Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

ΣΥΝΩΣΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ

Δεν το χρησιμοποιεί, πλέον, ούτε άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς, λεωφορεία και τρόλεϊ, ούτε αυτοκίνητο έχει. Οι διαδρομές του είναι κοντινές και σύντομες, τις διασχίζει με τα πόδια, αργά και βαριεστημένα, χαζεύοντας τα ψηλά κτίρια, τους τιγκαρισμένους δρόμους και τους βιαστικούς ανθρώπους. Τελευταία, δεν δουλεύει, είναι αργόσχολος, ούτε μεγαλώνει παιδιά, δεν βιάζεται, έχει μπόλικο χρόνο για πέταμα, δεν απομακρύνεται ποτέ απ’ τη γειτονιά του, δεν έχει σοβαρούς λόγους να το κάνει, έτσι κι αλλιώς, τόσα χρόνια περπάτησε όλο το κέντρο της πόλης, το γνωρίζει απέξω και ανακατωτά, κάθε του γωνιά, τις πιο ύποπτες κυρίως, τις μεταμεσονύκτιες, τίποτα δεν μπορεί να τον εκπλήξει, να τον ξαφνιάσει, να τον τρομάξει, όλα αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν, οι μόδες κάνουν κύκλους, πάνε κι έρχονται, οι χαμένες γενιές των νεολαίων μεγαλώνουν προβλέψιμα, εναλλακτικά ή συντηρητικά, δεν έχει σημασία, όμως ένας ζωολογικός κήπος είναι πάντα άξιος παρατήρησης και στοχασμού, ο σκοπός είναι να βγαίνουν τα σωστά συμπεράσματα.

Σήμερα μπήκε κατ’ εξαίρεση, λόγω της περίστασης, της ανάγκης που δεν σήκωνε αναβολή. Ο σκοπός ήταν ιερός, να πάει στον συμβολαιογράφο και να υπογράψει την αγοροπωλησία του ακινήτου. Το γραφείο του ήταν λίγο μακριά, θα μπορούσε να πάρει ταξί, να είναι πιο άνετα, μα δεν το ρίσκαρε, οι δρόμοι είναι πάντα μποτιλιαρισμένοι, μπορεί και να μην έφτανε ποτέ στον προορισμό του. Ίσως μπήκε πάλι στο μετρό, μετά από τόσο καιρό, από νοσταλγία. Να στριμωχτεί μέσα στην ακίνητη μάζα. Να μυρίσει ξανά τους ανθρώπους, την ανάσα και τα αρώματά τους, να τους αγγίξει απαλά και ανεπαίσθητα, να τον σπρώξουν λίγο για να περάσουν, να ακούσει τις ιστορίες, τους τσακωμούς και τα παράπονά τους για τη ζωή, να παρατηρήσει τα κουρασμένα τους πρόσωπα, μα και τα όμορφα, τα πιο νεανικά. Να μαντέψει το μέλλον και το παρελθόν τους. Πώς θα μοιάζουν μετά από δεκαεφτά χρόνια, αν τους ξαναδεί, αν ζουν, αν κι εκείνος υπάρχει.

Τέτοια ώρα έχει πάντα συνωστισμό, το θυμάται από παλιά, γίνεται το αδιαχώρητο, είναι φίσκα, τίγκα στην ανθρωπίλα, όλοι πηγαίνουν στις δουλειές τους, ξυπνούν πρωί, από τα άγρια χαράματα, τρέχουν και δεν φτάνουν, σε ποιον να πουν τον πόνο τους και ποιος να τους παρηγορήσει, όλα καλά, λένε, τουλάχιστον έχουμε δουλειά, εργασία και χαρά, στο τέλος του μήνα θα πληρωθούμε, και το βράδυ κάποιος θα μας περιμένει στο σπίτι, τους πιο τυχερούς, πρέπει να είναι υποχρεωτικά αισιόδοξοι, να έχουν θετική σκέψη, να χαμογελούν, να βρίσκουν λόγους για να αντέξουν και την σημερινή μέρα. Στις στάσεις μπαίνει κόσμος, ελάχιστοι βγαίνουν, αναρωτιέται πού πάνε όλοι αυτοί, που θα κατέβουν. Είναι εγκλωβισμένος κάπου στη μέση, κοντά στην πόρτα. Έχει συνέχεια του μυαλό του στο πορτοφόλι, κάθε τόσο ψαχουλεύει την τσέπη του για να σιγουρευτεί, το άλλο του χέρι μόνιμα κρεμασμένο στην χειρολαβή. Είναι προσεχτικός. Κοιτάζει γύρω του και κόβει φάτσες, δεν βλέπει κάτι το απειλητικό, το επικίνδυνο.  Όλοι καθημερινοί και συνηθισμένοι άνθρωποι που απλά πηγαίνουν στις δουλειές τους. Όπως και ο ίδιος, έστω και κατ’ εξαίρεση. Σήμερα νιώθει λίγο πιο κανονικός.

Μπροστά του σφηνώνεται μία παχουλή μεσόκοπη κυρία που θέλει να βγει. Δεν φταίει αυτός, εκείνη ήρθε και κόλλησε πάνω του. Μυρίζει όμορφα, μα η ώρα δεν είναι κατάλληλη για άσκοπους ερεθισμούς. Προσπαθεί να αποφύγει τις δυσάρεστες περιπλοκές. Κάνει μισό βήμα παραπίσω και κολλάει σε έναν νεαρό, η μπροστινή τον ακολουθεί και τον σφηνώνει ακόμα χειρότερα. Έχει γίνει σάντουιτς με μουστάρδα και κέτσαπ, τα ζουμιά έχουν αρχίσει να τρέχουν. Κοιτάζει με απόγνωση πίσω του. Εκείνος μοιάζει με φοιτητή και του χαμογελά, είναι γεμάτο, του λέει, πρέπει να κάνουμε υπομονή. Εικοσάρης, στον ώμο έχει κρεμασμένο ένα σάκο, πηγαίνει στη σχολή του για μάθημα. Μένει ακίνητος, δεν υπάρχει τρόπος αντίδρασης και διαφυγής, ο συρμός τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μα μετά από λίγο οι στενές επαφές τον έχουν ερεθίσει. Μπελάδες πρωινιάτικα. Έχει κατεβάσει και το άλλο χέρι, ψαχουλεύει και χαϊδεύει μπρος πίσω στα τυφλά. Όλοι μένουν σιωπηλοί στη θέση τους, κανένας δεν αντιδρά, δεν φωνάζει, δεν διαμαρτύρεται. Σαν σαρδέλες παστές, πλακωμένες η μία δίπλα και πάνω στην άλλη. Είναι μαρτύριο που πρέπει να τελειώσει. Σήμερα για αλλού ξεκίνησε και αλλού πάει, και είναι ακόμα πολύ πρωί για επικίνδυνες παρεκκλίσεις, για έκνομες παρεκτροπές.

Έχει κάμποσες στάσεις ακόμα για να φτάσει στον προορισμό του, μα δεν αντέχει άλλο, πνίγεται, είναι αναστατωμένος, του έχει κοπεί η ανάσα, αισθάνεται ίλιγγο, ζαλίζεται, παραπατά, είναι έτοιμος να σωριαστεί χάμω, χρειάζεται να τον φυσήξει φρέσκος καθαρός αέρας. Το μετρό σταματά, ανοίγουν οι πόρτες, σπρώχνει τη χοντρή από μπροστά του και πανικόβλητος βγαίνει απ’ το βαγόνι τρέχοντας. Εκείνη παραμένει ατάραχη και διάφορη, δεν έδειξε να ενοχλείται. Ανεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες, περπατά βιαστικά στο πεζοδρόμιο, περνά μπροστά απ’ τη βουλή και τους μπάτσους που τη φυλάνε και χώνεται στον εθνικό κήπο, βαθιά μέσα στα πυκνά φυλλώματα. Μόλις έχει ανοίξει και είναι άδειος. Στηρίζεται στον κορμό ενός δέντρου, κλείνει τα μάτια, ξεκουμπώνεται και βλέπει τον νεαρό φοιτητή μέσα στο μετρό σε άσεμνες στάσεις και πράξεις, ευτυχώς κανένας δεν τους παίρνει χαμπάρι, όλα γίνονται χαμηλά, κάτω από τη μέση, μετά από λίγο τελειώνει, αδειάζει, εκτονώνεται, ικανοποιείται και ανακουφίζεται. Απρόσμενο, αναπάντεχο, απρόσκλητο και πρωτόγνωρο, μα ήταν ωραίο και θα του μείνει αξέχαστο. Όσο ζεις, μαθαίνεις, που λένε, οι συγκινήσεις είναι ανεξάντλητες, αρκεί να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, όλες σου τις αισθήσεις σε πλήρη εγρήγορση και επιφυλακή.

Παρ’ όλα αυτά, νιώθει άσχημα και ενοχικά που δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, παραλίγο να ξεφτιλιστεί, μεγάλος άνθρωπος, ακόμα τρέμει, δεν έχει συνέλθει από την ταραχή. Δεν είναι επαγγελματίας κολλητηριτζής, δεν το κάνει συστηματικά, δεν έχει μέθοδο, δεν του αρέσει να εφάπτεται άσκοπα με τους ανθρώπους, απλά σήμερα προέκυψε εκτάκτως, αναγκάστηκε, βιάστηκε. Η χοντρή μπροστά του έφταιγε. Ευτυχώς, ο φοιτητής ήταν καλό παιδί, δεν αντέδρασε, δεν φώναξε, έδειξε κατανόηση, μπορεί και να του άρεσε, ή απλά να ξαφνιάστηκε, να σοκαρίστηκε, ή να σκεφτόταν τα δικά του, να ήταν στον κόσμο του και να μην κατάλαβε τη έγινε, όταν άρχισε να τον χαϊδεύει χαμηλά, να τον αγγίζει απαλά κάτω από τη μέση. Τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα χαμηλής τάσης, μούδιασε ευχάριστα, λιγώθηκε. Τέτοιες ασελγείς πράξεις πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά απ’ τον νόμο, όχι επειδή προσβάλουν ή βιάζουν το θύμα, αλλά γιατί το φέρνουν σε δύσκολη θέση, το αγχώνουν, το βγάζουν εκτός εαυτού, εκτός προγράμματος, το τρελαίνουν, το πιέζουν να βρει επειγόντως ένα τρόπο να σβήσει την ξαφνική έξαψη, του δημιουργούν αναστάτωση και ανάγκη για άμεση ικανοποίηση, που δεν είναι πάντα διαθέσιμη και εύκολη.    

Κάθεται σε ένα παγκάκι, κάνει τσιγάρο και ηρεμεί, χαλαρώνει, η καρδιά του μπαίνει πάλι στη θέση της, παύει να χτυπά δυνατά και ακανόνιστα, επανέρχεται στους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Παρ’ όλο που έχει βγει ο ήλιος για τα καλά, το ξύλο είναι ακόμα νωπό απ’ την νυχτερινή υγρασία. Τόση ώρα είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του, ψάχνει στην τσέπη του με αγωνία, ευτυχώς βρίσκεται στη θέση του. Είναι τυχερός, εδώ από μια στιγμιαία απροσεξία και μπορεί να γίνει η ζημιά. Χτυπάει το τηλέφωνο, στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο συμβολαιογράφος, τον ρωτάει πού βρίσκεται, έχει αργήσει στο ραντεβού, οι αγοραστές του σπιτιού είναι εκεί και τον περιμένουν για να βάλουν τις υπογραφές. Δεν κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα, τα χάνει και αναγκάζεται να πει ψέματα. Οι δρόμοι είναι τίγκα, έχει σφηνώσει στη μέση του πουθενά, σκληρό κολλητήρι, δικαιολογείται ψύχραιμα και παραδόξως ακούγεται πιστευτός. Καλά δεν το ‘ξερε; Έπρεπε να πάρει το μετρό, τον μαλώνει φιλικά ο άλλος. Τότε σίγουρα θα ήταν στην ώρα του.


Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ Ο ΚΑΜΥ; (ΓΙΑ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΡΙΚΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΞΗ)

Η ερώτηση έπεσε σαν σφαλιάρα σβουριχτή πάνω στο κεφάλι του και τον ξάφνιασε.  Τελικά ούτε ένα καφέ δεν μπορούσε να πιει με ηρεμία, ούτε ένα βιβλίο να διαβάσει, σκέφτηκε. Μεσημεριάτικα η καφετέρια ήταν σχεδόν άδεια, του ήρθε αυθόρμητα να γαμωσταυρίσει και να χριστοπαναγίσει τον ενοχλητικό και αδιάκριτο που τον έβγαζε από την ησυχία του, είχε και τα νεύρα του, μα πρώτα έπρεπε να δει ποιος είναι. Γύρισε και τον κοίταξε, του ήταν παντελώς άγνωστος. Καθόταν στο διπλανό τραπέζι πίσω του και λίγο προς το πλάι και χαμογελούσε ηλίθια. Κάνας μουρλός πρέπει να ‘ταν που δεν έχει με τι να ασχοληθεί και σκοτίζει τα αρχίδια του κοσμάκη. Πάνω απ’ τα εξήντα, καραφλός, στρουμπουλός, γυαλάκιας, γλοιώδες ζωύφιο της συνομοταξίας των ασπόνδυλων, έτσι του φάνηκε κι εκεί τον κατέταξε αμέσως, με την πρώτη ματιά. Είναι αλήθεια, δεν του ‘κανε καλή εντύπωση, ίσως να ‘φταιγε και η κακή του διάθεση. Δεν του άρεσε η φάτσα του, η ομιλία του, το παρουσιαστικό του, τίποτα επάνω του, τα ρούχα που φορούσε, μα τελικά επικράτησε μέσα του ο πολιτισμένος του εαυτός, η λογική και η σύνεση και συγκρατήθηκε, έδωσε τόπο στην οργή και ανταπέδωσε το ηλίθιο χαμόγελο, σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες της ευγένειας και της αβρότητας. Και της ειρωνείας. Έτσι κι αλλιώς, η υποκρισία και η προσποίηση είναι μέσα στο παιχνίδι. Ναι, μου αρέσει, είναι ένας απ’ τους αγαπημένους μου συγγραφείς, ειδικά αυτό το βιβλίο, απάντησε σε όσο φιλικότερο τόνο μπορούσε, προσπαθώντας να φαίνεται ειλικρινής και πιστευτός. Κρατούσε στα χέρια του, περιεργαζόταν και ξεφύλλιζε αργά μία καινούργια έκδοση του Ξένου, μόλις είχε κυκλοφορήσει, σε φρέσκια μετάφραση, την είχε αγοράσει πριν από λίγο, για να παρηγορηθεί από άλλη μία επαγγελματική άρνηση, απόρριψη και απογοήτευση. Πάντα, σε τέτοιες περιπτώσεις, έβρισκε καταφύγιο στα χιλιοδιαβασμένα αγαπημένα του βιβλία, πουθενά αλλού.

Βέβαια, δεν τον πείραξε πολύ, δεν τον τσάκισε, δεν τον ισοπέδωσε, όπως συνέβαινε στην αρχή, πλέον είχε συνηθίσει να τρώει χυλόπιτες απ’ τους εκδοτικούς οίκους, να του κάνουν δήθεν εμβριθή σχόλια και ορθές παρατηρήσεις, να του δίνουν πολύτιμες συμβουλές, να του λένε σοφές μαλακίες, στο τέλος να του επιστρέφουν ευγενικά τα χειρόγραφα, να τους ευχαριστεί πολύ για όλα και να φεύγει αποκαρδιωμένος και μαραμένος, με την ψυχολογία σκατά, χαμηλό ηθικό και την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Κάθε φορά γινόταν χάλια και μετά το ‘ριχνε στα τσίπουρα και στα στριφτά τσιγάρα για να ξεχαστεί και παρηγορηθεί. Το σκηνικό είχε επαναληφθεί καμιά εικοσαριά φορές το τελευταίο τρίμηνο, δηλαδή από τότε που ολοκλήρωσε το πρώτο του βιβλίο, μία συλλογή δεκαεπτά σύντομων διηγημάτων, και προσπαθούσε να το εκδώσει. Μάλιστα απορούσε πού έβρισκε τη δύναμη να συνεχίζει το ψάξιμο, παίρνοντας σβάρνα τους δρόμους, μετά από τόσες αρνήσεις και απορρίψεις. Μάλλον επέμενε γιατί δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει, αλλά και από περιέργεια, ίσως και από μαζοχισμό, ποιος ξέρει. Πλέον δεν έτρεφε καμιά ελπίδα ότι θα τα καταφέρει. Ήδη είχε αποφασίσει να τα ανεβάσει δωρεάν και ελεύθερα στο ίντερνετ σε ένα λογοτεχνικό ιστολόγιο που είχε φτιάξει για κάθε ενδεχόμενο.  Αλλά σίγουρα θα μάζευε μπόλικο υλικό για ένα δεύτερο συμπληρωματικό βιβλίο, όπου θα περιέγραφε, με γλαφυρό τρόπο, όλες του τις αποτυχημένες προσπάθειες για να εκδώσει το πρώτο και ήδη κρατούσε λεπτομερές ημερολόγιο για αυτόν τον ιερό σκοπό. Σίγουρα κάποιοι θα γελούσαν με τα χάλια του, άλλοι με εκείνων που τον πλήγωναν και τον απογοήτευαν. Πάντως, θα είχε μεγάλη πλάκα, όποτε βέβαια, και αν, εκδιδόταν κι εκείνο. Όνειρα θερινής νυχτός όλα αυτά για να μην πλήττει. Και μέχρι να ξαναβρεί την όρεξη και την διάθεση να γράψει.

Ο καραφλός στρουμπουλός γυαλάκιας αποδείχθηκε θρασύτατος πέραν του δέοντος. Δίχως να τον προσκαλέσει στο τραπέζι του, και σαν να γνωρίζονταν κι από χθες, ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Όμως όταν του συστήθηκε, έμεινε άναυδος. Είχε έναν μικρό εκδοτικό οίκο, είπε, μαζί και βιβλιοπωλείο, έβγαζε μάλιστα κι ένα εξαμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό, όλα τα έκανε, είχε μεράκι με τα βιβλία και ήταν χρόνια στο σινάφι, παλιά καραβάνα. Είχε ακούσει το όνομά του,  μα δεν τον ήξερε φατσικά. Μάλιστα, εντός των ημερών, σκόπευε να περάσει κι απ’ το δικό του μαγαζάκι, μα τον πρόλαβε η θεά τύχη. Μάλλον αυτός τον είχε συμπαθήσει, ποιος ξέρει γιατί, κι εκείνη τη στιγμή, του φάνηκε σαν από μηχανής θεός, οι ελπίδες του αναπτερώθηκαν. Μέσες άκρες, του περιέγραψε τις περιπέτειές του με τους συναδέλφους του εκδότες και επιμελητές και εκείνος τον άκουσε με προσοχή και ενδιαφέρον που έδειχνε ειλικρινές και ανιδιοτελές. Συμφώνησε ότι είναι δύσκολα τα πράγματα για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, η αγορά έχει γεμίσει από γραφιάδες και λογοτέχνες, πολλοί από αυτούς είναι απλά ψωνισμένοι και ασήμαντοι, μα έτσι κι αλλιώς, οι πιο πολλοί, σχεδόν όλοι, πληρώνουν οι ίδιοι τα έξοδα της έκδοσης, πάντως δεν πρέπει να απελπίζεται, αν το γραπτό του αξίζει, θα βρει το δρόμο του προς το μεγάλο κοινό. Ο επίδοξος συγγραφέας έδωσε το χειρόγραφο στον πρόθυμο και προσηνή εκδότη. Εκείνος του υποσχέθηκε ότι θα το κοιτάξει, θα το έβαζε στις άμεσες προτεραιότητές του, παρ’ όλο που τον τελευταίο καιρό ήταν πολύ απασχολημένος, είχε δουλειές με φούντες, και να περάσει σε καμιά βδομάδα να τον δει, του είπε, ήξερε βέβαια πού είναι το βιβλιοπωλείο του. Μάλιστα, εκείνη τη στιγμή, επί τόπου, διάβασε ένα μικρό πεζό από τη συλλογή, για να πάρει μια ιδέα, και στο τέλος παραδέχτηκε ότι του άρεσε, είχε μία ιδιαίτερη, ασυνήθιστη, λοξή γραφή και φλέγον, πολύ σημερινό θέμα, που αναδεικνύεται με ευαισθησία και κατανόηση. Λεγόταν Η Πρόβα και οι ελπίδες του  απότομα πολλαπλασιάστηκαν, ένιωσε μεγάλη χαρά. Στιγμιαία πέρασε απ’ το μυαλό του να παινέψει και να κολακέψει τον μελλοντικό του συνεργάτη και εκδότη, τουλάχιστον να δείξει ότι γνωρίζει το έργο του και την προσφορά του στον πολιτισμό του τόπου, μα κάτι μέσα του τον συγκράτησε. Τουλάχιστον, δεν ήταν γλύφτης, είχε μια αξιοπρέπεια. Επιπλέον, απέναντί του ένιωσε κάπως αμήχανα, δείλιασε, ντράπηκε, τελικά δεν έβγαλε άχνα, μόνο ένα σιγανό ευχαριστώ κι αυτό με τα χίλια ζόρια.

Αγόρι μου, αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία, ξέρω ότι θα τη σεβαστείς. Τόσα ωραία χρόνια περάσαμε μαζί, δεν θα τα χαλάσουμε τώρα στα τελευταία,  που πάω να τη βρω. Βλέπεις, μόνο δύο ανθρώπους αγάπησα στη ζωή μου, εκείνη και σένα. Όλοι οι άλλοι περαστικοί και αδιάφοροι. Ναι, δεν έχω παράπονο, ήμουν τυχερή. Σήμερα οι περισσότεροι πεθαίνουν λυπημένοι και μόνοι. Φέρε λοιπόν το κίτρινο φουστάνι για μια τελευταία πρόβα. Ήταν το αγαπημένο της ρούχο, μ’ αυτό ήθελε να θαφτεί. Δεν της χάλασα το χατίρι. Μόνο που έφτιαξα ένα ολόιδιο για μένα. Μου άρεσε πολύ. Θυμάσαι, αυτό φορούσα τη νύχτα που με πρωτογνώρισες. Ήμουν σκέτη κούκλα, θεά. Θαμπώθηκες. Τα βρήκαμε σε όλα, ειδικά στο κρεβάτι. Κι ας είχαμε κάμποσα χρόνια διαφορά.  Βοήθησέ με λοιπόν να το φορέσω και πάμε στον καθρέφτη να δω. Ναι, φτυστή η μάνα μου, σαν να αναστήθηκε! Να, δες την και στη φωτογραφία. Σίγουρα, βοηθάει και η περούκα. Μια ολόιδια φορούσε, κοντόξανθη και ίσια. Και κείνη είχε χάσει τα μαλλιά της απ’ τις χημειοθεραπείες. Απ’ τον ίδιο κληρονομικό καρκίνο. Μεταστατικός και επιθετικός, μας ξεζούμισε και τις δύο, ο καργιόλης. Στην ίδια ηλικία. Έστω, με είκοσι χρόνια διαφορά, μα δεν βαριέσαι. Πενήντα τέσσερα χρόνια δεν είναι ούτε πολλά ούτε λίγα. Κι όμως, δεν χόρτασα. Ακόμα θέλω να υπάρχω. Κάθε πρωί να αντικρίζω στο πλάι σου το φως του ήλιου, αυτό μονάχα. Για τη νύχτα δεν με νοιάζει. Τη γλέντησα, τη σιχάθηκα, την βαρέθηκα, δεν θα μου λείψει. Εκείνη ήταν άτυχη. Δεν βρήκε έναν άνθρωπο της προκοπής να ταιριάξει. Με μεγάλωσε ολομόναχη, μες στο βαθύ σκοτάδι. Ούτε έμαθα ποτέ ποιος μ’ έσπειρε. Αγνώστου πατρός, είπαν. Δεν θυμόταν με σιγουριά, μα ούτε και είχε καμιά σημασία. Το παρελθόν βρωμάει, δεν πρέπει να το σκαλίζουμε, έλεγε. Μόνο μην ξεχάσεις να ενημερώσεις τους ανθρώπους του νεκροτομείου και του γραφείου κηδειών. Αυτούς που θα με δουν ολόγυμνη. Δεν θα ‘θελα να τρομάξουν, αν και πολλά έχουν δει τα μάτια τους. Εκείνη δεν είχε πρόβλημα, με αποδέχτηκε όπως ήμουν. Ακόμα και να αλλάξω το όνομα στην ταυτότητα. Και να φουσκώσω τα βυζιά. Και να φορέσω γυναικεία. Μόνο αυτό δεν ήθελε. Μην τον κόψεις, αγάπη μου, το μουνί δεν συμφέρει! μου είπε και δεν είχε άδικο. Μα και μένα, δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό. Όχι βέβαια για επαγγελματικούς λόγους. Αυτοί έρχονταν πάντα δεύτεροι. Μα και συ, αγόρι μου, το θυμάσαι. Δεν είχες πρόβλημα. Με δέχτηκες όπως ήμουν.  

***

Μετά από μια βδομάδα πήγε και τον βρήκε. Τον υποδέχτηκε χαμογελαστός και ευδιάθετος. Ήταν μόνος του, το βιβλιοπωλείο άδειο, είχαν όλη την ευχέρεια και άνεση να κουβεντιάσουν για το θέμα του. Είχε διαβάσει τα διηγήματα,  κάποια ήταν πολύ καλά, είπε, του έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση, άλλα τα βρήκε πιο αδύναμα, χρειάζονταν βελτίωση, κάποιες αλλαγές, πάνω στο χειρόγραφο είχε σημειώσει τις παρατηρήσεις του. Τον άκουγε προσεχτικά, χωρίς να τον διακόπτει. Μέχρι εκεί, όλα καλά, αν και δεν είχε σκοπό να αλλάξει ούτε ένα γράμμα, να αφαιρέσει ούτε ένα κόμμα. Όμως μετά, ο εκδότης άρχισε να του τα γυρίζει. Δεν είχε πρόβλημα να τα εκδώσει, με το αζημίωτο βέβαια, μα έπρεπε να αλλάξουν και τον  τίτλο.  Είναι κράχτης για το κοινό και η κοινωνία ακόμα πολύ συντηρητική, μπορεί να πέσουν και μηνύσεις από διάφορους οπισθοδρομικούς και ανεγκέφαλους, ότι προσβάλλονται τα χρηστά ήθη και διαφθείρεται η αμόλυντη νεολαία μας, τα παιδιά τους, τα βλαστάρια τους, είπε, γιατί εκείνος δεν είχε δικά του και δεν τον πολυένοιαζε. Τότε θα έχουμε και τσάμπα διαφήμιση, αστειεύτηκε ο επίδοξος συγγραφέας, μα ο εκδότης δεν γέλασε, αντιθέτως επέμεινε στην ορθή του άποψή. Ήταν έμπειρος επαγγελματίας, πολλά χρόνια στο χώρο του βιβλίου, επιπλέον πολύ προσεχτικός και σε κάθε περίπτωση δεν ήθελε μπλεξίματα με τον νόμο και τρεχάματα με εισαγγελείς και δικηγόρους. Από την μεριά του λοιπόν ήταν απολύτως κατανοητός, σ’ αυτό δεν χωρούσε καμία αμφιβολία.

Όσο για το περιεχόμενο του βιβλίου, το έβρισκε αρκετά ενδιαφέρον, πρωτότυπο και προχωρημένο. Και βέβαια σε μεγάλο ποσοστό βιωματικό, ήταν ένας ιδιοσυγκρασιακός συγγραφέας, σχεδόν ολοκληρωμένος, ήξερε τι θέλει να πει, πώς και για ποιο λόγο. Σίγουρα ξεχώριζε από τις χρυσές μετριότητες του συρμού και την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή. Στα υπέρ του ότι δεν είχε παρακολουθήσει κάποιο σεμινάριο δημιουργικής γραφής που πλέον είχαν γίνει πολύ της μόδας και παρήγαγαν κάθε χρόνο πληθώρα επίδοξων γραφιάδων, ακριβή αντίγραφα από την τέλεια συνταγή. Ούτε είχε πάρει μέρος σε κάποιο διαγωνισμό, ούτε είχε στείλει συνεργασία σε κάποιο περιοδικό. Ήταν τραγικά αυτοδίδακτος και έγραφε μονάχα από εσωτερική ανάγκη και για λόγους επιβίωσης, με μοναδικό και ιδανικό αναγνώστη τον ίδιο. Τώρα γιατί ήθελε να εκδοθεί ήταν αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Στην πραγματικότητα, μπορεί και να μην ήθελε, απλά για να γνωρίσει το όλο κύκλωμα κάπως καλύτερα. Πάντως κάποιες μικρές αλλαγές χρειάζονταν, του επεσήμανε ο εκδότης, με βάση την τρέχουσα πολιτική ορθότητα. Δηλαδή, με λίγα λόγια, του ζητούσε να αυτολογοκριθεί. Τον δικαιολογούσε, ήταν νεοφώτιστος και άπειρος. Πάντως, το βιβλίο θα πουλούσε και θα συζητιόταν, όταν θα κυκλοφορούσε θα έκανε μεγάλη αίσθηση, ίσως και να βραβευόταν σε κάποιον επίσημο διαγωνισμό. Τα μέλη των επιτροπών είναι ανοιχτόμυαλα και προοδευτικά, όχι σαν το μεγάλο κοινό. Είχε και κάποιους γνωστούς που μπορούσε να πει δυο καλές κουβέντες για την περίπτωσή του και να βοηθήσουν. Όπως και να πιάσει κάποιους δημοσιογράφους στις εφημερίδες και στην τηλεόραση. Μα ο τίτλος έπρεπε να αλλάξει, επέμενε, να μπει κάτι πιο ανώδυνο και εύπεπτο, αλλά και πιασάρικο. Αυτή η λέξη, ακόμη και σήμερα, είναι πολύ επικίνδυνη, κατέληξε, τρομάζει τον κόσμο. Και τότε η επιτυχία του βιβλίου του θα ήταν εξασφαλισμένη. Και το συγγραφικό του μέλλον λαμπρό.

Σιγά μην έπαιρνε και το νόμπελ! Μεγάλη λέρα και παμπόνηρος αποδεικνυόταν ο εμποράκος, όσο περνούσε η ώρα και προχωρούσε η κουβέντα. Τον ειρωνευόταν ανοιχτά, φάτσα κάρτα, δεν χωρούσε αμφιβολία. Εντάξει, καπιταλισμό έχουμε, κερδοσκοπία και σκληρή εκμετάλλευση, ειδικά των εργατών του πνεύματος, των τεχνών και των γραμμάτων, μα σίγουρα τον περνούσε για άλλο ένα μεγάλο και ηλίθιο ψώνιο της αγοράς, γι’ αυτό τον κολάκευε ξεδιάντροπα και προσπαθούσε να τον δελεάσει με φήμη και αναγνώριση, δόξες και τιμές. Τι άλλο να ονειρεύεται ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας που δεν έχει κλείσει ακόμα ούτε τα τριάντα; Μα όπως είπαμε, δεν ήταν ο πρώτος κουτοπόνηρος εκδοτίσκος που συναντούσε, είχε πλέον συνηθίσει από τέτοια κόλπα και μαμουνιές. Οι πιο σοβαροί και αξιοπρεπείς απλά απέρριπταν το βιβλίο του με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς πολλές εξηγήσεις, μάλλον ως άθλια πορνογραφήματα κάποιου προκλητικού, επηρμένου και ατάλαντου νέου που προσπαθούσε να γίνει γνωστός εντυπωσιάζοντας τους πάντες με ανωμαλίες και χυδαιότητες. Όμως, οι περισσότεροι, οι πιο μικροί, συνήθως μονοπρόσωποι εκδοτικοί οίκοι, λόγω ανάγκης και κόψιμου, άρχιζαν τα σκληρά παζάρια, με τιμή εκκίνησης το διχίλιαρο, δηλαδή όσα τους έλειπαν για να πληρώσουν το νοίκι και το ηλεκτρικό τους. Άλλοι πάλι τον δούλευαν ψιλό γαζί, ότι θα μοιράζονταν τα έξοδα στη μέση, πάλι όμως στο ίδιο ποσό κατέληγαν κι αυτοί, τόσα έπρεπε να βάλει από την τσέπη του, σαν ιατρικό φακελάκι για να πετύχει με κάθε βεβαιότητα η εγχείριση του ασθενούς. Είχε να τα δώσει, μα δεν θα το ‘κανε σε καμία περίπτωση, το θεωρούσε προδοτικό και ατιμωτικό απέναντι στον εαυτό του. Όλοι προσπαθούσαν να τον ταπεινώσουν και να τον ξεφτιλίσουν, αυτό είχε καταλάβει, δεν σέβονταν ούτε στο ελάχιστο τον κόπο, τα ξενύχτια, τις αϋπνίες, τους εφιάλτες και όλες τις άλλες ταλαιπωρίες του, όποιο και αν ήταν το τελικό αποτέλεσμα, δεν έχει σημασία, ότι σκατά και αν είχε καταφέρει να γράψει. Να πάνε όλοι τους να γαμηθούν. Εκδότες, χοντρέμποροι και δημοσιογράφοι, κριτικοί και βιβλιοπώλες, νταβατζήδες και τσατσάδες των συγγραφέων ενωθείτε και πιείτε το αίμα των εκδιδόμενων γραφιάδων, ρουφήξτε τους το μεδούλι, γαμήστε τους και ξεζουμίστε τους, να δούμε στο τέλος τι θα απομείνει και τι θα φτάσει στον κακόμοιρο αναγνώστη. Τους περιφρονούσε βαθιά, με όλο του το είναι. Και ούτε ανάγκη τους είχε.

Μόνο ένας ήταν κάπως πιο βολικός και συζητήσιμος. Δεν ήθελε χρήματα, μάλλον δεν τα ‘χε ανάγκη, αλλά να πληρωθεί αποκλειστικά σε είδος. Από όλους ήταν ο πιο θρασύς, αισχρός και χυδαίος. Δεν το ζήτησε με υπαινιγμούς και μισόλογα, σχεδόν το απαίτησε. Είχε κολλήσει πάνω του σαν βδέλλα κι όλη την ώρα που κουβέντιαζαν για τις αρετές και τις κακίες του υπό έκδοση βιβλίου, εκείνος τον κάρφωνε με λαγνεία, τον ζαχάρωνε, είχε κοκκινίσει απ’ την έξαψη, μπέρδευε τα λόγια του, έχανε τον ειρμό της σκέψης τους και του τρέχανε τα σάλια. Είχε πάθει την πλάκα του, είχε χάσει τον έλεγχο και την αυτοκυριαρχία του, δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Κάθε τόσο του χάιδευε το χέρι, στο τέλος του έπιασε και το μπούτι,  δήθεν ασυναίσθητα, μπορεί και για πλάκα, γιατί εκείνη τη στιγμή έβαλε τα γέλια, σπασμωδικά και κραυγαλέα, δίχως σοβαρή αιτία, εντελώς αψυχολόγητα, τουλάχιστον ο άλλος δεν κατάλαβε το λόγο. Ούτε τι ακριβώς ήθελε ο σιχαμένος πολυκατάλαβε. Να τον γαμήσει ή να στήσει κώλο, για να εκδώσει το βιβλίο του; Ιδού η εύλογη απορία που τελικά έμεινε μετέωρη και αναπάντητη. Δεν του ζήτησε περαιτέρω εξηγήσεις. Απλά σηκώθηκε κι έφυγε, για να μην του σκάσει καμιά ανάποδη και βρει το μπελά μου. Πάντως, μονάχα εκείνος ο παλιόπουστας δεν είχε πρόβλημα με τον τίτλο του βιβλίου. Το έβρισκε πολύ προκλητικό και του άρεσε, τον έκανε πολύ γούστο.     

Ο εκδότης κρατούσε στα χέρια του το ιδιωτικό συμφωνητικό. Αν ήθελε, μπορούσε να του ρίξω μια ματιά, είπε. Δεν χρειαζόταν. Τον ευχαρίστησε για τον χρόνο του και ζήτησε πίσω το χειρόγραφο. Θα προτιμούσα να μην συνεργαστούμε, του είπε σοβαρά και μετρημένα και σηκώθηκε όρθιος να φύγει. Ο άλλος χλόμιασε. Ξαφνιάστηκε. Σίγουρα, δεν περίμενε μια τέτοια απάντηση. Νόμιζε πως είχε τον μικρό στο τσεπάκι του. Όμως, γρήγορα συνήλθε. Δηλαδή, κλοτσάς την τύχη σου για μια γαμημένη λέξη; του πέταξε εκνευρισμένος παίζοντας τα ρέστα του, μα πλέον το παιχνίδι είχε χαθεί. Και για δυο χιλιάρικα, παλιομαλάκα! σκέφτηκε ο άλλος βγαίνοντας έξω, στον καθαρό αέρα του δρόμου.


Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ (ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΩΝ)

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, βρέθηκα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν ήξερα πόσες έχει ο μήνας, αν ήταν πρωί ή βράδυ, για πόσο καιρό είχα κοιμηθεί, αν ζούσα ακόμα ή αν είχα πεθάνει. Το μυαλό μου ζαλισμένο και άδειο, προσπαθούσα να το βάλω σε μια τάξη, να ξεκινήσει και πάλι να δουλεύει. Δεν είχα άλλη επιλογή. Άνοιξα το πορτατίφ κι έμεινα για λίγο ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Ένιωθα ολόκληρο το κορμί μου σκεβρωμένο, μα έπρεπε να βρω τη δύναμη και το κουράγιο και ένα σοβαρό λόγο για να σηκωθώ. Το κινητό δεν έλεγε ψέματα. Ήταν μεσημέρι και είχα κοιμηθεί σχεδόν είκοσι ώρες ακατάπαυστα. Είχε φυλάξει μπόλικες αναπάντητες και κάποια μηνύματα. Τα διέγραψα όλα δίχως να δώσω σημασία. Σηκώθηκα τρεκλίζοντας για να τραβήξω τις κουρτίνες και να ανοίξω τα παντζούρια. Ήταν μια όμορφη, φωτεινή, ηλιόλουστη μέρα. Άρχισα να θυμάμαι τα χτεσινά τρεχάματα. Τον θάνατο της θείας, τη γριά γατούλα που την ακολούθησε στην αιωνιότητα, το ωραίο παιδί του γραφείου τελετών, την κηδεία. Σήμερα όλα αυτά φαίνονταν μακρινά και ξένα. Όμως, χρειαζόμουν δυο κούπες καφέ για να συνέλθω, να πάρω κανονικά μπρος και να θυμηθώ ότι στη δουλειά οι συνάδελφοι και το αφεντικό θα με περίμεναν αλλόφρονες, έτοιμοι να με πνίξουν. Προ πάντων εκείνος. Είχαν απόλυτο δίκιο, τους είχα κρεμάσει. Έπρεπε να ζητήσω άδεια λόγω πένθους, έστω και άνευ αποδοχών, μα πάνω στη φούρια, τη ζάλη και την αναμπουμπούλα των στιγμών μού διέφυγε. Ήταν λάθος μου, μα τώρα  που το σκέφτομαι, δεν πειράζει, δεν έχει πλέον καμιά σημασία.

Τους πρόλαβα στο τσακ, ενώ σχόλαγαν. Είχαν μαζέψει τα χαρτιά πάνω απ’ τα γραφεία τους, είχαν πάρει την τσάντα τους παραμάσχαλα και τραβούσαν προς την έξοδο. Εκεί συναντηθήκαμε, στη μεγάλη πόρτα. Είχαν όλοι τους ενημερωθεί για το πένθος μου. Σταθήκανε στη σειρά με κάποια επισημότητα για να με συλλυπηθούν, πρώτα η κοπέλα, μετά οι υπόλοιποι. Δεν μπόρεσαν να έρθουν στην κηδεία λόγω της δουλειάς, δικαιολογήθηκαν, δεν τους άφησε το αφεντικό. Καταλαβαίνω, τους είπα, δεν είναι κακός άνθρωπος, απλά λίγο μαλάκας, και χαμογέλασα. Δαγκώθηκαν, με χτύπησαν φιλικά στον ώμο, στην πλάτη και στο χέρι, κινήσεις οικειότητας, συμπόνιας και κατανόησης, και βιάστηκαν να απομακρυνθούν. Δεν είχαν άλλο χρόνο για χάσιμο, τους περίμεναν τα σπίτια τους. Εκείνος ήταν ακόμα μέσα, πάντα έφευγε τελευταίος, κλειδώνοντας το μαγαζάκι του. Μάλλον είχε ένα περίεργο προαίσθημα πως τελικά θα πήγαινα και με περίμενε ζουρλισμένος. Ήμουν αποφασισμένος να τελειώνω και μ’ αυτόν μια ώρα αρχύτερα, δίχως πολλά λόγια. Στους άλλους δεν είπα τίποτα, πάντως δεν θα τους ξανάβλεπα, ίσως τυχαία μόνο στο δρόμο, αν δεν προλάβαινα να αλλάξω πεζοδρόμιο σφυρίζοντας κλέφτικα και χαζεύοντας αδιάφορος τα περιστέρια του ουρανού και τις βιτρίνες των καταστημάτων. Δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, ούτε πολλές κουβέντες είχα μαζί τους. Δεν τους άφησα να μπουν στην έτσι κι αλλιώς περίκλειστη ζωή μου. Μόνο η κοπέλα μια εποχή είχε δείξει ένα ενδιαφέρον, κάποια συμπάθεια για το άτομό μου, μα δεν είδε ανταπόκριση και σταμάτησε. Ήταν καλοί στη δουλειά τους, δίχως πολλές απαιτήσεις και μάλλον από αυτή την επιχείρηση, μετά από πάρα πολλά χρόνια, θα βγαίνανε και στη σύνταξη. Εξασφαλισμένη δουλίτσα, δίχως πολλά ρίσκα, σχεδόν σαν υπάλληλοι του δημοσίου. Η εταιρεία πήγαινε καλά, ο κύκλος των εργασιών της όλο και μεγάλωνε, ακόμα και μέσα στην κρίση, οι συνάδελφοί μου δεν κινδύνευαν να απολυθούν, δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο. Εργασία και χαρά, λοιπόν, άνευ όρων αλλά τουλάχιστον μετά αποδοχών, και η ζωή βαίνει καλώς. Άσχετα αν είναι επαναλαμβανόμενη και άσκοπη, αυτό δεν ενοχλεί κανέναν και μάλλον τους βολεύει. Τους μαστουρώνει, προχωρώντας χωρίς σκέψεις και συναισθήματα, απορίες και ερωτήματα.

Χτύπησα την πόρτα του και μπήκα. Όταν με είδε, ζάρωσε και χλόμιασε. Έξυπνος άντρας, και μόνο απ’ το βλέμμα μου κατάλαβε τις άγριες διαθέσεις μου. Πάντως, βρήκε το κουράγιο να σηκωθεί όρθιος, να μου δώσει το χέρι και να με συλλυπηθεί έστω και ξέπνοα, ψιθυριστά, ίσα που ακούστηκε. Τον λυπήθηκα τον κακομοίρη κι αμέσως μου ‘φυγε κάθε όρεξη για φωνές, φασαρίες και καβγάδες. Μπήκα αμέσως στο θέμα. Δεν θα ξαναρχόμουν στη δουλειά, είχα περάσει μόνο για να πάρω κάποια προσωπικά πράγματα και να τους αδειάσω τη γωνιά. Ούτε αποζημίωση ζητούσα, ούτε τίποτα, ήμασταν σε όλα εντάξει. Είχε χάσει τη μιλιά του, δεν ήξερε τι να πει. Σίγουρα δεν περίμενε τούτη την απόφαση, τόσο γρήγορα, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει βιαστική και επιπόλαιη. Κανείς δεν παραιτείται σήμερα από μια σίγουρη και στρωμένη εργασία με σχετικά καλές αποδοχές. Κι αν ήθελα κάποια αύξηση, δεν υπήρχε πρόβλημα, θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε. Τον είχα αιφνιδιάσει. Ίσως τα είχε σχεδιάσει αλλιώς μέσα στο μυαλό του. Ως αυστηρό αφεντικό, να μου κάνει την παρατήρηση που δεν πήγα σήμερα στη δουλειά, που είχα κλειστό το τηλέφωνο, που δεν τον ενημέρωσα, ίσως να ανησύχησαν κιόλας μην έπαθα τίποτα, μην αυτοκτόνησα, ας πούμε, που αδιαφόρησα για τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις, με λίγα λόγια που δεν ήμουν συνεπής, απ’ την άλλη όμως, ως δίκαιος εργοδότης, να δείξει κατανόηση για την κατάστασή μου, να εκτιμήσει την προσφορά μου τόσα χρόνια στην εταιρεία, που δεν είχα δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα, να επαινέσει την τυπικότητα, την εργατικότητα και τον ζήλο μου, να παραβλέψει το στιγμιαίο μου ατόπημα, να το δικαιολογήσει λόγω της συναισθηματικής μου φόρτισης, ενδεχομένως να μου δώσει επιπλέον και δυο τρεις μέρες άδεια για να ξεκουραστώ, να ηρεμήσω και να επιστρέψω ακμαίος στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις μου. Για την ακρίβεια, δεν ήξερα τι σκεφτόταν το αφεντικό για την περίπτωσή μου, ούτε και με ένοιαζε ιδιαίτερα, μα όλη την ώρα που μιλούσα, ψύχραιμα και με σταθερή φωνή, με κοίταζε αποσβολωμένος και δεν έβγαζε άχνα, είχε μουγκαθεί εντελώς, είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Ούτε να ζητήσει κάποιες εξηγήσεις, για ποιους λόγους φεύγω απ’ το γραφείο ή τι σκέφτομαι να κάνω στο μέλλον. Όχι βέβαια πως είχα καμία όρεξη να του πω. Δεν ήμουν υποχρεωμένος να δώσω λόγο για τίποτα και σε κανέναν. Όπως νομίζεις, μου είπε, αφού τελείωσα, μα καλύτερα να το ξανασκεφτείς. Ίσως πίστευε ότι η απόφασή μου πάρθηκε εν θερμώ και πως θα το ξανασκεφτόμουν πιο ψύχραιμα το θέμα και θα άλλαζα γνώμη.

Δεκαεφτά χρόνια στην ίδια καρέκλα δεν είναι και λίγα, μια ολόκληρη ζωή. Ο θείος μου βρήκε τη δουλειά. Ήταν φίλοι καρδιακοί και παλιοί συμμαθητές με το μεγάλο αφεντικό της επιχείρησης, πατέρα του τωρινού, από τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ψωμί κι αλάτι είχανε φάει μαζί, δεν μπορούσε να μην του κάνει τη χάρη και να με προσλάβει. Ήταν καλός άνθρωπος, πέθανε περίπου τον ίδιο καιρό με το θείο, ένα ή δύο χρόνια αργότερα, δεν θυμάμαι καλά, και ανέλαβε στο τιμόνι της εταιρείας ο γιος του. Μέχρι τότε είχα κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού, μα για τη θεία ήμουν πάντα αλητάμπουρας, ανεπρόκοπος, ακαμάτης και τεμπελχανάς. Ήταν έξυπνη γυναίκα. Έβλεπε ότι τα πάντα τα έκανα με μισή καρδιά, δίχως όρεξη και μεράκι για τίποτα. Δεν είχα σπουδάσει τίποτα το ιδιαίτερο, ούτε έμαθα μια τέχνη, και το λύκειο με τα χίλια ζόρια το τελείωσα. Από τότε μου άρεσε μόνο να παρατηρώ τους ανθρώπους, να διαβάζω και να γράφω, να πλάθω ιστορίες στη φαντασία μου, μα αυτές δεν μου δίναν λεφτά να φάω. Πάντως, ο θείος, σαν καλός δικηγόρος υπεράσπισης, έπαιρνε πάντοτε το μέρος μου. Άσε το παιδί ήσυχο, της έλεγε, ξέρει τι κάνει, στο τέλος θα βρει τον δρόμο του. Δέχτηκα τη θέση γιατί δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Εύκολη δουλειά γραφείου, δίχως μεγάλες απαιτήσεις, μόνο λίγα λογιστικά χρειάζονταν που μου τα έδειξαν στην πορεία. Η εταιρεία ασχολιόταν με γενικό εμπόριο, εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων, εκτελωνισμούς, μεταφορές, εκδόσεις τιμολογίων και παραστατικών, έπηξα στο χαρτομάνι, μα τουλάχιστον μετά το οχτάωρο ήμουν ελεύθερος να κάνω ότι γουστάρω. Κατά μία έννοια, είχα λύσει το οικονομικό μου πρόβλημα, τσοντάριζα για τα έξοδα του σπιτιού ότι μου αναλογούσε, έβαζα και δυο φράγκα στην άκρη. Ήμουν αξιοπρεπής και κύριος πλέον, σεβαστός στην κοινωνία, φρεσκοξυρισμένος, φορώντας πάντα καθαρό πουκάμισο. Μόνο το πρωινό ξύπνημα δεν κατάφερα ποτέ να συνηθίσω. Μα όποτε καμιά φορά αργούσα λιγάκι, το μεγάλο αφεντικό έκανε τα στραβά μάτια. Αργότερα, όταν ανέλαβε ο γιος του, έγινα πιο συνεπής και προσεκτικός. Δεν ήθελα να δίνω δικαιώματα στο κακομαθημένο μουρόχαυλο. Έτσι τουλάχιστον τον έβλεπα εκείνη την εποχή. Δεν είχε δει παπά κώλου, τα είχε βρει όλα στρωμένα και έτοιμα στη ζωή του και από πάνω μάς έκανε και τον έξυπνο. Δεν το χώνευα καθόλου το βουτυρόπαιδο.  

Όμως πλέον δεν υπήρχε λόγος να δουλέψω άλλο. Στη διαδρομή από το σπίτι μέχρι το γραφείο τα είχα σκεφτεί όλα με κάθε λεπτομέρεια. Η θεία είχε κάνει το κουμάντο της με κάμποσα λεφτουδάκια στην άκρη, θα μου έφταναν για την υπόλοιπη ζωή μου. Θα πουλούσα και το σπίτι, έπιανε καλή τιμή, και θα αγόραζα ένα υπόγειο είκοσι τετραγωνικών, μου ήταν αρκετό για να κρύψω την ύπαρξή μου απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Θα καταχώνιαζα κάπου τα φράγκα, θα το ‘παιζα πάμπτωχος και θα ζούσα με τα κοινωνικά επιδόματα αλληλεγγύης, τα λαϊκά συσσίτια του δήμου και την καλοσύνη των ξένων. Θα έκανα μετρημένη ζωή, λιτό βίο και δεν θα χρειαζόταν να ξαναδουλέψω, να ξαναγίνω σκλάβος, να ξυπνάω από τα άγρια χαράματα, να χαμογελάω ηλίθια, να φοράω καθαρό πουκάμισο, να σφίγγω το χέρι σε μπαγαπόντηδες και πονηράκηδες. Και θα είχα όλο το χρόνο δικό μου να κάνω τα γούστα μου, κυρίως να κάθομαι και να λιάζομαι στα παγκάκια και στις πλατείες. Και να χορταίνω ύπνο. Πλέον, είχα κάθε δικαίωμα στην ξάπλα και στην τεμπελιά, κι άσε τους άλλους να τρέχουν πανικόβλητοι πέρα δώθε. Τα άλογα της κούρσας, τα φαβορί για την πρώτη θέση. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, δεν είχα μεγαλεπήβολα σχέδια για το μέλλον. Δεν θα παντρευόμουν, δεν θα έκανα οικογένεια και παιδιά, δεν θα αποκτούσα φήμη και κοινωνική καταξίωση, ήταν αργά πλέον για τέτοια επικίνδυνα άλματα. Δεν θα πρόκοβα στη ζωή μου, θα έμενα στάσιμος και ανεξεταστέος. Θα ζούσα μόνος, αποτραβηγμένος απ’ την κοινωνία και τους ανθρώπους, οι συναναστροφές μου θα περιορίζονταν στις ελάχιστες και μόνο στις απαραίτητες. Θα παραιτούμουν από όλα, μα σίγουρα θα έγραφα. Η τέχνη είναι η συνέχιση της ζωής με άλλα μέσα. Είχα πολλά να πω, μόνο για μένα, δεν χρειάζονταν άλλοι αναγνώστες, ούτε κριτικοί και εκδότες, τι να καταλάβουν όλοι αυτοί. Έτσι τα χρόνια θα περνούσαν ήρεμα, αργά και απαλά. Ίσως αργότερα να έβρισκα κι έναν άνθρωπο να ξεχειμωνιάσω, για τα άθλια και εξευτελιστικά γεράματα, αν έρχονταν. Μα όχι ακόμα, είναι πολύ νωρίς. Τώρα ήθελα να είμαι απόλυτα ελεύθερος, χωρίς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Χωρίς ευθύνες και καθήκοντα απέναντι στους άλλους, παρά μόνο στον εαυτό μου.

                                                                   ***

Είχα φτάσει σχεδόν στο σπίτι όταν γύρισα το κεφάλι και τον είδα να με ακολουθεί. Με είχε πάρει από πίσω. Τάχυνα το βήμα μου, έκανε κι αυτός το ίδιο. Δεν συνήθιζε να περπατά. Ήταν άνθρωπος του καναπέ, της μάσας, της ξάπλας και του αυτοκινήτου. Καλοπερασάκιας και μαμάκιας με τα όλα του. Χαμογέλασα. Κοντόχοντρος σαν κουμπαράς, πλαδαρός σαν παραγεμισμένος λουκουμάς, είχε γίνει κατακόκκινος απ’ την προσπάθεια μη με χάσει απ’ τα μάτια του. Για μια στιγμή φοβήθηκα μην πάθει καμιά συγκοπή, σκάσει και σωριαστεί φαρδύς πλατύς στη μέση του δρόμου και το έχω βάρος στη συνείδησή μου. Ο ταλαίπωρος είχε και οικογένεια να θρέψει, παιδιά να μεγαλώσει. Σταμάτησα και με πλησίασε κάθιδρος, αγκομαχώντας. Τον κοίταξα βλοσυρά. Με παρακολουθείς; Θέλεις κάτι; Οι ερωτήσεις μου δεν είχαν καμία δόση εκνευρισμού ή τσαντίλας, απεναντίας κρατιόμουν να μη γελάσω. Ήθελε να μου ζητήσει συγνώμη και να πάμε κάπου να κουβεντιάσουμε. Δεν κατάλαβα το λόγο, δηλαδή τι είχαμε πλέον να πούμε εμείς οι δύο, μα τέλος πάντων δέχτηκα, απλά και μόνο από περιέργεια. Προσφέρθηκε να μου κάνει το τραπέζι, πείναγε ο κουράδας, δεν του κοβόταν εύκολα η όρεξη, ήταν βέβαια και η ώρα του φαγητού. Όχι, του είπα, για ένα καφέ μόνο και στα γρήγορα, γιατί είχα και δουλειές. Δεν ήθελα να τον βάλω σε περιττά έξοδα, ήξερα τι καρμίρης είναι, θα τον περίμενε και η γυναικούλα του, να φάει μαζί με τον λεβέντη της, τον κουβαλητή της, τον καραμπουζουκλή της, την κολώνα του σπιτιού της. Εντάξει, συμφώνησε με μισή καρδιά ανασηκώνοντας τους ώμους και με ακολούθησε.  

Καθίσαμε σε μια καφετέρια, έξω, με θέα τα δύο μεγάλα μπρούτζινα σιντριβάνια. Ήμασταν μόνοι μας, δεν είχε άλλο κόσμο. Παραγγείλαμε καφέδες, ανάψαμε τσιγάρα και βυθιστήκαμε σε μια αμήχανη μουγκαμάρα. Εκείνη την ώρα, καταμεσήμερο, η πλατεία ήταν σχεδόν άδεια, δεν κυκλοφορούσε ψυχή, τα περίπτερα χωρίς πελάτες και στο κάτω μέρος οι ταξιτζήδες παραταγμένοι στη σειρά βαρούσαν κι εκείνοι μύγες στον αέρα. Λοιπόν; Τι θέλεις να μου πεις; Έσπασα πρώτος τη σιωπή. Το πρώην αφεντικό μου άρχισε να κομπιάζει, να μασάει τα λόγια του, σχεδόν τραύλιζε, δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Σταμάτησε, ξεροκατάπιε, ήπιε λίγο νερό απ’ το ποτήρι του, πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε ξανά, αυτή τη φορά κάπως καλύτερα. Δεν ήθελε να φύγω από τη δουλειά, είπε, να τον εγκαταλείψω. Με θεωρούσε δικό του άνθρωπο, το δεξί του χέρι, φίλο του, ότι μπορούσε να με εμπιστευτεί, να βασιστεί πάνω μου σε μια δύσκολη στιγμή. Με είχε ανάγκη. Τόσα χρόνια μαζί δεν μπορούσα να τα διαγράψω έτσι ξαφνικά με μια μονοκοντυλιά. Σαν να μιλούσε στον συνεταίρο του. Και ότι είχε συμβεί κάποτε μεταξύ μας, αν κι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε, δεν ήταν λίγο, τουλάχιστον αυτός δεν το ‘χε ξεχάσει. Ξαφνικά το γύρισε αλλού. Μιλούσε τρέμοντας για πράγματα παλιά και λησμονημένα, καλυμμένα από μετάνοιες, όρκους σιωπής και πέπλα λήθης. Άρχισε πάλι να κομπιάζει και να τραυλίζει. Σταμάτησε, δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο, του κοβόταν η αναπνοή, βαριά και ακανόνιστη, κάθε προσπάθεια θα ήταν αποτυχημένη και μάταιη. Έπρεπε πρώτα να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του. Δύσκολο πράγμα, ακατόρθωτο. Τουλάχιστον εκείνες τις στιγμές μού φάνηκε ειλικρινής, ευάλωτος και ανθρώπινος. Τα μάτια του, άλλοτε πονηρά και ακάθαρτα, είχανε τώρα γεμίσει με αλμυρά νερά, έτοιμα να ξεχειλίσουν. Το χέρι του πλησίασε αργά το δικό μου. Μόλις ένιωσα τα ιδρωμένα του δάχτυλα να με ακουμπούν, τραβήχτηκα με αηδία, απότομα, σαν να με είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα.  

Τι πήγε και θυμήθηκε τώρα, αυτά είχαν γίνει στην αρχαιότητα, στην εποχή των δεινοσαύρων, αποτελούσαν προϊστορία. Απ’ την αρχή, απ’ την πρώτη φορά που τον είδα, δεν μου γέμισε το μάτι για πολύ άντρας. Τον κατάλαβα αμέσως, κρυφαδερφή του κερατά. Όμως, δεν ήταν του γούστου μου. Από τότε είχε τα χάλια του, ήμασταν και συνομήλικοι, εμένα μου άρεσαν πάντα οι μικρότεροι, μα τελικά αποδείχτηκα πολύ σαβούρης και έκανα το ψυχικό. Βέβαια, ήταν ο γιος του αφεντικού, έπρεπε να προσέχω, να φυλάγομαι, να κρατάω τις απαραίτητες αποστάσεις. Μα μου έπαιζε στενό μαρκάρισμα, δίχως να φοβάται μην τον εκθέσω. Όποτε συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας έλιωνε από λαγνεία. Και όλο παινέματα και γλυκόλογα. Και κάποια δήθεν τυχαία και ασυναίσθητα αγγίγματα. Μπροστά στους άλλους ήταν προσεκτικός, μα κάτι είχαν αρχίσει να ψυλλιάζονται, πίσω από την πλάτη μας ήταν όλο γελάκια και νοήματα. Εκείνη την εποχή ήταν ήδη αρραβωνιασμένος με τη μέλλουσα γυναίκα του, δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα, ειδικά στο χώρο της δουλειάς, μα δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, πρέπει να είχε πάθει την πλάκα του μαζί μου. Όταν πήγαινα στο γραφείο του κι έκλεινε την πόρτα, γινόταν πιο εκδηλωτικός. Τελικά, δεν ξέρω γιατί, έκανα την ανάγκη φιλοτιμία και υπέκυψα. Όχι εκβιαστικά, το ήθελα, μα έτσι κι αλλιώς η πρώτη φορά έγινε κάπως ξαφνικά. Ήταν Παρασκευή μεσημέρι, τέλος της εβδομάδας. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι είχαν φύγει νωρίτερα, μάλλον εκείνος τους είχε διώξει με διάφορα προσχήματα. Κλείδωσε την εξώπορτα και με φώναξε στο γραφείο του. Ήξερα ότι θα παιζόταν φάση με τον μπούλη, είχε έρθει η ώρα της μεγάλης κρίσης, μα όχι και τι ακριβώς. Ήμουν πολύ περίεργος να μάθω. Όταν μπήκα μέσα το βλέμμα του καρφώθηκε στο επίμαχο σημείο ανάμεσα στα σκέλια. Απέφυγε να με κοιτάξει στα μάτια, μάλλον από ντροπή. Του έτρεχαν τα σάλια. Με πλησίασε αναψοκοκκινισμένος, μου τον έπιασε, ξεκούμπωσε βιαστικά το παντελόνι μου, γονάτισε μπροστά μου, γαντζώθηκε απ’ τα πόδια μου και τον πήρε στο στόμα του. Τον πιπίλιζε για ώρα, αναστενάζοντας βαριά από κάβλα σαν να τον γαμούσαν δέκα αράπηδες στη σειρά. Τελικά μόνο αυτό ήθελε, να με τσιμπουκώσει. Δηλαδή, τόση φασαρία για το τίποτα. Είχε βγάλει και τον δικό του και τον έπαιζε. Του χαστούκιζα τα μάγουλα, του τραβούσα τα μαλλιά και του άρεσε. Με είχε φτιάξει ο παλιόπουστας, μου τον είχε κάνει πέτρα. Μετά από λίγο έχυσα μέσα στο στόμα του, τα κατάπιε όλα. Τελείωσε κι αυτός μαζί μου, αφήνοντας ένα μεγάλο γκρίζο λεκέ στην πανάκριβη μοκέτα του δαπέδου.  

Αυτό λοιπόν ήθελε το μικρό αφεντικό απ’ τον καινούργιο υπάλληλο του γραφείου, μια ωραία πίπα στο τέλος της εβδομάδας για χαλάρωση από την πίεση της δουλειάς και για να πάει καλά το σαββατοκύριακο. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα, μόνο που μια δυο φορές που ήθελα να του γαμήσω και τον κώλο, αρνήθηκε. Δεν ήθελε. Δεν το ‘χε ξανακάνει και δεν του άρεσε, δικαιολογήθηκε η μυξοπαρθένα του κερατά. Και πώς το ήξερε, σκέφτηκα, αφού αυτός το παραδέχθηκε, δεν είχε δοκιμάσει, μα δεν έδωσα συνέχεια, ούτε και τον πίεσα περισσότερο, δεν με έπαιρνε άλλωστε, ήταν ο γιος του εργοδότη μου. Μετά από λίγο καιρό παντρεύτηκε, έκανε κι ένα παιδάκι, μα το τσιμπούκι της Παρασκευής δεν κόπηκε. Μου έγινε και αύξηση μισθού, χωρίς να το ζητήσω. Μεσολάβησε ο ίδιος στον μπαμπάκα του. Δεν ξέρω τι του είπε, πώς το δικαιολόγησε. Μάλλον εκτιμήθηκε η εργατικότητά μου, η αγόγγυστη υπερωριακή μου απασχόληση, ακόμα και σε ζητήματα πέρα από τα τυπικά μου καθήκοντα, μα περισσότερο από όλα η εχεμύθειά μου. Ήμουν τάφος, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε καν κάποιο πικάντικο σχόλιο δεν μου ξέφυγε για κείνον. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχα πολλά πάρε δώσε με τους συναδέλφους μου, και ιδιαίτερα μετά το τέλος της εργασίας. Έτσι τα χρόνια περνούσαν μέσα στη ρουτίνα και τη συνήθεια. Πέθανε και το μεγάλο αφεντικό και την επιχείρηση ανέλαβε ο γιος. Τότε το πράγμα στράβωσε. Ο μικρός αποδείχτηκε καθικάκι πάνω στη δουλειά, ήθελε να το παίξει σκληρός και αυστηρός, τουλάχιστον στην αρχή που ανέλαβε, από ανασφάλεια ίσως, για να μην του πάρουμε δήθεν τον αέρα, έτσι τουλάχιστον θα νόμιζε, γιατί σε γενικές γραμμές δεν διέθετε και καμία στιβαρή προσωπικότητα για να εμπνεύσει το σεβασμό. Βέβαια, μετά από τόσα χρόνια δίπλα στον μπαμπά του είχε μάθει τη δουλειά, θέλοντας και μη, μα ήταν και λίγο παιδί της φάπας και της καρπαζιάς. Για αυτό κι έπρεπε κάπως να τον φοβηθούμε. Από μένα όμως απαιτούσε ακόμα, κανονικά και με τον νόμο, τις έξτρα υπηρεσίες μου. Τις έδινα, και μάλιστα αφιλοκερδώς, μα κατά τα άλλα τον έγραφα στα αρχίδια μου. Πλέον,  κάτι είχε σπάσει μέσα μου, ήθελα να τελειώσει το παραμύθι.

Μια Παρασκευή μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και δεν άντεξα, του τα ‘πα χύμα και τσουβαλάτα. Τον στρίμωξα στη γωνιά, τον έπιασα απ’ τον γιακά κι έβγαλα το άχτι μου. Του έσουρα πολλά και διάφορα, όλα όσα με έπνιγαν εκείνο τον καιρό και ξεθύμανα για τα καλά. Έχεις γίνει και πολύ μαλάκας, τελευταία, κατάντησες περίγελο, όλοι γελάνε με τα χάλια σου, τις παράνοιες και τις ιδέες μεγαλείου που σου έρχονται κάθε λίγο και λιγάκι. Μας τα παρασκότισες τα αρχίδια, καραγκιόζη. Δεν ξέρω τι θέλεις να αποδείξεις, αλλά να κάτσεις να τα βρεις με τον εαυτό σου, παλιομαλάκα. Κατά βάθος, φοβάσαι και τον ίσκιο σου, τρέμεις ολόκληρος, κακομοίρη. Κι αν θέλεις γλειφιτζουράκι, μπέμπη μου, θα το πληρώνεις επιπλέον και ακριβά. Σκύλιασε απ’ το κακό του, σαν να του έπαιρνες το αγαπημένο του παιχνίδι. Μάλλον είχε συνηθίσει να βάζει πάντα τους δικούς του όρους και κανείς να μην του λέει όχι. Προσπάθησε να με χουφτώσει, μα τον απέφυγα. Του έδωσα ένα δυνατό χαστούκι και τον ξάπλωσα μπρούμυτα πάνω στο γραφείο του. Τον ξεβράκωσα κι έχωσα με δύναμη δυο δάχτυλα στον άπλυτο βρωμόκωλό του. Ούρλιαξε απ’ τον πόνο, μα δεν ξέρω στα σίγουρα, μπορεί και να του άρεσε. Έτσι είναι καλά; Τον ρώτησα μα δεν πήρα απάντηση. Είχε μια λευκή, γυναικεία, παχουλή και αφράτη κωλάρα που με ερέθισε ακαριαία. Εκείνη την εποχή καύλωνα με το παραμικρό.  Του τον έχωσα βαθιά, δίχως σάλιο, του γαμημένου, για να μάθει, με μοναδικό λιπαντικό το σκατουλί του, σπρώχνοντας και βαρώντας με δύναμη τα καπούλια του και λέγοντας διάφορα προστυχόλογα. Πάρ’ τα γαμημένο αφεντικό για να μη στα χρωστάω. Πάρ’ τα μουνόπανο, ξεκολιάρη, όλα δικά σου. Μετά από λίγο έχυσα μέσα στην τρύπα του, ντύθηκα και βγήκα απ’ το γραφείο δίχως να πω κουβέντα. Από κείνη την μέρα ψυχρανθήκαμε. Δεν τόλμησε να με απολύσει, μα η σχέση μας έγινε πλέον καθαρά επαγγελματική. Δεν με ξανατσιμπούκωσε, δεν ξαναπιπίλισε το πουλάκι μου, ούτε ξανάπιε φρέσκο θρεπτικό γαλατάκι.   

Είχε πει αυτά που ήθελε και τώρα είχε ηρεμήσει κάπως, περιμένοντας μια απάντηση. Πραγματικά κρεμόταν απ’ τα χείλη μου. Με κοιτούσε παρακαλεστά, όπως το σκυλάκι το αφεντικό του ή σαν κλαμένο μουνί, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ακριβώς. Γέλασα με τη λυπημένη του φάτσα, ήταν να τον κλαίνε οι ρέγγες, και προσπάθησα να τον εμψυχώσω κάπως, να ξαναγίνει ο εαυτός του, γιατί τα είχε τελείως χαμένα. Κοίταξε να δεις, του είπα, δεν έχω κάτι προσωπικό μαζί σου, μάλιστα μου είσαι αρκετά συμπαθής, και ότι έγινε τότε περασμένα ξεχασμένα. Μα τώρα έχω άλλα σχέδια για τη ζωή μου. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσω να δουλεύω, πλέον είμαι ευκατάστατος, αυτοσαρκάστηκα. Βαρέθηκα τόσα χρόνια να κάθομαι σε μια καρέκλα και να μουτζουρώνω χαρτιά. Κουράστηκα να ξυπνάω από τα άγρια χαράματα. Θέλω να με καταλάβεις, δεν είναι προσωπικό το ζήτημα. Και ουδείς αναντικατάστατος, που λένε, κάποιον άλλον θα βρεις για το πόστο μου στην εταιρεία. Και τα παλιά μην τα σκαλίζεις, ότι έγινε, πάει, πέρασε, ο καθένας πλέον έχει τραβήξει το δρόμο του. Κοίταξε τη δουλειά και την οικογένειά σου και άσε με εμένα. Δεν ήθελα να του πω ότι το θεωρούσα ένα ασήμαντο περιστατικό στην πλούσια και ευφάνταστη ερωτική μου ζωή γιατί σίγουρα θα πληγωνόταν ακόμα πιο πολύ. Μάλλον δεν με είχε ξεπεράσει ο καημένος, μα δεν μπορούσα να τον βοηθήσω, έπρεπε να το πάρει απόφαση, ότι μάλλον δεν θα με ξανάβλεπε, παρά μόνο στον ύπνο του και τις ερωτικές του φαντασιώσεις. Εντάξει, μου είπε με μισή καρδιά, όπως νομίζεις, μα αν με χρειαστείς κάτι, έλα να με βρεις, η πόρτα μου θα είναι πάντα ανοιχτή για σένα. Τον ευχαρίστησα και σηκώθηκα να φύγω. Είχε πάει απόγευμα, σουρούπωνε σιγά σιγά. Μια χάρη μόνο, μου είπε. Πάμε για λίγο στην τουαλέτα. Έτσι, για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Εντελώς τυχαία, ήταν Παρασκευή.


Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Η ΘΕΙΑ ΑΠ' ΤΟ ΚΟΥΚΑΚΙ

Παρά τρίχα και θα την προλάβαινα, στο τσακ, για είκοσι λεπτά μόνο, ίσως και λιγότερο. Έξι παρά δέκα έφυγε, ειρηνικά, πάνω στην ανατολή του ηλίου, σύμφωνα με την ημερολογιακή καταγραφή, την ώρα που άρχιζε η καινούργια όμορφη μέρα. Τα συλλυπητήριά μας, είπε η νοσοκόμα. Όχι ότι θα είχε μεγάλη σημασία αν ήμουν εκεί, δίπλα της. Μια βδομάδα βρισκόταν στην εντατική σε κώμα, ήταν ζήτημα ημερών, με ενημέρωναν οι γιατροί, ταλαιπωριόταν, είχε δυνατή καρδιά, γερή κράση, ενενήντα χρόνια γαντζωμένη από τη ζωή, σκληρή γυναίκα, αυταρχική, έστω και ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ακίνητη, διασωληνωμένη, συνδεδεμένη με μηχανήματα, ορούς και καθετήρες, με τα μάτια κλειστά, είχε μικρή επαφή με το περιβάλλον, την ελάχιστη, όμως δεν το έβαζε κάτω, πολεμούσε το θηρίο, αρνιόταν να επιστρέψει στο μεγάλο τίποτα, να αφανιστεί.

Κανείς δεν ήξερε να μου πει, όλοι μέσα στο νοσοκομείο μού τα μάσαγαν, η επιστήμη δεν γνωρίζει ακριβώς, δεν τα ξέρει όλα ακόμα, ίσως και να μην μάθει ποτέ, έλεγαν, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι το πιο πολύπλοκο σύστημα στο σύμπαν, ανεξιχνίαστες οι καταστάσεις της συνείδησης, μα κάνουμε συνέχεια προόδους, μεγάλα άλματα, σπουδαία επιτεύγματα, περιαυτολογούσαν, τόνιζαν το σημαντικό τους ρόλο στην ευημερία του ανθρώπου, πάντως ίσως κάτι να ακούει, να ξεχωρίζει φωνές, να αισθάνεται αγγίγματα, ακόμα χειρότερα να σκέφτεται και να νιώθει συναισθήματα, εγκλωβισμένη στο ζαρωμένο της σαρκίο να βλέπει τον θάνατο να έρχεται, να την πλησιάζει το αναπόφευκτο τέλος, κι αυτή να υπομένει στωικά, να περιμένει αγόγγυστα, να μην μπορεί να τον αποφύγει, να θυμάται ευχάριστες στιγμές του παρελθόντος, για να ξεχνιέται, να φαντάζεται πώς θα ‘ναι η μελλούμενη ζωή, για να παρηγοριέται, να ελπίζει, σίγουρα καλύτερη, δίχως σωματικές επιθυμίες και εξάρσεις, εκεί θα ξανασυναντήσει τα αγαπημένα της πρόσωπα, ακόμα και τους εχθρούς της, όσους πίκρανε και στεναχώρησε, να τους συγχωρέσει και να ζητήσει συγνώμη, έστω και εκ των υστέρων, κατόπιν εορτής, δεν πειράζει, κάλιο αργά παρά ποτέ, να έχουν μια ακόμη ευκαιρία, να τα ξαναβρούν και να μονιάσουν μέσα στην απέραντη αιωνιότητα, πιο ώριμοι, πιο σοφοί, πλέον δεν θα είχαν τίποτα να χωρίσουν στη δεύτερη ζωή τους.

Δεν την πρόφτασα ζωντανή. Αμέλησα, ξεχάστηκα, μπερδεύτηκα. Έπρεπε να φύγει με τις δικές μου κουβέντες, τελευταίες λέξεις και ήχους, την ξεχωριστή μου φωνή, σίγουρα θα την αναγνώριζε, όχι των γιατρών και των νοσοκόμων με τις ψυχρές εντολές, τις τυπικές διαπιστώσεις, τα εύλογα συμπεράσματα. Πάει, τέλειωσε, σκεπάστε την, αποσυνδέστε τα μηχανήματα, βάλτε την στον νεκροθάλαμο, αλλάξτε σεντόνια στο κρεβάτι, φέρτε τον επόμενο που περιμένει να σωθεί ή να πεθάνει, όλοι με τη σειρά τους, όλοι στην ώρα τους, ειδοποιείστε τον ανιψιό της, ετοιμάστε τα χαρτιά, προτεραιότητα βέβαια δώστε στο πιστοποιητικό θανάτου, πείτε το και στο απέναντι γραφείο τελετών να πάρει εκείνο τη δουλειά, είναι γνωστοί μας. Δεν πρόλαβα να της πω καλό ταξίδι, καλή αντάμωση, στο επανειδείν, θα ξανασυναντηθούμε, θεία, σίγουρα κάτω από καλύτερες συνθήκες, και θα έχουμε πολλά να πούμε, αυτή τη φορά με ειλικρίνεια και τόλμη, όσα δεν μπορέσαμε ή δεν θελήσαμε,  από αδυναμία και φόβο, να ομολογήσουμε σε τούτη, τη σύντομη, την κάλπικη. Δεν πρόφτασα να της δώσω ελπίδες, έστω και τυφλές, ψεύτικες, παρ’ όλο που δεν πίστευε, έτσι νομίζω, μα δεν είμαι και σίγουρος, ούτε ήταν θεούσα, γυναίκα της εκκλησίας, αν και ποτέ δεν συζητήσαμε τέτοια οδυνηρά και μακάβρια θέματα. Ανέκαθεν δεν κουβεντιάζαμε πολύ, δεν υπήρχε ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ μας, καλή χημεία. Κρίμα, είχα δυο μέρες να πάω. Θα με θυμάται; Τουλάχιστον ηρέμησε, το μαρτύριο έλαβε τέλος, η αγωνία, χωρίς βογγητά και ρόγχους, ήρεμα και απαλά, σαν να κοιμάται δίχως όνειρα. Με αγαπούσε, το ήξερα, κι εγώ. Ας ήταν κάποιες φορές στενόμυαλη, απότομη και άδικη απέναντί μου. Ήμουν δύσκολος, σκληρός, απότομος, απόλυτος, ότι μπορούσε έκανε. Και κείνη τα ίδια, μοιάζαμε, γι’ αυτό και δεν τα βρίσκαμε. Την αγαπούσα, μα τόσα χρόνια δεν της το ‘πα ποτέ.

Πήρα τηλέφωνο το αφεντικό μου στη δουλειά και τον ενημέρωσα, ήθελα να είμαι τυπικός. Άργησε να το σηκώσει κι ακούστηκε αγουροξυπνημένος. Διαμαρτυρήθηκε έντονα, σε κάθε περίπτωση είχε το πάνω χέρι. Τι με παίρνεις στα άγρια χαράματα, στον ύπνο σου μ’ έβλεπες; Πέθανε, του είπα, δεν θα έρθω σήμερα, έχω τρεχάματα με τα διαδικαστικά, το γραφείο κηδειών, τους παπάδες, πρέπει και να την πάρω απ’ το νοσοκομείο. Τσίνησε. Με κρεμάς, μου είπε, έχουμε επείγουσες υποχρεώσεις, εκκρεμότητες που τρέχουν, δουλειές με φούντες. Λες και έφταιγα εγώ. Είμαι μόνος μου, δεν υπάρχει άλλος κοντινός συγγενής, δικαιολογήθηκα. Για λίγα δευτερόλεπτα ακολούθησε σιωπή, το σκεφτόταν, ζύγιζε την κατάσταση, με ψυχολογούσε. Δεν ήταν εντελώς απρόοπτο, ήξερε την κατάσταση, πως την περίμενα από μέρα σε μέρα, ίσως ευχόταν να συμβεί το σαββατοκύριακο ή σε καμιά αργία, να μην επηρεάσει την πολυάσχολη επιχείρησή του. Εντάξει, μου είπε, όμως αύριο να είσαι στο πόστο σου και μου το ‘κλεισε στα μούτρα. Μούγκρισα κάτι από μέσα μου, για να μην τον σκυλοβρίσω πρωινιάτικα και διαταράξω την νοσοκομειακή γαλήνη. Όμως, κάπως έπρεπε να εκτονωθώ, να μην κρατήσω όλο αυτό το τσουνάμι μέσα μου και με πνίξει. Έριξα μια μπουνιά με δύναμη στον τοίχο και το χέρι μου μάτωσε. Βόγκηξα, ακούστηκε ένα άψυχο ωχ. Ευτυχώς, δεν ήταν κανείς γύρω μου. Δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο, ο καργιόλης, καθόλου τσίπα, ούτε καν τα τυπικά συλλυπητήρια δεν είπε, μα θα τον κανόνιζα κι αυτόν. Όλα με τη σειρά τους. Για την ώρα, ας τον να συνεχίσει τον μακάριο ύπνο του πλάι στη γυναικούλα του για να πάει φρέσκος και κεφάτος στο μαγαζάκι, να βγάλει και σήμερα τα λεφτουδάκια. Ναι, είχε δίκιο. Αύριο θα ήμουνα σίγουρα στο πόστο μου για να λογαριαστούμε.

Φεύγοντας, στην έξοδο έπεσα πάνω σε ένα κοράκι, απ’ αυτούς τους αδίστακτους επαγγελματίες του θανάτου,  απ’ το απέναντι μαγαζί, που δεν θα ‘θελα να καταλήξω στα βρωμόχερά τους, ούτε και νεκρός. Πονηρό μάτι, γλοιώδης φάτσα, ένα κράμα. Τα καλά νέα κυκλοφορούν γρήγορα, σκέφτηκα και χαμογέλασα, κάποιος τους τα πρόφτασε. Αν τους προτιμούσα, θα μου έκαναν καλή τιμή, υπήρχαν και προσφορές, είπε. Φαινόταν σωστός και έξυπνος στη δουλειά του, καπάτσος και ψιστηριτζής. Τον προσπέρασα χωρίς να σταματήσω. Δεν σας χρειάζομαι, έχω δικό μου πεθαμενατζή, νεκροθάφτη και καντηλανάφτη, είπα, έχει κιόλας ειδοποιηθεί. Προσπάθησα να είμαι ευγενικός και ψύχραιμος, μα ήταν αλήθεια. Μετά το αφεντικό, πήρα τηλέφωνο το γραφείο τελετών της γειτονιάς. Είχαν φροντίσει και για την κηδεία του θείου πριν κάμποσα χρόνια και δεν είχαμε κανένα παράπονο. Το κοράκι προσπάθησε να μου δώσει την κάρτα του, σε περίπτωση που άλλαζα γνώμη. Την κοίταξα για λίγο και την πέταξα στο δρόμο. Η επιχείρησή τους είχε ένα εξυπνακίστικο πιασάρικο όνομα, με μεταφυσικές παραδηλώσεις, για να τραβήξει δήθεν πελατεία. Εκείνος κάτι μούγκρισε μέσα από τα δόντια του, μάλλον μ’ έβρισε, μα δεν έδωσα σημασία. Τον δικαιολόγησα, ήταν δυσαρεστημένος που έχασε την εργολαβία. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπλέκω ποτέ σε καβγάδες, βρίσκω πάντα τρόπο να ξεγλιστρώ, να μη χαλάω τη ζαχαρένια μου, δεν έχω καμία όρεξη, έχω ήδη αρκετά προβλήματα στο κεφάλι μου, μα δεν είναι και του χαρακτήρα μου, είμαι πράος και ήρεμος, ίσως και λιγάκι δειλός, ελέγχω τα νεύρα μου, αν χρειαστεί υποχωρώ πρώτος, δίνω τόπο στην οργή, προσπερνώ τους νευρασθενικούς και τους μαλάκες, ας την βρουν από κάναν άλλον, λέω στον εαυτό μου. Αν και φιλόζωος, δεν βάζω στη ζωή μου γορίλες και ουρακοτάγκους.

Το ταξί με άφησε έξω απ’ την πόρτα μου. Είχαν ήδη κολλήσει στην είσοδο δεξιά και αριστερά κηδειόχαρτα, τους είχα δώσει τις πληροφορίες απ’ το τηλέφωνο, η αισθητική του αγγελτηρίου δεν μ’ ένοιαζε, δεν είχε σημασία, πάντως ήταν συμπαθητικό, λιτό και αυστηρό, όπως ταιριάζει στην περίσταση, χωρίς πολλές φιοριτούρες και περικοκλάδες, πότε όμως προλάβανε να συνεννοηθούν με την εκκλησία και το νεκροταφείο, άμεση δράση, ταχύτατοι, στο πατ κιουτ έγιναν όλα, μπράβο τους. Η κηδεία θα γινόταν στις τέσσερις, μεσημεριάτικα, μετά το φαγητό, δύσκολη ώρα, μα δεν υπήρχε άλλη διαθέσιμη και ήθελα να τελειώνω μια ώρα αρχύτερα, να μην την αφήσω για αύριο. Έξω απ’ το ασανσέρ συνάντησα τον ηλικιωμένο διαχειριστή της πολυκατοικίας και την καθαρίστρια να κουβεντιάζουν σιγανά. Δεν είχα πολλά πάρε δώσε μαζί τους, δυο τυπικές καλημέρες όλες κι όλες τόσα χρόνια, μα τους εκτιμούσα, ήταν εντάξει άνθρωποι, νομίζω, τουλάχιστον έτσι μου φαίνονταν. Μου έδωσαν το χέρι και με συλλυπήθηκαν κάπως επίσημα. Ήταν καλός άνθρωπος η θείας σας, είπαν, ζωή σε λόγου σας, να ζείτε να τη θυμάστε. Τα συναισθήματά τους φαίνονταν ειλικρινά, με μια αδιόρατη θλίψη στα κουρασμένα τους πρόσωπα. Τους ευχαρίστησα και πήρα το ασανσέρ. Πριν μπω στο σπίτι, χτύπησα δίπλα, στην καλή γειτόνισσα. Η γριούλα μου άνοιξε με τα μάτια βουρκωμένα, είχε μάθει το τετελεσμένο γεγονός. Δεν μπόρεσε να βγάλει μιλιά, μείναμε και δύο σιωπηλοί. Ύστερα με αγκάλιασε και το λειψό της κορμάκι κόλλησε πάνω στο δικό μου. Άκουγα τα υπόκωφα αναφιλητά της. Εκείνη τη στιγμή την ένιωσα για δικό μου άνθρωπο και συγκινήθηκα. Χωρίς να το θέλω, τα μάτια μου βούρκωσαν.

Το σπίτι μέσα ήταν σκοτεινό κι έρημο. Η γάτα κοιμόταν στον καναπέ, ούτε που κουνήθηκε όταν μπήκα, δεν σάλεψε απ’ τη θέση της. Την χάιδεψα, καμία αντίδραση πάλι, ούτε ένα γουργουρητό, πάντως ανέπνεε, αργά και βαριά. Η μαμά πέθανε, της είπα, μα δεν ξέρω αν κατάλαβε. Έτσι κι αλλιώς, είχε μέρες να την δει και να την ακούσει, και ούτε θα την ξανάβλεπε. Πήγα στην κουζίνα και έφτιαξα καφέ. Απ’ το γραφείο τελετών είχαν ζητήσει ένα φουστάνι και ένα ζευγάρι παπούτσια. Τα έβγαλα απ’ τη ντουλάπα και τα άφησα πάνω στο κρεβάτι της. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνοι. Είχαν φέρει τη θεία στο μαγαζί. Την είχαν πλύνει, χτενίσει, μακιγιάρει, να πάει όμορφη στον άλλο κόσμο. Περίμεναν μόνο τα ρούχα. Δεν θα της έβαζαν κάλτσες γιατί είναι συνθετικές και δεν λιώνουν, σε περίπτωση εκταφής το θέαμα είναι αποτρόπαιο, είπαν. Δεν είχα πρόβλημα, αυτοί ξέρανε καλύτερα. Πάντως, είχαμε δικό μας οικογενειακό τάφο, κανείς δεν θα ενοχλούσε το σωρό της, τα κοκαλάκια της, δίπλα στου θείου. Εγώ δεν είχα σκοπό να θαφτώ δίπλα τους κάτω από τη γη και να με φάνε του σκουλήκια. Σίγουρα, κάποια άλλη λύση θα έβρισκα, εκτός κι αν πέθαινα ξαφνικά, εκτός προγράμματος, στη μέση του δρόμου. Τότε θα με πετούσαν στα αζήτητα. Σίγουρα ήταν πρόβλημα που δεν είχα απογόνους, κοντινούς συγγενείς, έστω κάποιους γνωστούς και έμπιστους, δικούς μου ανθρώπους, να τρέξουν για τα διαδικαστικά, να φτιάξουν το αγγελτήριο θανάτου, να με περιποιηθούν. Δεν ήξερα τι γίνεται όταν πεθαίνουν μοναχικοί, άγνωστοι και ανώνυμοι. Σκεφτόμουν πλέον σοβαρά να κάνω διαθήκη και να αφήσω γραπτώς τις απαραίτητες οδηγίες. Ήμουν πάντα τυπικός στις υποχρεώσεις μου. Δεν άφηνα τίποτα στην τύχη.

***

Έφτασα στο γραφείο κηδειών κατά τις εννιά με τα πράγματα παραμάσκαλα. Μέσα ήταν ένας νεαρός και κάπνιζε. Γύρω στα τριάντα, ψηλός, αδύνατος, φορώντας τη στολή εργασίας, μαύρο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο, ξυρισμένος κόντρα, λείο μάγουλο, μαλλιά κατάμαυρα, άτριχο στήθος και μακριά απαλά δάχτυλα, χλωμό πρόσωπο και βλέμμα σκοτεινό, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Ήταν συμπαθητικός, μου άρεσε και κάπως άλλαξε η διάθεσή μου. Σε τόσες κηδείες δεν είχα δει ποτέ ξανθό κοράκι, αυτό μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, αν και ούτε στη φύση υπάρχει. Με συλλυπήθηκε ευγενικά. Δεν είχα μιλήσει μαζί του στο τηλέφωνο, αλλά ήξερε την περίπτωσή μου. Ο συνάδελφός του έλειπε. Τελευταία, με τις πανδημίες και τους κωρονοϊούς, είχε πέσει πολλή δουλειά, τρέχανε και δεν φτάνανε. Υπήρχε και μεγάλη έλλειψη σε προσωπικό. Παρ’ όλη την γενικότερη ανεργία που μαστίζει την κοινωνία, αυτή τη δουλειά, αν και είχε καλά λεφτά,  οι περισσότεροι την αποφεύγανε. Ειδικά οι νέοι σήμερα είναι ευαίσθητοι, δεν μπορούν να αντικρίζουν πτώματα, σχολίασε. Εκείνος ήταν πέντε χρόνια στο γραφείο, αφότου απολύθηκε από το στρατό, γιος του αφεντικού, οικογενειακή επιχείρηση, ερχόταν από μικρός και βοηθούσε, απ’ το σχολείο ακόμα, είχε συνηθίσει στο θέαμα, ήταν εξοικειωμένος, δεν του έκανε εντύπωση. Κάτι πετάρισε μέσα μου. Μιλούσε χαμογελώντας, ήταν όμορφος και μελαγχολικός, με αστραφτερή οδοντοστοιχία, αισιόδοξος ακόμα, αν και γνώριζε από πολύ μικρός το μάταιο της υπόθεσης, την τελική κατάληξη. Του έδωσα τα ρούχα. Κλείδωσε την πόρτα του μαγαζιού και περάσαμε στα ενδότερα, στο πίσω δωμάτιο, για να ετοιμάσουμε τη θεία.

Ήταν θεοσκότεινα, άναψε το φως. Το πάτωμα καλυμμένο από μια κόκκινη παχιά μοκέτα, ένας μαύρος δερμάτινος καναπές, μάλλον για τις ανάγκες της διανυκτέρευσης, στη μέση το άδειο φέρετρο και στην άλλη άκρη η θεία γυμνή, ξαπλωμένη ανάσκελα πάνω σε έναν μεταλλικό πάγκο. Είχε μείνει μια σταλιά, σαν μικρό αδενικό κοριτσάκι, ζαρωμένη και αποστεωμένη, παγωμένη και αλύγιστη, εύθραυστη, σε νεκρική ακαμψία. Καθόμουν σε μια άκρη και κοιτούσα. Ο υπάλληλος δεν έκανε πολλή ώρα.  Με σβέλτες και επιδέξιες κινήσεις, την έντυσε, την σήκωσε προσεχτικά στα χέρια του, την έβαλε μέσα στο καφέ γυαλιστερό φέρετρο και τη γέμισε με λουλούδια και άνθη. Ήταν έτοιμη για την κηδεία, ήρεμη, σοβαρή και αξιοπρεπής, δίχως περιττές σκοτούρες και άγχη πια, στην αιώνια γαλήνη της. Την πλησίασα, έσκυψα από πάνω της, χάιδεψα τα ελάχιστα άσπρα της μαλλιά και φίλησα το ζαρωμένο της μέτωπο. Έμεινα εκεί για κάμποση ώρα αποχαυνωμένος και άδειος από σκέψεις, αναμνήσεις και συναισθήματα. Ο νεαρός στεκόταν δίπλα μου και μύριζε όμορφα, σε κείνη τη δύσκολη ώρα ήταν μια παρηγοριά. Κάποια στιγμή ένιωσα το χέρι του απαλά πάνω στον ώμο μου και ένα κύμα συμπόνιας και συμπαράστασης από κάποιον παντελώς ξένο και άγνωστο με διαπέρασε. Το άγγιγμά του δεν μου φάνηκε επαγγελματικό. Τα πόδια μου λύγισαν, έπεσα στα γόνατα και γαντζώθηκα απελπισμένα απ’ το πόδι του για να μην σωριαστό στο πάτωμα. Ασυναίσθητα, δίχως πρόθεση, τα χέρια μου χάιδεψαν τους σφιχτούς νεανικούς μηρούς και προχώρησαν παραπάνω. Έτρεμα σύγκορμος. Εκείνος δεν μίλησε, δεν είπε τίποτα. Με σήκωσε όρθιο και εγώ τον αγκάλιασα, κόλλησα πάνω του και φίλησα τον λευκό λείο λαιμό του. Ανατρίχιασε, μα δεν έφερε αντίσταση, ούτε είπε κάτι, έμεινε αδρανής. Όλα γίνανε πολύ γρήγορα, δεν είχαμε χρόνο και το μέρος ήταν επικίνδυνο. Εκείνη μας κοιτούσε απαθής και ανέκφραστη με τα μάτια κλειστά, πλέον ότι και να έκανα δεν την ενοχλούσε. Πέσαμε στον καναπέ και γαμηθήκαμε δίχως πολλά προκαταρκτικά. Του τον πήρα στο στόμα, είχε σκληρύνει, μετά γύρισα από την άλλη και μπήκε μέσα μου βιαστικά και απότομα. Πόνεσα. Τελειώσαμε σχεδόν μαζί, χύνοντας στη μνήμη της. Μείναμε ενωμένοι, ξεπνεομένοι και αγκαλιασμένοι, για κάμποση ώρα. Μετά κοίταξε το ρολόι του, η ώρα είχε περάσει, είπε, έπρεπε να βιαστούμε. Φτιαχτήκαμε κάπως και ετοιμαστήκαμε για την εκκλησία. Κάποιος χτυπούσε επίμονα την εξώπορτα. Ακούγαμε και το τηλέφωνο να κουδουνίζει σαν τρελό.    

Πάντα πίστευα ότι οι νεκροθάφτες και οι πεθαμενατζήδες συνουσιάζονται μόνο με άψυχα, παγωμένα και άκαμπτα σώματα. Είναι νεκρόφιλοι εκ γενετής που επιλέγουν αυτές τις δουλειές με κριτήρια καθαρά ερωτικά. Μα όλα αυτά τελικά ήταν φαντασιοπληξίες του διεστραμμένου μου μυαλού. Ο νεαρός ήταν εντελώς φυσιολογικός, ήθελε να αγκαλιάζει θερμές και ευλύγιστες σάρκες, έστω και αρρενωπές, αρσενικές και λίγο παρασιτεμένες, δεν είχε σημασία. Επομένως, ο φαρδύς αναπαυτικός καναπές του σκοτεινού πίσω δωματίου είχε πολλαπλές χρήσεις, δεν ήταν μόνο για ύπνο και ξεκούραση στις δύσκολες νυχτερινές βάρδιες του προσωπικού. Αν και για κρεβάτι του πόθου θα προτιμούσα την ανθοστόλιστη κάσα, στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, δίχως τεχνητό φωτισμό, μόνο με δύο χλωμά κεριά να φέγγουν τα αναψοκοκκινισμένα μας πρόσωπα, τις αγριεμένες μας σάρκες. Και η θεία, με τη σοφία που θα της χάριζε πλέον το επέκεινα, το άπειρο και η αιωνιότητα, σε μια γωνιά να καπνίζει και να βλέπει. Και να χαμογελά.

Αν και, όσο ζούσε, ποτέ δεν αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία μου, με θεωρούσε ανώμαλο. Αυτό πιο πολύ με τσάντιζε και με πείσμωνε, παρά με πίκραινε. Μυαλό και νοοτροπία άλλης εποχής. Είχαμε άγριες κόντρες, ευτυχώς ο θείος είχε ήδη αποδημήσει στον ουρανό, γιατί ήταν καλός άνθρωπος και θα στενοχωριόταν. Μου είχε απαγορεύσει να φέρνω πούστηδες και κίναιδους στο σπίτι, όχι πως πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό μου να το κάνω. Ο ίδιος της το είπα, κι ας έκανε στην αρχή πως δεν άκουσε, δεν ξέρω αν προηγουμένως είχε υποψιαστεί τίποτα. Εκείνη την εποχή είχε βαλθεί να με παντρέψει, με γυναίκα βέβαια, με την παλιά ασφαλή μέθοδο των γνωριμιών μέσω γνωστών, συγγενών και λοιπών μεσαζόντων. Μην κουράζεσαι άδικα, μου αρέσουν οι άντρες, της είπα απότομα κι έχασε το χρώμα της. Ήδη μια δυο προσπάθειες να ζευγαρώσω με το άλλο φύλο είχαν πέσει στο κενό, δεν με τραβούσε. Έκανε μέρες να μου μιλήσει, μα τελικά το πήρε απόφαση και δεν με ξαναενόχλησε. Όμως, από τότε ψυχρανθήκαμε. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο μεταξύ μας. Μοιάζαμε. Ήμασταν και οι δύο πολύ εγωιστές και απόλυτοι. Δεν βάζαμε νερό στο κρασί μας. Πλέον, στεναχωρούσαμε συστηματικά ο ένας τον άλλον, έστω και σιωπηρά.  

Η κηδεία είχε λίγο κόσμο, λίγοι γνωστοί και κάποιοι γείτονες μόνο. Ευτυχώς, συγγενής ούτε για δείγμα, ούτε κανένα ξεχασμένο κωλοανήψι του κερατά, ούτε κανένα ληγμένο από καιρό δευτεροξάδερφο. Μάλλον δεν πρέπει το μάθανε ή δεν γουστάρανε να αντικρίσουνε ξανά τη φάτσα μου. Πάντως, εγώ δεν πήρα κανέναν στο τηλέφωνο, δεν τους ενημέρωσα, ήταν όλοι τους ανεπιθύμητοι. Έτσι κι αλλιώς, εδώ και χρόνια είχανε κόψει επαφές και επικοινωνίες, εξαιτίας μου, ήμουν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, το μεγάλο όνειδος, αλλά καθόλου δεν με ένοιαζε. Για αυτούς θα ήταν απλά μια τυπική κοινωνική εκδήλωση και σίγουρα δεν θα ‘χαν καμιά όρεξη να συμπαρασταθούν στο πένθος μου. Δεν ένιωθαν κάτι ούτε για μένα ούτε για κείνη. Πάντως, η φίλη της θείας ήρθε, η καλοκάγαθη γριούλα του διπλανού διαμερίσματος, κουρασμένη και ταλαιπωρημένη, έτοιμη να σωριαστεί χάμω από την ανημποριά της ηλικίας και τη συγκίνηση των στιγμών. Επέμενε να πλησιάσει το φέρετρο και το σωρό της νεκρής, να ασπαστεί την εικόνα, να φιλήσει το μέτωπο της φιλενάδας της, να χαϊδέψει τα λευκά της μαλλιά, να βιώσει ζωντανή και πλήρης αισθήσεων τη δικιά της εξόδιο ακολουθία (θα πέθαινε κι αυτή μετά από δύο χρόνια) και να αποχωρήσει συντετριμμένη, βυθισμένη στην αβάσταχτη θλίψη των γηρατειών της, περιμένοντας κάθε βράδυ και το δικό της αναπόφευκτο τέλος. Δεν ήρθε στο νεκροταφείο να την δει να κατεβαίνει στον ανοιγμένο λάκκο, αυτό δεν θα το άντεχε. Πρώτη φορά έβλεπα την κόρη της που την βαστούσε. Σοβαρή και αξιοπρεπής, στην ηλικία μου περίπου. Μου έγνεψε ένα ειλικρινές βλέμμα συμπόνιας και αποχώρησε μαζί με την μητέρα της.

Ούτε από τη δουλειά ήρθε κανένας, θα ήταν όλοι τους πολύ απασχολημένοι, μπορεί να μην τους το επέτρεψε και το αφεντικό, ίσως να μην τους ενημέρωσε καν, ούτε τηλέφωνο δεν με πήραν για τα τυπικά συλλυπητήρια και τα θεός σχωρέστην, να ζεις να τη θυμάσαι. Ναι, πρέπει να είχαν πολλή δουλειά. Καλύτερα, δεν είχα όρεξη να δω τις φάτσες τους και να ακούσω τις φωνές τους. Όσο λιγότεροι, τόσο το καλύτερο, να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα με τις χαιρετούρες, τα κυρ ελέησον και τα λιβανίσματα. Αν και δεν κατάλαβα πολλά από όλη την τελετή, ήμουν σαν χαμένος, στην κοσμάρα μου, και πέρασε γρήγορα. Πάντως, στο τέλος χαρτζιλίκωσα όπως έπρεπε τον παπά, τον επίτροπο, τον ψάλτη και μια γερόντισσα να της ανάβει κάθε τόσο το καντηλάκι και να την μνημονεύει, πλήρωσα τον σκαφτιά και φύγανε όλοι τους ευχαριστημένοι και χαρούμενοι, έτοιμοι να αρχίσουν υποκλίσεις και τεμενάδες για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα μου. Μόνο η κακομοίρα η θεία έμεινε πίσω, ολομόναχη μέσα στην καταπακτή, κάτω από το χώμα. Για τον καφέ της παρηγοριάς δεν είχα κανονίσει, τον παράβλεψα. Ήμουν κατάκοπος, δεν άντεχα άλλο να βλέπω ζωντανούς ανθρώπους. Βιαζόμουν να φύγω απ’ το νεκροταφείο σαν κυνηγημένος, να πάρω ένα ταξί με έναν μουγκό και διακριτικό ταρίφα, να επιστρέψω γρήγορα στο σπίτι, να νιώσω ασφαλής, να τραβήξω τις κουρτίνες, να κλείσω τα παράθυρα, να πέσω στο κρεβάτι και να ψοφήσω στον ύπνο. Δίχως άλλες συγκινήσεις, ούτε όνειρα, εφιάλτες, και νυχτερινούς τρόμους. Σαν νεκρός.

***

Μπήκα μέσα στο σκοτεινό σπίτι ψαχουλευτά, χωρίς να ανάψω το φως. Η τηλεόραση έπαιζε μόνη της, μάλλον την είχα ξεχάσει ανοιχτή. Πάλι γινόταν πόλεμος, κάπου στη μέση ανατολή, με νεκρούς και τραυματίες, απαγωγές και ομήρους, γυναίκες και παιδιά, αθώους και φταίχτες. Κι ένα πολιτικό κόμμα της αριστεράς και της προόδου ήταν έτοιμο να διαλυθεί από τη φαγωμάρα της αρχομανίας. Στα αρχίδια μας. Σιγά τα νέα, μια ζωή τα ίδια, συνηθισμένα και ανούσια, εντελώς αδιάφορα. Μέχρι να βρουν με κάτι άλλο να ασχοληθούν τα κανάλια, πιο πιασάρικο, για να μην πλήττει το κοινό, να τρομάζει περισσότερο και τότε όλα τα προηγούμενα θα ξεχαστούν. Παντού μυστικά και ψέματα, μίσος και βία, το κυνήγι της εξουσίας, ο σκοπός που πάντα αγιάζει τα μέσα, η ανθρώπινη κατάσταση, θύτες και θύματα εξίσου σιχαμένοι. Πούτσες μπλε. Όλοι βρίσκονται δήθεν στη σωστή πλευρά της μεγάλης ιστορίας των σημαντικών γεγονότων, μα εγώ δεν ήξερα ποια είναι αυτή, ούτε καν αν υπήρχε, από παντού μου ‘ρχόταν μπόχα και οσμή πτωμαΐνης, γι’ αυτό και δεν ασχολιόμουν, δεν τους εμπιστευόμουν, δεν ήμουν με κανέναν, ας πήγαιναν όλοι τους να πνιγούν να ησυχάσει ο πλανήτης, να ξεβρομίσει απ’ τα καθάρματα. Την έκλεισα, για να μην την πετάξω απ’ το μπαλκόνι και σκοτώσω κάναν άνθρωπο που θα ‘χε την ατυχία να περνάει από κάτω και δεν θα έφταιγε σε τίποτα. Πάντα άλλοι την πληρώνουν.

Η ψιψίνα κοιμόταν ή μήπως είχε πεθάνει κι αυτή; Ήταν κουλουριασμένη στον καναπέ. Πλησίασα κοντά της, την χάιδεψα και την αφουγκράστηκα. Δεν αντέδρασε, ούτε ανέπνεε. Ταράχτηκα. Πήρα τηλέφωνο την κτηνίατρο και την παρακάλεσα να έρθει να τη δει, να διαπιστώσει ο ειδικός το τετελεσμένο. Δεν άργησε πολύ, έφτασε σχεδόν αμέσως. Ναι, ήταν νεκρή εδώ και κάμποσες ώρες, έφυγε ήρεμα στον ύπνο της, από γεράματα, είχε αρχίσει η ακαμψία και να παγώνει. Την ευχαρίστησα, μα δεν δέχτηκε να πληρωθεί για την επίσκεψη. Δεν έκανα τίποτα, δικαιολογήθηκε. Με συλλυπήθηκε και για τη θεία, δυστυχώς δεν είχε μπορέσει να παρευρεθεί στην κηδεία, είχε επείγουσα δουλειά που δεν έπαιρνε αναβολή. Την ξεπροβόδισα μέχρι την πόρτα κι έμεινα μόνος. Άναψα τσιγάρο και κάθισα δίπλα της. Την χάιδεψα πάλι και μου φάνηκε ζεστή. Ίσως η γιατρίνα να είχε κάνει λάθος. Θα περίμενα λίγο μήπως και ξαφνικά ξυπνούσε, συνερχόταν απ’ τον λήθαργο, χασμουριόταν, τεντωνόταν, ανακλαδιζόταν και άρχιζε να γουργουρίζει από ευχαρίστηση. Πρόσμενα μια ανάσταση, έστω και νεκροφάνεια, δεν είχα πρόβλημα. Μονάχα να ξανάβλεπα τα όμορφα κίτρινα μάτια της, έστω και για τελευταία φορά. Τουλάχιστον η θεία σε αυτό στάθηκε τυχερή, έφυγε πρώτη. Θα στεναχωριόταν πολύ με το θάνατο της γάτας της.

Ίσως να την ξανάβλεπα στα όνειρά μου, να ερχόταν τις ταραγμένες μου νύχτες και να με ξύπναγε έντρομο με το αυστηρό της βλέμμα και το διαρκώς ανασηκωμένο φρύδι, να μου μιλούσε ειρωνικά και υποτιμητικά για τις παρέες και τους φίλους μου, να μου θύμιζε ότι θα πήγαινα χαμένος στη ζωή, τίποτα δεν θα κατάφερνα να γίνω, λες και ήμουν παιδί και είχα όλο το μέλλον μπροστά μου, να συνερχόμουν όσο ήταν καιρός, προλάβαινα ακόμα, και ένας κόμπος στο λαιμό, μια υποψία λυγμού να πρόδιδε, πίσω απ’ την φαινομενική της αυστηρότητα, την αληθινή της έγνοια για μένα, τον πόνο της, ειδικά τώρα που είχα μείνει ολομόναχος στη ζωή, δίχως έναν δικό μου άνθρωπο. Από τότε που με πήρε κοντά της και με μεγάλωσε μαζί με τον σύζυγό της. Δεν την είχα δει ποτέ στον ύπνο μου, ούτε και τη μαμά, το θείο και τον μπαμπά τους έβλεπα συχνά, εκείνες όχι. Καλύτερα ίσως γιατί δεν θα μπορούσα να τις ξεχωρίσω. Ήταν δίδυμες, ολόφτυστες, σαν δυο σταγόνες νερό. Θα τις μπέρδευα, αν και η μαμά ήταν πάντα λυπημένη, εκείνη αυταρχική και σκληρή, μα τα όνειρα έχουν τους δικούς τους νόμους, εκεί τα πάντα αλλάζουν, αλλοιώνονται, αντιστρέφονται, ανατρέπονται, το ασυνείδητο μπλοκάρει, μακάριοι όσοι την άλλη μέρα δεν τα θυμούνται.  Και γιατί οι δύο αδερφές δεν μιλούσαν τόσα χρόνια; Ποτέ δεν μου είπε, δεν άνοιξε κουβέντα, δεν θέλησε να με διαφωτίσει, να εκθέσει τα γεγονότα έστω από τη δική της υποκειμενική πλευρά, ούτε καν την περίοδο που μιλούσαμε ακόμα. Ήμουν αναγκασμένος να κατασκευάζω συνέχεια το παρελθόν μου, δίχως παραλήψεις και κενά, να πλάθω διάφορες απίστευτες ιστορίες στο ανισόρροπο μυαλό μου και να δίνω τις δικές μου εξηγήσεις. Έτσι έγινα συγγραφέας, κι ας μην το έμαθε κανείς, ούτε και κείνη, αφού και πάλι θα με απέρριπτε για τις σαχλαμάρες και τις χυδαιότητες που γράφω και που δεν ενδιαφέρουν κανένα και που χάνω άσκοπα τον καιρό μου. Μα πιο πολύ φαντασιωνόμουν ότι έκανα έρωτα μαζί τους και τις πηδούσα στα τέσσερα από πίσω, αυτή η στάση μου άρεσε. Μα με ποια απ’ τις δύο; Δεν είχε σημασία, μόνο ότι έχυνα με την εικόνα τους, το κορμί τους, δίχως καμία ενοχή σε εκείνες τις μακρινές αθώες εποχές της ξέφρενης κάβλας, στα χρόνια της εφηβείας, προτού ακόμα ξεπαρθενευτώ και γνωρίσω τον αληθινό έρωτα, προτού αγκαλιάσω και φιλήσω ανδρική σάρκα, προτού γαμήσω και γαμηθώ. Τελικά, η θεία είχε δίκιο. Δεν θα κατάφερνα να γίνω τίποτα σημαντικό στη ζωή μου. Μα δεν με ένοιαζε, γιατί αυτή ήταν η επιλογή μου.

Την ανασήκωσα απαλά, την πήρα αγκαλιά μου κι έκλαψα πολύ, δεν θυμάμαι πόση ώρα. Πρώτη φορά έχυσα τόσα καυτά δάκρυα, για πενήντα πέντε χρόνια, για μια ολόκληρη ζωή, για όλες τις απώλειες και τους αποχωρισμούς των αγαπημένων μου προσώπων, και για το δικό μου επερχόμενο τέλος. Μετά κατέβηκα στον ακάλυπτο, την έθαψα κάτω από μια συκιά με βαρύ ίσκιο και από πάνω της έβαλα μία μεγάλη πέτρα. Τώρα είχαν τελειώσει όλες οι υποχρεώσεις της ημέρας, δεν υπήρχε άλλη εκκρεμότητα. Βράδιαζε και είχα κάθε δικαίωμα να πέσω να κοιμηθώ και να ψοφήσω για μια ολόκληρη βδομάδα και να μη δώσω λογαριασμό σε κανέναν.


Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2024

Ο ΤΟΞΟΘΡΑΥΣΤΗΣ

Κάθε απόγευμα, μόλις σουρουπώσει, βολτάρω στο κέντρο, πίνω καφέ απέναντι από τη βουλή και προτού επιστρέψω στο σπίτι κάνω και μια μικρή στάση στο πάρκο, δίχως σοβαρές ελπίδες πια να συναντήσω κάτι το θεάρεστο και αξιοζήλευτο, ας πούμε, έναν όμορφο και δοτικό νέο. Δύσκολα γούστα, βέβαια, μα στην ηδονή πλέον είμαι ασυμβίβαστος, σχεδόν αυτοκαταστροφικός, δεν βάζω νερό στο κρασί μου, δεν προδίδω τις ιδανικές στιγμές μου, τις κορυφαίες μου αναμνήσεις. Τώρα όμως που κάπως μεγάλωσα, οι νέοι με αποφεύγουν και όταν βλέπουν να τους πλησιάζω, αλλάζουν δρόμο. Ίσως πρέπει να κουρευτώ, να ξυριστώ, να αρωματιστώ, να σενιαριστώ, να φαίνομαι νεότερος, να ομορφύνω, να αρέσω, να δείχνω την πρέπουσα επιμονή, το ανάλογο ενδιαφέρον και ζήλο, να αφιερώνω τον απαιτούμενο χρόνο, να τους κυνηγάω από πίσω, να μην τους σνομπάρω κατάμουτρα, να τους κολακεύω, να μην αποχωρώ νωρίς, πολλά γαμίδια πρέπει και τα βαριέμαι. Δεν φταίνε αυτοί, παίρνω όλη την ευθύνη πάνω μου. Είναι αλήθεια, δεν με πολυενδιαφέρει πλέον το άθλημα, έχει πέσει και η βιολογική ορμή, περνάω βαριά κλιμακτήριο και κρίση μέσης ηλικίας, σε λίγο θα μου κοπεί και η περίοδος και τότε θα αρχίσω να τραβάω τα βυζιά μου για να μεγαλώσουν. Μαλακίες. Όλα μου φαίνονται μέτρια και χλιαρά, σαν ξαναζεσταμένο φαγητό με ξεθυμασμένη γεύση, την τελειότητα τη βρίσκω μόνο στην φαντασία μου και στις μοναχικές εκτονώσεις. Κάθε φορά ξαλαφρώνω μόνος και μετά αποχωρώ ηττημένος. Για την τιμή των όπλων.

Μάλλον, και αυτό έκανε τον κύκλο του, και πολύ κράτησε. Ευτυχώς, ένα πρόβλημα λιγότερο. Μόνο από νοσταλγία συνεχίζω να έρχομαι στο πάρκο, ούτε καν από συνήθεια, μάταιες προσπάθειες, τίποτα δεν πρόκειται πλέον να γίνει, κάτι να αλλάξει, το πράγμα πάει απ’ το κακό στο χειρότερο, τουλάχιστον πρέπει να το περιορίσω, να το κόψω μαχαίρι καλύτερα, δεν έχει νόημα, κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Η υπόθεση βρωμάει άλλο ένα άδοξο τέλος εποχής, άλλη μια καινούργια αλλαγή φάσης (κάθε δεκαεφτά χρόνια;) του μεταμορφωμένου μου εαυτού, σίγουρα πιο μοναξιασμένη και  λυπητερή απ’ τις προηγούμενες. Από μια ηλικία κι ύστερα μπορείς να ζήσεις και μόνος σου, δεν χρειάζεσαι τους άλλους, αρκεί να έχεις τη δύναμη. Πάντως, είμαι περίεργος τι μου επιφυλάσσει το μέλλον και πάντα προετοιμάζομαι για τα χειρότερα. Ένα είναι βέβαιο, αργά αλλά σταθερά κλείνω τους λογαριασμούς μου με την κοινωνία και αποσύρομαι στα ενδότερα. Όχι πως θα χάσω και τίποτα σπουδαίο, μόνο ανία και πόνος είναι, λίγες οι καλές στιγμές, ελάχιστες οι ευτυχισμένες, δεν αξίζει τον κόπο και την προσπάθεια, η ζωή είναι μια φαλιρισμένη επιχείρηση που δεν βγάζει τα έξοδά της. Και κανείς δεν θα νοιαστεί, βέβαια, από κανένα δεν θα λείψω. Ευτυχώς, γιατί είμαι πολύ ψυχοπονιάρης, δεν μου αρέσει να στεναχωρώ τους συνανθρώπους μου. Παρ’ όλα αυτά, ότι και να λέω είναι παρηγοριές στον άρρωστο. Η γαμημένη επιθυμία υπάρχει, ο πόθος ακόμα με τσουρουφλίζει και εγώ βράζω στο ζουμί μου.

Καθώς περπατούσα βαριεστημένα, χωρίς κέφι, πάνω κάτω στα κεντρικά παρτέρια, σκεφτόμουν όλα αυτά τα απαισιόδοξα. Τότε τον είδα. Ήταν εντελώς απρόσμενο, δεν είχε σκοτεινιάσει ακόμα, μα δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω, ίσως και να έκανα λάθος, να τον μπέρδευα, να του έμοιαζε τόσο πολύ, δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος. Είχαν περάσει τριάντα ολόκληρα χρόνια, περασμένα ξεχασμένα, παλιά και λησμονημένα, που λένε, από τότε είχα να τον δω, ούτε βέβαια στο πάρκο σύχναζε, ούτε και σε άλλα ύποπτα μέρη, αλλιώς κάπου θα τον είχα τρακάρει. Σήμερα, μάλλον, κατ’ εξαίρεση, είχε βγει για έφοδο. Κουρασμένος, αδυνατισμένος, στο κατώφλι της τρίτης ηλικίας, με το ψιλό ξεθωριασμένο του μουστάκι, κουκουλωμένος με μια σκούρα καπαρντίνα με επωμίδες, στρατιωτική χλαίνη θύμιζε, καθόταν ολομόναχος σε ένα παγκάκι κοντά στο σιντριβάνι και κάπνιζε. Για λίγο κοιταχτήκαμε έντονα. Δεν ξέρω αν κι αυτός με θυμήθηκε, που πήγε το μυαλό του, πάντως τράβηξε πρώτος το βλέμμα του. Κάθισα στο διπλανό παγκάκι, λίγα μέτρα μακριά του και συνέχισα να τον περιεργάζομαι. Εκείνος έδειχνε αδιάφορος, όχι μόνο για μένα, αλλά και για ότι γινόταν τριγύρω του, κοιτώντας συνέχεια το νερό που ξεπηδούσε μέσα από τη μεγάλη στρογγυλή στέρνα.

Ήταν ο λοχαγός μου στα ένδοξα χρόνια της στρατιωτικής μου θητείας, σε ένα απομακρυσμένο κωλονήσι της μεθορίου, πλάι στον αιμοσταγή και αιμοδιψή προαιώνιο εχθρό. Έτσι μας έλεγαν για την γειτονική χώρα οι υπεύθυνοι προπαγάνδας και διαφώτισης της μονάδας για να μας πορώσουν  και να μας μετατρέψουν σε ατρόμητους και ακαταμάχητους φύλακες του έθνους, ικανούς να δώσουμε και τη ζωή μας ακόμα για την πατρίδα, όπως είχαν κάνει παλιότερα, σε πιο ηρωικές εποχές, οι ένδοξοι προγόνοι μας. Όμως, λίγα πράγματα κατάφερναν οι καραβανάδες. Το ηθικό μας παρέμενε πεσμένο, όσο και η πούτσα μας. Κάθε βράδυ πηγαίναμε να φυλάξουμε σκοπιά στις ερημιές χεσμένοι απ’ το φόβο ότι δεν θα γυρίσουμε ζωντανοί, σαν να πηγαίναμε στον πόλεμο ή για κρέμασμα. Πίσω μας, στο τέλος της σειράς, ο λοχαγός άκουγε τους συναδέλφους του, εθνικόφρονες ινστρούχτορες του δεύτερου γραφείου, να παραληρούν σαν τρόφιμοι του φρενοκομείου και γελούσαν ακόμα και τα μουστάκια του. Μια φορά, στην πρωινή αναφορά του τάγματος,  που τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν και κατάλαβε μάλλον πως τον παρακολουθούσα, ξαφνικά σοβάρεψε, του κόπηκε το χαμόγελο και πλησίασε προς το μέρος μου με άγριες διαθέσεις. Ήταν ψηλός και επιβλητικός, προκαλούσε φόβο και δέος. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά, κοίταξα τον ουρανό και προσευχήθηκα στον μεγαλοδύναμο. Δεν είχα κάνει τίποτα το επιλήψιμο, μα δεν ήθελα και να σταμπαριστώ. Ο σκοπός μου ήταν μέσα στο στρατόπεδο να περνάω απαρατήρητος, σχεδόν αόρατος, ο τελευταίος τροχός της αμάξης, όποτε μπορώ να λουφάρω, να διαβάζω και κάνα βιβλίο, μέχρι να περάσουν οι μήνες, να πάρω το απολυτήριο στην ώρα μου, να γυρίσω στο σπιτάκι μου και να ξεχάσω ολόκληρη τη θητεία μου σαν ένα κακό όνειρο. Δεν ήθελα επαφές και πάρε δώσε με κανέναν, ειδικά με ανωτέρους. Ευτυχώς, πέρασε από πλάι μου σύριζα, με αγριοκοίταξε πάλι, μα  δεν έδωσε συνέχεια. Απλά μου έβγαλε μια προειδοποιητική κίτρινη κάρτα για να είμαι πιο προσεκτικός από δω και στο εξής. Και γιατί άραγε να με κατηγορούσε; Εκείνος ήταν που από μέσα του χλεύαζε τα ιερά και τα όσια της φυλής και γέλαγε με τους συναδέλφους του. Πάντως, από κείνη την ημέρα μού έγινε λίγο πιο συμπαθής. Μα και πάλι τον φοβόμουν. Είχε τη φήμη αυστηρού και σκληρού αξιωματικού καριέρας, δεν ήθελα να έχω κανένα πάρε δώσε μαζί του. Μακριά και αγαπημένοι και μ’ αυτόν και με όλους, μέχρι να μου δώσουν το κωλόχαρτο και να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου φεύγοντας από το γαμημένο κωλονήσι.

Δεν είχα καμιά όρεξη να υπηρετήσω, ο θείος επέμενε. Αν και ο ίδιος ήταν πράος και αγαθός άνθρωπος, το σόι του είχε διαπρεπείς εκπροσώπους σε όλα τα σώματα της τάξης και της ασφάλειας, γεγονός που σίγουρα τον είχε επηρεάσει, κάποια ψυχολογικά κατάλοιπα θα του είχε αφήσει από παιδί. Ήξερε από πειθαρχία και στρατιωτική ζωή, και μάλιστα από πρώτο χέρι. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός του πεζικού, με πολλές μεταθέσεις, κάθε λίγο και λιγάκι. Γύρευε τι στέρηση και καταπίεση είχε φάει από μικρός. Παρ’ όλα αυτά ήθελε να πάω στρατό και μάλιστα να καταταγώ ως μόνιμος. Είχε τις απαραίτητες γνωριμίες και το γλείψιμο που απαιτούσε η περίσταση, θα με βοηθούσε, είπε. Όμως εγώ, και μόνο στην ιδέα ότι θα φορούσα μια ολόκληρη ζωή τα χακί και θα έχω τον κάθε μαλάκα πάνω απ’ το κεφάλι μου, φρίκαρα. Από την άλλη, δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω. Ο καημένος σίγουρα με αγαπούσε και ήθελε το καλό μου, την οικονομική μου αποκατάσταση, την εξασφάλισή μου, λίγα λεφτά αλλά σταθερά, βρέξει χιονίσει, μα και μπόλικη ταλαιπωρία. Η θεία συμφωνούσε μαζί του και τον σιγοντάριζε. Δεν τους αδικούσα, ήξεραν τις δυσκολίες της ζωής, τους ανθρώπους που πατούσαν πάνω σε πτώματα για να επιβιώσουν, να την βγάλουν καθαρή, μα και μένα που ήμουν δειλός και άτολμος, πώς θα τα έβγαζα πέρα. Μόνο την απέχθειά μου για την κοινωνία ολόκληρη δεν γνώριζαν ακόμη. Ίσως από τότε να με θεωρούσαν καμένο χαρτί, μα όχι και να με ρίξουν στο λάκκο με τα φίδια. Εντάξει, θα πάω, τους είπα για να μην τους χαλάσω το χατίρι, αλλά για την μονιμότητα θα δούμε, τους τα μάσαγα. Εκείνα τα χρόνια δεν μπορούσα να πω όχι, ήμουν ακόμα το φοβισμένο, μαζεμένο και ήσυχο παιδάκι που ήθελε να τα έχει καλά με όλους. Έτσι, ούτε λόγος να γίνεται για αναβολές και αρνήσεις στράτευσης, άοπλες κοινωνικές θητείες, τρελόχαρτα και αντιρρησίες συνείδησης. Αυτά τα έμαθα πολύ αργότερα, όταν πλέον είχα καθαρίσει με τους καραβανάδες.

Όμως τα ρουσφέτια και οι υψηλές γνωριμίες του θείου δεν βοήθησαν καθόλου στη μετάθεση. Δεν έπεσα στα μαλακά. Με στείλανε στου διαόλου τη μάνα, από τη θλίβα στην εξορία, ίσως για να με τεστάρουν στα δύσκολα, να δουν αν πράγματι κάνω γι’ αυτή τη δουλειά, ήταν βαριά η καλογερική, όχι παίξε γέλασε. Κι εγώ να μετρήσω τον εαυτό μου, μα συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνια, παντού και πάντα μόνος. Πάντως, δεν ξέρω πώς, κάποια στιγμή, λίγο καιρό προτού απολυθώ, βγήκε βρώμα στο στρατόπεδο ότι θα δήλωνα ανακατάταξη για μόνιμος, είχε ήδη κυκλοφορήσει και η σχετική εγκύκλιος από το γενικό επιτελείο. Έγινα περίγελος, ήμουν ο μοναδικός στη μονάδα. Θα φας καλά, με κορόιδευαν οι φαντάροι της σειράς μου, εμείς απολελέ και τρελελέ και συ να πήζεις μαζί μ' αυτές τις παλιοχαμούρες, τους στρατόκαυλους και τους καραβανάδες. Κι εγώ δεν ήξερα τίποτα, τους άκουγα και δεν πίστευα στα αφτιά μου. Άρχισαν να με ζώνουν τα μαύρα φίδια. Τηλεφώνησα στον θείο. Να μην ανησυχούσα, είπε, δεν είχε προλάβει να με ενημερώσει, μα είχε κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες, έτρεξε σε γνωστούς, φίλησε κατουρημένες ποδιές, μα τα κανόνισε όλα, τώρα παρουσιαζόταν η ευκαιρία κι έπρεπε να την αρπάξω από τα μαλλιά μη μου ξεφύγει. Για τόσο άχρηστο με νόμιζαν. Δεν είχα τι να του πω, τσαντισμένος τον έκλεισα στα μούτρα. Την επόμενη μέρα με κάλεσε ο λοχαγός να παρουσιαστώ γυαλισμένος, ξυρισμένος, περιποιημένος στο γραφείο του. Ουσιαστικά τότε ήταν που με πρόσεξε για πρώτη φορά, ενημερώθηκε για το άτομό μου και γνωριστήκαμε καλύτερα.

Ίσως και να έκανα λάθος, να μην ήταν εκείνος. Τώρα είχε πέσει το σκοτάδι και είχαν ανάψει τα φώτα του πάρκου. Συνέχιζε να καπνίζει με μάτια κενά, σκοτεινά, βλέμμα απλανές. Δεν είχα καμία όρεξη να του μιλήσω, όποιος και να ‘ταν, τέλος πάντων. Σηκώθηκα να φύγω. Δεν γούσταρα για ψάξιμο μέσα στο πάρκο και καλαμπαλίκια κι εκείνος ήταν πολύ μεγάλος για τα γούστα μου. Όταν πέρασα από μπροστά του γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Αναπάντεχα μου χαμογέλασε και με ρώτησε την ώρα. Κοίταξα το ρολόι και του είπα. Η φωνή του, αν και αδυνατισμένη, κάτι μου θύμισε. Τελικά μπορεί να ήταν κι εκείνος. Μου είπε αν θέλω να καθίσω, δεν περίμενε παρέα. Αρχικά έμεινα αναποφάσιστος, μετά του είπα εντάξει, δέχτηκα την πρόσκληση. Τραβήχτηκε στην άκρη για να μου κάνει χώρο. Μόνο για λίγο, με περιμένουνε στο σπίτι, δικαιολογήθηκα χωρίς να μου το ζητήσει. Εκείνον δεν τον περίμενε κανένας στο ξενοδοχείο. Έμενε μόνιμα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, δεν μου είπε το όνομά της, απ’ την πρωτεύουσα ήταν περαστικός, για λίγες μέρες, δεν μου είπε για ποιο λόγο, ούτε και ρώτησα, δεν με ενδιέφερε. Ήταν εδώ και χρόνια χωρισμένος, είχε και μια κόρη, μα δεν είχαν επαφές. Τον ρώτησα και με τι ασχολείται. Πολλά ζητάς να μάθεις βραδιάτικα, ούτε μπάτσος να ‘σουνα, μου είπε ξαφνικά κάπως ενοχλημένος. Μάλλον το είχα παρακάνει, ήμουν φορτικός και αδιάκριτος, είχα τους λόγους μου βέβαια, με έτρωγε η αμφιβολία. Εκείνος δεν ήθελε να μάθει τίποτα για μένα, δεν ήταν περίεργος και μάλλον δεν είχε πονηρές διαθέσεις. Ίσως να είχαμε τα ίδια γούστα, να του άρεσαν οι νεαροί, οπότε δεν ταιριάζαμε. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί κοιτώντας το σιντριβάνι. Άναψε πάλι τσιγάρο, πρόσφερε και σε μένα ένα. Αρνήθηκα. Ευχαριστώ, δεν καπνίζω, προσπαθώ να το κόψω, του είπα και χαμογέλασα. Ήμουν κάποτε, αξιωματικός στο στρατό, είπε, μα πάει καιρός από τότε.    

Μπήκα στο γραφείο του μαζί με τον διμοιρίτη μου και τον επιλοχία του λόχου, χτύπησα δυνατά προσοχή και αναφέρθηκα. Μου έδωσε το χέρι. Συγχαρητήρια, έκανες την καλύτερη επιλογή, είπε και αφού μου απαρίθμησε τα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος με ενημέρωσε ότι δεν είχε κανένα παράπονο από μένα και ότι η εισήγησή του προς το γενικό επιτελείο θα ήταν θετική και με το παραπάνω, αποκαλώντας με στο τέλος κύριε συνάδελφε. Εγώ δεν μίλησα καθόλου, είχα μείνει άναυδος, μόνο τον ευχαρίστησα.  Και πάλι μπράβο, παιδί μου, συμπλήρωσε και ετοιμαστήκαμε να βγούμε από το γραφείο του. Εσάς δεν σας θέλω άλλο, είπε στο διμοιρίτη και τον επιλοχία, εσύ περίμενε λίγο. Μόλις μείναμε μόνοι, η συμπεριφορά του άλλαξε. Τώρα μιλούσε πιο σιγά, και οι τοίχοι είχαν αφτιά. Του είχε τηλεφωνήσει και είχε ενδιαφερθεί για μένα ένας υψηλά ιστάμενος απ’ την πρωτεύουσα, δεν θα είχα πρόβλημα με την πρόσληψή μου στο στρατό. Μπροστά του είχε συμπληρωμένη την αίτησή μου, έλειπε μόνο η υπογραφή μου για να την υποβάλει αρμοδίως στους ανωτέρους του. Μου την έδωσε μαζί με ένα στυλό. Τότε έχασα το χρώμα μου, πάνιασα και ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω. Το κατάλαβε και μου είπε να καθίσω. Του εξήγησα όλη την αλήθεια. Δεν ήθελα να γίνω μονιμάς, οι δικοί μου με πίεζαν. Τρομαγμένος περίμενα τις φωνές και τις κατσάδες του, έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Είδε τα χάλια μου και μάλλον με λυπήθηκε, έδειξε κατανόηση και μου μίλησε σαν πατέρας σε γιο. Έχεις δίκιο, παιδί μου, μην μπλέξεις με τα σκατά, εσύ φαίνεσαι εντάξει άτομο, δεν κάνεις γι’ αυτή την κωλοδουλειά. Είχα μείνει και πάλι άναυδος, μα και χαρούμενος, είχε φύγει ένα βάρος από πάνω μου και ήθελα πολύ να τον σφίξω στην αγκαλιά μου και να τον φιλήσω. Δεν έκανα τίποτα. Έμεινα μαρμαρωμένος στη θέση μου, ψελλίζοντας μόνο ένα άψυχο ευχαριστώ. Πήρε πίσω το χαρτί, το έσκισε στα τέσσερα και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων.             

Από μπροστά μας πέρασαν δυο νεαροί αγκαλιασμένοι που γελούσαν και πειράζονταν. Δεν μας έριξαν ούτε ένα βλέμμα. Έμοιαζαν ερωτευμένοι, φουλ μέσα στα μέλια, δεν χόρταινε ο ένας τον άλλο. Κάποια στιγμή, λίγο παρακάτω, σταμάτησαν και φιλήθηκαν. Αυτό είναι ευτυχία, ψιθύρισε εκείνος και χαμογέλασε πικρά. Κούνησα το κεφάλι συγκαταβατικά και το ίδιο μελαγχολικά. Και όσο κρατήσει, δεν πειράζει, γιατί όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν, όλα περνούν και χάνονται, όση ευδαιμονία μπορεί και αντέχει ο καθένας. Τα χρόνια φύγανε, θα σκέφτηκε, η ορμή της νιότης ξοδεύτηκε άσκοπα στα βουνά και στα ξερονήσια, στο χρέος, το καθήκον και τον καταναγκασμό, στην τάξη και την πειθαρχία, για την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια, για χρήματα και καριέρες, όλα επισφαλή, ανούσια και μάταια, κι ας μην πίστευε πραγματικά σε αυτά, κι ας τους φοβόταν, κι ας υποκρινόταν μια ολόκληρη ζωή κάποιον άλλον, πιο καθωσπρέπει, πιο ψεύτικο, πιο τιποτένιο. Τώρα όμως είναι αργά, η αυλαία έπεσε, το έργο τελείωσε, χωρίς χειροκροτήματα, σκέτη αποτυχία, μια πανωλεθρία. Όμως εδώ, στο πάρκο, είχε ανέκαθεν την έδρα του ο ιερός λόχος των ιδανικών και άξιων εραστών, με πεζικάριους και ιππείς, τοξότες και πελταστές, όλους τους γενναίους πολεμιστές του φωτός και του σκότους, του έρωτα και του θανάτου, τα μετέωρα και τις σκιές. Εδώ έπρεπε να ‘σουνα διοικητής,  κυρ λοχαγέ, όχι στις παραμεθόριους και τα τουρκοβούνια, τέτοιους ανδρείους και ατρόμητους φαντάρους έπρεπε να διατάζεις, που ποτέ δεν δείλιασαν μέσα στη φωτιά της μάχης, ποτέ δεν γύρισαν την πλάτη στον εχθρό, δεν λιποτάκτησαν μπροστά στον κίνδυνο. Εδώ, κάτω απ’ την λαμπρή ακρόπολη και το ολόγιομο φεγγάρι, ανάμεσα στους θάμνους και τα ψηλά δέντρα, βρίσκονται οι αληθινοί εχθροί που πρέπει να πολεμήσεις και να νικήσεις, κι αν δεν μπορέσεις, τουλάχιστον να χάσεις αξιοπρεπώς, να μην παραδόσεις τα όπλα δίχως μάχη, να μην συνθηκολογήσεις ατιμωτικά, γιατί τότε οι ίδιοι σου οι άντρες θα σου ξηλώσουν τα αστέρια, τα γαλόνια και τα παράσημα, θα σε ξεβρακώσουν και θα σε πετάξουν ολόγυμνο στην άκρη του δρόμου, μέσα στο πιο βαθύ χαντάκι, για να πεθάνεις σαν το σκυλί, ξεκοιλιασμένος, με τα άντερα στο χέρι, μες στα σκατά. Και κανείς δεν πρόκειται να σε αναζητήσει, να νοιαστεί για σένα, να ψάξει πού είσαι και τι κάνεις, αν ζεις ή αν πέθανες. Το νου σου, λοχαγέ, στα ναρκοπέδια και τις ενέδρες.

Μετά από κείνη την απροσδόκητη συνάντηση στο γραφείο του, συνέχισα να μην έχω πολλές δοσοληψίες μαζί του, τις τυπικές μόνο και άκρως απαραίτητες, κατά τα άλλα, κράτησα τις αποστάσεις μου, αλλά ούτε κι αυτός με ενόχλησε. Τις τελευταίες μέρες, λίγο πριν πάρω την άδεια απολύσεως, στάθηκα άτυχος, αρρώστησα βαριά, καραμπινάτη πνευμονία, είπε ο γιατρός, ψήθηκα στον πυρετό και την πέρασα στο αναρρωτήριο της μονάδας. Όταν έγινα καλά είχε φτάσει η μέρα της απόλυσης, επέστρεψα το όπλο μου και τα είδη ιματισμού στον αποθηκάριο, πήρα το χαρτί απ’ το πρώτο γραφείο της μονάδας και πέρασα απ’ το γραφείο του λοχαγού να τον χαιρετήσω, ένιωθα κάπως υποχρεωμένος απέναντί του. Ήταν κλειδωμένο. Ρώτησα τον επιλοχία του λόχου. Φίλε, έχεις χάσει επεισόδια, μου είπε. Πριν λίγες μέρες είχε ξεσπάσει μέγα σκάνδαλο. Πιάσανε το λοχαγό επ’ αυτοφώρω μέσα στις τουαλέτες των φαντάρων με κατεβασμένα τα βρακιά να φασώνεται, να καβλαντίζεται και να πηδιέται με τον μάγειρα του στρατοπέδου, ένα όμορφο θηλυπρεπές αγόρι. Τώρα είχε τεθεί σε προσωρινή αργία και εναντίον του ήταν σε εξέλιξη προανάκριση και ένορκη διοικητική εξέταση. Φήμες λέγανε ότι θα τον ξηλώσουν και θα τον διώξουν απ’ το στράτευμα, θα χάσει τη δουλειά του, ίσως και να περάσει στρατοδικείο. Θα πλήρωνε ακριβά το βίτσιο του, και δεν του φαινότανε. Ξεφτιλίστηκε πλήρως, πάει και η καριέρα του. Κάποιοι είπαν ότι του την είχανε στημένη, είχε βγει βρώμα ότι πήγαινε με φαντάρους, άλλοι ότι ήταν η κακιά στιγμή, πρώτη και τελευταία του φορά και στάθηκε άτυχος, πού να βρεις την αλήθεια, χανόταν στη μετάφραση. Πάντως, αφού ήταν παντρεμένος με παιδί, έπρεπε να προσέχει, αποφάνθηκε ο σοφός και τίμιος επιλοχίας. Και σένα πρέπει να σε συμπαθούσε, είπε στο τέλος και μου ‘κλεισε με νόημα το μάτι. Κι όμως, δεν είχα καταλάβει τίποτα, ούτε ασχολήθηκα με το άθλημα σε όλη μου τη θητεία, πολλοί και διάφοροι μου την έπεσαν, μα ήμουν με όλους αρνητικός, φοβόμουνα πολύ. Κι ας έλιωνα από αφόρητη κάβλα για ορισμένους, την έπαιζα μόνος μου στα αποχωρητήρια και στο κρεβάτι κάτω απ’ τα σκεπάσματα και τελείωνε η υπόθεση. Τώρα μετανιώνω, μα είναι πλέον αργά, όπως και για πολλά άλλα. Πάντως, είμαι σίγουρος, ο λοχαγός ποτέ δεν με κοίταξε ερωτικά. Ούτε κι εγώ εκείνον. Αλλιώς θα το θυμόμουν.

Η ώρα είχε περάσει, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Είπαμε τις καληνύχτες, δώσαμε τα χέρια και ίσως να ξαναβρεθούμε, μικρός είναι ο κόσμος. Σε περιμένουν και στο σπίτι, μου θύμισε φεύγοντας κι έσκασε ένα τελευταίο χαμόγελο συνενοχής. Κατηφόρισε από τα μεσαία παρτέρια, βγήκε στην κεντρική λεωφόρο και μετά από λίγο χάθηκε ανάμεσα στα φώτα, τα αυτοκίνητα και τους ανυποψίαστους περαστικούς. Τον κοίταξα για λίγο που απομακρυνόταν αργά, σκυφτά και καμπουριαστά, καμιά σχέση με τον ευσταλή και λεβεντόκορμο αξιωματικό που γνώρισα κάποτε. Εγώ έμεινα, ήμουν σε υπερένταση, δεν νύσταζα ακόμη και στο σπίτι δεν με περίμενε κανείς. Μπήκα ξανά μέσα στο πάρκο, δεν έδωσα σημασία στους κινούμενους ίσκιους και τα φαντάσματα της νύχτας. Για να εκτονωθώ περπάτησα πολύ κάνοντας κύκλους, κινήθηκα σπειροειδώς πέρα δώθε, μέσα έξω, ώσπου ασυναίσθητα κατέληξα μπροστά στον ανίκητο φτερωτό θεό του έρωτα, εκείνο το μικρό, λιπόσαρκο μα γεροδεμένο αγόρι, με το στρογγυλό φωτεινό πρόσωπο και τα ξανθά βοστρυχωτά μαλλιά, στο κέντρο του θάμνου, δίχως όμως τα φαρμακερά του βέλη, που  καθισμένο γυμνό πάνω στο βράχο προσπαθούσε να σπάσει το τόξο του στα δύο. Δεν ξέρω τελικά αν τα κατάφερε, μα εκείνο το βράδυ, όπως το κοιτούσα, μου φάνηκε ότι απ’ το κεφάλι του έτρεχαν αίματα.