Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 7


Κάθε ηθική της μοναξιάς θέλει δύναμη

                                              Αλμπέρ Καμύ

 

Είμαι με τον μοναχικό άνθρωπο,

όποιος κι αν είναι αυτός

                                        Ζαν Ζενέ


Είναι ημερολόγια επιβίωσης μέσα στον άδικο, αφιλόξενο και παράλογο κόσμο που αναγκάζομαι να ζω. Για να βρίσκομαι ταυτόχρονα στο εδώ και στο αλλού, για να ξορκίζω το φόβο του θανάτου και τον τρόμο της ζωής, προσπαθώντας να σταματήσω (αλλά και να διαστείλω) τον γαμημένο χρόνο που τρέχει όλο και πιο γρήγορα. Για να ξαναγίνομαι κάπου κάπου και πάλι παιδί. Για να παίζω ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, δίχως τύψεις και ενοχές. Όχι όμως εξομολογητικά, για εξιλέωση και μια δήθεν απελευθέρωση. Απλά, ένα μοναχικό παιχνίδι, χωρίς νικητές και ηττημένους…

Όμως, ήδη, έφτασε το απόγευμα υγρό και τσουχτερό. Τον χειμώνα ευτυχώς βραδιάζει νωρίς. Οι μέρες είναι μικρές κι ασήμαντες, οι νύχτες όμως, αν και σιωπηλές, γεμάτες υποσχέσεις. Εκεί όπου δεν χωράει καμία προφητεία, κανένας προγραμματισμός. Όμως ενδιάμεσα, το ήσυχο σούρουπο, άδειο από έγνοιες και σκοτούρες, άδειο από επιθυμίες και προαισθήματα, είναι όλα τα λεφτά! Κι εγώ κάθε δεκαεφτά χρόνια να αλλάζω πουκάμισο. Μεγαλώνοντας. Γερνώντας. 

*Το βιβλίο με τίτλο «ΑΔΕΙΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ» αποτελείται από τριάντα τέσσερα ημερολόγια επιβίωσης και αφιερώνεται σε όλους τους μοναχικούς ανθρώπους που αντέχουν και συνεχίζουν να αγωνίζονται. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2023, πάντα, μόνο για φίλους.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Είχα καιρό να γράψω, πολλά χρόνια. Δεν έβρισκα κάποιο σοβαρό λόγο, ούτε είχα κάτι καινούργιο να πω. Τα θέματα είχαν εξαντληθεί. Πέρασα και μια μεγάλη περίοδο κατάθλιψης. Άγρια φάση. Η μοναξιά με βούτηξε απ’ το σβέρκο και με χτύπησε κάτω σαν χταπόδι. Με τσάκισε. Έπινα και κάπνιζα πολύ, έτρωγα ελάχιστα, στη χάση και στη φέξη, και δεν έβγαινα καθόλου έξω. Είχα καταντήσει ερείπιο, σκιά του παλιού μου εαυτού, ένα αδέσποτο φάντασμα στην κρίσιμη ηλικία των πενηνταφεύγα και εξηντακάτι. Δεν ξέρω πώς κατάφερα να επιβιώσω. Ίσως, επειδή υπήρχαν και άλλοι ομοιοπαθείς, σχεδόν ολόκληρη η κοινωνία. Ένα μεγάλο και ατέλειωτο τρελάδικο, σφαγείο και μπουρδέλο. Η μεγάλη φυλακή. Όλα αυτά μαζί.

Έτσι, κάποια στιγμή ήρθε η πανδημία, ξανά το μεγάλο ξεκαθάρισμα της φύσης. Πέθανε πολύς κόσμος, κυρίως ηλικιωμένοι και άρρωστοι, και όσοι επέζησαν φόρεσαν μάσκες και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους με εντολή της κυβέρνησης και τα σκυλιά δεμένα. Το κράτος κήρυξε επίσημα την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και άρχισε ο μεγάλος εγκλεισμός. Τα μαγαζιά της ανάπαυσης, της διασκέδασης και του πολιτισμού έκλεισαν. Η κυκλοφορία μετά τη δύση του ηλίου απαγορεύτηκε, όπως και οι άσκοπες μετακινήσεις της ημέρας. Μια ώρα μόνο για τα απαραίτητα ψώνια και μετά πάλι μέσα. Αν είχες και κάνα σκυλάκι να βγάλεις βόλτα ήσουν πιο τυχερός. Τότε ξαφνικά γίνανε όλοι φιλόζωοι, μα όταν έληξε ο συναγερμός τα αμόλησαν στους δρόμους απροστάτευτα. Μαθαίναμε τα νέα απ’ την τηλεόραση και το ίντερνετ, μα τι να πρωτοπιστέψεις, ο καθένας έλεγε το κοντό του και το μακρύ του. Η δημόσια υγεία βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, τα νοσοκομεία και οι κλινικές είχαν γεμίσει από ετοιμοθάνατους και βαριά πάσχοντες, ο κοσμάκης είχε πανικοβληθεί. Άλλοι φοβόντουσαν για τη ζωή τους και άλλοι για τη στέρηση της ελευθερίας τους. Είχε φτάσει το τέλος του κόσμου και η δευτέρα παρουσία, ανέκραζαν ωρυόμενοι κάποιοι θρησκόληπτοι. Οι ψεκασμένοι, καχύποπτοι απέναντι σε όλους και σε όλα, έβλεπαν συνωμοσίες και το τέλος της ανθρωπότητας. Είχαν όλοι τους αποτρελαθεί. Μέχρι που βρέθηκαν τα εμβόλια, τα μέτρα χαλάρωσαν και ο κόσμος επέστρεψε κάπως στην πεζή και άχαρη πραγματικότητα. Μα ο φόβος έμεινε.

Για μένα δεν άλλαξαν πολλά πράγματα. Οι καραντίνες ήταν η παρηγοριά μου, τώρα θα μου έλειπαν. Είχα αρχίσει να μιλάω μόνος μου και να βλέπω φαντάσματα. Σκεφτόμουν πολύ σοβαρά την αυτοκτονία. Σε όλο αυτό το αδιέξοδο θα ήταν μια κάποια λύση. Δεν έβρισκα κάποιο νόημα να συνεχίσω όλη αυτή τη μεγάλη φάρσα της ύπαρξης, να παρατείνω τη μπλόφα τη ζωής. Δεν υπήρχε και κάτι να με κρατήσει σ’ αυτήν. Το θολωμένο μου μυαλό προσπαθούσε να βρει τον καλύτερο τρόπο, τον πιο θεαματικό, κάτι που θα έκανε εντύπωση και θα προξενούσε τον γενικό θαυμασμό. Που τουλάχιστον θα μ’ έβγαζε απ’ την ασημαντότητά μου. Θα έπαυα, έστω και την ύστατη ώρα, να είμαι ένα μεγάλο μηδενικό, όπως και τόσοι άλλοι, βέβαια. Έστω και την τελευταία στιγμή, κάποιοι θα έδειχναν λίγο ενδιαφέρον για το άτομό μου, έστω μια περιέργεια. Σίγουρα έπρεπε να αφήσω και μία μακροσκελή επιστολή για να εξηγήσω τους λόγους του απονενοημένου διαβήματος. Έτσι κι αλλιώς, τον τελευταίο καιρό είχαν αυξηθεί πολύ οι αυτόχειρες. Τελικά κατέληξα. Την ώρα που σουρουπώνει θα έπεφτα απ’ την ταράτσα της πολυκατοικίας και θα γινόμουν χίλια κομματάκια στον πεζόδρομο, ενώ προηγουμένως θα είχα βάλει φωτιά και θα έκαιγα το διαμέρισμά μου. Να μην έμενε τίποτα πίσω που θα θύμιζε το πέρασμά μου απ’ τον μάταιο τούτο κόσμο. Την αβλαβή μου διέλευση. Διπλό το ευχάριστο θέαμα για το σαρκοβόρο και αιμοδιψές κοινό. Μα αποδείχτηκα δειλός. Κάθε φορά έβρισκα χίλιες δικαιολογίες για να αναβάλλω την απόφαση που θα με λύτρωνε. Ότι πλέον ήμουν αρκετά μεγάλος, έλεγα στον εαυτό μου, για να αυτοκτονήσω και έπρεπε να υπομείνω το πεπρωμένο μου. Ότι ενδεχομένως να έπαιρνα και κάποιους άλλους στο λαιμό μου που δεν έφταιγαν σε τίποτα. Περαστικοί διαβάτες ή ανυποψίαστοι γείτονες θα γίνονταν οι παράπλευρες απώλειες της απελπισμένης πράξης μου. Και θα ήμουν πλέον πολύ νεκρός για να βασανίζομαι από τύψεις. Ναι, αυτό θα ήταν πολύ άδικο και δεν το άντεχα. Αν και σε διαρκή κατάσταση μεθυστικής χαύνωσης, διατηρούσα ακόμη κάποια ελάχιστα ίχνη ηθικής.

Μέχρι που ήρθε ο καρκίνος για να δώσει τη λύση του δράματος. Και ως δια μαγείας τα άλλαξε όλα. Φοβόμουνα να πεθάνω και γαντζώθηκα απ’ τη ζωή. Έτρεξαν στους γιατρούς να με βοηθήσουν. Ευτυχώς, είχα προλάβει, είπαν. Έπρεπε να μου αφαιρέσουν το πνευμόνι, αλλά δεν πειράζει, ζούσα και με το ένα. Εκείνο δεν είχε πειραχτεί πολύ, με λίγες ακτινοβολίες και χημειοθεραπείες θα το σώζανε. Ο καθηγητής που με ανέλαβε, εγνωσμένου κύρους και αξίας, ήταν αισιόδοξος. Με το αζημίωτο, βέβαια. Έδωσα ένα χοντρό φακελάκι, με έβαλαν στο νοσοκομείο ως επείγον περιστατικό, έγινε η εγχείριση και όλα πήγαν καλά. Μου ευχήθηκαν «σιδερένιος», μου έδωσαν κάτι φάρμακα και μετά από μια βδομάδα με ξαπόστειλαν κακήν κακώς, για να αδειάσει το κρεβάτι και να πάρει σειρά ο επόμενος. Προσωρινά, την είχα σκαπουλάρει. Είχα πάρει παράταση.

Για νοσοκόμα έψαξα στις μικρές αγγελίες της εφημερίδας. Μέχρι να αναρρώσω πλήρως, έπρεπε να βρω ένα άτομο να με φροντίζει. Είδα τρεις τέσσερις και διάλεξα εκείνη. Ήταν δώρο θεού με όλες τις χάρες του κόσμου. Ανύπαντρη, λίγο πάνω απ’ τα σαράντα, όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή. Με το μελαγχολικό της χαμόγελο μου έδωσε κουράγιο και με βοήθησε να συνέλθω. Ζούσε μόνη της σε μια γκαρσονιέρα. Της είπα, αν ήθελε, να έρθει να μείνει μαζί μου. Το σπίτι ήταν αρκετά ευρύχωρο για να χωρέσει και τους δύο. Δέχτηκε. Νομίζω, με είχε συμπαθήσει κι αυτή. Μετά από λίγο καιρό, αφού είχα γίνει εντελώς περδίκι, ήρθε στο δωμάτιό μου και εκμεταλλευόμενη τη θλίψη μου με αποπλάνησε. Από κείνο το βράδυ κοιμόμασταν μαζί. Απέναντί της εξαρχής ήμουν ειλικρινής. Δεν ένιωθα πόθο γι’ αυτήν, ούτε ήμουν ερωτευμένος, απλά τη συμπαθούσα και νομίζω ότι μπορούσα να την αγαπήσω. Το ίδιο και κείνη, μου είπε. Αν και είκοσι χρόνια μικρότερή μου, η ζωή την είχε κιόλας κουράσει. Δηλαδή η μοναξιά. Και αυτή πλέον έψαχνε έναν άνθρωπο να ακουμπήσει πάνω του και να γαληνέψει. Ούτε αυτή ήθελε παιδιά. Ο κόσμος που ζούσαμε δεν ευνοούσε την αναπαραγωγή του είδους μας. Και δεν υπήρχε λόγος να αυξήσουμε τη δυστυχία του σύμπαντος, να πάρουμε άλλους στο λαιμό μας, μόνο και μόνο για να σπρώξουμε παρά πέρα τις ζωούλες μας. Μόνοι οι δυο μας θα πορευόμαστε μέχρι το τέλος, με αγάπη και συμπόνια. Από δω και μπρος μας περίμενε μια απλή, λιτή και ήσυχη ζωή. Τουλάχιστον, στα βασικά συμφωνούσαμε.

Αυτό ήταν το τελευταίο σημείωμα και κλείνει απότομα χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Πλέον, τα μάγια είχαν λυθεί, δεν υπήρχε λόγος να ξαναγράψω. Έσβησα το λάπτοπ και βγήκα στο μπαλκόνι. Είχε βάλει ψύχρα και σιγά σιγά ο μπλε ουρανός έπαιρνε το χρώμα της νύχτας. Από αύριο ο καιρός θα άλλαζε. Έφευγε το φθινόπωρο κι ερχόταν ο δύσκολος παγερός χειμώνας. Όμως, πάντα διατηρούσα τις ελπίδες μου για όμορφες λιακάδες και χαμογελαστούς ήλιους με δόντια να ζεσταίνουν τα κουρασμένα μου κόκαλα. Το άδειο σούρουπο ξεψυχούσε ηρωικά και πένθιμα και πλησίαζε η μεγάλη νύχτα. Μα πλέον δεν ήμουν μόνος και δεν φοβόμουν.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

Ο ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

Ήταν ξαφνικό και απρόσμενο. Άγριο. Κανείς δεν το περίμενε, και μάλιστα σε κοινή θέα, στη μέση του δρόμου. Όλοι κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κανείς δεν αντέδρασε, κανείς δεν προσπάθησε να εμποδίσει το μοιραίο. Εκείνος για πολύ ώρα βάδιζε ξυπόλυτος πάνω κάτω, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη, έξω από την τράπεζα, εκεί που πρόσφατα είχαν πέσει νεκρά τα φιλαράκια του. Φαινόταν σκεφτικός και αναποφάσιστος. Και νευρικός, σαν αγρίμι στο κλουβί. Οι περαστικοί δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία. Έριχναν μια λοξή ματιά και προσπερνούσαν αδιάφοροι. Πολλοί απ’ αυτούς τον ήξεραν και ότι από καιρό του είχε λασκάρει η βίδα κι έκανε παλαβομάρες. Όμως, κατά βάθος ήταν ακίνδυνος, ούτε μυρμήγκι δεν μπορούσε να πειράξει. Ξαφνικά, μετά από ώρα, πέταξε από πάνω του το μαύρο παλτό, έμεινε ολόγυμνος και μουγκρίζοντας άρχισε να κατουράει έξω απ’ την πόρτα του καταστήματος. Για να ξεπλύνει το αίμα των φίλων του. Προκλήθηκε πανδαιμόνιο, ο κόσμος τρόμαξε  απ’ το θέαμα, σοκαρίστηκε. Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν στη μέση του δρόμου και κοιτούσαν. Και τότε έγινε το κακό. Εκείνη σαν σίφουνας πετάχτηκε απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, διέσχισε τον δρόμο και έτρεξε κατά πάνω του. Κρατούσε ένα σιδερένιο λοστό και άρχισε να τον χτυπάει από πίσω με μανία στο κεφάλι. Εκείνος σωριάστηκε χάμω. Συνέχισε να τον χτυπάει μέχρι που κουράστηκε. Πέταξε το αιματοβαμμένο λοστάρι κάτω και έφυγε τρέχοντας, ας ήτανε κουτσή. Ο νεκροθάφτης ήταν ήδη νεκρός, με το κεφάλι λιωμένο και τα λίγα μυαλά του κολλημένα στην τζαμαρία της τράπεζας.      

Το έμαθα απ’ την τηλεόραση και ταράχτηκα. Και στεναχωρέθηκα, σφίχτηκε το στομάχι μου. Πολλοί μαζεμένοι θάνατοι τελευταία. Ο χάρος είχε βγει παγανιά και πλησίαζε προς το μέρος μου, με κύκλωνε από παντού. Οι ειδήσεις είπαν για μια αποτρόπαιη και φρικιαστική αδελφοκτονία. Ένας περαστικός σήκωσε από κάτω το μακρύ του παλτό και τον σκέπασε. Από σεβασμό. Αμέσως ειδοποιήθηκε το ασθενοφόρο που παρέλαβε τη σωρό του νεκρού. Η αστυνομία πήγε στο σπίτι της κουτσής και την συνέλαβε. Εκείνη δεν αντιστάθηκε. Ήταν ψύχραιμη και τους περίμενε. Είχε ήδη ετοιμάσει την τσάντα της με λίγα πράγματα, τα πιο απαραίτητα. Μετά τον χαμό του κοντού ήρθε για όλους η καταστροφή, σκέφτηκα. Ακόμα και η μπεμπέκα άλλαξε κινητό και εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση. Και η καλή μου η γειτόνισσα τα μάζεψε κι έφυγε μέσα στη μαύρη νύχτα για την πρωτεύουσα, ούτε ένα γεια δεν είπε, ούτε ένα σημείωμα. Είχα μείνει ολομόναχος. Τα τελευταία χρόνια, μετά το θάνατο της μαμάς, αυτοί ήταν οι άνθρωποί μου, που κάπως με νοιάζονταν, που όποτε χανόμουν ρωτούσαν ανήσυχα αν ζούσα ή αν πέθανα. Κι ας ήμασταν άλλοι κόσμοι. Κι ας με γνώριζαν τόσο λίγο. Τώρα είχε απομείνει μόνο η κουτσή, μα κι αυτή μακριά μου, πίσω απ’ τα κάγκελα, και μάλλον για όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Πήγα και την είδα. Την είχαν στο ψυχιατρείο της φυλακής και την χαπακώνανε πρωί βράδυ για να είναι ήρεμη. Πράγματι, ήταν απαθής, χαμένη στον κόσμο της. Την ρώτησα για τον αδερφό της και τότε φάνηκε κάπως το μάτι της να πεταρίζει, σαν να συνερχόταν από λήθαργο. Δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο να ξεφτιλίζεται, είπε. Μετά τον θάνατο του κοντού, κι αυτός πήρε την κάτω βόλτα. Τον περιμάζεψε στο σπίτι. Δεν έπαιρνε τα φάρμακά του και βρισκόταν εκτός εαυτού. Κατουριόταν και χεζόταν πάνω του, σαν να το έκανε επίτηδες για να την μουρλάνει. Καμιά φορά έβγαινε στο δρόμο γυμνός. Τη νύχτα στον ύπνο του ούρλιαζε. Δεν ήθελε να γυρίσει στο τρελάδικο, ούτε να ζήσει άλλο. Σε στιγμές νηφαλιότητας κλαίγοντας της ζητούσε να τον βοηθήσει να τελειώνει από αυτή τη γαμημένη ζωή. Εκείνος ήταν δειλός, δεν μπορούσε να το κάνει. Δυστυχώς, δεν τα είχε εντελώς χαμένα και δεν άντεχε άλλο όλη αυτή την ξεφτίλα. Κάθε μέρα όλο και χειροτέρευε. Τον λυπόταν. Και δεν τον άντεχε άλλο, την είχε κουράσει. Έκανε αυτό που έπρεπε, το καλύτερο για όλους. Και δεν μετανιώνει.

Φεύγοντας σκέφτηκα ότι δεν ήξερα πολλά πράγματα για κείνη και τον αδερφό της, δηλαδή ότι μου είχε πει ο κοντός. Κατάγονταν από ένα μακρινό χωριό του βορρά. Από εκεί έφυγαν πολύ μικρά, ολομόναχα, πεταμένα από γονείς και συγγενείς. Χωρίς οικογένεια. Και άγνωστο που περιπλανήθηκαν και πώς κατέληξαν εδώ, σ’ αυτή την πόλη. Γαμημένες ζωές εξαρχής και τελεσίδικα. Κι ας λένε ότι γουστάρουν οι ηθικολόγοι για σκουπίδια της κοινωνίας και τα ρέστα. Όταν μετά από δυο βδομάδες πήγα να την ξαναδώ μου είπαν ότι δεν ήταν πλέον εκεί. Πριν δυο μέρες είχε βάλει τέλος στη ζωή της. Την βρήκαν κρεμασμένη στις τουαλέτες να τους κοιτάζει αδιάφορα, με μια ειρωνική απάθεια.  

Πήγα αμέσως στο νεκροτομείο, λάδωσα τον υπεύθυνο και την είδα. Την είχαν βάλει δίπλα στον κοντό, τον ψηλό και τον χοντρό, στους δικούς της ανθρώπους. Και λίγο παραπέρα ο αδερφός της με το παραμορφωμένο κρανίο. Περιμένανε να περάσει ο καιρός για να πεταχτούν στον μεγάλο λάκκο. Όχι βέβαια πως τους ένοιαζε. Την ζωή τους την έζησαν όπως μπορούσαν και σε κανέναν δεν χρωστούσαν τίποτα. Όσο για  μένα, είχα μείνει ολομόναχος. Πλέον, το μόνο που περίμενα ήταν μια θέση στο πλάι τους, στα αζήτητα του νεκροτομείου, χωρίς κανένας να μας επισκέπτεται και να ταράζει τη γαλήνη μας. Ξεχασμένοι απ’ όλους. Σαν να μη ζήσαμε ποτέ. Χωρίς να αφήσουμε απογόνους, διαιωνίζοντας το όνομα των γεννητόρων μας και τη δυστυχία του είδους μας. Χωρίς κοινωνική προσφορά, χωρίς πλούτο και τιμές. Και σύντομα κανείς δεν θα μας θυμόταν. Αυτά σκεφτόμουν καπνίζοντας μέσα στον παγωμένο θάλαμο, όταν είδα τον κοντό κάπως να μου χαμογελά. Ο γαμημένος μπάσταρδος! Ήταν έτοιμος να ανοίξει τα μάτια και να ριχτεί στην αγκαλιά μου.  

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Τους άνοιξα την πόρτα με μισή καρδιά. Συνηθισμένοι βέβαια από ψυχρές υποδοχές και ξινισμένες φάτσες. Όπως και σε πολλούς άλλους, κάθε επαφή με τα όργανα της τάξης  και του νόμου μού είναι απεχθής. Και μόνο στο άκουσμα της λέξης «ασφάλεια» μου έρχεται αναγούλα, είμαι έτοιμος να ξεράσω. Βέβαια, μια δουλειά είναι κι αυτή, καθ’ όλα χρήσιμη για το κοινό καλό, μα για μένα πλέον είναι καθαρά ζήτημα αισθητικής. Ήτανε δύο, με πολιτικά. Ο ένας στην ηλικία μου, ο άλλος όχι πάνω από τριάντα. Παραδόξως, ο μικρός ήταν όμορφος και ερωτεύσιμος. Χαραμιζόταν στην υπηρεσία διώξεως εγκληματιών, κακοποιών και λοιπών αντικοινωνικών στοιχείων. Μακριά ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια, τατουάζ στα χέρια, σκουλαρίκια στα αυτιά. Όλο δροσιά και νιάτα. Δεν μιλούσε καθόλου, μόνο κοίταζε εξεταστικά το χώρο κι εμένα. Φαινόταν έξυπνος, τσακάλι. Μα πάνω από όλα ήταν όμορφος. Τον κοίταζα κι εγώ, επίμονα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πού το έχω ξαναδεί αυτό το ζουμερό καυλάκι. Καθίσαμε στο σαλόνι. Αν  ήθελαν, μπορούσαν να καπνίσουν, τους είπα. Εγώ όχι. Μετά την τελευταία περιπέτεια της υγείας μου αποφάσισα να το κόψω. Η επίσκεψη ήταν καθαρά φιλική, είπε ο μεγάλος. Ήξεραν ότι ακόμα δεν είχα συνέλθει για τα καλά, μα έπρεπε να μου κάνουν κάποιες ερωτήσεις για το περιστατικό. Αν και όλα τα ήξεραν. Δεν ξαφνιάστηκα από την παρουσία τους, τους περίμενα. Με είχε προειδοποιήσει η γειτόνισσα από δίπλα. Πιο πριν ήταν εδώ. Μα μόλις χτύπησε το θυροτηλέφωνο και κατάλαβα ποιοι είναι, την έδιωξα κακήν κακώς. Καλύτερα να μην την έβρισκαν στο σπίτι μου.       

Κι όμως, της έχω μεγάλη υποχρέωση. Η κακομοίρα μου συμπαραστάθηκε πολύ στην κακοτυχία μου. Ξημερώματα Σαββάτου με βρήκε έξω από την πόρτα μου, σε άθλια κατάσταση, σωριασμένο κατάχαμα και με περιμάζεψε. Αυτή μου τα είπε, εγώ δεν θυμόμουν τίποτα. Η προηγούμενη νύχτα ήταν καταστροφική. Έγινα παπί απ’ τη βροχή, ήπια τον αγλέουρα στο μπαρ της κουτσής και άρπαξα ένα γερό κρύωμα. Στην αρχή δεν του ‘δωσα σημασία. Φταρνιζόμουνα μόνο και είχα λίγα ρίγη. Ένα απλό συνάχι, που με λίγο ύπνο και κάνα ντεπόν θα περάσει, σκέφτηκα. Μα τα ήδη ταλαιπωρημένα μου πνευμόνια δεν άντεξαν, τρύπησαν και σκίστηκαν στα δύο. Δυο μέρες προσπαθούσε με εντριβές και γιατροσόφια να με συνεφέρει, δίχως αποτέλεσμα. Ο πυρετός δεν έλεγε να πέσει, κι εγώ να ξυπνήσω απ’ τον λήθαργο. Τρόμαξε πολύ και τη Δευτέρα φώναξε το γιατρό. Το πρωί, την ώρα της ληστείας. Με εξέτασε και διέγνωσε βαριά καραμπινάτη πνευμονία. Έπρεπε να μεταφερθώ επειγόντως στο νοσοκομείο. Κακώς άργησε να τον φωνάξει. Ήδη είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος και κινδύνευε η ζωή μου, της είπε. Εκείνη, και μόνο στη σκέψη ότι μπορούσα να πεθάνω, και μάλιστα εξαιτίας της, δεν άντεξε και ξέσπασε σε κλάματα. Ήταν πονόψυχη η έρμη, καλή καρδιά. Ευτυχώς, με προλάβανε. Κάθισα δέκα μέρες μέσα κι αυτή συνέχεια στο πλευρό μου, στιγμή δεν έφυγε από δίπλα μου. Ήταν γερό στραπάτσο. Ακόμα δεν είχα συνέλθει για τα καλά.

Οι μπασκίνες ήρθαν στο νοσοκομείο την επόμενη του συμβάντος. Με βρήκαν εκεί, στο κρεβάτι του πόνου, με τον ορό στη μύτη, να κοιμάμαι. Ο πυρετός επέμενε, συνέχιζα να ψήνομαι, μα είχα ατράνταχτο άλλοθι, το επιβεβαίωνε και ο γιατρός που με είχε εξετάσει. Εκτός κι αν θεωρούσαν, πράγμα απίθανο, ότι ήμουν ο εγκέφαλος της σπείρας και κινούσα τα νήματα από μακριά και νοερά, με τηλεπάθεια. Την ρώτησαν αν ήξερε κάτι. Γνώριζαν τις σχέσεις της με τον κοντό, εμένα και τους άλλους, το μπουρδέλο και το μπαρ της κουτσής. Όλα τα ήξεραν, ότι βράζαμε στο ίδιο καζάνι. Ναι, δεν το αρνήθηκε, τα ήξερε τα παιδιά, μα για τη ληστεία όχι, είχε μαύρα μεσάνυχτα. Μόνο όσα είπαν οι ειδήσεις, τους είπε και εκείνοι έφυγαν χωρίς να επιμείνουν, να γίνουν πιεστικοί, φορτικοί και αδιάκριτοι, όπως συνηθίζουν. Ίσως να τους έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια. Ίσως πάλι να σεβάστηκαν τον χώρο και την κατάσταση του ασθενούς. Ούτε την κάλεσαν στην αστυνομία για να δώσει επίσημη κατάθεση. Και τι να τους έλεγε; Πράγματι δεν γνώριζε τίποτα. Είχε μείνει έξω απ’ το κόλπο. Ο κοντός δεν την εμπιστευόταν. «Δεν κάνει για τέτοιες δουλειές. Είναι αφελής και ελαφρόμυαλη, της ξεφεύγουν λόγια. Το μυαλό της είναι κούφιο και συνέχεια στην πούτσα!» είχε πει ο αρχηγός και γελάσαμε. Δεν είχε κι άδικο. Πάντως, η γειτόνισσα με βοήθησε πολύ και της το χρωστάω. Έχει καλή ψυχή.

Ο μπάτσος θαύμασε την τεράστια βιβλιοθήκη του πατέρα με τα πολλά βιβλία  και απόρησε αν όλα αυτά τα έχω διαβάσει. Δεν του απάντησα και χωρίς άλλες περιστροφές μπήκε αμέσως στο ψητό. Είχαν βάσιμες υποψίες ότι ήμουν κι εγώ στο κόλπο. Το αρνήθηκα μετά βδελυγμίας. Δεν ήξερα τίποτα. Κι εγώ απ’ τις εφημερίδες έμαθα τα καθέκαστα. Το θέμα ήταν πρωτοσέλιδο για πολλές μέρες. Βούιξαν και τα τοπικά κανάλια της τηλεόρασης. Τα παιδιά ήταν απλά γνωστοί, ένα «γεια» λέγαμε, τίποτα παραπάνω. Με κοίταξαν καχύποπτα και διερευνητικά. Δεν πρέπει να έγινα και πολύ πιστευτός, μα στα αρχίδια μου. Δεν είχαν τίποτα να μου προσάψουν. Εδώ πήγα να πεθάνω, τι μου τσαμπουρνάνε οι καργιόληδες για ληστείες και κουραφέξαλα. Είχα και ατράνταχτο άλλοθι. Εκτός κι αν τα μαθαίνανε από αλλού. Μα πλέον δεν υπήρχε κανείς να τους μιλήσει για το άτομό μου. Ίσως μόνο η κουτσή, μα αυτή είναι τάφος. Δεν της παίρνεις κουβέντα ούτε με τα χειρότερα βασανιστήρια.

Η αλήθεια είναι ότι είχα βρεθεί μια φορά στις συναντήσεις τους, στην τελευταία. Εκεί έμαθα για τις λεπτομέρειες της δουλειάς. Ο κοντός κι ο ψηλός ήταν η ομάδα κρούσης. Θα μπαίνανε στην τράπεζα μεταμφιεσμένοι σε παπάδες, ενώ ο χοντρός θα τους περίμενε απ’ έξω και θα τους έκανε νόημα αν κάτι πήγαινε στραβά. Εμένα με θέλανε πιο πέρα, στη γωνία, για τσίλιες. Θα ήμουν μακριά και δεν θα χρειαζόταν να μασκαρευτώ, κανείς δεν θα με υποψιαζόταν. Αν έσκαγαν παρ’ ελπίδα τίποτα μηχανόβια καρακόλια θα σφύριζα κλέφτικα στο χοντρό κι αυτός στους άλλους για να γίνουνε μπουχός. Στο κόλπο βασικός μέτοχος ήταν ο ταμίας της τράπεζας, παλιός φίλος του κοντού, γύρευε ποια χρέη είχε να καλύψει. Εκείνος τους είχε δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Δηλαδή ότι κάθε Δευτέρα η τράπεζα κάνει παραλαβή μετρητών και είναι φίσκα στο παραδάκι, ειδικά τώρα που θα δώσει στον κοσμάκη το δώρο χριστουγέννων, ότι δεν υπάρχει ειδική ασφάλεια φύλαξης, ότι το κλειδάκι για την έξοδο κινδύνου απ’ την πίσω μεριά το είχε στο γραφείο του ο υποδιευθυντής του καταστήματος και ότι έπρεπε να μεταμφιεστούν και να γίνουν αγνώριστοι, αφού ο χώρος ήταν γεμάτος με κάμερες παρακολούθησης. Ο κοντός είχε κάνει δυο αναγνωριστικές επισκέψεις στο κατάστημα για να ανοίξει τάχα μου λογαριασμό. Το σχέδιο ήταν απλό και εύκολο και αυτό ήταν που με ανησυχούσε περισσότερο. Με ζώνανε τα μαύρα φίδια, μα όταν μου ζήτησε να τους βοηθήσω παραμέρισα τις επιφυλάξεις μου και δέχτηκα, έστω και με μισή καρδιά. «Χρειάζονται άνθρωποι της εμπιστοσύνης, και πού να βρεθούν την σήμερον ημέρα!» σχολίασε θυμόσοφα ο κοντός για να με πείσε. Δέχτηκα, όχι βέβαια για τα λεφτά, δεν καιγόμουνα γι’ αυτά, απλά γιατί του χρωστούσα πολλές χάρες, ένιωθα υποχρέωση απέναντί του και μια φορά που κι αυτός με χρειάστηκε, δεν μπορούσα να τον κρεμάσω. Του ζήτησα μόνο το λιγότερο επικίνδυνο πόστο. Δεν είχα ξαναμπλεχτεί σε τέτοιου είδους παλιοδουλειές και φοβόμουνα μη χάσω την ψυχραιμία μου, κάνω καμιά μαλακία και τους πάρω όλους στο λαιμό μου. «Εντάξει, τσιλιαδόρος», είπε και δώσαμε τα χέρια.

Μετά συζητήσανε κάποιες ψιλολεπτομέρειες, πιο πολύ για το χρονοδιάγραμμα της επιχείρησης, ξέθαψε κι ένα στραπατσαρισμένο χαρτί, το σχεδιάγραμμα με τις διαδρομές,  που είχε καταχωνιάσει στην κωλότσεπη. Η πίσω πόρτα της τράπεζας έβγαζε σε ένα στενό κι εκεί θα τους περίμενε μια κλεμμένη μηχανή για να την κοπανήσουν με τα φράγκα, όμως αυτά δεν με αφορούσαν. Οι άλλοι είχανε περπατήσει την περιοχή τριγύρω και ξέρανε επακριβώς το πού και το πώς. Επομένως, ήμασταν έτοιμοι. «Άντε, και καλή αντάμωση στα γουναράδικα!» μας ευχήθηκε χαμογελώντας ο αρχηγός και είπαμε μέχρι να γίνει η δουλειά και για κάμποσο καιρό μετά να μην κυκλοφορούμε μαζί και δίνουμε στόχο. Ούτε να βρισκόμαστε παρέα σε μαγαζιά και σπίτια, γιατί και η τείχη έχουν αφτιά. Και φυσικά ούτε τηλεφωνήματα. Το βράδυ μόνο για ένα ποτό στην κουτσή, το σαββατοκύριακο ξεκούραση και χαλάουα να στρώσει η επιδερμίδα μας και τη Δευτέρα χτυπάμε στο ψαχνό, βουτάμε το παραδάκι και γράφουμε ιστορία. Όπλα θα κουβαλούσαν πιο πολύ για εκφοβισμό και αχρείαστα να ‘ναι. Έτσι κι αλλιώς, ήταν παπάδες, ευλογημένοι άνθρωποι του θεού. Μα καμιά φορά χρειάζονται κι αυτά. Χωμένα μέσα στους μαύρους φακέλους, πλάι στο ευαγγέλιο και το ψαλτήρι. Για το ευχέλαιο.

Όλα πήγανε κατά διαόλου, δεν μπορούσαν να γίνουνε χειρότερα, κι ο καλός θεός δεν βοήθησε καθόλου, μα δεν έφταιγε ο κοντός. Την τελευταία στιγμή ο ταμίας πρέπει να φοβήθηκε και να μίλησε, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Τους περιμένανε με ανοιχτές αγκάλες κι αυτός εκείνη τη μέρα δεν πήγε στη δουλειά του. Ούτε καν σκέφτηκαν να αναβάλουν τη δουλειά επειδή έλειπα εγώ. Ήξεραν ότι είμαι τάβλα στο κρεβάτι. Βέβαια, κι εγώ να ‘μουνα μαζί τους δεν θα άλλαζε τίποτα. Όταν οι τρεις παπάδες βρέθηκαν έξω απ’ την τράπεζα, σε χρόνο ρεκόρ, ξεφύτρωσαν περιπολικά από όλες τις μεριές και τους περικύκλωσαν. Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι σειρήνες έσκουζαν σαν δαιμονισμένες, οι οδηγοί παρατούσαν τα αμάξια τους στη μέση του δρόμου και τρέχανε αλλόφρονες να σωθούν, το ίδιο και οι περαστικοί. Η υπόθεση μύριζε μακελειό. Οι φίλοι μου προσπάθησαν να μπουν μέσα στην τράπεζα για να προφυλαχτούν, μα η πόρτα δεν άνοιγε. Έμειναν στο πεζοδρόμιο απροστάτευτοι να κοιτάζουν με τρόμο και απόγνωση ο ένας τον άλλο. Τους ζήτησαν να παραδοθούν, μα δεν υπάκουσαν. Ήταν σκέτη αυτοκτονία. Έβγαλαν τα όπλα απ’ τους φακέλους και ο κοντός άρπαξε μια άτυχη γυναικούλα που δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί απ’ το πεδίο μάχης. Πράξη απελπισίας που δεν συγκίνησε τους μπάτσους. Άρχισαν να τους γαζώνουν από όλες τις μεριές. Μετά από λίγο σωριάστηκαν και οι τέσσερις χάμω νεκροί. Δεν γλύτωσε κανένας. Πάντως, μετά από λίγες μέρες, ο ταμίας βρέθηκε κι αυτός νεκρός, πεταμένος σε ένα χαντάκι, λίγο έξω απ’ το σπίτι του. Τότε ψυλλιάστηκα ότι ο κοντός πρέπει να είχε κι άλλους συνεργούς. Αυτούς μάλλον έψαχνε η αστυνομία.

Οι μπάτσοι δεν επέμειναν στην ανάκριση, μάλλον λόγω της κατάστασής μου. Φαινόμουν ακόμη πολύ χλωμός και αδύναμος και χρειαζόμουνα ξεκούραση. Μου έδωσαν την κάρτα τους για να τους τηλεφωνήσω, σε περίπτωση που θυμόμουν κάτι. Ακόμα και η πιο ασήμαντη πληροφορία, είπαν, μπορεί να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης. Κούνησα το κεφάλι μου συγκαταβατικά και τους ξεπροβόδισα μέχρι την πόρτα. Όταν έφυγαν, ήπια ένα ντεπόν και βγήκα στο μπαλκόνι. Ο κρύος αέρας είχε δυναμώσει. Κάτω στο πεζοδρόμιο επικρατούσε νεκρή φύση. Στο βάθος φαίνονταν τα ψηλά δέντρα του δημοτικού πάρκου και η φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ένα μεγάλο βαπόρι, βγαίνοντας απ’ το νέο λιμάνι, έπαιρνε ανοιχτή στροφή και ξεμάκραινε στα δυτικά. Για να καθαρίσω τον ταλαιπωρημένο μου φάρυγγα, έβηξα κι έριξα μια παχιά κίτρινη ροχάλα γεμάτη πίσσα και φλέματα. Έφυγε με δύναμη ψηλά και προσγειώθηκε πλάι σε μια νεραντζιά, παραλίγο να την πετύχω. Με είχανε πιάσει τα νεύρα μου και το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου μου εδώ και αρκετή ώρα στριφογύριζε στα χέρια μου. Τελικά έδειξα δύναμη και δεν το άναψα. Το μύρισα, το σάλιωσα και το πέταξα κι αυτό στον πεζόδρομο, σπονδή στον άγνωστο χαρμάνη της νικοτίνης, ας μην έχει στηθεί ακόμη το μνημείο του. Όσο δυνάμωνε ο αέρας τόσο σιγούρευα τις αποφάσεις μου. Θα το έκοβα μαχαίρι το γαμημένο. Προτού με κόψει εκείνο.

Την τελευταία φορά, πριν κάνα εξάμηνο, που πήγα στον πνευμονολόγο για έναν ύποπτο βήχα που επέμενε, είδε στην ακτινογραφία κάτι περίεργες σκιές, μα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. «Καπνίζεις πολύ, πρέπει να το ελαττώσεις», είπε μόνο. Είχε βρει τα πνευμόνια μου λίγο πειραγμένα κι έδειχνε προβληματισμένος. Ήταν γνωστός της κουτσής, εκείνη μου τον σύστησε, και το ενδιαφέρον του μου φάνηκε ειλικρινές. «Θα προσπαθήσω, γιατρέ, θα κάνω ότι μπορώ», του υποσχέθηκα με όση ειλικρίνεια μου είχε απομείνει. Αν και πιο πριν του είχα κρύψει μια παλιά πνευμονία που είχα περάσει στο γυμνάσιο και ότι στην οικογένειά μας υπήρχε βεβαρημένο ιστορικό καρκίνου. Να ‘χουμε να λέμε στην επόμενη επίσκεψη, σκέφτηκα.

 Μπήκα πάλι μέσα, έκλεισα πίσω μου την μπαλκονόπορτα και κατέβασα και τα ρολά. Ένιωθα πολύ κουρασμένος. Μα δεν μπορούσα να τους βγάλω απ’ το μυαλό μου, ο ξαφνικός τους θάνατος, και με τέτοιο τρόπο, με είχε σοκάρει. Ειδικά για τον κοντό, που πήγε σαν το σκυλί στα αμπέλι. Για τους άλλους δεν  πολυνοιάστηκα, χαμένα κορμιά ήταν, θεός σχωρέστους. Και δεν μπορώ να καταλάβω τι τους έβρισκε και τους έκανε παρέα. Κι όμως, θα μπορούσαν να παραδοθούν, μα δεν το έκαναν. Θα ζούσε και η γυναικούλα που πλήρωσε τη νύφη χωρίς να φταίει και την κλαίνε τώρα τα παιδάκια της.  «Παράπλευρη απώλεια» θα την χαρακτήριζαν οι αστυνομικές αρχές και το θέμα θα έκλεινε εκεί. Μα ο φίλος μου δεν τα υπολόγισε σωστά. Σίγουρα δεν ήθελε να ξαναπάει φυλακή, μα το μυαλό του δεν δούλεψε όπως έπρεπε. Αιφνιδιάστηκε κι έχασε την ψυχραιμία του. Μπορεί να ήταν και φτιαγμένος, ποιος ξέρει. Ήθελε μια ηρωική έξοδο ή ένα άδοξο τέλος, ποιος ξέρει. Τώρα έπρεπε να γίνει και η κηδεία τους, κάποιος να τους θάψει κι αυτούς. Είχαν περάσει τόσες μέρες, θα είχανε βρικολακιάσει να περιμένουν στον κατεψυγμένο νεκροθάλαμο. Για τους άλλους δεν ξέρω, μα ο κοντός δεν είχε κανένα συγγενή, ήταν παιδί του ορφανοτροφείου. Μάλλον το πτώμα του θα έμενε στα αζήτητα. Με την κουτσή δεν ήταν παντρεμένοι. Μα τώρα εκείνη θα τράβαγε όλο το λούκι. Έπρεπε να της τηλεφωνήσω, να της συμπαρασταθώ, να την δω κι από κοντά. Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές θα χρειαζόταν τη βοήθειά μου. Μα δεν πρόλαβα να τελειώσω τις σκέψεις και χτύπησε το τηλέφωνο. Με είχε προλάβει εκείνη.  

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ (Η ΜΠΕΜΠΕΚΑ)

Ένα τέταρτο ήμουν στημένος στην είσοδο και βαρούσα επίμονα το κουδούνι της. Δεν απαντούσε, η εξώπορτα της πολυκατοικίας δεν άνοιγε. Την πήρα και στο κινητό, τίποτα πάλι. Κάθε τόσο έριχνα και καμιά παχιά ροχάλα γεμάτη νικοτίνη στο πεζοδρόμιο, απλά και μόνο για να μου φύγει η τσαντίλα.  Ήμουν κι άτυχος. Τόση ώρα δεν μπήκε ούτε βγήκε κανείς, τουλάχιστον να φτάσω μέχρι το διαμέρισμά της, να δω τι συμβαίνει. Συνήθως, διατηρώ την ψυχραιμία μου σε κάθε αναποδιά, μα τώρα μου ‘ρχόταν να πάρω σβάρνα όλα τα κουμπιά στο θυροτηλέφωνο και να γίνει ο χαμός. Κάπου έπρεπε να ξεθυμάνω. «Θα τη γαμήσω την πουτάνα την ξεσκισμένη», σκέφτηκα, κάπως φωναχτά, γιατί το ηλικιωμένο ζευγάρι, χούφταλα περιωπής, που περνούσαν από δίπλα μου αγκαζέ (στήριζε ο ένας τον άλλον για να μην πέσουν) ταράχτηκαν και γύρισαν ταυτόχρονα τα σταφιδιασμένα κεφάλια τους προς το μέρος μου. Τα γεροντάκια με κοίταξαν φοβισμένα. Τους καλησπέρισα με χαμόγελο και ευγένεια και τους ρώτησα μήπως κατά τύχη έμεναν εδώ. «Δυστυχώς, όχι» μου απάντησαν σχεδόν με μια φωνή. «Δεν πειράζει, καλή σας νύχτα», τους ευχήθηκα και από μέσα μου τους ξαπόστειλα κι αυτούς στον αγύριστο. Τα χούφταλα ήταν καλοντυμένα και περιποιημένα, διακοσίων χρόνων και βάλε η σούμα, και σίγουρα θα πήγαιναν επίσκεψη σε κάποιο φιλικό σπίτι συνομήλικων δεινοσαύρων που επιβίωσαν κι αυτοί, μάλλον από λάθος, μετά τον τελευταίο μεγάλο κατακλυσμό. Ίσως πάλι να πήγαιναν στα παιδιά τους για να θαυμάσουν τα αγαπημένα τους εγγονάκια, τα καημένα τα μογγολάκια που τους είναι ολόφτυστα, φυσικά με λιγότερες ρυτίδες και ζάρες. Όμως, εμένα τι με ένοιαζε; Είχα να ασχοληθώ με σοβαρότερα προβλήματα. Είχε πάει εννιάμιση, και όσο η ώρα προχωρούσε τόσο πιο μαλάκας ένιωθα.

Έριξα άλλη μια παχιά ροχάλα στο δρόμο, έκανα άλλη μια κλήση στο τηλέφωνο, άναψα τσιγάρο και μεταβολή για το σπίτι. Τσάμπα οι τόσες προετοιμασίες, χαλασμένο το σημερινό βράδυ, τελείως γαμημένη η κατάσταση. Δεν μου ‘το ‘χε ξανακάνει η παλιομούνα, μέχρι τώρα ήταν εντάξει στα ραντεβού μας. Πρώτη φορά μ’ έστηνε μ’ αυτόν τον τρόπο, στη ψύχρα, απροειδοποίητα. Δεν μ’ είχε συνηθίσει σε λαδιές. Συνήθως, με το πρώτο χτύπημα του κουδουνιού άκουγα την πόρτα της εισόδου ν’ ανοίγει, την έσπρωχνα κι έμπαινα μέσα. Όμως κι εγώ άψογος, πάντα στην ώρα μου, λίγο μετά της εννιά, να έχουν κλείσει τα μαγαζιά της γειτονιάς, να έχει λιγοστέψει η κίνηση του δρόμου, να μη δίνουμε στόχο και σχολιάζουν οι γειτόνοι. Η κακομοίρα ντρεπόταν, λες και όλοι σ’ αυτή τη σκατούπολη δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν παρά να ασχολούνται με την πάρτη μας, για το αν γαμιόμαστε στα τέσσερα ή κουβεντιάζουμε για τον καιρό και την πολιτική κατάσταση πίνοντας καφέ. Ή ότι θα μπορούσαν να μαντέψουν σε ποιο από τα σαράντα τόσα διαμερίσματα της πολυκατοικίας πηγαίνω νυχτερινή επίσκεψη καλοντυμένος, σικάτος και αρωματισμένος, με την ανθοδέσμη στο χέρι, σαν φλώρικος γαμπρός του κερατά. Πάντως, εκείνη φοβόταν μη γίνει σούσουρο κι έπαιρνε όλες τις δυνατές προφυλάξεις, κάθε φορά με την ίδια αγωνία μη με δούνε να μπαίνω στο ανσασέρ, να πατάω το κουμπί του πέμπτου, να βγαίνω στον μακρόστενο σκοτεινό διάδρομο, να ψαχουλεύω στα τυφλά τον διακόπτη, να ανάβω επιτέλους το φως, να φτάνω έξω απ’ την πόρτα της και να χτυπάω συνθηματικά το κουδούνι, τρεις φορές διακοπτόμενα, με τον ίδιο κάθε φορά τρόπο, διαφορετικά εκείνη την ώρα δεν άνοιγε σε κανέναν που να χαλούσε ο κόσμος. Ο σκοπός ήταν ιερός. Λες και όλοι οι ένοικοι του ορόφου δεν είχαν με τι άλλο να σκοτώσουν το χρόνο τους κι έστηναν μάτι να δουν με ποιον γαμιέται κάθε Παρασκευή βράδυ τον τελευταίο χρόνο η, κατά τ’ άλλα, σεβάσμια και αξιοπρεπής κυρία εισαγγελέας εφετών. Χαζά πράγματα δηλαδή.

Την ώρα που κατηφόριζα, στρίβοντας τη γωνία, χτύπησε το μαραφέτι. Επιτέλους, ήταν εκείνη. «Που είσαι γαμώ το μουνί μου;» της φώναξα και κοίταξα τριγύρω μην ακούγομαι πάλι. Δεν της είχα ξαναμιλήσει έτσι, μα είχα φορτώσει άγρια κι είχαν ανάψει τα λαμπάκια μου. Ζήτησε χίλιες φορές συγνώμη κλαψουρίζοντας. Πρώτη φορά την άκουγα τόσο αναστατωμένη. Στο σπίτι ήταν, μα κάτι συνέβη και δεν μπορούσε να μου μιλήσει. Θα μου τα εξηγούσε όλα από κοντά. «Νυχτερινά καψώνια», σκέφτηκα, έκανα πάλι μεταβολή και τράβηξα τον ανήφορο. «Δεν κάνει να γυρίζεις πίσω!» άκουσα ξαφνικά την αυστηρή φωνή της μητέρας, ένα θαμπό φλασάκι της μνήμης σαράντα χρόνια πίσω, όταν ήμουνα παιδάκι. Πώς μου ‘ρθε τώρα αυτό; Ήταν προληπτική και μερικές φορές απότομη, μα σίγουρα ήθελε το καλό μου. Συνέχισα την πορεία μου. «Δεν μ’ ακούς και θα φας το κεφάλι σου!» την ξανάκουσα, αυτή τη φορά με κάπως πιο λυπημένη φωνή, πιο σπασμένη, φανερώνοντας μια έγνοια. Είχε χρόνια να εμφανιστεί μπροστά μου, από τότε που πέθανε, μα δεν έδωσα σημασία. Συνέχισα τον ανήφορο και η μακρινή αναλαμπή έσβησε και χάθηκε. Ξαφνικά, όπως είχε έρθει.

Δεν χρειάστηκε να ξαναχτυπήσω το κουδούνι. Μπήκα φορτσάτος, φουριόζος και φουλαριστός, μαζί με μια χοντρή μεσόκοπη κυρία. Ήταν ιδρωμένη και στα χέρια της κρατούσε δυο παραφουσκωμένες σακούλες με ψώνια. Δυσκολευόταν να ανοίξει με τα κλειδιά της την πόρτα. Προσφέρθηκα να τη βοηθήσω, μα αρνήθηκε ευγενικά. «Ευχαριστώ πολύ, μπορώ και μόνη μου» είπε σκάζοντας με το ζόρι ένα χαμόγελο. Δεν επέμεινα, αν και τελικά κατάφερε να ανοίξει. Στο ασανσέρ μας πρόλαβε την τελευταία στιγμή, λίγο πριν κλείσει η πόρτα, ένα κοντό ξερακιανό γεροντάκι, καλοστεκούμενο και κοτσονάτο, γεμάτο ενέργεια, σφρίγος και ζωηράδα, παρά το παράωρο της ηλικίας του. Η χοντρέλω τον καλησπέρισε, εγώ δεν τον  ήξερα, πρώτη φορά τον έβλεπα και του πέταξα ένα ξερό «γεια σας». Μου είχε κακοφανεί που είχα στριμωχτεί τόσο άσχημα εκεί μέσα. Έπρεπε να πάω με τα πόδια, θα έκανα και ζέσταμα πριν το μεγάλο ματς. Η πολυκατοικία ήταν πολύ παλιά, από τις πρώτες που χτιστήκανε μεταπολεμικά στην πόλη, γεγονός που εξηγούσε και το μέγεθος του ασανσέρ. Με βάση τις εργοστασιακές του περιγραφές χωρούσε μόνο τρία άτομα ή διακόσια δέκα κιλά συνολικού βάρους, έτσι έγραφε ένα ταμπελάκι δίπλα στα κουμπιά, δηλαδή μόνο τη χοντρή, οι άλλοι περισσεύαμε. Εκείνη, στριμωγμένη κολλητά στον καθρέφτη, μας είχε γυρίσει επιδειχτικά την κωλάρα της στα μούτρα μας. Δεν έφταιγε η κακομοίρα. Έτσι όπως μπήκε φουλαριστή, με τα μεγάλα της βυζόμπαλα για προφυλακή, σφήνωσε στα πλαϊνά τοιχώματα του ανελκυστήρα και δεν μπόρεσε να γυρίσει προς το μέρος μας. Ήταν και οι σακούλες που εμποδίζανε. Μας κοιτούσε αγχωμένη μέσα απ’ τον καθρέφτη και προσπαθούσε να χαμογελάσει, να φανεί κάπως αισιόδοξη, παρά τη στριμόκωλη κατάσταση, ότι στο τέλος θα πάνε όλα καλά, δηλαδή ότι θα ξεφρακάρουμε από κει μέσα σώοι και αβλαβείς, μα δεν της έβγαινε, μόνο ένας βαθύς αναστεναγμός. Εγώ και το γεροντάκι είχαμε περιοριστεί στην άλλη άκρη, στο χείλος του γκρεμού και ίσα που οι πλάτες μας δεν ακουμπούσανε στην πόρτα. Από πάνω, είχα και το άγχος να μην τσουρομαδηθεί η κωλοανθοδέσμη της μπεμπέκας. Γενικά, δεν είμαι κλειστοφοβικός, μα για μια στιγμή ένιωσα ότι το οξυγόνο της καμπίνας θα σωνόταν και το πρόσωπό μου έγινε κατακίτρινο σαν κέρινο ομοίωμα. Μ’ έπιασε σύγκρυο και μου κόπηκε η ανάσα, όχι τόσο επειδή θα πέθαινα από ασφυξία (κάπου έχω διαβάσει ότι είναι γλυκός θάνατος) αλλά γιατί προηγουμένως θα σωριαζόταν πάνω μου και θα με συνέθλιβε ο θεόρατος όγκος της φαλκονέρας. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος φόβος μου.

Το γεροντάκι μας ρώτησε πού πάμε. Ευτυχώς, εκείνη θα κατέβαινε στο δεύτερο και μετά θα ήμασταν πιο άνετα, μόνο λίγη υπομονή χρειαζόταν. Εγώ του είπα στον πέμπτο, λίγο πριν απ’ τον έναστρο ουρανό. Πάτησε τα κουμπιά και το ταλαιπωρημένο κουβούκλιο ξεκίνησε τον ανήφορο αγκομαχώντας. Τα χρειάστηκα πάλι, πάνιασα. Φοβήθηκα ότι θα πάθαινε βλάβη και θα σταμάταγε κάπου στο ενδιάμεσο των ορόφων. «Μην ανησυχείς, είναι γερό σκαρί, αντέχει!» χαμογέλασε το κοτσονάτο γερόντιο, που μάλλον είχε οσμιστεί τους φόβους μου. Του χαμογέλασα κι εγώ και για να πάρω λίγο θάρρος και δύναμη  κόλλησα πίσω απ’ τη χοντρή, ακουμπώντας το αριστερό μου χέρι στα καπούλια της. Κάπως ταράχτηκε, ρίγησε, μα δεν έβγαλε άχνα, τήρησε αξιοπρεπή σιωπή. Ένιωθε το χνώτο και τη βαριά μου ανάσα στο σβέρκο της και ανατρίχιαζε σύγκορμη. Ήμουν μόνο λίγους πόντους μακριά απ’ τον αφράτο, ροδαλό και μυρωδάτο λαιμό της, έτοιμος να της κόψω μια ξεγυρισμένη δαγκωματιά και να τη βρικολακιάσω νυχτιάτικα, μα συγκρατήθηκα. Κοιταχτήκαμε πονηρά μέσα απ’ τον καθρέφτη και το στρουμπουλό και αθώο προσωπάκι της άρχισε να αλλάζει χρώμα. Κοκκίνιζε ντροπαλά και αυτό με κάβλωνε ακόμα πιο πολύ. «Είναι λίγο στριμωχτά εδώ μέσα» της είπα, όσο μπορούσα πιο αδιάφορα, για την καθησυχάσω και συνέχιζα να τρίβω πάνω κάτω το ερεθισμένο μου πούτσο (όλο και μεγάλωνε) πάνω στην κωλάρα της, σαν προθέρμανση για τον αγώνα που θα ‘ρχιζε σε λίγο στο κρεβάτι της μπεμπέκας. Δεν απάντησε, μόνο συνέχισε να κοκκινίζει, να αναστενάζει βαθιά και να χαμογελά συνεσταλμένα, σαν μαθητριούλα. Πλέον, μου είχε φύγει όλη η τσαντίλα, είχα ξεχάσει τους φόβους και τα άγχη μου, ήμουνα φουλ καυλωμένος και ασυγκράτητος και το μόνο που επιθυμούσα εναγωνίως και σφόδρα ήταν να γαμήσω σκληρά και εξακολουθητικά την μπεμπέκα μου μέχρι θανάτου, όσο άντεχα, μία και δύο και τρεις φορές από όλες τις μπάντες. Η κωλάρα της χοντρέλως με είχε ανάψει ανεπανόρθωτα.     

Τελικά το ταλαίπωρο ασανσέρ κατάφερε με τα χίλια ζόρια να φτάσει στο δεύτερο. Βγήκαμε έξω και της κάναμε χώρο να περάσει. Βγήκε με την όπισθεν, μας καληνύχτισε κι εγώ της έκλεισα με νόημα το μάτι. Ξαφνικά έγινε κατακόκκινη σαν παντζάρι και άρχισε να τρέμει ολόκληρη μαζί με τις σακούλες, έτοιμη να σωριαστή στο πάτωμα. Το έμπειρο γεροντάκι πρέπει κάτι να κατάλαβε, γιατί αμέσως μου είπε να μπούμε πάλι μέσα, ακόμα είχαμε πολύ ανηφόρα μπροστά μας. Μου συστήθηκε δια χειραψίας και όλους τους τύπους. Ήταν ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, ισόβιος στα καθήκοντά του και από πάντα, τουλάχιστον εδώ και τριάντα συναπτά έτη, δηλαδή από τότε που πήρε σύνταξη και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη στεριά. Στα νιάτα του υπήρξε καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού, παντρεμένος με δυο παιδιά, μεγάλα πλέον, είχε και εγγόνια, μα όλοι τους ζούσαν μακριά του, στο εξωτερικό. Αυτός έμενε εδώ με τη γυναίκα του. Με κοίταξε διερευνητικά. Δεν με είχε ξαναδεί στην πολυκατοικία. Με ρώτησε πού πήγαινα, πιο πολύ από περιέργεια παρά από φόβο ή αδιακρισία. Η φάτσα μου, αλλά ακόμα πιο πολύ η εμφάνισή μου, δεν πρέπει να του δημιούργησαν άσχημα προαισθήματα, να μ’ έκοψε για μούτρο. «Είμαι ξάδελφος της κυρίας εισαγγελέως και καμιά φορά έρχομαι και την βλέπω», του είπα. Το μάτι του καρφώθηκε στην ανθοδέσμη που κρατούσα. «Ναι, της αρέσουν πολύ τα λουλούδια της ξαδέλφης μου», συμπλήρωσα με ένα ύποπτο χαμόγελο.  

Επιτέλους, φτάσαμε στον πέμπτο και δεν πρόλαβα να του συστηθώ. Βγήκα πρώτος, άναψα το φως του διαδρόμου και κράτησα την πόρτα να βγει και κείνος. Ανταλλάξαμε τις καληνύχτες, χάρηκα για τη γνωριμία και τα ρέστα και λίγο πριν απομακρυνθεί, τάχα μου αδιάφορα, τον ρώτησα για τη χοντρή. «Το καλύτερο τσιμπούκι της πολυκατοικίας!», μου ψιθύρισε συνομωτικά στο αυτί. Τις έβαζε όλες κάτω, ακόμη και τις φοιτητριούλες που είχανε. Δεν περίμενα τέτοια απάντηση. Έμεινα κάγκελο να τον κοιτάζω σαν μαλάκας. Σίγουρα κάτι παραπάνω θα ήξερε. «Τελικά εδώ έχει μπόλικο ψωμί», σκέφτηκα και το ανακάλυπτα ο παπάρας μετά από έναν ολόκληρο χρόνο πηγαινέλα, γαμώ τις προφυλάξεις μου μέσα και της μυστικοπάθειες της μπεμπέκας. «Τις καλησπέρες μου στη ξαδέλφη σας», είπε στο τέλος και μπήκε στο διαμέρισμά του. Είχα μείνει προβληματισμένος και σκεφτικός στη μέση του διαδρόμου, κοιτάζοντας την πόρτα του και ακούγοντας να την διπλοκλειδώνει. Μέχρι που το φως του διαδρόμου ξανάσβησε.

***

Χτύπησα τρεις φορές διακοπτόμενα, συνθηματικά όπως πάντα, και η πόρτα άνοιξε αμέσως. Της χαμογέλασα και της πρόσφερα το μπουκέτο με τα λουλούδια, όπως κάθε φορά. «Μαντάμ, αυτά είναι για σας!» είπα και κείνη έπεσε στην αγκαλιά μου κλαψουρίζοντας. Κόλλησε πάνω μου σαν στρείδι. «Μου ‘λειψες», ψιθύρισε λιγωτικά μέσα στο αυτί μου, λες και είχε να με δει κάνα χρόνο και με φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. Πήγε να δικαιολογήσει την αργοπορία της, μα της έκλεισα με το χέρι το στόμα. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα ν’ ακούσω κουβέντα. «Αργότερα αυτά», της είπα κάπως αυστηρά και υπάκουσε σαν φρόνιμη σκυλίτσα. Ως συνήθως έμπαινα σε σκηνικό θεάτρου για να παίξω το ρόλο μου. Το διαμέρισμα υποφωτιζόταν και κείνη φορούσε το κόκκινο διάφανο φόρεμα στο χρώμα της φωτιάς. Από μέσα ίσα που αχνοφαίνονταν οι ζαρτιέρες και τα μαύρα της δαντελωτά εσώρουχα. Τα μαλλιά της πάντα βαμμένα κόκκινα προς το βυσσινί και τα χείλη της μαβιά, όπως και τα μακριά της νύχια. Μωβ, στο χρώμα του θανάτου. Με πήρε απ’ το χεράκι και με οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα, σαν να ‘μπαινα για πρώτη φορά και δεν ήξερα τα κατατόπια. Το χέρι μου ξέφυγε απότομα απ’ το δικό της και χούφτωσε άγρια το κωλομέρι της. Για άλλη μια φορά διαπίστωνα ότι για την ηλικία της κρατιέται σε άριστη καβλωτική κατάσταση. Την κοίταξα με νόημα βαθιά μέσα στα μάτια. Πήγε πάλι κάτι να πει, αλλά την έπιασα δυνατά απ’ τη μέση και της βούλωσα το στόμα μ’ ένα βαθύ ασφυκτικό γλωσσόφιλο. Πάντα από την είσοδο άρχιζα τα προκαταρκτικά. Εγώ έκανα κουμάντο κι εκείνη υπάκουε πειθήνια. Αναστέναξε. «Σήμερα είσαι πολύ βίαιος!», ψιθύρισε με λαγνεία. «Αφού το ξέρεις, με φτιάχνεις άγρια πουτανάκι μου!» δικαιολογήθηκα απαλά και χαϊδευτικά. Δεν έλεγα ψέματα, απλά της έκρυβα το περιστατικό του ασανσέρ. Τη σήκωσα στην αγκαλιά μου και μπήκαμε στο δωμάτιο που κοιμότανε μόνη της τα βράδια πάνω στο τρίδιπλο κρεβάτι. Εκεί που τον τελευταίο χρόνο τη γαμούσα ανελλιπώς, βρέξει χιονίσει, χειμώνα καλοκαίρι, κάθε Παρασκευή βράδυ.

Μου την πάσαρε γενναιόδωρα ο κοντός. Δώρο, μου είπε, έστω και μεταχειρισμένο, μα σε καλή κατάσταση. Δεν ξέρω πόσο καιρό την πηδούσε, ούτε τον ρώτησα. Δεν μ’ ένοιαζε καν ότι ήταν από τρίτο ή τέταρτο χέρι και κάποιας ηλικίας, γύρω στα εξήντα. Να την έβλεπα πρώτα κι αν μου άρεσε θα του έκανα τη χάρη. Τα υπόλοιπα περί δώρου και τρίχες κατσαρές τα άκουγα βερεσέ. «Μην ανησυχείς, η μπεμπέκα θα σ’ αρέσει, σίγουρα» είπε με νόημα. Εκείνος την βάφτισε έτσι, για λόγους εχεμύθειας, είπε, μην εκθέσουμε και το κορίτσι. Μου άρεσε και το κράτησα. «Και από πάνω πληρώνει και καλά!» συμπλήρωσε για να με δελεάσει ακόμα πιο πολύ. Όχι ότι είχα οικονομικό πρόβλημα, αλλά, όπως και να το κάνεις, ένα επιπλέον εισόδημα, μαύρο και άκοπο, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτο. Το χρήμα ουδέποτε μ’ έκανε σκλάβο του, μα και ποτέ δεν υποτίμησα την αξία του. Τον εμπιστευόμουνα τον κοντό. Πλέον, ήξερε πολύ καλά τα γούστα μου. Εκείνος ήθελε να ξεκόψει μαζί της για πολλούς και διαφόρους λόγους. Κατ’ αρχάς του το ζήτησε η ίδια, όπως και να της βρει αντικαταστάτη. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς άντρα, ούτε βέβαια να γυρίζει στους δρόμους ψάχνοντας. Είχε προβλήματα με την υπηρεσία της. Πάμπολλες φορές τον είχε ξελασπώσει απ’ τις διωκτικές αρχές, αλλά την τελευταία φορά εκτέθηκε ανεπανόρθωτα. Έγινε σκάνδαλο γύρω απ’ το όνομά της, έπρεπε λοιπόν να ξεκόψουν. Όχι ότι πήγαινε για καριέρα και υψηλά οφίτσια, μα δεν ήθελε να βρεθεί και κατηγορούμενη και να την διώξουν κακήν κακώς απ’ την υπηρεσία. Λίγα χρόνια είχαν μείνει μέχρι την σύνταξη, έκανε υπομονή. Απ’ την άλλη πάλι, ο κοντός είχε βαρεθεί να γαμάει τόσα χρόνια το ίδιο κρέας. Επιπλέον, είχε και προβλήματα με τον πούτσο του. Απέναντί μου ήταν ειλικρινής και αποκαλυπτικός και μπράβο του, είχε αρχίδια. Εγώ στη θέση του δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ξεφουρνίσω τέτοια πράγματα, έστω και σε φίλο, άνθρωπο της εμπιστοσύνης μου. Μέρα με τη μέρα έπαιρνε όλο και περισσότερη κόκας και πλέον δεν του σηκωνόταν όπως παλιότερα. Μεγαλώνουμε κιόλας, «μην κοιτάς που εσύ διατηρείσαι και φαίνεσαι δέκα χρόνια μικρότερος», μου είπε στο τέλος για να με κολακέψει και να με κάνει να δεχτώ. «Υπό δοκιμή», του είπα, συμφώνησε και δώσαμε τα χέρια. Πάντως, εκείνον τον είχε πάρει η κάτω βόλτα, από όλες τις απόψεις. Χωρίς σταματημό.

Μπήκαμε στο δωμάτιο της καύλας και της φλογισμένης σάρκας, όπως το ήξερα, ίδιο και απαράλλαχτο. Κάτι μεταξύ θεατρικού σκηνικού και οίκου ανοχής προπολεμικού γούστου και φινέτσας. Άλλος κόσμος, μαγικός και κατακόκκινος, φωτισμένος χαμηλά από δύο θερμά πορτατίφ. Στους τοίχους υπήρχαν δυο πίνακες ζωγραφικής με γυμνά φιλήδονα συμπλέγματα κι ένας τεράστιος καθρέφτης να καλύπτει σχεδόν ολόκληρη τη δεξιά πλευρά της ερωτικής μας φωλιάς, πολλαπλασιάζοντας επικίνδυνα τις πρόστυχες επιθυμίες και τους ανεκπλήρωτους πόθους μας. Την πέταξα με δύναμη στο κρεβάτι. Εκείνη με κοίταξε κάπως φοβισμένα. Σήμερα έδειχνε κάπως πιο εύθραυστη, πιο ευάλωτη, πιο ανήσυχη. Καρφί δεν μου καιγόταν. Ήταν η μικρή μου ελαφίνα και θα την έτρωγα ολόκληρη. Αρχικά σκέφτηκα να της σκίσω στα δύο τα αραχνοΰφαντο φόρεμα, μα αμέσως το μετάνιωσα. Θα ήταν κρίμα. Ακριβό ρούχο γεμάτο αναμνήσεις, ύστερα από πενήντα και πλέον γαμίσια. Άρχισα να πετάω τα ρούχα μου μακριά, πέφτοντας πάνω της με ορμή. Φιλούσα τον όμορφο λεπτό λαιμό και έγλυφα τη ρόγα της που όλο και σκλήραινε και μεγάλωνε μέσα στο στόμα μου. Ταυτόχρονα, το χέρι μου ξεκινούσε τη χαμηλή του πτήση, πάντα απ’ τον αστράγαλο, ανέβαινε αργά προς τα πάνω, ανασηκώνοντας το λεπτό φόρεμα για να καταλήξει σε πρώτη φάση μέσα απ’ την κυλότα της  να χαϊδεύει το στενό νεανικό της κωλαράκι. Αναστέναζε όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο βαθιά κι έβγαζε κάτι σιγανές πνιγμένες φωνούλες «έτσι αγόρι μου, έτσι αγάπη μου, έτσι». Τα αχ και βαχ όλο και δυνάμωναν, κι εγώ όλο και πιο πολύ καύλωνα και άρχιζα να μουγκρίζω αγριεμένος και να βιάζω το καβλωμένο της κορμί. Το κτήνος είχε ξυπνήσει για τα καλά μέσα μου, το άρρωστο ζώο είχε προσωρινά θεραπευτεί. Ήμασταν ολόγυμνοι και το κορμί μου πάνω απ’ το δικό της και τα χείλη μου βεντούζα στα δικά της και τα δόντια μου να δαγκώνουν εναλλάξ τις τεράστιες καβλωμένες ρόγες και να γλύφω τη διογκωμένη κλειτορίδα και το ξυρισμένο φύλο και να χώνω βαθιά τα δάχτυλά μου μέσα στην υγρή και άπληστη μουνάρα και να τη βυθομετρώ. Και εκείνη να πιπιλά τον πούτσο μου κάγκελο με τα μαβιά της τσιμπουκόχειλα, τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν τους μηρούς και τα κωλομέρια μου. Και ξαφνικά, εντελώς απροειδοποίητα, να της τον χώνω με δύναμη μέχρι τον πάτο. Να βογγάει και να κλυδωνίζεται ολόκληρη απ’ τους σπασμούς της μήτρας της, να βογγάω και να τρέμω κι εγώ μαζί της, και να ολοκληρώνω μέσα της για ώρα πολύ πονώντας και ουρλιάζοντας «χύνω, γαμιόλα μου, χύνω, πουτάνα μου!» Και να τελειώνει και κείνη μαζί μου μ’ έναν κορυφαίο οργασμό τσιρίζοντας και δαγκώνοντας τον ώμο μου, χώνοντας τα νύχια της βαθιά στην πλάτη μου για να σχηματιστούν δυο συμμετρικά πεντάγραμμα σε τόνο μέτζο σοπράνο σι μπε μολ. Στον τόνο της καβλωμένης της φωνής.

Δεν ξέρω τελικά τι ωφελούν όλες αυτές οι δήθεν προφυλάξεις που παίρνει η πριμαντόνα μου, αφού κάθε φορά οι φωνές και οι τσιρίδες της ακούγονταν σ’ ολόκληρη την εξαώροφη πολυκατοικία και τη γύρω περιοχή. Ειδικά τέτοια ώρα, έντεκα παρά, μέσα στην ησυχία της νύχτας. Δηλαδή, ο κόσμος το ‘χει τούμπανο κι εμείς ψηλό καμάρι. Έκανε σαν να τη σφάζανε, σίγουρα τριγύρω οι γείτονες πολύ θα το γλεντούσαν. «Δεν μπορώ να το ελέγξω, μου βγαίνει αυθόρμητα, αγόρι μου!», προσπάθησε να δικαιολογηθεί, όταν την ρώτησα  στις αρχές της σχέσης μας. Της είχα προτείνει, έτσι για πλάκα, να ηχομονώσει το δωμάτιο της ακολασίας. «Μη φοβάσαι μπεμπέκα μου, η αιώνια ζωή στην κόλαση κάπως έτσι θα είναι, σαν την κρεβατοκάμαρά σου, φωτιά και λάβρα, και θα μας τσουρουφλίζει ο πόθος και η καύλα, και για να δροσιζόμαστε θα γαμιόμαστε σαν φίδια σε άγριες παρτούζες αξημέρωτες, μαζί με τους άλλους κολασμένους, αρσενικούς και θηλυκούς και όλους τους ενδιάμεσους. Και οι διαβόλοι κι οι τριβόλοι θα παίρνουν μάτι απ’ την κλειδαρότρυπα και θα το ρίχνουν στο μινάρισμα. Ακόμα κι αυτός ο περιβόητος αρχηγός τους, ο κακός δαίμονας, ο σατανάς, ο βελζεβούλης, κι όπως αλλιώς τον λένε, θα ζηλεύει και θα σκάει απ’ το κακό του, γιατί οι υπηρεσιακοί κανονισμοί δεν θα του επιτρέπουν να συμμετέχει στο μεγάλο πατιρντί της αιώνιας νύχτας. Όπως και οι άλλοι, οι άγιοι, οι αναμάρτητοι, οι καθαροί, οι εξαγνισμένοι και αμόλυντοι,  οι καθωσπρέπει του παράδεισου, που χάψανε αμάσητο το παραμυθάκι της εκκλησίας, με τους οποίους δεν θα ‘χουμε πολλά παρεδώσε μην τους διαφθείρουμε τάχα μου, κι εκείνοι θα ‘ναι διαρκώς σε νηστεία, στέρηση και προσευχή, εις τον αιώνα τον άπαντα, αμήν. Γιατί εμείς οι κολασμένοι θα γαμιόμαστε και θα χύνουμε, μπεμπέκα μου, και θα ξαλαφρώνουμε, και μετά θα τρώμε και θα πίνουμε και θα μαστουριάζουμε, και θα διονυσιαζόμαστε και θα ‘ρχόμαστε στο τσακίρ κέφι με κιθάρες και μπουζούκια και βιολιά, και να οι καινούργιες κάβλες, και να πάλι τα γαμίσια, σε όλες τις στάσεις κι απ’ όλες τις μεριές, και όλα και πάλι απ’ την αρχή, μια ατέλειωτη αιώνια επιστροφή εις τον αιώνα τον άπαντα, αμήν. Τέτοιες μαλακίες της έλεγα, κανονικό παραλήρημα τρελού, πάντα μετά την πράξη κάνοντας τσιγάρο, και στο τέλος έκανα τρεις φορές τον σταυρό μου, ξεκαρδιζόμουνα στα γέλια και της έσκαγα ένα τρυφερό φιλάκι στο μάγουλο. «Ωραία θα ‘ναι», μου απαντούσε κάπως μελαγχολικά και κούρνιαζε κάτω απ’ τη μασχάλη μου, και χωνόταν όλο και πιο βαθιά μέσα στην αγκαλιά μου, που εκείνες τις στιγμές της ερωτικής χαλάρωσης άνοιγε, μεγάλωνε, γινόταν τεράστια, ικανή να χωρέσει όλους τους αγγέλους και διαβόλους του σύμπαντος κόσμου και ολόκληρης της οικουμένης. Τα πάντα όλα. Μα το ‘ξερα, συμφωνούσε μόνο και μόνο για να μη μου χαλάσει το όνειρο και τη μαγεία της στιγμής και με κακοκαρδίσει. Στην πραγματικότητα δεν πίστευε σε αιώνιες ζωές, κόλασες και παράδεισους και άλλες παρόμοιες ιστοριούλες, παραμυθάκια για μικρά και φοβισμένα παιδιά. Φυσικά, ούτε κι εγώ, μα θα ‘ταν ωραία, αν υπήρχαν. Έστω και εξόριστοι δια παντός στο πυρ το εξώτερο. Εις τους αιώνες τους άπαντες. Αμήν.

Πλέον, είχαμε ανταλλάξει υγρασίες και θερμότητες και καθόμασταν ανάσκελα ο ένας δίπλα στον άλλο, αφυδατωμένοι και χαλαροί, καπνίζοντας και κοιτάζοντας ήρεμα το ταβάνι. Έσπασα πρώτος τη σιωπή και την υγιεινή ταβανοθεραπεία, ρωτώντας την γιατί μ’ έστησε και μ’ άφησε να περιμένω τόση ώρα σαν ξυλάγκουρο έξω απ’ την πολυκατοικία. Της τηλεφώνησε η κόρη της και μιλήσανε κοντά δυο ώρες. Ήτανε σε άσχημη κατάσταση, έκλαιγε συνέχεια και της ράγισε την καρδιά. Ο γάμος της αντιμετώπιζε προβλήματα. Ο άντρας της την απατάει και θέλει να χωρίσει. «Μου ‘κανε την ψυχολογία σκατά», είπε και ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος μου. «Μπεμπέκα μου, ακολουθεί τα χνάρια σου», σκέφτηκα, μα το κράτησα για τον εαυτό μου. «Μην απελπίζεσαι, μπορεί να τα ξαναβρούν. Πολιτισμένοι άνθρωποι είναι, μορφωμένοι, με τόσες σπουδές και πτυχία», προσπάθησα να την παρηγορήσω ότι μαλακία μου ερχόταν στο κεφάλι. «Μακάρι», είπε προβληματισμένη, χωρίς να το πολυπιστεύει, και μου φίλησε τρυφερά τη ρόγα. Μου είχε μιλήσει για την κόρη της. Δυναμική γυναίκα, μα και ευαίσθητη, ίδια η μαμά της. Είχε σπουδάσει οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων και ζούσε στο εξωτερικό με τον άντρα της και το πεντάχρονο αγοράκι τους. Δούλευαν στην ίδια πολυεθνική εταιρεία. Αυτό από μόνο του δημιουργούσε προβλήματα, προστριβές και ζήλιες. Έπαιζε λοιπόν ξανά η ίδια κασέτα. Και η μπεμπέκα είχε παντρευτεί έναν συνάδελφό της, ο πρώτος και μεγάλος της έρωτας, από τα φοιτητικά τους χρόνια στη νομική. Μαζί μπήκαν στο δικαστικό σώμα, μαζί και στις έδρες των δικαστηρίων, όλα μαζί τα κάνανε. Μόνο τις περιστασιακές ερωμένες κρατούσε για την πάρτη του. Μια δυο τρεις κουράστηκε να ανέχεται το κέρατο και τον χώρισε. Και να πεις ότι ήταν καμιά γυναίκα βήτα διαλογής. Προκλήθηκε μέγα σκάνδαλο, μα έτσι κι αλλιώς την είχε κάνει ξεφτίλα σε όλη την πόλη, παντού την σχολιάζανε, κι αυτός το ‘παιζε ο μέγας και ανεπανάληπτος γαμίκος του χωριού, ο συνοικιακός γκόμενος της συμφοράς. Κι άντε μετά να ασκείς εξουσία και να καταδικάζεις ανθρώπους, μοιράζοντας τις ποινές σαν τα στραγάλια. Ο μαλάκας δεν την σεβάστηκε, τον έσερνε ο πούτσος του κι αυτόν. Μέχρι που μπλέχτηκε και σε ένα μεγάλο σκάνδαλο χρηματισμού και διαφοράς έντιμων συνειδήσεων, τον ξήλωσαν απ’ το σώμα κι από τότε τον πήρε ο κατήφορος. Πήγαινε για τα πολλά, έχασε και τα λίγα. Τώρα φυτοζωεί κάπου χαμένος μέσα στην πρωτεύουσα, μπεκρουλιάζοντας και αναπολώντας τα περασμένα μεγαλεία του. Η κόρη τους ούτε που θέλει να ακούσει για αυτόν κι έκοψε κάθε επαφή μαζί του.

Σηκώθηκε να πάει στο μπάνιο και βρήκα την ευκαιρία να ανοίξω τη μπαλκονόπορτα. «Μη βγαίνεις, μπορεί να σε δει κάνα μάτι!» μου λέει τρομαγμένη κάθε φορά, μα έχω πολύ ώρα να φτύσω κι έχει μπουκώσει ο οισοφάγος μου. Δεν ξέρω τι γίνεται, κάτι δεν πάει καλά με τον οργανισμό μου. Ποτέ δεν έβγαζα τόσο σάλιο. Βγήκα έξω κι άφησα την πηχτή βιταμινούχα μου ροχάλα να πέσει στα λουλούδια της ζαρντινιέρας, να πάρουν κι αυτά τα καημένα λίγο πάνω τους που έχουν μαραζώσει. Ξαφνικά αναρίγησα. Ήμουν ξυπόλυτος και τσιτσίδι, τότε μόνο το συνειδητοποίησα, νιώθοντας την υγρή νύχτα να μου περονιάζει τα κόκαλα. Κοίταξα ψηλά. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός, δίχως φεγγάρια και λαμπερά αστέρια, μόνο με πυκνά μαύρα σύννεφα και δυσοίωνα προμηνύματα για καταιγίδες και άγριες νεροποντές. Ήδη στο βάθος αριστερά, πέρα απ’ την παλιοβούνας και τη βεράσοβας, στην ηρωική λιμνοθάλασσα, είχε αρχίσει να αστράφτει και να βροντά. Από εκεί μας έρχονται όλοι οι κατακλυσμοί. Μα κόντευε δώδεκα. Σε λίγο θα ‘πρεπε να φύγω.

 «Έλα μέσα παιδάκι μου, θα ξυλιάσεις!» με τράβηξε απότομα απ’ το χέρι. «Καλά, δεν βλέπεις τον κωλόγερο απέναντι που σε παίρνει μάτι;» Όχι, δεν τον είχα προσέξει. Μια καθισμένη σκιά μέσα στο σκοτεινό μπαλκόνι και μια κάφτρα που κάθε τόσο αναβόσβηνε. Απολάμβανε το θεσπέσιο θέαμα καπνίζοντας. Σίγουρα, είχε ακούσει και τις τσιρίδες της νωρίτερα. Παρά την ηλικία του, πρέπει να είχε φτιαχτεί άγρια ο πορνόγερος. «Ας τον να κοιτάζει, ο σαλιάρης» της είπα και την τράβηξα στην αγκαλιά μου. Είχε προλάβει να ξανακλείσει την μπαλκονόπορτα και να κατεβάσει τα ρολά. Ξέφυγε με μια απότομη κίνηση και με πήρε από τα μούτρα. «Άκου να σου πω, δεν θα με ξεφτιλίζεις εσύ, εδώ είναι γειτονιά, τους ξέρω και με ξέρουν όλοι.» Είχε πάρει το αυστηρό υπηρεσιακό της ύφος, είχε φορέσει τη μάσκα του αδέκαστου και ακριβοδίκαιου δικαστικού λειτουργού και μου τα ‘χωνε κανονικά, σαν να με περνούσε από δίκη. «Ας τον να κοιτάζει, στη μούνα σου, μανάρα μου!», επέμεινα εγώ, για να την τσαντίσω ακόμα πιο πολύ και να γίνει παιχνίδι. «Ας τον να παίρνει μάτι νυχτιάτικα με τηλεσκόπιο υπερύθρων και να καβλώνει, έτσι κι αλλιώς όλα κόκκινα είναι εδώ μέσα, και που ξέρεις, στο τέλος κάτι μπορεί να καταφέρει.» Γελούσα δυνατά και την είχα εξαγριώσει. «Μερικές φορές γίνεσαι και πολύ μαλάκας!» είπε και μου γύρισε τσαντισμένη την πλάτη. Με είχε ξανακαβλώσει, η πουτάνα, ειδικά όπως την είδα από πίσω. Την άρπαξα απ’ το σβέρκο και την πέταξα ξανά στο κρεβάτι. Είδε το μάτι μου να γυρίζει ανάποδα και τα χρειάστηκε η μπεμπέκα. Ήμουν πολύ πιστευτός και ίσως δεν κατάλαβε ή να ξέχασε ότι συνέχιζα το θεατρικό κι ότι μπαίναμε στην επόμενη σκηνή του έργου. Όρμησα πάνω της, της άνοιξα τα χέρια διάπλατα και την ακινητοποίησα. «Άσε με, με πονάς!» φώναξε. Με ερέθισε ακόμα πιο πολύ. Μα, έτσι κι αλλιώς, όποτε έχω όρεξη για δεύτερο ημίχρονο γίνομαι ακόμα πιο βίαιος, έτσι, για το σασπένς της υπόθεσης.  «Σκάσε μωρή καργιόλα, ξεσκισμένη, ξεκωλιάρα, χαμούρα!» Άρχισα ένα υβρεολόγιο που όλο και πιο πολύ με άναβε κι εκείνη την έκανε υπάκουη και υποτακτική. Έριχνα δαγκωματιές σ’ ολόκληρο το κορμί της, στα χείλια, στο μουνί της, στις ρόγες, παντού. Είχε παραδοθεί τελείως και σπαρταρούσε ξανά από κάβλα. Τον πήρε πάλι στο στόμα της, κι αν τόλμαγε, ας τον δάγκωνε, η παλιομούνα. Δεν τόλμησε. Την γύρισα απ’ την άλλη, την έστησα στα τέσσερα, την πίεσα στην πλάτη να χαμηλώσει, τούρλωσε το ασπριδερό αφράτο κωλαράκι της και το ξέσκισα κανονικά και με τον νόμο. Είχε πιαστεί από τα κάγκελα του κρεβατιού και βόγγαγε σαν να τη σφάζανε. «Έτσι, σκίσε με, άντρα μου!» μουρμούραγε. Στο τέλος έχυσα μέσα στην τρύπα της.

Τελικά, ο κοντός είχε δίκιο. Η μπεμπέκα ήταν ο τύπος μου και με κάβλωνε αβέρτα. Μα πλέον δεν είμαι τριαντάρης και για να γαμήσεις από πίσω στενή ακαλλιέργητη τρυπούλα στα πενηνταφεύγα χρειάζεσαι σκληρό πούτσο και τη βοήθεια της επιστήμης. Για κάθε ενδεχόμενο, έστω και μόνο για ψυχολογικούς λόγους, για ασφάλεια. Για να είσαι σίγουρος ότι ο ανδρισμός σου την τελευταία στιγμή, την πιο μεγάλη ώρα, δεν πρόκειται να σε προδώσει. Και από επαγγελματική ευσυνειδησία, βέβαια. Για να γίνει σωστά η δουλειά, τέλεια, όπως πρέπει. Πάντως η επιθυμία ως προαπαιτούμενο υπήρχε. Πήρα και την άδεια απ’ τον καρδιολόγο. Η καρδιά μου δούλευε ρολόι, δεν θα ‘χα κανένα πρόβλημα αν έπαιρνα ένα μπλε χαπάκι κάθε Παρασκευή πριν από κάθε συνάντηση. «Αν και δεν φαίνεσαι να το ‘χεις ανάγκη, φαίνεσαι πολύ ντούρος!», με διαβεβαίωσε, κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι. Τσίφτης ο τύπος, μου αναπτέρωσε το ηθικό. «Προσπαθούμε πάντα για το καλύτερο, γιατρέ μου, για το κάτι παραπάνω!» του είπα με νόημα, σαν να ‘παιρνα μέρος σε πρωτάθλημα, και γελάσαμε κι οι δύο. Γελάσαμε πολύ.      

Κι όμως, πρώτη φορά την γαμούσα από πίσω. Δεν το σχολιάσαμε το γεγονός, μα ούτε έδειξε να ενοχλείται. Και ούτε ήξερα αν είχε στο παρελθόν παρόμοιες εμπειρίες. Είχα ξεχάσει να ρωτήσω τον κοντό. Ήξερα μόνο ότι σε γενικές γραμμές οι γυναίκες το απεχθάνονται και οι πουτάνες το κοστολογούν διπλά. Βλέπεις, το καλό γαμίσι πρέπει να πληρώνεται αδρά. Πήγα κι εγώ στο μπάνιο, κατούρησα, έκανα ένα καυτό ντουζ να ξεπετσιάσω την ταλαιπωρημένη μου σάρκα, ένιωσα ένα ελαφρύ τσούξιμο στην πλάτη απ’ τις πεντάγραμμες νυχιές της και στο τέλος σκουπίστηκα με μια μεγάλη κίτρινη πετσέτα που βρήκα κρεμασμένη. Κοίταξα για λίγο τη φάτσα μου στον καθρέφτη. Για την ηλικία μου καλά κρατιόμουν. Είχε δίκιο ο κοντός, μικρόδειχνα. Βγήκα απ’ το μπάνιο, φόρεσα τα ρούχα μου βιαστικά, την αγκάλιασα, τη φίλησα και τράβηξα για την πόρτα. Είχε αφήσει τα χρήματα πάνω στο μπουφέ, δίπλα στο τηλέφωνο. Όπως κάθε φορά. «Σήμερα βλέπω διπλή ταρίφα» παρατήρησα με κέφι. Το άξιζα, είπε, και με το παραπάνω. Με αποκάλεσε ξανά «αγόρι μου», κι ένιωσα το μητρικό της χάδι στο μάγουλό μου. «Α, ξέχασα να σου πω, στο ασανσέρ, όπως ανέβηκα, γνώρισα τον διαχειριστή σας.» Ξαφνικά, το βλέμμα της άλλαξε, κάπως σκοτείνιασε. «Μην ανησυχείς, του είπα ότι πηγαίνω να κάνω λίγη παρέα στη ξαδέλφη μου, που την έχει φάει η πολύ δουλειά και η μοναξιά. Μου ‘πε να σου μεταβιβάσω και τις καλησπέρες του.» Για τη χοντρή δεν της είπα κουβέντα. Μου χαμογέλασε, κάπως πιο ήρεμη τώρα. «Σε ευχαριστώ ξάδερφε!» είπε με νάζι και μου χάιδεψε ξανά το μάγουλο. Χωρίζαμε χαρούμενοι, σχεδόν ευτυχισμένοι μετά από ένα  θεϊκό γαμήσι, το καλύτερο που είχαμε κάνει, παρ’ όλες τις αναποδιές. Μόνο που δεν ξέραμε ότι ήταν και το τελευταίο μας, ότι δεν θα ξανασυναντιόμασταν ποτέ. Όμως, δεν πρέπει να παραπονιόμαστε, έτσι είναι η ζωή. Τα όμορφα πράγματα κρατάνε λίγο.  

Βγήκα στο σκοτεινό διάδρομο του πέμπτου κι έφτασα ψηλαφητά μέχρι το ασανσέρ. Απόλυτη νέκρα στην πολυκατοικία, οι γειτόνοι κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου. Μόνο τη στιγμή που έβγαινα, ένας νεαρός ντελιβεράς έψαχνε τα κουδούνια με μια πίτσα στο χέρι. Η ώρα είχε πάει μία και φαίνεται ότι κάποιοι πεινούσαν. Ξαφνικά γουργούρισε και το δικό μου στομάχι, μα κείνη τη στιγμή άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και το ξέχασα. Ο νεαρός, μπαίνοντας μέσα, γαμωσταύρισε την αποψινή γκαντεμιά του.  Τι να του κάνω. Όλα τα επαγγέλματα έχουν δυσκολίες και τα απρόοπτά. Μα ο βιοπορισμός είναι ιερός και δεν σηκώνει κριτική. Δεν πειράζει. Μικρός είναι ακόμα, δεν έχει ανάγκη. Σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά στην απέναντι πολυκατοικία. Η σκιά του γεροξούρη βρισκόταν ακόμα στη θέση της και η καύτρα απ’ το τσιγάρο του σημάδευε τα χείλη του. Έριξα άλλη μια φρέσκια ροχάλα στο δρόμο ανάμεσα στα παρκαρισμένα αμάξια, άναψα τσιγάρο και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Αργά και προσεχτικά, μη φάω καμιά σούπα.

***

Μπορεί σήμερα να βράχηκα απ’ τον πουστρόκαιρο, να κινδυνεύω να αρπάξω άγρια πούντα και να κρεβατωθώ για τα καλά, μα σε γενικές γραμμές δεν έχω παράπονο. Το επάγγελμα έχει κινδύνους και απρόοπτα μα μου πάει γάντι. Έτσι με σύστησε ο κοντός στη μπεμπέκα, ως συνοδό κυριών, έναν ευσυνείδητο και εχέμυθο επαγγελματία. Και υιοθέτησα το παραμυθάκι, διανθίζοντάς το με δικές λεπτομέρειες, ψεύτικες και μυθοπλαστικές. Την πρώτη φορά που γνωριστήκαμε, για να την εντυπωσιάσω, της είπα ότι είχα κάνει πολλά και διάφορα επαγγέλματα, από όλα περαστικός, για ένα φεγγάρι μόνο. Γκαρσόνι, μπάρμπαν, βενζινάς, ντελιβεράς, σεκιουριτάς και κούριερ, μέχρι περιπτεράς και ρεσεψιονίστ ξενοδοχείου γαμιστρώνας έψιλον κατηγορίας σε νυχτερινή βάρδια. Δηλαδή, όλα τα ευαγή και χρήσιμα επαγγέλματα. Μόνο λεκανάς σε μπουρδέλο δεν είχα διατελέσει. Και μου το λέγαν οι δικοί μου, συγγενείς και φίλοι. Αφού έχεις όλα τα φόντα, πήγαινε στο πανεπιστήμιο, σπούδασε κάτι, μάθε μία τέχνη τουλάχιστον. Αργότερα θα το μετανιώσεις και θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Εγώ τίποτα, αγύριστο κεφάλι, δεν άκουγα κανέναν, της έλεγα, ήθελα από νωρίς να γνωρίσω την αλητεία και την περιπέτεια της ζωής. Μα ούτε και το μετάνιωσα. Ίσως πάλι να μην έχει φτάσει ακόμα το περιβόητο και καταστροφικό «αργότερα». Τελικά, μετά από πολλές δοκιμές και λάθη, βρήκα την πραγματική μου κλήση. Πλέον, με καμάρι δήλωνα επαγγελματίας συνοδός κυριών, μεσόκοπων και καλοφτιαγμένων, αλλά άμα λάχει και κυρίων, ως επί το πλείστον ηλικιωμένων, εφόσον έχουν τον τρόπο τους και πληρώνουν καλά. Δηλαδή, το τερπνόν μετά του ωφελίμου, ζιγκολό πολυτελείας και εσκόρτ για όλα τα γούστα. Δεν το κρύβω, ούτε ντρέπομαι γι’ αυτό. Ανέκαθεν υπήρξα σεξομανής, με αγριεμένη και ατιθάσευτη λίμπιντο, που κάθε τόσο ξεχείλιζε, η καύλα βαρούσε κόκκινο και με τρέλαινε και ήμουν ικανός για αλλεπάλληλους άγριους βιασμούς, κι όποιον πάρει ο χάρος. Ευτυχώς, τώρα που ασκώ το αρχαιότερο των επαγγελμάτων έχω έρθει στα ίσα μου. Επιπλέον, πέρα του ταλέντου και της κλίσης μου στο εν λόγω λειτούργημα, λόγω της εμπειρίας που έχω αποκτήσει, έχω σχεδόν τελειοποιηθεί, πλησιάζω την αριστεία. Οσονούπω θα δικαιούμαι βραβείο από την πολιτεία και τους επίσημους θεσμούς του κράτους.

Δεν ξέρω αν η παρατεταμένη εξομολόγησή μου έγινε πιστευτή και αν η μπεμπέκα εντυπωσιάστηκε, πάντως γέλασε πολύ. Δεν ξέρω γιατί τα τόσα χάχανα, μα ούτε και με νοιάζει. Αν της αποκάλυπτα την αληθινή προηγούμενη ζωή μου, ότι ήμουν ένας μικρός και ασήμαντος δημόσιος υπάλληλος, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα. Σίγουρα θα χαλιόταν, θα με περιφρονούσε και, ανεξαρτήτως ερωτικών επιδόσεων (έτσι κι αλλιώς, γεμάτος ο κόσμος από αρσενικές πορτοκαλιές που κάνουν ζουμερά και νόστιμα πορτοκάλια) δεν θα ‘θελε να με ξαναδεί στα μάτια της. Κι αυτό το κατάλαβα απ’ την περιφρόνηση και αηδία που ένιωθε όταν μιλούσε για τη δικιά της δουλειά, που κάνει υπομονή λίγα χρόνια ακόμη μέχρι να βγει στη σύνταξη. Πάντως, η μπεμπέκα είναι σε πολλά ξεχωριστή περίπτωση. Πληρώνει καλά και πάντα τοις μετρητοίς, χωρίς σπαστικά παζάρια και τσαλίμια, κι αν μείνει πέραν του δέοντος ευχαριστημένη ξηγιέται γενναιόδωρα διπλή ταρίφα και δώρο χριστουγέννων από πάνω, χωρίς ποτέ να της το ζητήσω. Επιπλέον είναι εύκολη περίπτωση, βολική. Ούτε βιτσιόζικες ανωμαλίες θέλει, ούτε και βόλτες, επιδείξεις, φιγούρες, «κοιτάτε μας γειτόνισσες» και σούρτα φέρτα σε γνωστούς και φίλους και άλλα παρόμοια, κουραστικά και ανούσια. Ούτε μητρομανής είναι, απλά δεν αρκείται μόνο στο δονητή της. Ένα καλό βδομαδιάτικο γαμήσι το έχει απόλυτη ανάγκη, τι πιο κανονικό, υγιές και φυσιολογικό. Να χαρεί η μούνα της, να ξεχαρμανιάσει, να πάρει φωτιά το στερημένο της κορμάκι, τώρα που μπορεί και προλαβαίνει, προτού θαφτεί κάτω από τη μαύρη γη, μαραθεί και σαπίσει και το κατασπαράξουν οι σκώληκες οι ανθρωποφάγοι. Μόνο που συγχρόνως θέλει και το παραμυθάκι της, να ‘χει λίγο μαγεία και όνειρο η υπόθεση, να παίρνει φωτιά η φαντασία της. Το σενάριο δεν είναι απαιτητικό, αντίθετα απλό και χιλιοπαιγμένο, σχεδόν κλασικό, εναλλάξ και σε διπλή παραλλαγή. Τη μια να το παίζω ευγενικός και καθωσπρέπει κύριος που επισκέπτεται μια πουτάνα πολυτελείας για να αδειάσει τα φλόκια του, την άλλη ο αγαπημένος ανιψιός που επισκέπτεται τη μοναχική θεία, προσφάτως χειρευάμενη, για να την παρηγορήσει. Πάντα κρατώντας στο χέρι την αδυναμία της, ένα μπουκέτο μαύρα τριαντάφυλλα τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο. Είναι η μοναδική της ανωμαλία. Τα μαύρα λουλούδια την κάνουν ευτυχισμένη. Δηλαδή, έλα μουνί στον τόπο τους, να πούμε. Τελικά, η μπεμπέκα μυρίζει πολύ θάνατο. Ίσως γι’ αυτό μ’ αρέσει και την βρίσκουμε τόσο ωραία οι δυο μας. Και βέβαια πληρώνει τοις μετρητοίς.

Οι ουρανοί είχαν ανοίξει για τα καλά κι έριχναν καρεκλοπόδαρα και οι γυαλοκαθαριστήρες γύριζαν τρελαμένοι πέρα δώθε. Κατεβαίναμε τον κεντρικό δρόμο που φωτιζόταν απαλά με το θερμό κίτρινο της νύχτας. Ήταν σχεδόν άδειος. Λίγα μόνο αμάξια κυκλοφορούσαν κι ένα συνεργείο του δήμου προσπαθούσε να μας φτιάξει τη διάθεση, κρεμώντας ψηλά στις κολώνες και τα καλώδια πολύχρωμα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Τώρα όμως κι αυτοί είχαν λουφάξει στην άκρη κάτω από ένα υπόστεγο περιμένοντας να κόψει η μπόρα. Για τη μικρή μας επαρχιακή πόλη ο διπλός αυτός δρόμος της μιάμισης λωρίδας λογίζεται για λεωφόρος. Συνδέει την απάνω χώρα, την γραφική και παραδοσιακή, με την κάτω, την πολύβουη και εμπορική και φέρει το όνομα κάποιου παλιού ντόπιου πολιτικού της βασιλικής παράταξης, που κατά τον μεσοπόλεμο έφτασε να γίνει μέχρι και πρωθυπουργός του έθνους, όμως μετά τη μικρασιατική καταστροφή κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία της πατρίδας και μαζί μ’ άλλους πέντε εκτελέστηκε δια τυφεκισμού. Δηλαδή, αθλιότητες. Το ‘φαγε το κεφάλι του ο μαλάκας και καλά να πάθει. Όποιος μπερδεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες, που λέει και ο σοφός λαός. Τουλάχιστον, το όνομά του έγινε δρόμος και γράφτηκε στα βιβλία της επίσημης ιστορίας, έστω και ως προδότης δήθεν. Δεν είναι λίγο. Ο τύπος κέρδισε την αθανασία.

Δεν μένει πολύ μακριά η μπεμπέκα, συνήθως γυρνάω σπίτι με τα πόδια. Σήμερα όμως αναγκάστηκα να πάρω δύο ταξί, και στο πήγαινε και στο έλα. Το άκουσα στην τηλεόραση ότι θα χάλαγε ο καιρός, μα κοίταξα τον ουρανό και δεν το πολυπίστεψα. Συνήθως, οι μετεωρολόγοι πέφτουν έξω στις προβλέψεις τους, δεν τους εμπιστεύομαι καθόλου. Ούτε ομπρέλα δεν πήρα μαζί μου, αν και μ’ αυτόν τον κατακλυσμό πάλι λούτσα θα γινόμουνα. Ήδη ένιωθα κάτι ύποπτα ρίγη να με διαπερνούν. Τους ταρίφες τους αποφεύγω, ειδικά το βράδυ που σου κοτσάρουν διπλή ταρίφα. Δεν γουστάρω τις ξινισμένες τους φάτσες κι από πάνω να στο παίζουν και ξερόλες επί παντός επιστητού. Δηλαδή, μαγκιά, κλανιά κι εξάτμιση και κώλος φινιστρίνι. Κουραστικά πράγματα. Τουλάχιστον ο πρώτος δεν με ενόχλησε, αραδιάζοντας κοινότοπες παρλαπίπες για την οικονομία ή τα πολιτικά. Σε όλη τη διαδρομή έμεινε σιωπηλός, ακούγοντας στο σπινό ειδήσεις απ’ το ραδιόφωνο. Όμως, ο δεύτερος δεν ήταν το ίδιο διακριτικός. Άκουγε τραγούδια της τρελής καψούρας και σιγοψιθύριζε ευδιάθετος το σκοπό τους. Κάθε τόσο μου ‘ριχνε κλεφτές ματιές απ’ τον καθρέφτη μήπως και τσιμπήσω και μ’ αρχίσει στη τσιλάγρα. Μούγγα εγώ. Απόφευγα το βλέμμα του χαζεύοντας δήθεν αδιάφορα έξω. Τελικά δεν κρατήθηκε. «Κωλόκαιρος σήμερα, φίλε μου» είπε, λες και μ’ ήξερε από χτες, μα και πάλι δεν του ‘δωσα χνώτα και κάπως στραβομουτσούνιασε. Μετά από λίγο του είπα να χαμηλώσει το ράδιο γιατί με πονούσε το κεφάλι μου. Μου ‘ριξε πάλι ένα βλοσυρό βλέμμα μαχαιροβγάλτη, ξίνισε τα μούτρα του, αποφάσισε στα γρήγορα να μην με σφάξει και χάσει το μεροκάματο και με μισή καρδιά το έκλεισε τελείως. Μου ‘ρθε να του σκάσω μία στην καράφλα να δει τον ουρανό σφοντύλι, μα κρατήθηκα. Έξω η νεροποντή είχε σταματήσει και ο βρεγμένος δρόμος γυάλιζε όμορφα. Κοντεύαμε να φτάσουμε, μα ήθελα λίγο να περπατήσω για να ξεμουδιάσω. Του είπα να σταματήσει στο φανάρι απέναντι απ’ τα δικαστήρια. Το γραφείο της μπεμπέκας, ακριβώς δίπλα στον εισαγγελέα υπηρεσίας, ήταν θεοσκότεινο. Τον πλήρωσα, «κράτα και τα ρέστα», του είπα, με καληνύχτησε μ’ ένα δουλικό χαμόγελο ευτυχίας, άνοιξα την πόρτα και βγήκα πάλι έξω στην υγρή νύχτα.   

Είχε μπόλικη υγρασία, όμως τουλάχιστον το πολύ κρύο είχε σπάσει. Μπήκα στον πεζόδρομο της πλατείας, χαζεύοντας τα μαγαζιά δεξιά κι αριστερά. Η ώρα είχε πάει τρεις και τα περισσότερα ήταν κλειστά, ένα δύο ήταν ακόμα στα μαζέματα και τα γκαρσόνια πετούσαν τα σκουπίδια στους κάδους. Πέρασα αφηρημένος μπροστά απ’ τον άστεγο και παραλίγο να τον πατήσω. Τσαντίστηκε, και με το δίκιο του. Ήταν χωμένος μέσα στα σκεπάσματα, κάτω απ’ το υπόστεγο της μισοτελειωμένης οικοδομής, μα δεν κοιμόταν ακόμα, μόνο έπινε κρασί σ’ ένα πλαστικό κυπελάκι και κρατούσε στην αγκαλιά του σφιχτά μια μισογεμάτη μποτίλια. Δίπλα του ήταν ξαπλωμένος με βλέμμα απλανές και αδιάφορο ο σύντροφος της τωρινής του ζωής και μοναδικός του φίλος, ένας βρεγμένος κανελής κοπρίτης. «Πρόσεχε λίγο, θα με σκοτώσεις!» φώναξε τσαντισμένος με βαριά σλάβικη προφορά. Μου ‘ριξε και μια άγρια ματιά. Τον ήξερα. Πλησίαζε τα εξήντα κι είχε πολλά χρόνια εδώ. Πλέον, μιλούσε πολύ καλά τη γλώσσα μας, μόνο λίγο σπαστά. Είχε δουλέψει σαν εργάτης σε χωράφια, οικοδομές και αλλού, μα πριν από τέσσερα χρόνια έχασε το πόδι του σε ατύχημα. Από τότε ζει και κοιμάται στο δρόμο ζητιανεύοντας. «Με συγχωρείς, γείτονα, δεν σε είδα», είπα. «Γιατί; Που έχεις το μυαλό σου τέτοια ώρα;» με πήρε από τα αυτιά. Δεν του απάντησα, μόνο χαμογέλασα. Μου ζήτησε τσιγάρο, μάλλον για την ψυχική οδύνη που του προκάλεσα. Έβγαλα το πακέτο απ’ τη τσέπη και του ‘δωσα δύο, μαζί με όσα ψηλά έπιασα. Το πρόσωπό του φωτίστηκε νυχτιάτικα, άπλωσε το χέρι και τα πήρε, μουρμουρίζοντας κάτι ακαταλαβίστικα, μάλλον στη γλώσσα του. «Το ‘χουν γυρίσει όλοι στον καπνό για οικονομία, πλέον δεν βρίσκεις εύκολα τσιγάρο», σχολίασε. «Μπα, εγώ βαριέμαι να στρίβω», του είπα. «Βράχηκε κι ο σκύλος απόψε», συμπλήρωσα. Το ζωντανό βρωμοκοπούσε από μίλια μακριά. «Την ώρα που έριχνε καταρράκτες, ο κανέλος γαμούσε τη μαύρα λίγο παρακάτω, η μπόρα τους έπιασε πάνω στην πράξη, μα που να σταματήσει, κολλημένος όπως ήταν από πίσω της, βλέπεις, ήταν γλυκό το κοκό», είπε και παραλίγο να σκάσει ένα χαμόγελο στα χείλη του. «Τον σκούπισα, όσο μπορούσα, και τον έχωσα κάτω απ’ τις κουβέρτες να ζεσταθεί. Αν αρρωστήσει και πάθει καμιά πνευμονία τη βάψαμε, δεν περισσεύουν λεφτά για κτηνίατρους. Όμως, κι εσύ να προσέχεις!» είπε με μια υποψία πατρικής έγνοιας. Τον καληνύχτισα και κάνοντας δέκα βήματα έφτασα έξω από την πολυκατοικία μου. Τότε θυμήθηκα πως το μεσημέρι είχαμε πει με τον κοντό και τα άλλα παιδιά να βρεθούμε για ένα τελευταίο ποτό πριν από τη μεγάλη δουλειά. Ξανάχωσα τα κλειδιά στην τσέπη. Είχα τα χάλια μου, κρύωνα και ριγούσα, μα δεν ήταν σωστό να τους στήσω. Τότε το στομάχι μου διαμαρτυρήθηκε με ένα παρατεταμένο γουργουρητό. Τελικά, μια νυχτερινή επίσκεψη στο μπαρ της κουτσής το απαιτούσε η κατάσταση, και μια καυτή βραστούρα επιβαλλόταν για να ζεσταθούν τα σωθικά μου και να έρθουν τα εσωτερικά μου υγρά στα ίσα τους, σε θερμοδυναμική ισορροπία, που λένε και οι σοφοί επιστήμονες. «Η σημερινή νύχτα είναι μεγάλη» σκέφτηκα και συνέχισα με κομμένα πόδια το δρόμο μου.

Έξω απ’ το μπαρ γινόταν φασαρία, ακούγονταν φωνές. «Μη τσαντίζεσαι ρε φίλε, μη το παίρνεις κατάκαρδα, όλες πουτάνες είναι, και οι αδερφές και οι μανάδες μας, όλες το ίδιο είναι!» τραύλιζε με δυσκολία ο τύπος μπερδεύοντας  τα λόγια του. Φαινόταν χάλια απ’ το πιώμα, γύρευε τι προβλήματα κουβαλούσε. Ο χοντρός και ο ψηλός τον πέταγαν έξω σηκωτό. «Μην ξαναπατήσεις εδώ μέσα!» του φώναξε λίγο πιο πίσω ο κοντός και του ‘δωσε μια σφαλιάρα και μια κλωτσιά στον κώλο. Εκείνος πήγε παραπατώντας πέντε μέτρα παραπέρα και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο πλακόστρωτο. «Όλες πουτάνες είναι!» ξαναμουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, και απομακρύνθηκε τρεκλίζοντας, χωρίς να δώσει συνέχεια. Ξερωγωτίς ξερωγωτάς ο τύπος και τα ρέστα. «Η ίδια ιστορία κάθε βράδυ, με τον μαλάκα!» είπε ο κοντός, ξεσκόνισε κάπως τα ρούχα του και ίσιωσε με το χέρι τα μαλλιά του. Άλλος ένας πιωμένος φουκαριάρης, που ήθελε να πιάσει κάνα βυζί στο τσάμπα, σκέφτηκα. «Μας την έχει κάνει πολλές φορές αυτός, ίσως και να ‘ναι κάνας χαφιές βαλτός απ’ την ασφάλεια», είπε ο χοντρός γυρνώντας προς το μέρος μου. «Εσύ που εξαφανίστηκες; Τα χάλια σου έχεις!» είπε ο κοντός, ξεχνώντας ότι σήμερα ήταν η μέρα της μπεμπέκας. Είχα ώρα να κοιτάξω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, μα για να το λέει ο φίλος μου έτσι πρέπει να ‘ναι. Έβγαινε η ταλαιπωρία και η κούραση ολόκληρης της μέρας. Ο ψηλός ξανάνοιξε την πόρτα του μαγαζιού και μπήκαμε όλοι μέσα για μια τελευταία συνάντηση πριν από τη μεγάλη δουλειά.      

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

ΠΥΞ ΛΑΞ ΚΑΙ ΟΔΑΞ (Ο ΚΑΝΝΙΒΑΛΟΣ)

Η νύχτα ήταν καθημερινή, μοναξιάρικη και συφοριασμένη. Σαν κλούβιο αβγό. Το μπαρ της κουτσής άδειο, μ’ ένα πελάτη μόνο, έτσι, για δείγμα. Η αφεντικίνα έλειπε σε κάποια δουλειά και είχε αφήσει στο πόδι της μια «υπάλληλο», καλή και όμορφη κοπέλα, που βαρούσε μύγες ψαχουλεύοντας βαριεστημένα το κινητό της. Ο κοντός με είχε παρακαλέσει να ‘χω το νου μου μη γίνει καμιά άσχημη, κι αν χρειαστεί να τον ειδοποιήσω. Είχε κι αυτός μια επείγουσα δουλειά μαζί με τα υπόλοιπα καλόπαιδα. Δέχτηκα να τον εξυπηρετήσω χωρίς να ρωτήσω λεπτομέρειες. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Είχε και την πλάκα του. Θα το ‘παιζα προστάτης και νονός της νύχτας, έστω περιστασιακός και αναπληρωματικός. Δεν είναι εύκολος ρόλος, ούτε του χαρακτήρα μου, μα η βραδιά φαινόταν ήσυχη και τζούφια, θα κλείναμε νωρίς. Καθόμουν στη γνώριμη θέση μου, στην άκρη της μπάρας, πλάι στη τζαμαρία και χάζευα έξω τους περαστικούς. Παραπέρα στεκόταν μια μυστήρια μάπα, κάπνιζε και έπινε το ποτό του. Δεν τον είχα ξαναδεί. Πάνω κάτω στα χρόνια μου (στην ύποπτη ηλικία των πενηνταφεύγα) καραφλός, με λίγα σγουρά μαλλιά στην περιφέρεια και γυαλιά μυωπίας. Σοβαρός κύριος, καλοντυμένος, μα το βλέμμα του σκοτεινό και ύποπτο. Κάθε τόσο κοιτούσε με αδημονία το ρολόι του, έριχνε και κάνα βλέφαρο προς την πόρτα του μαγαζιού. Και σε μένα. Περιμένοντας τον κοντό.

Κάποια στιγμή ρώτησε την κοπέλα. Δυστυχώς, δεν ήξερε αν θα ερχόταν απόψε, του απάντησε. Κάπως κατσούφιασε, κάνοντας μια περίεργη γκριμάτσα και με κοίταξε κατ’ ευθείαν στα μάτια, ζητώντας βοήθεια, μήπως μπορούσα εγώ κάπως να τον διαφωτίσω. Άρπαξα στον αέρα την ευκαιρία να του πιάσω κουβέντα. Όχι πως είχα διάθεση για τσιλάγρα, μα μ’ έτρωγε η περιέργεια για το καινούργιο φρούτο που φύτρωσε ξαφνικά σήμερα το βράδυ στο μαγαζί. Μου ήταν παντελώς άγνωστος και ήθελα να τον ξεψαχνίσω, στα όρια της αδιακρισίας, που λένε, κι όσο βέβαια θα μου ‘δινε ο ίδιος το δικαίωμα. Δεν είχα όρεξη για άσκοπες παρεξηγήσεις νυχτιάτικα. Απ’ την άλλη, πώς ήξερα ότι δεν είναι κάνας χαφιές, βαλτός απ’ την ασφάλεια; Έπρεπε να είμαι προσεχτικός. Του είπα ότι απόψε ο κοντός είχε μια σοβαρή δουλειά, μάλλον δεν θα ‘ρχόταν καθόλου. Κατσούφιασε ακόμα πιο πολύ, σχεδόν τον λυπήθηκα. Το ποτήρι του είχε αδειάσει, όπως και το δικό μου, και προσφέρθηκα να τον κεράσω. Έκανα νόημα στην κοπέλα να φέρει δυο ποτά και μετά απ’ την πρόσκλησή του (μ’ ένα νεύμα μου ‘δειξε το διπλανό σκαμπό) πήγα και κάθισα μαζί του.     

Του συστήθηκα με όλες τις επισημότητες ως επιστήθιος φίλος του διαβόητου κοντού, ως ο πλέον έμπιστος άνθρωπος του μαγαζιού. Η δήλωσή μου πρέπει να τον εντυπωσίασε, αν και δεν είχε κανένα λόγο να με πιστέψει και να με εμπιστευτεί, ούτε κι εγώ βέβαια για όσα θα μου αράδιαζε κατόπιν. Για μια στιγμή μ’ έκοψε και με μέτρησε πίσω από τα μυωπικά του γυαλιά και χαμογέλασε. Ήταν κι αυτός φίλος του κοντού. Γνωρίστηκαν στη φυλακή, κάτω από κάπως περίεργες και αντίξοες συνθήκες. Δεν τον ξέρει πολύ καιρό, μα ήδη τον λογαριάζει για δικό του άνθρωπο, είπε. «Πράγματι, ο κοντός είναι πολύ κοινωνικό άτομο, κάνει εύκολα φιλίες», επιβεβαίωσα την κρίση του, χαμογελώντας όσο πιο φυσικά μπορούσα. Δεν ήθελα να πάρει τα λόγια μου ως ειρωνεία. Δηλαδή έτσι όπως πραγματικά ήταν.

Από τότε που ο κοντός άρχισε να μπαινοβγαίνει συχνότερα στα ευαγή ιδρύματα, στο μαγαζί έσκαγαν μύτη διάφορα φυντάνια. Εδώ έπαιρνε την αλληλογραφία του, διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του και κανόνιζε τις δουλειές του. Όμως, πλέον, οι μπάτσοι και οι ασφαλίτες τον είχαν βάλει για τα καλά στο μάτι. Διακίνηση σκληρών ναρκωτικών, μαστροπείες γυναικών, προστασία μαγαζιών, το παιχνίδι είχε χοντρύνει πολύ κι αυτός δεν έπαιρνε τις απαραίτητες προφυλάξεις. Είχε πάρει την κάτω βόλτα και τα ρουθούνια του καμένα απ’ την κόκα. Κάθε τόσο κάνανε ντου στο μαγαζί και τον μπουζουριάζανε, όμως μετά από λίγες μέρες ήταν και πάλι ελεύθερος. Τον καθάριζε, μου ‘χε πει, μια εισαγγελέας, παλιά γνωστή του, δίχως να προχωρήσει σε λεπτομέρειες. Την πηδούσε; Την εκβίαζε; Τη λάδωνε; Ποιος ξέρει, για όλα τον είχα ικανό. Πάντως, είχε τις άκρες του και μέχρι σήμερα την έβγαζε καθαρή. Και μεσ’ τη φυλακή όλοι τον σέβονταν και τον υπολήπτονταν. Αυτό είχε σημασία.

Ο τύπος τσούγκρισε το ποτήρι του και ευχήθηκε στην υγειά μας. Μου πρόσφερε και τσιγάρο. Ήταν φυλακή και βγήκε σήμερα με άδεια και διανυκτέρευση, λόγω καλής διαγωγής. Δεν είχε πολλές ελεύθερες ώρες στη διάθεσή του ακόμη. Το πρωί, με το πρώτο φως, έπρεπε να μπει πάλι μέσα. Πήγε να δει για λίγο τη γριά μάνα του και κατόπιν ήρθε εδώ, ψάχνοντας τον κοντό. Χωρίς να τον ρωτήσω, άρχισε να μου λέει την ιστορία του. Η μοναξιά και το πιοτό είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους. Και σίγουρα μου ‘δειχνε εμπιστοσύνη, μάλλον το ‘χε η φάτσα. Εφόσον βέβαια μου θα έλεγε την αλήθεια.

Στην προηγούμενη ζωή του ήταν φιλόλογος, διορισμένος σε γυμνάσιο. Παντρεμένος, είχε και δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ο διάολος τον έβαλε να μπλεχτεί με μια μικρούλα μαθήτριά του. Ήταν η πρώτη φορά που τσιλημπούρδιζε με ανήλικη, άβγαλτος μα και άτυχος. Η μικρή καμαρώνοντας το έκανε βούκινο σε όλο το σχολείο, τους την έστησαν και τους έπιασαν στα πράσα, ολόγυμνους μέσα στο αυτοκίνητο, πάνω στα φιλιά και τα χάδια, δεν πρόλαβαν καν να ολοκληρώσουνε την πράξη. Αυτή έφταιγε. Τον προκαλούσε συνέχεια στο μάθημα και στα διαλλείματα του είχε γίνει κολλιτσίδα, δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Το πουτανάκι ήταν πειρασμός και όχι βέβαια καμιά παρθένα. Παρά την ηλικία της ήταν ξεβγαλμένη. Πιάστηκε σαν μαλάκας και καλά να πάθει. Πήρε όλη την ευθύνη πάνω του, όπως και έπρεπε, δίχως ελαφρυντικά και δικαιολογίες. Του πέρασαν χειροπέδες, έγινε δίκη και καταδικάστηκε κάμποσα χρονάκια φυλακή για ασέλγεια ανηλίκου. Έχασε τη δουλειά του και η γυναίκα του πήρε διαζύγιο, μαζί με την επιμέλεια των παιδιών. Οι συγγενείς του γύρισαν την πλάτη, ξεφτίλισε δήθεν το ένδοξο όνομά τους, και μόνο η μάνα του έμεινε δίπλα του και του συμπαραστάθηκε. Τι να κάνει η κακομοίρα η γριά, μοναχοπαίδι τον είχε. Κι έμεινε πικραμένη και ολομόναχη, απ’ το μαράζι του θα πάει. Ο πατέρας του ήταν από χρόνια πεθαμένος.

Την πρώτη του μέρα στη φυλακή δεν πρόκειται να την ξεχάσει ποτέ. Μπήκε συνοδεία με τον φύλακα βαστώντας τις κουβέρτες του και κάποια ατομικά είδη. Στο διάδρομο τον περίμεναν όλοι οι κρατούμενοι της πτέρυγας παραταγμένοι σε δυο σειρές δεξιά και αριστερά. Δεν κατάλαβε τον λόγο. Ίσως θέλανε να τον υποδεχτούνε για το καλωσόρισμα, όχι βέβαια με επευφημίες και μπράβο, όμως τουλάχιστον με ένα καλό και συμπονετικό λόγο, να γνωριστούνε, να δώσουνε τα χέρια, να του ευχηθούνε καλή διαμονή και τα ρέστα. Πλανιόταν πλάνη οικτρά, αν και αμέσως, απ’ την έκφραση των προσώπων τους (σοβαρή, ειρωνική και εκδικητική) άρχισαν να τον ζώνουν τα μαύρα φίδια. Ήταν έθιμο για τους νεοεισερχόμενους στην «υψηλή κοινωνία», κάτι σαν τελετουργία μύησης (αργότερα το πληροφορήθηκε) που, παρότι ξεπερασμένο και παρωχημένο, σε κάποιες φυλακές ίσχυε ακόμα, ίσως για να σε τρομάξουν και να σου σπάσουν εξαρχής τον τσαμπουκά. Όμως, εκείνη τη στιγμή δεν πήγε το μυαλό του στο κακό. Προχώρησε ανυποψίαστος ρίχνοντας μια λοξή ματιά στον φύλακα γεμάτη απορία, σαν να του ‘λεγε «τι θέλουν τώρα όλοι αυτοί;». Αυτός του χαμογέλασε, παρέμεινε πλάι στην πόρτα και του έκανε νόημα να προχωρήσει μόνος. Κάτι κατάλαβε, μα έπρεπε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Και ότι επακολούθησε θα το θυμάται σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, μέχρι να πεθάνει.

Προχώρησε στο διάδρομο κοιτώντας μπροστά και μακριά, κανένα λοξό βλέμμα προς όλους αυτούς τους ουρακοτάγκους. Και όταν έφτασε στη μέση περίπου άκουσε μια βραχνή τρομακτική φωνή. «Ήθελες να γαμήσεις και κοριτσάκι, κύριε καθηγητά!» Ήταν το σύνθημα. Όρμησαν όλοι πάνω του σε έναν κύκλο και άρχισαν να τον χτυπούν με χέρια και με πόδια, ουρλιάζοντας σαν πρωτόγονοι αγριάνθρωποι. Πυξ λαξ και οδάξ, που λέγανε και οι αρχαίοι, μα αυτός ούτε κατά διάνοια σκέφτηκε να ανταποδώσει. Έπεσε χάμω στο πάτωμα, κουλουριάστηκε και προσπάθησε να προφυλαχτεί, να φάει όσες λιγότερες γινόταν, μέχρι να ξεθυμάνει η οργή τους και περάσει η μπόρα, μα πιο πολύ το κεφάλι του. Όταν κουράστηκαν να τον χτυπούν, σταμάτησαν και περίμεναν να σηκωθεί. Αυτός έμενε κάτω, δεν ήξερε τι θα επακολουθήσει. Τουλάχιστον, περίμενε τους φύλακες να έρθουν να τον βοηθήσουν, κάποιος να τον βγάλει απ’ τη δύσκολη κατάσταση. Ήταν λοιπόν εξόχως ηθικά στοιχεία οι συγκρατούμενοί του. Δεν ανέχονταν τέτοια παραπτώματα, όπως η σεξουαλική συνεύρεση με κοριτσάκια. Τουλάχιστον αν τον αφήναν να τους εξηγήσει. Τώρα τον περιμένανε να σηκωθεί όρθιος για την συνέχεια. Κι αυτός βογκούσε και βαριανάσαινε στο πάτωμα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Όμως, έπρεπε να πάρει μια απόφαση.

Τότε κάποιος έσκυψε και κόλλησε την άθλια και σιχαμερή του μούρη στο πρόσωπό του. «Σήκω αγόρι μου, δεν θα σε πειράξουμε», είπε και σαν παλιόσκυλο τον έγλυψε με τη γλιτσιασμένη και βρωμερή του γλώσσα στο μάγουλο. Τότε το ποτήρι ξεχείλισε. Θόλωσε. Με τα μάτια κλειστά, χωρίς να βλέπει γύρω του, τον άρπαξε  και του δάγκωσε δυνατά το αυτί, με μανία, μέχρι που το έκοψε σύρριζα και το έφτυσε μακριά. Γέμισε αίματα. Οι άλλοι στην αρχή ξαφνιάστηκαν, τρόμαξαν. Όμως, γρήγορα συνήλθαν απ’ την έκπληξη και άρχισαν πάλι να τον βαρούν, προσπαθώντας να τους ξεκολλήσουν. Όμως, δεν τον άφηνε ρούπι απ’ τα χέρια του. Όσο πιο πολύ ούρλιαζε, τόσο τον έσφιγγε. Με εκδικητική ηδονή άρχισε να τον δαγκώνει στο σαγόνι και να του μασουλάει το μάγουλο. Ήταν ο άτυχος που θα πλήρωνε τη νύφη για όλους. Θα τον κατασπάραζε ολόκληρο, έτσι είχε αποφασίσει. Όμως, καθώς άρχιζε να του δαγκώνει τον μαλακό και εύγευστο λαιμό, ένιωσε ένα βαρύ λοστάρι στο κεφάλι του κι έχασε τις αισθήσεις του.

Μετά από μέρες άνοιξε τα μάτια του στο νοσοκομείο της φυλακής. Το κεφάλι του πονούσε ακόμη. Το πρόσωπο και όλο του το κορμί ήτανε μπαταρισμένο, γεμάτο γάζες, επιδέσμους και γύψους, δεν τα ένιωθε. Είχε πάθει γερό στραπάτσο κι έκανε μήνες να συνέλθει. Το περισσότερο ξύλο το έφαγε αφότου λιποθύμησε. Στο παρά πέντε τη γλύτωσε, είπαν οι γιατροί, χαροπαλεύοντας για μέρες. Για τον διευθυντή των φυλακών το συμβάν έπρεπε να καλυφθεί και θεωρήθηκε ως μη γενόμενο. Δεν συνέφερε κανέναν να βγει προς τα έξω, φυσικά περισσότερο απ’ όλους τον ίδιο, που είχε βλέψεις για τα ανώτερα κλιμάκια της δικαιοσύνης. Μόνο του υποσχέθηκε ότι δεν θα έχει παραπέρα συνέπειες και ότι από δω και στο εξής θα φρόντιζε να μην ξανασυμβούν παρόμοια έκτροπα. Δηλαδή, άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. «Τουλάχιστον, δεν θρηνήσανε θύματα», του είπε κάπως ανακουφισμένος. Ο μισοφαγωμένος κρατούμενος στο τσακ την γλύτωσε κι αυτός. Τον προλάβανε, παρά την ακατάσχετη αιμορραγία που είχε στην καρωτίδα, του την είχε κόψει. Όταν συνήλθε κάπως τον επισκέφθηκε και ο κοντός. Είχε δει όλο το συμβάν από τον δεύτερο όροφο της πτέρυγας. Πλέον ήταν υπό την προστασία του, δεν είχε να φοβάται τίποτα και κανέναν. Αυτός δεν είπε τίποτα, ούτε ένα ευχαριστώ. Μόνο τον ρώτησε γιατί τόσο ενδιαφέρον για το πρόσωπό του και τι ανταλλάγματα ζητούσε. Δεν ήθελε τίποτα, η προστασία γινόταν αφιλοκερδώς. «Απλά, γιατί σε συμπάθησα, ρε κανίβαλε!» είπε κι έσκασε στα γέλια. Γέλασε και κείνος, όσο μπορούσε, μέσα απ’ το φασκιωμένο πρόσωπο, αλλά πόνεσε. Από τότε γίνανε φίλοι και του ‘μεινε το παρατσούκλι. Όλοι μέσα στη φυλακή τον φωνάζανε κανίβαλο και το σκεφτόντουσαν πολύ προτού τον πλησιάσουν. Επιπλέον, ο κοντός είχε τα μέσα και τον πήρε μαζί του, στο ίδιο κελί. Δεν είχε παράπονο. Πλέον, στη φυλακή περνά ζωή και κότα. Παρ’ όλο που ο φίλος του πήρε πάλι απολυτήριο.

Επιτέλους, η λογοδιάρροια του κανίβαλου είχε τελειώσει. Δεν ήξερα τι από όλα αυτά να πάρω στα σοβαρά. Απλά ίσως ήθελε να με εντυπωσιάσει. Πάντως, δεν έμοιαζε με κανίβαλο, αν και τα σιγανά ποταμάκια πρέπει να φοβάσαι. Κοίταξα καλύτερα το πρόσωπό του. Κανένα σημάδι, ουδεμία παραμόρφωση, με τίποτα δεν θύμιζε στραπατσαρισμένη φάτσα. Τι να πρωτοπιστέψεις. Παρ’ όλα αυτά δεν μίλησα, δεν είχα τίποτα να ρωτήσω ή να πω. Τσουγκρίσαμε πάλι τα ποτήρια μας. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκαν στο μαγαζί αγκαζέ ο κοντός με την κουτσή. Πήγαιναν πέρα δώθε τρεκλίζοντας, βάρκα γιαλό, σημάδι ότι ήταν από πιωμένοι έως και μαστουρωμένοι. Παρ’ όλη τη σούρα του ο φίλος μας τον αναγνώρισε. «Που ‘σαι ρε κανίβαλε; Ζεις;  Δεν πέθανες ακόμη;»  είπε και πρόλαβε να βουτήξει στην αγκαλιά του. Προτού σωριαστεί φαρδύς πλατύς στο πάτωμα και γελάσει και το παρδαλό κατσίκι. Και κατάλαβα πως η πραγματική βραδιά τότε ξεκίναγε.