Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ



Τη σκέφτηκα μεσημεριάτικα, μετά το φαγητό, και δεν κρατήθηκα. Βάρεσα μαλακία. Χαλάρωνα στο κρεβάτι διαβάζοντας, μα δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Έκανε ζέστη, ήταν και το βιβλίο κάπως βαρύ, αχώνευτο. Οι ηδονικές αναμνήσεις έμπαιναν απρόσκλητες μέσα στα πολιτικά δοκίμια, οι ουτοπικές ιδέες της κοινωνικής απελευθέρωσης και της εκδίκησης του καλού χόρευαν ανάμεσα σε εικόνες ανεξέλεγκτου πόθου και καύλας. Γρήγορα το παράτησα και άρχισα να χαϊδεύομαι. Χαμηλά και με επιτυχία.

Ήταν η γυναίκα του καλύτερού μου φίλου, του τελευταίου. Από παιδιά γνωριζόμαστε, αδερφός. Εγώ τον πάντρεψα, πριν από κάμποσα χρόνια. Μου το ζήτησε και δεν μπορούσα να αρνηθώ, παρ’ όλο που γνώριζε καλά την απέχθειά μου για εκκλησίες, διάκους και παπάδες. Είναι παραδοσιακός τύπος, αρκετά συντηρητικός. Ήθελε θρησκευτικό γάμο. Μέχρι και το χέρι του παπά φίλησα, και για πολύ καιρό έβλεπα εφιάλτες στον ύπνο μου. Η συνείδησή μου, αυστηρή και πάντα άγρυπνη, με είχε εκδικηθεί. Μα δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, ήταν πολύ καλός φίλος. Αδερφός.

Όμως έλειπε συνέχεια για δουλειές. Αντιπρόσωπος μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, αλώνιζε τη χώρα ολόκληρη προωθώντας τα προϊόντα της. Από καιρό περίμενε μια προαγωγή, να ηρεμήσει σ’ ένα γραφείο, μα δεν του κάνανε τη χάρη. Έλειπε συνέχεια. Και η γυναίκα του έμενε μόνη. Δεν είχαν και παιδιά, να περνάει κάπως την ώρα της κι αυτή. Καμιά φορά μ’ έπαιρνε τηλέφωνο να βγούμε για καφέ. Επέμενε, κλαψούριζε ότι ένιωθε αφόρητη μοναξιά. Το ψυλλιαζόμουν ότι θα συμβεί το μοιραίο, μα τι να ‘κανα, υπέκυψα. Μόνος είμαι κι εγώ και επιρρεπής στην καλή συνουσία, όταν υπάρχει κιόλας κάποια ψευδαίσθηση συναισθηματικής επαφής. Εντάξει, είμαι σεξομανής, δεν το κρύβω. Τουλάχιστον έτσι θα έλεγε ο μέσος άνθρωπος, ο τυπικός μικροαστός δηλαδή που πηδάει τη γυναικούλα του αργά και που, στην καλύτερη των περιπτώσεων κάθε σαββατόβραδο. Εγώ πάλι θα το ‘θελα κάθε μέρα και δεν το θεωρώ υπερβολή. Σαν βιολογική ανάγκη ας πούμε, όπως το φαγητό. Δεν μ’ αρέσουν οι νηστείες, οι στερήσεις και οι δίαιτες, βλάπτουν το νευροφυτικό. Θέλω κάθε μέρα το φιξάκι μου, κι αφού δεν το ‘χω παίρνω μεθαδόνη. Το μινάρισμα είναι το καλύτερο υποκατάστατο, το πιο εκστατικό, ειδικά αν είναι πετυχημένο. Εκεί που μπερδεύεται η φαντασία με τη μνήμη και όποτε χρειαστεί βοηθάει και η όραση, η αφή, η ακοή, όλες οι εγκεφαλικές λειτουργίες σε δράση.

Και είναι και του γούστου μου η κουμπάρα. Ψηλή, αδύνατη, με σφιχτή γυμνασμένη κωλάρα, μικρά μαζεμένα βυζάκια και αρρενωπότητα στο βλέμμα, έξυπνη γυναίκα και πρώην αθλήτρια που με άναβε απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα. Τυχερός ο φίλος μου, έλεγα, μα που ήταν να την χαρεί. Έτρεχε από δω κι από κει πουλώντας μαλακίες στα ανυποψίαστα χαϊβάνια της επαρχίας. Έκανε καριέρα, ήταν επαγγελματίας, έβγαζε λεφτά και ούτε μια μαλακία της προκοπής δεν μπορούσε να τραβήξει. Μα δεν τον κακολογώ παραπάνω γιατί είναι παλιός καλός φίλος, μαζί μεγαλώσαμε, μαζί παίξαμε, μαζί πήγαμε σχολείο, δώδεκα χρόνια στο ίδιο θρανίο. Αδερφός. Όποτε χρειάστηκε ο ένας δίπλα στον άλλο. Παρ’ όλο που μετά το γάμο του χαθήκαμε κάπως. Όμως η κουμπαρομπεμπέκα στις ώρες της μεγάλης μοναξιάς με θυμότανε και δεν μπορούσα να της αρνηθώ.

Εκείνο το βράδυ είχαμε βγει για φαγητό και ποτό και μας πήρε αργά. Την άφησα όπως πάντα έξω απ’ το σπίτι, μα δεν μου είπε καληνύχτα. Ήθελε να ανέβω μαζί της στο διαμέρισμα. Δεν αρνήθηκα. Είχα πιει και λίγο παραπάνω και ήμουν σε τρελό κέφι. Κι αυτή. Μέσα στο ασανσέρ σμίξανε τα υγρά χείλη του επικίνδυνου γκρεμού, κόλησαν τα φλογισμένα σώματα, οι καρδιές χτυπήσαν δυνατά και γρήγορα, τα χέρια άγγιξαν με τέχνη τις καυτές σάρκες, ψαχούλεψαν βαθιά στα απόκρυφα σημεία. Ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν. Ο χρόνος σταμάτησε, όπως και το ασανσέρ στον πέμπτο όροφο. Μετά από λίγο βρεθήκαμε γυμνοί στο υπέρδιπλο κρεβάτι και ο φίλος μάς κοιτούσε χαμογελαστός από την παραλία φορώντας το μαγιό του και κρατώντας μια ρακέτα. Ήταν ωραία. Κοιμήθηκα εκεί, πλάι της κι ένιωσα κάπως τα καλά της οικογενειακής φροντίδας.

Ξαναβρεθήκαμε αρκετές φορές χωρίς να το κάνουμε θέμα. Ήταν πάντα ωραία. Ώσπου σε έναν καβγά τους η κουμπάρα με πρόδωσε, του τα είπε όλα, παρ’ όλο που είχαμε ανταλλάξει όρκους σιωπής ότι δεν θα μάθαινε τίποτα. Να μην πικραθεί και χαλάσουμε τις καρδιές μας. Ο φίλος μου δεν έχασε την ψυχραιμία του. «Ήξερα ότι είσαι μεγάλη καργιόλα!» της είπε. Μα κι αυτός δεν πήγαινε πίσω -σιγανό ποταμάκι- της είχε κάνει τις ατασθαλίες του και τις ξεφούρνισε φόρα παρτίδα. Μπράβο, και δεν του φαινότανε! Σε μένα είπε ότι δεν τον ένοιαζε, τώρα ήμαστε πάτσι. Στο παρελθόν είχε κοτουπώσει μια δυο φορές τη γυναίκα μου –τότε που ήμασταν παντρεμένοι ακόμα- αυτή όμως στάθηκε κυρία, δεν το έκανε βούκινο, απλά με χώρισε αργότερα για άλλους όμως λόγους. Όταν μου τα ‘λεγε στην καφετέρια δεν του ‘πα τίποτα, μόνο του χαμογέλασα και κούνησα με νόημα το κεφάλι. Δεν βαριέσαι, ανθρώπινα πράγματα, πολύ ανθρώπινα, σκέφτηκα.

Με την κουμπάρα δεν ξαναβρεθήκαμε, ούτε για να δοθούν κάποιες εξηγήσεις. Δεν είχε νόημα. Μετά από λίγο καιρό έμαθα ότι χώρισαν, κοινοί συνεναίσει. Δεν τους ξανάδα ποτέ.

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Η ΞΑΝΘΙΑ




Η μέρα ήταν όμορφη, ανοιξιάτικη. Έπινα καφέ στην πλατεία και ξεφύλλιζα τις πρωινές εφημερίδες. Τώρα που δε δουλεύω, ούτε άλλες σκοτούρες έχω στο κεφάλι μου, κάθε πρωί ξυπνάω κατά τις δέκα –όνειρο ζωής!- κλείνω τα μάτια και χουζουρεύω για κάμποση ώρα στο τεράστιο υπέρδιπλο κρεβάτι μου, τελευταίο απομεινάρι του άδοξου γάμου μου. Τελικά σηκώνομαι, παίρνω ένα κεφάτο πρωινό και στις δώδεκα ξεκινώ τη βόλτα μου, καταλήγοντας για ένα εσπρεσάκι στην κεντρική πλατεία. Κάθομαι πάντα έξω, χειμώνα καλοκαίρι, για να μπορώ να καπνίζω και να χαζεύω καλύτερα τον κόσμο. Ρουφάω άπληστα τη βαβούρα της πόλης, τα κορναρίσματα και το καυσαέριο των αυτοκινήτων δεν μ’ ενοχλούν. Οι νοικοκυραίοι έχουν τελειώσει τις δουλειές τους, τα ψώνια τους, την περατζάδα τους, έχουν πάρει τα παιδιά απ’ το σχολείο και γυρίζουν σπίτι για φαγητό και ξάπλα. Η πόλη αδειάζει σιγά σιγά, μα εγώ και λίγοι ακόμα αργόσχολοι χαραμοφάηδες μένουμε πίσω, μαζεύοντας ήλιο και βροχή. Αναλόγως.

Ο κόσμος τα φέρνει δύσκολα βόλτα, προσωπικά όμως δεν έχω παράπονο. Ανήκω στους προνομιούχους που τρώνε από τα έτοιμα της μαμάς και του μπαμπά, ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα τους εκεί που βρίσκεται. Βέβαια, όπως τα υπολόγισα πρόσφατα με χαρτί και μολύβι, δεν φτάνουν να με βγάλουν για άλλα πενήντα και πλέον χρόνια που φιλοδοξώ να ζήσω. Παρ’ όλο που ζω δίχως υπερβολικές απαιτήσεις και περιττά έξοδα, το φαγητό μου μόνο, τα τσιγάρα μου και λίγο κρασί ή κάνα τσίπουρο στο τέλος της ημέρας για να ζαλίσω το μυαλό και να ‘χω έναν ξέγνοιαστο ύπνο με όμορφα όνειρα. Έτσι, αποφάσισα να πουλήσω το διαμέρισμα. Είναι αρκετά μεγάλο και σε καλή περιοχή και ο μεσίτης πιστεύει ότι θα πιάσει καλά φράγκα, παρ’ όλη την κρίση που περνάμε. Κι όλα αυτά γιατί δεν θέλω να ξαναδουλέψω, αυτό είναι το ζήτημα. Όχι ότι σνομπάρω τον άγιο βιοπορισμό, ούτε θεωρώ αυτούς που εργάζονται μαλάκες, μα δυστυχώς δεν κάνω για καμιά δουλειά, αυτό είναι το συμπέρασμα που έβγαλα αφού εργάστηκα, θέλοντας και μη, για κάμποσα χρόνια. Είμαι από τη φύση μου τεμπέλης και μάλιστα αμετανόητος. Αν και προσπάθησα πολύ βάζοντας όλες μου τις δυνάμεις, δεν κατάφερα να προσαρμοστώ στην τρέχουσα ηθική της εργασίας, δηλαδή ξύπνημα από τ’ άγρια χαράματα, υπακοή στην κάθε εξυπνάδα που θα ξεφουρνίσει ο προϊστάμενος ή το αφεντικό, καλή διάθεση, θετική ενέργεια και εξυπηρέτηση του πελάτη με το πιο χαζοχαρούμενο χαμόγελο στη φάτσα μη και χάσουμε το κελεπούρι. Όλα αυτά τα αηδιαστικά και ανόητα. Δεν μ’ αρέσουν. Προτιμώ να γυρίζω εδώ και κει σαν το τελευταίο παραλυμένο κοπρόσκυλο. Είναι πολύ σύντομη η ζωή για να τη σπαταλώ  παριστάνοντας τον χρήσιμο και τον ωφέλιμο, ας δώσουν σε άλλους τα παράσημα. Δεν είναι μόνο αυτό. Το πατρικό είναι το τελευταίο μου βαρίδι, φορτισμένο με αναμνήσεις που πρέπει, όσο πιο γρήγορα γίνεται, να σβηστούν απ’ τη μνήμη μου. Θέλω να ξεφορτωθώ μια και καλή το παρελθόν και ν’ αρχίσω μια καινούργια ζωή. Να ξαναγεννηθώ. Να μηδενίσω το κοντέρ και να φύγω για την πρωτεύουσα, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω. Και κει, μέσα στο μεγάλο πλήθος, να εξαϋλωθώ. Η πόλη αυτή δεν με χωράει πια, ούτε υπάρχει και κάποιος άνθρωπος να με κρατήσει πίσω.

Εντάξει, υπάρχει και η ξανθιά, μα αυτή είναι προσωρινή, αναλώσιμη, μόνο για ξεκάβλωμα. Δεν την ξέρω πολύ, δυο τρία χρόνια. Σ’ αυτή εδώ την καφετέρια γνωριστήκαμε, μεσημεράκι, τέτοια ώρα. Καθόταν μόνη της παραδίπλα, κάπνιζε κι έπινε ούζα, σκέτα με ξυροκάρπια. Ήμασταν μόνοι μας, οι τελευταίοι άνθρωποι πάνω στον πλανήτη πριν την ολοκληρωτική καταστροφή, ακόμα και τα περιστέρια μάς είχαν εγκαταλείψει. Μία κοιτούσε την άδεια πλατεία μία εμένα με γρήγορες λοξές ματιές. Ψαχνόταν η κυρία. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, ακόμα κι όταν χαμογελαστή μου ζήτησε αναπτήρα γιατί ο δικός της δεν άναβε. Όσο περνούσε η ώρα και το ποτήρι της άδειαζε οι ματιές της αποκτούσαν άλλο νόημα και υπόσχονταν πράγματα και θαύματα μεσημεριάτικα. Καταλάβαινα που το πήγαινε, μα έκανα τον αδιάφορο. Την έψηνα. Βλέπεις, η επαφή με μια άγνωστη δεν σου τυχαίνει κάθε μέρα, οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα προσεκτικές σε κάτι τέτοια, δεν τα συνηθίζουν. Θέλουν τα ραντεβού τους, τα γλυκόλογά τους, τις ευγενικούρες τους, το παραμύθι τους δηλαδή. Να τις πεις ότι είναι κούκλες, ότι νιώθεις πράγματα για αυτές, όμορφα συναισθήματα, ότι τις αγαπάς και θέλεις να προχωρήσει η σχέση τους, ότι εκτιμάς τον χαρακτήρα τους και την προσωπικότητά τους -όλα αυτά τα παπατζιλίκια- να τις βγάλεις για καφέ, φαγητό και χορό, να τις κάνεις και κάνα ακριβό δωράκι στη γιορτή τους, όλα βαρετά και κουραστικά, μόνο και μόνο για να πηδήξεις, κι αυτό με τα χίλια ζόρια. Αυτοί όμως είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και δεν μπορείς να τους αλλάξεις, αλλιώς τράβα σε κάνα μπουρδέλο να ξεχαρμανιάσεις. Απ’ την άλλη βέβαια το απρόοπτο έχει και κάποιο ρίσκο, αφού μπορεί να πέσεις σε καμιά θεοπάλαβη και ν’ αρχίζει στα καλά καθούμενα να φωνάζει «βοήθεια, αστυνομία, με βιάζουνε!» ή να τα’ ακούσεις κι από πάνω, «ποιος σου έδωσε τέτοιο δικαίωμα, ρε μαλάκα;» και τα ρέστα. Τα είχα υπόψη μου αυτά τα μπλεξίματα, μα το μουνί σέρνει και καράβι. Και η ξανθιά, παρ’ όλη τη μούρλια της, δεν φαινόταν τέτοιος άνθρωπος. Να γαμηθεί ήθελε μόνο και φυσικά σε μία κυρία δεν πρέπει ποτέ να λες όχι, πέρα από οποιοδήποτε ζήτημα αισθητικής. Σίγουρα, δεν ήταν του γούστου μου, μα για την ηλικία της –πρέπει να μου ‘ριχνε καμιά δεκαριά χρονάκια- κρατιότανε καλά. Κοντοπούτανος στα πενηνταφεύγα με αγριεμένη σκυλόφατσα απ’ την καύλα και το πιώμα, τα χείλη και τα νύχια βαμμένα πουτανέ, μύριζε πατσουλί και φορούσε μαύρο εφαρμοστό κολάν με ψιλοτάκουνα. Την έσωζε η κωλάρα της, η αδυναμία μου και σαν να το ‘ξερε κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθια κι έσκυψε προκλητικά μπροστά μου για να σάξει δήθεν τα παπούτσια της. Κατόπιν, κουνάμενη λιγάμενη, τράβηξε για την τουαλέτα του μαγαζιού κοιτάζοντας δυο φορές προς το μέρος μου. Μετά από λίγο σηκώθηκα κι εγώ. Το γκαρσόνι κάτι πρέπει να κατάλαβε, μα δεν έδωσε σημασία και συνέχισε τη δουλειά του. Όταν μπήκα μέσα φρεσκάριζε τα χείλη της στον καθρέφτη. Κοιταχτήκαμε εχθρικά, έτοιμοι για μάχη. Την πλησίασα γρήγορα και χωρίς δεύτερη κουβέντα της έβαλα χέρι. «Όχι εδώ» ψιθύρισε με λαγνεία, μα δεν επέμεινε. Σαν βεντούζα κόλλησα πίσω της και τη φίλησα στο λαιμό. Άρχισε να αναστενάζει, χωρίς προσποίηση, και το κερασένιο κραγιόν έφυγε απ’ το χέρι της. Αναστέναζα κι εγώ βαθιά. Με είχε ανάψει, ερεθίσει και καυλώσει η πουτάνα, όλα μαζί. Την τράβηξα παραμέσα, κλείδωσα την πόρτα και όλα γίνανε πολύ γρήγορα, στα βιαστικά, όπως τα είχα σχεδιάσει στο μυαλό μου. Όση ώρα μου τον  έγλυφε, το χέρι μου μπαινόβγαινε βαθιά μέσα στο μουνί της. Σαν ψάρι σπαρταρούσε ολόκληρη, τα βογγητά της όλο και δυνάμωναν και κάποια στιγμή απ’ το τσιμπούκι πήγε να πνιγεί. Ο χώρος ήταν στενός, δεν  έδινε πολλές επιλογές, είχαμε και κάποια διαφορά ύψους που δυσκόλευε τα πράγματα. Μου είχε γίνει τούρμπο. Της κατέβασα το κολάν και την κυλότα, κάθισα πάνω στη λεκάνη και ανέβηκε πάνω μου. Αυτή έκανε όλη τη δουλειά, ορμητικά, παθιασμένα, με λύσσα. Στο τέλος είχαμε αγκαλιαστεί σφιχτά και βογκούσαμε κι οι δυο. Έχυσα μέσα της πονώντας. Την ώρα που ο νεαρός του μαγαζιού χτυπούσε την πόρτα και ρωτούσε με αγωνία αν ήμαστε καλά.  

Απλή ξεπέτα ήταν, αλλά κανονίσαμε να βρισκόμαστε κάθε Παρασκευή, τότε μπορούσε. Ερχόταν σπίτι. Αν καμιά φορά τύχαινε κάτι και δεν μπορούσε, μ’ έπαιρνε απ’ το μεσημέρι τηλέφωνο να με ενημερώσει. Δεν είχαμε πολλά λόγια, κατ’ ευθείαν στο ψητό. Ήξερα μόνο πως ήταν παντρεμένη, είχε και δυο παιδιά, μεγάλα πια, είχανε φύγει απ’ το σπίτι. Ο άντρας της είχε μια εταιρεία –δεν μου ‘δωσε περισσότερες λεπτομέρειες- ήταν άνετοι οικονομικά, παρ’ όλη την κρίση των τελευταίων χρόνων, αυτός είχε κάνει τα κουμάντα του και δεν τον άγγιξε. Έχουν καλές σχέσεις, αγαπιούνται και είναι μονιασμένοι, όμως εδώ και χρόνια ο καθένας κάνει τη ζωή του. Είναι εμφανίσιμος, συνομήλικος της και τσιλημπουρδίζει με μικρούλες. «Σίγουρα, γι’ αυτόν είναι πιο εύκολο» διαπίστωνε με κάποια πικρία η ξανθιά. Μόνο, έχουν συμφωνήσει να μη φέρνουν τρίτο άνθρωπο στο σπίτι και το βράδυ να κοιμούνται πάντα μαζί. Δεν ζήλευε ο ένας τον άλλο, αντιθέτως τους άρεσε να διηγούνται τις περιπέτειές τους, τους αναζωογονούσε αυτό, τους άναβε κάπου κάπου και γαμιόντουσαν. Δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό τους να χωρίσουν, όλοι οι άλλοι ήταν περαστικοί απ’ τη ζωή τους. Μοντέρνο αντρόγυνο, σκέφτηκα, προοδευτικό και κατασταλαγμένο, σέβονται τις ανάγκες της σάρκας. Τους ζήλευα. Προχωρούσαν μαζί στη ζωή και την απολάμβαναν χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις. Εγώ ήμουν μόνος. Και περαστικός, όπως το εννοούσε η ξανθιά, ας μην μου το ‘λεγε κατάμουτρα. Η μικρή μου η ξανθούλα. Που όταν η ώρα κόντευε δέκα κάπνιζε ευτυχισμένη το τελευταίο της τσιγάρο και σαν καλή μητερούλα μου χάιδευε στοργικά τα μαλλιά. Κατόπιν, έντρομη κοίταζε το ρολόι –«έχω αργήσει, αγόρι μου!»-  ντυνόταν βιαστικά, ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, μια τελευταία ζεστή αγκαλιά, «θα τα ξαναπούμε και να προσέχεις», ένα ταξί απ’ την πλατεία και πίσω στο σπίτι. Μπάνιο θα έκανε την άλλη μέρα. Έτσι, μυρίζοντας πούτσα, λαμπερή και χαμογελαστή, θα αγκάλιαζε τον άνθρωπό της και θα κοιμόταν ανάλαφρη, σαν πουλάκι. Και κείνος το ίδιο.

Την ώρα που χάζευα τις σφίγγες του σιντριβανιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνη. Μου φάνηκε παράξενο, γιατί δεν ήταν η μέρα μας. Ακουγόταν κλαμένη και φοβισμένη. Ο θείος ήταν με εγκεφαλικό στο νοσοκομείο. Μόλις τώρα το έμαθε, τυχαία, από ένα κοινό τους γνωστό. Τα λόγια της έφταναν μπερδεμένα στ’ αυτί μου, μαζί με λυγμούς και αναφιλητά, απ’ όσα έλεγε τα μισά έπιανα. Της είπα να ηρεμήσει και να μην ανησυχεί. Θα πηγαίναμε μ’ ένα ταξί να τον δούμε.

Ήταν παλιός της γκόμενος. Μια ζωή του σκοινιού και του παλουκιού ο θείος, πλέον πάνω απ’ τα εξήντα, μα το ‘λεγε ακόμα η καρδούλα του. Παντρεμένος, χωρισμένος, είχε και μια κόρη. Ταξίδευε πολύ. Οδηγούσε νταλίκες στο εξωτερικό, μέχρι του διαόλου τη μάνα έφτανε, «όπου γης και πατρίς», έλεγε. Όποτε για λίγο επέστρεφε στα άγια χώματα συναντιόντουσαν -εκτός προγράμματος- έτσι, για να θυμηθούνε τα παλιά, συνήθως, στο μπαρ ενός φίλου του δίπλα στο λιμάνι, με χαμηλά φώτα, καψουροτράγουδα, νερομένα ποτά και γυναίκες που κάνανε κονσομασιόν και πουλούσαν ψεύτικες ελπίδες. Η ξανθιά δεν είχε πρόβλημα, μάλιστα μία απ’ τις κοπέλες ήταν και φίλη της. Την τελευταία φορά, πριν κάνα τρίμηνο, είχα πάει κι εγώ μαζί τους και το είχα γνωρίσει. Ωραίος μάγκας, κεφάτος, καλαμπουριτζής. Έπινε πολύ, χωρίς όμως να μεθάει, έστριβε και κάνα τσιγάρο. Πρέπει κι αυτός να με συμπάθησε. Βέβαια, έξυπνος άντρας, άνθρωπος της πιάτσας πρέπει αμέσως να κατάλαβε ότι ένιωθα κάπως άβολα εκεί μέσα. Ήμουν κάπως μαζεμένος. Δεν συνήθιζα να συχνάζω σε  κωλόμπαρα, όχι μόνο γιατί πήγαινε ακριβά η βίζιτα, έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι εκεί μέσα δεν πήγαιναν για να πηδήξουν, αλλά γενικότερα δεν μου ταίριαζε όλο αυτό το παραμύθι, αυτή η δήθεν ερωτική συναναστροφή, αλλά ούτε και οι διάφοροι περίεργοι τύποι που μπαινόβγαιναν. Το περιβάλλον ήταν πολύ παρακμιακό για τον χαρακτήρα μου. Ο θείος το κατάλαβε και για να με κάνει να νιώσω λίγο πιο άνετα άρχισε να διηγείται ιστορίες από τα ταξίδια του στο εξωτερικό, ως επί το πλείστον πιπεράτες, με σεξουαλικό περιεχόμενο, για διάφορες ξέμπαρκες τύπισσες που μάζευε απ’ τον δρόμο, νεαρές συνήθως, αλλά και νεαρούς που ήθελαν να ζήσουν την περιπετειώδη περιπλάνηση που είχαν δει σε ταινίες και τους είχαν βάλει φωτιά στα μυαλά. Έτσι ξεθάρρεψα κάπως. Η κουβέντα μάς είχε απορροφήσει για τα καλά και η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Δίπλα μας η ξανθιά έπινε το ποτό της χαζεύοντας τον μεγάλο καθρέφτη πίσω από την μπάρα. Δεν έδινε σημασία στα λόγια του, πρέπει να τα είχε ξανακούσει. Μετά από λίγο έπιασε κουβέντα με τη φίλη της. Τα ποτήρια μας άδειασαν και παραγγείλαμε κι άλλα ποτά, και μετά άλλα. Ερχόντουσαν συνέχεια ποτά, «γεια μας» τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας, ώσπου του είπα ότι έχω ζαλιστεί, δεν μπορώ να  πιω άλλο και τότε γέλασε δυνατά και μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Είπε στο φίλο του να βάλει κάνα ρεμπέτικο, είχε βαρεθεί τα παλιοσκυλάδικα. «Ότι γουστάρει ο θείος, του χαλάω χατίρι εγώ!» είπε το αφεντικό με τη βραχνή μάγκικη φωνή του. Μετά από λίγο ήρθε στο τσακίρ κέφι, σηκώθηκε απ’ το σκαμπό, πήγε  στη μέση του μαγαζιού και χόρεψε ωραία ένα παλιό απτάλικο. Η ξανθιά καθισμένη στα γόνατα συνόδευε με ρυθμικά παλαμάκια φωνάζοντας κάθε τόσο «γεια σου λεβέντη μου, γεια σου καμάρι μου, γεια σου θείε, ώπα, ώπα!». Όταν τέλειωσε το τραγούδι ξέσπασαν χειροκροτήματα και επιφωνήματα χαράς και θαυμασμού. Κάποιοι απ’ τους θαμώνες που τον ήξεραν και τον εκτιμούσαν πήγαν κοντά του και τον αγκάλιασαν. Μετά πλήρωσε το λογαριασμό, καληνύχτισε τον φίλο του και φύγαμε. Δεν δέχτηκε να πάρει χρήματα από μένα και τη ξανθιά. «Απόψε κερνάω εγώ» είπε και το θέμα έληξε εκεί. Ο θείος δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Πήγαμε σπίτι του και την πήραμε μαζί, απ’ όλες τις μεριές και μ’ όλους τους τρόπους. Όλοι τη νύχτα τη γαμούσαμε και το ξημέρωμα μας βρήκε ξέπνοους στο κρεβάτι πλ’αι πλάι καπνίζοντας και να κοιτάζουμε το ταβάνι.

Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ακίνητος και ανέκφραστος, με κοιτούσε σαν σκυλάκι.  Δεν ήξερα αν με είχε αναγνωρίσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει ή δεν ήθελε, ποιος ξέρει. Του είχαν βάλει ορό απ’ τη μύτη. Όλη η δεξιά  πλευρά νεκρή, χέρι και πόδι. Του χαμογελούσα, προσπαθούσα να του δώσω κουράγιο, αυτός όμως δεν αντιδρούσε, ούτε ένα χαμόγελο, ούτε μια κίνηση του κεφαλιού, τίποτα. Έκλεινε μια βδομάδα στο νοσοκομείο. Δίπλα του, από την πρώτη στιγμή βρέθηκε η κόρη του. Το εγκεφαλικό ήταν βαρύ και η κατάστασή του δεν είχε ακόμη σταθεροποιηθεί. Πάθαινε συνέχεια ισχαιμικά επεισόδια και οι γιατροί τού δίνανε λιγοστές ελπίδες. Ήταν βεβαρημένη η υγεία του, έλεγαν, ειδικά τα πνευμόνια του, δύσκολα θα την έβγαζε καθαρή. Διέγνωσαν και καρκίνο επιθετικό και μεταστατικό σε προχωρημένο στάδιο, όλα μαζί. Στην κατάστασή του δεν έπαιρνε θεραπεία, ούτε ακτινοβολίες ούτε χημειοθεραπείες. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει. Κάθισα δίπλα του και του έπιασα απαλά το χέρι. Δεν αντέδρασε, ούτε γύρισε να με κοιτάξει. Η ξανθιά με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά της, του χάιδεψε τα μαλλιά κι έσκυψε και τον φίλησε. Η κόρη του με κοιτούσε θλιμμένη. «Έπινε και κάπνιζε πολύ, δεν πρόσεχε» ψέλλισε και κούνησε με απόγνωση το κεφάλι της πέρα δώθε. Μετά από λίγο την πήρα και φύγαμε. «Είναι τελειωμένος, δεν υπάρχει λόγος», της είπα και τότε αυτή έβαλε τα κλάματα. Το ταξί την άφησε έξω απ’ το σπίτι της. 

Τον συνάντησα μετά από χρόνια στο δρόμο και δεν πίστευα στα μάτια μου. Είχα φύγει απ’ την πόλη, είχα κόψει και τις επαφές με την ξανθιά, ενώ από κάπου είχα ακούσει ότι ο θείος τα είχε κακαρώσει. Βρισκόμουν μόνο για λίγες μέρες εδώ για να πουλήσω το πατρικό μου –τελικά ο μεσίτης τα είχε καταφέρει- και έπεφτα πάνω του μούτρα με μούτρα! Ήταν απίστευτο, μα δεν μπορούσα να κάνω τόσο λάθος. Προχωρούσε με αργά βήματα καπνίζοντας, έδειχνε σκεφτικός και κάπως κουρασμένος, μα ήταν αυτός, ολοζώντανος. Σταμάτησα και του μίλησα. Παραξενεύτηκε, δεν έδειξε να με θυμάται. Μιλούσε αργά και το βλέμμα του ήταν κάπως θολό, λες και βρισκότανε αλλού. «Ο θείος δεν είσαι;» τον ρώτησα για να σιγουρευτώ. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά κι ένα χαμόγελο έσκασε στα χείλη του. «Ναι έτσι με φωνάζουνε», είπε. Τον ρώτησα και για την υγεία του, το νοσοκομείο, το εγκεφαλικό, τον καρκίνο. «Τη σκαπούλαρα προσωρινά», μου είπε και το πρόσωπό του κάπως σκοτείνιασε. Του ανάφερα το όνομά μου, ποιος είμαι, πως είχαμε γνωριστεί, μα δεν με θυμόταν. Ούτε και την  ξανθιά.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Ο ΓΕΤΟΝΑΣ



‘‘Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης’’
                                                                       Α. Παπαδιαμάντης

«Καλημέρα, γείτονα», του είπα βγαίνοντας απ’ την πολυκατοικία και τον προσπέρασα βιαστικά. Χωμένος μέσα στις κουβέρτες του, μ’ έναν πράσινο σκούφο στο κεφάλι –χειμώνας βαρύς- χαμογέλασε. Συνήθως, όποτε δεν έχω αργήσει στη δουλειά, κοντοστέκομαι και αλλάζουμε δυο κουβέντες,  για τον καιρό ή πως πέρασε το βράδυ του, αν κοιμήθηκε καλά, τέτοια πράγματα. Δηλαδή εγώ μιλάω, εκείνος συνήθως δεν απαντά, μόνο χαμογελά και κουνά το κεφάλι του με συγκατάβαση. Καμιά φορά μόνο, όποτε έχει κέφια, μου λέει «δόξα το θεό, ξημερώσαμε και σήμερα», ως εκεί φτάνει η πολυλογία του. Ο γείτονας. Έτσι τον ξέρουν όλοι, έτσι τον φωνάζουν και τον χαιρετούν. Κι αν κάποτε είχε ένα όνομα το ξέχασε κι αυτό, έτσι κι αλλιώς πλέον δεν του χρειάζεται. Κάτω απ’ το υπόστεγο, στη γωνιά της πολυκατοικίας, είναι το νοικοκυριό του. Χαρτόκουτα στρωμένα στο πεζοδρόμιο, μπόλικες κουβέρτες, ένα κεσεδάκι με λίγο φαί, μια μπουκάλα κρασί, ένα ραδιοφωνάκι, λίγα βιβλία και πάνω πάνω το ευαγγέλιο. Πιστεύει πολύ στο θεό και όποτε ακούει να χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησίας αρχίζει να σταυροκοπιέται. Δεν πιάνει πολύ χώρο πάνω στη γη. Λίγες οι ανάγκες του, λίγα και τα προβλήματά του, ανενόχλητος. Πλήρης και αυτάρκης, τίποτα δεν του λείπει, και πιο πολύ η καλοσύνη των ξένων, η έγνοια τους. Γιατί δεν έχει συγγενείς και φίλους, τους έχασε όλους πριν από πολλά χρόνια, μαζί με την ταυτότητα και τ’ όνομά του. Δεν δηλώνει πλέον καμία ιδιότητα, κι όμως δεν έχει κανένα παράπονο απ’ τη ζωή.

«Έχεις ένα τσιγάρο;» άκουσα τη βραχνή φωνή του. Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και γύριζε τις σελίδες. Θαύμασα την πρωινιάτικη όρεξή του για διάβασμα, με τέτοιο μάλιστα παλιόκαιρο, είχε βάλει και τα γυαλιά του. Κοντοστάθηκα, έβγαλα το πακέτο και του ‘δωσα τρία τσιγάρα. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η καμπάνα της εκκλησίας κι ο γείτονας σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια. Ο φίλος του δίπλα, ένας καφεκίτρινος ξεθωριασμένος κοπρίτης του δρόμου, έχει το δικό του θεό. Τον έχει μαζί του από κουτάβι. Ορφανό και ταλαίπωρο γυρνούσε εδώ και κει,  με τη μουσούδα του κολλημένη στο έδαφος, τον μύριζε διερευνητικά, ψαχούλευε τα πράγματά του και κατόπιν έμπαινε κάτω απ’ τις κουβέρτες για να ζεσταθεί. Το λυπήθηκε  και το περιμάζεψε, να ‘χει μια παρέα κι αυτός. Τώρα γερνάνε μαζί, σ’ αυτή την ήσυχη γωνιά του κόσμου. Απ’ το ίδιο κεσεδάκι τρώνε, το βράδυ καμιά φορά του δίνει και λίγο κρασάκι -«για να βλέπει όμορφα όνειρα» λέει- και κάθε πρωί ξυπνάνε από νωρίς και κάνουν τη γυμναστική τους, το γύρο του τετραγώνου δηλαδή, μια, δυο, μπορεί και τρεις φορές, ανάλογα με τη διάθεση, να ξεμουδιάσουν λιγάκι από την υγρασία της νύχτας μαζέυοντας λίγο ήλιο αναζωογονητικό. Και στο τέλος, πάντα, μια στάση στο περίπτερο για το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Όμως ο σκύλος δεν έχει ξυπνήσει ακόμα κι ο γείτονας τον περιμένει διαβάζοντας. «Λίγες ανάγκες, μικρά προβλήματα», φώναξα προχωρώντας για τη δουλειά μου. Δυο χοντρές κυρίες φορτωμένες με ψώνια γύρισαν και με κοίταξαν.

Επιστρέφοντας το μεσημέρι απ’ το γραφείο, έκανα μια στάση στο περίπτερο για τσιγάρα κι άκουσα τραγούδια. «Ψόφησε ο σκύλος του και το γλεντάει» είπε ο περιπτεράς κι έτρεξα βιαστικά να δω. Πράγματι, ο γείτονας άκουγε στο τέρμα λαϊκά και χόρευε αργά και κάπως άτσαλα ένα ζεϊμπέκικο δικής του επινόησης. Στα ένα του χέρι κρατούσε το τσιγάρο και στ’ άλλο ένα πλαστικό ποτήρι με κρασί. Είχαν σταματήσει κάποιοι περαστικοί, είχαν κατέβει και κάποιοι άλλοι απ’ την πολυκατοικία που μάλλον ενοχλήθηκαν μεσημεριάτικα απ’ τη δυνατή μουσική. Δεν μιλούσε κανείς. Στη γωνία, κάτω απ’ τα σκεπάσματα βρισκόταν παγωμένος ο σκύλος, με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται. Κάποια στιγμή, προτού τελειώσει το τραγούδι, ο γείτονας έκανε μια επικίνδυνη για την ηλικία του φιγούρα και σωριάστηκε πάνω στα στρωσίδια. Το κρασί χύθηκε πάνω του. Προσπάθησε να ξανασηκωθεί μα δεν τον κρατούσαν τα πόδια του. «Έλα, κάθισε, τώρα, ηρέμησε!» του είπα, έκλεισα το ραδιόφωνο και τον έβαλα να ξαπλώσει πλάι στο νεκρό φίλο του. Τον χάιδεψε και του φίλησε το κεφάλι. Τα μάτια του κατακόκκινα, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί κι έτρεμε ολόκληρος. Του είπα ότι θα φώναζα έναν κτηνίατρο να σιγουρευτούμε και κατόπιν θα τον βοηθούσα να τον θάψουμε στο πάρκο. Συμφώνησε, δεν ήθελε να τον πετάξουν στα σκουπίδια, «ψυχή είχε κι αυτό, σαν άνθρωπος ήταν», ψέλλισε με δυσκολία ο ανήμπορος και καταρρακωμένος γέρος που δεν είχε όνομα, παρελθόν και ηλικία, τίποτα δεν είχε παρά μόνο έναν τετράποδο φίλο, τον σύντροφο της ζωής του, που τα βράδια κοιμόταν πλάι του και που τώρα τον έχανε κι αυτόν. Οι περίεργοι είχαν σκορπίσει για τα σπίτια τους, μόνο ο διαχειριστής της πολυκατοικίας έμεινε πλάι μας, προσπαθώντας να ελέγξει κι αυτός τη συγκίνησή του. «Έχω κι εγώ σκυλιά, ξέρω απ’ αυτά», είπε και έτρεξε να ειδοποιήσει τον κτηνίατρο.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

ΤΟ ΣΠΙΡΤΟΚΟΥΤΟ



Ο ουρανός ήταν κατάμαυρος και φυσούσε ανελέητα. Ξαφνικά, άρχισε να ρίχνει καταρράκτες. Ζαρωμένοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, στριμώχτηκαν όλοι κάτω απ’ τις μαύρες ομπρέλες. Με Την προστασία του επιτρόπου, ο ιερέας συνέχιζε την ψαλμωδία κουνώντας πέρα δώθε το θυμιατήρι. Ήμασταν οι μόνοι απροστάτευτοι. Εγώ απολάμβανα κατά πρόσωπο το άγριο μαστίγωμα της φύσης κι εκείνη,  κουλουριασμένη, έσφιγγε στη χούφτα της το μικρό μεταλλικό κουτάκι κι έριχνε χαλικάκια μπλομ, μπλιμ, μπλομ στη γούβα. Τα πεθερικά και όλοι οι άλλοι, συγγενείς και φίλοι τους, είχαν συνέχεια το βλέμμα τους καρφωμένο πάνω μου. Επομένως, όλοι ήξεραν και μ’ είχαν ήδη καταδικάσει με τις συνοπτικές διαδικασίες της μιας νύχτας.  Εγώ  δεν ειδοποίησα κανένα γνωστό μου. Δεν πρόλαβα, δεν ήθελα, δεν το σκέφτηκα, δεν είχα. Δεν ένιωθα κανένα ίχνος ενοχής, ούτε μεταμέλεια, μα η μοναξιά μ’ άρπαζε απ’ το σβέρκο και με πετούσε με δύναμη μέσα στον πλημμυρισμένο λάκκο. Δεν μπορούσε να με βοηθήσει κανείς, ούτε εκείνη. Εγκλωβισμένη στον ομιχλώδη κόσμο των ηρεμιστικών –διπλή δόση μάς είχαν συστήσει από χτες οι γιατροί- δεν μπορούσε να μου προσφέρει ούτε ένα βλέμμα  κατανόησης, ούτε ένα άγγιγμα συμπόνιας, τίποτα. Είχε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Ούτε τα λόγια του παπά άκουγε, ούτε την εκδικητική μανία της φύσης ένιωθε, ούτε το μίσος των συγγενών. Κολυμπούσε αμέριμνη μέσα στη θολή λίμνη, εκεί που σε λίγο θα βυθιζόταν και η μικρή ξύλινη βάρκα του γιου μας. Τα λασπόνερα είχαν ήδη φτάσει μέχρι τη μέση, πάντως, αυτός δεν θα κινδύνευε από πνιγμό. Δεν ξέρω ποιος είπε στον σκαφτιά ν’ ανοίξει τόσο μεγάλη γούβα, ήταν τσάμπα κόπος. Έπιασε κι η μπόρα και τα μούσκεψε όλα.

Ένα μικρό τετράγωνο κουτί ήταν όλο κι όλο το φέρετρο, σαράντα πόντους γη έπιανε. Κι όμως οι άπληστοι εργολάβοι κηδειών το χρέωσαν κανονικά. Ήταν η ποιότητα του ξύλου, είπαν, το τέλειο φινίρισμα, φταίει όμως κι η πεθερά μου που μια ζωή μέσα στα λούσα και τις επιδείξεις  απαίτησε το καλύτερο που υπήρχε, το πιο φινετσάτο και αστραφτερό, παρ’ όλο που ένας μόνο υπάλληλος αρκούσε για την μεταφορά του κι ούτε  είχαν προβλέψει τη στεγανότητά του σε περίπτωση κατακλυσμού. Που να το περίμεναν, βέβαια, μα τους είχα πολλά μαζεμένα. Στριμώχνονταν στη σειρά κάθε μέρα έξω απ’ τη πόρτα της εντατικής,  μοιράζοντας ακούραστα κάρτες και προσφορές, ειδικά οικονομικά πακέτα και ευκολίες πληρωμής, ενοχλητικοί και αγενείς, όλους αυτούς τους μήνες της  αβάσταχτης ταλαιπωρία μας. Παρ’ όλο που μέχρι την τελευταία στιγμή τους αγνοούσαμε επιδεικτικά περιμένοντας το θαύμα. Τους θεωρούσαμε περιττούς, άχρηστους για την περίπτωσή μας, τουλάχιστον, η γυναίκα μου και οι δικοί της που δεν έχασαν ούτε στιγμή τις ελπίδες τους. Μεταξύ τους υπήρχε μεγάλη καχυποψία, μια φορά πιαστήκανε και στα χέρια. Δεν είχα καταλάβει το λόγο, μα όταν παραπονέθηκα στους γιατρούς και στους νοσηλευτές δεν βρήκα ανταπόκριση. «Μη δίνετε σημασία, συμβαίνουν αυτά, πάνω στη δουλειά μπορεί να χάσεις και λίγο την ψυχραιμία σου, μα χρήσιμοι είναι κι αυτοί, τους νιώθουμε και κάπως σαν συναδέλφους μας, δικούς μας ανθρώπους», προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την κατάσταση. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί δεν είχαν καμιά αρμοδιότητα να επέμβουν, είπαν, έπρεπε να εκφράσω γραπτώς τα παράπονά μου στη διεύθυνση του νοσοκομείου. Άκουγα για νόμιμες και προβλεπόμενες διαδικασίες και άλλες μπούρδες και μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Μα όταν σήκωσα λίγο τον τόνο της φωνής μου, προτού καν τους αρχίσω στα γαμοσταβρίδια βουτώντας κανέναν απ’ το γιακά, φώναξαν την ασφάλεια του νοσοκομείου και μ’ έβγαλαν έξω σηκωτό. Αυτά τα σκουληκοειδή κοράκια, τους έμπορους του θανάτου είχα σκοπό να τους κανονίσω -ευτυχώς μου είχαν δώσει όλοι τις κάρτες τους- μα τώρα προείχαν άλλα. Όλα με τη σειρά τους, όλα στην ώρα τους.

Η μπόρα σταμάτησε απότομα, όπως είχε αρχίσει. Όλες οι ομπρέλες έκλεισαν κι ένας θαμπός φθινοπωρινός ήλιος ξεπρόβαλλε δειλά μέσα απ’ τα αραιωμένα σύννεφα. Μόλις ο ιερέας ολοκλήρωσε την εξόδιο ακολουθία για τον τόπο αναψύξεως του θανόντος και την από θεού παρηγορία των συγγενών πρόσταξε να φέρουν αμέσως κουβάδες και να αδειάσει η γούβα απ’ τα νερά. Ο επίτροπος μαζί με τον σκαφτιά ανέλαβαν αμέσως δράση και μέσα σε πέντε λεπτά η δουλειά είχε τελειώσει. Το σπιθαμιαίο φέρετρο μπήκε στη θέση του, ρίξαμε λίγο βρεγμένο χώμα και λουλούδια, σύμφωνα με το έθιμο, ο παπάς  έψαλε μια τελευταία ευχή, μας σταύρωσε με το θυμιατήρι, μας συλλυπήθηκε, «τώρα αναπαύθηκε η ψυχούλα του», είπε και αρχίσαμε σιγά σιγά να απομακρυνόμαστε απ’ το μνήμα. Ο πεθερός μου τον τράβηξε παραπέρα για να κανονίσουν το οικονομικό. Δεν έφερε αντίρρηση, τον ευχαρίστησε κι έχωσε βιαστικά στην τσέπη τα χαρτονομίσματα. Εκείνη συνέχιζε να κοιτάζει με άδεια μάτια σαν αλλόκοσμο ζόμπι ρίχνοντας χαλικάκια μπλομ, μπλιμ, μπλομ στο βυθό. Κάποιες θειάδες την βοήθησαν να σηκωθεί και να μας ακολουθήσει. Πίσω έμεινε μόνο ο σκαφτιάς με το φτυάρι του. Είχε ήδη αρχίσει να σκεπάζει τη γούβα, όταν μπαίναμε στο καφενείο του κοιμητηρίου.

Το μικρό κουτί ήταν κλειστό και  σφραγισμένο. Κανείς δεν είδε τον γιο μας, εκτός από λίγους που είχαν έρθει στην εντατική των νεογνών. Απ’ τη πρώτη στιγμή τον σύνδεσαν με τα μηχανήματα. Το κεφάλι του παραμορφωμένο, χωρίς εγκέφαλο, με ελάχιστες αισθήσεις και καμία επαφή με το περιβάλλον. Δεν άνοιξε τα μάτια, ούτε έκλαψε ποτέ. Ήταν άτυχο το πλασματάκι, είπαν οι γιατροί, ανεγκεφαλία, μια πολλή σπάνια γονιδιακή νόσος, και οι μέρες του μετρημένες. Μετά από μια βδομάδα, μας ζήτησαν να υπογράψουμε τη διακοπή της μηχανικής υποστήριξης, μα η γυναίκα μου αρνήθηκε. Ήταν ανένδοτη, μέχρι το τέλος πίστευε στο θαύμα, όπως και τα πεθερικά μου. Δεν μπορούσα με τίποτα να τους αλλάξω γνώμη. «Νέοι ήμαστε, θα ξαναπροσπαθήσουμε», της έλεγα για να την παρηγορήσω, αυτή όμως εκεί, επέμενε, δεν μπορούσε με τίποτα να δεχτεί την ατυχία μας. Η πεθερά μου, γυναίκα της εκκλησίας και πολύ θρησκευάμενη, κάθε πρώτη του μήνα έφερνε έναν γνωστό της ιερέα για αγιασμό και ευχέλαιο. Οι νοσηλευτές είχαν κάποιες χλιαρές αντιρρήσεις, όμως σταματούσαν αμέσως μετά από ένα γενναίο φιλοδώρημα. Το δωμάτιο γέμιζε από λιβάνια και σμύρνα, μυρωδιές που από παιδί μού έφερναν λιποθυμία, κι έτρεχα έξω να πάρω αέρα. Τα βράδια η γυναίκα μου ξενυχτούσε πλάι του σε μια πολυθρόνα, σχεδόν χαράματα την έπαιρνε ο ύπνος. Καμιά φορά της έκανα κι εγώ παρέα, να λιγοστέψω κάπως την μοναξιά της. Κρατούσε σφιχτά το μεταλλικό σπιρτόκουτο με χαραγμένο ένα χρυσό λιοντάρι, το ζώδιο του γιου μας. Ήταν δώρο από μια φίλη της, λίγο προτού γεννήσει, για να φυλάμε εκεί τα δοντάκια που θα άλλαζε μεγαλώνοντας. Το έσφιγγε στο χέρι της, το χάιδευε απαλά και κάπου κάπου το ανοιγόκλεινε. Οι μήνες περνούσαν και το θαύμα δεν γινόταν. Όλη αυτή η κατάσταση μάς είχε κουράσει, ειδικά αυτή που τόσους μήνες, έναν ολόκληρο χρόνο, δεν έφυγε στιγμή από κοντά του. Δεν έτρωγε και δεν κοιμόταν καλά, είχε χάσει πολλά κιλά, ο οργανισμός της είχε εξασθενίσει και οι γιατροί ανησυχούσαν. Και από πάνω, κάθε τόσο, μπαινόβγαιναν οι παπάδες, τα μέντιουμ, οι χαρτορίχτρες και οι θαυματοποιοί που επιστράτευε η πεθερά μου, εξαγοράζοντας ελπίδες τοις μετρητοίς. Είχαν σπάσει τα νεύρα μου, δεν άντεχα άλλο τούτο το μαρτύριο που με τη σιχαμερή βοήθεια της τεχνολογίας μπορούσε να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή. Μου χρέωνε την αποτυχία μας γιατί ήταν η πρώτη της. Μέχρι τότε δεν είχε αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα, δεν είχε αντικρίσει το αληθινό πρόσωπο της ζωής, μεγαλώνοντας στον επίπλαστο παράδεισο που της είχαν δημιουργήσει οι γονείς της. Εμένα με θεωρούσε σκληρό και άσπλαχνο, ότι ποτέ δεν αγάπησα αυτό το παιδί, ούτε και την ίδια, ότι ενδόμυχα ευχόμουν να μη γεννιόταν ποτέ, πως η γρουσουζιά μου έφταιγε για όλα και δεν ήταν απλά μια ατυχία, γιατί τίποτα στον κόσμο δεν γίνεται από τύχη, αλλά ήταν η θεία δίκη που έπεσε στα κεφάλια τους εξαιτίας μου, και ότι αν δεν γινόταν το παιδί καλά θα με χώριζε, λόγια που τα πιο πολλά ήταν σίγουρα βαλτά απ’ τη μανούλα της. Γινότανε σκληρή και άδικη, μου ‘σφαζε την καρδιά, μα έμενα σιωπηλός. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Και μια νύχτα που για λίγο την είχε πάρει ο ύπνος, μπήκα αθόρυβα στο δωμάτιο και τράβηξα τα καλώδια απ’ την πρίζα. Το μηχάνημα έσβησε. Ο γιος μας δεν αντέδρασε, συνεχίζοντας τον μακάριο και ξέγνοιαστο ύπνο του. Έφυγα  απ’ το νοσοκομείο τρέχοντας, σαν τον κλέφτη. Λίγο προτού να φέξει.

Το κυλικείο του κοιμητηρίου δεν ήταν πολύ μεγάλο, γέμισε γρήγορα. Οι πιο πολλοί βιαζόντουσαν και δεν κάθισαν για τον καφέ της παρηγοριάς, μας συλλυπήθηκαν στα όρθια και τράβηξαν για τις δουλειές τους. Ο επίτροπος έτρεχε πέρα δώθε για να εξυπηρετήσει τους πάντες. Τον βοηθούσε και μια σκυφτή, σταφιδιασμένη, μαυροντυμένη γριούλα που στο κεφάλι της φορούσε τσεμπέρι, φαινόταν άνθρωπος του νεκροταφείου κι αυτή. Δεν ακουγόταν τίποτα μέσα στη μικρή αίθουσα. Ρουφούσαν τους καφέδες, έπιναν τα κονιάκ  και μασούλαγαν αργά και μηχανικά τα κουλουράκια. Εγώ όλη την ώρα κάρφωνα αφηρημένα το ταβάνι, μακριά απ’ τα περίεργα βλέμματα όλων. Μόνο, για μια στιγμή, ασυναίσθητα, ακούμπησα το χέρι της. Δεν αντέδρασε. Γύρισα και την είδα. Κοιτούσε μαρμαρωμένη το τραπέζι κι έσφιγγε συνέχεια το σπιρτόκουτο. Πήγα να της πω κάτι, μα κείνη τη στιγμή η μάνα της μου έριξε μια φθονερή ματιά και σώπασα.   

Απ’ την αρχή η πεθερά μου δεν με είχε πάρει με καλό μάτι, κάτι μάλλον προαισθανόταν. Έξυπνη γυναίκα, καπάτσα, τίποτα δεν μπορούσε να της ξεφύγει και κάθε τόσο πέταγε τις μπηχτές της για κάνα παιδάκι και πότε επιτέλους θα γίνει κι αυτή γιαγιά. Δεν ξέρω αν είχαν κουβεντιάσει τίποτα με τη γυναίκα μου, μα όταν το χόντραινε της έκοβε τη φορά βάζοντας τις φωνές, με τράβαγε απ’ το χέρι και φεύγαμε. Δεν είχε γίνει λίγες φορές. Και σε γιορτάσια ακόμα, μπροστά σε φίλους και συγγενείς, συνέχιζε τις προσβολές. Δεν τις ξέφευγαν, επίτηδες το έκανε. Ο πεθερός δεν μιλούσε ποτέ, μούγγα, ούτε καν τολμούσε να την κοιτάξει στα μάτια, ειδικά όταν έπιανε τέτοια ενοχλητικά θέματα. Ούτε εγώ της απαντούσα. Μαγκωνόμουν, δάγκωνα τα χείλη μου και έδινα τόπο στην οργή. Μόνο, σκεφτόμουν τι θα τράβαγα αν έμπαινα σώγαμπρος εκεί μέσα. Αυτή είχε το πάνω χέρι. Ευτυχώς, μετά τον θάνατο της μαμάς μείναμε στο πατρικό μου. Πολύ μεγάλο σπίτι για τους δυο μας.
 
Ο καφές της παρηγοριάς δεν κράτησε πολύ. Πέρασαν να μας συλλυπηθούν, με πρώτο και καλύτερο τον παπά που βιαζόταν γιατί αμέσως μετά είχε βαφτίσι. Ήμουν αφηρημένος και αδιάφορος, χωρίς σκέψεις, με την ασπρίλα του ταβανιού και το σκληρό φως της αίθουσας μέσα στα μάτια μου ακόμα. Δεν έβλεπα πρόσωπα, μόνο φωνές άκουγα. Χέρια περνούσαν από μπροστά μου κι έσφιγγαν τα δικά μου, πολλά χέρια, ατέλειωτα χέρια. Στο τέλος η αίθουσα άδειασε. Έμεινε μόνο ο επίτροπος και η χαροκαμένη γριούλα να τακτοποιούν το χώρο. Η πεθερά είχε κανονίσει τραπέζι για τους στενούς συγγενείς και ο άντρας της έπρεπε να περιποιηθεί τον προϊστάμενό του απ’ τα κεντρικά της εταιρείας. Είχε ταξιδέψει απ’ την πρωτεύουσα, τρεις ώρες δρόμο, ειδικά για την περίσταση, παρ’ όλο που μπορούσε απλά να στείλει ένα στεφάνι. Έπρεπε όμως να επιστρέψει αυθημερόν στη βάση του. Τουλάχιστον, θα τον ευχαριστούσε με ένα πλούσιο και δυναμωτικό γεύμα και με την ευκαιρία θα τον ενημέρωνε για κάποια φλέγοντα επαγγελματικά ζητήματα. Τους είπα ότι δεν θα πηγαίναμε, ειδικά στην κατάσταση που βρισκόταν η κόρη τους, χρειαζόταν ξεκούραση. Δεν φέρανε αντίρρηση, ο πεθερός μου δηλαδή, γιατί η άλλη απαξιούσε πλέον να μου απευθύνει το λόγο γυρίζοντας επιδεικτικά τα μούτρα της αλλού. Μόνο θεώρησε ότι αυτοί, ως γονείς της, θα μπορούσαν να της προσφέρουν καλύτερη φροντίδα. Του θύμισα, σε έντονο ύφος,  ότι είναι παντρεμένη γυναίκα πια κι όχι το ανήλικο κοριτσάκι τους και εγώ είμαι ο νόμιμος σύζυγός της, αρκετά ικανός για να τη φροντίσω. Δεν επέμεινε. Σίγουρα ήταν η σύζυγός μου, η γυναίκα που τα τελευταία πέντε χρόνια κοιμάται πλάι μου τα βράδια.

 Τα προβλήματα στη σχέση μας είχαν ξεκινήσει από νωρίς, προτού παντρευτούμε. Συχνά πυκνά με κατηγορούσε ότι την παραμελώ κι όποτε βρισκόμαστε είμαι αφηρημένος και λιγομίλητος, «είσαι συνέχεια στην κοσμάρα σου» έλεγε. Η σχέση μας είχε σκαμπανεβάσματα, παρ’ όλα αυτά αποφασίσαμε να αρραβωνιαστούμε. Οι δικοί της  την πίεζαν, ζητώντας κάποια αποκατάσταση για το κορίτσι τους, μια ασφάλεια. Αρχικά με θεωρούσαν μεγάλο κελεπούρι. Ήμουν εξασφαλισμένος επαγγελματικά, με σοβαρές προοπτικές καριέρας και κάποια κοινωνική επιφάνεια λόγω καταγωγής. Είχαν γνωρίσει και τους γονείς μου, είχαν ανταλλάξει κι επισκέψεις τις γιορτές, τα πράγματα είχαν σοβαρέψει επικίνδυνα  και το μόνο που έμενε ήταν να δοθεί λόγος. Όλοι τους είχαν μεγαλεπήβολα σχέδια για μένα και πίστευαν ότι οι ευθύνες της οικογένειας θα με σοβάρευαν κάπως. «Οι άντρες αργούν να ωριμάσουν» διαπίστωνε θυμόσοφα η πεθερά μου εκείνο τον καιρό και η κοπέλα μου έκανε όνειρα για τη μελλοντική μας ζωή. Εγώ, πάντως, δεν είχα σχέδια, μα ούτε και ξεκαθάριζα τη θέση μου, απλά, βολευόμουν απ’ τις καταστάσεις. Στην αρχή η ιδέα της επίσημης δέσμευσης με αναστάτωσε, μου δημιούργησε άγχος και ταραχή. «Θα δούμε» της είχα πει προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο, μα αυτή επέμενε. Ήμασταν εφτά χρόνια μαζί, έπρεπε να προχωρήσουμε. Τελικά οι αρραβώνες έγιναν, με ανταλλαγή δώρων, άφθονα πιοτά και φαγητά και γλέντι τρικούβερτο. Μόνο της είχα ξεκαθαρίσει ότι δεν ήμουν ακόμα έτοιμος για συγκατοίκηση, ήθελα το χρόνο μου  και το δέχτηκε. Θα περίμενε. Μα, και πάλι, δεν άλλαξαν πολλά πράγματα, εγώ συνέχιζα να αδιαφορώ κι αυτή γκρίνιαζε. Προφασιζόμουνα προβλήματα στη δουλειά, μα κείνη θεωρούσε ότι δεν έχω φιλοδοξίες κι ότι είμαι ανίκανος «να πιάσω τη ζωή απ’ τα κέρατα», φράσεις που είχε σίγουρα παπαγαλίσει απ’ τα χείλη του πατερούλη της, μεγαλοστέλεχος πολυεθνικής ασφαλιστικής εταιρίας. Δούλευε και αυτή εκεί και μου είχε προτείνει να πηγαίνω τ’ απογεύματα να μάθω την δουλειά πλάι της, έστω και άτυπα, αφού ο μισθός του δημοσίου δεν θα μας αρκούσε αργότερα, όταν με το καλό παντρευόμασταν και αποκτούσαμε κουτσούβελα. Ενδιαφέρουσα δουλειά και με πολύ καλές αποδοχές, αν την κυνηγούσες, έλεγε. Είχε τα επιχειρήματά της, μα αρνήθηκα. Τότε, ήταν που η σχέση μας πάγωσε εντελώς. Μετά από λίγο ακολούθησε ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα.

Το ταξί σταμάτησε ακριβώς έξω από την πόρτα του σπιτιού μας. Δεν την κρατούσαν τα πόδια  και την κουβάλησα στα χέρια για να μπούμε μέσα. Είχα πολλά χρόνια να την πάρω αγκαλιά. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι, της έβγαλα τα βρεγμένα ρούχα και της σκούπισα τα μαλλιά. Πήρα από τη χούφτα της το μεταλλικό κουτάκι και το άφησα πάνω στο κομοδίνο. Της έδωσα να πιει το χάπι της, έκλεισα τα παραθυρόφυλλα και την σκέπασα με το πάπλωμα. Δεν έφερε καμιά αντίσταση. Χρειαζόμασταν ξεκούραση, αλλά πρώτα ένα καυτό μπάνιο να γδάρω το κορμί μου, να το ξεπετσιάσω. Δεν ξέρω πόση ώρα κάθισα κάτω απ’ τη ντουζιέρα. Δεν πεινούσα. Για κάθε ενδεχόμενο έβαλα το ξυπνητήρι να χτυπήσει στις έξι το πρωί. Σίγουρα δεκαπέντε ώρες ύπνου θα ήταν αρκετές για να πετάξω από πάνω μου την κούραση όλων αυτών των μηνών. Κουκουλώθηκα πλάι της και την αγκάλιασα. Είχαν πολύ καιρό τα γυμνά μας κορμιά να αγγίξουν το ένα το άλλο. Μου είχε λείψει η μυρωδιά της. Κόλλησα πίσω της, την χάιδεψα ολόκληρη και την φίλησα στο λαιμό. Πάντα μου άρεσε ο λευκός και μαλακός της λαιμός. Όποτε έβρισκα ευκαιρία τον δάγκωνα σαν βρικόλακας και της ρουφούσα το αίμα μέχρι λιποθυμίας. Αυτή τη στιγμή όμως εκείνη κοιμόταν βαθιά κι εγώ ήμουν ένα κουρασμένο πτώμα. Έκλεισα τα μάτια και αμέσως με πήρε ο ύπνος.

Δεν ξέρω τελικά τι ξαναζέστανε τη σχέση μας και οδηγηθήκαμε στο γάμο, μπορεί και η κηδεία του μπαμπά. Είχε έρθει μαζί με τη μητέρα της. Ήταν συγκινημένη, τα μάτια της κόκκινα. Με αγκάλιασε σφιχτά, κόλλησα πάνω της κι εκείνη τη στιγμή πόθησα ξανά το κορμί της, μα συγκρατήθηκα από σεβασμό στην ιερότητα των στιγμών. Είχα καιρό να το αγγίξω και να μυρίσω το άρωμά της. Με μιας ξέχασα τη λύπη και τον πόνο μου, τα ξέχασα όλα. Δεν ξέρω αν το κατάλαβε, μα το ίδιο βράδυ δώσαμε ραντεβού στο πάρκο δίπλα στο λιμάνι και κάναμε έρωτα μέσα στο αμάξι της. Είχε υγρασία, μα ευτυχώς δεν περίμενα πολύ, ήρθε στην ώρα της. Μπήκα στο αμάξι και αμέσως ένιωσα τη γλυκιά θαλπωρή. Το καλοριφέρ ήταν στο φουλ και τα τζάμια είχαν ήδη θαμπώσει για τα καλά. Κοιταχτήκαμε έντονα στα μάτια και χωρίς δεύτερη κουβέντα έχωσα το χέρι μου στο μουνί της και της έδωσα ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο. Της κόπηκε η ανάσα, αναστέναξε βαθιά και το κορμί της ρίγησε ολόκληρο. Δεν κρατιόμασταν. Βγάλαμε γρήγορα τα ρούχα  και ριχτήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.  Γαμιόμασταν ολόκληρη τη νύχτα σε όλες τις στάσεις και μ’ όλους τους τρόπους, χωρίς πολλά πολλά προκαταρκτικά, με ορμή και πάθος, σαν τα σκυλιά. Το πρώτο φως μας βρήκε να καπνίζουμε ξέπνοοι και αγκαλιασμένοι, με τα κορμιά μας λερωμένα και ταλαιπωρημένα μετά τη νικηφόρα μάχη, κατακαμένα απ’ την ηφαιστειακή λάβα του πόθου μας, με νωπά ακόμα τα σημάδια απ’ τα γδαρσίματα, τα ρουφήγματα και τις δαγκωματιές. Είχαμε κιόλας ξεχάσει τις διαφορές που μας είχαν χωρίσει προσωρινά, τους λόγους που κάποτε την παραμελούσα, που αδιαφορούσα και χανόμουνα στον κόσμο μου. Εκείνο το βράδυ τουλάχιστον είχαμε γίνει ξανά ένα.

Τελικά κοιμήθηκα σχεδόν είκοσι ώρες, ούτε ξυπνητήρι άκουσα ούτε τίποτα. Είχε πάει εννιά, εκείνη όμως δεν είχε ακόμα ανοίξει τα μάτια της. Έφτιαξα καφέ κι άναψα τσιγάρο. Έπρεπε να πάρω τηλέφωνο τον πεθερό μου στην εταιρεία. Είχα κάποιες υποθέσεις που δεν χωρούσαν αναβολή και προσωρινά έπρεπε να βρει αντικαταστάτη μου. Το σήκωσε η γραμματέας του. Με αναγνώρισε αμέσως, με συλλυπήθηκε και μου ‘πε ότι ο κύριος διευθυντής αυτή τη στιγμή είναι σε σύσκεψη, δεν μπορεί να μου μιλήσει, θα τον ενημέρωνε πως τηλεφώνησα. Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο την κίνηση της πλατείας.

Ο γάμος μας έγινε βιαστικά, λόγω πένθους, σε στενό οικογενειακό κύκλο. Η μαμά έπρεπε να προλάβει να με δει γαμπρό. Λίγο μετά τα σαράντα του πατέρα, διαγνώσθηκε με καρκίνο στο στήθος, επιθετικό και μεταστατικό, δεν μπορούσε να γίνει κάτι πλέον, είχε προχωρήσει και σε άλλα σημεία, οι γιατροί δεν της δίνανε πολλά περιθώρια. Είχε βεβαρυμμένο ιστορικό, από την οικογένειά της ακόμα. Πριν από κάποια χρόνια της είχανε κόψει το στήθος, είχε ακολουθήσει θεραπεία και η κατάσταση ήταν υπό έλεγχο. Όμως, τα τελευταία χρόνια είχε παραμελήσει την υγεία της. Έβγαινε στο μπαλκόνι, άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και χανόταν στις σκέψεις της. Στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη σιωπή, μια παγωμάρα. Ο πατέρας κλεισμένος στο γραφείο του μελετούσε υποθέσεις της δουλειάς του και αυτή να χαζεύει στο μπαλκόνι την κίνηση της πλατείας. Εγώ όλη τη μέρα έλλειπα, γυρνούσα αργά το βράδυ μόνο για ύπνο. Δεν ξέρω αν κάποτε αγαπήθηκαν, ίσως όταν ήταν πολύ νέοι, προτού καν γεννηθώ. Δεν μιλούσαν ποτέ για τα περασμένα. Οι γιατροί πέσανε διάνα στις προβλέψεις τους. Λίγο μετά το γάμο, η μητέρα πέθανε, μα όχι απ’ την παλιαρρώστια. Πρόλαβε και βούτηξε απ’ το μπαλκόνι μας στον πέμπτο κάνοντας το τελευταίο της τσιγάρο. Πριν αρχίσουν οι αβάσταχτοι πόνοι και οι μάταιες νοσηλείες στα νοσοκομεία. Πριν αρχίσει να κατουριέται και να χέζεται πάνω της. Πριν απ’ τον ολοσχερή εξευτελισμό της.

Γύρισε πλευρό κι άνοιξε τα μάτια βγάζοντας ένα ελαφρύ μουγκρητό. Κάθισα δίπλα της στο κρεβάτι και της χάιδεψα τα μαλλιά. Με κοίταζε ανέκφραστη. Της έφερα νερό να πιει το χάπι της, μα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ήθελε μόνο να κάνει ένα ντους. Τη βοήθησα να σηκωθεί και να πάει στο μπάνιο. Μετά από λίγο άκουσα να ανοίγει η πόρτα. Ήταν η καθαρίστρια με το γιο της. Είχα ξεχάσει ότι σήμερα ήταν η μέρα της γενικής καθαριότητας. Ερχόταν μια φορά τη βδομάδα, κάθε Πέμπτη. Την είχαμε χρόνια, από τη μαμά ακόμα, άνθρωπος εμπιστοσύνης. Ήταν από κάποια γειτονική χώρα του πάλαι ποτέ ανατολικού μπλοκ με σπουδές κλασικής μουσικής, μα όταν ήρθε στη χώρα δούλεψε μόνο σαν οικιακή βοηθός. Ήταν όμορφη γυναίκα, της είχαν προτείνει να δουλέψει και γκαρσόνα σε μπαρ, μα αρνήθηκε, δεν της άρεσε η νύχτα, τους είπε. Το παιδί το μεγάλωνε ολομόναχη, χωρίς πατέρα, μια ξαδέρφη τη βοηθούσε μόνο. Στη χώρα της δεν είχε πλέον κανένα συγγενή, «τώρα, εδώ πατρίδα», έλεγε με σπαστή προφορά. Καμιά φορά την άκουγα, όταν τέλειωνε τις δουλειές, να παίζει ωραία στο πιάνο  κάποιο κλασσικό κομμάτι ή ένα λαϊκό τραγούδι της χώρας της και να συγκινείται. Άρεσε και στη μαμά. Το όργανο το είχαν αγοράσει για μένα όταν ήμουν μικρός, φέρανε και δάσκαλο, έκανα κάποια μαθήματα στην αρχή, μα γρήγορα βαρέθηκα και το παράτησα.

Την ενημέρωσα για το θάνατο του γιου μας και της είπα να έρθει την άλλη βδομάδα. Δεν έπρεπε ν’ ανησυχεί,  για σήμερα θα πληρωνόταν κανονικά. Ξέραμε την ανάγκη της και πάντα της δίναμε κάτι παραπάνω. Εκείνη τη στιγμή βγήκε από το μπάνιο η γυναίκα μου. Όταν τους είδε, μάνα και γιο πλάι πλάι, έβαλε τα κλάματα και ρίχτηκε στην αγκαλιά της. Ο μικρός αναστατώθηκε κάπως. Η γυναίκα με τη σπαστή προφορά προσπάθησε να την παρηγορήσει. Ήξερε από αυτά. Είχε χάσει κι αυτή το πρώτο της παιδί, ένα κοριτσάκι, πάνω στη γέννα, μάλιστα είχε κινδυνεύσει και η δικιά της ζωή. «Υπομονή, κυρία, υπομονή!» της είπε. Ο μικρός κοιτούσε τρομαγμένος τις δυο γυναίκες να κλαίνε. Τον κοίταξε κι αυτή, του χαμογέλασε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό και βγήκα στο μπαλκόνι να το σηκώσω. Ήταν ο πεθερός μου. Σε έντονο ύφος, αυστηρά επαγγελματικό, μού είπε ότι αύριο έπρεπε να γυρίσω στην δουλειά. Καταλάβαινε τον πόνο της κόρης του και θα της συμπαραστεκόταν, μα όχι και το δικό μου. Λυτούς και δεμένους έβαλαν για να καλύψουν το φόνο –έτσι τον αποκαλούσε- για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο, όχι μόνο έπρεπε να τους ζητήσω γονατιστός συγνώμη αλλά να τους πω και ευχαριστώ. Κανονικά, αυτή τη στιγμή, θα έπρεπε να μ’ έχουν αλυσοδεμένο, είπε.  «Με τη δουλειά θα τα ξεχάσεις όλα» με ειρωνεύτηκε και μου ‘κλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα. Δεν με ξένισε η συμπεριφορά του, στα επαγγελματικά ήταν πάντα άτεγκτος, πως αλλιώς θα γινόταν και διευθυντής. Την μόνη παραχώρηση που δέχτηκε να κάνει ήταν να αργώ καμιά φορά το πρωί, άντε μέχρι τις δέκα, όχι παραπάνω, μα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις με κρατούσε παραπάνω στο τελείωμα. Όμως, με πείραξε το ύφος του, έβγαζε πολύ φαρμάκι. Αν βρισκόμασταν μούτρα με μούτρα δεν θα τολμούσε ο μπάσταρδος να μου μιλήσει μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά τώρα κρυβόταν καλά πίσω απ’ το τηλέφωνο. Εγώ πάντως, όπως είχα καθήκον, τον ενημέρωσα.

Από μέσα άκουγα μια λυπημένη μελωδία. Η καθαρίστρια είχε καθίσει στο πιάνο και έπαιζε αργά και αισθηματικά ένα μελαγχολικό κομμάτι της πατρίδας της. Δίπλα της η γυναίκα μου, με την κούπα του καφέ στο χέρι, άκουγε, αγκαλιασμένη τρυφερά με το μικρό παιδί. Πήγα να τη χαϊδέψω, μα με κοίταξε αδιάφορα, σχεδόν εχθρικά, κι αποτραβήχτηκε. Την έβλεπα σιγά σιγά να μεταμορφώνεται ξανά στην αποφασιστική σύζυγο με την ατσάλινη θέληση που γνώριζα τόσα χρόνια, αυτή που από νωρίς είχε πιάσει τη ζωή απ’ τα κέρατα και που γρήγορα θα ξεπερνούσε το θάνατο του παιδιού μας, θα με χώριζε και θα συνέχιζε ακάθεκτη τη λαμπρή της σταδιοδρομία. Δεν την είχα πάρει δα και τα χρόνια, κάποιον ώριμο, αποκαταστημένο και κατασταλαγμένο άντρα θα έβρισκε να τις χαρίσει δυο κουτσούβελα και τη δική μας θλιβερή ιστορία θα τη θεωρούσε απλά ένα μεγάλο νεανικό σφάλμα, παρασυρμένη απ’ τις κακές βουλές του θεού έρωτα και τους σκοτεινούς νόμους της σάρκας. Ήξερα ότι από σήμερα κιόλας θα μάζευε τα πράγματά της και θα μετακόμιζε στο πατρικό της βάζοντας μπρος για το διαζύγιο. Και εγώ θα έμενα ολομόναχος μέσα στο τεράστιο σπίτι των πεθαμένων γονιών μου.

Έτσι αδιάφορα την κοίταξα κι εγώ και άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω. Με το άδειο σπιρτόκουτο στην τσέπη.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ



Τους ακούω να ‘ρχονται. Πλησιάζουν από παντού. Τα σκυλιά τους γρυλίζουν με τα ρουθούνια κολλημένα στο έδαφος. Είναι εκπαιδευμένοι και πάνοπλοι, μα κι εγώ πλέον έχω γίνει τσακάλι. Εφαρμόζω αυστηρή συσκότιση και τους περιμένω. Βλέπω και κάμερες της τηλεόρασης και δημοσιογράφους, τα κοράκια ήρθαν να καλύψουν ζωντανά τη σύλληψή μου. Η αγωνία του κοινού έχει κορυφωθεί, η τηλεθέαση χτυπάει απίστευτα ποσοστά. Απ’ τους καναπέδες τους όλοι παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα. Και οι μπάτσοι με κυκλώνουν όλο και πιο πολύ. Ο κλοιός σφίγγει, μα είμαι αποφασισμένος να πουλήσω ακριβά το τομάρι μου. Το ξέρουν βέβαια και είναι προσεκτικοί. Πάντως, το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται να παραδοθώ. Αν με πιάσουν ζωντανό στα χέρια τους ξέρω τι με περιμένει. Δεν πιστεύω τις υποσχέσεις που ακούγονται στα μεγάφωνα, από τέτοια ψέματα ξέρουν καλά. Ανθρώπινη αντιμετώπιση και δίκαιη δίκη, λένε. Κουραφέξαλα, είναι καθάρματα, σκυλιά ατάιγα, δίχως μπέσα. Όμως, φοβούνται και λίγο. Εγώ καθόλου. Έχω πάρει τις αποφάσεις μου και τους περιμένω.

Κι όμως, δεν είχα σκοπό να μπλέξω, με ανάγκασαν. Το μόνο που ήθελα ήταν μια ήσυχη ζωή, μονάχος στη φωλιά μου, σ’ αυτή την υπόγεια γκαρσονιέρα των είκοσι οκτώ τετραγωνικών, μακριά απ’ όλους, χωρίς ηρωισμούς και εξάρσεις. Κουραστικά και άσκοπα ειν’ όλα αυτά και σίγουρα όχι του χαρακτήρα μου. Να περνούσαν ήρεμα τα χρόνια, ήθελα, και να πήγαινα στο καλό. Να μην με πειράζουν, για να μην τους πειράξω. Σαν να μην υπάρχω ήθελα να ζω, εντελώς αόρατος. Μέχρι τώρα τα είχα καταφέρει καλά. Λαθρεπιβάτης, αδιάφορος για όλους, με σχέσεις ρηχές, τυπικές και ανώδυνες. Όμως με πείραξαν και την πάτησαν, όπως την πάτησα κι εγώ. Το κεντρί βγήκε απ’ τη θήκη κι έσπειρε τον όλεθρο. Μα δεν γινότανε αλλιώς, αυτή τη φορά δεν μπορούσα να το αποφύγω. Συνήθως, έδινα τόπο στην οργή. Ξέγραφα απ’ τη μνήμη μου κάθε δυσάρεστο συμβάν και συνέχιζα την ήσυχη ρουτίνα μου. Μισούσα τη βία, την έβρισκα ακαλαίσθητη, αποκρουστική, μα αυτή τη φορά το ποτήρι ξεχείλισε. Η εκδίκηση έπρεπε να είναι σκληρή, η τιμωρία τους διαρκής και ανελέητη. Χρόνια συσσωρευμένης οργής και μίσους έπρεπε να εκτονωθούν προς την σωστή κατεύθυνση. Οι φταίχτες έπρεπε να πληρώσουν. Παρόλο που ήξερα ότι, με τον τρόπο αυτό, αργά ή γρήγορα, υπέγραφα την θανατική μου καταδίκη.

Πριν από τρεις μήνες άρχισαν όλα. Ένα κρύο χειμωνιάτικο απόγευμα βρέθηκα στη μέση του κυκλώνα, τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο. Πάλι είχαν ξεσπάσει ταραχές και το κέντρο της πόλης είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Ο χαμός. Διαδηλώσεις, πορείες, οδοφράγματα, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, φωτιές σε κάδους και μαγαζιά, δακρυγόνα, κυνηγητά κουκουλοφόρων με τις δυνάμεις της τάξης και της ασφάλειας. Ένας νεκρός και σαράντα πέντε τραυματίες, είπαν αργότερα, κάποιοι από αυτούς πολύ σοβαρά. Μου είχε κοπεί η ανάσα από τα χημικά, τα μάτια μου έκαιγαν και πονούσαν, μα δεν μπορούσα να κάνω κάτι, ούτε να προφυλαχτώ σε κάποιο μαγαζί, είχαν όλα κατεβάσει ρολά. Τύλιξα το κασκόλ γύρω απ’ το πρόσωπο, λούφαξα σε μια γωνιά και περίμενα. Τελικά η τάξη αποκαταστάθηκε, η ασφάλεια επανήλθε δριμύτερη και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Λίγο παρακάτω, υπήρχε μπλόκο της αστυνομίας. Μια κοπέλα ούρλιαζε και την έσερναν καροτσάκι στην κλούβα. Σταμάτησαν κι εμένα. Δεν φοβήθηκα ιδιαίτερα, ένας τυπικός έλεγχος, σκέφτηκα. Είχα πάντα μαζί μου ταυτότητα και δεν είχα πειράξει κανέναν. Και το ποινικό μου μητρώο καθαρότατο, αψεγάδιαστο, ποτέ δεν είχα πάρε δώσε με τον νόμο, πάντα φυλαγόμουνα, πάντα ήμουνα προσεχτικός. Φορούσαν όλοι κουκούλες και κράνη, δεν μπορούσες να διακρίνεις φάτσες. Πρώτα μου έκαναν σωματικό έλεγχο, κατόπιν ζήτησαν  τα χαρτιά μου. Κάποιος με ρώτησε με αυστηρό ύφος που πήγαινα τέτοια ώρα. «Μια βόλτα για καφέ» τους απάντησα χαμογελώντας. Ήθελα να δείχνω χαλαρός και άνετος, μα μετά από λίγο ο θηριώδης επικεφαλής  είπε ότι έπρεπε να τους ακολουθήσω στο τμήμα. Πιθανώς κάποια παλιά υπόθεση, ένα ένταλμα που εκκρεμούσε, κάτι τέτοιο. Απόρησα, μα μπήκα  στο περιπολικό. Ήξερα ότι κάθε διαμαρτυρία και αντίσταση θα ήταν μάταιη και σίγουρα θα χειροτέρευε τη θέση μου. Σίγουρα κάποια παρεξήγηση είχε γίνει. Μια απλή συνωνυμία ίσως. Συμβαίνει καμιά φορά.

Στο τμήμα ο αξιωματικός υπηρεσίας με κατηγόρησε χωρίς περιστροφές ότι είμαι μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης. Πάγωσα, έμεινα κόκαλο να τον κοιτάζω. Μου είπε και το όνομά της, δεν το είχα ξανακούσει. Πρέπει να ήταν φρέσκια και τον τελευταίο καιρό δεν παρακολουθώ τις ειδήσεις. Έπρεπε να ομολογήσω τα πάντα και με λεπτομέρειες, διαφορετικά οι συνέπειες του τρομονόμου –πρόσφατα είχε ψηφιστεί, ούτε αυτό το γνώριζα- θα ήταν καταπέλτης πάνω μου, πολύ οδυνηρές, είπε. Πλέον είχαν λυμένα χέρια. «Δεν ξέρω γιατί πράγμα μιλάς», απάντησα  και μάλλον ο ενικός μου τον ενόχλησε. Μου βγήκε αυθόρμητα, όχι ότι ένιωσα κάποια οικειότητα μαζί τους, περισσότερο σαν άμυνα,  ασυνείδητα όμως μπορεί και να ήθελα να τον προσβάλλω, τουλάχιστον να καταλάβει ότι δεν μιλάει σε κάποιον υφιστάμενό του ή στο τελευταίο σκουπίδι της κοινωνίας. Σίγουρα, το ύφος μου τον πείραξε. «Δεν πρόκειται να ξαναδείς το φως του ήλιου!» ούρλιαξε κατακόκκινος μπρος στα μούτρα μου και αμέσως οι μαντραχαλαίοι με στρίμωξαν στον τοίχο. Μετά απ’ αυτό άρχισα πραγματικά να φοβάμαι, μα έπρεπε να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Τους ρώτησα αν έχω συλληφθεί και ζήτησα να τηλεφωνήσω στον δικηγόρο μου. «Πάρτε τον κάτω!» διέταξε ο αρχιμπάτσος χωρίς να μου δώσει απάντηση. Είχα πανιάσει απ’ τον φόβο μου, έτρεμα σύγκορμος, δεν μπορούσα να βγάλω λέξη. Με πήραν σηκωτό. Κατεβαίναμε σκάλες, ατέλειωτες σκάλες, στρίβαμε σε σκοτεινούς διαδρόμους και στο τέλος καταλήξαμε σε ένα άδειο κελί. Στη φωλιά του κούκου. Έκανε πολύ κρύο εκεί μέσα. Μου έβγαλαν τα ρούχα, με ξεβράκωσαν τελείως και με έβαλαν να σκύψω, για να με ψάξουν δήθεν. Κάθονταν γύρω γύρω και χαζογελούσαν. Κάποια  στιγμή ένιωσα ένα παγωμένο μέταλλο να ακουμπά τη γυμνή μου πλάτη, να προχωρά αργά αργά προς τα κάτω και να σταματά ακριβώς στον πισινό μου. Ρίγησα ολόκληρος. Μου ζήτησαν πάλι να ομολογήσω, μα δεν ήξερα τι να τους πω, τα είχα χαμένα, ούτε καν ένα πιστευτό ψέμα δεν μπορούσα να σκεφτώ εκείνη την ώρα για να ηρεμήσουν κάπως. Έμεινα σιωπηλός να  κοιτάζω το πάτωμα. Άρχισαν να με βρίζουν και να με χτυπάνε με τα κλομπ. Έριχναν και κλωτσιές στα πλευρά, στα αρχίδια, παντού. Χτυπούσαν στα τυφλά και βρίζανε. Είχα κουλουριαστεί σε μια γωνία και προσπαθούσα να φυλαχτώ. Ούρλιαζα απ’ τους πόνους, ούρλιαζαν κι αυτοί. «Τώρα είναι λυμένα τα χέρια μας, ρε παλιόπουστες. Θα σας γαμήσουμε όλους, μουνόπανα!» φώναζαν και χτυπούσαν. Μετά, δεν ξέρω τι έγινε, λιποθύμησα.

Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, άνοιξε η πόρτα του κελιού, μπήκαν μέσα, μου είπαν καλημέρα, μου δώσανε να πιω νερό, με βοήθησαν να ντυθώ και μου ζήτησαν συγνώμη για την ταλαιπωρία. Κάποιο λάθος είχε γίνει, ήταν διαβολική η ομοιότητα, μπερδεύτηκαν, πέρασαν και την ταυτότητά μου για πλαστή, «ξέρεται πως είναι αυτά, όλα μπορούν να συμβούν στις μέρες μας» είπαν. Μου μιλούσαν πάλι στον πληθυντικό, με ευγένεια, συμπονετικά, αλλά έφταιγα κι εγώ, είπαν, τους μπέρδεψε το μούσι μου, δεν υπάρχει στη φωτογραφία της ταυτότητας, καλό θα ήταν να το κόψω, να μη δημιουργηθούν ξανά παρόμοιες παρεξηγήσεις. «Δυστυχώς, είναι αυτές οι περίεργες συμπτώσεις που δυσκολεύουν τη δουλειά μας», δικαιολογήθηκαν. Με έβαλαν στο περιπολικό και μ’ άφησαν πάλι κάπου στο κέντρο. Καλό θα ήταν να ξεχάσω το περιστατικό, είπαν. Έτσι κι αλλιώς σταβιβλία τους δεν είχε καταγραφεί, σαν να μην έγινε. Μαφιόζικες καταστάσεις δηλαδή.Είχα τα χάλια μου. Έκαιγα απ’ τον πυρετό, το κορμί μου έτρεμε ολόκληρο και πονούσε. Δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος, σωριάστηκα στο πεζοδρόμιο. Ένας περαστικός κάλεσε τις πρώτες βοήθειες, έφτασε γρήγορα το ασθενοφόρο και με πήγανε στα επείγοντα. Η διάγνωση ήταν βαριά πνευμονία. Κάθισα δυο βδομάδες στο νοσοκομείο. Οι γιατροί και οι νοσοκόμοι με ρώτησαν για τους μώλωπες και τα χτυπήματα στο σώμα μου. Με βάρεσαν φαντάσματα στον ύπνο μου έλεγα στον ένα, κατρακύλησα απ’ τις σκάλες στον άλλο, βούτηξα απ’ το μπαλκόνι στον τρίτο. Κουνούσαν πάνω κάτω το κεφάλι τους, ίσως να με πέρασαν και για τρελό, μπορεί όμως και να κατάλαβαν. Πάντως, δεν επέμειναν να μάθουν, ούτε κάλεσαν την αστυνομία.  Δυο βδομάδες ακόμη έμεινα ξάπλα στο σπίτι. Ευτυχώς στον μεγάλο μου πόνο με βοήθησε η συμπαθητική κυρία του ισογείου που έμενε ακριβώς πάνω από μένα. Μου έφτιαχνε καμιά σούπα, μου ψώνιζε τα αναγκαία, μου έδινε τα φάρμακά μου, έκανε και λίγο παρέα τα απογεύματα. Μόνη έμενε κι αυτή, δεν είχε παρέα, συνταξιούχος του δημοσίου, ο άντρας της είχε πεθάνει εδώ και χρόνια. Μόνο καμιά φορά που μου έλεγε για τη ζωή της την έπιανε το παράπονο και έβαζε τα κλάματα και αυτό κάπως μ’ ενοχλούσε.

Όταν συνήλθα για τα καλά έψαξα το τηλέφωνο ενός παλιού φίλου απ’ το στρατό. Ευτυχώς το είχα κρατήσει. Μου είχε υποχρέωση κι ήξερα ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ, να βασιστώ πάνω του. «Ότι θελήσεις αδερφέ μου, και στη φωτιά να πέσω για χάρη σου!» μου ‘χε πει τότε. Πάντα υπερβολικός ο φίλος. Ήξερα ότι είχε μπλέξει σε παλιοδουλειές, μα είχε μπέσα και μπορούσε να βοηθήσει. Σήκωσε το τηλέφωνο η μητέρα του και μου τον έδωσε. Με θυμήθηκε αμέσως, απ’ τη φωνή. Μάλλον κατάλαβε ότι είχα μπλεξίματα και δεν ρώτησε πολλά. «Έτσι κι αλλιώς, αυτά δεν λέγονται απ’ το τηλέφωνο», είπε. Συμφώνησα, καλύτερα από κοντά.  Στην καφετέρια δυσκολεύτηκε να με αναγνωρίσει. «Άλλαξες» είπε και μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Χάρηκε που με είδε μετά από τόσα χρόνια. Αυτός δεν είχε αλλάξει πολύ. Είχε διατηρήσει το χιούμορ του και μια παιδικότητα –συνέχεια γελούσε- η παλιά ομορφιά βέβαια είχε πλέον ξεφτίσει, η λάμψη των ματιών του είχε χαθεί, τα μαλλιά του είχαν αραιώσει, είχαν γκριζάρει και κάποιες ρυτίδες είχαν φανεί στο μέτωπο. Θυμηθήκαμε τα παλιά, τις πλάκες στο στρατό, δεν είχαμε περάσει κι άσχημα, τότε που κοροϊδεύαμε τους καραβανάδες και γελούσαμε με την καρδιά μας. Δεν είχαμε συναντήσει και λίγους μαλάκες εκεί μέσα. «Ήμασταν παιδιά», του είπα κάπως μελαγχολικά και μου απάντησε ότι δεν μας πήραν δα και τα χρόνια, έχουμε ζωή μπροστά μας. Είχε παντρευτεί, είχε κάνει κι ένα παιδί, είχε χωρίσει -τώρα είχε άλλη γκόμενα- είχε μπει και φυλακή κάνα δυο φορές, για λίγο. Είχε προλάβει να τα κάνει όλα και δεν είχε παράπονο απ’ τη ζωή του. Ήταν αισιόδοξος ακόμη. Θυμηθήκαμε και τότε που τον γλύτωσα απ’ το στρατοδικείο, όταν έχωσε το μαχαίρι στο λαιμό του  Διοικητή. Ήμουν ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, αλλά στην κατάθεση είπα ότι δεν είδα και δεν άκουσα τίποτα. Άδικα τον κατηγορεί ο Διοικητής, δεν ξέρω τους λόγους, μπορεί να ‘χει προηγούμενα μαζί του, είπα. Ίσως να του πηδάει τη γυναίκα, αυτό δεν το ‘πα. Αφήνιασαν όλοι και τα βάλανε μαζί μου, με απείλησαν με στρατοδικείο, μου ρίξανε και κάποιες καμπάνες για κάτι ασήμαντες αφορμές, τελικά με ανέλαβε η στρατονομία για τα περαιτέρω. Πριν προλάβουν να με στριμώξουν, μέσα στο κελί το πρώτο βράδυ έκοψα τις φλέβες μου. Η απόπειρα της αυτοκτονίας μου τους θορύβησε, γράφτηκε και στις εφημερίδες, μέχρι και στη βουλή έφτασε το θέμα μου. Φοβήθηκαν και απ’ το νοσοκομείο μ’ έστειλαν στο ψυχιατρείο. Στην κατάθεση είπα ψέματα ότι είχα βασανιστεί αγρίως απ’ τους στρατονόμους και διάφορα άλλα ευφάνταστα και προκλητικά που θορύβησαν την ιεραρχία του στρατεύματος. Τελικά η υπόθεσή μου κουκουλώθηκε και μου δώσαν τρελόχαρτο για σοβαρούς λόγους ψυχασθένειας, όπως έγραψαν, νομίζοντας πως έτσι με τιμωρούν. Με λίγα λόγια, τελικά, την έβγαλα καθαρή κι από τότε έγινα πολύ προσεχτικός. Αργότερα, αφού απολύθηκα, έμαθα από τον φίλο μου ότι αυτόν τον βασάνισαν για να ομολογήσει, μα δεν έσπασε, ήταν από τότε σκληρό καρίδι. Ετσι, το τρίτο βράδυ, με το που τους είδε να μπαίνουν στο κελί του όρμησε κατά πάνω τους και τους στραπατσάρησε τα μούτρα.Τρία από αυτά τα μουνόπανα τα έστειλε στο νοσοκομείο. Επιπλέον, φοβήθηκαν μην κάνει κι αυτός καμιά τρέλα –είχε ήδη γίνει η δικιά μου απόπειρα- και με συνοπτικές διαδικασίες του δώσανε κι αυτονού κίτρινο χαρτί. Μόνο λυπήθηκα που δεν βρεθήκαμε μαζί στο τρελάδικο, στο ίδιο δωμάτιο, σε διπλανά κρεβάτια. Πλάκα θα είχε. «Μου στάθηκες σαν πραγματικός φίλος» είπε και τα μάτια του βούρκωσαν. Είπαμε κι άλλα, πιο ευχάριστα. Του είπα κι εγώ κάποια παλιά δικά μου, όχι όμως και τα πρόσφατα γεγονότα. Μετά μπήκαμε στο ψητό. Έπρεπε να μου βρει ένα πιστόλι με σιγαστήρα και μπόλικες σφαίρες. Και γρήγορα μάλιστα. Δεν μ’ ένοιαζε αν είχε ξαναχρησιμοποιηθεί. Έτσι θα μου ερχόταν και πιο φθηνά, είπα.

Δεν με ρώτησε τι το ήθελα και το ‘φερε μετά από τρεις μέρες στην ίδια καφετέρια μέσα σ’ ένα κουτί. Δεν ήθελε να μου πάρει λεφτά, ήταν δώρο, επέμεινε. Μείναμε σιωπηλοί και μελαγχολικοί να καπνίζουμε και να χαζεύουμε τον κόσμο που περνούσε έξω από την τζαμαρία βιαστικός και αδιάφορος. Κάπου κάπου κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε. Δεν είχαμε κάτι άλλο να πούμε. Τα νήματα της ζωής μας είχαν και πάλι διασταυρωθεί μετά από τριάντα χρόνια, δεν ήταν και λίγο.  Αποκτούσα και πάλι έναν καλό και έμπιστο φίλο, την ώρα που τον χρειαζόμουνα,  μετά από τόσα χρόνια εθελούσιας μοναξιάς, όταν σιγά σιγά είχα διώξει όλους τους ανθρώπους από κοντά μου και είχα κλειστεί στο καβούκι μου. Είχα επιλέξει την μοναξιά, την ελευθερία να μην δίνω λογαριασμό σε κανέναν για τις πράξεις μου, με μοναδική παρηγοριά την καλοσύνη των ξένων. Τη χαμογελαστή φουρνάρισσα, την όμορφη υπάλληλο του σούπερ μάρκετ, τον νεαρό περιπτερά, την καλοκάγαθη μοναχική γειτόνισσα του ισογείου, τον έντιμο και συμπονετικό διαχειριστή της πολυκατοικίας, την ευγενική αλλοδαπή καθαρίστρια και τόσους άλλους. Δεν είχα χάσει την ελπίδα μου για τους ανθρώπους, μονάχα , μεγαλώνοντας και γερνώντας, δεν τους ήθελα ασφυκτικά κοντά μου, όσο για τους υπόλοιπους μακριά και αγαπημένοι.   Στο τέλος αγκαλιαστήκαμε κι αποχαιρετιστήκαμε. «Να προσέχεις» μου είπε και «να βρισκόμαστε κάπου κάπου να τα λέμε». Έτσι υποσχεθήκαμε ο ένας στον άλλον, μα την ίδια στιγμή είχαμε ένα ισχυρό δυσοίωνο προαίσθημα πως δεν θα ξαναβλεπόμασταν.

Ήταν καθαρά ζήτημα φιλότιμου, αξιοπρέπειας. Έπρεπε να πληρώσουν. Όλοι τους, όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο. Αυτοί φταίγανε, που δεν δείχνανε τα πρόσωπά τους. Τώρα θα πλήρωναν όλοι, αθώοι και φταίχτες. Ξαφνικά, μέσα σε μια νύχτα, έγινα σκληρός καργιόλης. Ξύρισα τα γένια, έβαλα κολόνιες κι αρώματα και μετά από πολλά χρόνια φόρεσα κουστούμι και γραβάτα. Νύχτα κυκλοφορούσα επίσημος και στολισμένος, με ένα μακρύ μαύρο παλτό και τα χέρια στις τσέπες, η αριστερή τρύπια για να χωράει το όπλο. Όπου τους έβρισκα μονάχους ή το πολύ δυο-δυο, τους πλησίαζα χαμογελαστός –συνήθως ήταν ευγενικοί και ανταπέδιδαν το χαμόγελο- και χωρίς δεύτερη κουβέντα τούς πυροβολούσα εξ επαφής και πάντα με απόλυτη επιτυχία. Δεν αστόχησα ποτέ, κανείς δεν γλύτωσε. Ήμουν ψύχραιμος και αποφασισμένος, σαν έμπειρος επαγγελματίας, πολλά χρόνια εκτελεστής. Αρχικά γυρόφερνα το συγκεκριμένο αστυνομικό τμήμα, την αμαρτωλή μαφία που με είχε ταπεινώσει. Κρυβόμουν στη σκοτεινή γωνιά και τους παρατηρούσα.  Κάθε τόσο αμέριμνοι έβγαιναν έξω να καπνίσουν ή να μιλήσουν με την ησυχία τους στο τηλέφωνο. Προσπαθούσα να θυμηθώ τις φωνές τους μέσα από τις κουκούλες, μα δεν τα κατάφερνα, όλες μου φαίνονταν ίδιες. Είχα μόνο συγκρατήσει την αγριοφωνάρα του θηριώδη γορίλα. Ήταν το πρώτο μου θύμα. Ήρθε προς τη γωνιά μου για να κατουρήσει δίπλα στον κάδο με τα σκουπίδια. Κακή συνήθεια. Την ώρα που ξεκούμπωνε το παντελόνι και πέφτανε οι πρώτες στάλες τού κόλλησα το περίστροφο στον ξυρισμένο του σβέρκο. Δεν κατάλαβε τίποτα, δεν ήθελα να τον ταλαιπωρήσω, παρ’ όλο που δεν του άξιζε ένας ανώδυνος θάνατος. Από ανθρωπισμό όμως είχα αποφασίσει να μην τους βασανίσω, να μην καταλάβουν τίποτα. Ακούστηκε ένα στιγμιαίο σφύριγμα –φλοπ- και ο μαντράχαλος σωριάστηκε απαλά, χωρίς θόρυβο, πάνω στις σακούλες των σκουπιδιών και τα πεταμένα χαρτόκουτα.

Δεν είχα παράπονο. Πάντα έβρισκα τρόπο να τους ξεμοναχιάζω σε απόμερα δρομάκια και να τους φυτεύω μια αθόρυβη σφαίρα στο κεφάλι. Τα «φλοπ» του σιγαστήρα έγινε ο αγαπημένος μου ήχος -κάτι σαν παιδικό παιχνίδι- όταν τον άκουγα ένιωθα απίστευτη ευχαρίστηση. Αυτοί δεν καταλάβαιναν τίποτα, εγώ όμως το απολάμβανα. Έτσι, οι εκτελέσεις συνεχίζονταν κανονικά κι είχαν φτάσει στο μαγικό αριθμό δεκαεπτά. Το παράξενο ήταν ότι οι ειδήσεις της τηλεόρασης, αλλά και στο ίντερνετ, αναφέρθηκαν μόνο στην πρώτη, εκείνη του επικεφαλής, σε καμία άλλη. Οι αρχές μάλιστα την είχαν αποδώσει σε τρομοκρατικό χτύπημα εκδίκησης για τον νεκρό των επεισοδίων και περίμεναν την προκήρυξη από κάποια νεοσύστατη, σύμφωνα με τις πληροφορίες τους, τρομοκρατική οργάνωση, που βρίσκονταν στα ίχνη της και σύντομα πίστευαν ότι θα εξαρθρώσουν. Μάλιστα η βαλλιστική έρευνα έδειξε ότι το όπλο του αποτρόπαιου εγκλήματος είχε ξαναχρησιμοποιηθεί σε δύο ληστείες τραπεζών, ευτυχώς αναίμακτες.  Οι αρχές βρίσκονταν σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού με επαυξημένες περιπολίες στους δρόμους, η πόλη σχεδόν είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πολιορκίας. Ήταν ζήτημα τιμής για την αστυνομία να συλληφθούν οι υπαίτιοι και να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη. Καλούσαν κάθε νομοταγή και ευυπόληπτο πολίτη που ήξερε κάτι, που είχε μια σημαντική πληροφορία να τους βοηθήσει, και πάντα με το αζημίωτο. Ο ευσυνείδητος επαγγελματίας και αστυνομικός καριέρας που είχε πέσει θύμα της ύπουλης ενέδρας, όπως έλεγαν, είχε γυναίκα και δύο ανήλικα τέκνα, φωτογραφίες τους έδειξαν στην τηλεόραση –έδωσαν και συνεντεύξεις- οι οποίες προκάλεσαν την αγανάκτηση αλλά και την συγκίνηση του κοινού. Οι υπαίτιοι επικηρύχθηκαν με ένα αρκετά σεβαστό ποσό, για όποιον βοηθούσε στη σύλληψή τους. Επιστρατεύτηκαν πάμπολλοι πληροφοριοδότες, καταδότες και χαφιέδες, μα δε γνώριζαν ότι είχαν απέναντί τους τον μοναχικό λύκο της στέπας, απρόσβλητο απ’ τα σαΐνια και τα λαγωνικά τους, που δρούσε πάντα μόνος και με άκρα μυστικότητα. Και ούτε βέβαια τους έστειλα προκήρυξη. Ίσως κάποια στιγμή να κατάλαβαν ότι όλοι οι φόνοι προέρχονται από ένα μόνο άτομο, άρα πήγαινε στράφι και η υπόθεση περί τρομοκρατίας. Τότε θα επιστρατεύτηκαν ψυχολόγοι, ψυχίατροι και άλλοι ειδικοί που είχαν καθήκον να εντοπίσουν και να περιγράψουν τα χαρακτηριστικά του κατά συρροή ψυχοπαθή δολοφόνου που του αρέσει να σκοτώνει ένστολους, αθόρυβα, όσο πατάει η γάτα, έτσι, για πλάκα. Ίσως πάλι να έψαχναν στα αρχεία τους ποιοι θα μπορούσαν να έτρεφαν τέτοιο απύθμενο μίσος για τους μπάτσους και για πιο λόγο, μα και στην περίπτωση αυτή δεν θα ‘βγαζαν άκρη, ήταν εκατοντάδες ως και χιλιάδες τα θύματα της αστυνομικής βίας. Επιπλέον, η δικιά μου περίπτωση δεν είχε καταγραφεί στα κιτάπια τους. Έτσι τουλάχιστον μου είχανε πει. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ. Παρ’ όλο που εγώ, απ’ την πλευρά μου, κρατούσα ανοιχτά τεφτέρια κι είχα ανεξόφλητους λογαριασμούς μαζί τους.

Όμως, το μίσος και η οργή μου είχε πια ξεθυμάνει. Πίστευα ότι δεκαεφτά πτώματα ήταν αρκετά, έπρεπε πλέον να επιστρέψω στη ρουτίνα μου. Μου έφτανε ότι όλος ο κρατικός μηχανισμός είχε χεστεί πάνω του απ’ το φόβο και είχε βρεθεί σε αδιέξοδο, δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Ίσως περίμενε από μένα να κάνω τη λάθος κίνηση. Είχαν όμως δυσκολέψει και τα πράγματα. Οι μπάτσοι είχαν πλέον γίνει πολύ προσεχτικοί, κινούνταν μες στην πόλη μόνο κατά ομάδες, ποτέ λιγότεροι από τρεις, και έκαναν διαρκώς ελέγχους στους περαστικούς με τα όπλα σηκωμένα εναντίον τους. Τρεις μήνες  κρατούσε αυτή η κατάσταση και οι φιλήσυχοι πολίτες δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν νύχτα στο δρόμο. Μπορούσαν για το τίποτα να μπλέξουν, κι άντε μετά ν’ αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας. Το βράδυ η πόλη ερήμωνε, σαν να είχε επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας. Ακόμα και τα αυτοκίνητα στους δρόμους είχαν λιγοστέψει, τα λεωφορεία πήγαιναν κι ερχόντουσαν σχεδόν άδεια. Υπήρχε ένα γενικό μούδιασμα, μα και το κράτος είχε πλέον μια καλή δικαιολογία να επιβάλει κάτι σχεδόν σαν στρατιωτικό νόμο, τουλάχιστον όταν έπεφτε το σκοτάδι. Τον βοηθούσε και το γεγονός ότι, ανεπίσημα, από στόμα σε στόμα, είχαν αρχίσει να διαρρέουν και όλες οι άλλες δολοφονίες. Βέβαια, ο εκπρόσωπος τύπου δεν τις επιβεβαίωνε, αλλά τόνιζε με την πρέπουσα σοβαρότητα ότι η υπόθεση έπρεπε με κάθε μέσο να διαλευκανθεί, και η κοινή γνώμη, η πάντα σοφή και κυρίαρχη σιωπηλή πλειοψηφία του καναπέ, συμφωνούσε μαζί του. Έτσι κι αλλιώς, μου είχε μείνει μόνο μια σφαίρα, και δεν ήθελα να μπλέξω παραπάνω τον παλιό μου φίλο απ’ το στρατό. Μου αρκούσε ότι ενώ μάλλον γνώριζε, δεν μιλούσε. Από την άλλη, εγώ πλέον ήμουν στην παρανομία. Τις νύχτες κρατούσα πάντα το πιστόλι στην αριστερή τσέπη –χωρίς σιγαστήρα, δεν τον χρειαζόμουν πια- όμως απέφευγα τους κεντρικούς δρόμους, τα περιπολικά και τα μπλόκα της αστυνομίας. Αν ήμουν άτυχος και έπεφτα πάνω τους είχα αποφασίσει με αυτήν την τελευταία σφαίρα να δώσω τέλος στη ζωή μου. Αυτοί, σίγουρα, θα προτιμούσαν να με πιάσουν και να με γδάρουν ζωντανό, έστω και βαριά τραυματία, να μαρτυρήσω στα χέρια τους το γάλα της μάνας τους. Σίγουρα, τέτοιες εντολές είχαν πάρει, μα δεν θα τους γινόταν το χατίρι. Τις μέρες πάλι συνέχιζα κανονικά τη ζωή μου, χωρίς το περίστροφο στη τσέπη. Καλημέριζα γειτόνους και μαγαζάτορες, έκανα τα λιγοστά μου ψώνια, παρακολουθούσα τις ειδήσεις και τα νέα, ειδικά μη πουν τίποτα για την υπόθεσή μου, διάβαζα και κάνα βιβλίο. Δεν είχα σκοπό να γράψω κάτι, να αφήσω κι εγώ κάτι στην ανθρωπότητα, ούτε καν ως απολογία. Δεν ένιωθα τύψεις για ότι είχα κάνει, ούτε μετάνιωνα για τίποτα. Αυτοί φταίγανε για όλα. Με ανάγκασαν και πλήρωσαν.

Όλον αυτό τον καιρό της μεγάλης θολούρας και του αναβρασμού αλώνιζα με τα πόδια το κέντρο της πόλης σαν αφιονισμένος και πάντα εντός δακτυλίου. Μόνο στο πάρκο δεν πήγαινα. Εκεί είχα πολλούς γνωστούς και τα τελευταία χρόνια η παρουσία μπάτσων είχε γίνει μόνιμη. Δεν ξέρω πως, αφηρημένος και ασυναίσθητα, χτες το βράδυ βρέθηκα στην περιοχή. Είχε μόλις σταματήσει να βρέχει και το χώμα ήταν λασπωμένο. Μια ομάδα με μοτοσυκλέτες βρίσκονταν δίπλα στο φωταγωγημένο  σιντριβάνι –κάθε τόσο πετάγονταν νερά προς τα πάνω- κάπνιζαν και κουβέντιαζαν. Στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ψυχή, το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος απ’ τον ασύρματο. Είχε περάσει σχεδόν μήνας απ’ την τελευταία δολοφονία και μάλλον είχαν κάπως ηρεμήσει, τους έβλεπες πιο χαλαρούς, σαν να είχαν ξεχάσει τελείως τα πρόσφατα γεγονότα. Δεν υπήρχε πια ο τρόμος και η ανησυχία των πρώτων εβδομάδων, ακόμα και οι έλεγχοι των πεζών είχαν ελαττωθεί. Απ’ την άλλη, εγώ είχα πάθει κάτι σαν στερητικό σύνδρομο. Το χέρι μου μέσα στην αριστερή τσέπη άρχιζε να τρέμει όποτε άγγιζε την σκανδάλη, ειδικά μπροστά στη θέα των μπάτσων. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουζε, μα έπρεπε να συγκρατούμε, να διατηρώ την ψυχραιμία μου και να μηνξεχνώ ότι δεν είχα άλλες σφαίρες, μία μόνο για το δικό μου όμορφο κεφάλι. Τα παιδιά αμέριμνα καλαμπούριζαν και γελούσαν. Ένας χοντρούλης είχε χώσει στο στόμα του ένα σάντουιτς και προσπαθούσε να το μασήσει χωρίς να πνιγεί. 

Και τότε τον είδα, ψηλός και αδύνατος, να απομακρύνεται από τους άλλους και να χώνεται μέσα στις σκοτεινές φυλλωσιές και τα πανύψηλα δέντρα. Άρχισα να τρέμω ολόκληρος,  η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, κόντευε να σπάσει. Δεν έπρεπε, μα δεν μπορούσα να συγκρατηθώ στη θέα ενός ακόμα υποψήφιου θύματος, του τελευταίου μάλλον. Σαν αίλουρος -έστω και κάπως γερασμένος- και προσεκτικά να μη με δουν, πήδησα τα κάγκελα και μπήκα στο σκοτεινό πάρκο. Τον πλησίασα αργά και αθόρυβα. Κατουρούσε. Επικίνδυνη συνήθεια που τη νύχτα συνήθως σε βάζει σε μπελάδες. Του κόλλησα το περίστροφο στο σβέρκο, ένιωσε το παγωμένο μέταλλο κι αμέσως πρέπει να κατάλαβε τι τον περίμενε. «Σε παρακαλώ, μη με σκοτώσεις!» ψιθύρισε με μια ψιλή και τρεμάμενη, σχεδόν παιδική φωνή. Ασυναίσθητα σήκωσε τα χέρια του ψηλά και το παντελόνι του έπεσε στο λασπωμένο χώμα. Έτρεμε ολόκληρος, ανάσαινε βαριά, με διακοπές κι από μέσα του έβγαινε ένα υπόκωφο λυγμικό κλάμα. Ξαφνικά, σαν αστραπή, ο χρόνος πάγωσε. Εγώ, με τον ίδιο ενοχικό λυγμό, δέκα χρονών παιδάκι έχω αρπάξει ένα εικοσάρικο απ’ το σακάκι του πατέρα, αυτός έχει ξυπνήσει, μ’ έχει πιάσει στα πράσα και με κοιτάζει βλοσυρός κι αγριεμένος. Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή η ρωγμή της μνήμης, γρήγορα όμως ξαναβρήκα την αυτοκυριαρχία μου. «Γύρνα αργά» του είπα με σκληρή και αποφασιστική φωνή, σαν να τον διέταζε ο προϊστάμενός του, κι αυτός υπάκουσε. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Μέσα στο ημίφως είδα το όμορφο βελούδινο πρόσωπο, το ξανθό εφηβικό τσουλούφι, τα αθώα γαλάζια μάτια. Ήταν νεαρός, σχεδόν παιδί, ούτε καν είκοσι. Ένα φτωχόπαιδο που βρήκε κάποιο πολιτικό μέσο της συμφοράς και φόρεσε τη στολή για να φάει ψωμάκι. Χωρίς να μισεί τους κακούς και τους παράνομους αυτού του κόσμου. Χωρίς να ‘χει κάτι να χωρίσει μαζί μου. Και σίγουρα θα ήταν η πρώτη του υπηρεσία. Άπειρος ακόμα και απρόσεκτος έπεσε πάνω μου, στον μεγάλο και ξακουστό εξολοθρευτή. Και οι άλλοι, οι πιο έμπειροι, οι σύντροφοί του δεν τον προφύλαξαν. Κακιά συνήθεια να κατουράς μόνος σε σκοτεινές και απόμερες γωνιές. Μα το παιδί αυτό ήταν σίγουρα αθώο και παρθένο, ούτε έρωτα δεν θα ‘χε προλάβει να κάνει ακόμα. Και άτυχο. Δυστυχώς, δεν ζούμε σ’ ένα δίκαιο κόσμο, σκέφτηκα, και του κόλλησα το περίστροφο  στο κούτελο. Είχε κοκαλώσει, δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά απ’ το στόμα. Έκλισε τα μάτια και περίμενε την τελευταία μου σφαίρα να εκσφενδονιστεί με ταχύτητα και λάμψη και να τρυπήσει διαμπερώς το όμορφο κρανίο. Ναι, είχε απέναντί του τον εξολοθρευτή άγγελο. Έκανε την προσευχή του και περίμενε.

Δεν μπόρεσα. Ήταν πολύ όμορφος, πολύ αθώος. Όχι, αυτό το παιδί δεν μου έφταιγε σε τίποτα. Ας ήξερα ότι θα ήταν ο εκτελεστής μου. Ότι θα δώσει στην υπηρεσία του τα χαρακτηριστικά μου, θα με ψάξουν και γρήγορα θα με βρουν. Όμως, δεν θα του κρατούσα κακία. Σίγουρα θα τον είχαν αναγκάσει με απειλές και φοβέρες να μιλήσει, αλλιώς θα μπορούσαν να τον κατηγορήσουν ακόμα και για συνένοχο. Στην αρχή θα τους είπε δεν θυμάμαι, δεν φαινόταν το πρόσωπό του στα σκοτεινά, είχα φοβηθεί πολύ, μα κάποια στιγμή θα έσπασε. Σίγουρα θα ήθελε να με καλύψει για να μου ανταποδώσει τη χάρη, όμως, αυτοί έχουν τον τρόπο τους να σε κάνουν να θυμηθείς και να μάθουν αυτά που χρειάζονται. Η μέθοδός τους είναι αποτελεσματική και το καλό παιδί, ζωντανό αλλά ανίκανο πλέον για επικίνδυνες νυχτερινές περιπολίες, θα τρέχει τώρα σε ψυχολόγους και ψυχιατρεία και νωρίς-νωρίς θα κρίνεται ανίκανος για υπηρεσία, ίσως και για ολόκληρο το αστυνομικό σώμα. Σίγουρα, δεν έκανε για μπάτσος το παιδί αυτό, η ανάγκη και οι κακοί σύμβουλοι τον έσπρωξαν στις δαγκάνες τους, αυτοί τον έριξαν στο λάκκο των λεόντων. Ναι, δεν μετανιώνω που δεν τον σκότωσα. Μέσα στον ασήμαντο και ανωφελή μου βίο έκανα και εγώ άλλη μια καλή πράξη, βοήθησα κι εγώ έναν συνάνθρωπο. Τουλάχιστον τώρα υπάρχει άλλος ένας στον κόσμο που θα με θυμάται με ευγνωμοσύνη. Ένα καλό παιδί που δεν θα με κρίνει αυστηρά -κάθαρμα και αποτρόπαιο τέρας θα πουν- όπως όλοι οι άλλοι. Ένα παιδί που αντίκρισε πολύ νωρίς το θάνατο κατάματα και ίσως αυτό δώσει άλλο νόημα στη ζωή του. Έτσι, από την επόμενη μέρα ένα σκίτσο που μου έμοιαζε θανάσιμα έπαιζε και κυκλοφορούσε στα κανάλια, στις ειδήσεις και στο ίντερνετ, παντού. Στο δρόμο αρκετοί με κοιτούσαν παράξενα, άλλοι με τρόμο και κάποιοι σίγουρα θα ειδοποίησαν τις αρχές.

Έχει βραδιάσει για τα καλά και τους περιμένω. Έχω φορέσει το κουστούμι μου, τη γραβάτα μου και το μαύρο μου παλτό.  Το περίστροφο με τη μία και μοναδική σφαίρα βρίσκεται χωμένο στην αριστερή μου τσέπη. Χωρίς τον σιγαστήρα, δεν τον χρειάζομαι πια. Χαϊδεύω απαλά την σκανδάλη και δεν τρέμω. Γενικά είμαι ήρεμος. Αρχικά, είχα αποφασίσει να περάσω κρυμμένος εδώ μέσα το υπόλοιπο της ζωής μου, να βγαίνω στον έξω κόσμο μόνο για τα απολύτως απαραίτητα, ας πούμε μια φορά το μήνα -έτσι κι αλλιώς είμαι ολιγαρκής- αμέσως όμως σκέφτηκα ότι αργά ή γρήγορα θα ανακάλυπταν την κρυψώνα μου. Αν μπορούσα θα παγίδευα την είσοδο, θα έστρωνα ένα βαθύ ναρκοπέδιο για να τους εμποδίσω, μα και πάλι όλες αυτές οι προετοιμασίες λίγο θα καθυστερούσαν την τελική τους έφοδο. Ξέρω, λοιπόν, ότι σε λίγο έρχεται το τέλος, τους βλέπω από τις γρίλιες να πλησιάζουν. Τους ακούω. Αργά ή γρήγορα θα σπάσουν την πόρτα και θα μπουκάρουν μέσα με ουρλιαχτά, γαβγίσματα, κραυγές πολεμικές και ιαχές. Τα μανιασμένα λυκόσκυλα θα ορμήσουν κατά πάνω μου και θα μου ξεσκίσουν τις σάρκες, το μαύρο παλτό και το επίσημο κουστούμι που φύλαγα για την κηδεία μου θα γίνουν κουρέλια, και οι παπάδες, ξέρεις, δεν σε θάβουν αν δεν έχεις ευπρεπή εμφάνιση και κατάλληλο ένδυμα. Όμως,  αυτή η μικρή λεπτομέρεια λίγο με νοιάζει πια, το ίδιο και τις δυνάμεις καταστολής. Γι’ αυτούς η αποστολή τους θα έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία. Τα κανάλια θα μιλούν για άλλον έναν θρίαμβο της αστυνομίας ενάντια στην τρομοκρατία, ο αρμόδιος υπουργός προστασίας του πολίτη χαμογελαστός και καμαρωτός θα δίνει συνεντεύξεις –ήταν παρών ο ίδιος και συντόνισε την όλη επιχείρηση, θα πει- οι νοικοκυραίοι με επευφημίες και ζητωκραυγές ξαπλωμένοι στον καναπέ τους θα χειροκροτούν, αφού Θα μπορούν και πάλι να κυκλοφορούν με ασφάλεια τα βράδια, να μασουλάνε ξεροψημένες μπριζόλες  στις ταβέρνες και να πίνουν χαλαροί και ξέγνιαστοι τα ποτά τους στα μπαρ. Κατόπιν θα αλλάξουν κανάλι για να δούνε μπάλα και η ζωή τους θα συνεχίσει την όμορφη ρουτίνα τους. Σίγουρα, όλοι τους θα ‘ναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους, τα κατάφεραν και σήμερα, θα πούνε, δεν είναι δα και για πέταμα, κάτι αξίζουν κι αυτοί. Και σιγά σιγά η πόλη θα ξαναβρεί τους παλιούς ήσυχους ρυθμούς της. Και τα χρόνια θα περάσουν για όλους ειρηνικά και ανεπαίσθητα. Μα δεν πρόκειται να τους κάνω το χατίρι. Θα τους χαλάσω το σόου και η γιορτή τους θα στεφτεί από πλήρη αποτυχία. Θα σπάσουν την πόρτα της γκαρσονιέρας μου, θα μπουν μέσα, μα δεν θα με βρουν εδώ. Θα έχω εξαϋλωθεί. Να τους πείτε μόνο ότι πέρασα μια υπέροχη ζωή.