Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 5


   
                                                                   Όσο υπάρχει θάνατος, ζήτω η αλητεία
                                                                                                   Αδέσποτο

Το ρεμπέτικο τραγούδι αποτελεί δημιούργημα μιας αλητεμένης παρέας που έδρασε και μεγαλούργησε στον Πειραιά του μεσοπολέμου, μέσα σε παράγκες και παλιατζίδικα, σε καφενέδες, ουζάδικα και αυτοσχέδιους τεκέδες, εκφράζοντας με την δύναμη και την αυθεντικότητά του τον περιθωριακό και βαθιά αναρχικό τρόπο ζωής κάποιων πληγωμένων δαιμόνων αλλά και ανήμπορων φτωχοδιαβόλων που στριμώχτηκαν μετά το Μεγάλο Γιαγκίνι πέριξ του  μεγάλου λιμανιού. Έτσι, αυτοί οι μόρτηδες, με την ρεμπελεμένη και μποέμικη ζωή τους έμειναν απροσκήνητοι, γουστάρωντας ελευθερία και έρωτα, μαγεία και όνειρο, μπόλικη αντρειεμένη ηδονή να ισοζυγιάζει την οδύνη. Μια εσωτερική εξέγερση, παραπονιάρικη και νταηλίδικη συνάμα, πλάι στον διαμελισμένο Διόνυσο, τον Προμηθέα Δεσμώτη και τον εξεγερμένο ξένο του Καμύ. Οι μάγκες του Περαία γράψαν τη δική τους ιστορία.

*Το βιβλίο με τίτλο «ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΡΑΙΑ» είναι μια ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών αυστηρώς προσωπική και αφιερώνεται στη μνήμη του θείου μου Νικηφόρου Ανδριόπουλου, που τον φάγανε μπαμπέσικα στην Τρούμπα, έξω απ’ το μαγαζί του, κάποια πονηρή νύχτα του σκληρού Σεπτέμβρη του ’81, και θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2020, μόνο για φίλους.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΕΡΑΙΑ



                                                                   Μνήμη Νικηφόρου Ανδριόπουλου

Το ρεμπέτικο τραγούδι αποτελεί δημιούργημα μιας αλητεμένης παρέας -επωνύμων σήμερα αλλά και πολλών ανωνύμων- που έδρασε και μεγαλούργησε στον Πειραιά του μεσοπολέμου, μέσα σε παράγκες και παλιατζίδικα, σε καφενέδες, ουζάδικα και αυτοσχέδιους τεκέδες, εκφράζοντας με την δύναμη και την αυθεντικότητά του τον περιθωριακό, λούμπεν και βαθιά αναρχικό τρόπο ζωής κάποιων πληγωμένων δαιμόνων (σε φαντασιακό επίπεδο και πολλών ακόμα ανήμπορων φτωχοδιαβόλων) που από άλλη μια κακοβουλία της Ιστορίας, στριμώχτηκαν μετά το Μεγάλο Γιαγκίνι, πέριξ του  λιμανιού. Έτσι, οι μάγκες και οι μόρτηδες του Περαία, κουβαλώντας των Προσωκρατικών, των Κυνικών και των Επικούριων την αρχαία σκουριά, μαζί με την δυστυχία των καιρών, έμειναν απροσκήνητοι, γουστάρωντας ελευθερία και έρωτα, μαγεία και όνειρο, μπόλικη αντρειεμένη ηδονή να ισοζυγιάζει την οδύνη. Μια εσωτερική εξέγερση, παραπονιάρικη και νταηλίδικη συνάμα, πλάι στον διαμελισμένο Διόνυσο, τον Προμηθέα Δεσμώτη και τον εξεγερμένο ξένο του Καμύ.

Επρόκειτο για άλλη μια γνήσια λαϊκή ανταρσία των απόκληρων (ενδεχομένως και η τελευταία της σύγχρονης ιστορίας μας) η οποία δεν πραγματοποιήθηκε ξαφνικά αλλά είχε την προϊστορία της. Ήδη συναντάμε τα πρώτα σπέρματα αντίστασης στο δημοτικό τραγούδι των αρματολών και των κλεφτών, όπου πάνω στα ψηλά ελληνικά βουνά πνέει αέρας ελευθερίας σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Αλλά και μετά την απελευθέρωση το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας καλά ανθεί. Οι παλιοί ξυπόλυτοι αγωνιστές της επανάστασης είναι και πάλι οι αποσυνάγωγοι της κοινωνίας, χωρίς αγροτικό κλήρο, χωρίς ελπίδες επιβίωσης στην νέα τάξη πραγμάτων. Έτσι, αναγκάζονται να βγουν και πάλι στο κλαρί. Οι ληστές των ορέων παίζουν με τις φλογέρες, τους ταμπουράδες και τις τσαμπούνες τους τα παλιά κλέφτικα τραγούδια ή γράφουν καινούργια για τους δικούς τους ήρωες, τους απροσκύνητους λήσταρχους που έχουν γίνει ο φόβος κι ο τρόμος του επίσημου –ξενόδουλου και καχεκτικού- αστικού κράτους της εποχής. Οι παράνομοι ξεφτιλίζουν διαρκώς τόσο την κεντρική εξουσία όσο και τους ντόπιους οικονομικούς αφέντες, τους κοτζαμπάσηδες και τα μαντρόσκυλά τους. 

Τελικά το κράτος στο γύρισμα του αιώνα καταφέρνει να τους ελέγξει, καθαρίζει τα βουνά (αν και κάποιοι λιγοστοί κλαρίτες θα παραμείνουν ακόμα και μέχρι την γερμανική κατοχή και θα ενσωματωθούν στις τοπικές αντιστασιακές οργανώσεις) και οι πρώην ληστές των ορέων, διαρκώς παράνομοι και καταζητούμενοι, προσπαθούν να χαθούν μέσα στην ανωνυμία του μεγάλου πλήθους. Έτσι, τους ξαναβρίσκουμε στις αρχές του αιώνα στην Αθήνα, κυρίως στην περιοχή του Ψυρρή να τους κυνηγά ο διαβόητος Μπαϊρακτάρης, να διακωμωδούνται ως ταλαίπωροι ψευτόμαγκες-κουτσαβάκηδες από τις αστικές φυλλάδες της εποχής, αλλά και να συγχρωτίζεται μαζί τους στα παρακείμενα ταβερνεία ο ανοξείδωτος και ανέσπερος κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος τους συμπεριλαμβάνει στις ιστορίες του ως γνήσιους λαϊκούς τύπους. Όμως ο αρχιμπάτσος είναι ικανότατος και εκτελεί άριστα τα καθήκοντά του. Έτσι οι μάγκες του Ψυρρή για άλλη μια φορά εξορίζονται για να καταλήξουν –πάντα διωκόμενοι, παράνομοι και κυνηγημένοι- στις παράγκες και τα παλιατζίδικα του Πειραιά. Εκεί που θα συναντηθούν με τους μικρασιάτες πρόσφυγες, θα ενώσουν δυστυχίες και οργή και θα φτάσουν το ρεμπέτικο στην πλήρη ωριμότητά του.

Ένα τραγούδι που κατάφερε να μπολιάσει διάφορα στοιχεία της ανατολίτικης μουσικής (βυζαντινή ψαλμωδία, κλέφτικο τραγούδι, αραβικούς αμανέδες) με τα μπαγλαμομπούζικα που ακούγονταν στις φυλακές και τους τεκέδες. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι το πειραιώτικο τραγούδι του μεσοπολέμου, παρ’ όλες τις προσμίξεις και τις ιστορικές του καταβολές, κατά βάση, γεννήθηκε στην φυλακή και στον τεκέ. Τότε που σε χώνανε στη στενή αν έκλεβες ένα καρβέλι ψωμί επειδή πεινούσες ή, ακόμα χειρότερα, κάνοντας λαθρεμπόριο αμφισβητούσες τα κρατικά τους μονοπώλια. Εκεί ο ρεμπέτης, πίνοντας κρασί, ρακί και χασίς (ακόμα και σε εποχές ακραίας φτώχειας και ανελευθερίας αυτά τα υλικά κατασκευής ονείρων δεν τα στερήθηκε), έπαιζε μόνος του το αυτοσχέδιο όργανό του, ένα μπαγλαμά, ένα τζουρομπούζουκο ή κάτι παρεμφερές, και δυο-τρεις χορδές αρκούσαν για να εκφράσει την επιθυμία του να ξεφύγει απ’ την άθλια πραγματικότητα, να δραπετεύσει προς το όνειρο, η φαντασία να κυριαρχήσει πάνω στην αντίληψη και κυρίως στην μνήμη. Γιατί, πρωτίστως, ο ρεμπέτης, εγκλωβισμένο σ’ ένα περίκλειστο κόσμο, άθλιο, άδικο και παράλογο,  ήθελε να ξεχάσει.

Ο ρεμπέτης ήταν συνειδητά παράνομος, ανέστιος και πλάνης. Αυτή ήταν και  η αντίστασή του στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, η δικιά του μορφή εξέγερσης στην δια βίου κατάσταση εξαίρεσης που του είχαν επιβάλλει. Δεν αγωνιζόταν να αλλάξει τον κόσμο –ήξερε ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο, έως ακατόρθωτο- αλλά μέσα από έναν ιδιαίτερο ηθικό κώδικα να διαφυλάξει τον αυτοσεβασμό του και την προσωπική του αξιοπρέπεια.  Γι’ αυτό και δεν εκτελούσε δουλειά, δηλαδή πολύωρη και εξοντωτική μισθωτή εργασία. Ήξερε ότι τα ψίχουλα που θα έπαιρνε για μισθό δεν έφταναν για να ζήσει. Αλλά πολλές φορές και αναγκαστικά, αφού ούτε δουλειές υπήρχαν. Γι’ αυτό και πολλοί φεύγανε μετανάστες στην ξενιτιά. Αυτός προτιμούσε να κλέψει, να κάνει λαθρεμπόριο, να μπει φυλακή, να την βγάλει καθαρή με τον δικό του τρόπο, όχι όμως να σκύψει τόσο εύκολα το κεφάλι στο πρώτο τυχόν αφεντικό που θα του πετάξει ένα ξεροκόμματο. Και βέβαια στους πολέμους, όσο μπορούσε,  δεν έπαιρνε μέρος. Δεν ήτανε κορόιδο για να επιστρατευτεί. Διαρκώς λιποτάκτης, ανυπότακτος και αγύμναστος, ουδέποτε έχαψε τα πατριωτικά παραμύθια των εθνοσωτήρων και ουδέποτε παρασημοφορήθηκε, αυτός ο τραγικός αντι-ήρωας. Ένας διαρκώς αντιρρησίας συνείδησης ήταν, που δεν είχε κανένα πρόβλημα να ψευδορκήσει και να ψευδομαρτυρήσει ενώπιον δικαστών και εισαγγελέων για να διασώσει το δίκαιο απ’ το νόμιμο. Γιατί πολλές φορές το νόμιμο ήταν άδικο,  κι αυτός, αν και δεν γνώριζε καλά τους νόμους του κράτους,  εμπιστευόταν τη συνείδησή του στην οποία, αποκλειστικά και μόνο, λογοδοτούσε. Και φυσικά ούτε οικογένεια επιθυμούσε να κάνει, αφού η κυρίαρχη αστική ιδεολογία δεν είχε πάνω του την παραμικρή επίδραση και δεν κατάφερνε να τον ενσωματώσει. Σ’ αυτό ίσως βοήθησε και ότι δεν πήγε σχολείο, αλλά σπούδασε στο πεζοδρόμιο, μακριά από πατριωτικές, κοινωνικές και χριστιανικές ιδεοληψίες.

Ζούσε, λοιπόν, χωρίς ενοχές και μεμψιμοιρίες, φυγάς θεόθεν και αλήτης. Ήταν βέβαια απαισιόδοξος. Δεν πίστευε ότι τούτος ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει, τουλάχιστον στη διάρκεια της δικής του ατομικής ζωής -το μετά δεν τον αφορούσε- γι’ αυτό και δεν πίστευε σε καμία πολιτική ιδεολογία, ούτε περίμενε να έρθει κάποιος μεσσίας να τον βγάλει από την μίζερη ζωή του, παρά έπαιρνε την υπόθεση στα χέρια του. Έτσι, δεν ήταν χειροκροτητής πολιτικών σωτήρων ούτε αριθμήθηκε ποτέ στα μεγάλα πλήθη. Από την άλλη δεν πίστευε και σε Θεούς, δαίμονες, αθάνατες ψυχές, μεταθανάτιες ζωές, άλλους κόσμους και λοιπές μεταφυσικές παρηγοριές. Παραμύθια για μικρά παιδιά του φαίνονταν όλα αυτά. Γι’ αυτόν ο θάνατος ήταν το πικρό τέλος που αργά ή γρήγορα θα ερχόταν για όλους. Έτσι, την ζωή έπρεπε να την γλεντήσει, αλλά πρωτίστως να την αντέξει. Επιβίωση και Ηδονή, λοιπόν, αυτές ήταν οι αρχές του, μια στάση ζωής τραγική και όχι θεολογική. Ήξερε ότι η ζωή είναι παράλογη, η λογική δεν επαρκεί για να δώσει λύση στα υπαρξιακά του άγχη και απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Έτυχε και σε δύσκολους καιρούς, όπου ο θάνατος θέριζε και η ανθρώπινη ζωή είχε μηδαμινή αξία. Τότε που ο άνθρωπος πέθαινε στο δρόμο «σαν το σκυλί», όπως έγραφε και ο Κάφκα, από αρρώστια και πείνα ή στα ένδοξα πεδία των μαχών και κανείς δεν νοιαζόταν.

Ο ρεμπέτης ήταν φύσει μοναχικός, πολλές φορές απελπιστικά μόνος, παρ’ όλα αυτά σπάνια έχανε τις ελπίδες του. Γι’ αυτό τραγουδούσε και χόρευε, ερωτευόταν και συνουσιαζόταν ελεύθερα. Γι’ αυτό μαστούρωνε. Είχε το πάθος για την νύχτα, και πάρα πολλά ακόμη πάθη και αδυναμίες, μα σ’ αυτόν τον παράλογο και άδικο κόσμο γαντζωνόταν από την ομορφιά και τη συμπόνια.  Δεν ήταν άδικος, ούτε όμως και κάνας άγιος, γι’ αυτό μην τον πειράξεις. Θιασώτης του χρυσού κανόνα, μην κάνεις στον άλλο αυτό που δεν θα ‘θελες να σου κάνουν. Ήταν η δικιά του απλοϊκή ηθική. Κάνε ότι γουστάρεις, αλλά μην με ενοχλείς.

Είχε, λοιπόν, και το πάθος για ελευθερία. Για τον Νίτσε η γνώση ακυρώνει την δράση και για τον Καμύ ελεύθερος είναι όποιος μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα, εφόσον βέβαια γνωρίζει το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. Και εξεγείρεται.  Οι παλιοί ρεμπέτες δεν είχαν ψευδαισθήσεις. Γνώριζαν. Εξέγερση γι’ αυτούς ήταν το διαρκές κυνήγι της ομορφιάς, το ζειν ερωτικώς. Και έρωτας η απέλπιδα προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου, όταν απουσιάζει η αγάπη. Για μας τους τωρινούς, τους φορτωμένους ίσως με λιγότερο πόνο, αλλά κληρονόμους μάλλον του ίδιου αυτοκαταστροφικού ντουέντε, αυτοί οι άγιοι μάγκες με τις αμέτρητες αδυναμίες και αποκλίσεις απ’ το κοινωνικώς ορθό, δεν παύουν, κοντά έναν αιώνα τώρα, να αποτελούν φωτεινούς σηματορούς, αλλά και ιεροψάλτες μιας μυστικής θρησκείας των τσαλαπατημένων, όπως λέει κι ο ποιητής.  Για να αντέχουμε.    

Ο πατέρας και ο θείος ήταν καρδιακοί φίλοι και άκουγαν ρεμπέτικα. Υπήρξαν αισθηματίες, καλοί άντρες, με πολλά όμως πάθη και αδυναμίες, που συνήθως γίνονται επικίνδυνα και έχουν άσχημη κατάληξη, και μάλιστα όταν έχεις οικογένεια και μεγαλώνεις παιδιά. Ειδικά ο θείος, που ως γιος κομμουνιστή –του «καπετάν Τίγρη» Νίκου Ανδριόπουλου, αντάρτη του ΕΛΑΣ- τραβήχτηκε άσχημα στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια, έφυγε μικρός απ’ το σπίτι, περιπλανήθηκε, έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού, πήγε για λίγο και στα καράβια, δούλεψε σε μαγαζιά και τελικά άνοιξε καμπαρέ στον Πειραιά, ένα κακόφημο στέκι με γυναίκες, πιοτά και μουσική για να διασκεδάζουν  οι μοναχικοί.

Ο θείος, λοιπόν. Που μια σκληρή νύχτα Σαββάτου –παράωρα, ξημερώματα Κυριακής- χτυπήθηκε μπαμπέσικα, νέος και ωραίος στα σαράντα του, στην Τρούμπα, έξω από το μαγαζί του, Νοταρά 100 και Δευτέρας Μεραρχίας γωνία. Σεπτέμβρης του ’81, ήταν, ανήμερα του Σταυρού. Τρία χρόνια μετά τον ακολούθησε και ο επιστήθιος φίλος του, στην κρίσιμη ηλικία των πενήντα αυτός. Τον βρήκαν ένα πρωί στην πλατεία, μέσα στο ταξί του, ήρεμο και χαμογελαστό, να κοιμάται, μετά από άλλη μια παράξενη και επικίνδυνη νύχτα. Ανακοπή καρδιάς, είπαν, ξαφνικά, μα οι λόγοι πια δεν έχουν καμιά σημασία.  Έτσι κι αλλιώς, το έργο αυτό δεν έχει χάπυ εντ, δεν σώζει. Και η κατάληξη είναι βέβαιη. Σε εκατό χρόνια ούτε ένας.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ



Πίνω και μεθώ
Πίνω και μεθώ, μέρα νύχτα τραγουδώ
και το ντέρτι μου στο μπουζούκι μου ξεσπώ

Γένηκα μπεκρής, χασικλής και μερακλής
γιατί όλο λες κούκλα μου πως δε με θες

Τα ματάκια σου και τα κορδελάκια σου
με τουμπάρανε και με κογιονάρανε

Πως μου τα ‘φερες και μου την κατάφερες
και μου το ‘σκασες, μ’ ένα μάγκα το ‘στριψες
   
Πέντε χρόνια δικασμένος
Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο Γεντί Κουλέ
από το πολύ σεκλέτι το ‘ριξα στον αργιλέ

Φύσα ρούφα, τραβατόνε, πατατόνε κι αναφτόνε
φύλα τσίλιες για τους βλάχους, κείνους τους δεσμοφυλάκους  

Κι άλλα πέντε ξεχασμένος από σένανε καλέ
για παρηγοριά οι μάγκες μου πατούσαν αργιλέ

Τώρα που ‘χω ξεμπουκάρει μέσα απ’ το Γεντί Κουλέ
γέμωσε τον αργιλέ μας να φουμάρουμε καλέ

Φύσα, ρούφα,τραβατόνε, πατατόνε κι αναφτόνε
φύλα τσίλιες για τα’ αλάνι κι έρχονται δυο πολιτσμάνοι    

Τα πείσματά σου τα κουτά
Μέρα τη μέρα πείσματα χειρότερα μου κάνεις
πες μου τι θες και τι ζητάς και σε μπελά με βάνεις

Τα πείσματά σου τα κουτά κακιά και πεισματάρα
με κάναν και συνήθισα και μήτε δίνω διάρα

Βαρέθηκα να σ’ αρωτώ και πάλι να υποφέρω
κι άμα χρωστάς της Μιχαλούς πες μου το να το ξέρω

Άσε το πείσμα το πολύ και δεν σου πάει στο λέω
μη θες όταν εσύ γελάς για χάρη σου να κλαίω
   
Είμαι του δρόμου το παιδί
Είμαι του δρόμου το παιδί το παραπονεμένο
και σαν σκυλάκι κάθομαι στους πάγκους το καημένο

Το κρύο έχω πίκρα μου, η ζέστη ειν’ η χαρά μου
του καθενός το θέλημα ειν’ η παρηγοριά μου

Η πείνα δε με φόβισε, ορφάνια δε θυμούμαι
βρέθηκα έτσι στον ντουνιά και δεν παραπονούμαι

Κι αν αποθάνω και βρεθεί κανένας να με θάψει
είμαι του δρόμου το παιδί κι εκείνος ας με κλάψει

Το μονοπάτι
Μες στη ζωή δρόμοι ανοίγονται σωρό
κι όποιον γουστάρεις τον τραβάς κι όπου σε βγάλει
μα είναι κι ένα μονοπάτι πονηρό
που πάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη

Το μονοπάτι σαν θα πάρεις μια βραδιά
τον ίσιο δρόμο μια για πάντα τον αφήνεις
κι ολημερίς θα κουρελιάζεις μια καρδιά
κι ένα κορμί μες στα κουρέλια της θα ντύσεις

Εκεί ξεχνάει κι ο Θεός για να σε δει
περνάς και φεύγεις και δεν κλαίει ανθρώπου μάτι
ένα σκουπίδι παραπάνω δηλαδή
μες στης ζωής το πονηρό το μονοπάτι

Πληροφορίες
Άσχημες πληροφορίες μου ‘δωσαν για σένανε
με τα λόγια που μου είπαν με πληγώσανε
την καρδιά μου σαν χαρτί την τσαλακώσανε

Μου ‘πανε το παρελθόν σου ότι είναι σκοτεινό
ως και γράμματα μου στείλανε ανώνυμα
από δω και πέρα όμως κάτσε φρόνιμα

Ξέχασα τα περασμένα και δεν τα θυμάμαι πια
ασ’ το φέρσιμο που είχες το διπρόσωπο
κοίτα τώρα να με βγάλεις ασπροπρόσωπο
   
Μες στην παλιά την Κοκκινιά
Μες στην παλιά την Κοκκινιά και στην Άγια Σωτήρα
μου ‘χει σκλαβώσει την καρδιά μια νοστιμούλα χήρα

Την είδα την Πρωτομαγιά μες τα’ άνθη στολισμένη
κι όλη η δροσιά της Άνοιξης σ’ αυτήν ήταν δοσμένη

Ετούτη την καλοκαιριά, αν δεν την αποκτήσω
Μες στην Παλιά την Κοκκινιά δεν θα ξαναπατήσω
    
Το πιτσιρικάκι
Ένα πιτσιρίκι είναι ξαπλωμένο
μες στα χορταράκια παραπονεμένο
θέλει να φουμάρει ένα τσιγαράκι
μα δεν έχει φράγκο είναι μπατιράκι

Του ‘ρθε μια ιδέα κάπου να τη στήσει
όποιος κι αν περάσει τσιγάρο να ζητήσει
μα κακή του τύχη λίγο παραπάνω
στη γωνιά του δρόμου τρακάρει πολιτσμάνο

Κάνει το κορόιδο, ζούλα τον κοιτάει
και με κόλπο έξυπνο τόνε χαιρετάει
δίχως να τα χάσει το πιτσιρικάκι
απ’ τον πολιτσμάνο ζητάει τσιγαράκι
   
Ο φτωχομπεκρής
Απόψε ο φτωχομπεκρής στην δίψα δεν αντέχει
θέλει να πιει να ξεχαστεί, ο δυστυχής, μα τάλιρο δεν έχει

Στέκει μπροστά στο καπειλιό, κοιτάζει απ’ το τζάμι
η δυστυχία άμοιρε, φτωχομπεκρή, σε έχει αποκάμει

Κι ο κάπελας που είναι γνωστός και ώρες τον κοιτάζει
φωνάζει τον φτωχομπεκρή στο μαγαζί κι ο ίδιος τον κερνάει  

Έφυγες χωρίς να με ρωτήσεις
Έφυγες χωρίς να με ρωτήσεις, έφυγες χωρίς να μου το πεις
μα όπου και να πας θα με ζητήσεις, σαν και την καρδιά μου δεν θα βρεις

Που θα πας και δε θα συλλογιέσαι τη ζωή που ζήσαμε μαζί
θα πονάς, θα κλαις, θα τυραννιέσαι, βράδυ, μεσημέρι και πρωί

Έφυγες χωρίς να με ρωτήσεις, μα θα μετανιώσεις μια βραδιά
κι αν θελήσεις πίσω να γυρίσεις θα ‘χω κάποια άλλη στην καρδιά

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

ΜΠΑΜΠΗΣ ΓΚΟΛΕΣ (1947-2015)



Σε ξέχασα δεν σε πονώ
Τι θέλεις τώρα και ρωτάς τα βράδια που γυρνάω
σε ξέχασα δε σε πονώ και άλλη αγαπάω

Πολλές φορές σου έλεγα τι κάνεις να προσέχεις
γιατί τα δυο ματάκια σου με δάκρυα θα βρέχεις

Μα συ ‘θελες να αγαπάς πολλούς και να κοιτάζεις
και τώρα δε με μέλλει πια αν κλαις κι αναστενάζεις

Δε θέλω ούτε να σε ιδώ πολλά μου έχεις κάνει
και η καρδιά μου αν πονά η άλλη θα τη γιάνει

Κάποτε ζήλεψα
Κάποτε ζήλεψα κι εγώ δυο πλάνα μαύρα μάτια
αρχοντοπούλα κι έμορφη που μοιάζαν σα διαμάντια

Μια μέρα που μεθούσαμε σε μια ρομάντζα φίνα
μες στην καρδιά μου φαίνονταν σαν Μπέκερ Ζοζεφίνα
καθόμουν και τη θαύμαζα σαν να ‘ταν Ζοζεφίνα

Δεν άργησε και φάνηκε η άπιστη καρδιά της
σαν σκλάβο μ’ είχε ισόβιο μέσα στην αγκαλιά της

Αισθάνομαι το λάθος μου που πήγα ν’ αγαπήσω
γυναίκα άπιστη τρελή γιατί να σε γνωρίσω
    
Τα νησιά του παραδείσου
Μ’ αυτή του μπάτη τη δροσιά και της νυχτιάς τα’ αγέρι
να ‘ρθεις να βγάλουμε πανιά να πάμε σ’ άλλα μέρη
κει που πόθησε η ψυχή σου στα νησιά του παραδείσου

Και τη ζωή σου θα περνάς κι ο πόνος σου θα γιάνει
γιατί θα βρίσκεις λησμονιά στο μαγικό βοτάνι
στης τρελής χαράς τα μέρη πα να στήσουμε λημέρι

Ποτέ σου δε θα θυμηθείς το ντέρτι που σε δέρνει
γιατί η πλανεύτρα μου πενιά τις πίκρες σου θα παίρνει
θα ‘μαι πάντα στο πλευρό σου να γλυκαίνω τον καημό σου
   
Σ’ ένα απόκρημνο ακρογιάλι
Σ’ ένα απόκρημνο ακρογιάλι σταματώ για να σκεφτώ
δίλημμα είναι να ζήσω ή στα βράχια να ριχτώ

Κάτω η θάλασσα μουγκρίζει και τα κύματα βογκούν
μόνο οι σκέψεις μου για σένα στη ζωή με συγκρατούν

Σ’ ένα απόκρημνο ακρογιάλι που το δέρνει ο βοριάς
μ’ έφερε η απελπισιά μου και ο πόνος της καρδιάς
  
Εγώ θέλω πριγκιπέσσα
Στην Ελλάδα δεν μπορώ μια γυναίκα για να βρω
είναι όλες τους καλές, μα είναι μάνα μου φτωχές
εγώ θέλω πριγκιπέσσα, από το Μαρόκο μέσα
να ‘χει χρήμα με ουρά, μια γυναίκα, μια φορά

Πέρσι πέρασ’ από δω κι έψαχνε να βρει γαμπρό
δίχως να το ξεύρω εγώ, μάνα μου να σε χαρώ
είχε έρθει στον Πειραία, στου Τζελέπη με παρέα
κι από τότε μ’ αγαπά και μου στέλνει και λεφτά

Θα με κάνει βασιλιά, πέρα κει στην Αραπιά
κι ότι άλλο θέλω εγώ, μάνα μου να σε χαρώ
πεντακόσιοι ντερβισάδες θα μ’ ανάβουν τους λουλάδες
να φουμέρνουμε γλυκά, στον χρυσό μας τον οντά

Θα μου πάρει μπαγλαμά, φίλντισι και μάλαμα
κι ότι άλλο θέλω εγώ, μάνα μου να σε χαρώ
εκατό βαγόνια λίρες, κοκαΐνες και νταμίρες
κάθε είδους αργιλέ, με διαμάντινο κομπλέ
  
Αντριάνα
Πάρε με Αντριάνα μου να σε βοηθώ στην πλύση, ωωω
και να σου κουβαλάω νερό απ’ το Βατραχονήσι, ωωω
Αντριάνα μου γλυκιά

Γιατί να βασανίζεσαι ασπριδερή μου χήνα, ωωω
με λίγδες και με κάρβουνα μέσα εις την κουζίνα, ωωω
Αντριάνα μου γλυκιά

Ακούω τα πιάτα που βροντούν όταν τα θερμοπλένεις, ωωω
και γω νομίζω πως σιγά την σκάλα κατεβαίνεις, ωωω
Αντριάνα μου γλυκιά

  Δεν είναι κρίμα κι άδικο σε ναι χαριτωμένη, ωωω
στο μαγεριό ξυπόλυτη τον τετζερέ να πλένεις, ωωω
Αντριάνα μου γλυκιά

Μονά ζυγά
Εγώ σου έδωσα την κάθε μια πνοή μου
κι εσύ φαρμάκι με κερνάς σιγά σιγά
εγώ πεθαίνω κι εσύ παίζεις τη ζωή μου
μονά ζυγά, μονά ζυγά, μονά ζυγά

Με κοροϊδεύεις και με όλα σου τα δίκια
που η θέλησή μου είναι καλάμι και λυγά
τα αισθήματά μου τα ‘χεις παίξει σαν φιστίκια
μονά ζυγά, μονά ζυγά, μονά ζυγά

Δεν φταις εσύ μα εγώ που έχω κάνει λάθη
και υποχώρησα στον πρώτο σου καυγά
κι όταν θα χάσεις της καρδιάς μου το καλάθι
δεν θα μπορείς να παίζεις πια μονά ζυγά
   
Το τσαρδί
Θα ‘ρθω απόψε στο τσαρδί σου
βόλτα για να βγω μαζί σου

Ως τις Τζιτζιφιές θα πάμε
κι όσα έχω θα τα φάμε

Στα μπουζούκια και στις μπύρες
θα χαλάσω πέντε λίρες

Ζειμπεκιά τρελή και ρούμπα
κι ύστερα δουλειά στην Τρούμπα
  
Όλα ποντάρω τα ψηλά
Δυο φίλοι μ’ ανταμώσανε και μου ‘πανε ένα βράδυ
πως έχει κοριτσόπουλα στο Φάληρο κοπάδι

Την Κυριακή ξεκίνησα κι άφησα την Αθήνα
και στο Παλιό κατέβηκα για να περάσω φίνα

Αλλά το ιπποδρόμιο με τράβηξε και πάλι
να ‘σασταν δίπλα βρε παιδιά να βλέπατε τι χάλι

Ούλα ποντάρω τα ψιλά κι ότι είχα και δεν είχα
και κει που πήγα για μαλλί γύρισα δίχως τρίχα
    
Πάψε το κλάμα
Μες στην ταβέρνα και στο ποτήρι ζητάς να βρεις τη λησμονιά
κάθε καημό σου κοιτάς να σβήσεις σε μια ρεμπέτικη βραδιά

Κι αν μια γυναίκα σ’ έχει πληγώσει κι εσύ με άλλη μια βραδιά
περνάς μπροστά της, στη γειτονιά της για να της κάψεις την καρδιά

Γλέντα τα νιάτα όσο μπορέσεις σ’ αυτό τον ψεύτικο ντουνιά
κάθε σου πίκρα θα την διώξεις σε μια ολόγλυκη πενιά
   
Ο λαθρέμπορος
Με μπαμπεσιά με πιάσανε κι άδικα με δικάσανε
γιατί έκανα παρέα λαθρεμπόρους στον Περαία

Ο εισαγγελέας μ’ έκαψε και στα τεφτέρια μ’ έγραψε
Και ήρθε ο λογαριασμός εκτόπιση κι εξορισμός

Βάλτε του λέει και ντουγρού πέντε χρονάκια στου Συγγρού
κι άλλα δύο στην Ανάφη του λαθρέμπορου να μάθει

Ένορκοι μου τη σκάσατε μ’ άδικο κόπο χάσατε
γιατί είμαστε μαγκιόροι ούλοι εμείς οι λαθρεμπόροι

Κυρ Λοχαγέ
Με τυλίξανε δυο φίνες, δυο μελαχρινές τσαχπίνες
και την μία την γουστάρω, και την άλλη την γουστάρω

Το πρώτο σφάλμα μου εγώ το έκανα εις στο στρατό
μπροστά εις στον επιλοχία άιντε και βαρώ τον Λοχαγό

Κυρ Λοχαγέ, κυρ Λοχαγέ μας έσπασες τον αργιλέ
τον έσπασε η μανία σου, γαμώ την Παναγία σου

Έσπασες και τα καλάμια μείναν τα παιδιά χαρμάνια
Και τα βάλαν στη βαγόνα, και τα πήγαν, μάγκα, στη Στρατώνα

Πέντε ποντικοί βαρβάτοι μας χαλάσαν το κρεβάτι
κι άλλοι τρεις μαστουρωμένοι μας το στρώναν οι καημένοι
       
Η παραστρατημένη
Αργά σε βρίσκω μόνη κάθε βράδυ
να κρυφοκλαις στου δρόμου τη γωνιά
κορίτσι δεκαοχτώ χρονών ρημάδι
δυστυχισμένο θύμα του ντουνιά

Γιατί να είσαι παραστρατημένη
και να σε δέρνει η μοίρα σου σκληρά
σαν το καράβι δίχως τιμονιέρη
σαν το πουλάκι δίχως τα φτερά

Σαν θα σκεφτείς καλά το πως τραβιέσαι
θα βγεις μετανιωμένη στη ζωή
θα κλαις και κάθε μέρα θα χτυπιέσαι
της νιότης σαν περάσει η ορμή

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΟΥΑΝΑΚΟΣ (1925-1974)



Ένας διαβάτης
Αυτό το βράδυ το σκοτεινό, είμαι μονάχος και ξενυχτώ
που να γυρίζει, που να γλεντά
με ποιον τα πίνει και με ξεχνά

Με πνίγει απόψε η ερημιά και παίρνω σβάρνα τα καπηλειά
τρέχω στους δρόμους, εδώ και κει
κανείς δεν ξέρει που να ‘σαι συ 

Ένας διαβάτης είμαι και γω χωρίς να ξέρω για που τραβώ
χωρίς ελπίδα μες στην καρδιά
ψάχνω για να ‘βρω παρηγοριά

Ο μπεκιάρης
Ρέμπελος πάντα γυρνάω και μονάχος την περνάω
τι τραβώ κανείς δεν ξέρει σαν πουλί με δίχως ταίρι

Μόνος στρώνω και κοιμάμαι, μόνος κλαίω και λυπάμαι
και αν τύχει ν’ αρρωστήσω, ποια πορτούλα θα χτυπήσω

Σαν μπεκιάρης όποιος ζήσει, τον καημό που θα γνωρίσει
που δεν έχω άλλο φίλο, μια γατούλα κι έναν σκύλο
 
Η νοσταλγία
Όταν πέφτει το σκοτάδι, όταν είναι συννεφιά
έρχεται η νοσταλγία να μου κάψει την καρδιά

Βλέπω ότι είμαι κοντά σου και μεθούμε στα φιλιά
μα όταν βλέπω πως είμαι μόνος ένα δάκρυ μου κυλά

Κι έτσι είμαι ονειροπαρμένος και με θλιμμένη την καρδιά
νοσταλγώ τα δυο σου μάτια που δεν θα ξανάβρω πια

Μεσάνυχτα βαθειά
Μεσάνυχτα βαθιά σκοτεινιασμένα
στα έρημα σοκάκια τριγυρνώ
εκεί που πρωτοφίλησα εσένα
με στήθια πληγωμένα ξαγρυπνώ

Στου δρόμου τα σκουπίδια σαν κουρέλι
με πέταξες χωρίς να το σκεφτείς
με πρόδωσες και τώρα δε σε μέλλει
καινούργιο θύμα ψάχνεις για να βρεις

Δεν ξέρουμε η τύχη πως τα φέρνει
μπορεί και συ μια μέρα να βρεθείς
κουρέλι μες στο ίδιο το σοκάκι
συγνώμη στο κουρέλι για να πεις

Παλιό μεράκι
Παλιό μεράκι μην ξυπνάς μέσα στα σωθικά μου
άσε με μη με τυραννάς κουράστηκε η καρδιά μου

Πόσους καημούς επότισες την άμοιρη καρδιά μου
τι θέλεις τώρα, τι ζητάς και γίνεσαι σκιά μου

Παλιό μεράκι άσε με τα στήθια μου μη σκάβεις
και τη φωτιά που σβήνεται πάλι μην την ανάβεις   

Γεννήθηκα στα βάσανα
Γεννήθηκα στα βάσανα, μεγάλωσα στην μπόρα
μια μέρα δεν εχάρηκα, δεν ξένοιασα μια ώρα
Γιατί βρε άστατε ντουνιά μου δείχνεις τόση απονιά

Γυναίκα δε μ’ αγάπησε, πιστό δε βρήκα φίλο
κι όπου συμπόνια ζήτησα με διώξαν σαν το σκύλο

Και στο ποτήρι το ‘ριξα, τον πόνο να γλυκάνω

αφού κανείς δε νοιάζεται κι αν ζήσω κι αν πεθάνω 
    
Κρίμα τέτοιο παλικάρι
Κρίμα τέτοιο παλικάρι που ο χάρος γυρεύει να το πάρει
τέτοια λεβεντιά
και την πόρτα του χτυπάει μέσα στη νυχτιά

Έχει νιάτα που τρελαίνουν και οι γυναίκες για χάρη του πεθαίνουν
κι όμως ξεψυχά
και η μάνα του πιο πέρα κλαίει στη γωνιά

Και μιας μάγισσας η κόρη, χαμογελάει στο χάρο με το ζόρι
λέει σαν τρελή
χάρε πάρε με και μένα, να ‘μαστε μαζί
 
Η κατάρα της μάγισσας
Ένα παιδί μονάχο παιδιαγόρι
ξεμυάλισε της μάγισσας την κόρη
κι αφού τη γλέντησε αγκάλιασε μιαν άλλη
κι η μάνα του κατάρα του ‘δωσε μεγάλη

Ποτέ αγάπη εσύ να μη χαρείς
καταραμένος να ‘σαι όσο ζεις

Παντού η κατάρα αυτή τον κυνηγάει
και στη ζωή του όποια αγαπάει
την βρίσκει μάλλον και τον καίει η λαχτάρα
της μάγισσας έχει αληθεύσει η κατάρα

Η ζήλια πια τα μάτια του θολώνει
την άπιστη αγάπη του σκοτώνει
και μες στη φυλακή κλεισμένος συλλογιέται
της μάγισσας πως η κατάρα εκδικιέται
 
Μαλώνω με τον χάρο
Χάρε αν είσαι παλικάρι στείλε σύσταση να ‘ρθω
κι αν εσύ είσαι μπαμπέσης αντρικά θα στο φερθώ
θέλω να σε ανταμώσω και μαζί σου να μαλώσω

Είμαι αποφασισμένος ολομόναχος να ‘ρθω
δεν φοβάμαι το σπαθί σου, με σουγιά θα ξηγηθώ
θέλω να σε ανταμώσω, σταθερά να σου τη δώσω

Θα σου βγάλω την καρδιά σου και το σάπιο σου μυαλό
νέους να μην ξαναπάρεις, να μην κάνεις πια κακό
όταν θα σε αντικρίσω απ’ την πλάση θα σε σβήσω