Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ


Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου. Εκείνη την ώρα τα παιδιά σχόλαγαν. Ξεχώριζε σαν την μύγα μες στο γάλα. Περπατούσε ανάμεσά τους, τα παρατηρούσε προσεκτικά απ’ την κορφή ως τα νύχια και χαμογέλαγε  ευτυχισμένος. Οι γονείς και οι δάσκαλοι τον κοιτούσαν περίεργα, καχύποπτα. Σίγουρα τον είχαν ξαναδεί να τριγυρίζει έξω απ’ το σχολείο. Εκείνος δεν έδινε σημασία. Συνέχιζε να περπατά κεφάτος πέρα δώθε, να τα χαζεύει  και να χαμογελά. Ώσπου φύγανε όλοι, το πεζοδρόμιο άδειασε, η πόρτα κλείδωσε, ο γέρος κατσούφιασε, το βλέμμα του σκοτείνιασε, το κουρασμένο του κορμί βάρυνε, έγινε ασήκωτο. Πήρε κι αυτός τον δρόμο της επιστροφής. Επομένως, αυτός δεν περίμενε τα εγγονάκια του. Τον κοίταζα απ’ το απέναντι περίπτερο και δεν πίστευα στα μάτια μου. Πλησίασα κοντά του, μα ούτε που με κατάλαβε, αλλού έτρεχε το μυαλό του, όσο τουλάχιστον του είχε απομείνει. Ναι, αυτός ήταν, δεν έκανα λάθος. Είχα να τον δω κοντά σαράντα χρόνια. Είχε γεράσει πολύ, πάνω από ογδόντα. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και σπασμένος. Περπατούσε αργά με μικρά προσεκτικά βήματα, μα δεν χρησιμοποιούσε μπαστούνι. Αν και στην ηλικία του ένα πέσιμο θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Όμως ανέκαθεν ήταν ριψοκίνδυνος. Και αγαπούσε ακόμα τα μικρά παιδιά.

Τότε είχε το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Χωρίς οικογένεια, δίχως συγγενείς και φίλους. Ολομόναχος. Χωρίς αγάπη. Ούτε σπίτι. Ένα δωμάτιο μόνο στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Εκεί κοιμόταν. Η μαμά μού έλεγε να μην πηγαίνω στο μαγαζί του, συμφωνούσε και ο μπαμπάς. Μου είχαν απαγορεύσει να ψωνίζω απ’ αυτόν, ούτε απέξω να περνάω. Ήταν ανώμαλος και επικίνδυνος, έλεγαν, του άρεσαν τα μικρά παιδιά, χάιδευε αγοράκια, γύρευε τι άλλο τους έκανε. Δεν μου έλεγαν περισσότερα για να μη πονηρευτώ πριν την ώρα μου, μα η φαντασία μου φούντωνε, το ίδιο και η περιέργειά μου. Έτσι κι αλλιώς, στην ηλικία των δέκα δεν ξέρεις από τέτοια πράγματα, είσαι ακόμα αγνός και άβγαλτος. Όμως, δεν τους πίστευα εντελώς και πήγαινα. Κρυφά. Τον έβλεπα πάντα  γλυκό, προσηνή και καλοσυνάτο. Δεν μου γέμιζε το μάτι για τέρας και κάθαρμα, όπως λέγανε. Αγόραζα τσιγάρα και εφημερίδες για τον πατέρα κι αυτός με κερνούσε καραμέλες και σοκολάτες, καμιά φορά μου χάιδευε τα μαλλιά και το μάγουλο. «Χαιρετίσματα στον πατέρα σου!» μου ‘λεγε πριν φύγω, μα εγώ δεν τα ‘στελνα. Στο σπίτι νομίζανε ότι ψωνίζω απ’ το περίπτερο. Όταν το μάθανε έγινε το σώσε, χαμός μεγάλος. Φωνές, κακό και άγρια τιμωρία. Όταν τέλειωσε ο εγκλεισμός μου δεν ξαναπέρασα ούτε απέξω. Ο πατέρας ήταν κατηγορηματικός. Αν με ξανάπιανε την είχα βαμμένη. Πάντα για το καλό μου, βέβαια. Λες και είχα κάνει έγκλημα. Παρόλο που του ορκιζόμουνα ότι δεν με είχε πειράξει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να νόμιζε ότι τον καλύπτω. Μάλλον δεν με  εμπιστεύονταν. Έτσι, τέρμα τα κεράσματα.

Μια Κυριακή μόνο, μετά από καιρό, άκουσα ότι κάποιοι αγανακτισμένοι μπαμπάδες τον χτυπήσανε άγρια και βρισκόταν στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση. Το λιντσάρισμα έγινε μέσα στο μαγαζί του, μέρα μεσημέρι, κανείς όμως δεν έτρεξε να τον βοηθήσει ή να καλέσει την αστυνομία. Είπαν ότι το προηγούμενο βράδυ είχε ξεμοναχιάσει στο πίσω δωμάτιο έναν στρουμπουλό και λίγο χαζούλη, συμμαθητής μου ήτανε. Τον πιάσανε στα πράσα ή τον μαρτύρησε το παιδί, δεν κατάλαβα ακριβώς. Πάντως μετά τον ξυλοδαρμό βρισκόταν στα επείγοντα με σπασμένα πλευρά και στραπατσαρισμένη τη μούρη. Τον είχαν κάνει αγνώριστο, μπλε μαρέ. «Καλά του κάνανε, του άξιζε του μασκαρά!» αποφάνθηκε με πρωτόγνωρο μίσος η μητέρα, σαν να είχε μαγαρίσει τον δικό της κανακάρη. Ο πατέρας την κοίταξε βλοσυρός.  «Μη μιλάς έτσι, θύμα είναι κι αυτός!» είπε, χωρίς άλλες εξηγήσεις. Ξαφνιάστηκα, δεν περίμενα να πάρει το μέρος του. Μ’ έπιασε το παράπονο και πλάνταξα απ’ το κλάμα, δεν ξέρω γιατί, έτσι ξαφνικά. Οι γονείς μ’ άφησαν να ξεθυμάνω δίχως ειρωνικά σχόλια και περιττές ερωτήσεις, ούτε έδωσαν συνέχεια. Τελικά το περιστατικό ξεχάστηκε, το μαγαζί δεν ξανάνοιξε και ο ψιλικατζή εξαφανίστηκε απ’ τη γειτονιά. Τον ξέχασα τελείως, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Δεν τον θυμήθηκα ούτε όταν μεγαλώνοντας γεύτηκα διαφόρων ειδών εκστατικές ηδονές, όταν κι εγώ ένιωσα ντροπή και ενοχή για στιγμές απαγορευμένης σωματικής απόλαυσης. Εκείνες οι σπάνιες και εκλεπτυσμένες  που απαιτούσαν αρετή και τόλμη. Υπεροψία και μέθη. Ακόμα και όταν κάποτε πλήρωσα γι’ αυτές ακριβά το τίμημα. Για ένα κβάντο δυνατής ζωώδους καύλας. 

Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω και τον πήρα από πίσω. Διακριτικά όμως κι από απόσταση. Πλέον δεν κινδύνευα να διαφθαρώ πρόωρα, ούτε οι γονείς μου μπορούσαν να μου απαγορεύσουν τις κακές παρέες και τις επικίνδυνες συναναστροφές, ήταν πια πεθαμένοι. Μπήκε σε ένα φούρνο και πήρε λίγο ψωμί και σε ένα μαγέρικο φαγητό σε πακέτο, κατόπιν έστριψε σε ένα στενό δρομάκι και σταμάτησε μπροστά από ένα ερειπωμένο σπίτι με κήπο εγκαταλειμμένο, γεμάτο αγριόχορτα. Αμέσως τον περικύκλωσαν οι γάτες. Νιαούριζαν και τρίβονταν πάνω στα μπατζάκια του, έδειχναν να τον αγαπούν. Έσκυψε και τις χάιδεψε βγάζοντας απ’ το στόμα του κάποια γλυκόλογα. Μετά έψαξε τις τσέπες του, έβγαλε τα κλειδιά του κι άνοιξε το πορτόνι.

Πλησίαζαν οι γιορτές, το δωδεκαήμερο της αναγκαστικής μας ευτυχίας. Όχι όμως γι’ αυτόν. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο μοναχικό άνθρωπο από αυτόν τον ταλαίπωρο παιδόφιλο. Που τον έχει εγκαταλείψει ακόμα κι ο ίδιος του ο εαυτός. Που ένιωσε χιλιάδες εξευτελισμούς πάνω στο πετσί του. Που κάθε βράδυ έφτυνε τη μούρη του στον καθρέφτη και δεν έβρισκε το κουράγιο να κρεμαστεί απ’ το ταβάνι. Που χίλιες φορές σύρθηκε στις αστυνομίες, στα δικαστήρια και στις φυλακές. Που άλλες τόσες του μέτρησαν τα πλευρά και τα παΐδια και του στραπατσάρισαν τα μούτρα οι ηθικοί και τίμιοι συμπολίτες του για να προστατέψουν τα αγνά και αθώα παιδάκια τους από αυτό το τέρας της φύσης, το κάθαρμα, το απόβρασμα της κοινωνίας. Τον απόβλητο της ζωής. Που χίλιοι ψυχίατροι και ειδικοί ψυχολόγοι  μάταια προσπάθησαν να τον θεραπεύσουν με φάρμακα, συνεδρίες και ηλεκτροσόκ, μόνο λοβοτομή δεν θα τόλμησαν να του κάνουν. Που άλλοι τόσοι φανατικοί θρησκευόμενοι προσπάθησαν να τον προσηλυτίσουν στο δρόμο του αληθινού δικού τους θεού, της μοναδικής οδού της σωτηρίας. Που κάποια μέρα ίσως  πληρώσει το έκνομο πάθος του με την ίδια του την ζωή. Αν και πλέον είναι πολύ αργά, δεν θα τον ενοχλήσει, αντίθετα θα τον απαλλάξει μια κι έξω απ’ το σαράκι που του τρώει λίγο λίγο τα σωθικά. Και τότε όλοι θα μιλήσουν για τον τυχαίο θάνατο ενός σεσημασμένου παιδόφιλου, που δεν συμμετείχε βέβαια σε κυκλώματα παιδεραστίας, ούτε ήξερε για τις αμαρτωλές διαδρομές του σκοτεινού διαδικτύου, ούτε ταξίδευε στις μακρινές φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου για να αγοράσει παιδική σάρκα, εκεί που πουλιέται απ’ τους ίδιους τους γονείς με το κιλό. Και τι μ’ αυτό, ένας παλιόπουστας λιγότερος θα πούνε. Ξεβρόμισε ο τόπος. Και όλα αυτά για μια έμφυτη ροπή που δεν την διάλεξε ο ίδιος, για ένα βασανιστικό ρίγος χωρίς την ελπίδα του λυτρωτικού σπασμού. Τόσος πόνος για το τίποτα.

Ξαφνικά, γύρισε το κεφάλι του και με είδε. Πάγωσα. Αυτός δεν ταράχτηκε καθόλου, σαν να είχε καταλάβει ότι τον ακολουθούσα, κι ας μην ήξερε γιατί. Πλέον, όμως, δεν είχε τίποτα να φοβηθεί και κανέναν. Κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια. Ύστερα έσκασε ένα χαμόγελο γεμάτο πικρά και μπήκε στο σπίτι του.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

ΑΣΠΡΟΣ ΠΑΤΟΣ


Άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Είχε μεσημεριάσει. Απ’ το μπαλκόνι έμπαινε ο ήλιος. Εκτυφλωτικός. Εκείνη βρισκόταν ακόμα δίπλα μου. Ολόγυμνη. Ακίνητη.  Παγωμένη. Με τα μάτια ανοιχτά. Στο κομοδίνο το μπουκάλι άδειο. Άσπρος πάτος. Το μήνυμα γραμμένο πάνω στο γυαλί. Με κόκκινο κραγιόν. Της φωτιάς. «Δε φτες εση». Άτονο.

Αυτό με καθησύχασε. Έσβησα το φως, γύρισα πλευρό και συνέχισα τον ύπνο μου.   

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Τρίτη νύχτα και ο πόλεμος συνεχιζόταν ακατάπαυστος. Στον εορτασμό της φετινής επετείου τα πράγματα πήραν άσκημη τροπή, κάηκε ολόκληρη η πόλη. Αμέσως μετά την πορεία φοιτητές, εργάτες και κομματικές οργανώσεις τήρησαν δεόντως την συνηθισμένη εθιμοτυπία. Φτάσανε μέχρι το παλιό πανεπιστήμιο, άφησαν λουλούδια μπροστά στο μνημείο, έβγαλαν πανηγυρικούς λόγους κι αποσύρθηκαν ήρεμα και ήσυχα στα ενδότερα. Μόνο τα μαυροντυμένα παιδιά της γαλαρίας με τις κουκούλες και τα καλυμμένα πρόσωπα, για άλλη μια φορά, δεν κάθισαν φρόνιμα. Δεν ήταν πολλοί, καμιά διακοσαριά. Η ατίθαση μειοψηφία. Aποσπάστηκαν απ’ την κύρια πορεία, τράβηξαν για το αστυνομικό μέγαρο και άρχισαν ο κλεφτοπόλεμος και τα παρατράγουδα. Έβρισαν τους μπάτσους και πέταξαν μολότοφ. Οι σιδηρόφραχτες ομάδες κρούσεις του καθεστώτος έριξαν δακρυγόνα και τους κυνήγησαν. Όλα  κυλούσαν ομαλά. Η μάζα των νεαρών θα διαλυόταν, θα γινόντουσαν κάποιες προσαγωγές (πιο πολύ για τα μάτια του κόσμου) θα περνούσαν τη νύχτα στην ασφάλεια και το πρωί θα αφηνόντουσαν ελεύθεροι λόγω έλλειψης επαρκών ενοχοποιητικών στοιχείων. Μέχρι που έγινε το κακό. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες σκοτώθηκε ένα παιδί δεκαέξι χρόνων, μαθητής ακόμα. Βρέθηκε ποδοπατημένος στη μέση του δρόμου με μια τρύπα εννέα χιλιοστών στο κεφάλι. Όταν μαθεύτηκε το νέο κάηκε η πόλη ολόκληρη.

Τρίτη νύχτα και η πόλη ακόμα καίγεται. Δεν βγήκα καθόλου έξω κι ασφάλισα τις πόρτες τριγύρω και τα παράθυρα μη μπει η κάπνα μέσα. Τα έμαθα όλα απ’ την τηλεόραση, τα κανάλια έδειχναν τα γεγονότα σε ζωντανή μετάδοση. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ανέλαβαν δράση. Έκαναν τις απαραίτητες προμήθειες, σφράγισαν την εξώπορτα και ταμπουρώθηκαν μέσα μέχρι να περάσει η μπόρα, ούτε στα μπαλκόνια δεν τολμούσανε να βγούνε. Μια μεσόκοπη νοικοκυρούλα παραπονιόταν για τα απότιστα λουλούδια της που κινδύνευαν να μαραθούν, καμάρωνε γι’ αυτά. Μικρό το κακό, προσπάθησα να την παρηγορήσω, θα τα ξανάφτιαχνε κι ακόμα πιο όμορφα. Απ’ έξω ακούγονταν πυροβολισμοί. Κανείς τους δεν νοιαζόταν για τις παράπλευρες απώλειες. Μα εμείς έπρεπε να επιβιώσουμε, να βγούμε ζωντανοί κι απ’ αυτή η περιπέτεια, χωρίς άσκοπους ηρωισμούς. Κάθε άλλη σκέψη θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Εμείς. Η φοβισμένη και σιωπηλή πλειοψηφία, οι καλοί και ήσυχοι νοικοκυραίοι, που κοιτάζουμε τη δουλειά και το σπιτάκι μας, που κάθε τέσσερα χρόνια διαλέγουμε στις κάλπες αφέντες και εθνοπατέρες, που σε κάθε επέτειο τιμάμε τους νεκρούς ήρωες των αιώνων. Εμείς. Συνετοί και ώριμοι, κλεισμένοι μέσα σαν τα ποντίκια, μέχρι να περάσει κι αυτή η τρέλα. Γιατί ο φόβος ήταν πάντα ο καλύτερος  σύμβουλος. Αρκεί να μη γινόταν τρόμος. Πανικός.

Ευτυχώς, πέρα από κάποιους δικαιολογημένους εκνευρισμούς, κρατήσαμε όλοι την ψυχραιμία μας. Μόνο τα σκυλιά και τα παιδάκια συνέχισαν ανέμελα τα παιχνίδια τους. Ήταν και μια ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα.  Ξαφνικά οι διάδρομοι και οι σκάλες του κτηρίου απόκτησαν ζωντάνια και χρώμα. Έκανα τις συστάσεις και χαιρετήθηκα με άγνωστες φάτσες από διπλανά διαμερίσματα και διαφορετικούς ορόφους, με ανθρώπους που τόσα χρόνια δεν είχα ξανασυναντήσει μέσα στην πολυκατοικία (στη ζωή μου δε υπήρξα πολύ κοινωνικός) απέφυγα όμως τα πηγαδάκια και τις πολιτικές συζητήσεις, μόνο τσακωμούς και διχόνοιες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν. Έτσι κι αλλιώς, μόνο ο ηλικιωμένος διαχειριστής μας ήξερε όλους, και μάλιστα με τα μικρά μας ονόματα. Πάντως, αν και υπήρχε μια γενική ανησυχία και αναστάτωση, όλοι ελπίζαμε ότι αυτή η ανώμαλη κατάσταση δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμα και σύντομα θα επιστρέφαμε στην πεζή κανονικότητα, στην όμορφη ρουτίνα της καθημερινότητας, στην τάξη και την ασφάλεια. Μόνο το δεύτερο βράδυ τρομάξαμε πολύ, όταν σ’ ολόκληρη την πόλη έγινε ξαφνική διακοπή ρεύματος  (κάποιοι μίλησαν για τρομοκρατική ενέργεια και βαρύ πλήγμα του καθεστώτος) και βυθιστήκαμε στο σκοτάδι, με κεριά και φακούς στα χέρια. Ευτυχώς, δεν κράτησε πολύ, η βλάβη σύντομα αποκαταστάθηκε και είδαμε  ξανά το φως το αληθινό.

Τελικά ο πρωθυπουργός της χώρας κήρυξε την πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Προσωρινά. Στο σχέδιο της εσωτερικής ειρήνευσης πήρε μέρος και ο στρατός με ενισχύσεις απ’ την πρωτεύουσα, ακόμη και άρματα μάχης βγήκαν στους δρόμους. Πρώτη φορά άκουγα ερπύστριες να σέρνονται στην άσφαλτο, ο θόρυβος προκαλούσε δέος. Ο θλιβερός απολογισμός ήταν δέκα πολίτες νεκροί κι άλλοι τόσοι αστυνόμοι, είπαν οι ειδήσεις. Ισοπαλία.