Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 7


Κάθε ηθική της μοναξιάς θέλει δύναμη

                                              Αλμπέρ Καμύ

 

Είμαι με τον μοναχικό άνθρωπο,

όποιος κι αν είναι αυτός

                                        Ζαν Ζενέ


Είναι ημερολόγια επιβίωσης μέσα στον άδικο, αφιλόξενο και παράλογο κόσμο που αναγκάζομαι να ζω. Για να βρίσκομαι ταυτόχρονα στο εδώ και στο αλλού, για να ξορκίζω το φόβο του θανάτου και τον τρόμο της ζωής, προσπαθώντας να σταματήσω (αλλά και να διαστείλω) τον γαμημένο χρόνο που τρέχει όλο και πιο γρήγορα. Για να ξαναγίνομαι κάπου κάπου και πάλι παιδί. Για να παίζω ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, δίχως τύψεις και ενοχές. Όχι όμως εξομολογητικά, για εξιλέωση και μια δήθεν απελευθέρωση. Απλά, ένα μοναχικό παιχνίδι, χωρίς νικητές και ηττημένους…

Όμως, ήδη, έφτασε το απόγευμα υγρό και τσουχτερό. Τον χειμώνα ευτυχώς βραδιάζει νωρίς. Οι μέρες είναι μικρές κι ασήμαντες, οι νύχτες όμως, αν και σιωπηλές, γεμάτες υποσχέσεις. Εκεί όπου δεν χωράει καμία προφητεία, κανένας προγραμματισμός. Όμως ενδιάμεσα, το ήσυχο σούρουπο, άδειο από έγνοιες και σκοτούρες, άδειο από επιθυμίες και προαισθήματα, είναι όλα τα λεφτά! Κι εγώ κάθε δεκαεφτά χρόνια να αλλάζω πουκάμισο. Μεγαλώνοντας. Γερνώντας. 

*Το βιβλίο με τίτλο «ΑΔΕΙΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ» αποτελείται από τριάντα τέσσερα ημερολόγια επιβίωσης και αφιερώνεται σε όλους τους μοναχικούς ανθρώπους που αντέχουν και συνεχίζουν να αγωνίζονται. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2023, πάντα, μόνο για φίλους.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Είχα καιρό να γράψω, πολλά χρόνια. Δεν έβρισκα κάποιο σοβαρό λόγο, ούτε είχα κάτι καινούργιο να πω. Τα θέματα είχαν εξαντληθεί. Πέρασα και μια μεγάλη περίοδο κατάθλιψης. Άγρια φάση. Η μοναξιά με βούτηξε απ’ το σβέρκο και με χτύπησε κάτω σαν χταπόδι. Με τσάκισε. Έπινα και κάπνιζα πολύ, έτρωγα ελάχιστα, στη χάση και στη φέξη, και δεν έβγαινα καθόλου έξω. Είχα καταντήσει ερείπιο, σκιά του παλιού μου εαυτού, ένα αδέσποτο φάντασμα στην κρίσιμη ηλικία των πενηνταφεύγα και εξηντακάτι. Δεν ξέρω πώς κατάφερα να επιβιώσω. Ίσως, επειδή υπήρχαν και άλλοι ομοιοπαθείς, σχεδόν ολόκληρη η κοινωνία. Ένα μεγάλο και ατέλειωτο τρελάδικο, σφαγείο και μπουρδέλο. Η μεγάλη φυλακή. Όλα αυτά μαζί.

Έτσι, κάποια στιγμή ήρθε η πανδημία, ξανά το μεγάλο ξεκαθάρισμα της φύσης. Πέθανε πολύς κόσμος, κυρίως ηλικιωμένοι και άρρωστοι, και όσοι επέζησαν φόρεσαν μάσκες και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους με εντολή της κυβέρνησης και τα σκυλιά δεμένα. Το κράτος κήρυξε επίσημα την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και άρχισε ο μεγάλος εγκλεισμός. Τα μαγαζιά της ανάπαυσης, της διασκέδασης και του πολιτισμού έκλεισαν. Η κυκλοφορία μετά τη δύση του ηλίου απαγορεύτηκε, όπως και οι άσκοπες μετακινήσεις της ημέρας. Μια ώρα μόνο για τα απαραίτητα ψώνια και μετά πάλι μέσα. Αν είχες και κάνα σκυλάκι να βγάλεις βόλτα ήσουν πιο τυχερός. Τότε ξαφνικά γίνανε όλοι φιλόζωοι, μα όταν έληξε ο συναγερμός τα αμόλησαν στους δρόμους απροστάτευτα. Μαθαίναμε τα νέα απ’ την τηλεόραση και το ίντερνετ, μα τι να πρωτοπιστέψεις, ο καθένας έλεγε το κοντό του και το μακρύ του. Η δημόσια υγεία βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, τα νοσοκομεία και οι κλινικές είχαν γεμίσει από ετοιμοθάνατους και βαριά πάσχοντες, ο κοσμάκης είχε πανικοβληθεί. Άλλοι φοβόντουσαν για τη ζωή τους και άλλοι για τη στέρηση της ελευθερίας τους. Είχε φτάσει το τέλος του κόσμου και η δευτέρα παρουσία, ανέκραζαν ωρυόμενοι κάποιοι θρησκόληπτοι. Οι ψεκασμένοι, καχύποπτοι απέναντι σε όλους και σε όλα, έβλεπαν συνωμοσίες και το τέλος της ανθρωπότητας. Είχαν όλοι τους αποτρελαθεί. Μέχρι που βρέθηκαν τα εμβόλια, τα μέτρα χαλάρωσαν και ο κόσμος επέστρεψε κάπως στην πεζή και άχαρη πραγματικότητα. Μα ο φόβος έμεινε.

Για μένα δεν άλλαξαν πολλά πράγματα. Οι καραντίνες ήταν η παρηγοριά μου, τώρα θα μου έλειπαν. Είχα αρχίσει να μιλάω μόνος μου και να βλέπω φαντάσματα. Σκεφτόμουν πολύ σοβαρά την αυτοκτονία. Σε όλο αυτό το αδιέξοδο θα ήταν μια κάποια λύση. Δεν έβρισκα κάποιο νόημα να συνεχίσω όλη αυτή τη μεγάλη φάρσα της ύπαρξης, να παρατείνω τη μπλόφα τη ζωής. Δεν υπήρχε και κάτι να με κρατήσει σ’ αυτήν. Το θολωμένο μου μυαλό προσπαθούσε να βρει τον καλύτερο τρόπο, τον πιο θεαματικό, κάτι που θα έκανε εντύπωση και θα προξενούσε τον γενικό θαυμασμό. Που τουλάχιστον θα μ’ έβγαζε απ’ την ασημαντότητά μου. Θα έπαυα, έστω και την ύστατη ώρα, να είμαι ένα μεγάλο μηδενικό, όπως και τόσοι άλλοι, βέβαια. Έστω και την τελευταία στιγμή, κάποιοι θα έδειχναν λίγο ενδιαφέρον για το άτομό μου, έστω μια περιέργεια. Σίγουρα έπρεπε να αφήσω και μία μακροσκελή επιστολή για να εξηγήσω τους λόγους του απονενοημένου διαβήματος. Έτσι κι αλλιώς, τον τελευταίο καιρό είχαν αυξηθεί πολύ οι αυτόχειρες. Τελικά κατέληξα. Την ώρα που σουρουπώνει θα έπεφτα απ’ την ταράτσα της πολυκατοικίας και θα γινόμουν χίλια κομματάκια στον πεζόδρομο, ενώ προηγουμένως θα είχα βάλει φωτιά και θα έκαιγα το διαμέρισμά μου. Να μην έμενε τίποτα πίσω που θα θύμιζε το πέρασμά μου απ’ τον μάταιο τούτο κόσμο. Την αβλαβή μου διέλευση. Διπλό το ευχάριστο θέαμα για το σαρκοβόρο και αιμοδιψές κοινό. Μα αποδείχτηκα δειλός. Κάθε φορά έβρισκα χίλιες δικαιολογίες για να αναβάλλω την απόφαση που θα με λύτρωνε. Ότι πλέον ήμουν αρκετά μεγάλος, έλεγα στον εαυτό μου, για να αυτοκτονήσω και έπρεπε να υπομείνω το πεπρωμένο μου. Ότι ενδεχομένως να έπαιρνα και κάποιους άλλους στο λαιμό μου που δεν έφταιγαν σε τίποτα. Περαστικοί διαβάτες ή ανυποψίαστοι γείτονες θα γίνονταν οι παράπλευρες απώλειες της απελπισμένης πράξης μου. Και θα ήμουν πλέον πολύ νεκρός για να βασανίζομαι από τύψεις. Ναι, αυτό θα ήταν πολύ άδικο και δεν το άντεχα. Αν και σε διαρκή κατάσταση μεθυστικής χαύνωσης, διατηρούσα ακόμη κάποια ελάχιστα ίχνη ηθικής.

Μέχρι που ήρθε ο καρκίνος για να δώσει τη λύση του δράματος. Και ως δια μαγείας τα άλλαξε όλα. Φοβόμουνα να πεθάνω και γαντζώθηκα απ’ τη ζωή. Έτρεξαν στους γιατρούς να με βοηθήσουν. Ευτυχώς, είχα προλάβει, είπαν. Έπρεπε να μου αφαιρέσουν το πνευμόνι, αλλά δεν πειράζει, ζούσα και με το ένα. Εκείνο δεν είχε πειραχτεί πολύ, με λίγες ακτινοβολίες και χημειοθεραπείες θα το σώζανε. Ο καθηγητής που με ανέλαβε, εγνωσμένου κύρους και αξίας, ήταν αισιόδοξος. Με το αζημίωτο, βέβαια. Έδωσα ένα χοντρό φακελάκι, με έβαλαν στο νοσοκομείο ως επείγον περιστατικό, έγινε η εγχείριση και όλα πήγαν καλά. Μου ευχήθηκαν «σιδερένιος», μου έδωσαν κάτι φάρμακα και μετά από μια βδομάδα με ξαπόστειλαν κακήν κακώς, για να αδειάσει το κρεβάτι και να πάρει σειρά ο επόμενος. Προσωρινά, την είχα σκαπουλάρει. Είχα πάρει παράταση.

Για νοσοκόμα έψαξα στις μικρές αγγελίες της εφημερίδας. Μέχρι να αναρρώσω πλήρως, έπρεπε να βρω ένα άτομο να με φροντίζει. Είδα τρεις τέσσερις και διάλεξα εκείνη. Ήταν δώρο θεού με όλες τις χάρες του κόσμου. Ανύπαντρη, λίγο πάνω απ’ τα σαράντα, όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή. Με το μελαγχολικό της χαμόγελο μου έδωσε κουράγιο και με βοήθησε να συνέλθω. Ζούσε μόνη της σε μια γκαρσονιέρα. Της είπα, αν ήθελε, να έρθει να μείνει μαζί μου. Το σπίτι ήταν αρκετά ευρύχωρο για να χωρέσει και τους δύο. Δέχτηκε. Νομίζω, με είχε συμπαθήσει κι αυτή. Μετά από λίγο καιρό, αφού είχα γίνει εντελώς περδίκι, ήρθε στο δωμάτιό μου και εκμεταλλευόμενη τη θλίψη μου με αποπλάνησε. Από κείνο το βράδυ κοιμόμασταν μαζί. Απέναντί της εξαρχής ήμουν ειλικρινής. Δεν ένιωθα πόθο γι’ αυτήν, ούτε ήμουν ερωτευμένος, απλά τη συμπαθούσα και νομίζω ότι μπορούσα να την αγαπήσω. Το ίδιο και κείνη, μου είπε. Αν και είκοσι χρόνια μικρότερή μου, η ζωή την είχε κιόλας κουράσει. Δηλαδή η μοναξιά. Και αυτή πλέον έψαχνε έναν άνθρωπο να ακουμπήσει πάνω του και να γαληνέψει. Ούτε αυτή ήθελε παιδιά. Ο κόσμος που ζούσαμε δεν ευνοούσε την αναπαραγωγή του είδους μας. Και δεν υπήρχε λόγος να αυξήσουμε τη δυστυχία του σύμπαντος, να πάρουμε άλλους στο λαιμό μας, μόνο και μόνο για να σπρώξουμε παρά πέρα τις ζωούλες μας. Μόνοι οι δυο μας θα πορευόμαστε μέχρι το τέλος, με αγάπη και συμπόνια. Από δω και μπρος μας περίμενε μια απλή, λιτή και ήσυχη ζωή. Τουλάχιστον, στα βασικά συμφωνούσαμε.

Αυτό ήταν το τελευταίο σημείωμα και κλείνει απότομα χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Πλέον, τα μάγια είχαν λυθεί, δεν υπήρχε λόγος να ξαναγράψω. Έσβησα το λάπτοπ και βγήκα στο μπαλκόνι. Είχε βάλει ψύχρα και σιγά σιγά ο μπλε ουρανός έπαιρνε το χρώμα της νύχτας. Από αύριο ο καιρός θα άλλαζε. Έφευγε το φθινόπωρο κι ερχόταν ο δύσκολος παγερός χειμώνας. Όμως, πάντα διατηρούσα τις ελπίδες μου για όμορφες λιακάδες και χαμογελαστούς ήλιους με δόντια να ζεσταίνουν τα κουρασμένα μου κόκαλα. Το άδειο σούρουπο ξεψυχούσε ηρωικά και πένθιμα και πλησίαζε η μεγάλη νύχτα. Μα πλέον δεν ήμουν μόνος και δεν φοβόμουν.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

Ο ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

Ήταν ξαφνικό και απρόσμενο. Άγριο. Κανείς δεν το περίμενε, και μάλιστα σε κοινή θέα, στη μέση του δρόμου. Όλοι κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κανείς δεν αντέδρασε, κανείς δεν προσπάθησε να εμποδίσει το μοιραίο. Εκείνος για πολύ ώρα βάδιζε ξυπόλυτος πάνω κάτω, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη, έξω από την τράπεζα, εκεί που πρόσφατα είχαν πέσει νεκρά τα φιλαράκια του. Φαινόταν σκεφτικός και αναποφάσιστος. Και νευρικός, σαν αγρίμι στο κλουβί. Οι περαστικοί δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία. Έριχναν μια λοξή ματιά και προσπερνούσαν αδιάφοροι. Πολλοί απ’ αυτούς τον ήξεραν και ότι από καιρό του είχε λασκάρει η βίδα κι έκανε παλαβομάρες. Όμως, κατά βάθος ήταν ακίνδυνος, ούτε μυρμήγκι δεν μπορούσε να πειράξει. Ξαφνικά, μετά από ώρα, πέταξε από πάνω του το μαύρο παλτό, έμεινε ολόγυμνος και μουγκρίζοντας άρχισε να κατουράει έξω απ’ την πόρτα του καταστήματος. Για να ξεπλύνει το αίμα των φίλων του. Προκλήθηκε πανδαιμόνιο, ο κόσμος τρόμαξε  απ’ το θέαμα, σοκαρίστηκε. Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν στη μέση του δρόμου και κοιτούσαν. Και τότε έγινε το κακό. Εκείνη σαν σίφουνας πετάχτηκε απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, διέσχισε τον δρόμο και έτρεξε κατά πάνω του. Κρατούσε ένα σιδερένιο λοστό και άρχισε να τον χτυπάει από πίσω με μανία στο κεφάλι. Εκείνος σωριάστηκε χάμω. Συνέχισε να τον χτυπάει μέχρι που κουράστηκε. Πέταξε το αιματοβαμμένο λοστάρι κάτω και έφυγε τρέχοντας, ας ήτανε κουτσή. Ο νεκροθάφτης ήταν ήδη νεκρός, με το κεφάλι λιωμένο και τα λίγα μυαλά του κολλημένα στην τζαμαρία της τράπεζας.      

Το έμαθα απ’ την τηλεόραση και ταράχτηκα. Και στεναχωρέθηκα, σφίχτηκε το στομάχι μου. Πολλοί μαζεμένοι θάνατοι τελευταία. Ο χάρος είχε βγει παγανιά και πλησίαζε προς το μέρος μου, με κύκλωνε από παντού. Οι ειδήσεις είπαν για μια αποτρόπαιη και φρικιαστική αδελφοκτονία. Ένας περαστικός σήκωσε από κάτω το μακρύ του παλτό και τον σκέπασε. Από σεβασμό. Αμέσως ειδοποιήθηκε το ασθενοφόρο που παρέλαβε τη σωρό του νεκρού. Η αστυνομία πήγε στο σπίτι της κουτσής και την συνέλαβε. Εκείνη δεν αντιστάθηκε. Ήταν ψύχραιμη και τους περίμενε. Είχε ήδη ετοιμάσει την τσάντα της με λίγα πράγματα, τα πιο απαραίτητα. Μετά τον χαμό του κοντού ήρθε για όλους η καταστροφή, σκέφτηκα. Ακόμα και η μπεμπέκα άλλαξε κινητό και εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση. Και η καλή μου η γειτόνισσα τα μάζεψε κι έφυγε μέσα στη μαύρη νύχτα για την πρωτεύουσα, ούτε ένα γεια δεν είπε, ούτε ένα σημείωμα. Είχα μείνει ολομόναχος. Τα τελευταία χρόνια, μετά το θάνατο της μαμάς, αυτοί ήταν οι άνθρωποί μου, που κάπως με νοιάζονταν, που όποτε χανόμουν ρωτούσαν ανήσυχα αν ζούσα ή αν πέθανα. Κι ας ήμασταν άλλοι κόσμοι. Κι ας με γνώριζαν τόσο λίγο. Τώρα είχε απομείνει μόνο η κουτσή, μα κι αυτή μακριά μου, πίσω απ’ τα κάγκελα, και μάλλον για όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Πήγα και την είδα. Την είχαν στο ψυχιατρείο της φυλακής και την χαπακώνανε πρωί βράδυ για να είναι ήρεμη. Πράγματι, ήταν απαθής, χαμένη στον κόσμο της. Την ρώτησα για τον αδερφό της και τότε φάνηκε κάπως το μάτι της να πεταρίζει, σαν να συνερχόταν από λήθαργο. Δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να ξεφτιλίζεται, είπε. Μετά τον θάνατο του κοντού, κι αυτός πήρε την κάτω βόλτα. Τον περιμάζεψε στο σπίτι. Δεν έπαιρνε τα φάρμακά του και βρισκόταν εκτός εαυτού. Κατουριόταν και χεζόταν πάνω του, σαν να το έκανε επίτηδες για να την μουρλάνει. Καμιά φορά έβγαινε στο δρόμο γυμνός. Τη νύχτα στον ύπνο του ούρλιαζε. Δεν ήθελε να γυρίσει στο τρελάδικο, ούτε να ζήσει άλλο. Σε στιγμές νηφαλιότητας κλαίγοντας της ζητούσε να τον βοηθήσει να τελειώνει από αυτή τη γαμημένη ζωή. Εκείνος ήταν δειλός, δεν μπορούσε να το κάνει. Δυστυχώς, δεν τα είχε εντελώς χαμένα και δεν άντεχε άλλο όλη αυτή την ξεφτίλα. Κάθε μέρα όλο και χειροτέρευε. Τον λυπόταν. Και δεν τον άντεχε άλλο, την είχε κουράσει. Έκανε αυτό που έπρεπε, το καλύτερο για όλους. Και δεν μετανιώνει.

Φεύγοντας σκέφτηκα ότι δεν ήξερα πολλά πράγματα για κείνη και τον αδερφό της, δηλαδή ότι μου είχε πει ο κοντός. Κατάγονταν από ένα μακρινό χωριό του βορρά. Από εκεί έφυγαν πολύ μικρά, ολομόναχα, πεταμένα από γονείς και συγγενείς. Χωρίς οικογένεια. Και άγνωστο που περιπλανήθηκαν και πώς κατέληξαν εδώ, σ’ αυτή την πόλη. Γαμημένες ζωές εξαρχής και τελεσίδικα. Κι ας λένε ότι γουστάρουν οι ηθικολόγοι για σκουπίδια της κοινωνίας και τα ρέστα. Όταν μετά από δυο βδομάδες πήγα να την ξαναδώ μου είπαν ότι δεν ήταν πλέον εκεί. Πριν δυο μέρες είχε βάλει τέλος στη ζωή της. Την βρήκαν κρεμασμένη στις τουαλέτες να τους κοιτάζει αδιάφορα, με μια ειρωνική απάθεια.  

Πήγα αμέσως στο νεκροτομείο, λάδωσα τον υπεύθυνο και την είδα. Την είχαν βάλει δίπλα στον κοντό, τον ψηλό και τον χοντρό, στους δικούς της ανθρώπους. Και λίγο παραπέρα ο αδερφός της με το παραμορφωμένο κρανίο. Περιμένανε να περάσει ο καιρός για να πεταχτούν στον μεγάλο λάκκο. Όχι βέβαια πως τους ένοιαζε. Την ζωή τους την έζησαν όπως μπορούσαν και σε κανέναν δεν χρωστούσαν τίποτα. Όσο για  μένα, είχα μείνει ολομόναχος. Πλέον, το μόνο που περίμενα ήταν μια θέση στο πλάι τους, στα αζήτητα του νεκροτομείου, χωρίς κανένας να μας επισκέπτεται και να ταράζει τη γαλήνη μας. Ξεχασμένοι απ’ όλους. Σαν να μη ζήσαμε ποτέ. Χωρίς να αφήσουμε απογόνους, διαιωνίζοντας το όνομα των γεννητόρων μας και τη δυστυχία του είδους μας. Χωρίς κοινωνική προσφορά, χωρίς πλούτο και τιμές. Και σύντομα κανείς δεν θα μας θυμόταν. Αυτά σκεφτόμουν καπνίζοντας μέσα στον παγωμένο θάλαμο, όταν είδα τον κοντό κάπως να μου χαμογελά. Ο γαμημένος μπάσταρδος! Ήταν έτοιμος να ανοίξει τα μάτια και να ριχτεί στην αγκαλιά μου.