Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 6


Ήθος ανθρώπω δαίμων
              Ηράκλειτος

Εν αρχή ην ο Πόνος και ο Φόβος, στο τέλος πάντα ο Θάνατος. Δεν μπορείς να ξεφύγεις, ούτε όμως και να κάνεις αλλιώς. Ζώντας στο ψεύδος και στην άγνοια, αντέχεις με κάθε μέσο. Με  ψυχραιμία και μετριασμένο εγωισμό και θεμελιώνεις την υπόθεσή σου στην ομορφιά και την αγάπη. Έτσι κι αλλιώς, είμαστε όλοι για λύπηση και λίγοι οι ωραίοι.
 Τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου είναι ύποπτα και  περιθωριακά. Χλευάζουν τους προκομμένους και μισούν κάθε είδους εξουσία. Φευγάτοι και ελαττωματικοί. Με πολλά λάθη και πάθη. Μα και συμπονετικοί. Και με αξιοπρέπεια. Γιατί αγαπούν πολύ τη ζωή.
Ουσιαστικά, πρόκειται για λεπτές φέτες ζωής, κρίσιμες στιγμές αλήθειας ενός μοναχικού ανθρώπου που κάθε του μέρα ήταν και μια δύσκολη μάχη με μια έμφυτη απαισιοδοξία και έναν απροσπέλαστο μηδενισμό. Από νωρίς ένιωσε ξένος και απόβλητος και ένα αίσθημα ματαιότητας να τον πνίγει. Προσπάθησε πολύ, έκανε ότι μπορούσε, μα δεν τα κατάφερε. Βλέπεις, είχε πάντα το χρόνο εναντίον του.
*Το βιβλίο με τίτλο «ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ», Άπαντα τα μικρά (2006-2020) , αποτελεί τη σούμα των κειμένων που έχω γράψει μέχρι σήμερα και αφιερώνεται στη μνήμη του επιστήθιου φίλου μου Παναγιώτη Σάββα, ανθρώπου που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με επηρέασε βαθιά. Η ομώνυμη συλλογή ποιημάτων που περιέχεται στο βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη της θείας μου Καλλιόπης Πλιάκα, η οποία βοήθησε –όσο μπορούσε- στα δύσκολα χρόνια. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2021, μόνο για φίλους.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ



Χτύπησε το κουδούνι, μια φορά μόνο, μετά σιωπή. Μόλις είχα βγει απ’ το μπάνιο και ασχολιόμουν με τις τρίχες μου, περιποίηση μανικιούρ πεντικιούρ, που λένε και οι κυρίες. Φόρεσα κάτι πάνω μου και άνοιξα την πόρτα. Ήταν η διπλανή. Το αριστερό της μάτι κοιτούσε στο Θεό και χαμογελούσε. Ήθελε λίγη ζάχαρη. Αυτή την ώρα η γιαγιά έχει φάει για μεσημέρι, έχει πάρει τα χάπια της και κοιμάται. Έτσι, ξεκλέβει λίγο χρόνο για μια επίσκεψη στο γείτονα. Η ζάχαρη είναι η πρόφαση, μάλλον με συμπαθεί, έτσι κι αλλιώς τον καφέ της σκέτο τον πίνει. Την άφησα να περάσει. Δεν δέχομαι επισκέψεις στο χώρο μου, αυτή μόνο. Η σκόνη πάει σύννεφο, μα τουλάχιστον υπάρχει τάξη. Συμφωνεί και μου προτείνει να το καθαρίσει. «Δεν θέλω λεφτά, ούτε να πληρωθώ σε είδος», λέει και λιγώνεται στα γέλια. Της αρνούμαι ευγενικά. Μου αρέσει έτσι όπως είναι, επιπλέον δεν θέλω να αποκτήσει και δικαιώματα. Έφτιαξα καφέ, ανάψαμε τσιγάρο και καθίσαμε στο μπαλκόνι, μήπως και ακούσει κάνα περίεργο θόρυβο από δίπλα. Έχει την έγνοια της. Από κάτω ο πεζόδρομος άδειος, τα μαγαζιά κλειστά. Τέτοια ώρα μόνο οι καφετέριες είναι ανοικτές και το περίπτερο στη γωνία. Ανησυχεί, η γριά δεν πάει καλά. Κοντεύει τα ενενήντα βέβαια, έχει και χίλια δυο προβλήματα, φοβάται ότι θα τα κακαρώσει και θα μείνει πάλι χωρίς δουλειά. Παίρνει καλό μηνιάτικο, επιπλέον τρώει και κοιμάται τσάμπα, δεν έχει παράπονο. Η γριά δεν είναι περίεργη, με ιδιοτροπίες. Καλόβολος, γλυκός άνθρωπος. «Μην ανησυχείς, αν χρειαστεί σε φιλοξενώ εγώ» της είπα μεταξύ σοβαρού και αστείου και γελάσαμε. Πάντως είναι γεγονός ότι μεγαλώνω και χρειάζομαι έναν άνθρωπο δίπλα μου. Καλή και άγια η ελευθερία αλλά έρχονται και γεράματα. Αρρώστιες, ανημπόριες, ανασφάλειες πλησιάζουν επικίνδυνα. Κι ο φόβος του έρημου θανάτου, δίχως ένα χέρι να σε κρατάει. Αυτή μάλλον είναι λίγο μικρότερή μου. Εντάξει, δεν είναι όμορφη, αλλά και τι έγινε. Λίγο γκαβή,  λίγο κοκαλιάρα, πίνει και καπνίζει πολύ, μα είναι καλή, πονεμένη και συμπονετικιά, ότι πρέπει για νοσοκόμα. Βλέπεις, πάντα χρειάζεσαι μια γυναίκα για να σε γεννήσει και μια άλλη να σου κλείσει τα μάτια. Ενδιάμεσα, το χάος.
Την πρώτη φορά που την αντίκρισα ήρθα σε δύσκολη θέση. Ήταν στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς που με είδε να χώνω στην τσέπη ένα κουτί με καπότες. Όχι ότι δεν είχα χρήματα, ούτε και τις είχα απόλυτη ανάγκη.  Έτσι κι αλλιώς, σπάνια έβαζα προφυλαχτικό -μου ‘πεφτε αμέσως!- εξυπηρετούσα όμως άλλους, κάνα γνωστό,  κάνα φίλο, κάνα γκόμενο. Ευτυχώς μέχρι σήμερα την είχα βγάλει καθαρή. Ούτε έιτζ, ούτε ηπατίτιδες, μόνο κάτι βλεννόρροιες και κάτι ουρηθρίτιδες είχα κολλήσει, ψιλοπράγματα δηλαδή, έπαιρνα μια αντιβίωση και σε καμιά βδομάδα ήμουνα και πάλι περδίκι, ενεργός, έτοιμος για νέες περιπέτειες.  Έτσι κι αλλιώς, κόντευα πλέον τα εξήντα και είχα ηρεμήσει κάπως. Όταν βγήκαμε απ’ το κατάστημα με πλησίασε και μου χαμογέλασε. «Κλέβουμε τους καπιτάλες;» ρώτησε πονηρά και μου ‘κλεισε το μάτι. Θρασσύτατη, λες και μ’ ήξερε κι από χτες. Της χαμογέλασα κι εγώ, τι να ‘κανα, πρώτη φορά με πιάνανε στα πράσα. Δεν ήταν αυτό που φανταζόταν. Μου άρεσε που και που να κλέβω μαγαζιά, δεν φοβόμουν τις κάμερες και τους σεκιουριτάδες, μα δεν το έκανα ούτε από ιδεολογία ούτε και από σύστημα. Δεν ήμουν κλεπτομανής, ούτε αντιεξουσιαστής, απλά μου την έδινε, έτσι απότομα, χωρίς να το έχω προσχεδιάσει, για παιχνίδι και το σασπένς. Έτσι κι αλλιώς πάντα έπαιρνα και άλλα πράγματα, περνούσα απ’ το ταμείο, πλήρωνα και οι υπάλληλοι μ’ ευχαριστούσαν ευγενικά. Κατά βάθος λοιπόν ήμουν ένας συνηθισμένος πελάτης, μόνο λίγο ζιζάνιο, ένα σκανταλιάρικο παιδί που του άρεσε κάθε τόσο να κάνει και μια αταξία, έτσι για πλάκα. Και κάπως θαρραλέο βέβαια, που δεν φοβόταν μην το πιάσουν και ρεζιλευτεί. Όμως εκείνη τη φορά είχα σοβαρή δικαιολογία. Μου είχαν φανεί κάπως ακριβές οι καπότες, τσιμπημένη τιμή για έξι πλαστικά σακουλάκια, η αδικία έπρεπε να αποκατασταθεί αμέσως. Δεν της το είπα. «Τις χρειάζομαι, είμαι βλέπεις σεξομανής», δικαιολογήθηκα και γελάσαμε δυνατά. «Δεν πειράζει, και γω τους κλέβω καμιά φορά, δεν έχουν ανάγκη αυτοί, βγάζουν λεφτά με τη σέσουλα, δεν θα τους λείψουν». Δεν είχε πιάσει ακόμα δουλειά στη γριά. Μετά από μια βδομάδα μου χτύπησε την πόρτα για λίγη ζάχαρη. Κοιταχτήκαμε με έκπληξή και βάλαμε τα γέλια.
Είχε δίκιο, η γριούλα μετά από ένα μήνα τα κακάρωσε. Η κόρη της είπε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα, δεν την χρειαζότανε πια. Της πλήρωσε το τελευταίο μηνιάτικο και της έδωσε ένα μήνα προθεσμία να της αδειάσει τη γωνιά. Δεν είχα πρόβλημα να την φιλοξενήσω, τουλάχιστον μέχρι να βρει μια λύση. Το διαμέρισμα ήταν διάρι, θα βολευόταν στον καναπέ του σαλονιού. Καθάρισε, σκούπισε, σφουγγάρισε, γίνανε όλα λαμπίκο, ακόμα και το μπαλκόνι έπλυνε και άστραψε. Μάλιστα αγόρασε τρεις γλάστρες και μια ζαρντινιέρα να ομορφύνει κάπως. Φύτεψε κάλες, ορχιδέες και μαύρα τριαντάφυλλα, ολόκληρο κήπο έφτιαξε. Της άρεσαν τα φυτά και τα λουλούδια, τα αγαπούσε και τα θαύμαζε που μύριζαν τόσο όμορφα, κι από πάνω τα ζήλευε που δεν ένιωθαν ούτε πόνο ούτε θάνατο. Πρωί μεσημέρι βράδυ τα πότιζε, τα χάιδευε και τους μιλούσε. Εγώ δεν ήξερα απ’ αυτά, μα δεν είχα πρόβλημα, μου άρεσαν όπως τα είχε φτιάξει, ήταν μαστόρισσα, έπιαναν τα χέρια της. Μόνο ζώα δεν ήθελα στο σπίτι, ούτε κι αυτή. Ούτε και τρίτους ανάμεσα στα πόδια μας. Συμφώνησε,  κι αυτή την ησυχία της ήθελε, την είχε κουράσει ο κόσμος. Ένα βράδυ, χωρίς πολλές εξηγήσεις, ήρθε και ξάπλωσε πλάι μου και κάναμε έρωτα. Στο τέλος με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και με αγκάλιασε σφιχτά. Μπορεί και να μ’ αγαπούσε. Εγώ δεν ξέρω, την πόναγα όμως και την λυπόμουν. Ήταν καλός άνθρωπος, βασανισμένος. Από κείνο το βράδυ κοιμόμασταν μαζί. Δεν ήταν ανάγκη να ψάχνει για άλλο σπίτι, της είπα και συμφώνησε. Μου χαμογέλασε και μου χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Όπως έκανε τα πολύ παλιά χρόνια η μάνα μου.
Εδώ και πολύ καιρό είχαν τελειώσει τα έτοιμα και τα ‘φερνα δύσκολα πέρα. Δεν τα είχα υπολογίσει καλά. Αποδείχτηκα επιρρεπής στη ντόλτσε βίτα και τη χλίδα, μα και ψυχοπονιάρης, κάνοντας κάποιες γενναίες πάσες σε φίλους και γνωστούς που είχανε ανάγκη, δανεικά και αγύριστα που λένε. Εντάξει, για λίγο είχα μπλέξει και με το τζόγο, όχι χοντρά πράγματα, μα δεν είχα την εύνοια της τύχης, έχασα αρκετά. Και μ’ όλα αυτά, μια μέρα ξύπνησα και ήμουν άφραγκος, ταπί και ψύχραιμος. Μα δεν μ’ ένοιαζε, είχα περάσει ζωή χαρισάμενη.  Αναγκάστηκα να δουλέψω πάλι, υπάλληλος από δω κι από κει με τρεις κι εξήντα που άλλοτε μου τις δίνανε κι άλλοτε όχι. Μα κι εγώ δεν καθόμουνα με σταυρωμένα χέρια, τους έκλεβα, όσο μπορούσα, μέχρι που το παίρνανε χαμπάρι, κάτι ψυλλιαζόντουσαν και με ‘διωχναν με τις κλωτσιές. Δεν μ’ ένοιαζε, ούτε τύψεις ούτε ενοχές είχα, όπως μου φερόντουσαν τους φερόμουνα, δίκαια πράγματα. Και το καταχάρηκα όταν ένα βράδυ στο βενζινάδικο που δούλευα τρεις μασκοφόροι μου πήρανε όλες τις εισπράξεις. Δεν έφερα καμιά αντίσταση, μάλιστα τους χαμογέλασα και τους έκλεισα συνωμοτικά το μάτι. Πρέπει να χάρηκαν και να με θεώρησαν δικό τους γιατί φεύγοντας μου έχωσαν στην τσέπη ένα καλό πουρμπουάρ, στα κρυφά, μην το πάρουν είδηση οι κάμερες. Τους ευχαρίστησα και τους είπα να προσέχουν. Δεν τους ήξερα ούτε αναγνώρισαν κάποιον απ’ αυτούς, μπορεί να ‘ταν τα μεγαλύτερα καθάρματα, οι πιο στυγνοί εγκληματίες, εμένα όμως, του κακόμοιρου και ταλαίπωρου υπάλληλου μου φερθήκανε σπαθί. Όταν το έμαθε το αφεντικό, ένα κάθαρμα που δεν ήξερε τι είχε, πήγε να πάθει συγκοπή απ’ το κακό του. Την άλλη μέρα με απέλυσε, λες κι εγώ έφταιγα για την κακοτυχία του. Έπρεπε, λέει, να αντισταθώ, να φωνάξω βοήθεια, να κάνω κάτι. Μουρλός ήταν, τρεις κάννες με σημάδευαν. Ίσως πάλι να με υποψιαζόταν για συνεργάτη τους, ποιος ξέρει. Τον έβρισα, τον έφτυσα κι έφυγα. Όμως, το είχα καταχαρεί και μπράβο στα παιδιά. Του άξιζε, του πούστη.
Όταν ήρθε εκείνη στο σπίτι ήμουν πάλι χωρίς δουλειά, όμως με τάιζε το ταμείο ανεργίας, και όταν με το καλό θα τελείωνε κι αυτό είχα να λαμβάνω το μικρό κοινωνικό επίδομα του τεμπέλη, του αχαΐρευτου και του ακαμάτη, κάτι ήταν κι αυτό. Ευτυχώς, μετά από λίγο καιρό μεσολάβησε ο διαχειριστής μας -καλός άνθρωπος- και βρήκε δουλειά ως καθαρίστρια σε μια πολυκατοικία λίγο παρακάτω. Έπλενε σκάλες, σφουγγάριζε πατώματα, καθάριζε και κάνα διαμέρισμα. Της έφευγε ο πάτος και γύριζε αργά το απόγευμα πτώμα. Της είπα να μην κουράζεται, μα δεν είχε πρόβλημα, άντεχε ακόμα, δεν την είχαν πάρει δα και τα χρόνια. Χρειαζόμασταν χρήματα, είπε. Το βράδυ βγαίναμε στη γειτονιά για κάνα ποτό. Αυτή γύριζε σπίτι κι εγώ πήγαινα να περπατήσω, να ξεμουδιάσω λιγάκι. Επέστρεφα αργά τη νύχτα, κατάκοπος, εξαντλημένος και ξάπλωνα πλάι της. Ήταν έξυπνη γυναίκα, περπατημένη, ίσως κάτι να υποπτευόταν. Έβλεπε τα σημάδια του λαιμού, μύριζε το κορμί μου, μιλούσε το σώμα, μα κείνη έκανε πως δεν άκουγε. Ποτέ δεν με ρώτησε που πήγα και τι έκανα. Της αρκούσε που πάντα επέστρεφα και ξάπλωνα πλάι της. Όταν ξύπναγα την άλλη μέρα αυτή έλειπε. Πάνω στο μαξιλάρι της έβρισκα ένα μαύρο τριαντάφυλλο να μοσχοβολά. 
Ένα βράδυ την είχα ρωτήσει τι έπαθε το μάτι της. Δεν ήταν εκ γενετής βλαμμένο, μου είπε. Παλιά είχε μπλέξει με ουσίες και άλλα καργιόλια και πάνω σε ένα καβγά ο τότε γκόμενός της πήγε να της χαρακώσει τη μουσούδα, αυτή τραβήχτηκε και την πέτυχε στο μάτι. Απ’ αυτό δεν έβλεπε καθόλου, μα μικρό το κακό, είχε συνηθίσει. Δεν την ένοιαζε η εμφάνισή της, ήταν αυτή που ήταν και σ’ όποιον άρεσε. Μόνο απόφευγε να κοιτάζεται στους καθρέπτες. Στα νιάτα της –προτού μπλέξει- ήταν πολύ όμορφη, σκέτη κούκλα, μου έδειξε και κάποιες φωτογραφίες. Βέβαια δεν ήθελε να τρομάζει τους ανθρώπους, μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Μου μιλούσε βουρκωμένη και έπινε ούζο κατ’ ευθείαν απ’ το μπουκάλι. Απ’ την αρχή είχα καταλάβει ότι είναι αλκοολικιά. Έπινε πολύ και τα μπέρδευε, μα ευτυχώς μόνο το βράδυ. Καμιά φορά έπαιρνε και κάνα χάπι. Ήταν ο δικός της τρόπος για να μπορεί να κοιμάται και ν’ αντέχει τις δύσκολες νύχτες. Την πρέζα την είχε κόψει εδώ και πολύ καιρό, και τις κακές παρέες. Είχε μπει φυλακή για λίγο, μετά πήγε σε κέντρο αποτοξίνωσης, καθάρισε, μα τη μοναξιά πώς να την αντέξεις. Μου χρώσταγε μεγάλη χάρη, είπε και μ’ αγκάλιασε σφιχτά.
Ένα πρωί δεν ξύπνησε. Με μάτια ορθάνοιχτα μου χαμογελούσε σφίγγοντας  μέσα στις χούφτες της το χέρι μου μαζί μ’ ένα μαύρο τριαντάφυλλο. Ασάλευτο το αριστερό της μάτι κοιτούσε ψηλά τον ουρανό.