Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ


 Η ώρα είχε πάει δέκα και το καφενείο είχε σχεδόν αδειάσει. Η τηλεόραση έπαιζε στο αθόρυβο ένα εορταστικό σόου, το ραδιόφωνο ήταν κλειστό. Επικρατούσε εκκωφαντική σιωπή. Το μαγαζί ήταν στολισμένο με πολύχρωμα μπιχλιμπίδια και τα λαμπάκια αναβόσβηναν ρυθμικά, υπήρχε κι ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο στη γωνιά πλάι στην τζαμαρία. Είχαμε μείνει εγώ, λίγο παραπέρα ο κοντός, μόνος του κι αυτός (κάπου κάπου μου έριχνε κλεφτές ματιές μα δεν έδινα σημασία) και μια παρέα στο στρογγυλό τραπέζι του βάθους. Ώρες ολόκληρες έπαιζαν χαρτιά με ανεξάντλητο πάθος, το ‘βλεπες καθαρά στις σφιγμένες και κατακόκκινες φάτσες τους. Η τράπουλα στα χέρια τους έβγαζε φλόγες, τα μάτια τους καρφωμένα στην πράσινη τσόχα, τα τασάκια ξεχείλιζαν αποτσίγαρα. Δεν έλεγαν να ξεκουμπιστούν για το σπιτάκι τους και το καθιερωμένο ρεβεγιόν. Τα μοσχάρια να σεβαστούν τουλάχιστον την  κοπέλα του μαγαζιού που μας κοίταζε με αδημονία και θλίψη, μα ντρεπόταν και να μας στείλει στο διάολο, για να γιορτάσει κι αυτή με τους δικούς της τη γέννηση του θείου βρέφους. Όπως όλος ο κόσμος. Πάντως, εγώ είχα λίγη τσίπα πάνω μου. Σε λίγο θα τέλειωνα το ποτό μου (μια γουλιά είχε μείνει μόνο) θα πλήρωνα το λογαριασμό, θα της άφηνα τα ρέστα για πουρμπουάρ και θα ‘παιρνα τον πούλο προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν ήξερα που να συνεχίσω τη βραδιά,  σίγουρα όμως δεν θα πήγαινα από τώρα για ύπνο.  Σε λίγες ώρες, μέσα στη βαθιά τη νύχτα, θα γεννιόταν και φέτος ο καλός άνθρωπος σε κάποια μακρινή φάτνη ανάμεσα σε άλλα αθώα πλάσματα. Κοίταξα έξω απ’ τη τζαμαρία ψάχνοντας ψηλά στον ουρανό το λαμπρό άστρο της ανατολής. Μάταια. Ήταν θεοσκότεινα, όλο πυκνά απειλητικά σύννεφα. Ούτε αστέρια, ούτε φεγγάρια, ούτε τίποτα απόψε, μόνο μαυρίλα και καταχνιά. Για μια στιγμή απελπίστηκα, έχασα τελείως το κουράγιο μου κι αυτό το λιγοστό κέφι που μου είχε απομείνει λόγω των ημερών. Σήκωσα μηχανικά το ποτήρι ψηλά, ευχήθηκα στην υγειά μου, να ζήσω χίλια χρόνια ακόμη και το κατέβασα άσπρο πάτο. Όταν έκανα νόημα στην κοπελιά το προσωπάκι της έλαμψε από ευτυχία. Την πλήρωσα, της ευχήθηκα καληνύχτα και χρόνια πολλά κι αυτή με ευχαρίστησε με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα κερασένια της χείλη.

Τότε ξαφνικά δημιουργήθηκε φασαρία και αναστάτωση. Άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα τρία παιδάκια κρατώντας τρίγωνα. Έμοιαζαν αδερφάκια, μα μου ήταν άγνωστα, δεν τα είχα ξαναδεί στη γειτονιά. «Να τα πούμε;» Η ερώτηση αποδείχτηκε καθαρά ρητορική. Αμέσως, δίχως να περιμένουν την άδεια κανενός, άρχισαν να παίζουν τα κάλαντα. Απ’ το βάθος τα χαρτόμουτρα ενοχλήθηκαν, δυσανασχέτησαν, ακούστηκε και μια βρισιά στον αέρα, ίσως για κάποιο άσχημο φύλλο που μόλις έπεσε στο τραπέζι. Τα παιδιά με τις ψιλές τους φωνούλες τραγουδούσαν (κάπως παράφωνα και φάλτσα) και το κοριτσάκι στη μέση μπέρδευε τα λόγια του, μα δεν είχε σημασία, τους αφήσαμε να τα πούνε ολόκληρα. Έτσι κι αλλιώς μετά από λίγο δεν πρόσεχα, ήδη είχα πιει τρία ποτά και αυτοσχεδίαζα. Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν, ρε μάγκες, τι χαμπάρια, να μπούμε στ’ αρχοντικό σας, σήμερα που γεννιέται ο βασιλιάς των ουρανών, ο ποιητής των όλων, τουμπεκιαστείτε λοιπόν, ρε χαμούρες, ρε κωλοτρυπήδες, αυτό το αγαθό παιδί, το αθώο, το πιο καλό, που το γαμήσατε και το σταυρώσατε χωρίς να φταίει σε τίποτα, και τα λοιπά και τα λοιπά. Απ’ το πιόμα, η αεριωθούμενη φαντασία μου είχα φτάσει κιόλας στην ανάσταση.  Όταν τέλειωσαν τους έδωσα τα κέρματα που βρέθηκαν στην τσέπη μου και ο κοντός ένα χαρτονόμισμα. Τον είδα μάλιστα να χαμογελά λιγάκι, γεγονός σπάνιο και αξιοπερίεργο. Η τετράδα της τσόχας δεν έδωσε σημασία. Κάποιος μόνο τους πέταξε ανόρεχτα ένα κέρμα στα μούτρα για να τα ξεφορτωθεί. Τα παιδάκια φαίνονταν κουρασμένα από μια δύσκολη παγερή μέρα, ειδικά το κοριτσάκι παραπάταγε εδώ και κει, πλέον δεν το κρατούσαν τα ποδαράκια του. Θα είχαν ξυπνήσει από πολύ νωρίς, σε λίγο θα τέλειωναν, ίσως να ‘μασταν και το τελευταίο μαγαζί που μπαίνανε. Μετά από λίγο φύγανε και στο μαγαζί επικράτησε πάλι νεκρική σιωπή.

Σηκώθηκα κι εγώ απ’ τη θέση μου, άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω. Ήταν περασμένες έντεκα. Απ’ τα φωτισμένα διαμερίσματα των πολυκατοικιών ακούγονταν παιδικές φωνούλες και τραγούδια, γέλια και χαρές. Η πλατεία και οι γύρω δρόμοι ήταν στολισμένοι με πολύχρωμα αγγελάκια που έψελναν και υμνολογούσαν την χαρμόσυνη ελπίδα. Χώθηκα μέσα στο παλτό μου, ανασήκωσα τους γιακάδες και άναψα τσιγάρο. Έκανε ψοφόκρυο, είχε και υγρασία, μα είχα όρεξη για περπάτημα. Να εξατμίσω λίγο αλκοόλ απ’ το αίμα μου, να εκτονώσω λίγη μούρλια, να καταπραΰνω τα τσιτωμένα μου νεύρα. Να χαλαρώσω. Έριξα μια ματιά τριγύρω μα τα παιδάκια είχαν εξαφανιστεί. Τέντωσα το αυτί μου μήπως και ακούσω τα τρίγωνά τους, τίποτα. Εγώ δεν είχα πει ποτέ τα κάλαντα, δεν με άφηναν οι δικοί μου. Μια χρονιά τους ζήτησα να βγω μ’ έναν φίλο μου, μα μου το απαγόρευσαν αυστηρά. Ο πατέρας δεν το θεωρούσε έθιμο, αλλά ζητιανιά. «Τι για το καλό και κουραφέξαλα μου λες, δεν πεινάς και δεν έχεις ανάγκη από ελεημοσύνες!» μου είπε τσαντισμένος και δεν επέμεινα. Για την μητέρα ήταν επικίνδυνο δυο μικρά παιδιά ολομόναχα στο δρόμο. Αν ήθελα μπορούσα να τα πω σ’ αυτούς και στους  συγγενείς μας, έως εκεί, σε σπίτια γνωστά και ασφαλή. Θύμωσα και δεν τα είπα σε κανέναν αδιαφορώντας για τα δώρα και τα χαρτζιλίκια τους. Ούτε τους ξανάκανα κουβέντα. Κρίμα μόνο που δεν τους ρώτησα τότε πώς περνούσαν τις γιορτές όταν κι αυτοί ήτανε παιδιά, αν τους άρεσαν. Δεν μου πέρασε καν  απ’ το μυαλό. Τώρα είναι πολύ αργά για ερωτήσεις.

«Μήπως έχεις ένα τσιγάρο, φίλε;» Η βραχνή φωνή με ξάφνιασε και γύρισα να δω. Ήταν ο κοντός. Με είχε πάρει από πίσω, δεν το ‘χα καταλάβει. Του έδωσα, μαζί και τον αναπτήρα να κάνει τη δουλειά του. Άκουσα ένα ψόφιο ευχαριστώ και μια δειλή ερώτηση αν η παρουσία του με ενοχλούσε. Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους μου και του χαμογέλασα. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ μόνος ήμουν. Ήταν τουλάχιστον ευγενικός και κάπως μαζεμένος απέναντί μου, παρ’ όλο που είχε  τη φήμη του παλιόμουτρου (περίεργο μουσούδι) γι’ αυτό και μέχρι τώρα τον απόφευγα. Όχι ότι μου είχε κάνει τίποτα, αλλά δεν είχαμε πολλά πάρε δώσε, μόνο ένα γεια ή μια καλησπέρα όποτε συναντιόμασταν στο καφενείο ή στο δρόμο. Δεν είχε πολύ καιρό που έσκασε μύτη στην περιοχή, δυο τρία χρόνια περίπου. Συνήθως έκανε παρέα με τον ψηλό και τον χοντρό μα τον τελευταίο καιρό είχαν αραιώσει οι επαφές τους και κυκλοφορούσε μόνος. Στην ηλικία μου πρέπει να ‘τανε, μα ήταν σπασμένος και φαινόταν μεγαλύτερος. Δεν γνώριζα και πολλά για τη ζωή του. Μόνο ότι τραβιότανε με μια καμπαρετζού, την κουτσή, και ότι της τα μάσαγε κανονικά και με τον νόμο. Νταβατζής, προστάτης και αγαπητικός λοιπόν. Και ότι κάθε τόσο έμπλεκε σε βρομοδουλειές, παλιότερα είχε κάνει ένα διάστημα και φυλακή. Αυτά λέγαν οι κακές οι γλώσσες. Γενικά ήταν ψιλοκάθαρμα, γι’ αυτό και δεν του έδινα πολλά χνώτα. Και λόγω της προηγούμενης δουλειάς μου. Να μη βγει βρώμα ότι ένας δημόσιος υπάλληλος, έστω και της κατώτερης βαθμίδας, κάνει παρέα με περίεργους τύπους και σχετίζεται με ανυπόληπτα άτομα του περιθωρίου.  Τώρα πια ήμουνα ένας χαραμοφάης και δεν μ’ ένοιαζε τι θα πούνε. Μα ήθελα την ησυχία μου και δεν είχα σκοπό να μπλέξω με τον υπόκοσμο τώρα στα πίσω πίσω. Ας μην έμπαινε πλέον στη μέση η δουλειά μου. Απλά, δεν είχα συνηθίσει να νταραβερίζομαι με τέτοιου είδους υποκείμενα.  

Περπατούσαμε αμίλητοι εδώ κι εκεί μέχρι που ασυναίσθητα βρεθήκαμε στον μόλο. Τα νερά του λιμανιού ήταν ήρεμα, στο βάθος η θάλασσα σκοτεινή και μαύρη, δεν την ξεχώριζες απ’ τον ουρανό. Απόλυτη ησυχία, απόλυτη ερημιά. Ούτε ένα αραγμένο καράβι, ούτε ένας ψαράς, ούτε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι. Ακόμη και τα φώτα του λούνα παρκ ήταν σβησμένα. Ξαφνικά ο ουρανός φωτίστηκε απ’ τα πολύχρωμα βεγγαλικά και τις φωτοβολίδες. Δεν καταλάβαμε από πού ήρθαν, καθίσαμε όμως στο παγκάκι να απολαύσουμε το φαντασμαγορικό θέαμα. Τότε ο κοντός με κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας και έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Όμορφη νύχτα, ε;», είπε μ’ έναν νοσταλγικό ρομαντισμό που δεν του πήγαινε. Μάλλον έφταιγε η σούρα του. Πρέπει να είχε πιει πολύ, μα δεν είχε μεθύσει, έδειχνε νηφάλιος. Πάντως, έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να πούμε δυο κουβέντες και να τον ξεψαχνίσω. Να γνωριστούμε καλύτερα, σαν δύο ερωτευμένα πιτσουνάκια στο πρώτο  τους ραντεβού. Και πράγματι, ο κοντός ήταν άκρως αποκαλυπτικός.

Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, είπε. Μόλις γεννήθηκε, η μάνα του τον πέταξε έξω απ’ την πόρτα και εξαφανίστηκε. Χωρίς να δώσει κάποιες εξηγήσεις ή να αφήσει τουλάχιστον ένα σημείωμα. Ανεπιθύμητος και γαμημένος εξαρχής, λοιπόν. Δεν έμαθε ποτέ τίποτα γι’ αυτήν, φυσικά ούτε για τον πατέρα του, κανείς δεν τον αναζήτησε, ούτε όμως κι αυτός τους έψαξε ποτέ. Τους ξέγραψε τελείως απ’ τη ζωή του, μα και δεν τους συγχώρεσε ποτέ. Ας μην τους ήξερε, τους καταδίκασε στην αιώνια κόλαση της ψυχής του χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Ακόμα τους μισεί, δεν μπορεί να το ξεπεράσει. Μιλούσε και τα μάτια του είχανε βουρκώσει, μα δεν ντρεπόταν. Ήθελε κάπου να τα πει, να ξαλαφρώσει, ίσως και για πρώτη φορά στη ζωή του. Ρούφηξε τη μύτη του και μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του και συνέχισε. Στο ίδρυμα ήταν σαν μια μεγάλη οικογένεια, δεν περνούσε άσχημα. Ειδικά τέτοιες γιορτινές μέρες τους έκαναν δώρα, τους έντυναν όμορφα, τους πήγαιναν εκδρομές, λέγανε και τα κάλαντα. Ήταν όμορφα, μα αυτός δεν άντεχε. Κάτι τον έπνιγε, είχε τον διάολο μέσα του. Δεν έπαιρνε τα γράμματα, τα βιβλία τού έφερναν βαρεμάρα και νύστα. Προτιμούσε την περιπέτεια της ζωής, την αλητεία του δρόμου. Όταν ξεπετάχτηκε κάπως, εκεί γύρω στα δεκαπέντε, την κοπάνησε κι έγινε μπουχός. Γυρνούσε εδώ κι εκεί, έκλεβε για να ζήσει, γαμούσε και κάνα πούστη άμα τύχαινε και τους τα ‘περνε χοντρά, τους έριχνε και καμιά σφαλιάρα άμα του κάνανε τον δύσκολο οι παλιαδερφές του κερατά. Κάποια στιγμή τον πιάσανε και τον κλείσανε σε αναμορφωτήριο. «Και μετά φίλε μου η ζωή πήρε τον δρόμο της» κατέληξε θυμόσοφα. Είχε κουραστεί, δεν ήθελε να πει άλλα. Ο ουρανός είχε από ώρα σκοτεινιάσει και το κρύο είχε δυναμώσει. Τρέμοντας σηκωθήκαμε να φύγουμε.

Στην επιστροφή δεν βγάλαμε άχνα. Ούτε ρώτησε τίποτα για μένα. Ίσως να του ήμουνα παντελώς αδιάφορος, απλά μια κάποια λύση στη μοναξιά της χριστουγεννιάτικης νύχτας που κάπως έπρεπε να περάσει. Αυτό δεν μ’ ενόχλησε καθόλου, μάλιστα το ερμήνευσα ως δείγμα διακριτικότητας εκ μέρους του. Έτσι κι αλλιώς, απόψε δεν είχα όρεξη να μιλήσω, και μάλιστα για τον εαυτό μου. Επιστρέφοντας στον πεζόδρομο, περάσαμε μπροστά απ’ μπαρ της κουτσής.   Παρά το περασμένο της ώρας (τέσσερις και είχε πάει) ήταν ανοιχτό. Μου πρότεινε να κεράσει ένα ποτό, με παρακάλεσε, δεν ήθελε να πάει μόνος του. Δεν είχα ξαναμπεί σε κωλάδικο, δεν ήταν του τύπου μου. Δεν γουστάριζα να σαλιαρίζω με τις κακόμοιρες καμπαρετζούδες και να πληρώνω για ένα πήδημα της συμφοράς. Απ’ την άλλη,  δεν μου είπε λεπτομέρειες, αλλά τα όσα ήξερα γι’ αυτόν και τη φίλη του ήταν αρκετά. Ήμουν διστακτικός κι αναποφάσιστος. Μυριζόμουνα μπελάδες, μα δεν μου έκανε και καρδιά να τον αφήσω μόνο τέτοια νύχτα. Απ’ την άλλη, δεν είχα ξαναμπεί εκεί μέσα και είχα μεγάλη περιέργεια. Τελικά υποχώρησα. «Μόνο για ένα!» του είπα και τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη. «Ναι, φίλε μου, μόνο για ένα!» συμφώνησε γελώντας δυνατά και με αγκάλιασε. Προχώρησε πρώτος, άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Ήταν μια  ριψοκίνδυνη απόφαση, αποστολή στην άγρια ζούγκλα. Κι αμέσως, άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια για το ναι που είπα προηγουμένως. Το είχα μετανιώσει αμέσως, την επόμενη στιγμή, μα πλέον δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Μόνο, μπαίνοντας και προτού κλείσει πίσω μας η πόρτα, μου φάνηκε ότι άκουσα τρίγωνα και κάλαντα. Και κάτι ψιλές παιδικές φωνούλες.   

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ


 

Χωμένοι στα σκατά μέχρι το λαιμό

δεν μας απομένει παρά να τραγουδάμε

                                                        Σ. Μπέκετ

 

Το κάτω μέρος της πλατείας, ανάμεσα στις νεραντζιές, έχει γεμίσει από άστεγους. Είναι σκοτεινό και βρωμερό (τα φώτα από καιρό σπασμένα) γεμάτο κουβέρτες, στρώματα, σακούλες, νάιλα και χαρτόκουτα, γάτες και αδέσποτα σκυλιά. Με το δίκιο τους οι γείτονες δυσανασχετούν, η μπόχα φτάνει μέχρι τα μπαλκόνια τους. Δεν μπορούν να περάσουν από εκεί, πρέπει να κάνουν ολόκληρο κύκλο για να παρακάμψουν τη δυσώδη περιοχή. Ακόμη πιο πολύ όταν έχουν μαζί και τα μικρά τους τα παιδιά. Φοβούνται κιόλας, ειδικά όταν βραδιάζει. Τουλάχιστον τα κοπρόσκυλα δεν είναι άγρια και επιθετικά. Μα εκεί έχει μαζευτεί η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα, τα σκουπίδια της κοινωνίας, κι έχει κάνει κατάληψη στα παγκάκια και το πλακόστρωτο. Οι μόνιμοι είναι δυο τσιγγάνοι πρεζάκηδες (φαίνονται για αντρόγυνο) ένας μουρλός που φοράει μόνο το παντελόνι κι ένας ανάπηρος. Ο τελευταίος κάθεται συνέχεια στο καρότσι του, παραδίπλα έχει τις πατερίτσες. Όποτε θέλει να ξεμουδιάσει στηρίζεται στα στιβαρά καλοδουλεμένα του μπράτσα, σηκώνεται όρθιος και περπατάει πέρα δώθε. Κάποιες φορές που έχει κέφι, για να διασκεδάσει, τις αφήνει στην άκρη κι αρχίζει τα πηδήματα στο δεξί πόδι που του έχει απομείνει. Παίζει κουτσό όπως τότε που ήτανε παιδί, μέχρι να κουραστεί, να γλιστρήσει και να σωριαστεί φαρδύς πλατύς στο ίσωμα. Τότε ξεσπά σε δυνατά γέλια και σε κλάματα.

Καμιά φορά περνάω και τον βλέπω, του δίνω και κάνα ψηλό. Μου είναι συμπαθής. Παρά το πρόβλημά του, την παλεύει ακόμα, δεν τον έχει πάρει ακόμα τελείως από κάτω. Σήμερα η επιστήμη κάνει θαύματα, λέει. Ελπίζει σε μια επέμβαση, σε ένα προσθετικό μέλος, εφόσον βρει τα χρήματα. Έχει μάθει κάπως τη γλώσσα μας κι έτσι λέμε δυο κουβέντες και καταλαβαινόμαστε. Είναι από κοντινή χώρα, βαλκάνιος, κι έχασε το πόδι του όταν δούλευε στα χωράφια. Ήταν ατύχημα. Τον πλάκωσε ένα τρακτέρ και του το ‘λιωσε, οι γιατροί αναγκάστηκαν να το κόψουν. Η εύκολη λύση. Δεν τον αποζημίωσε κανείς. Ήταν λαθρομετανάστης, χωρίς άδεια εισόδου στη χώρα μας. Δηλαδή, σαν να μην υπήρχε. Προσωρινά ήρθε στη χώρα μας για δουλειά και κόλλησε. Είναι δυο χρόνια σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν σκέφτεται να γυρίσει πίσω, στον τόπο του θα είναι χειρότερα. Παρ’ όλο που έχει γυναίκα και παιδιά.

Το πρωί, μόλις ξυπνήσει, φτιάχνει τον καφέ του, καπνίζει το τσιγάρο του και μετά από λίγο πιάνει δουλειά. Τσουλάει το καρότσι του μέχρι τη διασταύρωση των πεζόδρομων και ζητιανεύει σιωπηλά, μόνο με τα μάτια. Δεν έχει πολλές ανάγκες, τα τσιγάρα του μόνο και λίγο κρασί. Ευτυχώς, φαγητό παίρνει απ’ τις κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου. Απ’ το πόστο του περνάει πολύς κόσμος. Κάποιοι τον λυπούνται και φιλοτιμούνται να ρίξουν λίγα κέρματα μέσα στο βρώμικο καπελάκι του. Όμως, οι πιο πολύ προσπερνούν αδιάφορα. Ή κοιτώντας τον μοχθηρά. Ή αποστρέφοντας το βλέμμα τους. Ή περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο. Από ντροπή, για να τον αποφύγουν. Δεν παραπονιέται, τους καταλαβαίνει. Ίσως, στη θέση τους να έκανε τα ίδια και χειρότερα. Κάποτε, υπήρξε κι αυτός υγιής και νοικοκύρης. Ξέρει. Μόλις νυχτώσει επιστρέφει στο γιατάκι του. Έρχονται και μερικοί φίλοι να τον δουν. Είναι απ’ τη χώρα του. Μπεκρουλιάζουν, ευθυμούν και πιάνουν το τραγούδι και τον χορό. Μόνο οι μαστουρωμένοι τσιγγάνοι κοιμούνται ήρεμοι τον ύπνο του δικαίου και δεν παίρνουν χαμπάρι απ’ τη φασαρία. Οι ξένοι μιλάνε δυνατά, σαν να τσακώνονται. Οι γείτονες ενοχλούνται και κάθε τόσο φωνάζουν την αστυνομία. Μόλις πλησιάζει το περιπολικό, όλοι το βάζουν στα πόδια, ακόμη και οι γάτες και τα σκυλιά, τρομάζουν κι εξαφανίζονται προς άγνωστη κατεύθυνση. Το γλέντι τους χαλάει. Πίσω μένει μόνο αυτός και ο μουρλός. Οι αστυνομικοί τους κοιτάνε μα δεν λένε κουβέντα, μετά από λίγο φεύγουν. Ο ανάπηρος πίνει ήσυχα το κρασάκι του, καπνίζει το τσιγαράκι του και αποκοιμιέται. Ο μουρλός όλη νύχτα περπατάει στην πλατεία πάνω κάτω σιγομουρμουρίζοντας. Αύριο είναι μια καινούργια μέρα.

Πλησιάζουν οι γιορτές, μα την τελευταία βδομάδα τα απορριμματοφόρα του δήμου απεργούν. Οι κάδοι έχουν ξεχειλίσει και η πόλη είναι γεμάτη από σκουπίδια. Βρωμάει και ζέχνει και κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει αυτό το κακό. Ακόμη και τα περιστέρια και τα άλλα πετούμενα του ουρανού έχουν εξαφανιστεί. Η μπόχα μπαίνει μέσα στα σπίτια μας, μα εμείς δεν έχουμε πού να πάμε. Γίνονται διαπραγματεύσεις μεταξύ δήμου και εργαζομένων. Τα αιτήματά τους είναι ιερά και όσια, μα η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Μόνο τα αδέσποτα κάνουν πάρτι και τα ποντίκια. Οι άστεγοι στο κάτω μέρος της πλατείας δεν ενοχλούνται ιδιαίτερα. Γι’ αυτούς ούτε κρύο ούτε ζέστη, έχει συνηθίσει η μύτη τους. Μάλιστα ο ανάπηρος το διασκεδάζει. Με σταθερά άλματα παίρνει φόρα και μ’ ένα εκπληκτικό πλοζόν προσγειώνεται πάνω στον σωρό τον σκουπιδιών. Κάνει σαν παιδί απ’ τη χαρά του. Στα νιάτα του έπαιζε τερματοφύλακας στην τοπική ομάδα του χωριού του. «Ήμουν πολύ καλός», λέει και συγκινείται. Μα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που περπατά παραπέρα δείχνει φανερά ενοχλημένο με την κατάσταση. Δυσανασχετεί και τα βάζει με τον δήμαρχο. Τους χαμογελώ με συγκατάβαση και τους συμβουλεύω λίγη υπομονή κι όλα θα διορθωθούν. Απομακρύνονται αγανακτισμένοι αναπολώντας την δικιά τους χρυσή εποχή. Τότε που ήταν νέοι και ερωτευμένοι και η πόλη τους πιο καθαρή από ανθρώπους και σκουπίδια. Όχι όπως τώρα.

Αποδείχτηκα προφήτης στον τόπο μου, με σούπερ μαντικές ικανότητες που θα έπρεπε να εκμεταλλευτώ δεόντως. Την άλλη μέρα βγήκαν τα οχήματα στο δρόμο και άρχισαν να μαζεύουν τα σκουπίδια. Τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων κρίθηκαν παράλογα απ’ τις αρχές, κάπως υπερβολικά, και δεν δικαιώθηκαν. Αλλά και η απεργία τους, για λόγους δημόσιας υγείας,  κρίθηκε παράνομη και καταχρηστική. Επομένως, κάτω τα κεφάλια και δουλειά να ξεβρομίσει η πόλη. Σύντομα, το κάτω μέρος της πλατείας πλύθηκε, καθαρίστηκε, φωτίστηκε, αναμορφώθηκε και παραδόθηκε ξανά ολοκαίνουργιο στους κατοίκους της περιοχής. Πλέον, δεν είχε κανένας παράπονο. Όμως, μαζί με τα σκουπίδια εξαφανίστηκαν και οι άστεγοι. Και πεζοί αστυνομικοί άρχισαν να περιπολούν τις στολισμένες γειτονιές μας, ίσως μόνο για την περίοδο των γιορτών. Πλήρης τάξη και ασφάλεια, λοιπόν. Για το καλό μας.    

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Η ΜΑΛΟΥ


 

Είχαν μόλις τελειώσει οι ειδήσεις και σύσσωμα τα κανάλια έδειχναν κάτι ανυπόφορες μεσημεριάτικες μαλακίες. Το ζάπινγκ, αν και επίμονο, αποδείχτηκε μάταιο. Έκλεισα την τηλεόραση τελείως, δεν την άντεχα ούτε στο αθόρυβο. Ίσως να έφταιγε λίγο και η διάθεσή μου. Ένιωθα μια περίεργη νευρικότητα. Και το φαγητό ανόρεχτο πήγε κάτω, καταναγκαστικά. Παλιότερα, σε παρόμοιες περιπτώσεις, έπαιρνα ένα βιβλίο, ξάπλωνα στο κρεβάτι και ξεχνιόμουνα. Ηρεμούσα. Πλέον, έχω καιρό να ανοίξω ένα. Δεν έχω κέφι, μου ‘φυγε η όρεξη. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ πια, το μυαλό τρέχει αλλού. Δεν πειράζει. Ότι έμαθα μου αρκούν.

Μια ολόκληρη ζωή υπήρξα βιβλιοφάγος. Διάβαζα τα πάντα, όλα με ενδιέφεραν. Είχα μια ακόρεστη δίψα για γνώση. Το δωμάτιό μου ήταν γεμάτο βιβλιοθήκες. Ο προσωπικός μου χώρος, το άβατο. Κανείς άλλος δεν έμπαινε μέσα. Τουλάχιστον αυτό τους το είχα επιβάλλει. Η μαμά ανησυχούσε. Όλη την ώρα μ’ έβλεπε μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, ακόμα και στον καμπινέ, τότε που ήμουνα δυσκοίλιος. Το πολύ διάβασμα τρελαίνει, είχε ακούσει από μια φίλη της κουτσομπόλα και σκατόψυχη που ερχόταν καμιά φορά στο σπίτι μας. «Ναι, αλλά βοηθάει στο χέσιμο, μωρή αγάμητη!» ήθελα να της φωνάξω στα μούτρα, αλλά δεν βρήκα το θάρρος. Όμως, η μαμά έπρεπε να λάβει τα μέτρα της, δηλαδή να με παντρέψει, και γρήγορα μάλιστα. Να κάνω και δυο κουτσούβελα να ησυχάσω μια και καλή. Εγώ αντιστεκόμουν. Σθεναρά και μέχρι τέλους. Και στη δουλειά τα ίδια και χειρότερα. Όταν τέλειωνα τις υποχρεώσεις της ημέρας, έκλεινα την πόρτα και διάβαζα. Ευτυχώς, ήμουν χαρτογιακάς, το πόστο μου δεν ερχόταν σε επαφή με ανθρώπους και είχα την ησυχία μου. Πίσω από την πλάτη μου οι συνάδελφοι ψιθύριζαν διάφορα. Βλέπεις, δεν συμμετείχα στα κουτσομπολίστικα πηγαδάκια τους, δεν συμμεριζόμουν τα ανόητα  φλερτάκια τους. Το παίζαν όλοι τους μεγάλοι καρδιοκατακτητές του ασθενούς φύλου, ας ήταν οι περισσότεροι παντρεμένοι με παιδιά.  Κολάκευαν τις χαζοχαρούμενες κοκότες της υπηρεσίας όμως εκείνες τους δούλευαν κανονικά και με τον νόμο και δεν τους κάθονταν. Έσπαγαν την πλάκα τους, τόνωνα την φιλαρέσκειά τους, μα προτιμούσαν να παίζουν πασέντζες στον υπολογιστή και να μελετούν τα ζώδια. Οι ερεθισμοί των συναδέλφων ήταν άσκοποι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων τους οδηγούσαν κατευθείαν στις τουαλέτες της υπηρεσίας για μια γρήγορη και ανακουφιστική εκτόνωση. Εμένα με θεωρούσαν απόμακρο και σνομπ. Κρατούσα τις αποστάσεις μου απ’ όλους και όλες. Όποτε μου πρότειναν να βγούμε για καφέ ή ποτό (γυναίκες και άνδρες) αρνήθηκα ευγενικά.  Ένας σοβαρός και εμφανίσιμος εργένης με σταθερό μισθό είναι πάντα μεγάλο κελεπούρι. Ίσως και να με μισούσαν. Κάποιες φορές γινόμουν ειρωνικός και εριστικός απέναντί τους. Ακόμη και οι προϊστάμενοι δεν μπορούσαν να με κάνουν ζάφτι, δεν ήμουν του χεριού τους. Άψογος στα καθήκοντά μου, φύλαγα πάντοτε τα νώτα μου. Έτσι, όταν πέρσι παραιτήθηκα απ’ την υπηρεσία δεν πολυνοιάστηκαν, καρφί δεν τους κάηκε. Δεν θα τους έλειπε η βαριά και μονόχνοτη σκιά μου. Και η άδεια θέση του γραφείου μου γρήγορα θα καλυπτόταν από κάποιον ταλαντούχο και φέρελπι νέο με μακρόπνοα σχέδια και οράματα για το μέλλον. Μια επιτυχημένη καριέρα δημόσιου υπάλληλου. Μια συμφέρουσα οικογενειακή αποκατάσταση. Δυο παιδάκια για την διαιώνιση του γένους και του ονόματος. Ζηλευτά όνειρα! Πορεία ζωής! Κι όμως εγώ από τότε που έλυσα τα δεσμά μου δεν ξανάνοιξα βιβλίο. Παρ’ όλο που πλέον είχα άπειρο χρόνο για πέταμα.

Ξαφνικά απ’ το μπαλκόνι ακούστηκαν γαβγίσματα. Βγήκα να δω. Οι ενοχλητικές τσιρίδες προέρχονταν απ’ το σκυλάκι του πάνω ορόφου. Έβγαλα το κεφάλι μου και το κοίταξα, φώναξα και το όνομά του να σκάσει. Παραλίγο να στραβολαιμιάσω εξαιτίας του, μα αυτό δεν μου ‘δωσε σημασία. Ούτε όταν του έβγαλα τη γλώσσα συγκινήθηκε. Συνέχισε να επιτίθεται λεκτικά στην ασπρόμαυρη γάτα που εκείνη τη στιγμή διέσχιζε αμέριμνη τον πεζόδρομο της πλατείας. Σε λίγο το παλιόσκυλο θα ξεσήκωνε ολόκληρη τη γειτονιά με τις φωνές του. Έτσι γινόταν κάθε φορά. Μέχρι να προβάλει απ’ την απέναντι πολυκατοικία ο ηλικιωμένος με τις πιτζάμες και τα σπασμένα νεύρα και να αρχίσει μεσημεριάτικα τις χριστοπαναγίες. Με το δίκιο του, βέβαια. Κάποιες φορές η σκυλίτσα γινόταν πολύ ενοχλητική, μάλιστα τις πιο ακατάλληλες ώρες. Ευτυχώς, σχεδόν αμέσως, προτού ξεσπάσει η μπόρα, βγήκε η αφεντικίνα της, τη μάλωσε αυστηρά και την τράβηξε με το ζόρι μέσα. Έκλεισε και την μπαλκονόπορτα.

Πάντως, σε γενικές γραμμές, ήταν καλό σκυλάκι, ζωηρό και παιχνιδιάρικο. Αγαπούσε όλους τους ένοικους της πολυκατοικίας και όταν μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του. Ήταν ένα ημίαιμο καφετί κοκόνι. Πριν από τρία χρόνια το έφεραν. Νεογέννητο μωράκι λίγων ημερών, φοβισμένο, μόλις το είχαν πάρει απ’ την αγκαλιά της μανούλας του. Το  κρατούσε στα χέρια της το κοριτσάκι της οικογένειας. Ήταν πολύ χαρούμενη για το δώρο των γονιών της. «Να σας ζήσει!» τους ευχήθηκα μόλις συναντηθήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας, σαν να ήτανε παιδί τους. Η μητέρα της με ευχαρίστησε, το κοριτσάκι απλά χαμογελούσε ευτυχισμένα. Ήταν μοναχοπαίδι, γύρω στα δέκα. Του πήραν το ζωντανό για να έχει μια παρέα στο σπίτι, για να μην νιώθει μόνη της. Ο πατέρας της ήταν λογιστής σε μια εταιρεία. Δούλευε όλη την μέρα και γύριζε αργά το βράδυ στο σπίτι.  

Με είχε πιάσει μεγάλη μουργέλα και βαρεμάρα. Το απόγευμα βγήκα βόλτα. Στο δρόμο συνάντησα το κορίτσι με το σκυλάκι και χαιρετηθήκαμε. Αυτό κούνησε πέρα δώθε την ουρά του, με μύρισε και σηκώθηκε χαρούμενο στα δυο του πόδια. Πήγε να το μαλώσει, ότι δεν έπρεπε να ενοχλεί τον κύριο, μα της είπα ότι δεν με πείραζε και το χάιδεψα στο κεφαλάκι του. Την ρώτησα πως πάει με τα μαθήματα του σχολείου. Ξαφνικά κατσούφιασε. Δεν της άρεσαν, ήταν πολύ βαρετά. Γενικά, δεν της άρεσε το διάβασμα, προτιμούσε να παίζει με τις κούκλες και τα παιχνίδια της. Μόνο τα παραμύθια αγαπούσε, μάλιστα έγραφε και δικά της, πολύ τρομακτικά, με δράκους και όμορφες πριγκίπισσες. Και η ζωγραφική της άρεσε πολύ. Συμφώνησα μαζί της. Και γω στα χρόνια μου έβρισκα το σχολείο πολύ βαρετό. Κι αυτά που μαθαίναμε ανούσια και άχρηστα. Δεν είχαν αλλάξει πολλά εδώ και σαράντα χρόνια. «Δυστυχώς κάποια από αυτά χρειάζονται» της είπα για να την ενθαρρύνω. Μου είπε με παράπονο ότι η μαμά την μάλωνε επειδή δεν ήταν καλή μαθήτρια, την έλεγε τεμπέλα και ανεύθυνη. Βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Τι να της έλεγα; Μάλλον έπρεπε να της δώσω κουράγιο. Να μην στεναχωριέται. Έτσι κάνουν όλες οι μαμάδες του κόσμου που αγαπούν τα παιδιά τους και θέλουν το καλό τους. Και να καλλιεργήσει τα ταλέντα της, τις ευαισθησίες της, αυτά που της αρέσουν να κάνει. Να ζωγραφίζει και να γράφει τρομακτικές ιστορίες. Και μεγαλώνοντας να παραμείνει ένα ευαίσθητο και φαντασιόπληκτο παιδί. Όμως, δεν πρόλαβα να πω κουβέντα. Είχε έρθει η μητέρα της βαστώντας δύο σακούλες με ψώνια στο χέρι.  Έτσι κι αλλιώς, δεν μου ‘πεφτε λόγος.

Χαιρετηθήκαμε και είπαμε κάποιες άσχετες κουβέντες για τον καιρό και την ακρίβεια της αγοράς. Το κοριτσάκι μαρμαρωμένο κάρφωνε με το απόκοσμο βλέμμα του το άπειρο, πέρα μακριά. Το μικρό κοκόνι κοίταζε με περιέργεια ένα ασπρόμαυρο γατάκι που είχε μόλις πλησιάσει κοντά μας. Νιαούριζε κι έψαχνε τη μαμά του. Δεν το πείραξε. Μόνο του ‘γλυψε τρυφερά τη μουσούδα κουνώντας χαρούμενα την ουρά του πέρα δώθε.