθό θηλυπρεπές αγοράκι που είχα γνωρίσει και είχα αγαπήσει κάποτε.

Ταλαιπωρήθηκα μέχρι να βρω το σπίτι της σε μια συνοικία στην άκρη της πόλης. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη κι απέξω είχε φωταψίες. Μπαίνω μέσα με δισταγμό. Κόσμος αρκετός κι όλοι τους σκυθρωποί με πρόσωπα σκοτεινά και λυπημένα. Παρά τα ελαττώματά της πρέπει να ήταν πολύ αγαπητή. Άγριο τριαντάφυλλο. Δυστυχώς δεν την πρόλαβες μου λέει η φίλη της. Έχει πέσει σε κώμα και σε λίγο τελειώνει. Πριν από λίγο έφυγε ο γιατρός. Μας είπε πως είναι ζήτημα ωρών μπορεί και λεπτών. Καλύτερα έτσι. Και τι να της έλεγα. Μπορεί καν να μη με θυμόταν. Μέσα είναι και άλλες γυναίκες καμιά δεκαριά που την μοιρολογούν από τώρα με βουβό κλάμα κι ας είναι ακόμα ζωντανή. Ποιος ξέρει. Ίσως κάτι να καταλαβαίνει. Στο σαλόνι κάθονται και τρεις άντρες με βλέμμα θολό που καπνίζουν σιωπηλοί. Ένας από δαύτους με κόβει λοξά και πονηρά. Μου φαίνονται σκατόφατσες και τους αγνοώ παντελώς. Τέτοια ώρα δεν θέλω χειραψίες σού ‘πα μού ‘πες και πάρε δώσε με κανέναν. Μπαίνω κατευθείαν στο δωμάτιό της και πλησιάζω το κρεβάτι της. Την κοιτάζω προσεκτικά μα δεν μπορώ να την αναγνωρίσω. Έχει μείνει μόνο ο σκελετός της. Το στόμα της είναι γεμάτο άφτρες και το κορμί της όλο μαύρα στίγματα. Τα μαλλιά της αραιωμένα και αδύναμα. Μύριζε θάνατο. Ένα ζόμπι που βγήκε από ταινία θρίλερ όπως ήταν και όλη της η ζωή. Ανάσαινε αργά κι έδειχνε γαληνεμένη. Ήδη βρισκότανε αλλού. Δεν της είπα τίποτα. Δεν έβγαλα άχνα. Μόνο χάιδεψα απαλά το κεφαλάκι της και βγήκα αμέσως έξω.

Είχα μάθει ότι κόλλησε τον ιό του διαβόλου μα δεν ήξερα ότι δεν έπαιρνε τα φάρμακά της. Πίστευε ότι μαλακίες άκουγε από δω κι από κει. Ότι δεν υπάρχει το έιτζ κι ότι όλα αυτά είναι μία μεγάλη συνομωσία σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να καταστρέψουν την ανθρωπότητα. Συνέχισε ακάθεκτη και τις κόκες και τα άλλα καργιόλια που τις θόλωναν το μυαλό και την έστελναν στον έβδομο ουρανό. Το εδώ και τώρα την ενδιέφερε μονάχα. Ήθελε να είναι χαρούμενη και ευτυχισμένη και να περνάει καλά με κάθε τίμημα. Λίγα χρόνια και καλά από τότε που ήμασταν μαζί. Δυστυχισμένο μα και φιλοσοφημένο άτομο. Της έβγαζα το καπέλο. Είχε τα αρχίδια και τα ούμπαλα να ζήσει με τους δικούς της όρους. Είχε τσαγανό και ποτέ δεν λιποψύχησε. Μόνο στο τέλος όταν κατάπεσε και οι πόνοι γίνανε αφόρητοι το ‘ριξε στη θρησκεία και βρήκε παρηγοριά στο ευαγγέλιο. Χτες κοινώνησε και εξομολογήθηκε τα κρίματα και τις αμαρτίες της. Τώρα ήταν πανέτοιμη για το μεγάλο ταξίδι. Τουλάχιστον αυτή ανέκαθεν πίστευε στην μετά θάνατο ζωή. Είχε ένα αποκούμπι. Εκεί που θα ξεκούραζε το θλιβερό της σαρκίο και θα ανάπαυε την πονεμένη της ψυχή.

Κάθισα κάνα μισάωρο στο σπίτι και ήπια τον πικρό καφέ της παρηγοριάς. Κάποια στιγμή βγήκε απ’ το δωμάτιο μία γυναίκα και μας ανακοίνωσε επίσημα ότι η αγαπημένη τους φιλενάδα σύντροφος και συνοδοιπόρισσα πέθανε. Αυτό ήταν. Τελείωσε το μαρτύριό της. Τότε ξέσπασε ένας μεγάλος θρήνος που δεν μπορούσα να τον αντέξω. Μου τρύπαγε τα αυτιά. Βγήκα έξω τρέχοντας και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Η κηδεία θα γινόταν αύριο το μεσημέρι στο τρίτο νεκροταφείο. Εκεί είχε οικογενειακό τάφο. Δεν ξέρω. Μπορεί και να πήγαινα. Προχωράω γρήγορα. Είμαι βιαστικός. Τρέχω με την ψυχή στο στόμα. Θέλω να κρυφτώ απ’ τον κόσμο μα το παρελθόν διαρκώς με κυνηγά. Περνάω από τα ίδια μέρη. Ο αρουραίος είναι εξαφανισμένος. Την γλύτωσε κι απόψε. Και η γάτα άφαντη μα αυτό είναι παράξενο. Δεν μπορεί να το ‘βαλε στα πόδια.


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ

Περνάω μεσημέρι έξω από το καφενείο και ξαφνικά τον βλέπω μπροστά μου φάντη μπαστούνι περιποιημένο κουστουμαρισμένο και χαμογελαστό να τα πίνει με τα φιλαράκια του. Είχα χρόνια να τον τρακάρω μα η συνάντησή μας αποδείχτηκε ευτυχές γεγονός. Δεν ήξερα καν αν ζει ή αν πέθανε με την άστατη ζωή που έκανε. Αν τον χώσανε στην μπουζού ή την κοπάνησε στο εξωτερικό προς άγνωστη κατεύθυνση και ξέφυγε απ’ τους διώκτες του. Ας πούμε πως ο άνθρωπος ήταν λιγάκι αλητάμπουρας. Παραξενεύομαι που τον βλέπω έτσι σενιαρισμένο στην πένα γιατί τον ήξερα φτωχό και άψιλο. Τουλάχιστον την τελευταία φορά που τον είδα βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Περνούσε άθλια ο έρμος.

Τον θυμάμαι τότε που χώρισε να κοιμάται για κάμποσο καιρό μέσα στο αυτοκίνητό του σε ένα πάρκινγκ πλάι στο παλιό λιμάνι. Είχε χάσει τα αβγά και τα πασχάλια. Ήταν για λύπηση. Εκείνο το διαζύγιο του κατέστρεψε την ζωή παρόλο που έφταιγε εκείνος. Δεν έκανε για γάμο και για σπίτι. Ήταν του σκοινιού και του παλουκιού. Απηύδησε η γυναίκα του. Πάμπολλες φορές είχε δείξει κατανόηση και τον είχε συγχωρήσει γιατί τον αγαπούσε μα δεν άντεχε άλλο και στο τέλος τον σχόλασε. Δηλαδή τον ξαπόστειλε. Τον έστειλε στον αγύριστο. Ευτυχώς δεν είχανε παιδιά. Εκείνη την εποχή που ήταν στα κάτω του τον είχα βοηθήσει κι εγώ όσο μπορούσα. Μετά εξαφανίστηκε σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Όσο και να τον έψαξα άφαντος. Δεν βρέθηκε πουθενά. Ήταν φίλος παιδικός απ’ το σχολείο. Όχι απ’ τους κολλητούς μα καλό παιδί. Κάναμε παρέα παρόλο που δεν πολυταιριάζανε τα χνότα μας.

Όταν με αναγνωρίζει κάνει σαν τρελός απ’ την χαρά του και με καλεί στην παρέα του να με κεράσει. Δεν θέλω να του χαλάσω το χατίρι μα πιο πολύ τον πλησιάζω από περιέργεια. Αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε. Είναι θερμός απέναντί μου μέχρι παρεξηγήσεως. Θυμάται ακόμα και το όνομά μου μα δεν μπορώ να εξηγήσω την συμπεριφορά του. Είναι κάπως υπερβολικός στις αντιδράσεις του. Όλοι γύρω του μου είναι άγνωστοι. Τον περιστοιχίζουν περίεργοι τύποι και ύποπτες φυσιογνωμίες. Κοινώς σκατόφατσες. Πίνουν στην υγειά του και είναι όλο γλέντια και τρελούς χορούς. Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας παρόλο που δεν ξέρω τι γιορτάζουνε και τι πρέπει να του ευχηθώ. Μην νομίζεις ότι σε έχω ξεχάσει μου λέει. Αργώ μα πάντα πληρώνω τα χρέη μου και με τόκο. Φαίνεται σκνίπα στο μεθύσι μα σίγουρα ξέρει τι λέει και τι κάνει. Οι τσέπες του είναι παραφουσκωμένες. Βγάζει ένα πάκο χαρτονομίσματα και μου μετράει τα δανεικά και αγύριστα που του ‘χα δώσει κάποτε πριν από χρόνια δεν θυμάμαι πόσα που τα είχα κι ο ίδιος ξεχάσει. Άντε και σε καλή μεριά μου εύχεται και σηκώνει ξανά το ποτήρι του ψηλά να τσουγκρίσουμε άσπρο πάτο. Με αιφνιδιάζει ευχάριστα. Μένω αποσβολωμένος και άφωνος μα γρήγορα μου εξηγεί και το μυστήριο λύνεται.

Πρόσφατα πριν από μια βδομάδα ο παλιός μου συμμαθητής κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου και ξελάσπωσε μια και καλή. Μιλάμε για πολλά φράγκα που δεν ξέρει τι να τα κάνει. Πάντως σίγουρα δεν θα τα επενδύσει σε επιχειρήσεις και ομόλογα. Του φτάνουν να τρώει και να πίνει για μια ολόκληρη ζωή. Να τακτοποιεί τις παλιές του υποχρεώσεις και να βοηθάει τα φιλαράκια του σε ότι χρειαστούν. Δεν το περίμενα. Ήταν μάνα εξ ουρανού την στιγμή που ήμουν ταπί και ψύχραιμος. Ότι χρειαστείς εδώ είμαι εγώ για σένα μου είπε. Τελικά υπάρχει θεός σκέφτηκα που βοηθάει τους καλούς ανθρώπους. Έμεινα μαζί τους όλη τη μέρα και τα πίναμε. Το βράδυ πήραμε σβάρνα τα μπουζούκια τα μπαράκια και τα κωλάδικα με όμορφες λελούδες της μιας βραδιάς σε κραιπάλες μέχρι τελικής πτώσης. Εννοείται πως τα πλήρωσε όλα εκείνος. Ήπιαμε και αφυδατωθήκαμε ποικιλοτρόπως. Μας ξεζούμισαν οι βιζιτούδες. Όταν ξημέρωσε κι έβγαλε ο ήλιος κέρατα ήμουν ψόφιος στην κούραση μα είχαμε περάσει φίνα και ωραία. Σκέτο πτώμα. Δεν ένιωθα το κορμί μου μα αισθανόμουνα πολύ όμορφα. Χαλαρός και ανάλαφρος δίχως προβλήματα και έγνοιες. Όλα τα δυσάρεστα είχα ξεχαστεί. Όμως χρειαζόμουνα τουλάχιστον δυο μέρες ύπνο για να συνέλθω. Να στανιάρω και να έρθω στα ίσα μου. Τον ευχαρίστησα για όλα. Αγκαλιαστήκαμε και αποχαιρετιστήκαμε συγκινημένοι. Όποτε με χρειαστείς τώρα ξέρεις που θα με βρεις μου είπε.

Τον έψαξα πάλι μετά από κάνα εξάμηνο για δανεικά και αγύριστα. Βρισκόμουν σε ανάγκη και κόψιμο. Ο παλιός μου συμμαθητής ήταν η τελευταία μου ελπίδα. Δεν είχα άλλη λύση. Αλλιώς έπρεπε να πέσω στην θάλασσα και να πνιγώ. Ή να φουντάρω από κάνα γκρεμό. Με κυνηγούσαν οι δανειστές μου και ήθελαν να με λιντσάρουν. Φίλοι να σου πετύχουν. Πέρασα από το καφενείο που σύχναζε και ρώτησα. Ήμουν άτυχος αλλά δεν είχα ακούσει τίποτα το σχετικό. Το έμαθα από τον μαγαζάτορα και στεναχωρήθηκα πολύ. Κονόμησε την παλιαρρώστια ο φίλος μας. Πάει κι αυτός. Την έκανε λαχείο. Πριν από τρεις βδομάδες τον χάσαμε. Καρκίνος επιθετικός και μεταστατικός που δεν καταλαβαίνει από ακτινοβολίες χημειοθεραπείες και τα ρέστα. Σκληρός καργιόλης που τον θέρισε. Όμως δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ. Στο τέλος τον πήρε είδηση όταν δεν γινόταν τίποτα. Τα λεφτά του τα μοίρασε από δω κι από κει σε ανθρώπους που τα χρειάζονταν. Ήταν άστατος χαρακτήρας μα κατά βάθος καλό παιδί.

 

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ ΟΥΛΑΛΟΥΜ


Μετανιώνω μόνο για τα λάθη που δεν έχω κάνει ακόμα

                                                                     Γιάννης Σκαρίμπας

Με τον φίλο μου βρισκόμαστε μεσοβδόμαδα Τετάρτη ή Πέμπτη για να παίξουμε κάνα σκάκι στην ίδια πάντα καφετέρια. Συνήθως προλαβαίνουμε δύο παρτίδες να τελειώσουμε. Καμιά φορά μας παίρνει ο χρόνος και για τρίτη και το απόγευμά μας περνάει ξέγνοιαστα και ωραία. Με κάποιο τρόπο ξεφεύγουμε από τις έγνοιες και την ρουτίνα της σκληρής και άχαρης καθημερινότητας. Όπως το πάρει κανείς. Έτσι κι αλλιώς το παιχνίδι παίζεται πάντα ανάμεσα στην ανία και στην οδύνη κι όποιος αντέξει. Γι’ αυτό κι εμείς ξεχνιόμαστε πολεμοχαρώς πάνω στα εξήντα τέσσερα ασπρόμαυρα τετράγωνα. Βρίσκουμε διέξοδο στο μπαρουτοκαπνισμένο πεδίο μάχης των νεκρών πιονιών και των ηρωικά θυσιασμένων κομματιών μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός μας.

Πάντως εγώ περνάω σίγουρα καλά γιατί συνήθως είμαι ο δαφνοστεφανωμένος νικητής. Ο πελάτης μου στεναχωριέται και τσαντίζεται προσωρινά όποτε χάνει μα δεν το βάζει κάτω. Επιμένει και ξανά προς την δόξα τραβά. Καμιά φορά του δίνω καμιά ισοπαλία και σπάνια όποτε είμαι στα μεγάλα κέφια κάνω το λάθος του αιώνα και τον αφήνω να με κερδίσει. Τότε κάνει σαν μικρό παιδί απ’ την χαρά του με έξαλλους πανηγυρισμούς. Κι εγώ από την άλλη προσποιούμαι τον κατηφή και δυστυχισμένο. Ευτυχώς που δεν καταλαβαίνει την ατιμία μου γιατί είναι μεγάλος εγωίσταρος και δεν θα την δεχόταν. Μπορεί και να μου έκοβε την καλημέρα. Κι αυτό δεν το θέλω γιατί γνωριζόμαστε από τον στρατό όπου κάναμε μαζί την θητεία μας και είναι ο μοναδικός φίλος που μου απόμεινε στη ζωή και τον συμπαθώ πολύ. Κι όχι μόνο γιατί μου κερνάει τους καφέδες και με χαρτζιλικώνει γενναιόδωρα.

Γνωρίζει βέβαια τις μόνιμες αφραγκίες μου και ότι δεν θίγομαι από τις ελεημοσύνες μου. Έχω πολλά άλλα ελαττώματα μα τουλάχιστον δεν είμαι ψωροπερήφανος. Εκείνος πάλι έχει τις άκρες του και είναι καλά οικονομημένος. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να του φορτώνομαι μια στο τόσο και να με σιγοντάρει. Δουλεύει στο δημόσιο σε υψηλό διευθυντικό πόστο μα πέρα απ’ τον παχυλό του μισθό πρέπει να κάνει και τις ρεμούλες του. Να παίρνει και τις μίζες του στο υπουργείο υποδομών. Έτσι έχω καταλάβει μέσες άκρες από κάτι μισόλογα που του έχουν ξεφύγει κατά καιρούς. Μόνος του τα ξεφουρνίζει πάνω στην τρελή χαρά του. Όμως εμένα με εμπιστεύεται. Ξέρει ότι είμαι τάφος σε τέτοια θέματα εργασιακής ηθικής και προσωπικής υπόληψης και πως δεν πρόκειται να τον προδώσω ή να τον βγάλω βούκινο. Αφού μπορεί και το κάνει όμορφα και μπράβο του. Πρόβλημα ουδέν. Μόνο του λέω να προσέχει μην εκτεθεί και χάσει τη δουλειά του. Καμιά φορά πέφτουν και καρφωτές απ’ τους καλοθελητές και σού ‘ρχεται ξαφνικά η σφαλιάρα από κει που δεν το περιμένεις. Πάντως είναι καλό παιδί κι εμένα μου έχει ξηγηθεί όλα αυτά τα χρόνια που γνωριζόμαστε σπαθί και στο πολύ εντάξει. Δεν έχω κανένα παράπονο. Και παρά την κοινωνική του θέση παρέμεινε ένας απλός και πρόσχαρος άνθρωπος. Κατά βάθος ένα μεγάλο παιδί που δεν κατάφερε να μεγαλώσει. Δεν μπόρεσε μάλλον για τους δικούς του λόγους.

Γι’ αυτό και στο σπίτι η γυναίκα του η τσαούσα τον κάνει ότι θέλει. Σήκω πάνω κάτσε κάτω τον έχει. Σαν σκυλάκι τον σέρνει από την μύτη. Σούζα στέκεται ο φίλος μου μπροστά της. Κλαρίνο. Κι αν τολμάει ας κάνει ότι της αντιμιλάει. Κι εκείνη δεν είναι και καμιά ξεβράκωτη. Έχει τους τρόπους και τα μέσα της. Είναι ευκατάστατη με διαμερίσματα και ακίνητα στο όνομά της. Προέρχεται από γνωστή μεγαλοαστική οικογένεια της πόλης. Δεν χρειάζεται να εργαστεί. Κάθεται σπίτι και μεγαλώνει τα δυο τους παιδάκια. Πάντως τον φίλο μου τον έχει σε πολύ περιορισμένο. Δεν τον αφήνει ρούπι από κοντά της. Η μόνη της παραχώρηση είναι μία έξοδος μεσοβδόμαδα για να συναντηθεί μαζί μου και να παίξουμε σκάκι. Παρόλο που δεν με πολυσυμπαθεί. Τουλάχιστον έτσι έχει δείξει μια δυο φορές που έχουμε συναντηθεί τυχαία στον δρόμο και μου χαμογέλασε μόνο από ευγένεια και για χάρη του άντρα της. Ως εκεί λοιπόν του αφήνει το λουρί. Μετά πίσω στην φυλακή του. Αν και φαίνεται πως αγαπιούνται. Έστω και με τον δικό τους τρόπο. Για τα παραπέρα δεν μου πέφτει λόγος.           

Κάθε φορά που βρισκόμαστε έχουμε το ίδιο τροπάρι. Κάτι σαν ιεροτελεστία. Στην αρχή παραγγέλνουμε τους καφέδες και  φλυαρούμε για την επικαιρότητα και την τρέχουσα κατάσταση. Για θέματα πολιτικής και οικονομίας που εγώ τα βαριέμαι μα αρέσουν στον φίλο μου. Τι να κάνω. Κάνω υπομονή να τελειώσει το λογύδριό του και κατόπιν ανοίγουμε την σκακιέρα κι αρχίζουμε το ματς. Εκείνος παίρνει πρώτος τα λευκά μα δεν τον βοηθάνε και πολύ. Σύντομα βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Τον έχω στριμώξει κι αγχώνεται κι αναψοκοκκινίζει. Σε λίγο χαμηλώνουν τα φώτα του μαγαζιού και οι ροκιές από τα μεγάφωνα όλο και δυναμώνουν. Ο χώρος γεμίζει από όμορφες φατσούλες που καλαμπουρίζουν και πίνουν τα ποτά τους μα εμάς όλα αυτά δεν μας αποσυντονίζουν. Παραμένουμε προσηλωμένοι στην παρτίδα μας και δίνουμε την μάχη μας στα μαρμαρένια αλώνια. Έτσι έγινε και σήμερα που του έδωσα πάλι την τελευταία παρτίδα και είναι ξετρελαμένος απ’ την χαρά του. Παραπονέθηκα ότι με κούρασε δήθεν η πολλή σκέψη και στο τέλος έκανα το μοιραίο λάθος. Ευτυχώς το ‘χαψε το παραμύθι. Όμως μας είχε πάρει κάπως αργά. Πάμε μου λέει γιατί ποιος την ακούει πάλι τη γυναικούλα μου. Γέλαγαν και τα αυτιά του και ήταν όλος μέσα στην ευτυχία.

Βγαίνοντας μας πλησίασε ένας περίεργος τύπος. Φορούσε κάτι βρώμικα ράσα και κρατούσε στα χέρια για παγκάρι έναν πλαστικό κουμπαρά σε σχήμα γουρουνάκι. Πρώτη φορά τον έβλεπα. Αφού μας ευλόγησε και μουρμούρισε κάτι τροπάρια δικής του εμπνεύσεως μας ζήτησε μια μικρή βοήθεια για την ανέγερση του ναού κάποιου παντελώς αγνώστου αγίου. Ο φίλος μου ταραγμένος έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Την ευλογία σου δέσποτα του είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Μετά έβγαλε απ’ την τσέπη και του έδωσε κάμποσα χαρτονομίσματα στο χέρι. Ο ψευτοπαπάς τον σταύρωσε και τον ευχαρίστησε και συνέχισε παρακάτω το θεάρεστο έργο του. Είχα μείνει άναυδος μα είδα τον φίλο μου να τρέμει ακόμα και μετά από λίγο να ξεσπάει σε λυγμούς. Όταν συνήλθε κάπως τον ρώτησα αν τον ήξερε εκείνον τον μουρλό. Ναι και μάλιστα πολύ καλά μου είπε. Είναι ο αδερφός μου ψέλλισε με δυσκολία έτοιμος να σωριαστεί χάμω.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ (ΟΙ ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ)

Έχει βραδιάσει. Περπατώ έξω μετά από βροχή. Μπροστά μου κάτι γυαλίζει. Δεν είναι αντικατοπτρισμός ούτε παραίσθηση αλλά μια λακκούβα γεμάτη νερό. Είμαι αφηρημένος. Μόλις την τελευταία στιγμή την παίρνω χαμπάρι και πηδάω από πάνω της. Αποφεύγω και τις λάσπες. Παραμένω στεγνός και καθαρός και προχωρώ ακάθεκτος. Συνεχίζω την πορεία μου. Δεξιά αριστερά έχουν βγει κάμποσα σαλιγκάρια. Κάποια βρίσκονται στην μέση του δρόμου. Προσπαθώ να μην τα πατήσω. Έχουν άγνοια του κινδύνου και καμία αγωνία για την μελλοντική τους κατάληξη. Αργοπορούν. Σκύβω και τα βάζω στην άκρη δίπλα σε κάνα δέντρο. Κάπου τέλος πάντων με χώμα και βλάστηση. Όμως λίγο παρακάτω ακούω κάτω απ’ το αριστερό μου παπούτσι ένα κρατς. Δεν νιώθω τύψεις που το πάτησα και το έλιωσα. Έτσι κι αλλιώς δεν κατάλαβε τίποτα. Απλά ήμουν λιγάκι απρόσεκτος. Αν κι έκανα ότι μπορούσα.

Δίχως να το καταλάβω έχω φτάσει στο κέντρο της πόλης. Ακούω τσακωμούς κι αγριοφωνάρες. Στρίβω στη γωνία και βγαίνω στην μεγάλη πλατεία. Δεν ξέρω ποιοι και γιατί έχουν αρπαχτεί στα χέρια. Οι πιο πολλοί είναι οξύθυμοι νεαροί. Καμιά κατοσταριά κεφάλια παλεύουν σαν άγρια θηρία με καδρόνια και ρόπαλα. Γίνεται μακελειό. Όλοι ουρλιάζουν και βρίζουν. Κάποιοι είναι πεσμένοι χάμω χτυπημένοι λιπόθυμοι ή νεκροί. Δεν σαλεύουν απ’ τη θέση τους μα δεν είμαι και σίγουρος. Δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω μα ένας τουλάχιστον πρέπει να είναι νεκρός. Το κεφάλι του είναι ανοιγμένο στην μέση και τα μυαλά του βρίσκονται χυμένα στην άσφαλτο. Εγώ είμαι απλά ένας αυτόπτης μάρτυρας που βρίσκεται στην άκρη και παρακολουθεί αμέτοχος την σύρραξη. Κάποια στιγμή με παίρνουν είδηση κι έρχονται κατά πάνω μου με άγριες διαθέσεις. Κινδυνεύω να με λιντσάρουν χωρίς λόγο και αιτία. Οι αντίπαλες ομάδες ενώθηκαν και είμαι μόνος εναντίον όλων. Έχω κοκαλώσει απ’ τον φόβο μου μα βρίσκω τη δύναμη να το βάλω στα πόδια. Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ κι εκείνη με κυνηγούν στο κατόπι. Βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής μα λίγο παρακάτω κρύβομαι και χάνουν τα ίχνη μου. Τους βλέπω να απομακρύνονται και κάποια στιγμή χάνονται απ’ τα μάτια μου. Φτάνω τελικά στο σπίτι μου με κομμένη την ανάσα.  Μπαίνω τρομαγμένος και καταϊδρωμένος μέσα στο υπόγειο και διπλοκλειδώνω την πόρτα. Μόνο εδώ αισθάνομαι ασφαλής κι ας είμαι ολομόναχος. Είναι το κρησφύγετό μου.    

Ανάβω το φως. Μία κατσαρίδα βρίσκεται ανάσκελα στο πάτωμα. Αυτή καθάρισε. Εγώ να δω τι θα κάνω. Την μαζεύω με μία χαρτοπετσέτα. Άλλες δύο ερωτοτροπούν πισωκολλητά πάνω στον τοίχο. Δεν τις πειράζω. Συνήθως δεν τις φοβάμαι ούτε τις σιχαίνομαι. Μάλλον τις λυπάμαι. Τρομάζουν και στριφογυρίζουν για αρκετή ώρα μέχρι να ξεκολλήσουν και να κρυφτούν τρέχοντας κάτω απ’ τον καναπέ. Όμως ξαφνικά το δάπεδο γεμίζει με δεκάδες από δαύτες. Με πιάνει πανικός. Δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν. Παίρνω στο χέρι μια παντόφλα κι αρχίζω να τις πατικώνω και να τις λιώνω. Γίνεται μακελειό. Σκορπίζουν και τρέχουν αλαφιασμένες να κρυφτούν. Τις κυνηγάω και τις σκοτώνω δίχως έλεος. Δεν πρέπει να μείνει ούτε μία ζωντανή. Αναποδογυρίζω τα έπιπλα. Χώνομαι κάτω απ’ το κρεβάτι. Ψάχνω στην κουζίνα και στο μπάνιο. Μετά από λίγο τις έχω όλες εξολοθρεύσει. Τις μαζεύω με την σκούπα και το φαράσι και τις πετάω στα σκουπίδια. Προσπαθώ να βάλω μια τάξη στο σπιτικό μου που έγινε ρημάδι. Να γίνουν όλα όπως πρώτα. 

Όμως δεν προλαβαίνω να ηρεμήσω. Τώρα κάποιοι χτυπούν επίμονα την πόρτα και μου φωνάζουν. Άνοιξε γιατί θα τα σπάσουμε όλα. Δεν μπορείς να μας ξεφύγεις. Σβήνω το φως και κοιτάζω απ’ το ματάκι. Είναι οι εξαγριωμένοι νεαροί που με κυνηγούσαν πριν από λίγο. Δεν ξέρω πώς με βρήκανε. Ακούω πάλι την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά και ακανόνιστα έτοιμη να ξεριζωθεί από το σώμα μου. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σε λίγο θα μπουκάρουν μέσα. Τρέχω στο παράθυρο που βλέπει πίσω στον ακάλυπτο. Το ανοίγω προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο. Βγαίνω έξω. Εδώ έχει ησυχία σκοτάδι και απόλυτη ερημιά. Κρύβομαι πίσω από μία μεγάλη γλάστρα. Το ψηλό φυτό είναι η προστασία μου. Μέσα από την γκαρσονιέρα μου ακούω σπασίματα και ουρλιαχτά. Έχουν εισβάλει οι βάρβαροι. Λουφάζω και περιμένω μέχρι να περάσει η μπόρα. Μία κατσαρίδα ξεπροβάλει μέσα από το σιφόνι. Κοντοστέκεται και με κοιτάζει κατάματα. Κι ένας γυμνοσάλιαγκας σκαρφαλωμένος μέσα στην γλάστρα μασουλάει αμέριμνος το φύλλο του.    

 

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Η ΑΠΟΛΥΣΗ

Πάλι με απέλυσαν. Έχασα κι αυτή την όμορφη καλοπληρωμένη δουλίτσα. Δεν πάει άλλο. Επαναστατώ και εξεγείρομαι ενάντια σε τούτη την άθλια κοινωνική κατάσταση. Το πήρα απόφαση. Δεν θα ξαναδουλέψω σε μισθωτή σκλαβιά. Ας είναι και μαύρη και αδήλωτη και ότι άλλο θέλουν. Δεν θα τους ξανακάνω την χάρη. Βαρέθηκα τα αφεντικά και τις υπερβολικές απαιτήσεις τους. Και μετά σου λένε οι ηθικολόγοι της κακιάς ώρας να μην τους κλέβεις όποτε μπορείς και τα ρέστα. Να είσαι ικανός και πρόθυμος σε ότι σου ζητήσουν. Εργατικός και τίμιος. Υπάκουος και χαμογελαστός. Περιποιημένος και καλοντυμένος. Ευγενικός και άψογος. Να φοράς με καμάρι και περηφάνια τη στολή της εταιρείας σου. Να σε κόβουν από πάνω μέχρι κάτω και να σε κοιτάνε στα δόντια. Χαχα. Να τρέχεις όπου σε στέλνουν και να μην αργοπορείς. Να μην σαχλαμαρίζεις εδώ κι εκεί. Να μην μιλάς με τους συναδέλφους σου. Να μην συνδικαλίζεσαι μαζί με τους άλλους σκλάβους της γαλέρας. Να μην οργανώνεσαι ενάντια στους εργοδότες σου. Να μην απεργείς. Να μην διαμαρτύρεσαι. Να μην λουφάρεις. Να μην τους φέρνεις αντιρρήσεις. Να τους σέβεσαι και να τους υπολήπτεσαι σαν πατέρες σου γιατί θέλουν πάντα το καλό σου. Να είσαι πάντα στην ώρα σου. Να υπομένεις αγόγγυστα τις υπερωρίες και τα έκτακτα μεροκάματα. Να μην απαιτείς ρεπό και αργίες. Να βάζεις πλάτες στην επιχείρηση που σε ταΐζει και σε φροντίζει. Να είσαι δούλος τους. Άμα χρειαστεί να στήνεσαι και στα τέσσερα.  

Πάντως αυτή την φορά είχαν και κάποιο δίκιο. Με πιάσανε να κοιμάμαι. Δούλευα σεκιουριτάς νύχτα. Έξω έκανε κρύο. Βρισκόμουν μέσα στο κουβούκλιο με τις κάμερες παρακολούθησης και το ραδιόφωνο με νανούριζε. Είχα χαλαρώσει εντελώς πάνω στο γραφείο. Ξαφνικά ένιωσα μια δυνατή σφαλιάρα κι ένα κάψιμο στον σβέρκο μου. Άνοιξα τα μάτια μου απότομα. Για λίγα δευτερόλεπτα τον είχα πάρει μα δεν αργεί να γίνει το κακό. Όπως όταν οδηγείς. Ήταν ο επόπτης της εταιρείας κι έκανε έφοδο. Δεν τον κατάλαβα. Ήρθε στα μουλωχτά από πίσω μου και με χτύπησε. Ήξερα ότι ήταν απόστρατος αξιωματικός και μεγάλο καθίκι μα αυτή την φορά είχε το δίκιο με το μέρος του. Άρχισε να με βρίζει και να με ταρακουνάει από τον γιακά. Με είπε αλήτη και κοπρίτη που δεν σέβομαι το ψωμί που τρώω και άλλα πολλά. Δεν μπορούσα να τον ανεχτώ να με ξεφτιλίζει. Σιγά μην τον φοβηθώ. Πιαστήκαμε στα χέρια. Πέσαμε στο πάτωμα και παλέψαμε για κάμποση ώρα. Αν και ήταν μπρατσωμένος και καλογυμνασμένος νομίζω ότι τον νίκησα. Του κατάφερα κάμποσες μπουνιές στο πρόσωπο. Εκείνος λιγότερες. Στο τέλος το έβαλε στα πόδια και μ’ άφησε στην ησυχία μου. Φαίνεται να αιφνιδιάστηκε. Μάλλον δεν είχε συνηθίσει σε τέτοιες αντιδράσεις από υφισταμένους του. Όμως δεν υπήρχαν μάρτυρες και δεν μου έκαναν μήνυση ούτε με πήγαν στα δικαστήρια. Μόνο με απέλυσαν και με έβαλαν στην μαύρη λίστα. Προσπάθησαν να με τρομοκρατήσουν. Μου είπαν ότι πλέον είχα ξοφλήσει. Στην ηλικία που βρισκόμουν δεν θα ξανάβρισκα δουλειά πουθενά και θα πέθαινα της πείνας.

Σκοτίστηκα. Σιγά μην έβαζα την γάτα μου να κλαίει για να με λυπηθούν και να με συγχωρήσουν. Να πέσω στα γόνατα και να τους ικετέψω. Πάντως τους πήρα την αποζημίωση που δικαιούμουν έστω και λειψή. Τρία χρόνια τους υπηρετούσα άψογα από το πόστο μου και πάντα νύχτα. Ποτέ δεν είχαν παράπονο από μένα. Όμως ένα στιγμιαίο ολίσθημα αρκεί για να σε βάλουν στα μαύρα κατάστιχα. Δεν με ένοιαζε. Είχα βρει την λύση. Θα έμπαινα στο ταμείο ανεργίας και κατόπιν θα την έβγαζα με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα του μακροχρόνιου και αδιόρθωτου τεμπελχανάς. Δίνουν λίγα μα θα έκανα λιτό βίο και θα μου έφταναν. Στην ανάγκη θα έκλεβα τα απαραίτητα και από κανένα σούπερ μάρκετ. Μπορεί και κάτι να μου περίσσευε στο τέλος του μήνα. Θα περιόριζα τα έξοδά μου στο ελάχιστο. Θα έκανα μεγάλες και αιματηρές οικονομίες. Θα έκοβα και το κάπνισμα και το πιοτό και όλα. Τέρμα τα γλέντια και οι κραιπάλες. Τελείωσαν τα νυχτοπερπατήματα και οι ασωτίες. Δεν θα μου λείψουν. Τα χόρτασα. Τα μπούχτισα. Τα βαρέθηκα. Μα σε κανέναν κερατά δεν πρόκειται να ξαναγίνω σκλάβος.              

 

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025

Ο ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ (ΓΙΑ ΑΣΗΜΑΝΤΗ ΑΦΟΡΜΗ)

Βρήκα το σημείωμα του ξάδερφου καρφιτσωμένο έξω από την πόρτα μου. Μάλλον κολλημένο με ζιλοτέιπ ήταν. Δεν ξέρω ποιος του έδωσε την διεύθυνση. Υποπτεύομαι την αδερφή του. Εκείνη ήξερε πολύ καλά πού μένω. Τελευταία είχαμε περάσει κάμποσες όμορφες βραδιές μαζί. Μετά βαρεθήκαμε και χωρίσαμε τα τσανάκια μας. Ήταν και μπλεγμένη σε κάτι βρομοδουλειές. Παλιό απωθημένο από τα χρόνια της εφηβείας. Μα μόλις μου ‘φυγε η μεγάλη κάψα την σχόλασα κι αυτή κι ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Το χαρτί ήταν τσαλακωμένο και κακογραμμένο. Έλεγε πως μόλις βγήκε από την φυλακή κι ήθελε επειγόντως να με δει. Στο τέλος είχε γράψει και το κινητό του τηλέφωνο.

Άλλοι μπελάδες στο κεφάλι μου σκέφτηκα. Πού ξεφύτρωσε πάλι αυτός από το πουθενά. Θυμόμουνα την φάτσα του αχνά και σίγουρα θα έχει αλλάξει πολύ. Είχα να τον δω σχεδόν σαράντα χρόνια. Από τότε που ήμασταν παιδιά. Οι μανάδες μας ήταν αδερφές. Δεν ήταν κακός χαρακτήρας μα δεν ταιριάζαμε και δεν κάναμε πολλή παρέα. Ήταν λίγο κλειστός και μονόχνοτος. Στην κοσμάρα του και πάντα σκεφτικός. Δεν γελούσε εύκολα. Όταν στα δώδεκα τον έκλεισαν στο αναμορφωτήριο πρέπει να απόγινε. Αν και δεν είμαι σίγουρος. Από τότε έχασα τα ίχνη του. Το μόνο που έμαθα ήταν ότι όταν μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε με το καλό πήρε με τη σειρά όλα τα ευαγή ιδρύματα της κρατικής μέριμνας και συμμόρφωσης. Φυλακή τρελάδικο και τα ρέστα.

Σκότωσε με ένα κουζινομάχαιρο τους γονείς του την ώρα που κοιμόντουσαν. Πάπαλα ο θείος και η θεία. Ωραίος θάνατος και ούτε που το κατάλαβαν. Χάλασε ο κόσμος απ’ το διπλό φονικό ενός ανήλικου παιδιού. Πρωτοφανές στα χρονικά. Ταράχτηκε η μικρή μας πόλη σαν να έγινε σεισμός. Οι εφημερίδες έγραψαν τις γνωστές τους βλακείες. Για ασήμαντη αφορμή και ότι πηγαίνει η νέα γενιά στον γκρεμό και τον όλεθρο. Δεν έμαθα τους βαθύτερους λόγους και τα πραγματικά αίτια. Στο σπίτι δεν κουβεντιάζαμε το γεγονός. Για κάμποσο καιρό έπεσε βαρύ πένθος και βουβαμάρα. Μα κι εγώ σεβάστηκα τον πόνο των γονιών μου και πλέον δεν έκανα αδιάκριτες ερωτήσεις. Έγινα απέναντί τους πιο προσεχτικός. Με τα χρόνια το ζήτημα ξεχάστηκε και το κάλυψε η σκόνη του χρόνου. Μα και την ξαδέρφη που ρώτησα πρόσφατα κι εκείνη απέφυγε να μου απαντήσει. Δεν ήξερε ή μάλλον δεν ήθελε να ξύσει παλιές πληγές. Τώρα είχε τα δικά της προβλήματα που έπρεπε να φέρει βόλτα. Γι’ αυτό και δεν επέμεινα. Το μόνο που μου είπε ήταν πως κι αυτή στο τσακ την γλύτωσε. Παρά τρίχα και θα βρισκόταν στα θυμαράκια πριν την ώρα της.

Τον πήρα τηλέφωνο και βρεθήκαμε. Τρομάξαμε να γνωριστούμε. Οι πρώτες στιγμές ήταν αμήχανες με έναν κόμπο στο λαιμό. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία. Με τα πολλά μου ζήτησε να τον φιλοξενήσω για λίγο καιρό μέχρι να ορθοποδήσει και να δει τι θα κάνει. Να βρει και καμιά δουλειά. Τόσα χρόνια μπαινόβγαινε μα τώρα δεν ήξερε πού αλλού να πάει. Οι φίλοι του ήταν φευγάτοι από καιρό. Οι συγγενείς δεν ήθελαν να τον δουν ούτε ζωγραφιστό. Και με το δίκιο τους. Μα κι η αδερφή του δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Ήταν κι εκείνη μέσα για ναρκωτικά και κάτι άλλα ψιλά. Ήρθα σε δύσκολη θέση μα στο τέλος του είπα εντάξει. Χάρηκε και βουρκωμένος έπεσε στην αγκαλιά μου. Ήμουν η τελευταία του ελπίδα είπε και παραλίγο να βάλει τα κλάματα. Ξαφνιάστηκα. Δεν το περίμενα. Όταν συνήλθε κάπως και ηρέμησε του ζήτησα μια χάρη. Αν μπορούσε και δεν του ήταν δύσκολο. Ήθελα να μάθω τι έγινε εκείνη τη μαύρη μέρα πριν από σαράντα χρόνια. Εντάξει μου είπε. Κανένα πρόβλημα. Τα θυμόταν όλα πολύ καλά. Πώς μπορούσε να τα ξεχάσει. Χρόνια ολόκληρα στον ύπνο του έπαιζε ο ίδιος ολοζώντανος εφιάλτης. Και δεν τα ‘χε πει από τότε σε κανέναν. Ούτε σε ψυχολόγους ούτε σε ανακριτές. Ούτε καν στους εισαγγελείς και τους δικαστές την μέρα της δίκης. Δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του. Έμεινε τελείως σιωπηλός και ανέκφραστος. Μουγγός. Όσο κι αν επέμεναν και τον φοβέριζαν. Τώρα είχε έρθει η ώρα να τα βγάλει από μέσα του και να ξαλαφρώσει.

Εκείνο το μοιραίο βράδυ ο πατέρας γύρισε αργά απ’ το καφενείο και ήταν και κάπως πιωμένος. Η μαμά είχε στρωμένο το τραπέζι και τον περιμέναμε να φάμε. Κάναμε τον σταυρό μας κι αρχίσαμε να τρώμε αμίλητοι. Όταν άρχισε να ρουφάει δυνατά την καυτή σούπα του τσαντίστηκα. Έτσι την απολάμβανε μα  μου ‘σπαγε τα νεύρα και μου ‘κοβε την όρεξη. Μου χάλαγε την διάθεση και περίμενα πότε θα τελειώσει για να σηκωθώ απ’ το τραπέζι και να πάω να κλειστώ στο δωμάτιό μου. Και δεν τολμούσα να του πω τίποτα. Ήταν αυστηρός και απότομος απέναντί μου. Εδώ όποτε ξεχνιόμουν και τον φώναζα μπαμπά γινόταν άγριο θηρίο και μου ‘βαζε τις φωνές. Απ’ την αδερφή μου το δεχόταν ενώ από μένα όχι. Ήθελε να τον λέω πατέρα και μάλιστα με σεβασμό. Η μαμά τον φοβόταν κι έπαιρνε πάντα το μέρος του. Κι όποτε με χτυπούσε με την πέτσινη ζωστήρα για ασήμαντες αφορμές εκείνη ποτέ δεν έμπαινε στην μέση να με υπερασπιστεί. Προσπαθούσα να μην κλάψω μα δεν τα κατάφερνα πάντα. 

Όταν τελειώσαμε το φαγητό η μαμά μάζεψε το τραπέζι κι έφερε τον κουμπαρά. Ήταν γεμάτος και είχε έρθει η ώρα να τον σπάσουμε. Ο μπαμπάς μάζευε τα κέρματα για την δουλειά του. Δούλευε υπάλληλος σε ψιλικατζίδικο και τα χρειαζόταν. Μάλλον ήταν εντολή του αφεντικού του. Ήταν πλαστικός κι έγινε δέκα κομμάτια. Τότε φάνηκε το τσιμπιδάκι. Με αγριοκοίταξε κι εγώ έγινα κατακόκκινος σαν παντζάρι. Με είπε παλιοκλέφτη κι αμέσως έβγαλε την λουρίδα απ’ τη παντελόνι του. Άρχισε να με δέρνει. Με χτυπούσε στην μέση και στα πόδια. Οι άλλες είχαν ζαρώσει τρομαγμένες σε μια γωνιά και έβλεπαν. Εκείνη τη φορά ήμουν θυμωμένος και δεν έκλαψα. Συγκρατήθηκα ηρωικά. Σταμάτησε όταν κουράστηκε. Μάζεψε αμίλητος τα κέρματα απ’ το τραπέζι και τράβηξε την μαμά απ’ το χέρι. Πήγαν και κλείστηκαν στην κρεβατοκάμαρα. Ούτε καληνύχτα δεν μας είπαν. Μετά από λίγο ακούγαμε βογγητά και αγκομαχητά μέχρι που σταμάτησαν. Εκείνος άρχισε να ροχαλίζει. Ως μεγαλύτερη η αδερφή μου με μάλωσε και μου είπε να μην το ξανακάνω. Μετά πήγε κι αυτή για ύπνο.

Έμεινα μόνος στο τραπέζι κοιτάζοντας μια το τσιμπιδάκι και μια τον κομματιασμένο κουμπαρά. Αύριο θα μας έφερνε έναν καινούργιο και πάλι από την αρχή. Άρπαξα στο χέρι το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού  και τράβηξα για το δωμάτιό τους.  

 

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Ο ΓΕΡΟΣ

Επιστρέφω σπίτι αργά το βράδυ. Μπαίνοντας στην πολυκατοικία ακούω βογγητά και φωνές. Έρχονται απ’ το διαμέρισμα που βρίσκεται κοντά στην εξώπορτα. Ο ηλικιωμένος που μένει μέσα ζητάει βοήθεια. Τον ξέρω μα όχι πολύ καλά. Πλησιάζει τα εκατό και είναι γερό καρύδι. Τον φροντίζει η κόρη του και μια αποκλειστική νοσοκόμα. Μια εποχή τον είχε βάλει στο γηροκομείο μα δημιουργούσε προβλήματα στους άλλους οικότροφους και τον πήρε πάλι. Δεν του άρεσε εκεί μέσα. Είναι δύστροπος και δύσκολος άνθρωπος. Αν και δεν γνωρίζω το παρελθόν του. Πώς πορεύτηκε στη ζωή του. Τα έργα και τις ημέρες του.

Η πόρτα του είναι κλειστή. Χτυπάω το κουδούνι του με δεν μου ανοίγουν. Ούτε μου απαντάει κανείς. Μάλλον τον έχουν αφήσει ολομόναχο και κάτι έχει πάθει. Κάτι του συμβαίνει.  Παίρνω τηλέφωνο τις πρώτες βοήθειες αν και δεν ξέρω πώς θα μπουν μέσα. Κάποια στιγμή σταματάω να τον ακούω και ανησυχώ. Μάλλον κουράστηκε να διαμαρτύρεται και τον πήρε ο ύπνος. Ίσως πάλι να πεθαίνει. Μπορεί να βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Ίσως να μην τον προλάβουν ζωντανό. Κάτι πρέπει να σκεφτώ. Κάτι να κάνω. Να αποφασίσω γρήγορα. Είμαι κι εγώ ολομόναχος. Τέτοια ώρα όλοι οι ένοικοι κοιμούνται. Δεν μπορώ να τους ενοχλήσω. Ούτε και την διαχείριση της πολυκατοικίας. Να βρισκόταν τουλάχιστον ένα κλειδί να μπω μέσα να δω.

Επομένως κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό. Βγαίνω στον ακάλυπτο και σκαρφαλώνω στο μπαλκόνι του. Τα παντζούρια του διαμερίσματος είναι ανοιχτά. Μέσα έχει φως. Σπάω την τζαμόπορτα και μπαίνω. Κάνω θόρυβο και το δάπεδο γεμίζει με θρύψαλα. Τον βλέπω ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Είναι ακίνητος. Είχα πολύ καιρό να τον δω. Πλέον είναι κατάκοιτος και δεν βγαίνει καθόλου έξω. Το κεφάλι του καραφλό και ξεφλουδισμένο. Το πρόσωπό του ζαρωμένο και σταφιδιασμένο. Ο γέρος φαίνεται παρατημένος και ανήμπορος. Αναπνέει ακόμα αλλά έχει χάσει τις αισθήσεις του. Μπορεί και να κοιμάται. Τον κουνάω λίγο και κάπως συνέρχεται. Ανοίγει τα μάτια του και με κοιτάζει τρομαγμένος. Μάλλον δεν με αναγνωρίζει. Δεν με θυμάται. Μπορεί και να με περνάει για κλέφτη. Τόσα χρόνια στην ίδια πολυκατοικία δεν είχαμε πολλά πάρε δώσε. Ένα γεια σας ή μια καλημέρα κι εκείνη με μισή καρδιά. Προσπαθεί πάλι να φωνάξει μα δεν τα καταφέρνει. Άχνα δεν βγαίνει απ’ το στόμα του. Τον ανασηκώνω ελαφριά και του δίνω να πιει ένα ποτήρι νερό. Τον ρωτάω πού είναι η κόρη του και η νοσοκόμα που τον φροντίζει. Δεν απαντά. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνει τι του λέω. Του πιάνω απαλά το χέρι και τον καθησυχάζω.  Ηρέμησε και μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά.

Ευτυχώς η πόρτα του είναι ξεκλείδωτη. Σε λίγο φτάνει το ασθενοφόρο. Δεν άργησε καθόλου. Ανοίγω στους νοσηλευτές και τον παίρνουν. Αμέσως του φοράνε μάσκα οξυγόνου. Η κατάστασή του είναι κρίσιμη. Στο τσακ τον προλάβανε. Μου λένε να πάω κι εγώ μαζί του. Αρνούμαι. Δεν είμαι συγγενής του. Δεν τον έχω τίποτα. Τους δίνω το τηλέφωνο της διαχείρισης για να ψάξουν να βρουν την κόρη του. Θα προσπαθήσω κι εγώ αύριο να επικοινωνήσω μαζί της. Θα της αφήσω κι ένα σημείωμα στην πόρτα για να της εξηγήσω τι έγινε. Ο γέρος φεύγει με το φορείο. Ασφαλίζω από πίσω κλείνοντας τα παντζούρια και τα φώτα. Βγαίνω απ’ το διαμέρισμα τραβώντας απαλά την πόρτα. Κατεβαίνω αργά τα δεκαεπτά σκαλοπάτια που οδηγούν στην κόλαση και φτάνω έξω απ’ την γκαρσονιέρα μου. Βάζω το κλειδί στην πόρτα κι ανοίγω. Δεν βλέπω την ώρα να πέσω στο κρεβάτι και να ξεραθώ. Είμαι ψόφιος στην κούραση και χρειάζομαι ύπνο. Ούτε τα ρούχα δεν προλαβαίνω να βγάλω.

Χαράματα με ξυπνάει η αστυνομία. Χτυπάνε επίμονα το κουδούνι και την πόρτα. Δεν πρόλαβα να κλείσω μάτι. Τους ανοίγω και μπαίνουν μέσα δυο μπάτσοι. Τουλάχιστον είναι ευγενικοί. Ζητούν συγνώμη για την πρωινή αναστάτωση. Πρόκειται για το νυχτερινό περιστατικό. Ο γέρος ισχυρίζεται ότι του έκλεψα ένα μασούρι λίρες που είχε πάνω του και κάποια χρήματα κάτω απ’ το μαξιλάρι. Ενημέρωσε και την κόρη του που θέλει να μου κάνει μήνυση. Γι’ αυτό θέλουν τα στοιχεία μου. Ήδη άνθρωποι της ασφάλειας έχουν πάρει δαχτυλικά αποτυπώματα απ’ το διαμέρισμα. Είναι και η σπασμένη μπαλκονόπορτα που επιβαρύνει την θέση μου. Αν ήταν για ζήτημα ζωής και θανάτου θα έπρεπε να ειδοποιήσω εκείνους να επέμβουν κι όχι να πάρω μόνος μου πρωτοβουλίες. Προς το παρόν δεν έχουν εντολή να ψάξουν την γκαρσονιέρα μου μα πρέπει να τους ακολουθήσω στο τμήμα.

Όσοι ώρα μιλούν τους κοιτάζω ζαβλακωμένα. Δεν καταλαβαίνω τι λένε. Με κατηγορούν για κλέφτη. Είμαι ακόμα νυσταγμένος και το μάτι μου τσιμπλιασμένο και θολό. Δεν έχω κοιμηθεί καλά κι ούτε καφέ δεν έχω πιει ακόμα. Σκέφτομαι πως η μέρα μου ξεκίνησε άσχημα. Παρ’ όλα αυτά δεν προσπαθώ να τους εξηγήσω τι έγινε ούτε και να δικαιολογηθώ. Δεν υπάρχει λόγος ούτε έχω κάτι να κερδίσω απ’ αυτό. Και γιατί άραγε τα όργανα της τάξης να με πιστέψουν. Δεν είναι υποχρεωμένοι. Έτσι κι αλλιώς είμαι αθώος. Δεν έχω κάνει τίποτα. Εγώ να βοηθήσω ήθελα κι από πάνω βρήκα το μπελά μου. Πρέπει μόνο να βρω έναν καλό δικηγόρο για να με υπερασπιστεί.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

ΑΣΦΥΞΙΑ

Κατακαλόκαιρο με καύσωνα. Περπατώ κοντά στον μόλο κυνηγώντας μάταια δροσερούς και ανακουφιστικούς αέρηδες. Αν και σούρουπο κάνει ακόμη πολλή ζέστη και δεν φυσάει καθόλου. Οι διαβάτες είναι λιγοστοί. Ο ήλιος δύει. Βουλιάζει βιαστικά μέσα στην πορτοκαλοκίτρινη θάλασσα. Κάνει μπλουμ και πνίγεται πέρα μακριά πίσω από τον αβαθή ορίζοντα. Είμαι βιαστικός γιατί κάπου κάποιοι με περιμένουν. Πρέπει να προλάβω. Σε λίγο θα νυχτώσει κι ο ουρανός θα σκοτεινιάσει. Η πόλη τα βράδια ερημώνει επικίνδυνα. Δεν πρέπει να κυκλοφορεί κανείς έξω. Δεν έχουν συμβεί και λίγα τον τελευταίο καιρό. Πρέπει να είμαι προσεκτικός.

Προχωράω χαζεύοντας τριγύρω μα πιο πολύ είμαι βυθισμένος στις σκέψεις μου. Ξαφνικά μέσα σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο βλέπω ένα μικρό παιδί γύρω στα δέκα. Μοιάζει εγκλωβισμένο. Έχει κολλήσει το πρόσωπό του στο τζάμι και το χτυπάει με τα χέρια του ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια. Με κοιτάει στα μάτια κλαίγοντας. Πλησιάζω κοντά του και προσπαθώ να το απελευθερώσω αλλά δεν καταφέρνω τίποτα. Οι πόρτες του είναι κλειδωμένες. Σταματάω δυο τρεις περαστικούς μα είναι βιαστικοί και απρόθυμοι να με βοηθήσουν. Σηκώνουν τους ώμους αδιάφορα και ταχύνουν το βήμα τους. Ειδοποίησε τις αρχές και τους υπεύθυνους μου λένε. Εμείς βιαζόμαστε. Έχουμε δουλειές και δεν θέλουμε μπλεξίματα. Τους καταλαβαίνω. Έχουν κι αυτοί τα δίκια τους. Παίρνω τηλέφωνο την αστυνομία και την πυροσβεστική και τους εξηγώ την κατάσταση. Τους λέω πού ακριβώς βρίσκομαι. Τους δίνω την μάρκα το χρώμα και τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου. Με καθησυχάζουν. Δεν πρέπει να ανησυχώ. Θα έρθουν γρήγορα και θα κάνουν το καθήκον τους. Περιμένω κάμποση ώρα μα δεν βλέπω κανέναν τους.

Έχει πια σκοτεινιάσει και οι δρόμοι είναι άδειοι. Παντού ερημιά. Ακόμα και τα αδέσποτα έχουν εξαφανιστεί από προσώπου γης. Γάτες και σκυλιά κάπου έχουν λουφάξει. Το παιδί συνεχίζει να κλαίει και να οδύρεται. Είναι κάθιδρο. Κινδυνεύει να πάθει ασφυξία αφυδάτωση και θερμοπληξία. Μπορεί και να χάσει τη ζωή του. Δεν ξέρω πόσες ώρες ή μέρες βρίσκεται παγιδευμένο εκεί μέσα. Ούτε πού είναι οι γονείς του. Γιατί το παράτησαν και φύγανε. Συνεχίζει να με κοιτάζει κατάματα. Μα τώρα έχει σταματήσει να κλαίει και να χτυπάει το τζάμι με τα χέρια του. Δεν έχει άλλες δυνάμεις. Κουράστηκε. Έχει σταματήσει να παλεύει και να αγωνίζεται. Έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο του. Ξαφνικά  χάνει τις αισθήσεις του και καταρρέει. Λιποθυμάει και σωριάζεται στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Με πιάνει πανικός. Σε λίγο μπορεί και να πεθάνει. Κάτι πρέπει να κάνω για να το σώσω. Τότε παίρνω μία μεγάλη πέτρα από δίπλα και την ρίχνω με δύναμη πάνω στο αμάξι. Το τζάμι σπάει και γίνεται θρύψαλα. Χίλια κομμάτια. Επικρατεί πανζουρλισμός. Γίνεται της τρελής και της κακομοίρας. Ο συναγερμός του αυτοκινήτου αρχίζει να χτυπάει δαιμονισμένα και με ξεκουφαίνει. Μου τρυπάει τα αυτιά.

Απ’ το βάθος πλησιάζει τρέχοντας ένας άντρας και χειρονομεί στον αέρα. Μάλλον είναι ο πατέρας του αγοριού. Δείχνει αγριεμένος και αλαφιασμένος. Χωρίς να μου ζητήσει κάποιες εξηγήσεις αρχίζει να με βρίζει με ακατανόμαστες φράσεις και να με χτυπά. Έχει αφρίσει απ’ το κακό του και θέλει να μου σπάσει το κεφάλι. Να μου το ανοίξει στα δύο. Μου ρίχνει κλοτσιές και μπουνιές. Ξεθυμαίνει την οργή του επάνω μου. Το πρόσωπό μου έχει ματώσει. Δεν αντιστέκομαι ούτε προσπαθώ να προφυλαχτώ. Έχω παγώσει απ’ τον φόβο μου. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Για ποιο λόγο τέτοιο μένος απέναντί μου. Τόση βαρβαρότητα. Στο τέλος με αρπάζει απ’ τον λαιμό και με σφίγγει με δύναμη. Θέλει να με πνίξει. Νιώθω ασφυξία. Ανασαίνω βαριά και άρρυθμα. Όλα γύρω μου θολώνουν. Προσπαθώ να φωνάξω βοήθεια μα δεν βγαίνει λέξη απ’ το στόμα μου. Πριν λιποθυμήσω και χάσω τις αισθήσεις μου κοιτάζω προς το αυτοκίνητο. Το παιδί δεν είναι μέσα. Έχει εξαφανιστεί.  

 

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Η ΜΟΥΜΙΑ

Τον πέτυχα τυχαία στο δρόμο. Η συνάντησή μας ήταν καθαρή γκαντεμιά. Τουλάχιστον για μένα. Για να τον αποφύγω σκέφτηκα να περάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο και να αλλάξω κατεύθυνση πίσω ολοταχώς. Δυστυχώς ήταν πλέον αργά. Είχε προλάβει να με δει και να με αναγνωρίσει παρότι είχαμε να ιδωθούμε καμιά δεκαετία. Δεν τον πήρα είδηση παρά μόνο στα πέντε βήματα απόσταση. Δεν φταίω. Τα μάτια μου ήταν ορθάνοιχτα μα εκείνος είχε αλλάξει πολύ. Φοβερή μεταμόρφωση. Δυσκολεύτηκα να τον γνωρίσω. Τρόμαξα να καταλάβω ποιος είναι. Δεν έμοιαζε με τον ευτραφή μπουλούκο που ήξερα κάποτε. Τον είδα σε άσχημη κατάσταση. Ήταν κάτισχνος. Είχε αδυνατίσει πολύ κι είχε χάσει το χρώμα του. Είχε ρέψει. Είχε γίνει ωχρός και κατακίτρινος σαν μούμια. Περπατούσε σκυφτός και με δυσκολία. Σχεδόν έσερνε τα πόδια του. Το βλέμμα του σκοτεινό και θολό. Φαινόταν κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Αμέσως σκέφτηκα πως μάλλον ήταν βαριά άρρωστος και δεν είχε πολύ ζωή μπροστά του. Ότι κονόμησε κάνα βαρβάτο καρκίνος που τον τσάκισε. Τον λυπήθηκα. Διαφορετικά δεν θα σταμάταγα να του μιλήσω. Το πολύ αν μου μιλούσε πρώτος εκείνος να τον έβριζα και να τον έστελνα στο διάολο. Από παλιά του  τα είχα μαζεμένα.

Μόλις βρεθήκαμε σε απόσταση αναπνοής μ’ έπιασε απ’ το μανίκι. Μάλλον φοβήθηκε πως θα τον προσπερνούσα αδιάφορα και θα του ξέφευγα. Σταμάτησα και τον κοίταξα κατάματα. Χαμήλωσε το βλέμμα του. Μου ‘δωσε δειλά το χέρι του προσπαθώντας να χαμογελάσει. Τον χαιρέτησα χλιαρά τυπικά και ανόρεκτα. Τον ρώτησα τι κάνει και πώς είναι. Σκατά μου απάντησε κοφτά και μονολεκτικά. Αν θέλεις πάμε για έναν καφέ να τα πούμε. Αν έχεις χρόνο και δεν βιάζεσαι. Έχουμε καιρό να βρεθούμε. Δεν του αρνήθηκα και είχα σκοπό να μην του αναφέρω τίποτα από τα παλιά και δυσάρεστα. Πιο πολύ είχα την περιέργεια να μάθω τι του συμβαίνει. Να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου. Αν μάντεψα σωστά. Δεν ήθελα να τον αδικήσω. Είχαμε περάσει και ωραίες στιγμές μαζί. Είχε και καλά στοιχεία πάνω του. Δεν ήταν και τελείως κάθαρμα. Τουλάχιστον τότε που κάναμε παρέα. Τότε που ήμασταν νέοι γεμάτοι όνειρα φιλοδοξίες και ελπίδες. Μετά τα πράγματα στράβωσαν. Δεν ήρθαν όπως τα σχεδιάζαμε και τα περιμέναμε. Σκοντάψαμε και πέσαμε χωρίς να σηκωθούμε ξανά. Κάπου σκαλώσαμε και μας πήρε η κάτω βόλτα. Και πιο πολύ εμένα. Αυτός βρήκε μια άκρη. Κάτι έκανε. Κάπως βόλεψε την έρμη την ζωούλα του.

Η σχέση μας δεν ήταν λυκοφιλία αλλά ούτε υπήρξαμε και ποτέ κολλητοί. Πάντως γνωριζόμασταν από παιδιά. Πηγαίναμε μαζί σχολείο και παίζαμε στην ίδια γειτονιά. Μια πόρτα ήταν τα σπίτια μας. Αυτός σπούδασε οικονομικά κι εγώ τίποτα. Κάποια στιγμή έδωσε εξετάσεις για το δημόσιο και πέτυχε. Διορίστηκε σε κάποιο υπουργείο μα δεν θυμάμαι σε ποιο. Απ’ την άλλη δεν ήταν άνθρωπος του έρωτα και του σεξ παρά ένας καθαρόαιμος βολεψάκιας των εκάστοτε συνθηκών. Βασικά μπούλης και μαμάκιας. Ένας μαλθακός μπουχέσας περιωπής. Δεν ξέρω βέβαια αν είχε κάποια δεύτερη κρυφή ζωή. Πώς την έβγαζε με το βασικό πρόβλημα του αρσενικού είδους. Υποθέτω χειρονακτικά χωρίς να παίρνω και όρκο. Πάντως κάποια στιγμή έπρεπε να παντρευτεί. Κόντευε τα σαράντα και είχε φτάσει και η δική του η σειρά. Τον πίεζαν οι δικοί του. Ήταν το μοναχοπαίδι και ο κανακάρης τους και η μόνη τους ελπίδα να δουν εγγονάκια που θα συνέχιζαν την ένδοξη γενιά τους. Που θα διαιώνιζαν το τιμημένο όνομα των προγόνων τους. Και φυσικά δεν μπορούσε να τους φέρει αντίρρηση. Τους φοβόταν και ήθελε να τα ‘χει καλά μαζί τους. Ειδικά τον πατέρα του. Τον είχαν βέβαια καλομαθημένο. Δεν του έλειψε ποτέ τίποτα. Έτσι γνώρισε μια πολύ όμορφη κοπέλα που ήταν αρκετά χρόνια μικρότερή του. Τι του βρήκε μόνο αυτή ήξερε. Πάντως ο γαμπρός έβγαζε καλά λεφτά και δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις στο κρεβάτι. Ήταν μεγάλο κελεπούρι στην υπόθεση που λέγεται αρραβώνας στεφάνωμα και αποκατάσταση της κάθε γυναίκας που σέβεται τον εαυτό της.

Εκείνο τον καιρό που τα φτιάξανε δεν κάναμε πολλή παρέα. Είχαν αραιώσει οι επαφές μας και βρισκόμασταν αραιά και πού στη χάση και στη φέξη. Πιο πολύ απ’ το τηλέφωνο τα λέγαμε. Ειδικά όταν είχα καμιά ανάγκη από δανεικά κι αγύριστα. Σε περιόδους που έχανα την δουλειά μου και για κάμποσους μήνες έμενα άνεργος. Δεν είχα παράπονο. Ο φίλος μου με είχε πάμπολλες φορές ξελασπώσει με μικροποσά που δεν μου τα ζήτησε ποτέ πίσω. Πάντως με κάλεσε στο γάμο του. Έβαλα ένα καθαρό πουκάμισο κι ένα σακάκι και πήγα. Δώρο δεν του πήρα. Με είχε πετύχει πάλι σε άγριες αφραγκίες και αναδουλειές. Ταπί και ψύχραιμο. Μόνο τους ευχήθηκα ότι επιθυμούν. Να ζήσουν και να ευτυχήσουν με πολλούς απογόνους. Κουμπάρος του ήταν ένας φίλος του ταριχευτής άγριων ζώων που δεν τον ήξερα πιο πριν. Για την περίσταση του χάρισε έναν όμορφο βαλσαμωμένο αετό με ανοιγμένα φτερά και γυάλινα βλοσυρά μάτια που σε κοίταγε και κατουριόσουν απ’ την τρομάρα σου γιατί ήταν  έτοιμος να πετάξει και να ορμήσει κατά πάνω σου. Να χιμήξει και να σε κατασπαράξει στο πιτς φιτίλι. Σωστό καλλιτέχνημα. Πρέπει να ήταν καλός και έμπειρος μάστορας. Εργαζόταν σε μουσείο φυσικής ιστορίας αλλά είχε και δικό του εργαστήριο. Συστηθήκαμε μα δεν τον πολυσυμπάθησα. Από την πρώτη στιγμή δεν μου γέμισε το μάτι. Μου φάνηκε κλειστός μονόχνοτος και περίεργος τύπος. Απ’ ότι άκουσα ήταν ανύπαντρος και ζούσε μόνος του. Ούτε έμαθα πώς γνωρίστηκε με τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή. Για μένα η σχέση τους παρέμεινε άλυτο μυστήριο.

Μετά τον γάμο τον έβλεπα στο σπίτι του σε κάνα γιορτάσι. Με καλούσε και συνήθως πήγαινα. Του έκανα επίσκεψη. Αν δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω. Παρόλο που βαριόμουνα αφάνταστα. Μαζευόντουσαν διάφοροι χλιμίτζουρες και παρατρεχάμενοι που δεν τους έκανα καθόλου κέφι γιατί λέγανε χαζομάρες και ηλιθιότητες. Με κοινοτοπίες περνιόντουσαν για σπουδαίοι και σημαντικοί. Ήταν γνωστοί και φίλοι μα και συνάδελφοί του με τις γυναίκες και τις φιλενάδες τους. Ήταν όλοι τους ευκατάστατοι με δικές τους δουλειές και παχυλούς μισθούς. Μιλούσαν για την πολιτική και την οικονομία και άλλα ανούσια πράγματα. Εγώ σπάνια έλεγα την γνώμη μου. Πάντα η σιωπή είναι χρυσός. Καθόμουν στην γωνιά μου σαν τον φτωχό συγγενή έπινα και τους παρατηρούσα. Είχαν και την πλάκα τους. Βέβαια ερχόταν και ο κουμπάρος. Πρώτος και καλύτερος. Μάλιστα ήταν ιδιαίτερα διαχυτικός με την οικοδέσποινα. Τον είχα πετύχει να ανταλλάσσουν κάτι περίεργες ματιές και χαμόγελα μα δεν με ένοιαζε ούτε έδινα ιδιαίτερη σημασία. Αυτά γίνονται και στις καλύτερες οικογένειες. Πάντως ο φίλος μου ήταν μέσα στην τρελή χαρά και δεν έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν πίσω απ’ την πλάτη του. Όλα του πήγαιναν πρίμα. Και στο υπουργείο μόλις είχε πάρει προαγωγή. Τώρα μόνο ένα παιδί έλειπε για να συμπληρωθεί το παζλ της ευτυχίας του. Άντε και καλούς απογόνους του εύχονταν όλοι και σκουντιόντουσαν με νόημα. Τότε το βλέμμα του κάπως σκοτείνιαζε. Κι αυτό θα γίνει τους έλεγε γελώντας. Όλα με την σειρά τους. Δεν μας πήραν δα και τα χρόνια. Μικροί ήμαστε ακόμα. Τέτοια ξεστόμιζε μα από μέσα του τον έτρωγε το σαράκι. Η γυναίκα του χαμογελούσε αμήχανα και δεν ήξερε τι να πει. Ο σύζυγος και αφέντης της είχε πάντα τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.

Τα πράγματα στράβωσαν όταν η χώρα μπήκε σε άγρια οικονομική κρίση και άλλες πολιτικές περιπέτειες. Υπήρχε μια γενική δυσαρέσκεια στην παρέα και μπόλικες ακεφιές. Τέρμα οι πλακίτσες τα γέλια και τα χάχανα. Κοπήκανε μαχαίρι τα μπόνους από τα χρυσά αγόρια και μειώθηκαν οι μισθοί τους. Κάποιες επιχειρήσεις τους βαρέσανε κανόνι και κήρυξαν πτώχευση. Όλοι τους είχαν ανοιχτεί με δάνεια και χλιδάτη ζωή. Τώρα τα ψέματα είχαν τελειώσει κι έπρεπε να μαζευτούν. Τους φταίγανε οι ξένοι και οι μετανάστες που τους έπαιρναν τάχα μου τις δουλειές. Και οι ξενόδουλοι και προδότες που κυβερνούσαν τον τόπο. Έχυναν χολή και φαρμάκι. Άφριζαν απ’ το κακό τους και ζητούσαν εκδίκηση για το κατάντημα της χώρας. Ξαφνικά όλοι τους είχαν γίνει εθνικιστές και υπερπατριώτες. Ακροδεξιοί και φασισταριά της κακιάς ώρας. Είχαν πέσει οι μάσκες και είχαν αποκαλυφθεί τα πραγματικά τους πρόσωπα. Το φίδι είχε βγει από τα αυγό του και το κλίμα δεν με σήκωνε πια εκεί μέσα. Το σπίτι του φίλου μου είχε καταντήσει σφηκοφωλιά. Και ξαφνικά εκείνο το τρομαγμένο ανθρωπάκι είχε αποκτήσει ριζοσπαστική ιδεολογική σκέψη και συνείδηση. Μέσα σε μια νύχτα ο λουκουμάς είχε γίνει χρυσαυγίτης και μάλιστα με ενεργό ρόλο και συμμετοχή στην οργάνωση. Φώναζε και διατυμπανούσε πως έπρεπε να πάρουν εκείνοι τον νόμο στα χέρια τους για να έρθει επιτέλους η κάθαρση. Να λάμψει η δικαιοσύνη και η αλήθεια. Να φάει ψωμάκι ο κοσμάκης. Να δει μια άσπρη μέρα. Απ’ ότι κατάλαβα τον είχε στρατολογήσει ο κουμπάρος του. Προσπάθησαν να προσηλυτίσουν και μένα. Επιτέλους θα αποκτούσα κι εγώ έναν μεγάλο σκοπό. Ένα ιδανικό για να αγωνιστώ κι αν χρειαζόταν να θυσιάσω και την ζωή μου. Να γίνω ήρωας για το έθνος και την πατρίδα μου. Δεν θα ένιωθα πλέον ασήμαντος και έρμαιο των συνθηκών. Θα μου έβρισκαν και δουλειά. Έτσι μου υποσχέθηκε. Αρκεί να πήγαινα μαζί τους στις πορείες διαμαρτυρίας στις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων και τις ομιλίες του αρχηγού τους. Είχε αγριέψει και μιλούσε με φλογερό πάθος. Δεν μπορούσα να τον ακούω άλλο. Με είχε πιάσει σκοτοδίνη. Ζαλίστηκα και πήγα να πέσω χάμω. Τα νεύρα μου είχαν τσιτώσει επικίνδυνα και φοβήθηκα μην πάθω καμιά συμφόρηση. Σταμάτα του είπα. Άσε τις μαλακίες. Αυτά πέστα σε άλλους. Τσακωθήκαμε άγρια. Τον έβρισα και σηκώθηκα κι έφυγα για να μην του ανοίξω το κεφάλι στα δύο. Τα έκανε πάνω του. Χλόμιασε και ζάρωσε. Μπροστά στον καυγά ήταν και ο φίλος του ο κουμπάρος και ταριχευτής μα δεν μίλησε. Δεν έβγαλε άχνα. Τσιμουδιά.

Μα όλα αυτά ανήκαν πλέον στο παρελθόν. Ήταν μακρινά και λησμονημένα. Δεν ήθελα να τα θυμάμαι. Η κρίση της χώρας είχε κάπως ξεπεραστεί και τα μεγάλα δηλητηριώδη φίδια βρίσκονταν στη φυλακή. Τα μικρότερα και πιο θρασύδειλα είχαν λουφάξει τρομαγμένα στο λαγούμι τους και το ‘χαν βουλώσει. Τώρα μετά από τόσα χρόνια καθόμουν με τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή σε μια καφετέρια και μου ‘λεγε τον πόνο του για να ξαλαφρώσει. Τον άκουγα με προσοχή θέλοντας να συνδέσω και πάλι το νήμα της παλιάς μας γνωριμίας. Να μάθω από πρώτο χέρι για τα χαμένα επεισόδια της ζωής του. Τουλάχιστον πίστευα ότι θα μου ‘λεγε την αλήθεια. Ποιο ήταν το πρόβλημα που αντιμετώπιζε και τον είχε φέρει σ’ αυτό το χάλι. Εγώ απ’ την προσωπική μου ζωή δεν είχα σκοπό να του εξομολογηθώ κάτι. Είχα αλλάξει πολύ από τότε. Είχα γίνει αγνώριστος. Άλλος άνθρωπος. Μάλλον πιο αυθεντικός και αληθινός. Πιο κοντά στον πραγματικό μου εαυτό. Και να του ‘λεγα δεν θα μπορούσε να καταλάβει. Είχε τα δικά του που τον έκαιγαν και τον έλιωναν. Ήθελα να μου πει και πώς τα πήγαινε στη δουλειά του. Σίγουρα θα είχε πάρει και άλλη προαγωγή. Μπορεί να είχε γίνει διευθυντής ή ακόμα και γενικός γραμματέας του υπουργείου. Να μου θυμίσει και σε ποιο είναι. Και αν ασχολείται ακόμα με τις παλιές πολιτικές βλακείες. Αν είχε ξεκόψει απ’ τον κουμπάρο τους ναζίδες και τ’ άλλα φασισταριά ή ήταν ακόμα οργανωμένος. Αυτός πρέπει να κοιτάει μόνο το επάγγελμα και την οικογένειά του. Τι δουλειά έχει με όλους αυτούς τους αλήτες. Να μάθω και κείνη τι κάνει. Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα. Και αν έκαναν παιδιά και διάφορα άλλα. Είχα πολλά πράγματα να τον ρωτήσω.

Μου τα είπε όλα νε το νι και με το σίγμα. Τελικά με την γυναίκα του δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά. Ούτε έψαξε να βρουν τον λόγο και ποιος φταίει. Δεν το κυνήγησε. Περνούσε καλά μαζί της αν και εκείνη κάποια στιγμή άρχισε να του κάνει νερά. Δεν ξέρει. Μπορεί και να τον είχε βαρεθεί. Μέχρι που του έκανε την λαδιά και πήγε με άλλον. Έβλεπε τον εραστή της όταν εκείνος ήταν στη δουλειά. Κάποιες φορές τον έφερνε και στο σπίτι. Τελευταία η κυρία είχε τελείως αποθρασυνθεί και είχε γίνει απρόσεχτη. Δεν έπαιρνε καν τις απαραίτητες προφυλάξεις. Μα υπάρχει θεός που βλέπει και τιμωρεί. Αγαπάει τον κλέφτη όμως και τον νοικοκύρη. Τους είδε τυχαία στο δρόμο ο κουμπάρος του. Αμέσως κατάλαβε ότι κάτι τρέχει μεταξύ τους και του το σφύριξε. Μια μέρα γύρισε νωρίτερα απ’ τη δουλειά και τους έπιασε στα πράσα γυμνούς πάνω στο κρεβάτι. Κι όμως την συγχώρεσε. Δεν ήθελε να την χάσει. Όμως εκείνη πρέπει να συνέχισε να τον βλέπει και μετά το περιστατικό. Μέχρι που πριν από δυο μήνες τον παράτησε στα κρύα του λουτρού δίχως καμία προειδοποίηση. Έφυγε απ’ το σπίτι και δεν ξέρει πια αν ζει ή αν πέθανε. Εξαφανίστηκε. Χάθηκε από προσώπου γης. Τότε έκανε καταγγελία στην αστυνομία. Έψαξαν παντού. Μάταιος κόπος. Δεν βρέθηκε πουθενά. Ούτε κι ο νεαρός εραστής της. Από τότε πήρε την κάτω βόλτα. Στεναχωρήθηκε πολύ. Σταμάτησε να τρώει κι άρχισε να πίνει. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. Κι απ’ τη δουλειά του κατάφερε και πήρε αναρρωτική άδεια για ψυχολογικούς λόγους. Πήγε και σε γιατρούς που του γράψανε ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα για την περίπτωσή του όμως δεν τα πήρε.

Δεν ήταν λοιπόν η παλιαρρώστια που τον βασάνιζε και τον ταλαιπωρούσε. Που του έτρωγε τα σπλάχνα και τα σωθικά. Είχα κάνει λάθος εκτίμηση μα και πάλι τον λυπήθηκα. Δεν ήξερα ότι με τα χρόνια είχε γίνει τόσο ευαίσθητος. Είχε χάσει και τους δικούς του. Πρέπει να ένιωθε αφόρητη μοναξιά. Προσπάθησα να του δώσω κουράγιο. Του είπα να μην απελπίζεται. Ίσως κάποια μέρα εκείνη να γυρίσει μετανιωμένη στην αγκαλιά του. Τότε αυτός και πάλι θα την συγχωρέσει και θα ζήσουν ευτυχισμένοι όπως πριν. Θα μπορούσαν να υιοθετήσουν κι ένα παιδί. Είχαν την οικονομική άνεση. Τέτοια του ‘λεγα όμως εκείνος παρέμενε απαρηγόρητος. Μετά από τόσο καιρό κι ακόμα δεν μπορούσε να το χωνέψει ότι είχε χάσει την γυναίκα του οριστικά. Να το πάρει απόφαση. Όσο για τον κουμπάρο του τον ταριχευτή τω άγριων ζώων τον έβλεπε τακτικά. Ήταν πραγματικός του φίλος κι αδερφός. Του συμπαραστάθηκε από την πρώτη στιγμή. Αν δεν είχε και κείνον στο πλάι του θα είχε τρελαθεί τελείως. Πλέον είχαν πάψει να ασχολούνται με τα πολιτικά. Το είχαν σκυλομετανιώσει. Παραλίγο να μπούνε κι αυτοί φυλακή τότε. Στο τσακ την γλυτώσανε. Κι εκείνος παραλίγο να χάσει την θέση του στο υπουργείο. Είχε ρισκάρει πολλά. Για κάμποσο καιρό τον είχανε βάλει στη μαύρη λίστα για απόλυση. Μέχρι που επέστρεψε στην κυβερνητική παράταξη. Είχε τα μέσα και τις γνωριμίες. Τον δέχτηκαν πίσω με ανοιχτές αγκάλες κι έτσι έσωσε το τομάρι του. 

Μετά πήγαμε για φαγητό. Πεινούσα σαν λύκος. Εκείνος δεν άγγιξε το πιάτο του. Να τρως γιατί έχεις γίνει σαν μούμια του είπα για να σπάσω λίγο τον πάγο μα δεν γέλασε. Μου δικαιολογήθηκε πως δεν πήγαινε μπουκιά κάτω. Και που να δεις άλλους. Είναι πολύ χειρότερα συμπλήρωσε μα δεν κατάλαβα ποιους εννοούσε. Στο τέλος προσφέρθηκε να πληρώσει εκείνος τον λογαριασμό. Ευτυχώς γιατί δεν είχα φράγκο στην τσέπη μου. Μόνο μου ζήτησε μια χάρη. Απόψε να έρθει να κοιμηθεί στο σπίτι μου. Δεν μπορεί πλέον να κοιμάται στο δικό του. Αύριο θα πήγαινε να μείνει στον κουμπάρο του για ένα διάστημα και θα μου άδειαζε την γωνιά. Δεν είχα πρόβλημα να τον φιλοξενήσω. Όλοι οι καλοί χωράνε στην υπόγα μου του είπα γελώντας. Θυμήθηκα κατά καιρούς πόσους φίλους και γνωστούς είχα φιλοξενήσει ακόμα και με κομμένο το ηλεκτρικό. Δεν είναι λίγο να έχεις μια τρύπα δικιά σου και να μην μπορεί κανένας κερατάς να σε πετάξει έξω. Ακόμη κι αν δεν έχεις να πληρώσεις ούτε τα κοινόχρηστα. Η διαχείριση της πολυκατοικίας θα δείξει κατανόηση. Στην τελική ας με χώσουν και στη μπουζού. Κι εκεί καλά θα περνάω. Θα έχω και παρέα. Όχι πως δεν εκτιμώ την ελευθερία μου. Μα δεν μπορείς να τα ‘χεις όλα δικά σου. Ούτε συνέχεια να βγαίνεις στην γύρα για να βρεις κάνα γνωστό και να τον γδάρεις. Πρέπει να ‘χεις και λίγη τσίπα πάνω σου. Λίγη αξιοπρέπεια. Έστω κι αν είσαι ένα χαμένο κορμί.

Δεν είχε ξανάρθει όμως του άρεσε. Βρήκε τη φωλίτσα μου μικρή αλλά ζεστή και τακτοποιημένη. Του πρότεινα να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου για πιο άνετα μα αρνήθηκε. Δεν ήθελε να με ξεβολέψει. Ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα είπε και για πρώτη φορά έσκασε ένα δειλό χαμόγελο. Τελικά τον έβαλα στον καναπέ που χρησιμεύει για έκτακτες και εξαιρετικές περιστάσεις. Τον άνοιξα κι έβγαλα από κάτω μαξιλάρια και κουβέρτες για να του στρώσω. Του ευχήθηκα να βολευτεί και καλό ύπνο. Νανάκια και όνειρα γλυκά. Με καληνύχτισε κι έσβησα τα φώτα. Πρέπει να είχε πολλές μέρες άυπνος. Έπεσε ξερός κι αμέσως άρχισε να ροχαλίζει. Μετά από λίγο άρχισε το παραμιλητό. Έλα μάμμη κοντά μου. Ο γιος σου είμαι. Μούγκριζε και σαν αρκούδα. Ήταν πολύ ενοχλητικό. Τσαντίστηκα. Νυχτιάτικα μου χάλασε την διάθεση. Μου ‘ρχόταν να τον καρυδώσω και να του σπάσω το κεφάλι. Έμεινα άυπνος μέχρι τα χαράματα. Τότε μόνο έκλεισα τα μάτια μου. Όταν τα ξανάνοιξα είχε μεσημεριάσει για τα καλά κι ο φίλος μου είχε φύγει. Δεν μου άφησε καν ένα σημείωμα με δυο λόγια ή το τηλέφωνό του. Μόνο πάνω στο τραπέζι βρήκα κάμποσα χαρτονομίσματα θέλοντας μάλλον να ξεπληρώσει την διαμονή του. Ας είναι καλά.  Ήταν χρήσιμα αφού για λίγο καιρό θα με ξελάσπωναν απ’ τις αψιλίες μου.

Από κείνη την μέρα δεν τον ξανάδα μπροστά μου. Όμως μετά από λίγο καιρό βούιξε ο τόπος από τα κατορθώματά του. Έγινε πρώτη είδηση στα κανάλια  της τηλεόρασης ενώ η φάτσα του μοστράριζε και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ταράχτηκα. Δεν το περίμενα. Μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Μπούκαρε η αστυνομία στο σπίτι του και βρήκε τη γυναίκα του ξαπλωμένη στο κρεβάτι πλάι στον βαλσαμωμένο αετό. Ήταν από μήνες νεκρή και ταριχευμένη. Είχε γίνει καλή δουλειά. Ήταν πολύ όμορφη. Ολοζώντανη. Και προπαντός αναλλοίωτη άθικτη και αγέραστη. Έμοιαζε με την ωραία κοιμωμένη του παραμυθιού που περίμενε το φιλί του πρίγκιπα για να ξυπνήσει ή ένα χάδι απ’ τον μαρμαρωμένο βασιλιά. Είχε βίαιο θάνατο από ασφυξία. Ο φίλος μου παραδέχτηκε ότι εκείνος την στραγγάλισε όταν του ζήτησε να χωρίσουν και να πάρουν διαζύγιο. Δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ του πέταξε κατάμουτρα. Τότε θόλωσε και την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια. Στο ίντερνετ και σε κάποιες κουτσομπολίστικες φυλλάδες γράφτηκε ότι πάνω στην αρωματισμένη μούμια βρέθηκαν διάφορα ξεραμένα υγρά και βλέννες άγνωστης προς το παρόν προέλευσης αφήνοντας υπονοούμενα για την τέλεση ασελγών και ανόσιων πράξεων. Οι υποψίες και οι έρευνες των αρχών στράφηκαν και στον κουμπάρο ως συνεργό και βασικό ύποπτο της γυναικοκτονίας. Όμως για κείνον τίποτα τελικά δεν κατάφερε να αποδειχτεί.  

 

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Έβαλα τρέμοντας το κλειδί στην πόρτα. Είχα μεγάλη ταραχή. Ένιωθα αγωνία και μεγάλη περιέργεια. Πέντε μέρες έλειπα στην αόρατη πόλη. Επιστρέφοντας δεν ήξερα τι θα αντικρίσω μπροστά μου. Σαν να είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή. Πριν φύγω η κοπέλα με είχε ενημερώσει ότι θα κάνει κάποιες αλλαγές στην γκαρσονιέρα και της είχα δώσει  απόλυτη ελευθερία. Τουλάχιστον κατάφερα να ανοίξω. Κάτι ήταν κι αυτό. Δεν είχε αλλάξει κλειδωνιά. Μπήκα με το δεξί και άναψα το φως. Μέσα όλα ήταν τακτοποιημένα και πεντακάθαρα. Άστραφταν πάστρα και νοικοκυριό. Εδώ κι εκεί μπιχλιμπίδια και ζωγραφιές. Έμοιαζε με κουκλόσπιτο. Έβγαζε θαλπωρή και φροντίδα χωρίς να μ’ ενοχλεί. Χαμογέλασα. Μου ‘χε φύγει ένα μεγάλο βάρος. Το υπόγειο καταφύγιό μου φαινόταν ολοκαίνουργιο. Του κουτιού. Οι μαυρίλες και οι υγρασίες απ’ τους τοίχους είχαν εξαφανιστεί. Ούτε σημάδια από σκοτωμένα κουνούπια υπήρχαν πια ούτε καμιά ψόφια κατσαρίδα στο πάτωμα. Όχι πάντως με τρόπο μαγικό. Ήταν φρεσκοβαμμένη. Τότε πρόσεξα ότι είχαν αλλάξει και τα χρώματα των τοίχων. Κίτρινο και πορτοκαλί μα το ταβάνι πάντα λευκό. Ο χώρος είχε ομορφύνει κάπως και μου ‘χε φτιάξει την διάθεση.

Άφησα τον σάκο μου στον καναπέ και πλησίασα το παράθυρο. Τα παντζούρια ήταν ανακουφωτά. Τα άνοιξα διάπλατα να μπει κι άλλο φως. Κοίταξα έξω τον ακάλυπτο. Η καθαρίστρια με το λάστιχο έπλενε το τσιμέντο και πότιζε τις γλάστρες. Ήταν μεσόκοπη και ξερακιανή με ξενική προφορά. Με είδε ξαφνικά και τρόμαξε η κακομοίρα. Χαιρετηθήκαμε με κάποιες τυπικές καλημέρες χωρίς να συστηθούμε ή να πούμε περισσότερα. Με κοίταξε λοξά και καχύποπτα. Δεν γνωριζόμαστε καλά και δεν πρέπει να της γεμίζω το μάτι. Σε κάθε περίπτωση είναι επιφυλακτική και κρατάει ασφαλείς αποστάσεις. Αν και νομίζω πως δεν είναι προσωπικό το ζήτημα. Έτσι είναι μ’ όλους. Δεν έχει πολλά λόγια μα κάνει καλά τη δουλειά της. Τα περιστέρια είχαν σκαρφαλώσει ψηλά στα καλώδια και τα σύρματα. Οι γάτες είχαν εξαφανιστεί. Άθελά της είχε διαταράξει το πρόγραμμά τους και περίμεναν να τελειώσει για να επιστρέψουν. Να επικρατήσει και πάλι ησυχία και ηρεμία στον ακάλυπτο. Να θριαμβεύσει ξανά η ρουτίνα της άγιας καθημερινότητας.

Τράβηξα για την τουαλέτα να πλύνω τη φάτσα μου. Έδειχνε ταλαιπωρημένη και λυπημένη. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη χωρίς να αναγνωρίσω τον παλιό καλό μου εαυτό. Είχα αλλάξει. Τόσες μέρες απέφευγα να με δω. Να με κοιτάξω κατάμουτρα. Ο θερμοσίφωνας είχε νερό κι εγώ χρειαζόμουν επειγόντως ένα καυτό μπάνιο για να καθαρίσω και να ξεβρομίσω. Να τρίψω καλά την πέτσα μου και να αλλάξω δέρμα. Βγήκα μετά από κάνα μισάωρο με τη μούρη μου ολοκαίνουργια. Κατάφερα και να ξυριστώ. Πληθαίνουν οι άσπρες τρίχες. Κοιτάχτηκα πάλι προσεκτικά μέσα απ’ την θολή ατμόσφαιρα των υδρατμών. Χαμογέλασα. Είχα γίνει και πάλι ο ίδιος. Ξαφνικά ένιωσα μια εξάντληση. Δεν με κρατούσαν άλλο τα πόδια και τα χέρια μου. Τώρα έβγαινε η κούραση πέντε ολόκληρων ημερών αϋπνίας. Οριζοντιώθηκα πάνω στο κρεβάτι κι αμέσως έπεσαν οι διακόπτες. Δεν πρόλαβα ούτε το ξυπνητήρι να βάλω. Δεν υπήρχε και κάποιος σοβαρός λόγος. Δεν βιαζόμουν για τίποτα πια. Το ρολόι πάνω στο κομοδίνο έλεγε απλά την ώρα. Εννιά και είκοσι προ μεσημβρίας. Και ο ήχος του με νανούριζε γλυκά. Τικ τοκ. Τικ τακ.     

Όταν εκείνη γύρισε στο σπίτι εγώ κοιμόμουν ακόμα ολόγυμνος στο κρεβάτι του καλού καιρού. Καμιά δεκαριά ώρες. Έξω είχε νυχτώσει. Πρέπει να είδα κάτι μπερδεμένα όνειρα μα δεν θυμόμουν τίποτα. Ίσως κι εκείνον τον παλιό εφιάλτη που με κυνηγούσε η μητέρα με άγριες διαθέσεις μέσα στο πατρικό μας σπίτι. Η κοπέλα άφησε τις τσάντες και τις σακούλες της πάνω στον καναπέ πλάι στον σάκο μου και με πλησίασε. Στην αρχή πρέπει να ξαφνιάστηκε λιγάκι από την παρουσία μου. Αν και γενικά είναι ψύχραιμη και δεν τα χάνει εύκολα. Μετά θα χαμογέλασε. Σίγουρα θα χάρηκε. Κάτι θα ρίγησε μέσα της. Δεν ήξερε πότε θα γύριζα. Όταν θα ξεμπερδέψω και μπουν όλα τα πράγματα στην θέση τους. Έτσι της είχα πει. Μα ήθελα να της κάνω έκπληξη. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και μου χάιδεψε τρυφερά την πλάτη. Έσυρε απαλά τα νύχια της πάνω στην κοιμισμένη μου σάρκα και με έκανε να αναριγήσω. Θυμήθηκα που τα έχωνε με πάθος μέσα μου σχηματίζοντας μουσικά πεντάγραμμα και κλειδιά του σολ σε πλήρη στύση. Που με μάτωνε βογκώντας και κλαίγοντας.

Είχα ξυπνήσει απότομα μόνο με τα μάτια ανοιχτά. Το υπόλοιπο σώμα ακόμα δεν υπάκουε. Ήταν σαν παράλυτο. Νεκρό. Ένιωθα την θερμή ανάσα και το άρωμά της. Μοσχοβολούσε ολόκληρη. Έμεινα για κάμποση ώρα ακίνητος. Εκείνη συνέχισε να με κανακεύει. Ώσπου με κόπο κατάφερα να στρίψω το κεφάλι προς τη μεριά της και να την δω. Μου φάνηκε πιο όμορφη. Είχε αλλάξει και τα μαλλιά της. Τα είχε κόψει κοντά και τα είχε βάψει κόκκινα. Πριν φύγω την θυμόμουν μελαχρινή μα παρέμενε πάντα λεπτή και αέρινη. Ψηλή και αρρενωπή. Της χαμογέλασα κι εγώ. Ακόμα δεν μπορούσα να μιλήσω. Να βγάλω άχνα. Μόνο κάποια μουγκρητά. Ξάπλωσε πλάι μου. Με αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε με πάθος στο στόμα. Άρχισε να γδύνεται αργά και τελετουργικά κοιτώντας με κατευθείαν στα μάτια. Το κορμί μου κάπως ζωντάνεψε. Τα μέλη μου άρχισαν και πάλι να κινούνται. Ζωήρεψα. Ερχόταν κατά πάνω μου με άγριες δολοφονικές διαθέσεις και μάλλον σκεφτόταν πρώτα να με βιάσει. Κι ούτε καφέ δεν είχα πιει ακόμα.

Όταν τελειώσαμε μείναμε κάμποση ώρα ανάσκελα. Χαλαρώναμε καπνίζοντας και κοιτάζοντας το ταβάνι. Αναπολούσαμε τα περασμένα ρουφώντας άπληστα την απόλαυση των στιγμών. Έξω είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Ξαφνικά ένιωσα το στομάχι μου να γουργουρίζει. Πεινούσα σαν λύκος. Εκείνη την ώρα μπορούσα να την φάω ολόκληρη. Της το είπα και γέλασε. Ήμασταν κι οι δυο πολύ ευδιάθετοι. Θα έφτιαχνε στα γρήγορα κάτι πρόχειρο να στυλωθούμε. Τηγάνισε μπριζόλες και πατάτες. Έκοψε και μια σαλάτα. Φάγαμε με όρεξη χωρίς να μιλάμε. Ήπιαμε και κόκκινο κρασί για να γιορτάσουμε την ξαφνική επιστροφή μου σαν να έλειπα αιώνες. Στο τέλος ανάψαμε πάλι τσιγάρο. Εκείνη έσπασε πρώτη την σιωπή. Ήταν πολύ χαρούμενη. Επιτέλους είχε πιάσει μια κανονική πρωινή δουλειά. Πωλήτρια στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Ωραία. Σκέφτηκα ότι θα μπορώ να κλέβω από κει πράγματα πιο άνετα. Όμως βρήκε και τον χρόνο να σουλουπώσει και το σπίτι. Προκομμένη κοπέλα. Της είπα ότι μου άρεσε. Είχε γίνει αγνώριστο. Μετά με ρώτησε για τον ξάδερφο στην πρωτεύουσα. Πώς ήταν η κηδεία. Τι έγινε με την κληρονομιά.     

Ήταν ωραία της είπα. Η εκκλησία ήταν γεμάτη από κόσμο κι ήμασταν όλοι πολύ στεναχωρημένοι που έφυγε τόσο νέος. Παρά τις αδυναμίες και τα κουσούρια του ήταν πολύ αγαπητός. Όμως πλέον ο καλός ξάδελφος είχε περάσει στην αιωνιότητα. Γι’ αυτόν είχαν αρχίσει οι μεγάλες κι ατέλειωτες ξάπλες. Μέσα στο φέρετρο έδειχνε ήρεμος και αμέριμνος. Χορτάτος από τη ζωή. Την γλέντησε καλά. Τώρα δεν νοιαζόταν για τίποτα. Όσο για την κληρονομιά αποδείχτηκε μάπα το καρπούζι. Έκανα αποποίηση. Ο συμβολαιογράφος ήταν απέναντί μας απόλυτα ειλικρινής και διαφωτιστικός. Ο συγχωρεμένος είχε πολλά χρέη και κόκκινα δάνεια. Ήταν μαυρισμένος και όλη η περιουσία του υποθηκευμένη μέχρι τα μπούνια. Θα την πάρουν οι τράπεζες και το δημόσιο μας είπε. Πάντως καλοσύνη του που με ανέφερε στη διαθήκη του και μάλιστα με τα καλύτερα λόγια. Που με έβαλε στους κληρονόμους του. Κάποτε ήμασταν κολλητοί και αχώριστοι. Είχαμε φάει ψωμί κι αλάτι μαζί. Δεν μπορούσε να με αγνοήσει. Όσο για κείνον ο καθένας με την σειρά του. Ο καθένας στην ώρα του. Έτσι κι αλλιώς όλοι περαστικοί είμαστε. Δεν γλυτώνει κανείς.

Με άκουγε συγκινημένη και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Τον ήξερε κι εκείνη πολύ καλά. Όμως δεν ήθελε να έρθει μαζί μου για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Όταν πριν από πέντε χρόνια την έδιωξαν απ’ το χωριό οι δικοί της κακήν κακώς και βρέθηκε στην μεγάλη πόλη εκείνος την περιμάζεψε και την σπίτωσε για τα καλά. Από αυτόν την γνώρισα. Μέχρι που ο ξάδερφος αρρώστησε και παραξένεψε. Τσακώθηκαν και χώρισαν μα δεν ήθελε να την πετάξει στον δρόμο. Κατά κάποιον τρόπο μου την έκανε πάσα. Κάτι σαν δώρο που αποδείχτηκε πολύτιμο. Το ήθελε και κείνη. Δεν είχε άλλους γνωστούς. Δεν ήξερε  πού να πάει και πού να μείνει. Δεν της ήμουν και αδιάφορος. Έτσι ήρθε σε μένα. Κάνα δυο χρόνια ήμαστε μαζί και τα πάμε σχετικά καλά. Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα για να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Δεν ξέρω ακόμα τι θα γίνει. Πώς θα καταλήξει το πράμα μαζί της. Θα το δείξει ο καιρός. Έτσι κι αλλιώς ο χρόνος κυλάει γοργά.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025

Η ΜΠΕΜΠΑ (ΤΟ ΑΠΑΛΟ ΧΑΔΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)

Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και άνοιξα. Μπήκα μέσα και άναψα το φως. Έξω ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει. Σε λίγο θα ξεκίναγε μια καινούργια μέρα. Όμως εγώ σε λίγο θα έπεφτα ξερός στο κρεβάτι και θα κοιμόμουν μέχρι το μεσημέρι. Τρέκλιζα και παραπατούσα. Στηριζόμουν στον τοίχο. Ένιωθα βαρύς κι ασήκωτος. Δεν με κρατούσαν τα πόδια μου. Το πρωινό φαινόταν κι αυτό μουντό και συννεφιασμένο. Το πήγαινε για βροχή. Δεν με ένοιαζε. Δεν θα άνοιγα καν τα παντζούρια. Ακούω θόρυβο έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας. Τικ τοκ. Η γάτα χτυπάει το τζάμι συνθηματικά. Είναι μια τρίχρωμη αλανιάρα ταρταρούγα που τριγυρνάει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Την ταΐζω και μου επιτρέπει να την χαϊδεύω. Τη φωνάζω μπέμπα γιατί την γνωρίζω από πολύ μικρή. Είναι μια παρέα κι αυτή στις δύσκολες νύχτες. Καμιά φορά όταν βρέχει και έχει παλιόκαιρο την βάζω και μέσα. Φοβάται τις βροντές και τις αστραπές. Παθαίνει ψυχικό τραλαλά. Με περίμενε όλη νύχτα πεινασμένη. Της ζητάω συγνώμη. Είμαι αδικαιολόγητος. Απόψε έμπλεξα και άργησα. Της βάζω φαγητό και τρώει βιαστικά. Είναι λαίμαργη γιατί είναι έγκυος. Έχει φουσκώσει και είναι στις μέρες της. Τρία ή τέσσερα υπολογίζω να κάνει. Σήμερα δεν θέλει να μπει μέσα. Αδειάζει το πιατάκι της και φεύγει. Δεν μου λέει ούτε ένα ευχαριστώ. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι υποχρεωμένη. Καλημέρα ομορφούλα και να προσέχεις.

Γδύνομαι και τραβάω ντουγρού για το κρεβάτι. Είναι λίγα βήματα δρόμος μα βασανίζομαι. Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει στην καφέ δερμάτινη βαλίτσα. Στέκεται όρθια σε μια άκρη και με παρακολουθεί. Μου φαίνεται παράξενο. Τόσα χρόνια την είχα ξεχάσει εντελώς. Σαν να μην την έβλεπα μπροστά μου. Σαν να ήταν αόρατη. Σαν να μην υπήρχε. Δεν την έχω ανοίξει ποτέ. Θυμάμαι πως κάποτε είχα την περιέργεια να δω τι πράγματα έχει μέσα μα φοβήθηκα. Λίγα πρέπει να ‘ναι. Όση ώρα την κρατούσα μου φαινόταν ελαφριά. Ίσως να μην έχει και τίποτα. Να ‘ναι εντελώς άδεια. Δεν θυμάμαι αν κουδούνιζε κάτι. Εύκολο θα ήταν να μάθω. Δεν ήταν κλειδωμένη. Απλά θα κατέβαζα το φερμουάρ και θα την άνοιγα. Όμως δεν το ‘κανα. Τελικά είμαι δειλός και προληπτικός. Την έφερα σπίτι και την παράτησα σε μια γωνιά. Και την ξέχασα εκεί. Ούτε ένα βλέμμα δεν έριξα πάνω της. Δεν ήταν δικιά μου αλλά μίας κυρίας που κάποια νύχτα με φεγγάρι βούτηξε στον μόλο του παλιού λιμανιού. Υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας. Έκανε μπλουμ και πήγε στον πάτο της θάλασσας. Από τότε φυσικά δεν την ξανάδα. Όμως μου άφησε την βαλίτσα της αμανάτι κι εγώ την κράτησα. Ούτε πήγα στην αστυνομία να αναφέρω το δυσάρεστο γεγονός. Δεν ήθελα άλλα μπλεξίματα. Μου έφταναν οι τύψεις και οι ενοχές που κουβαλούσα γιατί δεν προσπάθησα να την βοηθήσω και να την σώσω. Έτσι κι αλλιώς δικιά της απόφαση ήταν να αυτοκτονήσει βγάζοντας μια στριγκλή απόκοσμη κραυγή. Να τελειώσει μ’ αυτό τον τρόπο τη ζωή της. Δεν μου έπεφτε λόγος να επέμβω. Έπρεπε να την σεβαστώ. Αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κουβαλούσε μαζί της την βαλίτσα.

Τραβάω το φερμουάρ και την ανοίγω. Τελικά ήταν εύκολο. Δεν χρειάστηκε βία. Παρά τα χρονάκια του έκανε καλά την δουλειά του. Λειτούργησε στην εντέλεια. Δεν είχε χαλάσει και δεν σκάλωσε πουθενά. Μέσα βρίσκονταν οι αναμνήσεις της ζωής εκείνης της μεσόκοπης κυρίας μαζί με το άρωμά της. Ένιωσα το απαλό χάδι των πραγμάτων της. Μια σπασμένη κουδουνίστρα που έπαιζε η μπέμπα πριν ακόμη πει τις πρώτες της λεξούλες. Μια ξανθιά τσουρομαδημένη κούκλα μπάρμπι που είχε καταντήσει σχεδόν καραφλή με μισοσκισμένο ροζ φουστανάκι. Τα μοναχικά βράδια η μικρή έπαιζε μαζί της την χάιδευε και της μιλούσε. Αν και γριούλα πια είχε ακόμα όμορφα γαλανά μάτια και λεπτό καλλίγραμμο σώμα. Μια κόκκινη οδοντόβουρτσα για να καθαρίζει την αστραφτερή της μασέλα. Της δικιάς της και του άντρα της. Μια αστυνομική ταυτότητα που την έδειχνε ακόμη χαμογελαστή νέα και όμορφη γεμάτη όνειρα για το μέλλον. Ένα κλειστό πακέτο με σερβιέτες όλο σκόνη και στάχτη. Ένα άδειο πακέτο σαντέ. Πάνω στο τσιγαρόχαρτο είχε σχεδιάσει μία βαρκούλα με πανιά. Το ξεραμένο λουλούδι από το πρώτο της ραντεβού. Ένα ρολόι με δυνατό ξυπνητήρι για να σηκώνεται το πρωί για τη δουλειά της. Ένα άδειο κάδρο με ραγισμένο τζάμι.  Η βέρα της και κάποια λιγοστά χρυσαφικά που φορούσε σε επίσημες περιστάσεις. Το πράσινο φουστάνι της και δυο μαύρες γόβες. Η τσαλακωμένη φωτογραφία κάποιου μελαγχολικού νέου. Ένα γεμάτο πιστόλι για μελλοντική χρήση που έπαθε αφλογιστία και δεν εκπυρσοκρότησε έγκαιρα. Αντικείμενα μιας ασήμαντης και λησμονημένης ζωής μέσα σε μια παλιά δερμάτινη βαλίτσα που μυρίζει ακόμα το άρωμά της. Όλοι πια την έχουν ξεχάσει. Κανείς δεν την θυμάται. Εκτός από μένα.

Ξαφνικά ανοίγει η εξώπορτα και μπαίνει μέσα μια μεσόκοπη παχουλή γυναίκα που μοιάζει με τη μαμά. Είμαι γυμνός μα δεν την ντρέπομαι. Εκείνη φοράει ένα καφεκίτρινο λουλουδιστό φουστάνι. Μην τρομάζεις μου λέει. ‘Ήρθα να πάρω αυτά που μου ανήκουν και θα φύγω.  Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί μα νιώθω ότι με απειλεί. Τα μάτια της είναι κατακόκκινα και με κοιτάζουν με μίσος. Η φωνή της δεν μου θυμίζει τίποτα. Κρατάω ακόμη στα χέρια μου το πιστόλι μα δεν θέλω να το χρησιμοποιήσω. Δεν είμαι φονιάς. Εκείνη τη στιγμή απ’ την κουζίνα έρχεται η μπέμπα. Μάλλον είχα ξεχάσει το παράθυρο ανοιχτό και μπήκε μέσα. Κοιτάζει την γυναίκα και αγριεύει. Εκείνη προσπαθεί να της χαμογελάσει μα δεν τα καταφέρνει. Ορμάει κατά πάνω της. Με νύχια και με δόντια ξεσκίζει το φουστάνι της. Δαγκώνει τις ρόγες της. Προσπαθεί να την κατασπαράξει. Τώρα είναι ολόγυμνη γεμάτη αίματα και ουρλιάζει πανικόβλητη. Η γάτα σκαρφαλώνει στο κεφάλι της και της βγάζει τα μάτια. Μετά της ξεριζώνει όλα τα μαλλιά απ’ το κεφάλι. Ήταν βαμμένα καφέ. Απ’ τον τρόμο της η γυναίκα σωριάζεται στο πάτωμα με γδούπο. Συνεχίζει να κλαίει και να φωνάζει από τους πόνους και την ταραχή. Ζητάει βοήθεια. Η μπέμπα παραμένει γαντζωμένη πάνω της και γρυλίζει λυσσασμένα. Δεν δείχνει να την λυπάται.