Κυριακή 9 Απριλίου 2023

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Ήταν αχώριστοι. Ζούσανε στην ίδια γειτονιά, κοντά στο κάστρο, πηγαίνανε στο ίδιο σχολείο, καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο. Κολλητοί μέχρι παρεξηγήσεως. Κάποια ζωηρά και πονηρά κοριτσάκια, πρόωρα ξεπεταγμένα, είχαν βγάλει βρώμα ότι οι δυο τους τα είχανε. Μάλιστα, μια φορά στο διάλλειμα τους είχαν δει να χαϊδεύονται και να φιλιούνται περιπαθώς μέσα στις τουαλέτες, λέγανε. Όλα ψέματα βέβαια, μικρά άγουρα παιδάκια πού ξέρανε από τέτοια πράγματα. Μα εκείνα τα παλιοκόριτσα είχαν τρομερή φαντασία και κακές προθέσεις. Οι δυο φίλοι τις γράφανε στα παλιά τους τα παπούτσια. «Ναι, τα ‘χουμε, ζηλεύεται;» είχανε πει με ένα στόμα και μια μιλιά στις τρεις πονηρές καρακαηδόνες και τις αποστόμωσαν. Και που έγιναν κατακόκκινες σαν παντζάρια απ’ την κακία τους και τη ζήλια τους, όταν τους είδαν να φιλιούνται μπροστά τους, στα αλήθεια αυτή τη φορά. Όλα τα άλλα παιδιά γέλασαν, μα εκείνες αποχώρησαν συντετριμμένες, ψελλίζοντας μόνο ότι θα το μαρτυρούσαν στη δασκάλα τους για να τους μαλώσει.

Πέρα από όλα αυτά τα κακοήθη και ευτράπελα, οι δυο φίλοι έκαναν καλή παρέα. Με τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχαν πολλά πάρε δώσε. Παράξενα αγόρια. Δεν ήθελαν να γίνουν τίποτα όταν μεγαλώσουν (έτσι απαντούσαν στις αδιάκριτες ερωτήσεις μικρών και μεγάλων) μόνο να φύγουνε απ’ την πόλη και να κάνουνε μαζί ένα μεγάλο ταξίδι για να γνωρίσουν τον κόσμο ολόκληρο. Γι’ αυτό και το μάθημα της γεωγραφίας ήταν το αγαπημένο τους. Είχανε μάθει απέξω κι ανακατωτά όλους τους χάρτες και τα ονόματα, τις πόλεις, τις θάλασσες, τα βουνά και τα ποτάμια, τα πάντα. Και αγγλικά βέβαια για να μπορούν να συνεννοούνται με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Μόνο σε χώρες που γίνονταν πόλεμοι, ταραχές, αιματοχυσίες και επαναστάσεις δεν θα πήγαιναν. Ήταν ευαίσθητα παιδιά, μισούσαν τη βία και την βαρβαρότητα.

Θυμόντουσαν καλά όταν, μαζί με τους γονείς τους, πήγαν να παρακολουθήσουν μια δημόσια ομαδική εκτέλεση. Ήταν τραυματική εμπειρία, έκλαιγαν ολόκληρα μερόνυχτα και δεν μπορούσαν να συνέλθουν. Στην χώρα, μετά από άλλη μία αποτυχημένη εξέγερση και το χάος που ακολούθησε, είχε κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος και την εξουσία είχε αναλάβει μία σκληρή δικτατορία. Πλέον την πόλη τους  κυβερνούσαν οι πέντε άρχοντες και όλοι, μικροί και μεγάλοι, ήταν υποχρεωμένοι να παρακολουθούν τη θανάτωση των αντιφρονούντων για παραδειγματισμό και συμμόρφωση. Είχαν στηθεί και πάλι γκιλοτίνες στην κεντρική πλατεία, ενώ προηγουμένως γίνονταν φριχτά και τρομερά βασανιστήρια, δηλαδή επιστροφή στο Μεσαίωνα. Το ποτήρι ξεχείλισε, δεν πήγαινε άλλο. Τότε πήραν την τελική απόφαση, σίγουρα θα έφευγαν για μακριά. Καλύτερα να ζήσουν στη ζούγκλα μαζί με τα άγρια θηρία, παρά σε τέτοιες κοινωνίες ανθρώπων, είπαν με ένα στόμα και μια φωνή. Για την ηλικία τους ήταν πολύ ώριμα παιδιά.

Όμως, τα σχέδιά τους ανατράπηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Ο ένας εξορίστηκε ατιμασμένος απ’ την πόλη και ο άλλος με τη βία κλείστηκε εσώκλειστος από τον αυστηρό του πατέρα στη μεγάλη των μπάτσων σχολή και έγινε αξιωματικός της αστυνομίας, δηλαδή άνθρωπος του καθεστώτος και της νέας τάξης πραγμάτων, με λαμπρές προοπτικές για καριέρα και επαγγελματική εξέλιξη. Δεν του άρεσε η δουλειά του, μα προσπαθούσε να μην το δείχνει, να είναι τουλάχιστον συνεπής στα καθήκοντά του και να μην δίνει δικαιώματα (ήταν έξυπνος κι έπαιζε καλά τον ρόλο του) γιατί ανά πάσα στιγμή κινδύνευε το κεφάλι του. Τα πράγματα είχαν σφίξει πολύ. Κάθε λάθος θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο. Επιπλέον, έπρεπε και να παντρευτεί, να κάνει και δύο παιδιά, ξεπληρώνοντας έτσι το χρέος του προς το κράτος και την κοινωνία. Όμως, τον καλό του φίλο, τον παλιό συμμαθητή, δεν τον ξέχασε ποτέ, όπου κι αν εκείνος γύριζε, όπου κι αν βρισκόταν. Και δεν έχανε τις ελπίδες του, έστω και τυφλές ότι κάποτε θα τον συναντούσε ξανά. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Και τότε θα κάνανε μαζί το μεγάλο ταξίδι. 

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας, επέστρεφα σε μια σχεδόν άγνωστη πόλη. Ίσως να είχε αλλάξει πολύ από τότε. Πάντως, λίγα πράγματα θυμόμουν. Σίγουρα τον μώλο, το παλιό λιμάνι και τα δύο απέναντι βουνά στο βάθος του θολού ορίζοντα. Πηγαίναμε καμιά φορά οικογενειακώς, καθόμασταν στην ακριανή καφετέρια, έτρωγα γλυκό ή παγωτό, οι γονείς μου έπαιρναν καφέ ή ούζο, κι αμίλητοι αγναντεύαμε τη θάλασσα. Κάθε τόσο, σφύριζε πίσω μας το τρένο πλησιάζοντας στο σταθμό, στρίγκλιζαν τα φρένα του πάνω στις σκουριασμένες ράγες. Δεν ήταν κι άσχημα.

Περιπλανήθηκα άσκοπα για κάμποση ώρα. Η πόλη ήταν έρημη και άδεια, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα καταστήματα κλειστά. Δεν συνάντησα κανέναν, ψυχή ζώσα. Ούτε μια γάτα, ένα αδέσποτο σκυλί, κάνα τσουρομαδημένο περιστέρι. Σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Πετούμενο ουδέν, μόνο πυκνά μαύρα σύννεφα. Σφίχτηκε η καρδιά μου και τότε θυμήθηκα ότι πεινούσα και διψούσα μέχρι θανάτου. Είχα πολλές μέρες να βάλω μπουκιά στο στόμα μου, μα πιο πολύ ένιωθα μια αβάσταχτη κούραση, έπρεπε κάπου να κοιμηθώ. Ευτυχώς, μετά από λίγο, σκοτείνιασε για τα καλά. Ξάπλωσα και κουλουριάστηκα σε ένα παγκάκι. Παραξενεύτηκα που δεν υπήρχαν άλλοι αλήτες και άστεγοι τριγύρω,  μα γρήγορα τα μάτια μου έκλεισαν και το μυαλό μου έσβησε. Κατέβασα διακόπτες.

Τότε ένιωσα ένα δυνατό σκούντημα και πετάχτηκα απότομα πάνω. Δυο μπάτσοι με κοιτούσαν βλοσυροί και συνοφρυωμένοι σαν να τους σκότωσα την μάνα. Δεν κατάλαβα τι είχα κάνει. Ίσως η φάτσα μου να τους φάνηκε ύποπτη. Με κόλλησαν όρθιο στον τοίχο, με ξεβράκωσαν και προχώρησαν σε σωματική έρευνα και αυστηρό κωλοδάχτυλο. Ο πιο σκληρός και μοβόρος έχωσε το βρωμόχερό του μέσα στον κώλο μου και με πόνεσε. Αυτά δεν αλλάζουν με τα χρόνια, σκέφτηκα. Δεν ξέρω τι έψαχναν, μα είχα φοβηθεί και δεν έβγαλα άχνα. Ήμασταν και μόνοι μέσα στη μαύρη κατασκότεινη νύχτα, ποιος να ακούσει και ποιος να βοηθήσει. Όμως, όταν είδαν ότι είμαι εντελώς ευνουχισμένος, δεν έχω πούτσο ούτε αρχίδια, φρίκαραν εντελώς. Αν και δεν μου ζήτησαν εξηγήσεις, το πώς και το γιατί, ίσως να κατάλαβαν. Πάντως, όσο κι αν έψαξαν, χαμένος κόπος, δεν βρήκαν τίποτα. Ήμουν μια αθώα περιστερά. Στο τέλος μου ζήτησαν ταυτότητα, να καταγράψουν τα στοιχεία μου. Δεν έχω, τους είπα, αλλιώς θα την είχατε βρει, την έχω χάσει, σήμερα ήρθα στην πόλη, μπορεί κάπου να μου έπεσε, δεν ξέρω. Με περισσή αναίδεια, προσπάθησα να βρω και να αραδιάσω και άλλες δικαιολογίες, μα με έκοψαν απότομα, ήταν και το μυαλό μου ακόμα νυσταγμένο και θολό. Μου είπαν να το βουλώσω, να βγάλω το σκασμό γιατί τους έσπαγα τα νεύρα, τους εκνεύριζα χειρότερα. Γεμάτοι τσαντίλα, με έσπρωξαν, μου πέρασαν χειροπέδες, με έδεσαν πισθάγκωνα και με έχωσαν στο πίσω κάθισμα του περιπολικού. Είχα ορισμένες απορίες, ήθελα να τους ρωτήσω κάποια πράγματα, μα δεν βρήκα το θάρρος να τους ανοίξω κουβεντούλα και σε όλη τη διαδρομή έμεινα σιωπηλός. Την είχα άσχημα, αυτό καταλάβαινα, και δεν ήθελα να επιβαρύνω περισσότερο την θέση μου.

Φτάσαμε στο αστυνομικό μέγαρο, με κατέβασαν από το όχημα και με οδήγησαν στον αξιωματικό υπηρεσίας. Κάτι ψιθύρισαν μέσα στο αυτί του και κατόπιν βγήκαν απ’ το γραφείο κλείνοντας πίσω τους την πόρτα. Μου είπε να καθίσω και άναψε τσιγάρο. Πρόσφερε και σε μένα, μα αρνήθηκα ευγενικά. Ευχαριστώ, δεν καπνίζω, του είπα.  Μου χαμογέλασε. Ίσως λυπήθηκε την ταλαιπωρία μου, σκέφτηκα. Ήταν όμορφος άντρας, ξανθός με γαλανά μάτια, πάνω κάτω στην ηλικία μου, μα έδειχνε νεότερος. Του χαμογέλασα κι εγώ και κάπως ηρέμησα, μου έφυγε ένα βάρος, μα ξαφνικά το στομάχι μου άρχισε πάλι να γουργουρίζει και να επαναστατεί. Ένιωσα ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ, να γίνουμε κατά κάποιο τρόπο φίλοι, έστω και για μια νύχτα. Πεινούσα και διψούσα, του είπα αφελώς, με κάποια άγνοια κινδύνου, και αμέσως έκανε ένα τηλέφωνο. Μετά από λίγο μπήκε μέσα ένα τσιράκι του βαστώντας ένα μπουκάλι νερό και δυο σάντουιτς, τα άφησε πάνω στο γραφείο και έφυγε. Δεν υπάρχει κάτι άλλο, ο αξιωματικός δικαιολογήθηκε και γύρισε το πρόσωπό του προς το παράθυρο. Κατέβασα μονοκοπανιά το μισό μπουκάλι και άρχισα να μασουλάω. Δεν άφησα τίποτα, τα ξεπάστρεψα όλα και συνήλθα κάπως, ήρθα στα ίσα μου. Τον ευχαρίστησα και περίμενα την συνέχεια.

 Κανονικά θα έπρεπε να περάσω αμέσως αυτόφωρο στον εισαγγελέα μου είπε γιατί υπέπεσα σε σοβαρά παραπτώματα. Κατά αρχήν, είχα παραβιάσει την καραντίνα και τη γενική απαγόρευση κυκλοφορίας που ισχύει σε όλη την πόλη εδώ και τρεις ημέρες και κανείς δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει.   Επιπλέον, δεν είχα ταυτότητα. Όμως, είχα κάποιο ελαφρυντικό. Είχα μόλις επιστρέψει στην πόλη και δεν γνώριζα τίποτα για την κατάσταση. Ήξερε πολύ καλά την περίπτωσή μου, είπε, και μου έδειξε τον φάκελό μου πάνω στο γραφείο του. Χαμογελούσε αινιγματικά, όση ώρα τον άκουγα ξαφνιασμένος και αποσβολωμένος. Όσο για την ταυτότητα, συνέχισε, θα του χορηγούσαν φρέσκια και ολοκαίνουργια το πρωί, μόλις θα ξημέρωνε. Του ζήτησα να μου πει κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, την προηγούμενη ζωή μου, να ρίξω τουλάχιστον μια ματιά στο φάκελο, να δω έστω καμιά παλιά φωτογραφία, μήπως και θυμηθώ κάτι. Μου αρνήθηκε ευγενικά και τον καταχώνιασε στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου του. Δεν θυμάμαι τίποτα απ’ το παρελθόν, του είπα και παραλίγο να βάλω τα κλάματα. Μην απελπίζεσαι, θα θυμηθείς, μου είπε και με χτύπησε ελαφρά στον ώμο. Μετά φώναξε έναν βοηθό του να με οδηγήσει στο κρατητήριο του υπογείου για μια ολιγόωρη φιλοξενία. Ξάπλωσα στο σκληρό κρεβάτι, μα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι απ’ την αγωνία μου. Κάθε τόσο, από το ματάκι της πόρτας, ο φρουρός έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου.

Όταν ξημέρωσε, βγάλανε φωτογραφίες, πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα, σκανάρανε την ίριδα του ματιού μου και πήρα την καινούργια μου ταυτότητα. Τα στοιχεία που έγραφε μου ήταν παντελώς άγνωστα, δεν μου θύμιζαν απολύτως τίποτα. Ο αξιωματικός υπηρεσίας μου ευχήθηκε καλός πολίτης, καλή δεύτερη ζωή και από δω και στο εξής να είμαι πιο προσεχτικός. Δεν έχω κάπου να μείνω και δεν ξέρω κανέναν στην πόλη, του είπα. Δεν σε φοβάμαι, έρχεσαι από δρόμο, θα την βρεις την άκρη, είπε χαμογελώντας και με ξεπροβόδισε μέχρι την έξοδο του αστυνομικού μεγάρου. Τον είχα συμπαθήσει, φαινόταν καλό παιδί και σαν κάτι να μου θύμιζε από το πολύ μακρινό παρελθόν. Λίγο πριν χωρίσουμε και τραβήξω προς άγνωστη κατεύθυνση με προορισμό το πουθενά βρήκα το θάρρος να τον ρωτήσω για ποιο λόγο μου ζήτησαν να επιστρέψω στην πόλη. Δεν γνωρίζω, ίσως θα ‘πρεπε να ρωτήσω τους ίδιους, μου είπε χαμογελώντας μυστηριωδώς. Και φυσικά  δεν τον πίστεψα.