Δευτέρα 26 Ιουνίου 2023

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΩΝ ΕΥΝΟΥΧΩΝ


Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που σκέφτηκα σοβαρά να αυτοκτονήσω, να βάλω τέλος σε μια άθλια και ανώφελη ύπαρξη, τόση απελπισία με είχε πιάσει. Είχα κουραστεί να με κυνηγούν, να με χτυπούν και να με βρίζουν. Όχι ακριβώς μ’ αυτή τη σειρά, πλέον δεν ήξερα τι με ενοχλούσε περισσότερο. Μα για να προχωρήσω στη σωτήρια λύση, πρώτα έπρεπε να συνέλθω και να αναλάβω δυνάμεις. Προς το παρόν ήμουν παντελώς ανήμπορος. Ούτε να μιλήσω μπορούσα ούτε να κουνηθώ, όχι να κόψω σύριζα το λαιμό μου ή να φουντάρω από κάνα ψηλό μπαλκόνι. Βρισκόμουν ακίνητος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, φασκιωμένος με γάζες και επιδέσμους, χτισμένος με γύψο και διάφορα ευγενή μέταλλα και κοιτούσα απελπισμένος το ταβάνι. Όλο το σώμα μου πονούσε και με το νοσηλευτικό προσωπικό επικοινωνούσα μόνο με νεύματα γεμάτα σημασία. Ειλικρινά ήθελα να πεθάνω, μα δεν γινόταν. Στο νοσοκομείο είχαν όλοι βαλθεί να μου σώσουν τη ζωή.

Δεν κατάλαβα πώς έγινε, έμοιαζε με τρομερό εφιάλτη. Κοιμόμουν στρωματσάδα μέσα σε ένα κατάφυτο παρτέρι του σταθμού των τρένων, ολομόναχος, όταν με ξύπνησαν απότομα τα κτηνώδη ουρλιαχτά τους. Με είχαν ξετρυπώσει μέσα στη μαύρη νύχτα και μπράβο τους. Ήταν καμιά δεκαριά, μια τρομερή ομάδα κρούσης, θηριώδεις και μεγαλόσωμοι, με ξυρισμένα κεφάλια, ντυμένοι στα μαύρα και κρατούσαν στις χερούκλες τους εκτυφλωτικούς φακούς, χοντρές αλυσίδες, μαχαίρια, σιδερογροθιές και λοστάρια. Μούγκριζαν σαν ουρακοτάγκοι. Ένας μόνο κατάφερνε κάπως να μιλήσει ανθρώπινα (ήταν ο αρχηγός τους;) και μου έκανε μια αδιάκριτη ερώτηση. Αν μου τα έχουν κόψει ή αν έχω ακόμα πουλί και μπάμπαλα. «Έχεις πούτσο και αρχίδια, ρε μαλάκα;» φώναξε ο σιχαμένος μέσα στο αυτί μου και με ξεκούφανε. Με έζωσαν τα μαύρα φίδια. Όχι, του απάντησα, δηλαδή ναι, και ενστικτωδώς προσπάθησα να ξεφύγω απ’ τον κλοιό. Με άρπαξαν απ’ το λαιμό και με ξεβράκωσαν στη μέση του δρόμου. Αφού είδαν αυτό που θέλανε, άρχισαν όλοι μαζί να με χτυπούν, μάλλον για πολύ ώρα. Δεν είμαι σίγουρος, γιατί λιποθύμησα σχεδόν αμέσως και δεν θυμόμουν τι έγινε μετά. Πρέπει και να με σοδόμισαν, αν και ούτε για αυτό είμαι απόλυτα βέβαιος. Ξύπνησα ύστερα από μέρες στο νοσοκομείο και πονούσα ολόκληρος. Είχα τα μαύρα μου τα χάλια και ήμουν φασκιωμένος σαν μπαταρισμένη μούμια. Μα στάθηκα πολύ τυχερός, είπαν οι γιατροί, είχα άγιο, με σπασμένα κόκαλά, πειραγμένα ζωτικά όργανα και εσωτερική αιμορραγία, λίγο ακόμα και θα πέθαινα. Όμως, πέρα από κάθε ζοφερή πρόβλεψη, ζούσα ακόμα. Πέσανε όλοι πάνω μου, με εγχείρισαν και γλύτωσα, σύντομα θα γινόμουνα καλά, πιο δυνατός κι από πριν. Μόνο που χρειαζόταν κουράγιο και θέληση, είπαν, δεν έπρεπε να με πάρει από κάτω, σε τέτοιες δύσκολες περιπτώσεις η καλή ψυχολογία είναι το άλφα και το ωμέγα. Τους άκουγα κουρασμένος και αδιάφορος. Γιατί να μπουν σε όλον αυτό τον κόπο και δεν μ’ άφησαν να ψοφήσω σαν το σκυλί στην άκρη του δρόμου;

Νύχτα μέρα πάνω απ’ το προσκεφάλι μου ήταν η όμορφη νοσοκόμα που είχα γνωρίσει στο σπίτι της ηλικιωμένης κυρίας. Ήθελα να τη στείλω  κι αυτή στο διάολο, μα δεν μπορούσα. Εκείνη έφταιγε για τα χάλια και την κατάντια μου. Αν δεν με έδιωχνε κακήν κακώς μετά τον θάνατο της γριάς, δεν θα πάθαινα τίποτα. Τώρα σίγουρα ένιωθε τύψεις και ενοχές. Ρύθμιζε τη ροή του ορού, μου χάιδευε τους επιδέσμους στο κεφάλι και όταν με καληνύχτιζε μου έδινε κι από ένα πεταχτό φιλάκι στο μάγουλο. Ήταν όλο γλύκες και νάζια προσπαθώντας να μου φτιάξει τη διάθεση και να μου ανυψώσει το καταρρακωμένο μου ηθικό. Ούτε ο μεγάλος της έρωτας να ‘μουνα ή το μικρό της αγοράκι, τόση περιποίηση, στοργή και αγάπη μου έδειχνε. Και σίγουρα δεν ήταν απλά και μόνο από επαγγελματική ευσυνειδησία. Με κανάκευε, με φρόντιζε και με προστάτευε, μα δεν με τουμπάριζε με τίποτα, η σκύλα. Δεν της ανταπέδωσα ούτε ένα χαμόγελο, ούτε ένα βλέμμα συμπάθειας, την κοιτούσα σχεδόν με μίσος. Τα βράδια, όταν έσβηναν τα φώτα κι έμενα ολομόναχος, έρχονταν στο νου μου οι εικόνες του ξυλοδαρμού και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, παρά τα παυσίπονα και τα υπνωτικά που μου ‘διναν με το τσουβάλι. Δεν ξέρω γιατί μου επιτέθηκαν, εγώ δεν είχα πειράξει κανέναν, ούτε καν τους γνώριζα. Και γιατί τους πείραξε που ήμουνα ευνούχος; Τιμωρήθηκα και πλήρωσα, κι ας μη θυμάμαι το λόγο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Όλα μου φαίνονταν παράλογα και εφιαλτικά, μόνο που δεν μπορούσα να ξυπνήσω. Μάλλον ήταν λάθος μου να επιστρέψω στην πόλη και με την πρώτη ευκαιρία έπρεπε να την κοπανήσω, αλλιώς δεν θα την έβγαζα καθαρή. Με αυτές τις άσχημες σκέψεις μ’ έπαιρνε ο ύπνος αργά το πρωί, λίγο πριν να φέξει.

 Ξαφνικά ένα απόγευμα άνοιξε η πόρτα του θαλάμου και μπήκε μέσα ο άγιος φύλακάς μου, ο ωραίος μπάτσος. Ήταν η πρώτη φορά που χαμογέλασα μέσα στο νοσοκομείο. Ήρθε από πάνω μου, κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι και πλησίασε το στόμα του στο αυτί μου σαν να ‘θελε να το γλύψει. Εδώ μέσα και οι τοίχοι έχουν αυτιά, ψιθύρισε και ίσα που τον άκουσα. Κατάλαβα και του έκανα ένα νεύμα. Εκείνος με είχε βρει μισοπεθαμένο στην άκρη του δρόμου, μα πώς το έμαθε καλύτερα να μη ρωτάω, λες και μπορούσα. Τον τελευταίο καιρό είχαν αγριέψει τα πράγματα. Τις νύχτες ομάδες τραμπούκων και παρακρατικών προκαλούν το φόβο και τον τρόμο σε άστεγους, λαθρομετανάστες και λοιπούς φτωχοδιάβολους. Μόλις πέσει ο ήλιος η πόλη ερημώνει, δεν κυκλοφορεί ψυχή έξω. Η αστυνομία τους ξέρει, μα κάνει τα στραβά μάτια, εντολές άνωθεν, βλέπεις, έχουν την κάλυψη της κυβέρνησης. Τρομοκρατούν τον κοσμάκη και ξεσπούν την οργή και το μίσος τους πάνω στους πιο αδύναμους, τους ευνούχους. Έχετε γίνει οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του καθεστώτος, είπε. Όλα άρχισαν τον τελευταίο μήνα και κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει το πογκρόμ. Πολλοί από σας έχουν χάσει τη ζωή τους κι άλλοι παλεύουν στα νοσοκομεία να σωθούν έστω και ως παραπληγικοί και παράλυτοι. Επομένως, σε γενικές γραμμές, εγώ είχα σταθεί τυχερός, κατέληξε.

Η επίσκεψή του μου αναπτέρωσε το ηθικό. Μέχρι και το μίσος μου για την κοπέλα ξέχασα. Έκανα έξι μήνες να αναρρώσω για τα καλά και η νοσοκόμα με πήγε πάλι στο σπίτι της και έγινε η αποκλειστική μου. Πονούσα ακόμα, μα υποφερτά. Δεν μου έλειπε τίποτα, είχα και του πουλιού το γάλα. Και κάθε απόγευμα με έβγαζε στο μπαλκόνι να αγναντεύω το κάστρο και ολόκληρη την πόλη από ψηλά μέχρι τη θάλασσα και τα απέναντι βουνά πέρα μακριά. Περπατούσα ακόμα με δυσκολία, μα δεν μου ήταν δύσκολο να στηριχτώ στα κάγκελα, να σηκωθώ όρθιος και να φουντάρω στο κράσπεδο. Όμως πλέον δεν το σκεφτόμουν κι επιπλέον ήμουν χαμηλά, το πολύ να έσπαζα κάνα πόδι ή τη λεκάνη κι άντε πάλι ταλαιπωρίες με εγχειρίσεις και νοσοκομεία. Σκεφτόμουν συνέχεια την απόδρασή μου απ’ την πόλη, με ποιο τρόπο θα έφευγα, κι έπαιρνα δυνάμεις. Ίσως να ζητούσα και τη βοήθεια του φίλου μου, αφού αυτός ήξερε πρόσωπα και πράγματα. Μόνος μου θα ήταν απίθανο να τα καταφέρω.

 Ένα πρωινό χάζευα τη φωτογραφία στο σαλόνι και την ρώτησα. Το παιδί στη μέση ανάμεσα στις δυο γυναίκες ήμουν εγώ, είπε. Μου έδειξε και τη μητέρα μου, η άλλη ήταν η γριά σε νεότερη ηλικία. Την άκουγα σχεδόν αδιάφορος, χωρίς ίχνος συγκίνησης. Δεν μου θύμιζαν τίποτα, πάντως το αγόρι μου έμοιαζε στο βλέμμα, μπορεί να ήμουν πράγματι εγώ. Αυτό ήταν το μυστικό που ήθελε να μου αποκαλύψει η ηλικιωμένη κυρία, μα δεν πρόλαβε, αφού ξαφνικά πέθανε. Δεν ήξερα αν έπρεπε να την πιστέψω, μα δεν είχε μεγάλη σημασία. Έτσι όμως κάποιες περίεργες συμπτώσεις είχαν αρχίσει να εξηγούνται, να μπαίνουν τα πράγματα σε μια λογική σειρά. Ο αστυνόμος ήξερε; Την ρώτησα, μα δεν μου απάντησε ξεκάθαρα. Ίσως, είπε, μα για να σιγουρευτώ έπρεπε να τον ρωτήσω ο ίδιος. Σύντομα θα μας έκανε επίσκεψη. Τις επόμενες μέρες καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Αγωνιούσα να τον ξαναδώ. Τελικά, αυτός ο άνθρωπος ήταν το πεπρωμένο μου.


Πέμπτη 1 Ιουνίου 2023

ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ

Σάββατο απόγευμα γινόταν, μετά τη γενική καθαριότητα του σπιτιού. Έμπαινε στην τουαλέτα, γδυνόταν και περίμενε τη μητέρα του να τον σαπουνίσει καλά, δύο και τρεις φορές, στα μαλλιά, στα αυτιά και σ’ όλα τα επίμαχα σημεία του άτριχου κορμιού του, να φύγει η βρώμα, η γάνα κι η ιδρωτίλα της βδομάδας, να γίνει και πάλι λαμπερός κι αστραφτερός, φορώντας τα καλά του για μια βόλτα στην πλατεία ή στο κέντρο της πόλης, για ένα γλυκό του κουταλιού ή μια πορτοκαλάδα. Ο πατέρας συνήθως έλειπε, ήταν στο καφενείο και μετά θα πήγαινε βόλτα με τους φίλους του, επιστρέφοντας στο σπίτι αργά το βράδυ.  Όμως, εκείνη τη μέρα δεν μένανε ολομόναχοι. Τους έκανε επίσκεψη η φίλη της μαμάς, η καλύτερη και η μοναδική, πολύ σεμνότυφη και θεούσα, γεροντοκόρη βέβαια και μεγαλοκοπέλα της εκκλησίας, που είχε τα μαλλιά της μαζεμένα κότσο και φορούσε πάντα μία σκουρόχρωμη φούστα, μακριά μέχρι τον αστράγαλο, μη και φανεί η γάμπα της και σκανδαλίσει τον ανδρικό πληθυσμό της πόλης. Κρίμα, γιατί ήταν νοστιμούλα, με ωραία χαρακτηριστικά προσώπου, αλλά και σωστές αναλογίες σώματος. Όμως, πίστευε πολύ στη θρησκεία, αληθινά, με αυταπάρνηση, κι έτσι πήγαινε χαμένη. Μακάρι, τουλάχιστον, να ανταμειβόταν πλουσιοπάροχα στην επόμενη, αιώνια ζωή.

Ο πατέρα του δεν την χώνευε με τίποτα, μετά βίας την ανεχόταν, κάνοντας τα στραβά μάτια, για το χατίρι της γυναικούλας του, να ‘χει κι αυτή έναν άνθρωπο να λέει τον πόνο και τον καημό της. Όμως, ο μικρός τη συμπαθούσε, κι όχι μόνο γιατί του ‘φερνε γλυκά και σοκολάτες. Πριν κάμποσα χρόνια, όταν αυτός ήταν ακόμα νιάνιαρο, τεσσάρων πέντε χρονών, και ήθελε μετά μανίας να γίνει παπάς, του είχε κάνει δώρο έναν καφέ, γυαλιστερό απ’ το λούστρο, ξύλινο σταυρό (τον είχε φτιάξει κατά παραγγελία ένας γείτονας μαραγκός) κι ένα χρυσαφένιο θυμιατήρι, και γύριζε με αυτά πέρα δώθε μέσα στα δωμάτια και λιβάνιζε ψέλνοντας τροπάρια δικής του εμπνεύσεως για να ξορκίσει το κακό. Δηλαδή, το παιδί είχε φάει άγριο κόλλημα. Μπράβο, αγόρι μου, του λέγανε κάτι θειάδες και γριές γειτόνισσες της συμφοράς, το επιβράβευαν και με το παραπάνω, όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας καλός άνθρωπος του θεού. Και η θεούσα φίλη της μαμάς καμάρωνε για το δημιούργημά της. Μόνο ράσο και καλυμμαύχι που δεν φόρεσε τότε το παιδί, μα γρήγορα του πέρασε η λόξα, ξέχασε την νηπιακή ιερατική του κλίση, μεγαλώνοντας μπήκαν άλλες ιδέες και σχέδια στο αθώο πλην ευφάνταστο μυαλουδάκι του, όπως συμβαίνει συνήθως με τα παιδιά σ’ αυτές τις τρυφερές ηλικίες. Ευτυχώς, γιατί ο πατέρας του είχε φρικάρει εντελώς (δεν συμπαθούσε τους παπάδες και τους λοιπούς ρασοφόρους) και κάθε φορά που τον έβλεπε να λιβανίζει και να ιερουργεί τον κοίταζε με μισό μάτι. Από τότε δεν χώνεψε τη φίλη της μαμάς, όμως ίσως να ‘χε κι άλλους, πιο προσωπικούς λόγους. Μόνο που όποτε ήταν να τους επισκεφτεί η δεσποσύνη της, φρόντιζε να λείπει απ’ το σπίτι, δηλαδή κάθε Σάββατο απόγευμα. Εκείνη πάλι σίγουρα θα πικράθηκε για την ξαφνική αλλαγή πλεύσης του αγοριού, μα προσπάθησε να μην το δείξει, πνίγοντας τον καημό της. Ούτε βέβαια το σχολίασε και με τα χρόνια το ζήτημα ξεχάστηκε τελείως.

 Εκείνο το απόγευμα  το παιδί περίμενε τη μητέρα του καθισμένο μέσα στη γεμάτη μπανιέρα για το καθιερωμένο λουτρό. Ξαφνικά και τελείως απροειδοποίητα άνοιξε η πόρτα της τουαλέτας και σαν σίφουνας μπήκε μέσα η θεούσα, σήκωσε την μακριά της φούστα, κατέβασε τη λευκή δαντελωτή της κυλότα και στρογγυλοκάθισε αμέριμνη πάνω στη λεκάνη. Ξαλάφρωνε για ώρα, βγάζοντας κάθε τόσο βαθιούς αναστεναγμούς και βογγητά άπλετης ανακούφισης. Παραλίγο, αν δεν προλάβαινε θα ‘σκαγε η φούσκα της και θα τα ‘κανε πάνω της, θα πάθαινε χοντρή νίλα η κακομοίρα. Πάνω στην ανάγκη και τη φούρια της, ούτε που πρόσεξε την πονηρή παρουσία του μικρού. Μα κι αυτός διατηρώντας την ψυχραιμία του δεν έβγαλε άχνα, χαμηλωμένος και κρυμμένος πίσω απ’ την γαλάζια πλαστική κουρτίνα με τα λουλουδάκια, υποβρυχίως, σχεδόν βυθισμένος μέσα στο νερό. Η καρδούλα του χτυπούσε δυνατά, έτοιμη να σπάσει απ’ την αγωνία κι ένα ευχάριστο λίγωμα ένιωθε να ποτίζει το στενό και άτριχο στήθος του. Η φίλη της μαμάς είχε λοιπόν και κρυφά κάλλη. Είχε μείνει ενεός, βλέποντας τα όμορφα γαλακτερά της μπούτια, κι όταν τελείωσε και σηκώθηκε να σκουπιστεί, αποκαλύφθηκε μπροστά στα έκθαμβα μάτια του (είχαν πεταχτεί έξω απ’ το εξαίσιο θέαμα) η ασπριδερή και τροφαντή της κωλάρα σε όλο της το μεγαλείο, σχεδόν μέσα στα μούτρα του. Έτσι να έκανε το χεράκι του, θα μπορούσε να την αγγίξει, να την χουφτώσει και να την πασπατέψει. Ευτυχώς, δεν το τόλμησε και η φίλη της μαμάς δεν πήρε χαμπάρι το μπανιστήρι του. Αφού τελείωσε, με αργές κινήσεις σήκωσε την κυλότα της, κατέβασε τη φούστα, έβγαλε έναν τελευταίο βαθύ αναστεναγμό και βγήκε ξαλαφρωμένη και ανακουφισμένη απ’ την τουαλέτα. Ο μικρός έμεινε μόνος και ταραγμένος, ερεθισμένος, αναψοκοκκινισμένος και αποσβολωμένος να περιμένει, χαϊδεύοντας μέσα στο νερό ασυναίσθητα το πουλί του.

Σ’ αυτή τη φάση τον βρήκε η μητέρα του, όταν μπήκε στο μπάνιο, μα στην αρχή δεν κατάλαβε τίποτα, δεν υποψιάστηκε κάτι το περίεργο. Όπως κάθε φορά, άρχισε να τον σαπουνίζει και να τον πλένει και με το σφουγγάρι να τον ξεπετσιάζει να φύγει η γάνα, η βρώμα και η ιδρωτίλα της βδομάδας, μα κείνος πρώτη φορά δεν ένιωθε ούτε πόνο ούτε σφίξιμο ούτε ανυπομονούσε να τελειώσει το μαρτύριο. Ακουμπούσε κι έπιανε τη μητέρα του απ’ όπου μπορούσε, αποφεύγοντας το βλέμμα της, για να μην προδοθεί η ντροπή και η ταραχή του. Μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις του. Εκείνη κάποια στιγμή κατάλαβε μα δεν είπε τίποτα, ότι ξαφνικά, μέσα σε ένα απόγευμα, ο κανακάρης της είχε ωριμάσει απότομα, είχε γίνει πρόωρα άντρας. Τον ξέπλυνε στα γρήγορα, του είπε να ντυθεί και βγήκε από την τουαλέτα. Τότε μόνο εκείνος ηρέμησε κι άρχισε να παίζει με δύναμη το πετρωμένο κατακόκκινο εργαλείο του. Μέχρι που έχυσε με γλύκα και με πόνο. Μουγκρίζοντας.      

Ήταν η πρώτη του φορά και ένιωσε σαν να ξαναγεννήθηκε. Η μητέρα του δεν τον μπανιάρισε ξανά, πλέον είχε μεγαλώσει, του είπε, θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του με τους αφρούς, τα σαπούνια και τα νερά. Γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Έτσι, από κείνη τη μέρα, άρχισε να τον παιδεύει και να τον βασανίζει το φλέγον ζήτημα. Έπαθε ξαφνικό παροξυσμό. Το σκεφτόταν όλη μέρα, στο σπίτι, στο σχολείο, στον ύπνο και στον ξύπνιο, συνέχεια και παντού. Είχε αγριέψει για τα καλά και πλέον, κυνηγούσε αυτός τα κορίτσια στο σχολείο και τη γειτονιά, να τα αγγίξει για λίγο, να τα χουφτώσει, να χώσει το χέρι του κάτω από τις φούστες (θα το πω στην κυρία, φώναζαν εκείνες τσαντισμένες) να ξεμοναχιάσει τις πιο εύκολες και να παίξουν το γιατρό και τη νοσοκόμα, να τριφτεί πάνω τους και να νιώσει τη γλύκα του κολλώδους υγρού. Το εσώρουχό του ήταν πάντα λεκιασμένο και το άλλαζε σε καθημερινή βάση. Αλλά και με τις πιο μεγάλες γυναίκες και τις γριές ακόμα δεν κώλωνε, το μάτι του γαρίδα και το χέρι του πάντα έτοιμο για αθώα δήθεν, κατά λάθος και ανεπαίσθητα αγγίγματα. Δεν άφηνε  θηλυκό σε χλωρό κλαρί, είχε ξεσαλώσει τελείως. Και όποτε μπορούσε κι έβρισκε την ευκαιρία, ξεμοναχιαζόταν και αυνανιζόταν διαρκώς. Ειδικά μέσα στην μπανιέρα, κάτω απ’ το νερό, μία και δύο και τρεις φορές. Πλέον, το λουτρό κρατούσε πολύ ώρα και οι γυναίκες έμπαιναν για την ανάγκη τους πριν από αυτόν και τον κοιτούσαν με άλλο μάτι. Τώρα ήξεραν ότι δεν είχαν να κάνουν απλά με ένα δωδεκάχρονο παιδί και ήταν πολύ προσεχτικές στις κινήσεις και τα φερσίματά τους. Είχε κερδίσει ανεπιστρεπτί το σεβασμό τους.

Μα μ’ όλα αυτά, με τούτα και με κείνα, είχε ρέψει τελείως, είχε μείνει ο μισός και μαύροι κύκλοι είχαν σχηματιστεί στα μάτια του απ’ το ξενύχτι και την αδυναμία. Περνούσε μια ατέλειωτη ηδονική κόλαση. Μέχρι που ξεκίνησαν οι επισκέψεις στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς και το πράγμα έφτασε στο απροχώρητο, για να καταλήξει στο λουτρό αίματος, τον ακρωτηριασμό, την αμνησία και την εξορία. Στη σκληρή τιμωρία θεών και ανθρώπων. Κι όμως, το φταίξιμο δεν ήτανε δικό του.