Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

ΠΡΩΤΟ ΦΙΛΙ


 

Όλες οι μέρες των γιορτών πέρασαν γρήγορα, σαν ανεμοστρόβιλος. Όπως το φοβόμουνα, ο κοντός μου έγινε τσιμπούρι. Όχι πως δεν τα ‘θελε κι εμένα ο κώλος μου. Κάθε βράδυ τα πίναμε μαζί μέχρι πρωίας και την άλλη μέρα ξύπναγα με ένα κεφάλι κουδούνι. Δεν μ’ άφηνε να πληρώσω, σαν να ήμουν η γκόμενά του κι αυτός μες στην τρελή καψούρα. Με πείραζε κάπως, μα δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι. Έτσι κι αλλιώς, φαινόταν ματσωμένος, κυκλοφορούσε συνέχεια μ’ ένα πάκο χαρτονομίσματα στην τσέπη. Κάθε απόγευμα συναντιόμασταν στο καφενείο και μετά πηγαίναμε να τσιμπήσουμε στην ταβέρνα ενός φίλου του στην απάνω πόλη με φάτσα το κάστρο, είχε καλό κρασί. Τον ήξερε απ’ τα χρόνια του ορφανοτροφείου, πήγανε και στρατό μαζί, έκαναν ωραίες αλητείες στα νιάτα τους, διαπράξανε όλα τα παραπτώματα, μου ‘λεγε με περηφάνια. Ήταν ωραίος μάγκας, αλανιάρης, παιδί ξηγημένο και τζιμάνι. Μετά αυτός παντρεύτηκε, νοικοκυρεύτηκε, έκανε και δυο παιδάκια, «όχι σαν εμένα τον αχαΐρευτο, τον ανεπρόκοπο, τον ρεμπεσκιέ που έμεινα μπεκιάρης» κατέληγε ο φίλος μου, αναπολώντας τα παλιά. Καμιά φορά βούρκωνε και ήταν έτοιμος να τον πάρουν τα ζουμιά. Παραξενευόμουν. Άγνωστο πού έκρυβε τόση ευαισθησία. Αν κάποιος τον έβλεπε για πρώτη φορά θα έλεγε ότι έχει σκοτώσει δέκα. Δεν ξέρω, μπορεί να είχε κάνει και φόνο, τον είχα ικανό. Τουλάχιστον ήξερα ότι κουβαλούσε μαζί του σιδερικό. «Για ασφάλεια», μου είχε δικαιολογηθεί. Όμως όταν βρισκότανε μαζί μου έβγαζε άλλον εαυτό και γινόταν ένα παραπονιάρικο παιδί. Για να τον παρηγορήσω του έλεγα κι εγώ με τη σειρά μου διάσπαρτα κάποια κομμάτια, τα πιο ανώδυνα και ανεπαίσθητα, απ’ τον έτσι κι αλλιώς ασήμαντο, άχαρο και βαρετό πρότερο βίο μου. Άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον. «Μπράβο ρε, τους τα βρόντηξες όλα και την κοπάνησες, αυτές είναι αποδράσεις!» μου ‘λεγε στο τέλος και μ’ αγκάλιαζε και με φιλούσε σαν ένα χαμένο παλιόφιλο που τον ξανάβρισκε ύστερα από πάρα πολλά χρόνια. Με τόση ζέση και τρυφεράδα.

Λέγαμε πολλά και διάφορα, όχι μόνο για μας, αλλά γενικότερα για την κοινωνία, τη ζωή, τον κόσμο. Περιέργως, στα πιο πολλά συμφωνούσαμε. Αν και εκ πρώτης όψεως δεν του φαινότανε, ήταν άτομο στέρεο και κατασταλαγμένο, την είχε φιλοσοφήσει τη ζωή. Ούτε αυτός πίστευε σε θεούς και σε δαίμονες, ούτε κι αυτός περίμενε κάποιον αυτόκλητο σωτήρα να έρθει να τον σώσει, ούτε πίστευε ότι αυτή η σκατένια κατάσταση μπορεί να αλλάξει. Ήταν απαισιόδοξος. Δεν πίστευε σε θαύματα και ταχυδακτυλουργίες.  Ζούσε χωρίς ελπίδες, μόνο για το παρόν, για την απόλαυση του εδώ και τώρα. Και χαιρόταν απλά και μόνο επειδή ήταν ακόμα πάνω απ’ το χώμα. «Δεν βλέπεις ότι οι περισσότεροι είναι ηλίθιοι;» φώναζε τσαντισμένος για τη μαλακία που δέρνει τον κοσμάκη. Κι άρχιζε ξαφνικά τα μπινελίκια και τις χριστοπαναγίες, όμως γρήγορα ηρεμούσε, πέταγε ένα «δεν πα να γαμηθούν όλοι τους, τι φταίνε κι αυτοί, άντε γεια μας!» και σκασμένοι στα γέλια τσουγκράγαμε τα ποτήρια μας. Μόνο όταν του εκμυστηρεύτηκα ότι μουτζουρώνω κάποια χαρτιά, για να μην με νομίζει εντελώς άεργο και για να του κάνω κάπως εντύπωση, βέβαια, να του παραστήσω τον καμπόσο, τον δήθεν κουλτουριάρη, μ’ έβαλε αμέσως στη θέση μου. «Γιατί χάνεις το χρόνο σου κύριε συγγραφέα, μήπως θέλεις να γίνεις πλούσιος και διάσημος;» Προσγειώθηκα ανώμαλα στην πραγματικότητα. Δεν περίμενα τέτοια αντίδραση και σίγουρα δεν ήταν από ζηλοφθονία. Πειράχτηκα. Ξαφνικά, το ύφος του έγινε ειρωνικό, υποτιμητικό και απαξιωτικό, μ’ έφτυνε κατάμουτρα. Όμως, μου άρεσε κιόλας γιατί, παρ’ όλη τη συμπάθεια που μου ‘δειχνε, ήταν ειλικρινής και ντόμπρος, δεν μασούσε τα λόγια του. Απ’ την άλλη, ίσως και να ‘χε δίκιο, κι ας μην το παραδεχόμουνα. Όλα για μια κάλπικη υστεροφημία, χωρίς αντίκρισμα. Έγραφε κι αυτός, είπε, αλλά μόνο για τον εαυτό του, χωρίς αναγνώστες, κριτικούς και εκδότες. Έγραφε το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής του, κι ας μη γινόταν ποτέ διάσημος. «Μη φοβάσαι, κάποτε θα γράψω εγώ για σένα και θα σε κάνω γνωστό σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αθάνατο μέσα στην αιωνιότητα!» του είπα κι αμέσως σκάσαμε στα γέλια και τσουγκρίσαμε ξανά τα ποτήρια μας. «Γαμώ τη μούρλια που σε διακρίνει!» πρόσθεσε, έτσι για κομπλιμέντο. Λέγαμε κι άλλα πολλά και κατά τις δύο που έκλεινε η ταβέρνα ο φίλος του ο κάπελας μας έδιωχνε με τρόπο. «Άντε, κοντέ, να την κοπανάμε σιγά σιγά, κι αύριο νύχτα είναι!» Δεν είχε κι άδικο. Του ‘χαμε σκοτίσει τ’ αρχίδια του ανθρώπου με την πάρλα μας.

Κατηφορίζαμε με τα πόδια για να μας φυσήξει άπλετος καθαρός αέρας. Κάνα τέταρτο δρόμος ήταν και καταλήγαμε στο μπαρ της φίλης του, της κουτσής. Εκεί, μπαίνοντας μέσα, μεταμορφωνόταν και πάλι στον σκληρό καργιόλη που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του προκαλώντας σε όλους φόβο και δέος. Όσο μπόι του έλειπε τόσο η μαγκιά και ο τσαμπουκάς ξεχείλιζε απ’ τα μπατζάκια του και θα ‘πρεπε να ‘σαι πολύ μαλάκας για να τα βάλεις μαζί του. Ή βαλτός. Η θέση του ήταν στην άκρη της μπάρας πλάι στην τζαμαρία.  Δίπλα υπήρχε κι ένα άδειο σκαμπό για μένα, τον καινούργιο του φίλο. Από κει μπορούσε να επιβλέπει το μαγαζί, αλλά και την κίνηση έξω. Πίναμε κάμποσα ποτά, τα περισσότερα εκείνος. Ήταν σωστή νεροφίδα, μα δεν μεθούσε. Ξημερώματα την κοπανάγαμε. Με συνόδευε μέχρι κάτω απ’ το σπίτι μου, λέγαμε τις καληνύχτες και τις καλημέρες κι αυτός συνέχιζε την πορεία του πάντα προς άγνωστη κατεύθυνση. Μια φορά τον ρώτησα. «Καλή η διασκέδαση, μα πρέπει και να δουλέψουμε!» μου απάντησε με νόημα δίχως περαιτέρω εξηγήσεις. Δεν ήθελε να μου πει, ούτε κι εγώ επέμεινα. Μα το μυαλό μου πήγαινε σε πολλά και διάφορα. Και όχι πάντα στα καλύτερα.

Μου ‘χε πει ότι με την κουτσή τα είχανε τσουγκρίσει πάλι και δεν της έδινε πολλά χνώτα. Η σχέση τους δεν ήταν απλά επαγγελματική, αλλά κάθε τόσο περνούσε από χίλια μύρια κύματα και άγριες θαλασσοταραχές. Αγαπιόντουσαν, ζούσαν μαζί, αν και ανύπαντροι, μα ήταν και οι δυο τους δύσκολοι χαρακτήρες. Έτσι, κάθε τόσο άρχιζαν τα παρατράγουδα, συνήθως από ζήλεια. Αυτός πού και πού ξενογαμούσε, έτσι για ποικιλία. Το γαμήσι ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία του, τα άλλα ερχόντουσαν δεύτερα. Και παρ’ όλο που μεγαλώνοντας γινόταν όλο και πιο επιλεκτικός, δεν μπορούσε να αντισταθεί μπροστά σε ένα όμορφο καλοσμιλεμένο κωλαράκι, ήθελε να το πάρει ατάκα κι επιτόπου. Μεγάλος κωλομπαράς, ο φίλος μου. «Κώλος να ‘ναι, κι ότι να ‘ναι!» έλεγε χαριτολογώντας και συμφωνούσα μαζί του, θέλοντας και μη. Όμως, και κείνη λοξοκοίταζε, πιο πολύ για να του την σπάσει. Σαν να του ‘λεγε «άμα θέλω το κατέχω κι εγώ το άθλημα, κοντέ, γι’ αυτό μία σου και μία μου και άντε και γαμήσου!». Τότε, όταν γύριζαν σπίτι (ποτέ μπροστά σε άλλους) πιωμένος όπως ήτανε, την έπιανε απ’ το μαλλί και της έδινε καμιά ανάστροφή κι αυτή τον πέταγε έξω με βρισιές και κλοτσιές. Οι πρωινιάτικοι καβγάδες τους ήταν ομηρικοί και αναστάτωναν ολόκληρη την πολυκατοικία. Οι γείτονες είχαν συνηθίσει κάθε τόσο τα παρατράγουδα, απ’ την άλλη  δεν τολμούσαν και να καλέσουν την αστυνομία. Ήξεραν τι μεγάλο κουμάσι είναι ο κοντός. Έκαναν υπομονή, ελπίζοντας αυτή η ολέθρια σχέση να καταλήξει στο αναμενόμενο φονικό έγκλημα για να ξεβρομίσει ο τόπος απ’ την παρουσία και των δύο, εδώ που μας ήρθαν. Παρ’ όλα αυτά, η κουτσή κι ο κοντός δεν μπορούσαν να ζήσουν για καιρό χώρια, το πολύ μια βδομάδα. Και πάντα γλεντούσαν το ξανασμίξιμο με μια φλογερή ερωτική πράξη. Μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα.

Ένα βράδυ τον ρώτησα πώς το έπαθε και κουτσάθηκε, το μυαλό μου πήγαινε σε κάποιο ελάττωμα από γεννησιμιού της.  Στην αρχή ο κοντός ξαφνιάστηκε,  πειράχτηκε, δεν περίμενε να τον ρωτήσω γι’ αυτό. Αργότερα κατάλαβα την γκάφα μου, είχα φανεί κάπως αδιάκριτος. Όταν ήταν μικρή έπεσε και έσπασε το ποδάρι της, μου είπε με τα πολλά. Οι γιατροί δεν την πρόσεξαν όπως έπρεπε, το κάταγμα κόλλησε στραβά και της έμεινε κουσούρι. Μασούσε τα λόγια του και κατάλαβα ότι δεν μου ‘λεγε την αλήθεια. Όμως, δεν επέμεινα. Δεν μου ‘πεφτε λόγος και δεν του ξανάκανα κουβέντα.

Τούτη τη φορά τα ξαναβρήκαν την πρωτοχρονιά. Λόγω της ημέρας, η ταβέρνα του φίλου στο κάστρο έμεινε κλειστή. Έτσι, τσιμπήσαμε πρόχειρα στο καφενείο κι ύστερα πήγαμε κατευθείαν στο μπαρ. Το στολισμένο μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο, μα πολύ όμορφο. Μόνο δυο ξέμπαρκοι στην μπάρα και το προσωπικό του μαγαζιού, τρεις νεαρές κοπέλες εκπάγλου καλλονής από τις χώρες του πάλαι ποτέ ενδόξου ανατολικού μπλοκ. Έκαναν κονσομασιόν, κρατούσαν συντροφιά στους μοναχικούς πελάτες και ότι άλλο ήθελε προκύψει. Λεφτά να υπήρχαν κι όλα γίνονταν. Καθίσαμε στη θέση μας και μετά από λίγο ήρθαν και τα ποτά. Η κουτσή με χαιρέτησε εγκάρδια, μα στον κοντό δεν έριξε ούτε ένα υποτιμητικό βλέφαρο, καμία σημασία, τον έφτυσε τελείως. Εκείνος στραβομουτσούνιασε. Είχαν δυο βδομάδες τσακωμένοι και μάλιστα για ασήμαντη αφορμή (αυτή ήταν η άποψή του) δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση, ξεροψηνόταν. Και μάλιστα τέτοια χρονιάρα μέρα. Απ’ την άλλη όμως κώλωνε και να της μιλήσει και να σπάσει πρώτος τον πάγο. Ήταν ζήτημα εγωισμού και τιμής, να πούμε. Και κείνη όμως ανένδοτη. Είχε μουλαρώσει για τα καλά, δεν έκανε πίσω. Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα και μπήκανε δυο αντροπαρέες με γέλια και χαρές. Το μαγαζί ζωντάνεψε, η εορταστική μουσική δυνάμωσε και οι κοπέλες έπιασαν αμέσως δουλειά.

Μεσάνυχτα ακριβώς η μουσική σταμάτησε απότομα, τα φώτα έσβησαν και το μαγαζί σκοτείνιασε, δεν βλέπαμε τη μύτη μας. Έξω ο ουρανός γέμισε από λαμπερά πυροτεχνήματα και πολύχρωμα βεγγαλικά, το θέαμα ήταν όμορφο. Μες στο σκοτάδι κάποιοι μεθυσμένοι άρχισαν να τραγουδάνε σαν τα μικρά παιδιά το «Πάει ο παλιός ο χρόνος» κι ένιωσα μια περίεργη συγκίνηση, ένα φτερούγισμα στο στήθος. Όταν ξανάνοιξαν τα φώτα,  ξέσπασαν όλοι σε παρατεταμένα χειροκροτήματα, σφυρίγματα και αλαλαγμούς. Για λίγο επικράτησε πανδαιμόνιο. Στο βάθος μάλιστα ακούστηκαν να σπάνε κάτι ποτήρια, μα κανείς δεν έδωσε σημασία. Το κέφι είχε απογειωθεί στα ουράνια. Γύρισα να ευχηθώ στον φίλο μου «καλή χρονιά» κι έμεινα στήλη άλατος. Εκείνη είχε καβαλήσει την μπάρα, τον είχε αγκαλιάσει και τον φιλούσε  περιπαθώς, δεν ξέρω πόση ώρα. Τους παρατηρούσα με χαρά και με ζήλια. Όταν επιτέλους ξέμπλεξαν  τις γλώσσες τους και τα κορμιά τους, αγκάλιασε και μένα, μου ευχήθηκε «χρόνια πολλά και καλή χρονιά», μου ‘δωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και γύρισε στο πόστο της. Έστω και ξώφλτσο, ήταν το πρώτο φιλί της καινούργιας χρονιάς, καλό σημάδι. Στο μαγαζί οι ευχές και τα φιλιά έδιναν κι έπαιρναν και το αλκοόλ έρεε άφθονο απ’ τα μπουκάλια και τα ποτήρια στα χείλια, τα στομάχια και τα μυαλά των πελατών. Κάθε τόσο δρόσιζαν και οι κοπέλες το στόμα τους. «Καλή χρονιά, ρε!» ευχήθηκα στον κοντό, μου είπε «επίσης, ρε, ότι επιθυμείς να το πάθεις!» και μ’ αγκάλιασε σφιχτά με τις χερούκλες του, παραλίγο να με σκάσει. Το πρόσωπό του είχε φωτίσει από χαρά κι  έκανε σαν μικρό παιδί. «Την είδες ρε την καργιόλα; την είδες; μ’ αγαπάει, ρε! μ’ αγαπάει!» έλεγε και ξανάλεγε και μου τράνταζε τους ώμους. Με μιας είχε βρεθεί στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας.

Ολόκληρη η νύχτα κύλισε μες στο τσακίρ κέφι, με μουσική, γλέντι και τρελό χορό, με αισθησιακά τσιφτετέλια και ρούμπες απ’ τις κοπέλες και μάγκικα χασάπικα και ζεϊμπέκικα. Και κάθε τόσο όλο και κάποιος έπαιρνε αγκαζέ μια  κοπέλα και τραβούσε στο βάθος για τον ιερό σκοπό. Του κοντού γελούσαν και τα μουστάκια που δεν είχε, ταυτόχρονα όμως δεν ξεχνιόταν, είχε τα μάτια του δεκατέσσερα και διατηρούσε απόλυτα τον έλεγχο της κατάστασης. Όμως, παρ’ όλη την πολυκοσμία και την εξαλλοσύνη της βραδιάς δεν συνέβησαν παρατράγουδα.  Μια φορά μόνο πήγε στο βάθος για κάτι διαπληκτισμούς ανάμεσα σε δυο παρέες και κάτι περίεργα σπασίματα που ακούστηκαν (του έκανε νόημα η κουτσή) κι έκανε τις απαραίτητες συστάσεις, έως εκεί. Ευτυχώς, δεν είχα καμιά όρεξη να μπλεχτώ σε καβγά για χάρη του μαγαζιού. Απ’ τη στιγμή που ήμουνα παρέα του κοντού, και μόνο από φιλότιμο, αν ξέσπαγε, δεν θα μπορούσα να τον αποφύγω. Και ήμουν άμαθος από τέτοια μπλεξίματα, σχεδόν κότα, ρεζίλι θα γινόμουνα. Αν και σε τέτοιες περιπτώσεις το αλκοόλ βοηθάει. Σου δίνει θάρρος, ορμάς σαν λιοντάρι και όποιον πάρει ο χάρος.

«Ποια σου αρέσει;» Η ερώτηση ήταν ξαφνική και αναπάντεχη, δεν την περίμενα. Του ‘δειξα την μικρότερη, την πιο όμορφη. Γύρω στα είκοσι, φρέσκια μάλλον στη δουλειά, μελαχρινή, ψιλή, αδύνατη, κομμένη και ραμμένη στα γούστα μου. Της έκανε νόημα και ήρθε κοντά μας. Έκανε τις συστάσεις, χαιρετηθήκαμε και μετά κάτι της ψιθύρισε στο αυτί. Ήξερε τη γλώσσα της. Αυτή, χωρίς πολλά πολλά, μπήκε κατευθείαν στο νόημα. Με πλησίασε και χωρίς καμιά προειδοποίηση κόλλησε πάνω μου και με μικρές αργές κινήσεις άρχισε να τρίβεται. Δεν είπαμε τίποτα, έτσι κι αλλιώς μιλούσαμε διαφορετικές γλώσσες, δεν θα καταλαβαινόμασταν. Μόνο κοιταζόμασταν στα μάτια, χαμογελούσαμε κι εγώ σιγά σιγά άρχιζα να ερεθίζομαι. Άφησα το ποτό μου στη μπάρα, έσβησα το τσιγάρο και τα χέρια μου την αγκάλιασαν και χούφτωσαν απαλά το στενό εφηβικό της κωλαράκι. Ο κοντός από δίπλα απλά κάπνιζε και έπαιρνε μάτι. Κανείς άλλος μέσα στο μαγαζί δεν έδινε σημασία. Είχα καβλώσει και ο πούτσος μου είχε σφηνώσει κάτω απ’ το καυτό της μίνι, μέσα στην επικίνδυνη περιοχή, στην διακεκαυμένη ζώνη. Το κατάλαβε, ίσως να είχε κι αυτή ερεθιστεί, φαινόταν αναψοκοκκινισμένη. Με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε για το δωματιάκι. Μπήκαμε και κλείδωσε την πόρτα. Μας φώτιζε μόνο ένας μικρός κόκκινος πουτανιάρης. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Όταν πλησίασα το στόμα της δεν αντιστάθηκε, το ήθελε. Όλα γίνανε στα όρθια, ήταν πολύ στενά, μα δεν μ’ ενοχλούσε. Την φιλούσα με πάθος στα χείλη, στο λαιμό, στις ρώγες παντού. Ο χρόνος πάγωσε, όλα κράτησαν μόνο μια στιγμή. Όμως, ήταν ωραία. Την ευχαρίστησα και της έδωσα ένα τελευταίο τρυφερό φιλί. «Αυτά είναι για σένα!» της είπα. Στην αρχή αρνήθηκε, δεν ήθελε να τα πάρει. Επέμεινα. Ήξερα ότι αυτό το όμορφο ερωτικό γαμήσι ήταν κερασμένο απ’ τον φίλο μου, μα ήθελα κι εγώ να κάνω ένα πρωτοχρονιάτικο δωράκι σ’ αυτή την καλή κοπέλα που ήρθε απ’ τα ξένα ολομόναχη στη χώρα μας για να μας προσφέρει λίγες υποσχέσεις ευτυχίας, έστω και στιγμιαίες, απατηλές και ανεκπλήρωτες. Με ευχαρίστησε στην γλώσσα της με σλαβική προφορά και έχωσε τα χρήματα μέσα στο κόκκινο δαντελωτό της κιλοτάκι. Μετά ξεκλείδωσε και βγήκαμε έξω.

Χρειαζόμουν επειγόντως τσιγάρο και ποτό να επανέλθουν τα υγρά και η θερμοκρασία μου στα ίσα τους. Όταν με είδε ο κοντός να πλησιάζω χαμογέλασε. Μου τσίμπησε μαλακά το μάγουλο και μου χάιδεψε τρυφερά το σβέρκο. «Και στην αρχή νόμιζα ότι το τυλίγεις το πούρο!» είπε. Γελάσαμε δυνατά. Δεν ήξερα αν πράγματι μ’ είχε περάσει για καμιά κρυφαδερφή από τις τόσες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας ή έκανε πλάκα, μα δεν πειράχτηκα. «Έτσι κι αλλιώς, δεν είσαι ο τύπος μου!» του είπα αστειευόμενος και τον τσίμπησα δήθεν πονηρά στον μπούτι. Ούτε αυτός παρεξηγήθηκε. Σηκώσαμε τα ποτήρια μας ψηλά κι ευχηθήκαμε για άλλη μια φορά να είναι καλή η χρονιά που έρχεται. Τουλάχιστον, ξεκίναγε με τους καλύτερους οιωνούς. Όχι, όπως η προηγούμενη.        

Πέρσι, τέτοια μέρα, πέθανε η μαμά. Μαζί παράτησα και τη δουλειά και αποφάσισα να απομονωθώ από θεούς κι ανθρώπους και τρία χρόνια να πενθήσω την προηγούμενη ζωή μου που τέλειωνε άδοξα. Δύσκολη απόφαση. Δεν ήξερα πόση ζωή είχα μπροστά μου, ούτε τι θα την έκανα, αλλά έτσι δεν πήγαινε άλλο. Τέλος λοιπόν η αγνεία και η όψιμη παρθενία, τέλος οι στερήσεις, οι μετάνοιες και οι προσευχές. Τέλος οι καταναγκαστικοί και άσφαιροι αυνανισμοί μπροστά στον καθρέφτη. Αρκετά ταπεινώθηκα και ξεφτιλίστηκα στον εαυτό μου. Εξιλεώθηκα πλήρως για τα προηγούμενα ανομήματά μου. Ήταν καιρός να διαπράξω καινούργια, πιο ηδονικά, πιο ευφάνταστα και να πάω χορτάτος στον άλλο κόσμο. Και βέβαια, όχι πριν την ώρα μου. Ο κοντός και το περιβάλλον του, βουτηγμένο στην κραιπάλη, την παρανομία και την αμαρτία ήταν μια κάποια λύση. Πλέον, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ και τίποτα να χάσω. Έπρεπε να ρισκάρω, να ξεπεράσω το μέτρο και τα όρια που μου επέβαλλαν μια ολόκληρη ζωή. Χωρίς τύψεις, ντροπές και ενοχές. Αμετανόητος μέχρι την ύστατη ώρα. Μα ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο, με οποιοδήποτε τίμημα. Έτσι κι αλλιώς δεν είχα κανέναν να με κλάψει και να στεναχωρηθεί για μένα, κανέναν να ζημιωθεί απ’ την απουσία μου. Κανέναν που να μ’ αγαπάει βαθιά και αληθινά. Ούτε κι εγώ, αλλά φταίω. Αρνήθηκα να διαιωνίσω το είδος μου,  αρνήθηκα να συνεχίσω την πατρική μου γενιά, αρνήθηκα να συνδεθώ με άλλον άνθρωπο.  Μάλλον, δεν μπόρεσα. Προσπάθησα μα δεν τα κατάφερα. Ήμουν κλεισμένος στο καβούκι μου, ανάπηρος, ανίκανος για οποιαδήποτε βαθιά και ουσιαστική επαφή. Μα δεν έφταιγα, έτσι ήταν η φτιαξιά μου. Εκ γενετής,  αντικοινωνικός και απροσάρμοστος, σχεδόν αυτιστικός. Ένα λάθος της φύσης. Μα πλέον τέρμα οι δικαιολογίες, έπρεπε κάτι να κάνω. Αυτές τις αποφάσεις έπαιρνα καπνίζοντας και πίνοντας ήρεμα το ποτό μου. Μες στη σούρα μου, αλλά με μια εκπληκτική διαύγεια πνεύματος, διατηρούσα την ψυχραιμία μου ανάμεσα σε καπνούς, εκτυφλωτικά φώτα και μουσικές. Μόνο κάποιες ανθρώπινες σκιές στροβιλίζονταν γύρω μου μαζί με ολόκληρο το μαγαζί. Πέρσι λοιπόν πέθανε η μαμά, ακριβώς πριν ένα χρόνο, μα ξέχασα να της κάνω το μνημόσυνο. Όχι επίτηδες, απλά μου διέφυγε. Την ξέχασα τελείως. Ούτε ένα κεράκι στον χορταριασμένο της τάφο δεν άναψα. Ούτε μια φορά δεν την επισκέφτηκα. Μα ξέρω ότι θα με συγχωρέσει.

Είχε ξημερώσει όταν έφευγε και η τελευταία παρέα. Μετά από λίγο οι κοπέλες του μαγαζιού φόρεσαν τα παλτά τους, πληρώθηκαν, μας καληνύχτισαν και τράβηξαν για το σπίτι τους. Έμεναν κοντά, λίγο παρακάτω, όλες μαζί, και τέτοια ώρα (έξω είχε φωτίσει) δεν χρειαζόντουσαν συνοδεία. Μείναμε οι τρεις μας τελευταίοι να καπνίζουμε αμίλητοι κοιτώντας το ταβάνι. «Της πουτάνας έγινε απόψε!» έσπασε πρώτος τη σιωπή ο κοντός. Η κουτσή συμφώνησε, ήταν μια πολύ καλή βραδιά με μπόλικη κονόμα. Το μαγαζί έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. Το αφήσαμε όπως ήταν, σε λίγο θα ‘ρχόταν η καθαρίστρια να το συμμαζέψει, κλείσαμε τα φώτα, κλειδώσαμε και χωμένοι στα παλτά μας βγήκαμε έξω στον καθαρό αέρα. Έκανε πουτσόκρυο κι ένας λαμπερός ήλιος ξεπρόβαλε σιγά σιγά πίσω απ’ το χιονισμένο βουνό. Τους πήγα μέχρι το σπίτι τους, είπαμε τις καληνύχτες και τις καλημέρες, ευχηθήκαμε πάντα τέτοια να ‘χουμε και κατόπιν χωρίσαμε. Τους φανταζόμουνα μετά από λίγο αγκαλιασμένους τρυφερά στο κρεβατάκι τους να λένε γλυκόλογα ο ένας στον άλλο και να κάνουν έρωτα και ζήλευα. Εγώ έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι μόνος. Δεν είχα παράπονο, ήταν μια όμορφη νύχτα και είχα καιρό να περάσω τόσο καλά. Μα τώρα είχε τελειώσει και κατά περίεργο τρόπο δεν είχα καμία όρεξη να πάω για ύπνο. Δεν νύσταζα. Το πρωινό ήταν όμορφο, οι δρόμοι και οι πλατείες ακόμη άδειοι. Ευτυχώς, το καφενείο είχε μόλις ανοίξει. Ένας καφές ήταν ότι χρειαζόμουνα.