Παρασκευή 25 Αυγούστου 2023

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΓΡΑΦΙΑΣ 8

Είναι δύσκολο να βρούμε την ευτυχία μέσα μας,

αλλά και αδύνατο να τη βρούμε οπουδήποτε αλλού.

                                                                    Αρθούρος Σοπενχάουερ

Αόρατη πόλη είναι η νοσηρή μας φαντασία, η πρώτη ύλη των επιθυμιών και των συναισθημάτων μας, αλλά και το σαθρό υπόστρωμα των αισθήσεων που μας καθοδηγούν σ’ αυτό που λέμε «επιβίωση με κάθε τρόπο». Μέσα απ’ αυτήν βλέπουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει και μόνο εντός της νιώθουμε ελεύθεροι και δυνατοί.  Και αξιοπρεπείς. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να στενεύει και να λογοκρίνεται. Από τη φύση μας είμαστε διεστραμμένοι και άρρωστοι, αν και λίγοι το γνωρίζουν. Επιπλέον, αποτελεί την πρώτη ύλη για τα παραμύθια και τις ιστορίες που πλάθουμε για να ευχαριστιόμαστε και να μην πλήττουμε στον μάταιο τούτο κόσμο. Μόνο στην αόρατη πόλη ήμαστε αυτάρκεις και πλήρεις, άτοποι και άχρονοι, σχεδόν ευτυχείς. Εκεί που χωράει οποιαδήποτε μαγεία, μεταφυσική και άλλα ζωτικά ψεύδη, απαλύνοντας τον πόνο και την ανία, έστω και προσωρινά. Βλέπεις, κάποιες φορές, η απαισιοδοξία οδηγεί, όχι στην αυτοκαταστροφική απελπισία, αλλά στον αδιάφορο και συνάμα ηρωικό μηδενισμό. Τελικά, μόνο η ομορφιά και η αγάπη σώζουν. Παρατείνουν την ύπαρξη.

*Το βιβλίο με τίτλο «ΑΟΡΑΤΗ ΠΟΛΗ» αποτελείται από δεκαεπτά παράξενες ιστορίες (μυθιστόρημα;) και αφιερώνεται σε όλους τους φαντασιόπληκτους και τους ελαττωματικούς ανθρώπους που αντιστέκονται ακόμα. Θα κυκλοφορήσει με τον συνήθη τρόπο τον Ιανουάριο 2024, πάντα, μόνο για φίλους.

 

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Εκείνο το άγριο καλοκαίρι έφτασε το τέλος του κόσμου, η νέμεση. Με καύσωνα διαρκείας στους εξήντα βαθμούς κελσίου, λίγο μετά την έκλειψη ηλίου έγινε ο τρομερός σεισμός ισχύος δεκαπέντε ρίχτερ, ο μεγαλύτερος στην ιστορία του πλανήτη, και διάρκειας είκοσι λεπτών. Σκίστηκε ο φλοιός της γης σε χίλια κομμάτια, ενεργοποιήθηκαν τα ηφαίστεια, η λάβα τους έκαψε τα πάντα, οι πόλεις ισοπεδώθηκαν, οι ωκεανοί εξατμίστηκαν. Μα δεν έφταναν όλα αυτά. Ένας κομήτης, που φαινόταν εντελώς ακίνδυνος, βγήκε από πορεία του, συγκρούστηκε με τον πρώην γαλάζιο πλανήτη, στάχτη και σκόνη κάλυψε τον ουρανό, ο ήλιος χάθηκε από τα μάτια των ανθρώπων και των άλλων έμβιων όντων, τα πάντα ερήμωσαν, πάγωσαν και αφανίστηκαν. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Κανείς δεν γλύτωσε και κανείς δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε.

Την ώρα εκείνοι κάποιοι σεβαστοί εκπρόσωποι του βιολογικού είδους χόμο σάπιενς, κραταιοί του πλανήτη γη, όπως κάθε μέρα, δούλευαν, μοχθούσαν, μεγάλωναν τα παιδιά τους, έκαναν σχέδια για το μέλλον, γράφανε σημαντικά βιβλία και δημιουργούσαν σπουδαία έργα τέχνης, ονειρεύονταν χρήματα, σεξ και εξουσία, τιμές και αξιώματα, ασφάλεια και μακροημέρευση, δημόσια αναγνώριση και υστεροφημία. Όλα για το τίποτα.

Κάποιοι άλλοι, λίγο πιο έξυπνοι, απλώς περνούσαν τον καιρό τους χαζεύοντας εδώ κι εκεί, βολτάροντας στους δρόμους, χωρίς έγνοιες και σκοτούρες, ολομόναχοι, θαυμάζοντας κατά περίπτωση τον λαμπρό ήλιο ή το ολόγιομο φεγγάρι, για πόσο άραγε ακόμη θα τα έβλεπαν, είναι σύντομη η ζωή και σκιά ονείρου ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και ζούσαν το τώρα σαν να μην υπάρχει αύριο, λες και ήξεραν, προετοιμασμένοι για τα χειρότερα.

Τέτοια πράγματα έκαναν οι άνθρωποι τη στιγμή του μεγάλου αφανισμού, τότε που κανείς δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Όλα ανούσια, περιττά και άσκοπα. Όλα μάταια.


Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023

ΗΡΩΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ

Κοιμηθήκαμε πολύ, έτσι μου φάνηκε, και όταν ανοίξαμε πάλι τα μάτια μας πρέπει να είχε ξημερώσει για τα καλά, μα δεν βλέπαμε τη μύτη μας. Η παραλία ολόκληρη, αλλά και η θάλασσα μέσα κι ο ουρανός από πάνω είχαν καλυφθεί από πυκνή γκρίζα ομίχλη, σαν στάχτη από μεγάλη πυρκαγιά. Πίσω μας η πόλη ήταν αόρατη, είχε κι αυτή εξαφανιστεί εντελώς, όπως τη μέρα που είχα επιστρέψει, αυτό μου θύμισε. Δεν νιώσαμε καμιά ανησυχία. Περιμέναμε το σκάφος που θα μας παραλάμβανε και θα μας χάριζε την ελευθερία. Τα μάτια μας καρφωμένα στη θάλασσα για να δούμε τη σκιά του να πλησιάζει, τα αυτιά μας ορθάνοιχτα να ακούσουμε τη μηχανή του να μουγκρίζει. Έπρεπε να ετοιμαστούμε. Όμως, δεν προλάβαμε καν να ντυθούμε, μας πιάσανε στα πράσα. Ξαφνικά πίσω μας πρόβαλαν αθόρυβα μέσα απ’ την ομίχλη και εμφανίστηκαν μπροστά μας στα δέκα μέτρα απόσταση οι απειλητικές σκιές, οι πέντε άρχοντες και πλήθος πάνοπλων στρατιωτών. Δεν το περιμέναμε, μας έλουσε κρύος ιδρώτας. Κοιταχτήκαμε με τρόμο αναμεταξύ μας, με κομμένη την ανάσα. Είχαμε φτάσει στη βρύση, δίχως να πιούμε νερό.

Μετά το αρχικό σοκ, δεν αργήσαμε να συνέλθουμε, πρώτος απ’ όλους ο φίλος μου ο αστυνόμος, να ανακτήσουμε και πάλι την ψυχραιμία και την αυτοκυριαρχία μας, μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια, όχι όμως και το προηγούμενο κέφι, τη ζωντάνια και την αισιοδοξία μας. Ήταν φανερό, πλέον, δεν είχαμε καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τουλάχιστον, έπρεπε να παραμείνουμε αξιοπρεπείς, θαρραλέοι και αμετακίνητοι μπροστά στο βέβαιο θάνατο που μας περίμενε, να μη δώσουμε καμιά λαβή για ευχαρίστηση στα σαδιστικά σκυλιά που μας είχαν στριμώξει. Ούτε καν ντροπή για τη γύμνια μας να νιώσουμε, να μην κρύψουμε τίποτα, ειδικά εγώ που είχα και το πρόβλημα, που ήμουνα λειψός. Και κάτι μου ‘λεγε ενδόμυχα, κάποιο ένστικτο ή ένα παιχνιδιάρικο δαιμόνιο, ότι τις ίδιες ακριβώς σκέψεις έκαναν ταυτόχρονα και οι σύντροφοί μου, ο αστυνόμος και η νοσοκόμα. Κοιταχτήκαμε ασυναίσθητα μεταξύ μας, πιαστήκαμε από τα χέρια και ενωμένοι όπως ήμασταν σκάσαμε από ένα τεράστιο χαμόγελο στα μούτρα τους. Είχαμε αποφασίσει να φύγουμε όρθιοι, χωρίς περιττές λιποψυχίες. Τελικά, αυτό ήταν το πεπρωμένο μας, δεν μπορούσαμε να το αποφύγουμε. Τουλάχιστον, προσπαθήσαμε και τώρα μας άξιζε μια ηρωική έξοδος στο πουθενά, στο μεγάλο τίποτα, βουτιά στο απόλυτο κενό.

Από τους πέντε άρχοντες μίλησε ο πατέρας του φίλου μου κοιτάζοντας το γιο του κατάματα με βλέμμα βλοσυρό. Ήταν μεγάλη ηλιθιότητα αυτό που κάνατε, είπε, εξαρχής δεν είχατε καμία ελπίδα να γλυτώσετε, τα ξέραμε όλα και σας παρακολουθούσαμε διαρκώς. Ειδικά εσένα, σε είχα προειδοποιήσει, μα δεν μ’ άκουσες, έκανες του κεφαλιού σου. Μπορεί να είσαι γιος μου, μα έπρεπε να κάνω πέτρα την καρδιά μου, όπως και τα αδέρφια σου, και να βάλουμε πάνω από όλα το συμφέρον της πόλης. Η συμπεριφορά σας ήταν απαράδεκτη και προσβλητική για τις αρχές της πόλης, όπως και η εμφάνισή σας που ξεδιάντροπα και ανερυθρίαστα μας φανερώνεται μπροστά μας. Είστε ντροπή και όνειδος για τον τόπο και η τιμωρία σας θα είναι αυστηρή και παραδειγματική. Τα μεσάνυχτα συνεδρίασε το νυχτερινό συμβούλιο και αποφάσισε ομόφωνα την θανατική σας καταδίκη, κρίνοντας εντελώς άσκοπη την οποιαδήποτε απολογία σας και προσπάθεια δικαιολόγησης των έκνομων και ανήθικων πράξεών σας. Αυτά είχα να σας μεταβιβάσω, τίποτα άλλο, είπε ο άρχοντας της πόλης και κατόπιν σώπασε.

Για λίγες στιγμές επικράτησε απόλυτη βουβαμάρα, ακόμη και η αδιάφορη φύση τριγύρω μας κρατούσε σφιγμένη την ανάσα της. Τότε πήρε το λόγο ο γιος του, ο αστυνόμος, που όλη την ώρα τον κοιτούσε κατάματα με βλέμμα σταθερό και ανυποχώρητο, δεν έδειχνε καθόλου φόβο και υποταγή, όπως κι εγώ με την νοσοκόμα. Και μείς οικογενειάρχες άνθρωποι είμαστε, σεβαστοί νοικοκυραίοι, παιδιά μεγαλώνουμε! τον ειρωνεύτηκε κατάμουτρα και τότε βάλαμε και οι τρεις ταυτόχρονα δυνατά γέλια. Ότι και να κάνετε, μόνο να μας τα κλάσετε μπορείτε, παλιοτόμαρα, βρωμερά, ελεεινά και τρισάθλια ανθρωπάκια, του είπε και του ‘δειξε τα δυο μεγάλα του αρχίδια. Για συμπαράσταση έριξα ένα κατούρημα που έφτασε μέχρι τα καλογυαλισμένα τους λουστρίνια και τα πιτσίλισε και η νοσοκόμα προσφέρθηκε να την γαμήσει όλο το στράτευμα γυρίζοντας από την άλλη και τουρλώνοντας τον κώλο της. Παραδόξως, είχαμε ξαναβρεί το προηγούμενο κέφι μας. Το απόσπασμα! φώναξαν εξαγριωμένοι και με μια φωνή οι πέντε άρχοντες του τόπου και από κείνη τη στιγμή κι έπειτα όλα έγιναν πολύ γρήγορα, στο άψε σβήσε. Δέκα θηριώδεις στρατιώτες παρατάχτηκαν απέναντί μας στα πέντε μέτρα για να μας βλέπουν και να έχουν σίγουρα αποτελέσματα, η ομίχλη εξακολουθούσε πυκνή, μα κανείς δεν μας πλησίασε πιο κοντά, ας πούμε για να μας δέσει τα μάτια ή να ακούσει κάποια τελευταία μας επιθυμία, μας θεωρούσαν μολυσμένους και μιάσματα και ήθελαν να ξεμπερδεύουν μια ώρα αρχύτερα μαζί μας. Πίσω μας δεν υπήρχε κάποιος τοίχος για να απορροφήσει τις σφαίρες παρά η αόρατη θάλασσα και ο γκρίζος ουρανός και τα άψυχα κουφάρια μας ποιος ήξερε σε ποιο λάκκο θα τα έριχναν. Όχι ότι μας ένοιαζε, δικό τους πρόβλημα.

Συνήθως, στις εκτελέσεις υπήρχε κι ένας ιερέας για την τελευταία εξομολόγηση, ευχή και μετάληψη της θείας κοινωνίας, που μεριμνούσε και για το ζήτημα της ταφής. Όμως, σε μας δεν ταίριαζε ούτε καν η μεταφυσική συγχώρεση, η ελπίδα κάποιου μακρινού υπερουράνιου παραδείσου. Όχι δηλαδή ότι θα την ζητούσαμε, μα ήμασταν ανάξιοι για οποιαδήποτε μετάνοια. Ο φίλος μου δίπλα, σαν να διάβασε τη σκέψη μου, με στόμφο στα λόγια του και υπερηφάνεια,  ζήτησε να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία. Σεβαστέ και αξιολάτρευτε πατέρα, υπέρλαμπρε άρχοντα της πόλης, προτού πεθάνω θα ήθελα να γαμήσω ένα παπά! είπε μα αντί για απάντηση άκουσε ένα ηχηρό «πυρ» και απέναντί μας το εκτελεστικό απόσπασμα άρχισε να κροταλίζει με μανία. Τα τρία γυμνά κορμιά μας έγιναν σουρωτήρι από τις σφαίρες και σωριάστηκαν άψυχα στην παραλία. Δεν χρειάστηκαν καν οι χαριστικές βολές.

Τα νεκρά σώματα αποφασίστηκε να αφεθούν ξεσκέπαστα και άταφα στον τόπο της εκτέλεσης και να κατασπαραχτούν από τα όρνια και τα άγρια πουλιά για παραδειγματισμό. Σε λίγο, ως εκ θαύματος,  η ομίχλη διαλύθηκε, μα και πάλι, για λίγα λεπτά, ο ήλιος χάθηκε από τα μάτια τους και ο ουρανός σκοτείνιασε. Την ώρα της έκλειψης έγινε ένας τρομερός σεισμός που ισοπέδωσε τα πάντα, η πόλη εξαφανίστηκε, ένα μεγάλο ρήγμα δημιουργήθηκε στην άκρη της παραλία που ρούφηξε τους άρχοντες και τους στρατιώτες και ένα γιγάντιο τσουνάμι που ήρθε από τη θάλασσα τους έπνιξε. Χάθηκαν όλοι από προσώπου γης μέσα στον ομαδικό τους τάφο. Δεν γλύτωσε κανείς.


Δευτέρα 21 Αυγούστου 2023

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΠΟΔΡΑΣΗ (ΤΡΙΟ ΠΑΡΤΟΥΖΑ)

Είχε φτάσει η μεγάλη ώρα, η αποφασιστική στιγμή. Δεκαπενταύγουστος, σκληρός παρατεταμένος καύσωνας και συγχρόνως ολική έκλειψη ηλίου! Οι ιδανικές συνθήκες. Φαίνεται, ο θεός ήταν με το μέρος μας, συνωμοτούσε για τη σωτηρία μας. Ο αστυνόμος τα είχε σχεδιάσει όλα στην εντέλεια και μας είχε ενημερώσει έγκαιρα. Ήμασταν πανέτοιμοι. Το τέλειο αλάνθαστο σχέδιο. Το μεγαλοφυές κόλπο. Η ασύλληπτη απόδραση. Την ώρα που η πόλη είχε ερημώσει για τα καλά, ο κόσμος βρισκόταν σε διακοπές, μέχρι και οι άγρυπνες αρχές της τάξης και της ασφάλειας δροσίζονταν στα όρη στα άγρια βουνά και τις μακρινές παραλίες. Έβραζε ο τόπος κι έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Και αύριο, στη γιορτή της μεγαλόχαρης, ο ήλιος θα εξαφανιζόταν για κάμποση ώρα από τα μάτια μας.

Ο φίλος μου είχε πάρει άδεια απ’ την υπηρεσία του και είχε στείλει την οικογένειά του ξεκαλοκαιριάζει στο χωριό της γυναίκας του, δίπλα στα στοργικά του πεθερικά. Πλέον, ήταν ελεύθερος να δράσει. Ήρθε στο σπίτι απ’ το προηγούμενο απόγευμα, στο χέρι κρατούσε μόνο μια μικρή βαλίτσα με τα αναγκαία. Δεν θα παίρναμε μαζί μας πολλά πράγματα, μόνο τα απαραίτητα, μας είχε προειδοποιήσει. Φτιάξαμε καφέ, κλείσαμε τα παράθυρα και καθίσαμε στο σαλόνι για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Αύριο ήταν η μεγάλη μέρα. Αποβραδίς θα βρισκόμασταν στην παραλία του νότιου πάρκου, δίπλα στο νέο λιμάνι και το πρωί, με το πρώτο φως, θα ερχόταν από τη θάλασσα να μας παραλάβει ένας γνωστός του με ταχύπλοο σκάφος και θα μας έβγαζε από τη χώρα με προορισμό το άγνωστο, κάποιο γειτονικό κράτος. Εκεί θα μας θεωρούσαν παράνομους και λαθρομετανάστες, μα και να μας πιάνανε θα ζητούσαμε πολιτικό άσυλο. Γνώριζαν την κατάσταση που επικρατούσε εδώ και ήταν εντελώς απίθανο να μας γυρίσουν πίσω. Επιπλέον, είχε φίλους καλούς συναδέλφους που θα μας βοηθούσαν και θα μας κάλυπταν, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Ύστερα, βλέποντας και κάνοντας.

Το βράδυ φάγαμε και ήπιαμε μέχρι σκασμού για να πάρουμε θάρρος και δυνάμεις. Όσο ρόδινα και αισιόδοξα κι αν μας τα ‘λεγε ο φίλος μας, τούτη η επιχείρηση ήθελε μεγάλα κότσια. Κάτι μπορούσε να πάει στραβά, ένας απρόβλεπτος παράγοντας, μια ατυχία. Όμως, η προοπτική μιας ελεύθερης αλητεμένης ζωής μου έφτιαχνε τη διάθεση. Μου είχε λείψει η περιπλάνηση σε ξένους τόπους, η γνωριμία με άγνωστους ανθρώπους, η ελπίδα πως όλα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα, όλα να ξεκινήσουν και πάλι απ’ την αρχή. Και μάλιστα, αυτή τη φορά όχι μόνος, ανήλικος, ακρωτηριασμένος, πεταμένος στους πέντε δρόμους, αλλά παρέα με αγαπημένα πρόσωπα, που μπορούσες να εμπιστευτείς, να στηριχτείς πάνω τους με κλειστά τα μάτια, έτοιμοι να σε βοηθήσουν σε μια δύσκολη κατάσταση.

Τρεις η ώρα, μέσα στη βαθιά μαύρη νύχτα βρισκόμασταν στην παραλία έτοιμοι για αναχώρηση. Ο αστυνόμος έκρυψε το αυτοκίνητο κάτω από ένα μεγάλο δέντρο και περιμέναμε. Στη διαδρομή δεν συναντήσαμε ανθρώπους της τάξης και της ασφάλειας, κανείς δεν μας σταμάτησε, έστω για έναν τυπικό έλεγχο, πλήρης ερημιά και ησυχία. Όλα λοιπόν πήγαιναν δεξιά, όπως είχαμε προβλέψει, με βάση το αρχικό σχέδιο. Όμως, η ζέστη, ακόμα και δίπλα στη θάλασσα, ήταν αφόρητη. Είχε και φοβερή υγρασία, κολλούσαμε ολόκληροι. Απόψε το φεγγάρι δεν είχε βγει, τα αστέρια δεν είχανε ανάψει κι ο ουρανός ήταν κατασκότεινος, μαύρος κι άραχνος. Από την υπερένταση και την αγωνία δεν είχαμε καταφέρει να κλείσουμε μάτι ούτε για μια στιγμή, μα δεν μας ένοιαζε, δεν νιώθαμε κούραση. Πετάξαμε τα ρούχα και βουτήξαμε μέσα για να δροσιστούμε. Ήταν ρηχά, προχωρήσαμε εκεί που τα μαύρα νερά βάθαιναν, κολυμπήσαμε κάμποση ώρα πέρα δώθε, εκτονώσαμε την ένταση και την αγωνία και ξαναβγήκαμε δροσεροί, χαλαροί και κουρασμένοι στην παραλία. Ξαπλώσαμε ολόγυμνοι, αρμυρισμένοι και ξέπνοοι πάνω στα χαλίκια. Ο φίλος μου πήρε την κοπέλα στην αγκαλιά του και άρχισαν να κάνουν έρωτα. Την χάιδευε και τη φιλούσε σε όλο της το κορμί και κείνη σπαρταρούσε από την ηδονή. Τους έβλεπα και ερεθιζόμουν, μετά από λίγο μπήκα κι εγώ στο παιχνίδι. Τρίο παρτούζα, σε όλες τις στάσεις, από όλες τις μεριές, ότι και όσο μπορούσε ο καθένας. Πλέον, μεταξύ μας δεν υπήρχε παρεξήγηση. Τελειώσαμε και οι τρεις μαζί. Αποκαμωμένους και αγκαλιασμένους μας πήρε αμέσως ο ύπνος. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Λίγο πριν την απόδραση.

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Όλον εκείνον τον καιρό, μέχρι να γίνει οριστική η ημέρα της απόδρασης και να φύγουν απ’ την πόλη, κάθε βράδυ απ’ την αγωνία του έβλεπε εφιάλτες και παράξενα όνειρα. Ένα όμως το θυμόταν πολύ καλά γιατί επαναλαμβανόταν σχεδόν κάθε δεύτερη ή τρίτη μέρα σε συνέχειες και διάφορες παραλλαγές και όταν ξύπναγε ωχρός και κάθιδρος απ’ τον τρόμο μέσα στη νύχτα το θυμόταν  πολύ καλά και έντονα, σαν να ήταν αληθινό και να συνέβη πριν από λίγο. Μέσα στα σκοτάδια έβλεπε ακόμα απειλητικά οράματα και περίεργους ίσκιους, μέχρι τα μάτια να συνηθίσουν και το μυαλό του να συνειδητοποιήσει τελικά πού βρίσκεται και τι ώρα είναι. Κοιτούσε ταραγμένος το ρολόι, αυτό δεν έλεγε ποτέ ψέματα, ακόμα και σταματημένο, δεν τον παραπλανούσε με δόλιους σκοπούς. Δεν ήταν προληπτικός, δεν τον θεώρησε κακό οιωνό για την επιχείρηση που σχεδίαζε ο φίλος του. Μα τον συγκεκριμένο εφιάλτη δεν τολμούσε να τον εκμυστηρευτεί πουθενά, να ελαφρώσει κάπως, και τον βάραινε όλη τη διάρκεια της επόμενης μέρας, του χαλούσε τη διάθεση. Να τον πει, ας πούμε, στην καλή νοσοκόμα που τον τελευταίο καιρό είχαν καλές σχέσεις και κάθε τόσο ερχόταν στο δωμάτιό του, ευχάριστη σκιά, που τον αγκάλιαζε, τον χάιδευε και τον φιλούσε σε όλο το μισερό του κορμάκι. Τον ξαλάφρωνε και τον ηρεμούσε και κάνανε όμορφα σχέδια για το μέλλον τους. Τουλάχιστον εκείνα τα βράδια κοιμόταν σαν πουλάκι, χωρίς όνειρα και οράματα, δίχως απειλητικές σκιές και άσχημα προαισθήματα, ενώ την επόμενη μέρα ξυπνούσε πανευτυχής, αισιόδοξος, ξανανιωμένος κι έβλεπε τον κόσμο με άλλο μάτι. Μα ο εφιάλτης επέμενε και πάντα επέστρεφε στο σκοτεινό του δωμάτιο. Πλέον, τον είχε συνηθίσει, φοβόταν λιγότερο.  

Βρίσκεται στο δεντρόφυτο πάρκο πλάι στη θάλασσα. Έχει νυχτώσει και τα φώτα του δήμου είναι αναμμένα. Ο κόσμος λίγος, κάποιες παρέες εδώ κι εκεί κάθονται στα παγκάκια ή περπατούν και κάνουν βόλτες. Αυτός στέκεται μόνος πλάι σε έναν μεγάλο θάμνο και τους παρατηρεί με αγωνία. Κάποια στιγμή βλέπει να τον πλησιάζει ένα τσούρμο κοριτσιών, καλαμπουρίζουν, φωνάζουν και γελάνε δυνατά. Καθώς βλέπει τα γεμάτα φρεσκάδα νεανικά τους πρόσωπα, αρχίζει να διεγείρεται. Πιάνει τον πούτσο του, τον τρίβει, τον χαϊδεύει και τον αισθάνεται σκληρό. Τον αντιλαμβάνονται. Τους κάνει χειρονομίες και νοήματα και τα καλεί να έρθουν προς το μέρος του. Δεν ξέρουν τι θέλει από αυτές. Καθώς πλησιάζουν και σταματούν μπροστά του, τον βγάζει έξω και τον παίζει δυνατά. Οι κοπέλες σοκάρονται, δεν ξέρουν τι να κάνουν. Καθώς κοιτούν έκπληκτα και εκείνος είναι έτοιμος να χύσει, ξαφνικά αισθάνεται ένα μεγάλο πόνο. Ο πούτσος του έχει πιαστεί στο φερμουάρ του παντελονιού του, αιμορραγεί και πέφτει. Τα κορίτσια γελούν κι ένας αστυνόμος πλησιάζει προς το μέρος τους. Είναι ο φίλος του. Επιβλητικός. Φοράει την λαμπρή επίσημη στολή με τα αστραφτερά γαλόνια και τα παράσημα και το κεφάλι του σκεπάζεται απ’ το πηλήκιο. Αισθάνεται ντροπή, δεν θέλει να τον δει. Ευτυχώς, προλαβαίνει να τον βάλει μέσα και να τον κρύψει και αρχίζει να τρέχει. Πηγαίνει παραπέρα, πίσω από ένα μεγάλο και χοντρό δέντρο. Καθώς είναι κρυμμένος, βλέπει μια γυναίκα που έχει βγάλει βόλτα τον σκύλο της. Βλέπει το πρόσωπο και το σώμα της και του αρέσει, είναι πράγματι πολύ καλή. Διεγείρεται, τον βγάζει έξω και τον παίζει καθώς εκείνη πλησιάζει. Η γυναίκα τον βλέπει και δεν ξέρει τι να κάνει, παραλύει ολόκληρη. Όμως, καθώς κινείται προς αυτήν, πατά τις ακαθαρσίες κάποιου σκύλου. Τα παπούτσια και οι κάλτσες του γεμίζουν γλιστερά και δύσοσμα σκατά. Είναι φρέσκα ακόμη. Του έρχεται έντονη αναγούλα, κάνει εμετό και λερώνεται πατόκορφα, γεμίζει ολόκληρος ξερατά. Ξανά μπροστά του εμφανίζεται ο όμορφος μπάτσος. Το βάζει στα πόδια, τρέχει πάλι να του ξεφύγει. Πηγαίνει προς την παραλία. Εκεί συναντά καθισμένους γύρω από μια φωτιά μια παρέα γερόντων που κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα. Είναι ολοτσίτσιδοι, οι γυμνοσοφιστές. Τον καλούν να πάει κοντά τους, μα εκείνος τους αγνοεί. Αρχίζει να γδύνεται, μα όταν κατεβάζει το παντελόνι του ο μαραμένος του πούτσος ξεκολλάει από το σώμα του και πέφτει στο χώμα νεκρός. Τον αφήνει εκεί, πλησιάζει μια μαύρη γάτα, τον παίρνει στο στόμα της και φεύγει τρέχοντας. Ο αστυνόμος πλησιάζει προς το μέρος του και του φωνάζει να σταματήσει. Όμως, εκείνος γδύνεται τελείως και μπαίνει στη θάλασσα. Είναι μαύρη και κρύα, μα ήρεμη, δεν έχει κύμα. Τότε συνειδητοποιεί ότι δεν ξέρει να κολυμπά, μα πλέον είναι αργά. Ξαφνικά έχει κακοκαιρία και ισχυρά ρεύματα τον σπρώχνουν στα βαθιά. Είναι άπατα και γύρω του απόλυτο σκοτάδι, δεν βλέπει τίποτα. Είναι μόνος και κάτι τον ρουφάει, τον τραβάει στο βυθό. Βουλιάζει, περιδινίζεται,  χάνεται κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ύστερα ξυπνάει.

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2023

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ (Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ)

Επιτέλους ήρθε! Ήταν με το υπηρεσιακό όχημα, μα σίγουρα δεν θα ήθελε να με συλλάβει. Πάρκαρε το καρουμπαλάδικο κάτω από το σπίτι και χτύπησε το κουδούνι. Του άνοιξε η νοσοκόμα και δώσανε ένα θερμό φιλί στο στόμα και μια σφιχτή αγκαλιά. Αγαπιόντουσαν και ίσως είχαν καιρό να βρεθούν μαζί. Στα αλήθεια, δεν ζήλεψα, τόση μεγάλη ήταν η χαρά μου που μετά από πολύ καιρό θα τον ξανάβλεπα. Ανέβηκαν τις σκάλες μαζί. Όταν με είδε ρίχτηκε πάνω μου με φούρια, παραλίγο να με τσαλαπατήσει. Εμείς δεν αλλάξαμε φιλιά, μα δεν πειράζει. Με κοίταξε απ’ την κορυφή ως τα νύχια.  «Μια χαρά σε βλέπω, μικρέ, ξανάνιωσες!» είπε. Ήταν ευδιάθετος και χαρούμενος που ξανασυναντιόμασταν. Φορούσε την επίσημη αστραφτερή του στολή (το πηλήκιο το είχε μάλλον αφήσει στο αμάξι) και στο χέρι κρατούσε έναν πράσινο φάκελο. Απ’ έξω με μεγάλα γράμματα, όλα κεφαλαία χωρίς τόνους, έγραφε το όνομα και το επώνυμό μου. Ζήτησε συγνώμη για την αμφίεση, καταλάβαινε την απέχθειά μου για τις στολές, μα ήταν σε μια τελετή της υπηρεσίας, άλλαζε ο γενικός διευθυντής, είπε, και είχαν παράδοση-παραλαβή και τα ρέστα, σκαστός ήρθε από εκεί, τρέχοντας, ούτε που πρόλαβε να φορέσει κάτι πιο ανθρώπινο. Άκουγα με κέφι τις δικαιολογίες που ξεφούρνιζε σαν μικρό σκανταλιάρικο παιδί και γελούσα με την ψυχή μου. Κι έτσι ωραίος ήταν. Η παρουσία του στο σπίτι μου είχε φτιάξει το κέφι. Ήταν όμορφος μέσα στη στολή του, μα κάπως πιο αδυνατισμένος και ωχρός. Φαινόταν κουρασμένος, καταβεβλημένος από τις υποχρεώσεις μάλλον και τα καθήκοντα της εργασίας του. Δουλειά να σου πετύχει, βαριά η καλογερική, σκέφτηκα, και κάπως τον λυπήθηκα.

Ήταν βιαστικός, δεν είχε πολύ ώρα στη διάθεσή του και θα έμπαινε αμέσως στο ψητό, είπε. Ήθελε να μου αποκαλύψει κάποια πράγματα για το παρελθόν μου, που δυστυχώς δεν τα θυμόμουνα πια. Έπρεπε να τα ξέρω, να μάθω την αλήθεια. Οι τελευταίες του κουβέντες με ανησύχησαν, άρχισα να νιώθω άβολα. Κάθε επαφή με τα περασμένα, την μαύρη τρύπα της μνήμης και της ζωής μου, είναι οδυνηρή. Φοβάμαι ότι κάποτε, στα ξαφνικά, μέσα από ανεξιχνίαστους και παράλογους συνειρμούς του μυαλού μου, το τέρας θα ξυπνήσει και θα με καταβροχθίσει ολόκληρο. Καθίσαμε στο σαλόνι και η νοσοκόμα έκλεισε όλα τα παράθυρα και τα τζάμια του σπιτιού. Καλύτερα να μιλάμε σιγανά, είπε ο αστυνόμος, και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Δεν γελούσε πια, είχε φορέσει το υπηρεσιακό του ύφος και θυμήθηκα την πρώτη φορά που τον είδα όταν μόλις είχα έρθει στην πόλη και με είχανε συλλάβει τα τσακάλια του. Αυστηρός και σοβαρός, όπως τότε.

Μου τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα, χαρτί και καλαμάρι. Μιλούσε κάνα μισάωρο, χωρίς διακοπή, δίχως να πάρει ανάσα. Τον άκουγα αποσβολωμένος και εμβρόντητος. Απ’ την άλλη, η νοσοκόμα παρέμενε ανέκφραστη, μάλλον τα ήξερε όλα αυτά. Είχα σοκαριστεί, τα περισσότερα δεν μπορούσα να τα πιστέψω. Δεν μπορεί, κάποιον άλλο πρέπει να αφορούσαν, όχι εμένα. Πώς σε τόσο μικρή ηλικία έκανα τέτοια πράγματα, όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν ακόμα κρυφτό και κυνηγητό, κλέφτες κι αστυνόμους. Σίγουρα ήμουν ελαττωματικός, εκ γενετής. Μα και η τιμωρία μου δεν δικαιολογείται, ήταν σκληρή και απάνθρωπη, καλύτερα ήταν να με σκότωναν. Κι εγώ που νόμιζα ότι γεννήθηκα έτσι, τρύπιος, ανάπηρος και βλαμμένος. Αν μου τα ‘λεγε κάποιος άλλος δεν θα τα πίστευα, δεν εμπιστεύομαι τους ανθρώπους, είναι κακοί, μα αυτός διαφέρει, είναι πραγματικός μου φίλος. Γνωριζόμασταν λοιπόν από παιδιά, ήμασταν συμμαθητές, αγαπιόμασταν από παλιά και δεν με ξέχασε, όπως εγώ, πάντα με είχε στο μυαλό του. Και η καλή γριούλα που φρόντιζα ήταν φιλενάδα της μητέρας μου, εκείνη στη φωτογραφία που με κρατάει απ’ το χεράκι, που θα μου το ‘λεγε κι η ίδια, μα δεν πρόλαβε, αφού πέθανε ξαφνικά. Και η νοσοκόμα τα ήξερε, μα γι’ αυτήν ένιωθα μπερδεμένα πράγματα, καλά έκανε και δεν μου είπε λέξη, δεν θα την πίστευα.

Μου έδωσε να δω τον πράσινο φάκελο, είχε μέσα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαίωναν τα λεγόμενά του, σε περίπτωση που θα τον αμφισβητούσα. Φοβόταν κι αυτός ότι δεν θα τον πίστευα, θα τα έβρισκα απίθανα και εξωπραγματικά. Να όμως που όλα γίνονται σ’ αυτή τη ζωή. Υπήρχαν έγγραφα και ντοκουμέντα για όλες τις αποτρόπαιες πράξεις μου, ιατροδικαστικές εκθέσεις για τις δολοφονίες, διάφορα άλλα σημαντικά τεκμήρια, μα πιο πολύ στάθηκα στις οικογενειακές μας φωτογραφίες. Πρέπει να ζούσαμε ευτυχισμένοι, δεν καταλαβαίνω γιατί πήγαν όλα κατά διαόλου. Μα τώρα το παρελθόν δεν αλλάζει, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Πάντως, καλύτερα να μην τα μάθαινα ποτέ, σε τι ωφελούσε, μόνο να με γεμίσει τύψεις και ενοχές, παρ’ όλο που δεν έφταιγα εγώ. Έτσι γεννήθηκα, αυτός ήταν ο χαρακτήρας και το πεπρωμένο μου. Τι έφταιγα που κουβαλούσα τα χαλασμένα τους γονίδια; Ας αναζητήσουν τις ευθύνες αλλού. Και τους γονείς μου τους έχω συγχωρέσει και τους παππούδες μου και όλες τις γενιές παραπίσω. Όλοι έκαναν ότι μπορούσαν κι όσο έκοβε το μυαλό τους. Κανείς δεν φταίει, κανείς δεν είναι ένοχος. Όλοι αθώοι και θύματα. Όλοι σάπιοι και άρρωστοι.

Όταν τέλειωσε ο αστυνόμος με τα δυσάρεστα μαντάτα, για κάμποσα λεπτά έπεσε στο σαλόνι απόλυτη σιωπή, νεκρική βουβαμάρα. Κοιταζόμασταν ασυγκίνητοι και ανέκφραστοι, παγωμένοι. «Και τώρα τι κάνουμε;» του είπα με σιγανή τρεμάμενη φωνή, σχεδόν ψιθυριστά. Έπρεπε να φύγουμε απ’ την πόλη, είπε, η κατάσταση είχε γίνει ανυπόφορη, δεν παλευόταν άλλο, και όλο θα χειροτέρευε, είχε έγκυρες και αξιόπιστες πληροφορίες από μέσα. Μόνο να βρισκόταν η κατάλληλη ευκαιρία. Ίσως τον δεκαπενταύγουστο, που όλα ήταν νεκρά και άδεια. Βλέποντας και κάνοντας. Είχε κάτι στο μυαλό του, έφτιαχνε ένα σχέδιο, μα δεν ήταν επί του παρόντος. Πάντως, έπρεπε ανά πάσα στιγμή να είμαι έτοιμος για αναχώρηση. Θα ερχόταν βέβαια μαζί μας και η νοσοκόμα. Δεν είχα κανένα πρόβλημα, συμφώνησα μαζί του, από αυτόν εξαρτιόταν, εκείνος ήταν ο αρχηγός. Όμως, τώρα έπρεπε να φύγει, είπε, δεν είχε άλλο χρόνο. Χαιρετηθήκαμε και υποσχέθηκε ότι σύντομα θα είχαμε νέα του. Λίγη υπομονή ακόμα και τα βάσανά μας θα τελείωναν.   

Έκανα άσχημο ύπνο και ξύπνησα μέσα στη νύχτα ιδρωμένος και ταραγμένος. Είχα δει ένα άσχημο όνειρο. Τη μαμά με τη φίλη της να με κυνηγάνε κι εγώ να τρέχω για βοήθεια στον μπαμπά και στο θείο, αυτοί όμως χαμογελαστοί να αδιαφορούν για την τύχη μου και κατόπιν να βγάζω τα μάτια των γυναικών, μα αυτές, αν και τυφλές, να συνεχίζουν να με καταδιώκουν κι εγώ να κολλάω, να παθαίνω μώρα και να μην μπορώ να τρέξω και να τους ξεφύγω και λίγο πριν με γραπώσουν να ξυπνάω τρομαγμένος. Βγήκα στο μπαλκόνι. Είχε πανσέληνο και κείνη τη στιγμή ο λαμπρός καβλωμένος φέγγαρος βρισκόταν πάνω από το κάστρο σε πλήρη στύση και φώτιζε σαν προβολέας ολόκληρη την πόλη. Κάθισα και τον κοίταζα, μακρινό και μόνο, με τα βουνά και τις κοιλάδες του, και βούρκωσα, παραλίγο να με πάρουν τα κλάματα. Τότε ένιωσα πίσω μου το απαλό χέρι της νοσοκόμας να ακουμπάει απαλά τον ώμο μου και να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. 

 

Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ

Παλιέ μου φίλε και συμμαθητή, πονεμένο και δυστυχισμένο πλάσμα του αρχαίου κόσμου, με νομίζεις για κάποιον παντοδύναμο θεό με υπερφυσικές δυνάμεις, που όποτε με χρειαστείς και ζητήσεις, έστω και νοερά, τη βοήθειά μου, θα καταφτάσω αμέσως και θα σε βγάλω απ’ τη δύσκολη κατάσταση. Όμως, γελιέσαι. Ένα φοβισμένο ανθρωπάκι είμαι κι εγώ, όπως και συ, που βρέθηκα σε κάποια σημαντική θέση εξουσίας, ενδιάμεσο γρανάζι ενός απάνθρωπου μηχανισμού, γιατί έτυχε να έχω μπάρμπα στην κορώνη, δηλαδή να γεννηθώ από τα μεγάλα και πλούσια αρχίδια ενός αξιοσέβαστου και ισχυρού πατέρα, ενός τιμημένου άρχοντα της πόλης. Ήμουν ο μικρότερος αδερφός, τα κορίτσια της οικογένειας δεν μετράνε. Ο πρωτότοκος και κανακάρης βρίσκεται πλάι στον πατέρα και θα τον αντικαταστήσει όταν έρθει η ώρα. Ο μεσαίος είναι ένας αξιοσέβαστος δικαστικός καριέρας. Εγώ, ο βενιαμίν, ένας απλός μπάτσος που με προόριζαν για αρχηγό της τοπικής αστυνομίας. Γι’ αυτό και με παντρέψανε με την κόρη ενός άλλου άρχοντα, για να διπλασιάσουμε την οικογενειακή μας ισχύ. Ήταν ένας γάμος συμφέροντος, όπως όλοι στην μικρή μας πόλη, ο έρωτας έχει πλέον καταργηθεί. Ειδικά για την ελίτ όλα είναι ζητήματα εξουσίας και να προκύψουν βέβαια οι κατάλληλοι απόγονοι που θα συνεχίσουν το θεάρεστο έργο. Τα καθάρματα του μέλλοντος. Επομένως, ότι δεν ένιωσα τίποτα για τη γυναίκα που μου βρήκαν δεν έχει μεγάλη σημασία, το χρέος μου το έκανα. Όμως, δεν άντεξα να τα βγάλω πέρα μέχρι τέλους, φταίει που πλέον ζούμε πολλά χρόνια, και μόνο στην σκέψη αυτής της άθλιας ζωής επ’ άπειρο με πιάνει τρέλα. Γιατί κι εγώ μάλλον είμαι ελαττωματικός.

Ήμουν κι εγώ ολομόναχος, χωρίς φίλους και δεν το άντεχα. Ευτυχώς, γνώρισα την καλή και όμορφη κοπέλα. Δεν νιώθω τύψεις που απάτησα τη νόμιμη σύζυγο, δεν πρόδωσα καμία αγάπη. Έτσι κι αλλιώς, εκείνη με είχε κερατώσει πολλά χρόνια πριν και δεν ξέρω καν ποια από τα παιδιά της είναι και δικά μου, μα δεν με νοιάζει. Η νοσοκόμα ήταν κι αυτή μόνη της στη ζωή, η γριούλα που φρόντιζε δεν μετρούσε, έτσι κι αλλιώς πέθανε, και ήθελε κι αυτή από κάπου να πιαστεί. Όχι ότι την είχαν πάρει και τα χρόνια, μα ήταν έξυπνη και ευαίσθητη και δεν εμπιστευόταν τους ανθρώπους, έτσι που είχαν καταντήσει. Αγαπιόμαστε και κάνουμε όμορφο έρωτα γεμάτο πάθος. Είναι θερμή γυναίκα στο κρεβάτι, ίσως κάτι να ξέρεις κι εσύ. Και καταλαβαινόμαστε.   

Μα δεν μου έφτανε εκείνη. Ήθελα να έχω κι έναν δικό μου άνθρωπο δίπλα μου, γι’ αυτό σε έφερα πίσω. Για να ζωντανέψω το μακρινό μου παρελθόν, τότε που ήμουνα ακόμα ένα αθώο και χαμογελαστό παιδάκι. Εσύ θα ήσουν ο συνδετικός κρίκος. Κι αν δεν ήταν οι γνωριμίες, τα μέσα και οι άκρες του πατέρα δεν θα τα κατάφερνα. Είχα την κάλυψή του, με αγαπάει πραγματικά, αν και η θέση του δεν επιτρέπει τέτοιους φτηνούς συναισθηματισμούς, το ξέρει και φυλάγεται, είναι προσεκτικός και συχνά με νουθετεί. Έπρεπε να συνέλθω, μου είπε, από την κρίση μέσης ηλικίας που περνούσα. Τον άκουγα με προσοχή και σεβασμό κι έκανα το κορόιδο, μερικές φορές γινόταν πολύ κουραστικός και προβλέψιμος, δεν τον άντεχα. Γι’ αυτό σε έφερα πίσω, με την ελπίδα ότι θα με θυμηθείς και θα με ξαναγαπήσεις, όπως τότε. Μάταια όμως. Τα σκοτάδια σου είναι βαθιά και μόνιμα, αυτό κατάλαβα. Μα κι έτσι όπως είσαι, εγώ θυμάμαι και για τους δυο μας και σ’ αγαπώ. Ίσως ήταν λάθος μου, μια πράξη απελπισίας, να σε εγκλωβίσω ξανά μέσα στην πόλη. Όχι ότι έξω περνούσες  καλύτερα, μόνος κι έρημος ήσουν, και παντού τα ίδια σκατά είναι, μα τουλάχιστον είχες την ψευδαίσθηση της ελπίδας και της ελευθερίας, ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, προς το καλύτερο πάντα, χωρίς να ξέρεις τι ακριβώς.

Όμως, πλέον, τα περιθώρια στενεύουν. Πρέπει να βρούμε την κατάλληλη ευκαιρία και να φύγουμε, φίλε. Να το σκάσουμε για αλλού, εδώ δεν βγαίνει άλλο η ζωή πέρα. Δεν θα είναι εύκολο, μα πρέπει να προσπαθήσουμε. Ξέρω, ο πατέρας και τα αδέρφια μου θα στεναχωρηθούν και θα με μισήσουν, θα με πουν προδότη και αχάριστο, μα στο τέλος ίσως καταλάβουν και με δικαιολογήσουν. Βέβαια, θα προσπαθήσουν να μας εμποδίσουν, να μας συλλάβουν και να μας τιμωρήσουν, μα δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να πάρουμε το ρίσκο. Κι ας ελπίσουμε τουλάχιστον στη βοήθεια κάποιου αγαθού και ευσπλαχνικού από μηχανής θεού.

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

Ο ΣΩΣΙΑΣ


Εκείνο το απόγευμα καθόμουν μόνος στο μπαλκόνι και αγνάντευα την κάτω πόλη και το μακρινό ηλιοβασίλεμα. Στο βάθος ο ουρανός είχε κοκκινίσει για τα καλά. Η κοπέλα που με φρόντιζε έλειπε απ’ το σπίτι. Πλέον είχα αναρρώσει πλήρως, τουλάχιστον δεν πονούσα και σύντομα θα ξεκινούσα μικρές βόλτες τριγύρω στη γειτονιά για ξεμούδιασμα, να αρχίσει και πάλι να λειτουργεί το σώμα μου κανονικά. Παρ’ όλα αυτά ένιωθα ακόμα κάποια κούραση. Ο αστυνόμος δεν μας είχε ακόμα επισκεφτεί, μα δεν του κρατούσα κακία, σίγουρα θα είχε τους λόγους του. Τον περίμενα με ανυπομονησία και κάθε τόσο κοίταζα προς τη μεριά του κάστρου να δω αν έρχεται. Τέτοια ώρα οι ελπίδες μου δυνάμωναν όλο και πιο πολύ, γινόμουν ακόμα πιο αισιόδοξος, πιο χαρούμενος. 

Όμως, αντί για κείνον, αντίκρισα κάτι το αναπάντεχο, τη στιγμή ακριβώς που ο κόκκινος ήλιος χανόταν εντελώς πίσω απ' τα μακρινά βουνά. Περνούσε βιαστικά από κάτω. Ξαφνικά σταμάτησε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και με κοίταξε έντονα για κάμποσα δευτερόλεπτα. Ένιωσα κάπως παράξενα, ανήσυχα, ταράχτηκα, ακόμα περισσότερο όταν μου χαμογέλασε μυστηριωδώς. Δεν ήταν ο σωτήρας που περίμενα τόσες μέρες εναγωνίως, αλλά ένας σωσίας μου. Ήμασταν ολόφτυστοι σαν δυο σταγόνες βροχής, δεν μπορούσες να μας ξεχωρίσεις. «Α, πουλάκι μου, έφαγα τον κόσμο μα επιτέλους σε βρίσκω», είπε και με αιλουροειδή ευλυγισία άρχισε να σκαρφαλώνει προς το μέρος μου. Ακόμη και η φωνή του έμοιαζε με τη δική μου και πιθανώς να ήμασταν συνομήλικοι. Ίσως να είχα δίδυμο αδερφό, μα προτού ολοκληρώσω τη σκέψη μου, στάθηκε μπροστά μου φάντης μπαστούνι και με αγκάλιασε θερμά αλλά και απαλά, με προσοχή, σαν εύθραυστο αντικείμενο. Πρέπει να γνώριζε την περιπέτεια που πέρασα. Πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα μου. Αυτός γελούσε γεμάτος από χαρά κι εγώ έτρεμα σύγκορμος απ’ την ταραχή μου και πρέπει να το κατάλαβε. Το πρόσωπό μου έβγαζε άγριο τρόμο. «Δεν χαίρεσαι που με βλέπεις μετά από τόσα χρόνια;» ρώτησε για να σπάσει κάπως τον πάγο. «Ποιος είσαι;» κατάφερα μόνο να ψελλίσω. Δεν έπρεπε να φοβάμαι, είπε, δεν ήθελε το κακό μου. Ήξερε τα προβλήματα που είχα από τότε που γύρισα στην πόλη και μπορούσε να με βοηθήσει. Όμως, δεν απάντησε στην ερώτησή μου. «Ποιος είσαι;» επανέλαβα ουρλιάζοντας, που βρήκα τη δύναμη! Μα ήμουν μόνος, δεν μπορούσε κανείς να με βοηθήσει. Ξαφνικά σκυθρώπιασε. «Έλα να σου δείξω», είπε, με πήρε απ’ το χεράκι και μπήκαμε μέσα στο σαλόνι. «Αυτός είμαι, λοιπόν!» αναφώνησε θριαμβευτικά. Το δάχτυλό του έδειχνε το παιδάκι της φωτογραφίας ανάμεσα στις δύο κυρίες. «Είσαι ψεύτης, αυτός είμαι εγώ!» φώναξα οργισμένος, είχα ξεχάσει τον φόβο μου. Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. Τον πήγα μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη. «Κοίταξε, είμαστε ολόιδιοι». Δεν παραξενεύτηκε. «Εγώ είμαι πιο όμορφος», είπε χαριτολογώντας και γέλασε δυνατά. Είχε και κάτι άλλο να μου δείξει. Κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο. «Δες, εδώ διαφέρουμε!» Είχε μουνί, αρχίδια και πέος, όλα τα καλά. Μετά σήκωσε τη μπλούζα του. Φορούσε κόκκινο σουτιέν και από μέσα είχε δύο μικρά γυναικεία βυζάκια. Ζήλεψα, ήταν ένας τέλειος άνθρωπος, ενώ εγώ λειψός, αδύναμος και ανάπηρος. «Δείξε μου και συ» μου είπε μα ντράπηκα και δεν έκανα καμία κίνηση αποκάλυψης. Ίσως να ήξερε. Είχα μείνει σαν άγαλμα και τον κοιτούσα. Με το ζόρι συγκρατιόμουν να μη βάλω τα κλάματα. «Δεν πειράζει», είπε και με αγκάλιασε στοργικά. Όποιος κι αν ήταν, ακόμη και μια κακόγουστη φάρσα, τον ένιωθα για φίλο μου. Ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Ότι με καταλάβαινε.

Βγήκαμε πάλι στο μπαλκόνι, καθίσαμε στις καρέκλες και βυθιστήκαμε στη σιωπή. Ένιωθα ότι βρίσκομαι σε ελαφριά απόκλιση, όχι μόνο απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, αλλά και από ολόκληρο το σύμπαν. Έβλεπα τα πράγματα λοξά κι αυτά εμφανίζονταν μπροστά μου παραμορφωμένα και θολά. Κάποιος μου έκανε άσχημες γκριμάτσες, έβγαζε τη γλώσσα του και με κορόιδευε μπροστά στα μούτρα μου. Δίπλα καθόταν ολοζώντανος ο άλλος μου εαυτός. Ήταν ευδιάθετος και αισιόδοξος ότι όλα θα φτιάξουνε. Με τον τρόπο του προσπαθούσε να μου δώσει κουράγιο. Κάθε τόσο τον ακουμπούσα με την άκρη των δακτύλων μου για να διαπιστώσω ότι πραγματικά υπάρχει και δεν είναι γέννημα της αλλοπρόσαλλης φαντασίας μου. Φοβόμουν μήπως άρχισα να τρελαίνομαι, να χάνω τα λογικά μου. Πλέον, δεν έπρεπε να μένω μόνος μου, κινδύνευα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να του μιλήσω, να πούμε δυο κουβέντες, να τον ρωτήσω ορισμένα πράγματα, μα δεν μπορούσα καν να ανοίξω το στόμα μου, ήμουν πολύ κουρασμένος. Ούτε να στρίψω το κεφάλι μου προς το μέρος του. Μόνο κάθε τόσο τον ακουμπούσα. Για να σιγουρεύομαι.

Όταν άνοιξα πάλι τα μάτια είχε βραδιάσει για τα καλά. Η κοπέλα δεν είχε επιστρέψει ακόμα και ο ερμαφρόδιτος σωσίας μου δεν καθόταν στο πλάι μου, είχε εξαφανιστεί. Δεν ήμουν σίγουρος αν όλα αυτά τα είχα ονειρευτεί ή γίνανε στην πραγματικότητα. Όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να το εξακριβώσω. Πάντως, δεν θα έλεγα τίποτα σε κανέναν. Ούτε στην καλή νοσοκόμα ούτε στον όμορφο μπάτσο. Ποιος ξέρει τι θα έβαζαν με το νου τους.